E.P.B. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθ. Αρ.: 4549/23, 6/2/2026
print
Τίτλος:
E.P.B. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθ. Αρ.: 4549/23, 6/2/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθ. Αρ.: 4549/23

6 Φεβρουαρίου, 2026

[Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, ΔΔΔΔΠ.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ

E.P.B.  

Αιτητής

-και-

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

Καθ' ων η Αίτηση

 

Ζ. Ποντίκη (κα) για Αλταχέρ Μπενέτης και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., Δικηγόροι για τον Αιτητή

Ν. Νικολάου (κος) για Κ. Χρυσοστόμου (κα), Δικηγόρος για τους Καθ' ων η Αίτηση

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π:  Με την παρούσα προσφυγή ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση, ημερομηνίας 03/10/2023, με την οποίαν απορρίφθηκε το αίτημα του για διεθνή προστασία ως άκυρη, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος.  Περαιτέρω, αιτείται απόφαση του Δικαστηρίου με την οποίαν να αναγνωρίζεται ως πρόσφυγας ή εναλλακτικά ως δικαιούχος συμπληρωματικής προστασίας.  Επιπλέον, αιτείται απόφασης η οποία να αναγνωρίζει ότι σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του,   θα παραβιαστεί το άρθρο 2 και/ή το άρθρο 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. 

 

Τα ουσιώδη γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, ως έχουν τεθεί στην Ένσταση των Καθ' ων η Αίτηση, έχουν ως ακολούθως:

 

Ο Αιτητής είναι υπήκοος της Λιβερίας και εισήλθε παράνομα στην Κυπριακή Δημοκρατία.  Στις 23/08/2023, υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.

 

Στις 22/09/2023, πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή ενώπιον λειτουργού της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο -EYAA (στο εξής αναφερόμενος ως «λειτουργός») προς εξέταση του αιτήματός του για διεθνή προστασία.  Μετά τη συνέντευξη, ο λειτουργός ετοίμασε Έκθεση-Εισήγηση ημερ. 03/10/2023 προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου.  Εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών ως ο Νόμος ορίζει,  λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, ενέκρινε για λογαριασμό του Προϊστάμενου την ανωτέρω εισήγηση στις 03/10/2023 και απέρριψε την αίτηση για διεθνή προστασία.

 

Στις 06/11/2023, ετοιμάστηκε επιστολή ενημέρωσης του Αιτητή για την απόφαση του Προϊστάμενου της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία του επιδόθηκε δια χειρός αυθημερόν.

 

Στις 05/12/2023,  καταχωρήθηκε η υπό κρίση προσφυγή στο Δικαστήριο.

 

Οι συνήγοροι του Αιτητή, με τη γραπτή τους αγόρευση, προβάλλουν την έλλειψη δέουσας έρευνας ως λόγο ακυρώσεως της προσβαλλόμενης απόφασης.  Ειδικότερα, υποστηρίζουν την παράβλεψη τεκμηριωμένης και ενδελεχούς διερεύνησης των συνεπειών γύρω από τους αρνητές να ενταχθούν στις μυστικές κοινότητες της Λιβερίας αλλά και γύρω από τις υποσχέσεις που δεν τηρούνταν.  Περαιτέρω, υποστηρίζουν ότι δεν διερευνήθηκε και/ή εξαντλήθηκε κάθε δευτερεύουσα πιθανότητα η ζωή του να εκτίθετο σε κίνδυνο ή σε πράξεις δίωξης ή βλάβης κατά της σωματικής του ακεραιότητας.  Ακόμη, θέτουν ότι η ελλιπής έρευνα και η ατεκμηρίωτη κρίση των Καθ’ ων η Αίτηση οδήγησαν σε πλάνη περί τα πράγματα και/ή τα γεγονότα της υπόθεσης.  Επιπλέον, υπό το φως πληροφοριών από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, υποστηρίζουν ότι αν ο Αιτητής επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του, ο φόβος να κινδυνεύσει είναι εύλογος. 

 

H ευπαίδευτη συνήγορος των Καθ' ων η Αίτηση αντικρούοντας τους ισχυρισμούς, μέσω της γραπτής της αγόρευσής, υποβάλλει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε ορθά και νόμιμα, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, κατόπιν δέουσας έρευνας και σωστής ενάσκησης των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους Καθ' ων η αίτηση, αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης, είναι δε επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη, ενώ ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος της απόδειξης που του αναλογούσε.  Ως εκ τούτου, εισηγείται όπως απορριφθεί η παρούσα προσφυγή και επικυρωθεί η απόφαση. 

 

Κατά το στάδιο των διευκρινίσεων της παρούσας υπόθεσης στις 18/11/2025, αμφότεροι οι συνήγοροι υιοθέτησαν το περιεχόμενο των γραπτών τους αγορεύσεων.

 

Δεδομένων των πιο πάνω, κρίνω σκόπιμο όπως εξεταστούν οι λόγοι ακύρωσης, αφού συνδέονται άμεσα ως προς τα πραγματικά γεγονότα και την αξιολόγηση των ισχυρισμών που πρόβαλε ο Αιτητής σε συνάρτηση με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, όπως προκύπτουν από τη διαδικασία ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, αλλά και από τον διοικητικό φάκελο της υπόθεσης.  Επισημαίνω στο σημείο αυτό ότι, σύμφωνα με τον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018 (Ν. 73(Ι)/2018), το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση και επί της ουσίας και όχι μόνο ως ακυρωτικό Δικαστήριο.

 

Περί τούτου, κρίνω σκόπιμη την παράθεση αρχικά των ισχυρισμών του Αιτητή ως προβλήθηκαν από τον ίδιο καθ' όλη τη διαδικασία εξέτασης του αιτήματός του και των πραγματικών γεγονότων ως αυτά προκύπτουν από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου.

 

Κατά το στάδιο υποβολής της αίτησης διεθνούς προστασίας ο Αιτητής κλήθηκε να καταγράψει τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του και τους λόγους για τους οποίους δεν επιθυμούσε να επιστρέψει σε αυτήν. Συγκεκριμένα, κατέγραψε (σε ελεύθερη μετάφραση):      «Ο πατέρας μου μέχρι και πριν πεθάνει ανήκε σε μια αιρετική ομάδα.  Ενώ σπούδαζα στις κατεχόμενες περιοχές, η μητέρα μου, ούσα και η ίδια μέλος της ομάδας, με ενημέρωσε ότι έπρεπε να τον αντικαταστήσω. Αρνήθηκα λόγω της χριστιανικής μου πίστης.  Φοβάμαι για το τι μπορεί να μου συμβεί σε περίπτωση τυχόν επιστροφής μου στη χώρα μου, αφ’ η στιγμής η εν λόγω ομάδα διαθέτει πολλή φήμη και εξουσία» (ερυθρό 1 του διοικητικού φακέλου).

 

Κατά το στάδιο διεξαγωγής της προσωπικής του συνέντευξης, αναφορικά με τα προσωπικά του στοιχεία, ο Αιτητής δήλωσε ότι είναι υπήκοος Λιβερίας, γεννηθείς και μεγαλωμένος στην πόλη Monrovia, η οποία συνιστά και τον τόπο της τελευταίας συνήθους διαμονής του στη χώρα (ερυθρό 37 του διοικητικού φακέλου). Δήλωσε ότι είναι χριστιανός πεντηκοστιανός στο θρήσκευμα και ότι στη Λιβερία βιοποριζόταν εργαζόμενος επί επτά (7) μήνες ως διοικητικός υπάλληλος σε μη κυβερνητικό οργανισμό και επί δώδεκα (12) έτη ως βοηθός διευθυντή τροφίμων και ποτών σε ξενοδοχειακές μονάδες (ερυθρά 38-37 του διοικητικού φακέλου).

 

Αναφορικά με το οικογενειακό του υπόβαθρο, ανέφερε ότι ο πατέρας του απεβίωσε στις 13/04/2021, ότι η μητέρα του και τέσσερα (4) εκ των έξι (6) αδελφών του διαμένουν στη Monrovia, ενώ τα υπόλοιπα δύο (2) αδέλφια του διαβιούν στις περιοχές Grand Bassa και Margibi της Λιβερίας. Περαιτέρω, δήλωσε ότι είναι έγγαμος, ότι η σύζυγός του και ο ένας εκ των υιών του διαμένουν στη Grand Bassa, ενώ ο δεύτερος υιός του φοιτά ως εσωτερικός σε σχολική μονάδα (ερυθρά 38-37 του διοικητικού φακέλου). Όσον αφορά το μορφωτικό του επίπεδο, ανέφερε ότι είναι κάτοχος πτυχίου στα Οικονομικά και στη Δημόσια Διοίκηση, καθώς και μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών στην Εταιρική Χρηματοοικονομική Διαχείριση (ερυθρό 38 του διοικητικού φακέλου).

 

Σε σχέση με τους λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του, κατά την ελεύθερη αφήγησή του, ο Αιτητής ανέφερε ότι ο πατέρας του ήταν μέλος μίας αιρετικής ομάδας, της οποίας τα μέλη επισκέπτονταν συχνά την οικία τους και συζητούσαν μαζί του. Ο ίδιος δήλωσε ότι δεν γνώριζε πως ο πατέρας του είχε συμφωνήσει, σε περίπτωση θανάτου του, να τον αντικαταστήσει το πρωτότοκο τέκνο του, ήτοι ο ίδιος. Στις 15 Μαΐου 2021, κατά τη διάρκεια της ταφής του πατέρα του, εμφανίστηκαν δύο ομάδες ατόμων, οι οποίες του ανέφεραν ότι επιθυμούσαν να συναντηθούν μαζί του και να συζητήσουν.

 

Μέχρι την αναχώρησή του από τη Λιβερία, μέλη της εν λόγω ομάδας επικοινώνησαν τηλεφωνικά μαζί του τρεις έως τέσσερις φορές, ζητώντας του να συναντηθούν όταν ο ίδιος θα είχε χρόνο. Αν και επικοινώνησαν μαζί του, δεν αντιμετώπισε κάποιο πρόβλημα ούτε δέχθηκε απειλές, καθότι θεωρούσαν ότι επρόκειτο να τους συναντήσει. Μετά την άφιξή του στην Κύπρο, τον κάλεσαν τηλεφωνικά δύο φορές και επέδειξαν ενόχληση όταν τους ανέφερε ότι είχε εγκαταλείψει τη χώρα. Στη συνέχεια, άρχισαν να επικοινωνούν με τη μητέρα του, λέγοντάς της ότι γνώριζε πως έπρεπε να αντικαταστήσει τον πατέρα του.

 

Το έτος 2022, καθώς η μητέρα του τού παρείχε περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την ομάδα, αντιλήφθηκε ότι και η ίδια ήταν μέλος της. Την ίδια χρονιά, η μητέρα του τού ανέφερε ότι όφειλε να αντικαταστήσει τον πατέρα του και, όταν εκείνος αρνήθηκε, τον πληροφόρησε ότι η τιμωρία που θα αντιμετώπιζε θα ήταν σκληρή, χωρίς ωστόσο να του δώσει περαιτέρω διευκρινίσεις. Έκτοτε, η μητέρα του συνέχισε να του ζητά να επιστρέψει στη Λιβερία και να αναλάβει τη θέση του πατέρα του. Μετά την αποκάλυψη ότι και η ίδια ήταν μέλος της ομάδας, ο Αιτητής διέκοψε κάθε επικοινωνία μαζί της. Δήλωσε ότι φοβόταν πως, σε περίπτωση επιστροφής του, θα διέτρεχε σοβαρό κίνδυνο από τα μέλη της ομάδας, τα οποία περιέγραψε ως άτομα με φήμη και εξουσία (ερυθρό 35 του διοικητικού φακέλου).

 

Κατά το στάδιο υποβολής διευκρινιστικών ερωτήσεων, ο Αιτητής ανέφερε ότι η ομάδα ονομαζόταν «Dahkina Brotherhood» και ότι επρόκειτο για μυστική οργάνωση, καθότι μόνο τα μέλη της γνώριζαν πληροφορίες σχετικά με αυτήν. Πρόσθεσε ότι, παρά τις συχνές επισκέψεις των μελών στο σπίτι τους, δεν είχε περαιτέρω γνώση, δεδομένου ότι κατά τις συναντήσεις αυτές οι παρευρισκόμενοι φορούσαν ποδιές. Ανέφερε επίσης ότι ούτε από τις αφηγήσεις της μητέρας του έλαβε ουσιαστικές πληροφορίες, καθώς εκείνη του μιλούσε γενικά με σκοπό να τον πείσει να ενταχθεί, αναφέροντας, μεταξύ άλλων, ότι θα του εξασφάλιζαν καλύτερη εργασία. Ερωτηθείς για ποιο λόγο δεν επιχείρησε να μάθει περισσότερα για την ομάδα, μολονότι γνώριζε ότι η άρνηση ένταξης τιμωρούνταν αυστηρά, απάντησε ότι ο μόνος τρόπος απόκτησης σχετικής γνώσης ήταν η ένταξη σε αυτήν (ερυθρά 35-34 του διοικητικού φακέλου).

 

Κληθείς να εξηγήσει πώς ήταν δυνατόν η μητέρα του να τον προέτρεπε να επιστρέψει στη Λιβερία, πλην όμως να μην ενημέρωσε τα μέλη της ομάδας για το προγραμματισμένο ταξίδι του στην Κύπρο, ώστε να τον αποτρέψουν από την αναχώρηση, απάντησε ότι δεν γνώριζε τον λόγο και ότι, κατά τον χρόνο εκείνο, δεν υπήρχαν παράπονα εις βάρος του, ενώ η μητέρα του θεωρούσε πως όλα ήταν εντάξει (ερυθρό 33 του διοικητικού φακέλου).

 

Αναφορικά με τα δύο τηλεφωνήματα που έλαβε μετά την άφιξή του στην Κύπρο, ο Αιτητής δήλωσε ότι, κατά την πρώτη επικοινωνία, του είπαν ότι ήταν δειλός και ότι όφειλε να τους είχε συναντήσει, ενώ κατά τη δεύτερη τον χαρακτήρισαν ανόητο, υποστηρίζοντας ότι έχανε μία μεγάλη ευκαιρία, καθόσον η απόφαση για την ένταξή του είχε ληφθεί πριν από τη γέννησή του. Ερωτηθείς για ποιο λόγο, αντί να τον απειλήσουν, περιορίστηκαν σε αυτούς τους χαρακτηρισμούς, απάντησε ότι θεωρούσε πως επιδίωκαν να τον πείσουν μέσω της μητέρας του, γεγονός που εξηγεί και τη μετέπειτα προσέγγισή της από τα μέλη της ομάδας (ερυθρό 33 του διοικητικού φακέλου).

 

Τέλος, ο Αιτητής ανέφερε ότι, παρά το γεγονός ότι δεν διατηρούσε πλέον επαφές με τη μητέρα του, τα μέλη της ομάδας θα πληροφορούνταν τυχόν επιστροφή του στη Λιβερία, δεδομένου ότι πρόκειται για μικρή χώρα και ότι τα εν λόγω άτομα διέθεταν φήμη και εξουσία (ερυθρό 33 του διοικητικού φακέλου).

 

Ο λειτουργός στην Έκθεση-Εισήγησή του, εντόπισε δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς στη βάση των δηλώσεων του Αιτητή, ως ακολούθως:

(1)    Ταυτότητα, χώρα καταγωγής και προσωπικά στοιχεία/προφίλ του Αιτητή. 

(2)    Ο Αιτητής κινδύνευε από τα μέλη της αιρετικής ομάδας, στην οποία ανήκαν και οι γονείς του, καθώς δεν δέχτηκε να γίνει μέλος της.  

 

Ως προς τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή, αναφορικά με την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και τα προσωπικά στοιχεία/προφίλ του, o λειτουργός τον έκανε αποδεκτό ως αξιόπιστο, λαμβάνοντας υπόψη την εσωτερική αξιοπιστία των δηλώσεών του, καθώς και το προσκομισθέν διαβατήριο και τις πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής του, ως προς την εξωτερική του αξιοπιστία.

 

Ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός του Αιτητή αναφορικά με τον κίνδυνο που αντιμετώπιζε από τα μέλη της αιρετικής ομάδας, στην οποία ανήκαν και οι γονείς του, καθώς δεν δέχτηκε να γίνει μέλος της, έτυχε απόρριψης λόγω μη στοιχειοθέτησης της εσωτερικής αξιοπιστίας των δηλώσεών του.  Ο αρμόδιος λειτουργός των Καθ΄ ων η Αίτηση διαπίστωσε ότι οι ισχυρισμοί του διέπονταν από γενικότητα, αοριστία, ασυνέπεια και στερούνταν συνοχής και ευλογοφάνειας.  Ειδικότερα, δεν ήταν σε θέση να αναφέρει επαρκή στοιχεία για την ομάδα, αφού περιορίστηκε στο να αναφερθεί στην ονομασία της, στην κρυφή της δράση καθώς και στο ότι μόνο τα μέλη της γνώριζαν πληροφορίες γι’ αυτήν.  Ερωτηθείς ως προς τους λόγους που δεν ήξερε περαιτέρω λεπτομέρειες, λαμβάνοντας υπόψη τη νεαρή ηλικία που έμαθε για την εκεί εμπλοκή του πατέρα του αλλά και των συχνών επισκέψεων των μελών στο σπίτι τους, απάντησε ότι στις εν λόγω συναντήσεις, τα μέλη φορούσαν ποδιές.  Περαιτέρω, ανέφερε ότι εντός του 2022 και ενώ ήταν ήδη στην Κύπρο, η μητέρα του για να τον πείσει να ενταχθεί, του έδινε πολλές πληροφορίες και στα τέλη του 2022, του ανέφερε ότι και εκείνη ανήκε σ’ αυτήν. 

 

Ο λειτουργός κατέγραψε ότι, αφού επισημάνθηκε στον Αιτητή η ασυνέπεια των λεγομένων του σε σχέση με τις προηγούμενες δηλώσεις του, εκείνος απάντησε ότι η μητέρα του πράγματι χρησιμοποιούσε επιχειρήματα με σκοπό να επιτύχει τη μετάπεισή του, πλην όμως ουδέποτε του παρείχε πληροφορίες αναφορικά με την ίδια την ομάδα. Περαιτέρω, τα στοιχεία που παρέθεσε δεν κατέδειξαν ότι, κατά το χρονικό διάστημα παραμονής του στη χώρα, υπέστη εξαναγκασμό προκειμένου να καταστεί μέλος της ομάδας, καθότι περιορίστηκε στο να αναφέρει ότι τα μέλη της εμφανίστηκαν την ημέρα της ταφής του πατέρα του και του ζήτησαν να διευθετήσουν συνάντηση, καθώς και ότι, μεταγενέστερα, επικοινώνησαν τηλεφωνικά μαζί του τρεις έως τέσσερις φορές για τον ίδιο σκοπό.

 

Επιπλέον, η δήλωσή του ότι η μητέρα του δεν ενημέρωσε τα μέλη της ομάδας για την επικείμενη αναχώρησή του από τη Λιβερία, σε συνδυασμό με την απάντησή του, κατόπιν σχετικής ερώτησης, ότι αγνοούσε τους λόγους για τους οποίους εκείνη παρέλειψε να το πράξει, κρίθηκε ως στερούμενη λογικής συνοχής, δεδομένου ότι η μητέρα του ήταν μέλος της ομάδας και επιθυμούσε ο υιός της να αντικαταστήσει τον αποβιώσαντα σύζυγό της.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ουσιώδους ισχυρισμού, ο λειτουργός προέβη σε έρευνα, βάσει της οποίας επιβεβαιώθηκε η δραστηριοποίηση εγκληματικών ομάδων στη Λιβερία.  Εντούτοις, ενόψει των ανεπαρκών και μη ευλογοφανών από πλευράς του Αιτητή δηλώσεων,         δεν στοιχειοθετήθηκε η εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού και επομένως, αυτός έτυχε απόρριψης.

 

 

Προχωρώντας στη συνέχεια σε αξιολόγηση κινδύνου βάσει του μόνου ουσιώδους γεγονότος το οποίο έγινε αποδεκτό, ήτοι της ταυτότητας, της χώρας καταγωγής και των προσωπικών στοιχείων/προφίλ του Αιτητή και λαμβάνοντας υπόψη σχετικές πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής του και στον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του (ήτοι πρωτεύουσα Monrovia), κρίθηκε πως δεν προέκυπτε εύλογη πιθανότητα ο Αιτητής να αντιμετώπιζε κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.

 

Ακολούθως, ο λειτουργός προέβη σε αξιολόγηση του νομοθετικού πλαισίου για το προσφυγικό καθεστώς, καθώς επίσης και αυτό της συμπληρωματικής προστασίας, σε συνάρτηση με τους ισχυρισμούς του Αιτητή, προκειμένου να εξακριβωθεί εάν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του Αιτητή σε οιοδήποτε καθεστώς διεθνούς προστασίας.  Ως αναφέρεται στην Έκθεση-Εισήγηση, βάσει των ισχυρισμών του Αιτητή, δεν προέκυψε βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης στο πλαίσιο του άρθρου 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 σχετικά με το καθεστώς των προσφύγων και του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου και ως εκ τούτου ο Αιτητής δεν δικαιούτο το καθεστώς του πρόσφυγα.  

 

Επιπλέον, κρίθηκε ότι δεν στοιχειοθετείται πραγματικός κίνδυνος επιβολής θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, κατά την έννοια του άρθρου 19(2)(α) του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε συντρέχει πραγματικός κίνδυνος υποβολής του Αιτητή σε βασανιστήρια ή σε απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 19(2)(β) του ιδίου Νόμου.

 

Περαιτέρω, ως προς το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ο λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στη Λιβερία και συγκεκριμένα στην πρωτεύουσα Monrovia, δεν θα αντιμετώπιζε πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, υπό την έννοια της σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας, ως άμαχος, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας στο πλαίσιο διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.

 

Κατά συνέπεια, κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την παραχώρηση στον Αιτητή καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.

 

Αξιολογώντας το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου και την εισηγητική έκθεση του λειτουργού, κρίνω ότι έγιναν στον Αιτητή επαρκείς ερωτήσεις για να διερευνηθεί ο πυρήνας του αιτήματός του για διεθνή προστασία και ορθά κρίθηκε ότι δεν ήταν σε θέση να αναφέρει ικανοποιητικές και επαρκείς πληροφορίες σχετικά με τα ισχυριζόμενα περιστατικά και να υποστηρίξει με σαφήνεια και ευλογοφάνεια τον ισχυρισμό περί φόβου δίωξης από την εν λόγω ομάδα. 

 

Ακολούθως, το Δικαστήριο προέβη σε σχετική έρευνα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης η οποία επιβεβαίωσε την στη χώρα ύπαρξη εγκληματικών ομάδων και συμμοριών εμπλεκόμενων σε βιαιότητες[1] καθώς και κοινωνιών, των οποίων οι πρακτικές διακατέχονται από άκρα μυστικότητα[2].  Δεν εντοπίστηκε δε καμία πληροφορία για ομάδα ονόματι Dahkina brotherhood.   

 

Παρότι οι δηλώσεις του Αιτητή ευρίσκουν έρεισμα στα ευρήματα της έρευνας που παρέθεσαν οι Καθ’ ων η Αίτηση, τα οποία επιβεβαιώνονται και από την ανεξάρτητη έρευνα του Δικαστηρίου, εντούτοις ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να στοιχειοθετήσει την εσωτερική αξιοπιστία των ισχυρισμών του. Ως εκ τούτου, ορθώς ο σχετικός ισχυρισμός απορρίφθηκε στο σύνολό του ως μη αξιόπιστος.  Περαιτέρω, ούτε στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας ο Αιτητής, διά των συνηγόρων του, προέβαλε οποιονδήποτε νέο, ειδικό και επαρκώς τεκμηριωμένο ισχυρισμό συναφή με τον πυρήνα του αιτήματός του για παροχή διεθνούς προστασίας. 

 

Η ως άνω κρίση συνάδει πλήρως με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με την οποία η αξιολόγηση των ισχυρισμών αιτητή διεθνούς προστασίας προϋποθέτει, πρωτίστως, τη συνεκτικότητα, τη συνοχή και τη λογική ακολουθία των ίδιων των δηλώσεών του. Ειδικότερα, το ΔΕΕ έχει κρίνει ότι, όταν οι δηλώσεις του αιτητή παρουσιάζουν εσωτερικές αντιφάσεις ή έλλειψη αξιοπιστίας, τα γενικά στοιχεία ή οι πληροφορίες χώρας καταγωγής δεν δύνανται, αφ’ εαυτών, να αποκαταστήσουν την αξιοπιστία των ουσιωδών ισχυρισμών του (βλ. απόφαση ΔΕΕ, C-277/11, M.M., ημερομηνίας 22 Νοεμβρίου 2012).

 

Η έρευνα που είχε προηγηθεί ήταν επαρκής και είχαν συλλεγεί και διερευνηθεί όλα τα ουσιώδη στοιχεία σε συνάρτηση πάντα με τους ισχυρισμούς που είχε προβάλει ο Αιτητής, όπως αναλύεται ανωτέρω.  Είναι πάγια νομολογημένο ότι η μορφή της έρευνας είναι συνυφασμένη με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, ενώ η τελική εκτίμηση των γεγονότων και η λήψη της σχετικής απόφασης αποτελεί καθήκον και υποχρέωση του αρμόδιου οργάνου. Η έρευνα είναι επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το θέμα που εξετάζεται (βλ. Motorways Ltd v. Δημοκρατίας Α.Ε. 2371/25.6.99).

 

Επισημαίνεται ότι δυνάμει του άρθρου 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, ο Αιτητής φέρει καταρχήν το βάρος να τεκμηριώσει την αίτησή για διεθνή προστασία.  Από την άλλη πλευρά, αποτελεί καθήκον της αρμόδιας αρχής να αξιολογεί, σε συνεργασία με τον αιτούντα, τα συναφή στοιχεία της αίτησης (Βλ. Προτάσεις της Γενικής εισαγγελέως, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-148/13, C-149/13 και C-150/13, A, B και C, 17 Ιουλίου 2014, σημεία 73 και 74). Στην παρούσα περίπτωση, δεν διακρίνω για ποιο λόγο θα υπείχαν υποχρέωση οι Καθ' ων η Αίτηση να διερευνήσουν περαιτέρω την αίτηση του Αιτητή, καθότι οι ισχυρισμοί του εξετάστηκαν δεόντως και αξιολογήθηκαν πλήρως.  Ως εκ τούτου, οι ισχυρισμοί του Αιτητή περί μη δέουσας έρευνας και πλάνης περί τα πράγματα απορρίπτονται.

 

Τέλος αναφορικά με τον ισχυρισμό περί έλλειψης επαρκούς αιτιολογίας, από τα στοιχεία που έχω ενώπιον μου, θεωρώ ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι πλήρως αιτιολογημένη, εφόσον η σχετική εισηγητική έκθεση (που αποτελεί και την αιτιολογική βάση της απόφασης των Καθ' η Αίτηση) είχε επισυναφθεί και στην απορριπτική επιστολή, η οποία επιδόθηκε στον Αιτητή  στις 06/11/2023 σε γλώσσα που κατανοεί.  Επισημαίνω δε, ότι η αιτιολογία συμπληρώνεται και από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, όπως αυτά έχουν αναλυθεί ανωτέρω (βλ. άρθρο 29 του Ν. 158(Ι)/1999, Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου κ.α. ν Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 1171 και Διογένους ν. Δημοκρατίας (1999) 4 Α.Α.Δ., 371 Στέφανος Φράγκου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, (1998) 3 ΑΑΔ 270).

 

Στη βάση της ανωτέρω ανάλυσης, καταλήγω στο ότι δεν πληρούνται στο πρόσωπο του Αιτητή οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου και το αντίστοιχο Άρθρο 1(Α) της Σύμβασης της Γενεύης για το Καθεστώς των Προσφύγων, για την υπαγωγή του σε προσφυγικό καθεστώς.

 

Κατά τα παραπάνω, δεν μπορεί να παραχωρηθεί στον Αιτητή ούτε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας επί τη βάσει των άρθρων 19 (2) (α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου, καθώς δεν έχει στοιχειοθετηθεί πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης υπό τις εκεί προβλεπόμενες μορφές.

 

Αναφορικά με την υπαγωγή του Αιτητή σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, το οποίο προϋποθέτει ουσιώδεις λόγους να πιστεύεται ότι ο Αιτητής θα υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, υπάρχει ευρεία νομολογία τόσο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015, ECLI:CY:AD:2015:D619, ECLI:CY:AD:2015:D619) όσο και του ΔΕΕ (βλ. C-285/12, ADiakitvCommissaire g?n?ral aux r?fugi?s et aux apatrides, 30/01/2014, C-465/07, Meki Elgafaji and Noor Elgafaji vStaatssecretaris van Justitie17/02/2009), καθώς επίσης και του ΕΔΔΑ (βλ. K.A.BvSweden, 886/11, 05/09/2013 (final 17/02/2014), Sufi and Elmi vthe United Kingdom, 8319/07 and 11449/07, 28/11/2011) στις οποίες ερμηνεύεται η έννοια της αδιακρίτως ασκούμενης βίας και της ένοπλης σύρραξης και τίθενται κριτήρια ως προς τη σοβαρότητα του κινδύνου που προϋποτίθεται για την αξιολόγηση των περιπτώσεων στις οποίες εξετάζεται η πιθανότητα παραχώρησης συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Για την εξέταση του άρθρου 19(2)(γ) του Περί Προσφύγων Νόμου, δέον να εξεταστεί εκ νέου η κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής του Αιτητή  και στον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του, ήτοι την πόλη Monrovia που βρίσκεται στην Κομητεία Montserrado.

 

Σύμφωνα με πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, παρατηρείται γενικά πολιτική σταθερότητα στη χώρα[3], πλην όμως συχνά λαμβάνουν χώρα διαδηλώσεις και διαμαρτυρίες οι οποίες μερικές φορές έτυχε να οδηγήσουν σε βία ή σε χρήση δακρυγόνων από τις αρχές[4]. Στην ετήσια έκθεση του USDOS για τα ανθρώπινα δικαιώματα στην Λιβερία αναφορικά με το έτος 2023, αναφέρεται ότι διεξήχθησαν διαδηλώσεις καθ' όλη τη διάρκεια του έτους από διάφορες ομάδες, ακόμη και έξω από το νομοθετικό σώμα και το Υπουργείο Εξωτερικών[5].

 

Τα επίπεδα εγκληματικότητας στη Λιβερία παραμένουν σε κρίσιμο επίπεδο σε ολόκληρη τη χώρα, λόγω της αυξανόμενης δημόσιας δυσαρέσκειας με την παραπαίουσα οικονομία και το δυσλειτουργικό δικαστικό σύστημα της χώρας.[6] Οι αναφορές για εισβολές σε κατοικίες είναι συχνές, όπως και οι βίαιες ληστείες σε αστικές περιοχές και δημόσιες παραλίες[7]. Η τοπική αστυνομία δεν διαθέτει τους πόρους για να ανταποκριθεί αποτελεσματικά σε σοβαρά εγκλήματα και το δικαστικό σώμα σπάνια διασφαλίζει καταδίκες για εγκληματικές δραστηριότητες[8].

 

Σύμφωνα με πληροφορίες που εντοπίζονται στην ιστοσελίδα της Κυβέρνησης του Ηνωμένου Βασιλείου, η κυριότερη μορφή εγκλήματος στη Λιβερία είναι οι κλοπές, αλλά υπάρχουν και οργανωμένες εγκληματικές συμμορίες. Οι κλέφτες είναι συχνά οπλισμένοι με μαχαίρια ή ματσέτες και περιστασιακά φέρουν πυροβόλα όπλα[9]. Στην ετήσια έκθεση του USDOS για τα ανθρώπινα δικαιώματα στη Λιβερία αναφορικά με το έτος 2023 εντοπίζεται κιόλας αναφορά ότι η βία του όχλου («mob violence») που αποδίδεται εν μέρει στην έλλειψη εμπιστοσύνης του κοινού στην αστυνομία και το δικαστικό σύστημα, ήταν σύνηθες  και συχνά οδηγούσε σε θανάτους και τραυματισμούς[10].

Σημειώνεται συναφώς ως προς την κατάσταση ασφαλείας στην κομητεία Montserrado, όπου υπάγεται και η πρωτεύουσα Monrovia, σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης τις 09/01/2026), καταγράφηκαν 10 περιστατικά πολιτικής βίας (“political violence”, που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/ απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 4 θάνατοι.  Στην πόλη Monrovia, κατά την ίδια περίοδο αναφοράς, σημειώθηκε 1 περιστατικό πολιτικής βίας, με καμία ανθρώπινη απώλεια[11].  Σημειωτέον δε ότι ο πληθυσμός της Monrovia εκτιμάται ότι ανέρχεται το 2025 στους 1,794,650 κατοίκους[12].

 

Κατά συνέπεια, η Κομητεία Montserrado στην οποία βρίσκεται η πρωτεύουσα Monrovia, την οποία το Δικαστήριο θεωρεί ως τον τελευταίο τόπο προηγούμενης συνήθους διαμονής του Αιτητή, βάσει των αποδεκτών ισχυρισμών του, δεν φαίνεται να πλήττεται σε τέτοιο βαθμό από συγκρούσεις και περιστατικά βίας, τα οποία να ανάγονται σε τόσο υψηλό επίπεδο, ώστε να θεωρείται ότι πληρείται το όριο του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας, ως αυτό ερμηνεύθηκε από τη νομολογία του ΔΕΕ[13]. Λαμβάνοντας υπόψη και τις ιδιαίτερες περιστάσεις του Αιτητή, θεωρώ ότι δεν εγείρονται ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι αυτός θα διατρέξει κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του και συγκεκριμένα στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του.

 

Επομένως, στη βάση των όσων αναλύθηκαν ανωτέρω, κρίνω πως ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει ότι πάσχει η ορθότητα και νομιμότητα της επίδικης απόφασης και ότι στο πρόσωπό του πληρούνται οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στο καθεστώς του πρόσφυγα ή της παραχώρησης συμπληρωματικής προστασίας, σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου (Ν. 6(Ι)/2000) και της Σύμβασης της Γενεύης του 1951.  

 

Ως εκ τούτου, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Επιδικάζονται €800 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση.  Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.

 

 

Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 



[1] Enact, “ Youth gangs in Liberia: motives, structure and illicit economies ”, 25/01/2025, σ. 4, διαθέσιμο σε  https://enactafrica.org/research/research-papers/youth-gangs-in-liberia-motives-structure-and-illicit-economies, Africa Organised Crime Index, Liberia, “ Criminal Actors ”, 2025, διαθέσιμο σε https://africa.ocindex.net/country/liberia#:~:text=Nationals%20from%20Nigeria%2C%20Guinea%2DBissau,practices%20in%20the%20broader%20economy. (ημερ. τελευταίας πρόσβασης στις 16/01/2026)

[2] ecoi.net, Liberia: The Sande secret society, its activities, organization, leaders and consequences of refusing the role of leader; Sande’s power, its treatment of those who speak out against or oppose its practices; state protection for individuals threatened by Sande ” - Sande’s Treatment of Individuals who Speak out Against or Oppose its Activities-, 22/02/2017, διαθέσιμο σε https://www.ecoi.net/en/document/1395282.html (ημερ. τελευταίας πρόσβασης στις 16/01/2026).

 

 

[3] Gov.uk, 'Foreign travel advice: Liberia' διαθέσιμο σε https://www.gov.uk/foreign-travel-advice/liberia/safety-and-security (ημερ. τελευταίας πρόσβασης στις 16/01/2026)

[4] U.S. Department of State - Travel.State.Gov, 'Liberia Travel Advisory' (31 July 2023) διαθέσιμο σε https://travel.state.gov/content/travel/en/traveladvisories/traveladvisories/liberia-travel-advisory.html;  U.S. Department of State - Overseas Security Advisory Council (OSAC), 'OSAC Country Security Report Liberia' (14 November 2024) σελ.  3 & 5 διαθέσιμο σε https://www.osac.gov/Content/Report/be9dbdaf-a9aa-4750-9ac6-1cbb83e215f0  (ημερ. τελευταίας πρόσβασης στις 16/01/2026)

[5] USDOS - U.S. Department of State, 'Liberia 2023 Human Rights Report' (23 April 2024) σελ. 12 διαθέσιμο σε
https://www.state.gov/reports/2023-country-reports-on-human-rights-practices/liberia/ (ημερ. τελευταίας πρόσβασης στις 16/01/2026)

[6] U.S. Department of State - Overseas Security Advisory Council (OSAC), 'OSAC Country Security Report

Liberia' (14 November 2024) σελ. 1 διαθέσιμο σε https://www.osac.gov/Content/Report/be9dbdaf-a9aa-4750-9ac6-1cbb83e215f0  (ημερ. τελευταίας πρόσβασης στις 16/01/2026)

[7] Ibid

[8] Ibid

[9] Gov.uk, 'Foreign travel advice: Liberia' διαθέσιμο σε https://www.gov.uk/foreign-travel-advice/liberia/safety-and-security (ημερ. τελευταίας πρόσβασης στις 16/01/2026)

[10] USDOS - U.S. Department of State, 'Liberia 2023 Human Rights Report' (23 April 2024) σελ. 28 διαθέσιμο σε
https://www.state.gov/reports/2023-country-reports-on-human-rights-practices/liberia/ (ημερ. τελευταίας πρόσβασης στις 16/01/2026)

[11] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Liberia, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερ. τελευταίας πρόσβασης στις 16/01/2026)  Τα αριθμητικά δεδομένα που αφορούν στην πρωτεύουσα Monrovia, αντλήθηκαν από το διαδραστικό χάρτη στην εν λόγω πλατφόρμα.

[12] World Population Review διαθέσιμο σε https://worldpopulationreview.com/cities/liberia/monrovia  (ημερ. τελευταίας πρόσβασης στις 16/01/2026)

[13] Βλ.  C-285/12 Aboubacar Diakit? ν. Commissaire g?n?ral aux r?fugi?s et aux apatrides και στην C-465/07 Meki Elgafaji, Noor Elgafali  v Staatssecretaris van Justitie


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο