ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση αρ. 4640/2024
27 Φεβρουαρίου 2026
[ Β. ΚΑΡΛΕΤΤΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
A. Y. ARC {...} από τη Σομαλία και τώρα στη Λεμεσό
Αιτητή
Και
Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου του Υφυπουργείου Μετανάστευσης
Καθ' ων η αίτηση
Γεώργιος Βασιλόπουλος (κος), Δικηγόρος για τον Αιτητή
Λώρα Βελίκοβα (κα), Δικηγόρος για τους Καθ’ ων η Αίτηση
Ο Αιτητής με την παρούσα προσφυγή αιτείται την έκδοση απόφασης από το παρόν Δικαστήριο με την οποία να κηρύσσεται άκυρη, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε νομικού αποτελέσματος η απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 30/09/2024 με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για διεθνή προστασία, καθώς κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2022 (στο εξής: ο περί Προσφύγων Νόμος). Ταυτόχρονα αιτείται την έκδοση απόφασης από τον παρόν Δικαστήριο με την οποία να αναγνωρίζεται ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας.
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Ο Αιτητής κατάγεται από την Σομαλία. Εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές στις 17/02/2022 και υπέβαλε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας περί τις 23/03/2022. Στις 04/06/2024 διενεργήθηκε η συνέντευξη ουσίας του Αιτητή από αρμόδιο Λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου. Στις 16/09/2024 αρμόδιος Λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε Έκθεση Εισήγηση για απόρριψη της αίτησης προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου η οποία εγκρίθηκε στις 30/09/2024. Στις 22/10/2024 η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή μαζί με την αιτιολόγηση της απόφασής της, η οποία παρελήφθη και υπεγράφη από τον Αιτητή αυθημερόν. Στις 20/11/2024 καταχωρήθηκε η Προσφυγή υπ' αριθμόν 4640/24 ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ.
Ο Αιτητής, δια του δικηγόρου του, προβάλει πλείονες νομικούς ισχυρισμούς προς υποστήριξη του αιτήματος για ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης, αποσύροντας κατά το στάδιο των διευκρινίσεων τον ισχυρισμό περί αναρμοδιότητας του οργάνου που έλαβε την προσβαλλόμενη απόφαση, πλην του σκέλους που αφορά το πρόσωπο που Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου. Πιο συγκεκριμένα:
Ως προς τον ισχυρισμό περί αναρμοδιότητας κατά το σκέλος στο οποίο προωθείται αναφορικά με το πρόσωπο που Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, ο Αιτητής διά του συνηγόρου του προβάλλει ότι κατά τον χρόνο λήψης της επίδικης απόφασης χρέη Προϊσταμένου ασκούσε η κα Χρυσομηλά- Κουτσούμπα, η οποία ωστόσο στη συνέχεια εγκατέλειψε τη συγκεκριμένη θέση, χωρίς να έχει οριστεί πρόσωπο που να ασκεί τα καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου τουλάχιστον έως τον χρόνο κατά τον οποίο ο συνήγορος του Αιτητή καταχώρησε την γραπτή του αγόρευση, και συνεπώς η σχετική εξουσιοδότηση που έχει δοθεί στους λειτουργούς δεν έχει ισχύ, καθιστώντας τις επιμέρους αποφάσεις άκυρες.
Ως προς τους λοιπούς λόγους ακύρωσης που προωθούνται, ο Αιτητής προβάλει δια του συνηγόρου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει λόγω έλλειψης δέουσας έρευνας και απουσίας επαρκούς αιτιολογίας, πλάνης περί τα πράγματα και περί το νόμο. Ως προς αυτό, ο συνήγορος του Αιτητή αναφέρει ότι δεν υπήρξε δέουσα έρευνα καθώς αφενός δεν αφιερώθηκε αρκετός χρόνος συνέντευξης και αφετέρου η συνέντευξη βασίστηκε σε τυποποιημένα έντυπα συνεντεύξεων. Αναφέρει επίσης ο συνήγορος ότι ο λειτουργός, κατά την απόρριψη της φυλετικής μειονότητας του Αιτητή δεν παραπέμπει σε εξωτερικές πηγές, καθώς και ότι παρόλο που στον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό ο λειτουργός καταγράφει πληροφορίες για τη φυλή Gabooye, δεν δέχεται ότι ο Αιτητής είναι μέλος αυτής. Ο συνήγορος υποστηρίζει ότι μέλη της μειονοτικής φυλής Gabooye υφίστανται διακρίσεις αναφορικά με περιορισμούς στην εργασία, οικονομικούς πόρους, ιδιοκτησία και πρόσβαση στις αρχές, παραθέτοντας πηγές πληροφόρησης επί αυτού. Καταλήγει εν τέλει στο συμπέρασμα ότι ο Αιτητής χαρακτηρίζεται από ειδικές ατομικές περιστάσεις ως μέλος της μειονοτικής εθνοτικής ομάδα Gabooye και έχει υποστεί εξευτελιστική συμπεριφορά εξαιτίας αυτού.
Οι Καθ’ ων η Αίτηση αναφορικά με την αναρμοδιότητα του αποφασίζοντος οργάνου ειδικά σε σχέση με το πρόσωπο του Προϊσταμένου, προβάλλουν με τη σειρά τους στη γραπτή τους αγόρευση ότι ο εν λόγω λόγος ακύρωσης είναι ανεπίδεκτος δικαστικής εκτίμησης και προβάλλεται αλυσιτελώς, δεδομένου δεν είναι επίδικο ζήτημα στη παρούσα υπόθεση, ότι ο κ. Παντελής Καζαντζής ήταν δεόντως εξουσιοδοτημένος να ενεργεί ως Προϊστάμενος καθώς και ότι εν προκειμένω δεν υπήρξε δυσμενής ή άλλη επιρροή στο πρόσωπο του Αιτητή. Επιπροσθέτως, όσον αφορά τους ισχυρισμούς περί έλλειψης δέουσας έρευνας και επαρκούς αιτιολογίας οι Καθ’ ων υποστηρίζουν ότι προβάλλονται αλυσιτελώς και εξ’ αυτού είναι απαράδεκτοι, καθότι αναφορικά με τον πρώτο ισχυρισμό οι Καθ’ ων διενέργησαν πλήρη και επαρκή έρευνα και ανέλυσαν όλους τους προβαλλόμενους από τον Αιτητή ισχυρισμούς και ότι δεν συντρέχουν αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία δικαιολογημένου φόβου δίωξης στο πρόσωπο του Αιτητή. Επισημαίνουν οι Καθ’ ων ότι κατά τη διάρκεια της συνέντευξης τέθηκαν οι δέουσες ερωτήσεις ανοιχτού τύπου και δόθηκε η ευκαιρία στον Αιτητή να απαντήσει σε εκείνα που επιθυμούσε προς υποστήριξη της αίτησης του, ενώ συγχρόνως υποστήριξαν ότι δεν θεσμοθετείται ελάχιστος χρόνος διεξαγωγής της συνέντευξης και συνεπώς ουδεμία παραβίαση της διαδικασίας προκύπτει. Επιπλέον, επισημαίνουν οι Καθ’ ων ότι πραγματοποιήθηκε έρευνα μέσω εξωτερικών πηγών αναφορικά με τη κατάσταση στη χώρα καταγωγής του Αιτητή καθώς και ότι ο τρόπος διεξαγωγής της έρευνας επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του λειτουργού. Ως προς τον ισχυρισμό περί μη επαρκούς αιτιολογίας, οι Καθ’ ων υποστηρίζουν ότι δεν υπήρξε συμμόρφωση με τον Κανονισμό 7 των Διαδικαστικών Κανονισμών του Ανωτάτου Δικαστηρίου του 1962 καθότι οι νομικοί ισχυρισμοί στην γραπτή αγόρευση του Αιτητή δεν χωρίζονται ευκρινώς σε ξεχωριστές ανά νομικό ισχυρισμό παραγράφους. Ακολούθως, οι Καθ’ ων προωθούν ότι ο εν λόγω ισχυρισμός θα πρέπει να απορριφθεί ως ανυπόστατος καθότι έχουν εξεταστεί δεόντως όλοι οι επιμέρους ισχυρισμοί του Αιτητή. Εν κατακλείδι, αναφορικά με την ενδεχόμενη υπαγωγή του Αιτητή στο καθεστώς της συμπληρωματικής προστασίας, οι Καθ’ ων προωθούν ότι αφενός σχετικός φόβος δεν εκφράστηκε από τον ίδιον τον Αιτητή και αφετέρου ότι όπως έχει αξιολογηθεί η κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής σε συνάρτηση με τα ατομικά χαρακτηριστικά του Αιτητή δεν δημιουργούν κίνδυνο σοβαρής βλάβης.
Ο Αιτητής διά του συνηγόρου του κατέθεσε απαντητική γραπτή αγόρευση αναλύοντας περαιτέρω τον νομικό ισχυρισμό περί αναρμοδιότητας στα σκέλη που εν τέλει δεν προώθησε κατά το στάδιο των διευκρινίσεων.
Κατάληξη
Η αναγκαιότητα έγερσης των λόγων προσφυγής με ευκρίνεια και λεπτομέρεια είναι θεμελιώδους σημασίας διαφορετικά το Δικαστήριο δεν νομιμοποιείται να τα εξετάσει αυτεπαγγέλτως, έστω και εάν έχουν εγερθεί με την αγόρευση.
Καταρχάς, παρατηρείται ότι οι λόγοι ακύρωσης που εγείρονται στην παρούσα αίτηση παρατίθενται με γενικότητα και αοριστία. Η απλή καταγραφή κατά ιδιαίτερο συνοπτικό τρόπο στους λόγους ακύρωσης της νομικής βάσης της προσφυγής δεν ικανοποιεί την επιτακτική ανάγκη του Καν. 7 του Ανωτάτου Συνταγματικού Διαδικαστικού Κανονισμού του 1962, όπως οι νομικοί λόγοι αναφέρονται πλήρως.
«Η αναφορά, για παράδειγμα, ότι «Η απόφαση πάσχει γιατί λήφθηκε χωρίς την δέουσα έρευνα» (το ίδιο αοριστολόγοι είναι και οι υπόλοιποι λόγοι ακύρωσης), δεν εξηγεί καθόλου, ούτε παραπέμπει σε συγκεκριμένα κατ' ισχυρισμόν δεδομένα που οδήγησαν σε μη έρευνα, ή σε πλάνη, ή καταπάτηση των αρχών της ίσης μεταχείρισης κλπ. Η προσφυγή θα μπορούσε να απορριφθεί για τους πιο πάνω διαδικαστικούς λόγους οι οποίοι αντανακλούν βεβαίως και επί της ουσίας. Αυστηρώς ομιλούντες τα όσα αναφέρονται στην αγόρευση του δικηγόρου του αιτητή δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη, εφόσον παγίως αναγνωρίζεται ότι οι αγορεύσεις δεν αποτελούν μέσο για τη θεμελίωση γεγονότων. (δέστε Δημοκρατία ν. Κουκκουρή (1993) 3 Α.Α.Δ. 598, Ελισσαίου ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου (2004) 3 Α.Α.Δ. 412 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (2009) 3 Α.Α.Δ. 384) (δέστε Υπόθεση Αρ. 1119/2009 ημερ. 31 Ιανουαρίου 2012 FARHAN KHALIL, και Κυπριακής Δημοκρατίας).
Οι ισχυρισμοί για την ακύρωση μιας διοικητικής απόφασης πρέπει να είναι συγκεκριμένοι και να εξειδικεύουν ποια νομοθετική πρόνοια ή αρχή διοικητικού δικαίου παραβιάζεται. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Latomia Estate Ltd. v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672:
Η αιτιολόγηση των νομικών σημείων πάνω στα οποία βασίζεται μια προσφυγή είναι απαραίτητη για την εξέταση από ένα Διοικητικό Δικαστήριο των λόγων που προσβάλλουν τη νομιμότητα μιας διοικητικής πράξης.
Περαιτέρω δεν αρκεί η παράθεση των συγκεκριμένων διατάξεων της νομοθεσίας που κατ' ισχυρισμόν παραβιάζει η προσβαλλόμενη πράξη, αλλά θα πρέπει επίσης τα επικαλούμενα νομικά σημεία να αιτιολογούνται πλήρως. Οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια σε σχέση με αυτά μπορεί να έχει ως συνέπεια την απόρριψη της προσφυγής. (βλ. Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 AAΔ.598).
O συνήγορος του Αιτητή παραθέτει γενικά και αόριστα τα νομικά σημεία στην προσφυγή και επικαλείται παραβιάσεις του Συντάγματος, του περί Προσφύγων Νόμου, των Γενικών Αρχών και του Διοικητικού Δικαίου χωρίς ωστόσο να παραθέτει τις συγκεκριμένες διατάξεις της νομοθεσίας που κατ' ισχυρισμό παραβιάζει η προσβαλλόμενη πράξη, αλλά επίσης ελλείπει οποιαδήποτε τεκμηριωμένη επιχειρηματολογία υπέρ της αποδοχής των λόγων ακύρωσης.
Επίσης είναι πλειστάκις νομολογημένο ότι, λόγοι ακύρωσης που δεν εγείρονται στο δικόγραφο της προσφυγής δεν μπορούν να εξεταστούν με το να εγείρονται για πρώτη φορά στις γραπτές αγορεύσεις. Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση της Ολομέλειας στη Φλωρεντία Πετρίδου ν. Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, (2004) 3 Α.Α.Δ. 636:
«Παρατηρούμε ότι στο κείμενο της προσφυγής δεν εγείρεται τέτοιος λόγος ακύρωσης, αν και σχετική επιχειρηματολογία πράγματι προβάλλεται στη γραπτή αγόρευση της εφεσείουσας. Έχει επανειλημμένα λεχθεί πως λόγος ακύρωσης που δεν εγείρεται στην προσφυγή δεν μπορεί να εξεταστεί σε μεταγενέστερο στάδιο, αφού οι γραπτές αγορεύσεις αποτελούν απλώς επιχειρηματολογία».
Σχετική είναι και η υπόθεση Σπύρου και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Προσφ. 571/94 κ.α., ημερ. 22.11.1995, στη σελ. 4.
«Το γεγονός ότι το άρθρο 146.1. του Συντάγματος καταγράφει ως αιτίες ακυρότητας την αντίθεση προς τις διατάξεις του Συντάγματος, ή του Νόμου και την υπέρβαση ή κατάχρηση εξουσίας, δεν σημαίνει ότι αρκεί η γενική επίκληση κάποιας από αυτές χωρίς άλλο. Η ταξινόμηση κάποιου νομικού λόγου ως υπαγόμενου στα πιο πάνω, είναι εγχείρημα ουσίας που προϋποθέτει την έγερσή του σύμφωνα με τις δικονομικές διατάξεις».
Τα όσα επομένως πιο κάτω εξετάζονται και αποφασίζονται τελούν υπό την πιο πάνω τοποθέτηση του Δικαστηρίου.
Στα πλαίσια ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης, το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντας οργάνου και διαφέρει κατά περίπτωση (βλ. Απόφαση αρ. 128/2008 JAMAL KAROU V Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 1 Φεβρουάριου, 2010).
Όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση Πολυξένη Γεωργίου ν. Δημοκρατίας, Υπόθεση αρ. 606/91, ημερομηνίας 22.9.92, στις σελ. 2-3: «Το τι αποτελεί επαρκή έρευνα, εξαρτάται από τα γεγονότα και περιστατικά της κάθε υπόθεσης (KNAI ν. The Republic (1987) 3 CLR 1534). Η έκταση της έρευνας που ένα διοικητικό όργανο διεξάγει για τη λήψη απόφασης εξαρτάται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης» (Δημοκρατίας ν. Γιαλλουρίδη και Άλλων), Αναθεωρητικές Εφέσεις 868, 868, ημερομηνίας 13.12.90)».
Ως προς τους προωθούμενους λόγους προσφυγής είναι κρίσιμο και απαραίτητο να καταστεί αντιληπτό ότι η δικαιοδοσία του παρόντος δικαστηρίου διαδραματίζει καταλυτικό ρόλο στο λυσιτελές της προβολής των λόγων προσφυγής. Ειδικότερα, το παρόν Δικαστήριο ως δικαστήριο ουσίας δικάζει την υπόθεση που άγεται ενώπιον του εξ υπαρχής, κατά το νόμο και κατά την ουσία, δεν περιορίζεται μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά προχωρεί παραπέρα και εξετάζει και την ουσιαστική ορθότητα της de novo και ex nunc. Ο Αιτητής αναμένεται να προβάλει, στο πλαίσιο της διοικητικής ή και της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, τέτοιους συγκεκριμένους και ειδικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι εν δυνάμει θα δικαιολογούσαν την υπαγωγή του στο καθεστώς διεθνούς προστασίας. Η πιο πάνω ανάλυση λόγω της έκτασης της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου καθιστά αλυσιτελή την προβολή υποπεριπτώσεων λόγων προσφυγής π.χ. έλλειψη δέουσας έρευνας και αιτιολογίας, πλάνη, ορισμένες διαδικαστικές πλημμέλειες κατά την έκδοση της επίδικης πράξης. Εν προκειμένω, ο Αιτητής εκπροσωπούμενος και δια συνηγόρου, έχει την ευκαιρία να εκθέσει τους ισχυρισμούς του και να λάβει όλα τα δέοντα δικονομικά μέσα προς τεκμηρίωσή τους [Βλ. «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Επαμεινώνδας Π. Σπηλιωτόπουλος, 14ης Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 260, υποσημ. 72, «Εισηγήσεις Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου, Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, 2η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 247 και Π.Δ. Δαγτόγλου, (Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο), σελ. 552]. Ως αλυσιτελείς χαρακτηρίζονται οι λόγοι προσφυγής, οι οποίοι ακόμα και αν γίνουν δεκτοί δεν πρόκειται να οδηγήσουν σε ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης [Βλ. Η προβολή ισχυρισμών στις διοικητικές διαφορές ουσίας, Α. Αθ. Αρχοντάκη, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 100].
Όπως επισημάνθηκε, αποτελεί βασική νομολογιακή αρχή ότι η έκταση της έρευνας, ο τρόπος και η διαδικασία που θα ακολουθηθεί ποικίλλει ανάλογα με το υπό εξέταση ζήτημα, ανάγεται δε στην διακριτική ευχέρεια της Διοίκησης (Βλ. Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.ά. (1996) 3 Α.Α.Δ. 503, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου (1997) 3 Α.Α.Δ. 270, Α.Ε. Aρ.: 3017, Αντώνης Ράφτης ν. Δημοκρατίας, ημερ. 5.6.2002, (2002) 3 ΑΑΔ 345).
Η γενική αυτή νομολογιακή αρχή θα πρέπει να εξεταστεί εν προκειμένω υπό το φως του ειδικού δικαίου που διέπει τη διαδικασία εξέτασης μίας αιτήσεως ασύλου και των αρχών που θεσπίζει τόσο η εθνική όσο και η ενωσιακή νομοθεσία. Συναφές εν προκειμένω είναι το άρθρο 16 του περί Προσφύγων Νόμου και ειδικότερα τα εδάφια (2) και (3) αυτού. Από τις εν λόγω διατάξεις απορρέει καταρχάς η υποχρέωση του Αιτητή να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια προς τεκμηρίωση της αίτησης ασύλου του. Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Βλ. ενδεικτικώς, Υπόθ. Αρ. 1721/2011, Ηοοman & Mahiab Khanbabaie v. Aναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 30.6.2016, ECLI:CY:AD:2016:D320) αποτελεί υποχρέωση του αιτητή ασύλου να επικαλεστεί έστω και χωρίς να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία, συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που του προκαλούν κατά τρόπο αντικειμενικώς αιτιολογημένο, φόβο δίωξης στη χώρα του για κάποιον από τους λόγους που αναφέρει το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου (Βλ. επίσης νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, αποφάσεις αρ. 1093/2008, 817/2009 και 459/2010). Εν συνεχεία ωστόσο, λόγω ακριβώς της δυσχέρειας των αιτητών ασύλου να τεκμηριώσουν με συγκεκριμένα στοιχεία την αίτησή τους, γεννάται υποχρέωση της διοίκησης να συνδράμει τον αιτητή σε αυτήν την προσπάθεια προβολής και τεκμηρίωσης των ισχυρισμών του (Βλ. Εγχειρίδιο για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων της Υπάτης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών παρ. 195 επ., Βλ. επίσης αναφορικά με την ενεργό συνεργασία Απόφαση του ΔΕΕ της 22ας Νοεμβρίου 2012, Υπόθεση C 277/11, M. M., ECLI:EU:C:2012:744, σκέψεις 63 έως 68).
Αναφορικά με τον ισχυρισμό του Αιτητή ότι η απόφαση λήφθηκε υπό πλάνη, οι Καθ' ων αντιτάσσουν ότι η Υπηρεσία Ασύλου βασίστηκε σε όλα τα ουσιώδη γεγονότα όπως αυτά αναλύθηκαν και επεξηγήθηκαν από τον Αιτητή. Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι οι Καθ' ων η αίτηση εξέτασαν ουσιαστικά την αίτηση του Αιτητή και όλα όσα είχε θέσει ο Αιτητής με τους ισχυρισμούς του και στάθμισαν και αξιολόγησαν πλήρως τα ενώπιον τους δεδομένα και ουδέποτε ενήργησαν υπό πλάνη.
Έχει νομολογηθεί ότι δεν υφίσταται πλάνη περί τα πράγματα όταν η Διοίκηση σταθμίζει και αξιολογεί στοιχεία και γεγονότα όπως αυτά τίθενται ενώπιον της προς κρίση. Πλάνη περί τα πράγματα στοιχειοθετείται όταν αποδεικνύεται η αντικειμενική ανυπαρξία γεγονότων που έλαβε υπόψη του το αρμόδιο όργανο για να εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση. Όταν η πλάνη του αρμόδιου οργάνου έγκειται στην λανθασμένη ερμηνεία του Νόμου, τότε η απόφαση του αρμόδιου οργάνου πάσχει διότι η πλάνη του αυτή οδήγησε σε εσφαλμένη εφαρμογή του Νόμου και κατά συνέπεια με αυτό τον τρόπο συντρέχει πλάνη περί το Νόμο.
Περαιτέρω θα πρέπει να αναφερθεί ότι το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού για ύπαρξη πλάνης το έχει ο Αιτητής (βλ. Παπαδόπουλος v. Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων (1190) 3ΑΑΔ 262, 267). Η υπό κρίση απόφαση λήφθηκε στα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του αρμοδίου διοικητικού οργάνου, ήτοι της Υπηρεσίας Ασύλου, κατόπιν συνεκτίμησης των πραγματικών στοιχείων και δεδομένων, στηριζόμενη στο ορθό νομικό υπόβαθρο όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω στην απόφαση μου. Συνεπώς, ο ισχυρισμός περί νομικής και πραγματικής πλάνης ή ότι η απόφαση λήφθηκε υπό πεπλανημένα κριτήρια απορρίπτεται.
Αναφορικά με τον ισχυρισμό του Αιτητή ως προς την παραβίαση του άρθρου 13 του περί Προσφύγων Νόμου, κρίνω ότι η απόφαση λήφθηκε από αρμόδιο όργανο, ήτοι τον κο. Ανδρέα Αγρότη, εξουσιοδοτημένο από τον Υπουργό Εσωτερικών διοικητική λειτουργό να λάβει την απόφαση και περαιτέρω ουδεμία απεμπόληση αρμοδιότητας υπήρξε.
Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Περί Προσφύγων Νόμου το οποίο ορίζει την έννοια του «Προϊσταμένου» που δύναται να αποφασίζει επί των αιτήσεων ασύλου ως εξής:
«"Προϊστάμενος" σημαίνει αρμόδιο λειτουργό ο οποίος προΐσταται της Υπηρεσίας Ασύλου και περιλαμβάνει οποιοδήποτε άλλο αρμόδιο λειτουργό της εν λόγω Υπηρεσίας που εξουσιοδοτείται από τον Υπουργό, για να ασκεί όλες ή οποιεσδήποτε από τις εξουσίες ή να εκτελεί όλα ή οποιαδήποτε από τα καθήκοντα του Προϊσταμένου·»
Ο κος Α. Αγρότης είναι εγκύρως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό για να εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου. Η εν λόγω εξουσιοδότηση ημερ. 09/06/2022 αποτελεί και μέρος του σχετικού διοικητικού φακέλου που έχει καταχωρηθεί στο Δικαστήριο κατά το στάδιο των διευκρινήσεων.
Επι της ουσίας έχω εξετάσει την προσβαλλόμενη απόφαση υπό το πρίσμα όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και ειδικότερα όσων ο Αιτητής δήλωσε με την αίτησή του για διεθνή προστασία, κατά τη διάρκεια των συνεντεύξεων ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου και όσων προβάλει με την παρούσα Προσφυγή.
Κρίνεται σκόπιμο στο στάδιο αυτό, να καταγραφούν οι ισχυρισμοί που πρόβαλε o Αιτητής στα πλαίσια της εξέτασης του αιτήματός του για διεθνή προστασία από την Υπηρεσία Ασύλου.
Κατά την υποβολή του αιτήματός του για διεθνή προστασία, ο Αιτητής δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του επειδή υπέστη διάκριση λόγω της εθνοτικής του καταγωγής ως Gabooye..
Κατά την συνέντευξη ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου ο Αιτητής δήλωσε ότι είναι υπήκοος Σομαλίας, εθνοτικής καταγωγής Gaboye και γεννήθηκε στο χωριό Nasiya, της πόλης Burao, της επαρχίας Togdheer στη Somaliland, της Σομαλίας όπου και διέμενε έως και την αναχώρηση του από τη χώρα καταγωγής. Ως προς το θρήσκευμα δήλωσε πως είναι Μουσουλμάνος. Ως προς το μορφωτικό επίπεδο και το επάγγελμά του, δήλωσε ότι φοίτησε σε θρησκευτικό σχολείο και εργάστηκε ως λουστραδόρος. Ως προς την οικογενειακή του κατάσταση, δήλωσε ότι είναι άγαμος, ενώ η μητέρα του καθώς και πέντε νεαρότερα αδέρφια διαμένουν στο μέρος καταγωγής του.
Αναφορικά με τους λόγους που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής, ο Αιτητής δήλωσε ότι έφυγε από τη χώρα καταγωγής του λόγω των διακρίσεων που υπέστη ως Gabooye καθώς μέλη της εθνοτικής του ομάδας δεν έχουν βασικά δικαιώματα στη Σομαλία. Πιο συγκεκριμένα, αναφορικά με τη φυλή του ανέφερε ότι στο παρελθόν μέλη της φυλής τρώγανε νεκρά σώματα και για αυτό υφίστανται διάκριση, προσθέτοντας ότι οι πολιτισμικές παραδόσεις είναι παρόμοιες με αυτές άλλων φυλών. Ανέφερε επίσης ένα περιστατικό κατά το οποίο καθάριζε τα παπούτσια κάποιου πελάτη και καθότι αρνήθηκε να τον πληρώσει και ο Αιτητής επέμεινε να λάβει το αντίτιμο, ο πελάτης τον μαχαίρωσε στο πόδι, προσθέτοντας ότι αναγκάστηκε να γυρίσει σπίτι καθώς δεν υπήρχε νοσοκομείο.
Ο πρώτος ισχυρισμός που διέκρινε ο αρμόδιος λειτουργός αφορούσε την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και τα προσωπικά στοιχεία του Αιτητή. Ο εν λόγω ισχυρισμός έγινε αποδεκτός από τον αρμόδιο λειτουργό καθώς ως προς την εσωτερική αξιοπιστία ο Αιτητής απάντησε με ακρίβεια σε όλα τα ερωτήματα και κατέβαλε πραγματική προσπάθεια να παρέχει όσο το δυνατόν περισσότερες πληροφορίες, ενώ ως προς την εξωτερική αξιοπιστία η περιοχή καταγωγής και διαμονής του Αιτητή ανευρέθηκε σε διεθνείς πηγές.
Ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός που διέκρινε ο αρμόδιος λειτουργός αφορούσε τη διάκριση που υπέστη ο Αιτητής ως μέλος της φυλής Gabooye. Όσον αφορά τη φυλή του, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ως προς την εσωτερική αξιοπιστία ότι ο Αιτητής δεν γνώριζε επαρκείς πληροφορίες για την εν λόγω φυλή, καθώς οι απαντήσεις του ήταν γενικόλογες, επισημαίνοντας ότι δεν γνώριζε που διαμένουν άτομα της φυλής του ή πολιτιστικές πρακτικές και τελετουργίες. Ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε επιπλέον ότι οι πληροφορίες που έδωσε ο Αιτητής έρχονται σε αντίφαση με εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, οι οποίες αναφέρουν διαφορετικά επαγγέλματα στα οποία απασχολούνται μέλη της φυλής Gabooye από αυτά στα οποία αναφέρθηκε ο Αιτητής. Όσον αφορά τις διακρίσεις που υφίστανται μέλη της φυλής του, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να δώσει επαρκείς και λεπτομερείς πληροφορίες καθώς οι δηλώσεις του στερούνταν παραδειγμάτων ή συγκεκριμένων γεγονότων και θεωρήθηκαν ως επαναλαμβανόμενες αναφορικά με τις δυσκολίες με τους πελάτες που δε τον πλήρωναν. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, ο αρμόδιος λειτουργός παραθέτοντας εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την φυλή Gabooye και λαμβάνοντας υπόψη το ηλικιακό όριο του Αιτητή κατά την συνέντευξη σε συνάρτηση με τις σχετικές Κατευθυντήριες Οδηγίες για την Εξέταση Αιτημάτων Ασύλου των Παιδιών καθώς και τον σχετικό οδηγό της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας για το Άσυλο, έκρινε ότι ο Αιτητής κατά την αναχώρηση του από τη χώρα καταγωγής ήταν 16 χρονών και 2 μηνών, σε καλή ψυχολογική κατάσταση και χωρίς περαιτέρω ενδείξεις ευαλωτότητας, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι δεν δικαιολογείται η παραχώρηση ευεργετήματος αμφιβολίας και απορρίπτοντας τον ισχυρισμό στο σύνολο του.
Εν συνεχεία ο αρμόδιος λειτουργός προχώρησε στην αξιολόγηση του κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του. Ο λειτουργός εξέτασε την γενική επικρατούσα κατάσταση στη Σομαλία καθώς και τη κατάσταση ασφαλείας στη περιοχή καταγωγής του εν λόγω Αιτητή, στη πόλη Burao, επαρχία Togdheer, στη Somaliland, επισημαίνοντας ότι η Al Shabab δεν ελέγχει την Somaliland και δεν καταγράφονται επιθέσεις από την εν λόγω οργάνωση στη περιοχή, καθώς και ότι η περιοχή θεωρείται η πιο σταθερή και ασφαλής στη Σομαλία. Λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαίτερες προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, ο λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι είναι πλέον ενήλικο άτομο 18 ετών και 8 μηνών, με κοινωνικό και οικογενειακό υποστηρικτικό δίκτυο στη περιοχή καταγωγής του, ικανός για εργασία, προσωπικές συνθήκες που δεν δικαιολογούν τη πεποίθηση ότι σε περίπτωση επιστροφής θα υποστεί πραγματικό κίνδυνο προσωπικής βλάβης, επισημαίνοντας συγχρόνως ότι ο Αιτητής διέμεινε στην εν λόγω περιοχή όλη του τη ζωή χωρίς να του συμβεί το οτιδήποτε σε προσωπικό επίπεδο. Εν κατακλείδι, ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου κατέληξε στο συμπέρασμα ότι στην επαρχία Togdheer, στη Somaliland, δεν υπάρχει εσωτερική ένοπλη σύρραξη ή αδιάκριτη άσκησης βίας και συνεπώς δεν υπάρχει κίνδυνος για τη σωματική του ακεραιότητα λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας.
Υπό το φως των ανωτέρω και προχωρώντας στη νομική ανάλυση, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής του Αιτητή σε προσφυγικό καθεστώς καθώς δεν θεμελιώθηκε βάσιμος φόβος δίωξης για κάποιον από τους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους στο άρθρο 1(Α)(2) της Σύμβασης της Γενεύης για το Καθεστώς των Προσφύγων και στο άρθρο άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου [Ν.6(Ι)/2000].
Παρομοίως, έκρινε ότι σε περίπτωση επιστροφής του ο Αιτητής δεν θα υποστεί οποιαδήποτε προσωπική δίωξη και σοβαρή βλάβη καθώς η περιοχή καταγωγής του δεν βρίσκεται σε συνθήκες διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, καταλήγοντας ότι δεν πληροί της προϋποθέσεις υπαγωγής στο καθεστώς της συμπληρωματικής προστασίας σύμφωνα με το άρθρο 19:
(α) δεν θεωρείται ότι θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης δυνάμει του άρθρου 19(2), εδάφια (α) , του Περί Προσφύγων Νόμου.
(β) δεν θεωρείται ότι θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας δυνάμει του άρθρου 19(2), εδάφια (β), του περί Προσφύγων Νόμου. σε περίπτωση που επιστρέψει στην χώρα καταγωγής του και
(γ) συνεκτιμώντας τη κατάσταση που επικρατεί στον τόπο τελευταίας διαμονής του, σε συνδυασμό με το προσωπικό προφίλ του Αιτητή κρίθηκε δεν διατρέχει κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβης λόγω αδιάκριτης βίας.
Ως προς το τελευταίο σημείο επεσήμαναν ότι ο η αδιάκριτη βία στην περιοχή τελευταίας διαμονής του Αιτητή, δεν είναι τέτοιου βαθμού ώστε να θεωρείται ότι εκείνος δεν θα κινδυνεύσει απλώς και μόνο δια της παρουσίας του. Περαιτέρω, όπως επισημαίνουν ούτε οι προσωπικές περιστάσεις του αιτητή συνηγορούν στην επίταση κινδύνου σε καταστάσεις αδιάκριτης βίας.
Ενόψει των ανωτέρω, θα προχωρήσω να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης επί τη βάσει του άρθρου 11 (3) (α) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν. 73(Ι)/2018) και ενόψει τούτου να κρίνω αν ορθά το αρμόδιο όργανο απέρριψε το αίτημα του Αιτητή
Αρχικά, συντάσσομαι με τους Καθ’ ων η Αίτηση ως προς τον τρόπο που σχημάτισαν τους ισχυρισμούς του Αιτητή.
Αναφορικά ωστόσο με τον 1 ισχυρισμό που αφορά στα προσωπικά στοιχεία του Αιτητή παρατηρώ ότι αυτός δεν ήταν σε θέση να παραθέσει χρονικά τα γεγονότα που αφορούν την ζωή του σε συνάρτηση με την ηλικία του. (ερ. 28 του δ.φ.) προβάλλοντας κάθε φορά τον ισχυρισμό οτι δε θυμάται . Ο αρμόδιος λειτουργός απέδοσε την ανεπάρκεια μνήμης στην ηλικία του Αιτητή ωστόσο αυτός όταν αναχώρησε από τη χώρα του ήταν ήδη 16 χρόνων και η συνέντευξη του Αιτητή έλαβε χώρα όταν αυτός ήταν ενήλικας.
Προχωρώντας στην αξιολόγηση των ισχυρισμών του Αιτητή, λαμβάνοντας υπόψιν τις δηλώσεις του καθ’ όλη τη διαδικασία εξέτασης του αιτήματός του, παρατηρώ εκ προοιμίου ότι η γενική αξιοπιστία του δεν συνηγορεί στην υποστήριξη των ισχυρισμών του.
Αφενός, κομβικά σημεία της αφήγησης του διέπονται από αοριστίες, αφετέρου οι πληροφορίες που παρείχε δεν κρίνονται επαρκείς προς στοιχειοθέτηση των ισχυρισμών του.
Όσον αφορά στην αξιολόγηση του δεύτερου ισχυρισμού αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους αναχώρησε από τη χώρα καταγωγής του, συντάσσομαι με τους Καθ’ ων η αίτηση. Οι πληροφορίες που παρείχε δεν κρίνονται ικανοποιητικές ενώ του δόθηκε η ευκαιρία να απαντήσεις στις διευκρινιστικές ερωτήσεις του αρμόδιου λειτουργού.
Αρχικά, ο αιτητής δήλωσε ότι η γενεσιουργός αιτία των προβλημάτων ήταν η φυλετική καταγωγή του και αιχμή του δόρατος ώστε να αποφασίσει να εγκαταλείψει την πατρίδα του, το περιστατικό κατά το οποίο μαχαιρώθηκε. Ωστόσο διευκρίνισε ότι ο λόγος για τον οποίο εγκατάλειψε την χώρα του ήταν οι διακρίσεις που αντιμετωπίζει λόγω της φυλής του.
Ο Αιτητής, τόσο κατά το στάδιο της συνέντευξης δεν ήταν σε θέση να παράσχει ικανοποιητικές πληροφορίες για την φυλή του. Προς τούτο υιοθετώ τα ευρήματα του αρμόδιου λειτουργού όπως αυτά καταγράφονται στις σελ. 5-6 της έκθεσης εισήγησης ( ερ 74-73 δ.φ.).
Λαμβάνοντας υπόψιν τη σημασία των φυλών στη δομή της σομαλικής κοινωνίας και ως επί το πλείστον το γεγονός ότι η φυλετική του καταγωγή αποτελεί τον πυρήνα του αιτήματος του, αναμενόταν να είναι σε θέση να παράσχει περισσότερες πληροφορίες.
Περαιτέρω, σημαντικές παραλήψεις παρατηρούνται σχετικά με την ημερομηνία κατά την οποία συνέβη το περιστατικό τραυματισμού του παρά το ότι το κατ΄ισχυρισμόν συμβάν προηγήθηκε αμέσως πριν την αναχώρηση του.
Ωστόσο, οι παραλήψεις και αοριστίες στις απαντήσεις του Αιτητή είναι ιδιαιτέρως σημαντικές, ως προς την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του.
Λαμβάνοντας υπόψιν τα ανωτέρω, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι δεν στοιχειοθετείται η εσωτερική αξιοπιστία του Αιτητή αναφορικά με το συγκεκριμένο ισχυρισμό.
Σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, με τον όρο Gabooye χαρακτηρίζονται συλλογικά οι εθνοτικές ομάδες των Madhibaan και των Muse Diriye, τα μέλη των οποίων συναποτελούν την πιο πολυάριθμη επαγγελματική μειονότητα στη Σομαλιλάνδη, ενώ διαβιούν επίσης, σε μικρότερους αριθμούς, στην Αιθιοπία, στην Puntland και στη νότια Σομαλία. Πρόκειται για ορολογία «ομπρέλα», στην οποία περιλαμβάνονται άλλες υπό-φυλές. [1] Οι Gabooye ζουν σε ορισμένες περιθωριακές γειτονιές, ιδιαίτερα στις πόλεις της βόρειας Σομαλίας (π.χ. στη Hargeisa, η συνοικία Gabooye ονομάζεται Dami). Ακόμη και οι ανώτατες αρχές των υποομάδων (των Gabooye) Madhibaan και Muse Diriye – οι θρησκευτικοί και παραδοσιακοί ηγέτες τους – δεν έχουν καμία επιρροή έξω από την κοινότητά τους.[2]
Αναφορικά δε με την αντιμετώπιση των ομάδων αυτών εντός της Σομαλίας, οι εξωτερικές πηγές αναφέρουν ότι τα μέλη της εθνοτικής ομάδας Madhibaan αντιμετωπίζουν πράγματι διάφορες μορφές διακρίσεων, οι οποίες εκδηλώνονται κυρίως με την περιορισμένη πρόσβασή τους στην εκπαίδευση, στην ενασχόλησή τους με ορισμένα επαγγέλματα και στην απόκτηση οικονομικών πόρων, στην προστασία τους από τις κρατικές αρχές, καθώς και με την ελλιπή συμμετοχή τους στον πολιτικό βίο.[3]
Επίσης, σε ανωτέρω αναφερόμενη έκθεση του EUAA του 2023 καταγράφεται πως «Μόνο στο Puntland, οι επαγγελματικές μειονότητες όπως οι Gabooye και ιδιαίτερα οι Tumal, απολαμβάνουν περισσότερα δικαιώματα .[4]
Περαιτέρω όσο αφορά την εξωτερική αξιοπιστία του Αιτητή κρίνω πως ο Αρμόδιος λειτουργός παρέθεσε με ευκρίνεια τα ευρήματα του στη βάση των επίσημων πηγών πληροφόρησης.
Εν κατακλείδι ο Αιτητής, καίτοι, κατά δήλωσή του, ανήκει σε επαγγελματική κάστα η οποία ενδέχεται, σε ορισμένες περιπτώσεις, να υφίσταται κοινωνικές διακρίσεις, εντούτοις, λαμβάνοντας υπόψη τις προσωπικές του περιστάσεις, δεν προκύπτει ότι υπήρξε θύμα διακριτικής μεταχείρισης σοβαρής μορφής.
Βάσει της αξιολόγησης λοιπόν τόσο της εσωτερικής, όσο και της εξωτερικής αξιοπιστίας του δεύτερου ισχυρισμού, το Δικαστήριο καταλήγει στο ίδιο συμπέρασμα με τον λειτουργό και ο υπό εξέταση ισχυρισμός απορρίπτεται στο σύνολό του ως μη αξιόπιστος.
Αξιολογώντας το μελλοντικό κίνδυνο που θα αντιμετώπιζε ο Αιτητής σε περίπτωση επιστροφής στην πατρίδα του, θα πρέπει να ληφθεί υπόψιν ο μόνος αποδεκτός ισχυρισμός του, ήτοι αυτός αναφορικά με τα προσωπικά της στοιχεία καθώς και στοιχεία για τον τόπο καταγωγής και ειδικότερα συνήθους και τελευταίας διαμονής του. Λαμβάνοντας υπόψη το προφίλ του, κρίνω ότι σε περίπτωση επιστροφής στον τόπο καταγωγής του, ο Αιτητής δεν θα κινδυνεύσει να υποβληθεί σε μεταχείριση η οποία θα μπορούσε να ανέλθει σε επίπεδο δίωξης και ως εκ τούτου δεν προκύπτει βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας, ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων σύμφωνα με το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου.
Επιπροσθέτως, ο Αιτητής δεν τεκμηρίωσε κανένα ουσιώδη λόγο ώστε να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη ώστε να υπαχθεί σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 19 του Περί προσφύγων Νόμου.
Αρχικά, δεν επικαλέστηκε πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ή βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας στην χώρα καταγωγής του, δυνάμει του άρθρου 19(2), εδάφια (α) και (β), του Περί Προσφύγων Νόμου.
Περαιτέρω, αναφορικά με το κατά πόσο ο Αιτητής δικαιούται συμπληρωματικής προστασίας το Άρθρο 15(γ) της Οδηγίας για αναγνώριση προσώπων ως δικαιούχων συμπληρωματικής προστασίας που αντιστοιχεί στο Άρθρο 19 (2) (γ) του Περί Προσφύγων Νόμου διαλαμβάνει πως «σοβαρή απειλή» σημαίνει η «σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.»
Σε αυτό το πλαίσιο υπάρχουν τα στοιχεία που συνιστούν τη διάταξη και οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται σωρευτικά για να τύχει εφαρμογής η εν λόγω πρόνοια. Η ευρωπαϊκή οδηγία δεν παρέχει ορισμό του στοιχείου της «διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης», εντούτοις στην υπόθεση Aboubacar Diakite ν. Commissaire general aux refugies et aux apatrides, C-285/12 το ΔΕΕ ερμηνεύοντας την έννοια «ένοπλη σύρραξη» κατέληξε πως πρέπει να δοθεί μια ερμηνεία, αυτόνομη από το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο, καθώς επίσης έθεσε ένα κατώτατο επίπεδο/όριο (low hreshold) ως προς το κατά πόσο μια «ένοπλη σύρραξη» λαμβάνει χώρα, αναφέροντας στη σκέψη 35:
«[.] το άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας 2004/83 έχει την έννοια ότι η ύπαρξη εσωτερικής ένοπλης συρράξεως πρέπει να γίνεται δεκτή, όσον αφορά την εφαρμογή της διατάξεως αυτής, όταν οι τακτικές δυνάμεις ενός κράτους συγκρούονται με μία ή περισσότερες ένοπλες ομάδες ή όταν δύο ή περισσότερες ένοπλες ομάδες συγκρούονται μεταξύ τους, χωρίς να είναι αναγκαίο να είναι δυνατός ο χαρακτηρισμός της συρράξεως αυτής ως ένοπλης συρράξεως που δεν έχει διεθνή χαρακτήρα, υπό την έννοια του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου, και χωρίς η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργανώσεως των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων ή η διάρκεια της συρράξεως να αποτελεί αντικείμενο αυτοτελούς εκτιμήσεως σε σχέση με την εκτίμηση του βαθμού βίας που δεσπόζει στην οικεία επικράτεια.»
Περαιτέρω όμως, μια επιπλέον και καθοριστική προϋπόθεση για τη εφαρμογή του άρθρου 15 (γ) είναι η ύπαρξη «αδιάκριτης άσκησης βίας» αφού όπως αναφέρθηκε η ύπαρξη «ένοπλης σύρραξης» αποτελεί μεν αναγκαία, αλλά όχι επαρκή προϋπόθεση όπως τονίζεται και στη δικαστική ανάλυση του EASO. Θα πρέπει συνεπώς να εκτιμάται τόσο η ύπαρξη ένοπλης σύρραξης (διεθνούς ή εσωτερικής) όσο και ο βαθμός της βίας, αφού όπως επισημάνθηκε από το ΔΕΕ, στην απόφαση του στην Diakité (σκέψη 30):
«Επιπλέον, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι η ύπαρξη εσωτερικής ένοπλης συρράξεως μπορεί να συνεπάγεται την παροχή της επικουρικής προστασίας μόνο στο μέτρο που οι συγκρούσεις μεταξύ των τακτικών δυνάμεων ενός κράτους και ενός ή περισσοτέρων ενόπλων ομάδων ή μεταξύ δύο ή περισσοτέρων ενόπλων ομάδων θεωρούνται κατ' εξαίρεση ότι συνεπάγονται σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας του αιτούντος την επικουρική προστασία, υπό την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γ), της οδηγίας 2004/83, διότι ο βαθμός της αδιάκριτης ασκήσεως βίας που τις χαρακτηρίζει είναι τόσο μεγάλος ώστε υπάρχουν σοβαροί και βάσιμοι λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να υποστεί την εν λόγω απειλή (βλέπε, υπό την έννοια αυτή, Elgafaji, σκέψη 43).»
Σε σχέση με τον ορισμό της «αδιάκριτης άσκησης βίας» στην απόφαση του ΔΕΕ που εκδόθηκε στην υπόθεση Elgafaji αποφάνθηκε ότι ο όρος «αδιάκριτη» σημαίνει ότι η βία «μπορεί να επεκταθεί σε άτομα ανεξαρτήτως των προσωπικών περιστάσεών τους». Το ΔΕΕ έχει επισημάνει ότι απαιτείται η ύπαρξη «εξαιρετικής κατάστασης» για την εφαρμογή του άρθρου 15 στοιχείο γ) στους αμάχους εν γένει.
Στη σκέψη 35 της απόφασης Elgafaji, το Δικαστήριο κατέστησε σαφές ότι για να ισχύει κάτι τέτοιο:
«[.] ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη . [πρέπει να] είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας.»
Στη σκέψη 39 το ΔΕΕ τόνισε την ίδια στιγμή πως θα:
"[.] πρέπει να διευκρινισθεί ότι όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας.»
Παραδείγματα πράξεων αδιακρίτως ασκούμενης βίας μπορεί να είναι τα εξής: μαζικές στοχευμένες βομβιστικές επιθέσεις, αεροπορικοί βομβαρδισμοί, επιθέσεις ανταρτών, παράπλευρες απώλειες σε άμεσες ή τυχαίες επιθέσεις σε περιοχές πόλεων, πολιορκία, καμένη γη, ελεύθεροι σκοπευτές, τάγματα θανάτου, επιθέσεις σε δημόσιους χώρους, λεηλασίες, χρήση αυτοσχέδιων εκρηκτικών μηχανισμών κ.λπ.
Με βάση και τις σκέψεις 35, 39 και 43 του ΔΕΕ, στην υπόθεση Elgafaji, η EASO αναφέρει πως εκεί όπου υφίσταται «αδιάκριτη άσκηση βίας» μπορεί να γίνει η ακόλουθη διαφοροποίηση σε δύο κατηγορίες ως προς το βαθμό της:
1. Εδάφη όπου ο βαθμός βίας φθάνει σε τέτοιο υψηλό επίπεδο ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας
2. Εδάφη όπου λαμβάνει χώρα αδιάκριτη άσκηση βίας, εντούτοις δεν φθάνει σε τέτοιο υψηλό επίπεδο, και σε σχέση με την οποία περαιτέρω ατομικά χαρακτηριστικά θα πρέπει να αποδειχθούν
Σε σχέση με τη δεύτερη κατηγορία θα πρέπει να αναφερθεί ότι βάσει του άρθρου 15 στοιχείο γ), ένα πρόσωπο που διατρέχει γενικό κίνδυνο δεν αποκλείεται να διατρέχει και ειδικό κίνδυνο, και το αντίστροφο. Πράγματι, το ΔΕΕ διατύπωσε την έννοια της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας» ('sliding scale'), σύμφωνα με την οποία:
«όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας (Elgafaji, σκέψη 39· Diakité, σκέψη 31).»
Όπως αναφέρεται και στη σχετική δικαστική ανάλυση του EASO για το Άρθρο 15 στοιχείο γ) εν σχέση με τις ενδείξεις αδιάκριτης άσκησης βίας θα πρέπει να εξετάζεται από τα δικαστήρια τι προκύπτει από τα αποδεικτικά στοιχεία. Τα «κριτήρια Sufi και Elmi» βάσει της απόφασης του ΕΔΔΑ είναι (χωρίς να αποτελούν εξαντλητικό κατάλογο):
· οι αντιμαχόμενες πλευρές και η αντίστοιχη στρατιωτική τους ισχύς·
· οι εφαρμοζόμενες μέθοδοι και τακτικές πολέμου (κίνδυνος θυμάτων μεταξύ του άμαχου πληθυσμού)·
· το είδος των χρησιμοποιούμενων όπλων·
· η γεωγραφική έκταση των μαχών (τοπικές ή εκτεταμένες)·
· ο αριθμός νεκρών, τραυματιών και εκτοπισμένων αμάχων ως αποτέλεσμα των μαχών.
Λαμβάνοντας υπόψιν τα ανωτέρω, το Δικαστήριο προέβη εκ νέου σε έρευνα αναφορικά με την πατρίδα και ειδικότερα με τους τόπους διαμονής του Αιτητή. Εξετάζοντας την πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 15 (γ) του κατά πόσον υφίσταται ένοπλη σύρραξη στη Σομαλία και την κατάσταση ασφαλείας στην περιοχή, αναφέρονται τα κατωτέρω:
Συγκεκριμένα στην επαρχία Togdheer, πρόσφατη έκθεση της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας για το Άσυλο αναφέρει ότι, μεταξύ 1ης Απριλίου 2023 και 21ης Μαρτίου 2025, το ACLED κατέγραψε 21 περιστατικά ασφάλειας στην περιοχή Togdheer (χωρίς την περιφέρεια Buhodle), συμπεριλαμβανομένων μαχών και βίας κατά αμάχων, που προκάλεσαν 17 θανάτους. Σε επίπεδο περιφέρειας, το Burao κατέγραψε τα περισσότερα περιστατικά ασφάλειας (13 περιστατικά), ακολουθούμενο από την περιφέρεια Owdweyne (8 περιστατικά). Αναφορικά με τον σχετικό με τις συγκρούσεις πληθυσμιακό εκτοπισμό, η ίδια πηγή αναφέρει ότι, μεταξύ 1ης Απριλίου 2023 και 16ης Μαρτίου 2025, 7 712 άτομα εκτοπίστηκαν εκ νέου από την περιοχή Togdheer (χωρίς την περιφέρεια Buhodle) λόγω σύγκρουσης ή ανασφάλειας, σύμφωνα με το UNHCR PRMN. Από αυτή την ομάδα, 7 518 άτομα εκτοπίστηκαν εντός της ίδιας διοικητικής περιοχής (χωρίς την Buhodle), και από αυτά τα 7 008 άτομα εκτοπίστηκαν εντός του Burao. Αναφορικά με τις επιπτώσεις στη ζωή αμάχων, η ανωτέρω πηγή επισημαίνει ότι, καταγράφηκαν έξι περιστατικά παρεμπόδισης ανθρωπιστικής πρόσβασης στην περιοχή Togdheer (συμπεριλαμβανομένης της περιφέρειας Buhodle) κατά την περίοδο από τον Απρίλιο έως τον Δεκέμβριο του 2023, και άλλα έξι το 2024. Για παράδειγμα, την περίοδο μεταξύ Οκτωβρίου και Δεκεμβρίου 2024, η περιοχή «βίωσε σημαντικές λεηλασίες επισιτιστικής βοήθειας, γεγονός που οδήγησε στην αναστολή μιας επιχείρησης υπό την ηγεσία του ΟΗΕ σε περιοχές που διοικούνται από το SSC-Khaatumo».[5]
Επιπροσθέτως, σύμφωνα με προσαρμοσμένη έρευνα στην βάση δεδομένων του ACLED και για τη πληρότητα της έρευνας, κατά το προηγούμενο έτος σημειώθηκαν 52 περιστατικά στην επαρχία Togdheer, οδηγώντας σε 134 ανθρώπινες απώλειες.[6] Να σημειωθεί εν προκειμένω ότι o πληθυσμός της πόλης Burao σύμφωνα με πρόσφατη εκτίμηση (2025) ανέρχεται στα 99, 270.[7]
Εν προκειμένω, πρόκειται για έναν Αιτητή νέο σε ηλικία, υγιή, είναι ικανό να εργαστεί, ο οποίος διαθέτει υποστηρικτικό δίκτυο και το κυριότερο είναι σε θέση να αντιληφθεί την επέλευση του κινδύνου και να προφυλαχθεί δεόντως. Για τους λόγους αυτούς φρονώ ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του τα στοιχεία που θα επέτειναν τον κίνδυνό του.
Συνεπώς και με βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκε ενώπιον μου, καταλήγω ότι εύλογα η Υπηρεσία Ασύλου απέρριψε την αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας του Αιτητή. Κρίνω ότι με σαφήνεια καταδεικνύεται και για τους λόγους που έχουν ήδη εκτεθεί, ότι τα πραγματικά περιστατικά δεν στοιχειοθετούν τις υπό του Περί Προσφύγων Νόμου (άρθρα 3-3Δ) και της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων, αναγκαίες προϋποθέσεις για την υπαγωγή του εν λόγω Αιτητή στο καθεστώς του πρόσφυγα. Ο Αιτητής δεν στοιχειοθέτησε βάσιμο φόβο δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, όπως αυτοί οι λόγοι εξαντλητικά προνοούνται στο άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου. Επίσης, δεν δύναται να του αποδοθεί το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου άρθρο 19(1) του προαναφερθέντος πάνω Νόμου, καθότι δεν συντρέχει πραγματικός κίνδυνος να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη με την επιστροφή του στη χώρα καταγωγής του, ως καθορίζεται στο άρθρο 19(2) του ιδίου Νόμου.
Υπό το φως των ανωτέρω, προσφυγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη με € 1500 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ΄ ων η Αίτηση
Βούλα Κουρουζίδου - Καρλεττίδου Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Somalia - The Madhiban cast - EASO COI Query Response, 29/01/2019, Publisher(s): EU - European Asylum Support Office (EASO), https://coi.easo.europa.eu/administration/easo/PLib/SOM_Q3.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 09/09/2025)
[2] EUAA – European Union Agency for Asylum (formerly: European Asylum Support Office, EASO): Somalia; Targeted Profiles, September 2021
https://www.ecoi.net/en/file/local/2060580/2021_09_EASO_COI_Report_Somalia_Targeted_profiles.pdf σελ. 63 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 09/09/2025)
[3] EUAA – European Union Agency for Asylum (formerly: European Asylum Support Office, EASO): Somalia Targeted profiles, Country of Origin Information Report, September 2021, available at: https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2021_09_EASO_COI_Report_Somalia_Targeted_profiles.pdf σς. 62 - 63 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 09/09/2025)
[4] EUAA – European Union Agency for Asylum (formerly: European Asylum Support Office, EASO) (Author): Somalia; Targeted Profiles, September 2021, σελ.62-63,
https://www.ecoi.net/en/file/local/2060580/2021_09_EASO_COI_Report_Somalia_Targeted_profiles.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 09/09/2025)
[5] EUAA - European Union Agency for Asylum, Somalia: Security Situation, Μάιος 2025, σελ. 143-144, διαθέσιμο σε: https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2025-06/2025_05_EUAA_COI_Report_Somalia_Security_Situation.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 21/01/2026)
[6] ACLED Explorer, προσαρμοσμένη έρευνα, διαθέσιμο σε: https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 21/01/2026)
[7] World Population Review, διαθέσιμο σε: https://worldpopulationreview.com/countries/somalia (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 21/01/2026)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο