ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθ. Αρ.: 4729/23
6 Φεβρουαρίου, 2026
[Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, ΔΔΔΔΠ.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ
G.N.
Αιτητής
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Ε. Ταβλαρίδου (κα) για Κ. Κουπαρή (κα), Δικηγόρος για την Αιτήτρια
Ε. Ιωάννου (κα) για Μ. Βασιλείου (κα), Δικηγόρος για τους Καθ' ων η Αίτηση
ΑΠΟΦΑΣΗ
Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π: Με την παρούσα προσφυγή ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση, ημερομηνίας 31/10/2023, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα του για διεθνή προστασία ως άκυρη, αντισυνταγματική, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος.
Τα ουσιώδη γεγονότα της παρούσας υπόθεσης έχουν ως ακολούθως:
Ο Αιτητής είναι ενήλικος, υπήκοος Καμερούν και στις 05/11/209 υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Στις 29/09/2023 διεξήχθη η προφορική συνέντευξη του Αιτητή από λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου.
Στις 27/10/2023, o λειτουργός της Υπηρεσίας ασύλου ετοίμασε τελική Έκθεση - Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, δια της οποίας εισηγήθηκε την απόρριψη του αιτήματος του Αιτητή. Στις 31/10/2023, ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου υιοθέτησε την Έκθεση – Εισήγηση και ενέκρινε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης ασύλου του Αιτητή, αναστέλλοντας την απόφαση επιστροφής του αιτητή στη χώρα καταγωγής του μέχρι την έκδοση πρωτόδικης απόφασης από το Δ.Δ.Δ.Π. άλλως μέχρι την πάροδο άπρακτης προθεσμίας 30 ημερών προς καταχώρηση προσφυγής ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου.
Η εν λόγω απόφαση κοινοποιήθηκε ιδιοχείρως στον Αιτητή στις 22/11/2023. Στις 18/12/2023 ο Αιτητής καταχώρησε δια της συνηγόρου του την υπό κρίση προσφυγή.
Δια της αίτησης ακυρώσεως, η συνήγορος του Αιτητή προωθεί πλήθος ισχυρισμών προς ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης, οι οποίοι ωστόσο δεν προωθούνται στο σύνολό τους, δια της γραπτής της αγόρευσης. Δια της γραπτής της ωστόσο αγόρευσης, η κα Κουπαρή αρχικά προωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση θα πρέπει να ακυρωθεί λόγω παραβίασης ουσιώδους τύπου, καθώς παραβιάστηκε το δικαίωμα ακρόασης του Αιτητή, όπως αυτό διαφυλάσσεται από το άρθρο 30 του Συντάγματος και τα άρθρα 13Α(7) και 18 (1) του περί προσφύγων Νόμου. Ο ισχυρισμός αυτός αποσύρθηκε κατά τις διευκρινήσεις της υπόθεσης από τη συνήγορο του Αιτητή.
Στη συνέχεια η συνήγορος του Αιτητή προωθεί αόριστα τον ισχυρισμό περί έλλειψη δέουσας έρευνας εκ μέρους των Καθ΄ων η αίτηση, καθώς υποστηρίζει ότι παραβιάστηκαν τα άρθρα 9 και 15 του περί Προσφύγων Νόμου. Ειδικότερα, προωθεί ότι δεν προηγήθηκε εξαντλητική αξιολόγηση του αιτήματος του Αιτητή αφού δεν του υποβλήθηκαν διευκρινιστικές ερωτήσεις και δε του δόθηκε η δυνατότητα να τοποθετηθεί επί των αντιφάσεων στις οποίες υπέπεσε.
Εν τέλει η συνήγορος του Αιτητή προωθεί ότι οι Καθ΄ων η αίτηση παρέλειψαν να διερευνήσουν τις προϋποθέσεις υπαγωγής του Αιτητή σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας και αναπτύσσει τις θέσεις της γύρω από την εσωτερική μετεγκατάσταση του Αιτητή, προωθώντας ότι η μετεγκατάστασή του στο χωριό Buchi είναι μη εφικτή, καθώς πληρούνται εκεί οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 (2) (γ) του περί Προσφύγων Νόμου. Ζητά καταληκτικά από το Δικαστήριο, όπως ακυρώσει την προσβαλλόμενη και αναγνωρίσει στον Αιτητή καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας σύμφωνα με τις πρόνοιες του ανωτέρω άρθρου.
Η συνήγορος των Καθ΄ ων η αίτηση με την γραπτή της αγόρευση αντικρούει όλους τους ισχυρισμούς του Αιτητή και υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ληφθεί νόμιμα και ορθά, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, μετά από δέουσα έρευνα και σωστή ενάσκηση των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους Καθ' ων η Αίτηση και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης και ότι η επίδικη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη. Προωθεί επίσης ότι η αγόρευση του Αιτητή εγείρεται κατά παράβαση του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Δικαστηρίου του 1962 καθώς οι λόγοι ακύρωσης που προβάλλει ο Αιτητής δεν εξειδικεύονται ρητώς και αιτιολογημένα και/ή δεν δικογραφούνται. Καλεί τέλος το Δικαστήριο όπως απορρίψει την προσφυγή του Αιτητή και επικυρώσει την προσβαλλομένη απόφαση.
Δια της απαντητική της αγόρευσης, η συνήγορος του Αιτητή απορρίπτει του ισχυρισμούς που προωθούν οι Καθ΄ων η αίτηση δια της γραπτής τους αγόρευσης και εγείρει εκ νέου ότι η εσωτερική μετεγκατάσταση του Αιτητή δεν είναι εφικτή, εύλογη και νόμιμη. Καθώς επίσης ο Αιτητής απέκτησε τέκνο στην Κυπριακή Δημοκρατία (βλ. Τεκμήριο 2), υποστηρίζει ότι η απόφαση επιστροφής παραβιάζει το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ και συγκεκριμένα το δικαίωμα της οικογενειακής του ζωής, προσκομίζοντας έγγραφο το οποίο βεβαιώνει ότι στη μητέρα του τέκνου του Αιτητή χορηγήθηκε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 19 (2) (γ) (βλ. Τεκμήριο 1). Καλεί τέλος το Δικαστήριο όπως ακυρώσει την προσβαλλόμενη, προχωρήσει σε ex nunc έλεγχο της υπόθεσης και αναγνωρίσει στον Αιτητή το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.
ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΙΣΧΥΡΙΣΜΩΝ
Λαμβάνοντας υπόψιν ότι σύμφωνα με τον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018 (Ν. 73(Ι)/2018), το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση και επί της ουσίας και όχι μόνο ως ακυρωτικό Δικαστήριο, προχωρώ στην εξέταση της επίδικης απόφασης σε συνάρτηση με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, όπως προκύπτουν από τον διοικητικό φάκελο της υπόθεσης. Περί τούτου, κρίνω σκόπιμη την παράθεση αρχικά των ισχυρισμών του Αιτητή ως αυτοί προβλήθηκαν καθ' όλη τη διαδικασία εξέτασης του αιτήματός της και οι οποίοι συμπεριλαμβάνονται στο περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου.
Στην αίτησή του για διεθνή προστασία, ο Αιτητής κατέγραψε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω της πολιτικής κρίσης στη χώρα καταγωγής του, η οποία επηρεάζει τοις ΒΔ και ΝΔ περιοχές του Αγγλόφωνου Καμερούν (ερ. 1 του διοικητικού φακέλου - εφεξής «δ.φ.»).
Κατά τη διάρκεια της προφορικής του συνέντευξης και σε σχέση με τα προσωπικά του στοιχεία (βλ. ερ. 27 – 22 δ.φ.), ο Αιτητής δήλωσε ότι γεννήθηκε, μεγάλωσε και έζησε αποκλειστικά στο χωριό Pinyin του ΒΔ Καμερούν, ενώ πριν εγκαταλείψει τη χώρα διέμεινε για δύο μήνες στην περιοχή Molyko στη Buea. Ως προς την οικογενειακή του κατάσταση, ο Αιτητής δήλωσε άγαμος και άτεκνος. Σχετικά με την πατρική του οικογένεια, ο Αιτητής δήλωσε ότι αμφότεροι οι γονείς του απεβίωσαν το 2016 από φυσικά αίτια, ενώ το 2021 απεβίωσε και ο αδερφός του. Έκτοτε αγνοεί την τύχη και του δεύτερου αδερφού του. Αναφορικά με το μορφωτικό του επίπεδο, ο Αιτητής δήλωσε ότι το 2013 ολοκλήρωσε τη φοίτητή σου στο Λύκειο και μετέβη στην πόλη Bueα προκειμένου να φοιτήσει στο Πανεπιστήμιο, πλην όμως λόγω στη κρίσης αναγκάστηκε να εγκαταλείψει. Κληθείς να προσδιορίσει αν εργάστηκε, ο Αιτητής απάντησε ότι ασχολήθηκε αποκλειστικά με τις αγροτικές εργασίες.
Ως προς τη διαδρομή του ταξιδιού του, ο Αιτητής δήλωσε ότι στις 25/10/2019 ταξίδεψε αεροπορικώς από τη Ντουάλα μέχρι την Κωνσταντινούπολη κάνοντας χρήση μαθητικής θεώρησης εισόδου (VISA) και από εκεί στο αεροδρόμιο Εrcan. Εισήλθε παράνομα στα εδάφη της Δημοκρατίας στις 02/11/2019. Αναφορικά με το κόστος του ταξιδιού του, ο Αιτητής δήλωσε ότι καλύφθηκε από τον αδερφό του, o οποίος διευθέτησε και τις λεπτομέρειες του ταξιδιού του (βλ. ερ. 22 1Χ – 5Χ δ.φ.).
Κληθείς να εξηγήσει του λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησής του, ο Αιτητής δήλωσε ότι κατά τη φοίτησή του στο πανεπιστήμιο της Buea το 2016, ο διευθυντής του πανεπιστημίου τηλεφώνησε στους μαθητές και τους ζήτησε να εγκαταλείψουν τις σπουδές τους επειδή βρισκόταν παντού η αστυνομία. Εκείνη την ημέρα, η αστυνομία είχε κλείσει το δρόμο μπροστά από την οικία του. Επειδή όμως δεν υπήρχε κανείς, αποφάσισε να σηκώσει τη μπάρα και τότε εμφανίστηκε η αστυνομία. Οι αστυνομικοί τον υπέβαλαν σε ερωτήσεις και εκείνος τους ενημέρωσε ότι κατάγεται από την περιοχή της Bamenda. Του ζήτησαν να περιμένει εκεί, όμως μία κυρία τον ρώτησε που βρίσκεται το σπίτι του και όταν ο Αιτητής της είπε ότι βρισκόταν σε κοντινή τοποθεσία, η εν λόγω κυρία του ζήτησε να αρχίσει να τρέχει με κατεύθυνση της οικία του. Παρέμεινε εντός της οικίας του για περίπου 2 εβδομάδες χωρίς να πηγαίνει σχολείο, ενώ στη συνέχεια άρχισε να πήγαινε περιστασιακά, πλην όμως ήταν πολύ δύσκολο επειδή βρισκόταν παντού η αστυνομία.
Έτσι ο Αιτητής δήλωσε ότι παρέμεινε εντός της οικίας του μέχρι το 2017, χρόνο κατά τον οποίο αποφάσισε να επιστρέψει στο χωριό του όπου ασχολείτο σε αγροτικές εργασίες με τον αδερφό του. Στις 25/05/2017 ωστόσο η αστυνομία επιτέθηκε στο χωριό του επειδή υπήρχε εκεί μία ομάδα που λεγόταν Ambazonians, με αποτέλεσμα να χάσουν τη ζωή τους 27 άνθρωποι. Όταν έφυγε η αστυνομία η ανωτέρω ομάδα προσπάθησε να ανασυσταθεί και εξανάγκαζε τους νέους της περιοχής να γίνουν μέλη της. Παράλληλα χορηγούσαν ναρκωτικά σε όσους αρνούντο να συναχθούν μαζί τους και βίαζαν τις γυναίκες. Οι δε επιδρομές τους στο χωριό αποτελούσαν καθημερινό φαινόμενο. Αυτή η κατάσταση είχε ως αποτέλεσμα τη συνεχή μετακίνηση των πολιτών, οι οποίοι προσπαθούσαν να προστατευτούν είτε από τους Ambazonians ή την αστυνομία. Το 2018 η κατάσταση χειροτέρευσε, ενώ ο ίδιος παράμεινε στο χωριό μέχρι το 2019, χρόνο κατά τον οποίο ο αδερφός του του συνέστησε να εγκαταλείψει το Καμερούν, τον ενημέρωσε σχετικά με την επιλογή της Κύπρου και του ζήτησε να εκδώσει Διαβατήριο (βλ. ερ. 21 1Χ δ.φ.).
Ερωτηθείς εάν υπάρχει κάποιος άλλος λόγος για τον οποίο εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής απάντησε αρνητικά (βλ. ερ. 21 3Χ δ.φ.), επιβεβαιώνοντας στη συνέχεια ότι εγκατέλειψε το Καμερούν λόγω της κατάστασης ασφαλείας που επικρατεί εκεί (βλ. ερ. 20 1Χ δ.φ.).
Κληθείς να προσδιορίσει το διάστημα κατά το οποίο διέμενε στην πόλη Buea, o Αιτητής δήλωσε ότι ζούσε στο χωριό μέχρι το 2013 και στη συνέχεια μετέβη στη Buea για σπουδές. Το 2017 επέστρεψε στο χωριό του. Αναφορικά με τον τρόπο που επηρεάστηκε ο ίδιος από την κρίση που ξέσπασε, ο Αιτητής δήλωσε ότι αναγκάστηκε να διακόψει τις σπουδές του και να επιστρέψει στο χωριό, όμως οι συγκρούσεις των Amabazonians με την αστυνομία ήταν επαναλαμβανόμενες. Ως προς τους λόγους για τους οποίους ο αδερφός του αποφάσισε να τον φυγαδεύσει εκτός Καμερούν, ο Αιτητής απέδειξε άγνοια. Ερωτηθείς εάν θα ήθελε να παραθέσει κάποια άλλη πληροφορία γύρω από την ιστορία του, ο Αιτητής απάντησε αρνητικά (βλ. ερ. 20 2Χ – 7Χ δ.φ.).
Ερωτηθείς τι φοβάται ότι θα του συμβεί σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής επέδειξε άγνοια και δήλωσε ότι θα είναι δύσκολα να αρχίσει από την αρχή επειδή δεν έχει οικογένεια (βλ. ερ. 20 8Χ δ.φ.).Ως προς το εάν θα μπορούσε να εγκατασταθεί με ασφάλεια σε κάποια άλλη περιοχή του Καμερούν, ο Αιτητής απάντησε αρνητικά, επικαλούμενος ότι τον αναζητούσε ο στρατός, ο οποίος βρίσκεται παντού στο Καμερούν (βλ. ερ. 19 1Χ δ.φ.).
Κατά την ολοκλήρωση της προσωπικής του συνέντευξης και αφού του διαβάστηκε το αντίστοιχο πρακτικό, ο Αιτητής δήλωσε ότι το περιεχόμενο του αντικατοπτρίζει πλήρως τις δηλώσεις του, έθεσε σε αυτό την υπογραφή του (βλ. ερ. 19 -18 δ.φ.).
Ο Αιτητής δεν προσκόμισε κάποιο έγγραφο ή άλλο στοιχείο προς επίρρωση των ισχυρισμών του, επικαλούμενος ότι απώλεσε το Διαβατήριό του στο κατεχόμενα (βλ. ερ. 25 2Χ δ.φ.).
Όπως προκύπτει από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου και συγκεκριμένα από τη σχετική έκθεση-εισήγηση η οποία αποτελεί και την αιτιολογική βάση της προβαλλόμενης απόφασης (ερυθρά 87 - 72 δ.φ.), ο αρμόδιος λειτουργός διέκρινε 2 ουσιώδεις ισχυρισμούς που απορρέουν από τις δηλώσεις του Αιτητή. 1) Τα στοιχεία του προσωπικού του προφίλ, τη χώρα καταγωγής και τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή και 2) τις δηλώσεις του περί του ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του εξαιτίας της κατάστασης ασφαλείας στις Αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν.
Οι Καθ' ων η Αίτηση προέβησαν σε έρευνα των ενώπιων τους ουσιωδών στοιχείων και δεδομένων και κατά την έκθεση- εισήγησή τους αποδεκτοί έγιναν αμφότεροι οι ισχυρισμοί του Αιτητή, καθώς οι δηλώσεις του κρίθηκαν μεν ως συνεκτικές και σαφείς, επιβεβαιώθηκαν δε από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.
Προχωρώντας στην αξιολόγηση κινδύνου στη βάση των αποδεκτών ισχυρισμών του Αιτητή, οι Καθ΄ ων η αίτηση προχώρησαν σε σχετική έρευνα γύρω από την επικρατούσα κατάστασης στον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή και λόγω της αγγλόφωνης κρίσης που πλήττει το Βορειοδυτικό Καμερούν, ανέκυψαν στοιχεία εκ των οποίων απορρέει εύλογη πιθανότητα να αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, σε περίπτωση επιστροφής του εκεί, λόγω της κατάστασης ασφαλείας.
Κατά τη Νομική Ανάλυση, οι Καθ’ ων η αίτηση αξιολόγησαν το νομοθετικό πλαίσιο για το προσφυγικό καθεστώς, καθώς επίσης και αυτό της συμπληρωματικής προστασίας, προκειμένου να εξακριβωθεί εάν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του Αιτητή σε οιοδήποτε καθεστώς διεθνούς προστασίας. Ως αναφέρεται στην έκθεση εισήγηση, βάσει των αποδεκτών ισχυρισμών του, δεν τεκμηριώθηκε φόβος δίωξης για έναν από τους πέντε λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης, του άρθρου 2(δ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (από τούδε και στο εξής, «η Οδηγία») και του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου και ως εκ τούτου ο Αιτητής δεν αναγνωρίστηκε ως πρόσφυγας.
Επιπλέον, κρίθηκε ότι βάσει των αποδεκτών πραγματικών περιστατικών δεν προέκυψε για τον Αιτητή πραγματικός κίνδυνος θανατικής ποινής ή εκτέλεσης σύμφωνα με το άρθρο 15(α) της Οδηγίας, ούτε ανέκυψε πραγματικός κίνδυνος βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας δυνάμει του άρθρου 15(β) της Οδηγίας, σε περίπτωση που αυτός επιστρέψει στον τόπο τελευταία συνήθους διαμονής του.
Ως προς το ενδεχόμενο υπαγωγής του Αιτητή στο άρθρο 19 (2) (γ) του περί Προσφύγων Νόμου, οι Καθ’ ων η αίτηση προέβησαν σε εκτενή έρευνα αναφορικά με την επικρατούσα κατάσταση στον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή , ήτοι το χωριό Pinyin πλησίον της πόλης Bamenda, εκ της οποίας διαπιστώθηκε αρχικά ότι στο Βορειοδυτικό Καμερούν εξελίσσονται ένοπλες συγκρούσεις ανάμεσα στους αγγλόφωνες μαχητές Ambazonians και τις ένοπλες δυνάμεις του κατεξοχήν Γαλλόφωνου κράτους του Καμερούν, οι οποίες επιφέρουν περιστατικά αδιακρίτως ασκούμενης βίας κατά των αμάχων. Κατόπιν περαιτέρω έρευνας ωστόσο, οι Καθ΄ων η αίτηση κατέληξαν ότι τα επίπεδα και η ένταση της αδιάκριτης βίας στον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή δεν στοιχειοθετούν κίνδυνο σοβαρής βλάβης για τον Αιτητή υπό την έννοια του άρθρου 19 (2) (γ), αποκλειστικά λόγω της φυσικής του παρουσίας εκεί. Παρατηρώ ωστόσο ότι εν προκειμένω οι Καθ΄ων η αίτηση αναφέρουν λανθασμένα ως περιοχή τελευταίας συνήθους διαμονής της Νοτιοδυτικό Καμερούν και όχι το Βορειοδυτικό, το οποίο είναι το ορθό.
Εφαρμόζοντας ακολούθως την έννοια της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας», όπως αυτή απορρέει από τη Νομολογία του ΔΕΕ, οι Καθ΄ων η αίτηση συναξιολόγησαν τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή και αρχικά διαπίστωσαν ότι αυτός αποτελεί ένα νεαρό, υγιή, αρτιμελή, ικανό προς εργασία άνδρα, ο οποίος διέμεινε στον τόπο συνήθους διαμονής για όλη του τη ζωή, διαθέτει εργασιακή εμπειρία σε αγροτικές εργασίες, ενώ ουδεμία προσωπική δίωξη ή κίνδυνο έκθεσης σε σοβαρή βλάβη αντιμετώπισε στη χώρα καταγωγής του. Ως εκ τούτου, οι Καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι δεν ανακύπτει κάποια προσωπική απειλή για τον Αιτητή ως άμαχο, η οποία να εντείνεται λόγω των προσωπικών του περιστάσεων.
.
Καταληκτικά, οι Καθ΄ων η αίτηση έκριναν ότι δεν ανακύπτουν ενδείξεις περί του ότι, σε περίπτωση επιστροφής, ο Αιτητής θα εκτεθεί σε σοβαρή και προσωπική απειλή εξαιτίας της αδιακρίτως ασκούμενης στα πλαίσια της ένοπλης σύγκρουσης που εξελίσσεται στο Νοτιοδυτικό Καμερούν.
Συνήγαγαν λοιπόν οι Καθ΄ων η αίτηση, ότι ο Αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις παραχώρησης καθεστώτος επικουρικής προστασίας. Ολοκληρώνοντας, οι Καθ΄ων η αίτηση κρίνουν ότι ενδεχόμενη επιστροφή του Αιτητή στο Καμερούν δεν αντίκεται στην αρχή της μη επαναπροώθησης και το άρθρο 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, καθώς δεν ανέκυψαν στοιχεία εκ των οποίων μπορεί να συναχθεί ότι εάν επιστέψει ο Αιτητής στο Καμερούν θα υποβληθεί σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία.
Υπό το φως των ανωτέρω σημείων που έχω αναλύσει, κρίνω ότι ορθά και εμπεριστατωμένα οι Καθ’ ων η Αίτηση αξιολόγησαν το αίτημα του Αιτητή και κατέληξαν στη μη υπαγωγή του σε προσφυγικό καθεστώς. Η έρευνα που είχε προηγηθεί ήταν επαρκής και είχαν συλλεγεί και διερευνηθεί όλα τα ουσιώδη στοιχεία σε συνάρτηση πάντα με τους ισχυρισμούς που είχε προβάλει ο Αιτητής και έγιναν αποδεκτοί, όπως αναλύεται ανωτέρω.
Κατά τα παραπάνω, δεν μπορεί να παραχωρηθεί στον Αιτητή ούτε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας επί τη βάσει των άρθρων 19 (2) (α) και (β) του Περί Προσφύγων Νόμου, καθώς δεν έχει στοιχειοθετηθεί πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης υπό τις εκεί προβλεπόμενες μορφές.
Εντούτοις, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η αξιολόγηση της περίπτωσης του Αιτητή σε σχέση με υπαγωγή του σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19(1) και 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου είναι εσφαλμένη. Το στοιχείο αυτό προέκυψε από τη μελέτη του φακέλου του Αιτητή από το Δικαστήριο και δεν εγέρθηκε τέτοιος ισχυρισμός από τη συνήγορο του Αιτητή.
Αρχικά, και σύμφωνα με τον αποδεκτό ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή αναφορικά με το προσωπικό του προφίλ, δεν τεκμηριώνεται ότι η προηγούμενη συνήθης διαμονή του ήταν στην πόλη Buea, όπου έζησε κατά τα έτη 2013-2017. Τουναντίον, φαίνεται ότι ο Αιτητής ανέφερε ως περιοχή καταγωγής του το χωριό Buchi, Pinyin της περιοχής Bamenda, στη Βορειοδυτική περιφέρεια. Εκεί διέμενε για όλη του τη ζωή πριν το 2013 αλλά και μετά το 2017 μέχρι και δύο μήνες πριν εγκαταλείψει τη χώρα του. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο θεωρεί ως περιοχή προηγούμενης διαμονής του την περιοχή Bamenda. Περαιτέρω, δεν προκύπτει ότι η έρευνα των Καθ’ ων η Αίτηση σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης διενεργήθηκε ειδικώς και αποκλειστικά σε σχέση με την Βορειοδυτική ή Νοτιοδυτική περιφέρεια· αντιθέτως, φαίνεται να αφορά γενικότερα τις αγγλόφωνες περιοχές της χώρας (βλ. ερυθρά 79-83). Η δε έρευνα εστίασε ειδικότερα στη Νοτιοδυτική περιφέρεια κατά τη νομική ανάλυση και ενδεχόμενη υπαγωγή του Αιτητή σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας (βλ. ερ.73-78 του διοικητικού φακέλου).
Στο πλαίσιο αυτό παραπέμπω και στην απόφαση του Εφετείου ημερ. 7 Ιουλίου 2025, KASUMILAMBU HENRY MULENDA ν. Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, με αρ. 3/24 στην οποία λέχθηκαν τα εξής:
«Περαιτέρω, οι πλημμέλειες που το πρωτόδικο Δικαστήριο διεπίστωσε στην επίδικη ενώπιον του διοικητική απόφαση (την λανθασμένη εξέταση της επίδικης αιτήσεως από την Εφεσίβλητη σε συνάρτηση με την πρωτεύουσα Κινσάσα, αντί της πόλης Yumbi, την οποία ο αιτητής καθόρισε ως τόπο συνήθους διαμονής του ήδη από το 2017) ορθά δεν κρίθηκε πρωτοδίκως ότι θα έπρεπε να οδηγήσουν στην ευόδωση της προσφυγής και σε ακύρωση της διοικητικής πράξης, ενόψει του ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο προχώρησε, ως εξάλλου το κατά νόμω καθήκον του, στην εξέταση του ζητήματος επί της ουσίας (με το ίδιο αποτέλεσμα), καθιστώντας το ζήτημα της κήρυξης της διοικητικής απόφασης πέραν από παράνομης και ως άκυρης, ως εκ τούτου, αλυσιτελές.
Ορθό, επίσης, ως επαληθευόμενο από τον ενώπιον μας διοικητικό φάκελο της υπόθεσης βρίσκουμε και το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι, «Δεν πρέπει δε να παραγνωρισθεί ότι ο αιτητής αναφέρει κατά τη συνέντευξη ότι ουδέποτε είχε στοχοποιηθεί ή υπήρξε δέκτης πράξεως δίωξης ο ίδιος.». Υπενθυμίζεται ότι, ο αιτητής ασύλου, εδώ ο Εφεσείων, φέρει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του (βλ. Άρθρο 16 του Περί Προσφύγων Νόμου (Ν.6(1)/2000), πόσο μάλλον δεν αποσείεται τέτοιο βάρος απόδειξης όταν ο ίδιος προβαίνει σε δηλώσεις περί μη προσωπικής δίωξης του. Εξάλλου, ως προκύπτει από την απόφαση του (βλ. ανωτέρω) το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν παρέμεινε ως εκεί, αλλά υπέδειξε και ότι δεν προκύπτει από τα ενώπιον του στοιχεία οτιδήποτε το αντίθετο.
Τέλος, ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο προχώρησε σε δική του έρευνα και έλεγχο, σε αντίθεση με την έρευνα της Εφεσίβλητης η οποία είχε ως αφετηρία το λανθασμένο τόπο διαμονής του Εφεσείοντα, για την κατάσταση όσον αφορά τη βία και τις φυλετικές συγκρούσεις στην επαρχία Mai-Ndombe (όπου βρίσκεται η πόλη Yumbi). Τα δε, σχετικά συμπεράσματα του περί του βαθμού της αδιακρίτως ασκούμενης βίας (βλ. ανωτέρω), με βάση τις πηγές στις οποίες το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέτρεξε, κρίνονται εύλογα και προϊόν δέουσας έρευνας, βασιζόμενα σε αξιόπιστες πηγές και σε καμία περίπτωση δεν αμφισβητήθηκαν πειστικά από την πλευρά του Εφεσείοντα. Υπενθυμίζουμε, συναφώς, ότι η στάθμιση των στοιχείων που λήφθηκαν υπόψη από το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν δύναται να αναψηλαφείται από το Εφετείο εκτός, ίσως, σε περίπτωση ακραία αυθαίρετων συμπερασμάτων και, εν πάση περιπτώσει, όχι εύλογων (βλ. απόφαση ημερομηνίας 29.5.2025 στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 56/2024 YOUSSOUF TOURE v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ) που δεν είναι, κρίνουμε, η παρούσα περίπτωση. Ούτε, σε συνάρτηση με τα προαναφερόμενα, διέπραξε σφάλμα το πρωτόδικο Δικαστήριο, αποφαινόμενο επί του ζητήματος της (ευλόγου) πιθανότητας του Εφεσείοντα να αντιμετωπίσει δίωξη ή σοβαρή βλάβη κατά την επιστροφή του στον τόπο διαμονής του, στην πόλη Yumbi, στη βάση μελλοντοστραφούς εκτίμησης, διέπραξε σφάλμα (βλ. απόφαση ημερομηνίας 31.3.2025 στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 153/2023 RAAFAT ALFY NOUH KHALIL κ.α. v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ). Η ανάγκη παροχής διεθνούς προστασίας οφείλει να είναι επίκαιρη και δεν αποδίδεται απλά και μόνο για παρελθοντικά γεγονότα, όταν δεν υπάρχει εύλογη πιθανότητα μελλοντικού, επικείμενου άμα τη επιστροφή στη χώρα καταγωγής, κινδύνου δίωξης. Ούτε τα σχετικά δικαστικά καταληκτικά συμπεράσματα του επί τούτου εντοπίζουμε να πάσχουν από σφάλμα. Ούτε βάσιμα τίθεται ζήτημα εφαρμογής του ευεργετήματος της αμφιβολίας, με βάση τα δεδομένα που είχε ενώπιον του το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού αυτά ήταν αρκούντως σαφή.»
Κατά τα παραπάνω, και εφόσον το παρόν Δικαστήριο έχει αρμοδιότητα και εξουσία όπως προβεί σε έλεγχο ορθότητας της επίδικης απόφασης και να τροποποιήσει αυτήν, δέον είναι να προβώ σε επικαιροποιημένη έρευνα αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας που επικρατεί στην Βορειοδυτική περιφέρεια και την περιοχή προηγούμενης συνήθους διαμονής του Αιτητή και να αξιολογήσω κατά πόσον στο πρόσωπο του Αιτητή συντρέχουν οι προϋποθέσεις για να του παραχωρηθεί καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας σύμφωνα με το άρθρο 19(1) και (2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.
Αναφορικά με την υπαγωγή του Αιτητή σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, το οποίο προϋποθέτει ουσιώδεις λόγους να πιστεύεται ότι ο Αιτητής θα υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της, υπάρχει ευρεία νομολογία τόσο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015, ECLI:CY:AD:2015:D619) όσο και του ΔΕΕ (βλ. C-285/12, A. Diakit? v. Commissaire g?n?ral aux r?fugi?s et aux apatrides, 30/01/2014, C-465/07, Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie, 17/02/2009), καθώς επίσης και του ΕΔΔΑ (βλ. K.A.B. v. Sweden, 886/11, 05/09/2013 (final 17/02/2014), Sufi and Elmi v. the United Kingdom, 8319/07 and 11449/07, 28/11/2011) στις οποίες ερμηνεύεται η έννοια της αδιακρίτως ασκούμενης βίας και της ένοπλης σύρραξης και τίθενται κριτήρια ως προς τη σοβαρότητα του κινδύνου που προϋποτίθεται για την αξιολόγηση των περιπτώσεων στις οποίες εξετάζεται η πιθανότητα παραχώρησης συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.
Από επικαιροποιημένη έρευνα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης στην οποία προέβη το Δικαστήριο, σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στο Καμερούν προκύπτουν τα ακόλουθα:
Το χωριό Pinyin εντοπίζεται 45 χιλιόμετρα Νοτιοδυτικά της Bamenda[1],[2], η οποία βρίσκεται στο βορειοδυτικό Καμερούν[3].
Η επιτροπή των Η.Π.Α. για τους πρόσφυγες και του μετανάστες, το Μάρτιο του 2025, εξέδωσε έκθεση αναφορικά με το χρονικό της «Αγγλόφωνης κρίσης» και επιβεβαιώνει ότι από το 2016, οι πολίτες στο Καμερούν έχουν υποφέρει από βίαιες συγκρούσεις μεταξύ κυβερνητικών δυνάμεων ασφαλείας και αυτονομιστικών ένοπλων ομάδων σε αυτό που είναι γνωστό ως «αγγλόφωνη κρίση». Η κρίση είναι αποτέλεσμα επιβλαβών αποικιακών κληρονομιών και πολιτικών διαμαχών μεταξύ της γαλλόφωνης πλειοψηφίας και της αγγλόφωνης μειονότητας. Η βία έχει επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό τους πληθυσμούς στις αγγλόφωνες βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές. Οι επιθέσεις κατά αμάχων και η αστάθεια έχουν οδηγήσει πάνω από 900.000 ανθρώπους να εγκαταλείψουν τις εστίες τους στο εσωτερικό και 60.000 ανθρώπους να διαφύγουν στο εξωτερικό [4].
Η ίδια έκθεση, σχετικά με τα έτη 2024 και 2025, επιβεβαιώνει ότι εξακολουθούν να πραγματοποιούνται οι παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που συνδέονται με την αγγλόφωνη κρίση. Στα τέλη του 2024, οι περιοχές με αγγλόφωνη πλειοψηφία εξακολουθούσαν να υποφέρουν από ad hoc lockdown, ένοπλες συγκρούσεις, απαγωγές και επιθέσεις αντιποίνων εναντίον αμάχων. Οι κυβερνητικές δυνάμεις ασφαλείας και οι αυτονομιστικές ένοπλες ομάδες στοχοποιούν αμάχους για δολοφονίες και απαγωγές με σκοπό τα λύτρα[5]. Η ίδια μάλιστα έκθεση επιβεβαιώνει άλλωστε ότι από το 2016, οι άνθρωποι στο Καμερούν έχουν υποφέρει από βίαιες συγκρούσεις μεταξύ κυβερνητικών δυνάμεων ασφαλείας και αυτονομιστικών ένοπλων ομάδων σε αυτό που είναι γνωστό ως «αγγλόφωνη κρίση». Η κρίση είναι αποτέλεσμα επιβλαβών αποικιακών κληρονομιών και πολιτικών αγώνων μεταξύ της γαλλόφωνης πλειοψηφίας και της αγγλόφωνης μειονότητας. Η βία έχει επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό τους πληθυσμούς στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές με αγγλόφωνη πλειοψηφία. Οι επιθέσεις κατά αμάχων και η αστάθεια έχουν οδηγήσει πάνω από 900.000 ανθρώπους να εγκαταλείψουν τις εστίες τους στο εσωτερικό και 60.000 ανθρώπους να εγκαταλείψουν το εξωτερικό[6].
Περαιτέρω πληροφορίες αναφέρουν ότι τον Ιανουάριο του 2024, η United Nations Office for the Coordination of Humanitarian Affairs (UNOCHA) ανέφερε ότι οι πληθυσμοί στις περιοχές Southwest και Northwest «συνέχισαν να υποφέρουν από καταχρήσεις, συμπεριλαμβανομένων δολοφονιών, καταστροφών περιουσιών, απαγωγών για λύτρα, παράνομης φορολογίας, αυθαίρετων συλλήψεων και εκβιασμών».[7] Η κατάσταση της ασφάλειας παρέμεινε «πολύ ασταθής» καθ' όλη τη διάρκεια του 2024,[8] χαρακτηριζόμενη από αυξημένη εγκληματική δραστηριότητα, εισβολές μη κρατικών ενόπλων ομάδων σε αστικά κέντρα, επιθέσεις κατά των Σωμάτων Κρατικής Ασφάλειας, απειλές κατά αμάχων και χρήση αυτοσχέδιων εκρηκτικών μηχανισμών από μη κρατικές ένοπλες ομάδες.[9]
Αναλύοντας περαιτέρω τη φύση και την ένταση της εν λόγω σύγκρουσης, το Δικαστήριο ανέτρεξε σε περαιτέρω έρευνα εκ της οποίας ανευρέθη ότι η Rulac, διαδικτυακή πύλη για το Κράτος Δικαίου σε καταστάσεις Ένοπλων Συγκρούσεων (RULAC) η οποία καταγράφει συστηματικά τις καταστάσεις ένοπλης βίας, περιγράφει ότι οι αντιμαχόμενες πλευρές στα πλαίσια της αγγλόφωνης κρίσης αποτελούνται από τις ένοπλες κρατικές δυνάμεις ασφαλείας του Καμερούν που έχουν αναπτυχθεί στην περιοχή (συμπεριλαμβανομένης της επίλεκτης μονάδας μάχης) και από διάφορες ένοπλες αυτονομιστικές ομάδες (που αριθμούν πέραν των 7 διαφορετικών ενόπλων ομάδων, συνολικής δυναμικότητας 2.000-4.000 μαχητών, που κατά τις επιθέσεις τους εναντίον του κρατικού στρατού χρησιμοποιούν αυτοσχέδιους εκρηκτικούς μηχανισμούς, καθώς και πιο προηγμένο οπλισμό όπως εκτοξευτές αντιαρματικών), που δρουν (κυρίως) στις αγγλόφωνες περιοχές (παρά το ότι εμφανίζονται με ορισμένο διαχωρισμό, οι ομάδες αυτές προσπαθούν όλο και περισσότερο να συντονιστούν μεταξύ τους, ενώ «οι συνεχιζόμενες εχθροπραξίες παρουσιάζουν ένα συλλογικό χαρακτήρα») [10]
Έκθεση του Global Centre for the Responsibility to Protect στις 15 Ιουλίου 2025, αναφέρει ότι κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης, οι δυνάμεις ασφαλείας έχουν διαπράξει εξωδικαστικές δολοφονίες και εκτεταμένη σεξουαλική και έμφυλη βία, έχουν κάψει αγγλόφωνα χωριά και έχουν υποβάλει άτομα με ύποπτους αυτονομιστικούς δεσμούς σε αυθαίρετη κράτηση, βασανιστήρια και κακομεταχείριση. Ένοπλοι αυτονομιστές έχουν επίσης σκοτώσει, απαγάγει και τρομοκρατήσει πληθυσμούς, ενώ παράλληλα διατηρούν σταθερά τον έλεγχο μεγάλων τμημάτων των αγγλόφωνων περιοχών. Οι αυτονομιστές και οι κυβερνητικές δυνάμεις έχουν διαπράξει στοχευμένες επιθέσεις σε εγκαταστάσεις υγείας και εργαζόμενους σε ανθρωπιστικές οργανώσεις, περιορίζοντας την παροχή και την πρόσβαση σε ζωτικής σημασίας βοήθεια και αναγκάζοντας διάφορους διεθνείς ανθρωπιστικούς οργανισμούς να αναστείλουν τις δραστηριότητές τους. Οι αυτονομιστές έχουν επίσης απαγορεύσει την κρατική εκπαίδευση και συχνά επιτίθενται, απειλούν και απαγάγουν μαθητές και εκπαιδευτικούς, καθώς και καίνε, καταστρέφουν και λεηλατούν σχολεία [11].
Ως προς τις πρόσφατες εξελίξεις, η ανωτέρω έκθεση επιβεβαιώνει ότι η κατάσταση στα βορειοδυτικά και νοτιοδυτικά εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από βία κατά αμάχων και συνεχιζόμενο εκτοπισμό. Στις 11 Μαρτίου 2025, συγκρούσεις μεταξύ ένοπλων αυτονομιστικών ομάδων και κυβερνητικών δυνάμεων στο χωριό Όουε, στη νοτιοδυτική περιοχή, ανάγκασαν περισσότερους από 710 ανθρώπους να εγκαταλείψουν προσωρινά τα σπίτια τους, αναζητώντας καταφύγιο σε κοντινούς θάμνους και στα γύρω χωριά. Κατά τη διάρκεια του Μαρτίου του 2025, η OCHA ανέφερε 189 περιστατικά προστασίας που επηρέασαν 140 άτομα στις αγγλόφωνες περιοχές. Οι πιο συνηθισμένοι τύποι περιστατικών περιελάμβαναν 63 θύματα απαγωγών για λύτρα, 31 αυθαίρετες συλλήψεις και κρατήσεις και 22 σωματικές επιθέσεις ή κακοποίηση που δεν σχετίζονται με σεξουαλική και έμφυλη βία. Η υψηλότερη συγκέντρωση περιστατικών αναφέρθηκε στην περιφέρεια Μεζάμ, στη βορειοδυτική περιοχή, και αντιπροσώπευε την πλειονότητα των θυμάτων (132), αντανακλώντας μια συγκέντρωση ανασφάλειας [12].
Η έκθεση συνεχίζει ότι η κατάσταση ασφαλείας επιδεινώθηκε περαιτέρω τον Απρίλιο του 2025, σύμφωνα με την Παγκόσμια Ομάδα Προστασίας της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες (UNHCR), ενώ η OCHA ανέφερε σχεδόν 200 περιστατικά ασφαλείας για τον ίδιο μήνα. Οι παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων συνεχίζονται αμείωτες, τροφοδοτούμενες από επαναλαμβανόμενες επιθέσεις, απαγωγές, παράνομες συλλήψεις, αυθαίρετες κρατήσεις, κλοπές και σκόπιμη καταστροφή προσωπικής περιουσίας. Οι περιορισμοί στην ελευθερία κυκλοφορίας και τα συχνά lockdown συνεχίζουν να διαταράσσουν την καθημερινή ζωή και να υπονομεύουν σοβαρά τις κοινωνικοοικονομικές δραστηριότητες. Η συνεχής χρήση αυτοσχέδιων εκρηκτικών μηχανισμών (IED) σε δημόσιους δρόμους και σε πυκνοκατοικημένες περιοχές εξακολουθεί να αποτελεί απειλή για τους πολίτες και τους εργαζόμενους στον ανθρωπιστικό τομέα. Στις 14 Απριλίου 2025, ένας IED εξερράγη σε μια λαϊκή αγορά στο Nkwen, Bamenda, στοχεύοντας άμεσα πολίτες, αν και δεν καταγράφηκαν θάνατοι [13].
Ως προς τον αριθμό των εσωτερικά εκτοπισμένων προσώπων, σύμφωνα με εκτιμήσεις της UNOCHA (United Nations Office for the Coordination of Humanitarian Affairs), τουλάχιστον 598.000 πρόσωπα έχουν εκτοπιστεί εσωτερικά εξαιτίας της βίας στις αγγλόφωνες περιοχές, ενώ 79.600 έχουν εγκαταλείψει τη χώρα, διαφεύγοντας στη Νιγηρία.[14] Σύμφωνα με την πλέον πρόσφατη αναφορά του Γραφείου Συντονισμού Ανθρωπιστικών Υποθέσεων του ΟΗΕ (UN OCHA), η πρόσβαση των ανθρωπιστικών φορέων στη Βορειοδυτική και Νοτιοδυτική περιφέρεια αποτελεί πρόκληση και παρέμεινε ασταθής, αλλά κατέστη δυνατή.[15]
Συγκεκριμένα στο χωριό Pinyin, άρθρο της Cameroon Intelligence Report, η αναφέρει ότι το Φεβρουάριο του 2025, ένοπλοι άνδρες άνοιξαν πυρ και σκότωσαν 6 άμαχους πολίτες, η οποία θεωρείται πράξη εκδίκησης, καθώς οι κάτοικοι του χωριού συνέλαβαν και σκότωσαν δύο αυτονομιστές μαχητές[16]. Η εν λόγω πληροφορία επιβεβαιώνεται και από έτερες πηγές[17]
Ως προς τα ποσοτικά δεδομένα των περιστατικών ασφαλείας, σύμφωνα με έρευνα στη βάση δεδομένων ACLED, κατά το τελευταίο έτος σημειώθηκαν στο Βορειοδυτικό Καμερούν 2.586 περιστατικά ασφαλείας, τα οποία επέφεραν 570 απώλειες[18], εκ των οποίων 9 σημειώθηκαν συγκεκριμένο στο χωριό Pinyin, τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, τα οποία επέφεραν 16 απώλειες[19]. Σημειώνεται ότι κατόπιν σχετικής έρευνας, εντοπίστηκαν έγκυρες μεν, μη χρονολογημένες πληροφορίες δε, οι οποίες αναφέρουν ότι ο πληθυσμός του χωριού Pinyin ανέρχεται στους περίπου 17.000 κατοίκους[20].
Εκ των ανωτέρω στοιχείων και δεδομένων, παρόλο που σημειώνονται αρκετά περιστατικά βίας/ασφαλείας στη Βορειοδυτική περιφέρεια του Καμερούν και από την εν λόγω κατάσταση που επικρατεί, προκύπτει ότι υπάρχουν συνθήκες αδιάκριτης βίας λόγω ένοπλης σύρραξης στις αγγλόφωνες περιφέρειες του Καμερούν, εντούτοις, εξεταζόμενα συνδυαστικά με τον συνολικό πληθυσμό στην εν λόγω περιφέρεια, δεν διαπιστώνεται ότι υφίσταται πραγματικός κίνδυνος για τον Αιτητή να αντιμετωπίσει, με την επιστροφή της, σοβαρή και προσωπική απειλή υπό την έννοια του άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (αντίστοιχο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου), εφόσον η κατάσταση που επικρατεί στην εν λόγω περιοχή επιστροφής του στο Καμερούν δεν ανάγεται σε τέτοιο επίπεδο, ώστε να πληρούνται οι προϋποθέσεις για εφαρμογή του εν λόγω άρθρου.
Επικουρικά, λαμβάνοντας υπόψιν και τις ιδιαίτερες περιστάσεις του Αιτητή για την αξιολόγηση του προσωπικού κινδύνου που θα αντιμετωπίσει ως άμαχος αν επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του, ήτοι ότι είναι ενήλικος, υγιής, απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, χωρίς σημεία ευαλωτότητας, με εργασιακή εμπειρία στη χώρα του, ο οποίος διαβίωσε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στον τόπο καταγωγής του, χωρίς να αντιμετωπίσει προσωπικά κάποιο πρόβλημα, καταλήγω ότι δεν συντρέχουν ουσιώδεις λόγοι στο πρόσωπο του Αιτητή, ώστε να πιστεύεται ότι αν επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, για να του παραχωρηθεί καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19(1) και (2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.
Όσον αφορά τον ισχυρισμό της συνηγόρου του Αιτητή περί εξέτασης μετεγκατάστασης του Αιτητή, αυτός απορρίπτεται αφού το ενδεχόμενο εσωτερικής μετεγκατάστασης (internal protection/relocation alternative) εξετάζεται μόνο εάν προηγουμένως διαπιστωθεί ότι ο αιτητής πληροί κατ’ αρχήν τις προϋποθέσεις διεθνούς προστασίας είτε για να αναγνωριστεί ως πρόσφυγας είτε για να του παραχωρηθεί καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας (βλ. άρθρο 12Γ του περί Προσφύγων Νόμου, C-255/19 Secretary of State for the Home Department v OA, ημερ. 20 Ιανουαρίου 2021, C-901/19 CF,DN, ημερ. 10 Ιουνίου 2021). Ως εκ τούτου απορρίπτεται ως αβάσιμος, καθότι ο Αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις για να του παραχωρηθεί καθεστώς διεθνούς προστασίας, ως ανωτέρω αναλύθηκε.
Ως εκ τούτου, με βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει ότι πάσχει η ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης και ότι στο πρόσωπό του πληρούνται οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στο καθεστώς του πρόσφυγα ή την παραχώρηση συμπληρωματικής προστασίας σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου.
Ως εκ τούτου, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Ενόψει των συμπερασμάτων του Δικαστηρίου περί εσφαλμένης αξιολόγησης της περιοχής προηγούμενης συνήθους διαμονής του Αιτητή στο πλαίσιο ενδεχόμενης υπαγωγής του σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19(1) και (2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου ως ανωτέρω αναλύθηκε, δεν επιδικάζονται έξοδα. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται υπό το φως της νομικής ανάλυσης του Δικαστηρίου, ως ανωτέρω παρατέθηκε.
Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π
[1]https://www.google.com/maps/place/Pinyin,+North+West+Region,+Cameroon/@5.6561701,9.5297184,142597m/data=!3m1!1e3!4m6!3m5!1s0x105f057f0ed7ae79:0x7b3203b0aa2194!8m2!3d5.7734891!4d10.0827023!16s%2Fg%2F11g6qdp9jd?entry=ttu&g_ep=EgoyMDI2MDEyOC4wIKXMDSoKLDEwMDc5MjA3M0gBUAM%3D, (31/01/2026)
[2] https://evendo.com/locations/cameroon/north-west-region/landmark/pinyin-north-west-region-cameroon, (31/01/2026)
[3] https://www.britannica.com/place/Bamenda, (31/01/2026)
[4] U.S. Committee on Refuges and Immigrants, Timeline: Cameroon & the “Anglophone Crisis”, March 2025, https://refugees.org/timeline-cameroon-the-anglophone-crisis/, (31/01/2026).
[5] Όπ. π.
[6] US Committee for Refugees and Immigrants, Timeline: Cameroon & the “Anglophone Crisis”, 28 March 2025, https://refugees.org/timeline-cameroon-the-anglophone-crisis/, (31/01/2026)
[7] UNOCHA, ‘Cameroon: North-West and South-West - Situation Report No. 61 (January 2024)’, 8 Μαρτίου 2024, διαθέσιμο στη διεύθυνση: Cameroon: North-West and South-West - Situation Report No. 61 (January 2024) | OCHA , (31/01/2026)
[8] Global Cantre for the Responsibility to Protect (GCR2P), ‘Cameroon – Population at risk’, 1 Δεκεμβρίου 2024, διαθέσιμο στη διεύθυνση: Cameroon - Global Centre for the Responsibility to Protect , (31/01/2026)
[9] Global Protection Cluster (GPC), ‘Protection Monitoring Update; July - September 2024’, 30 Οκτωβρίου 2024, διαθέσιμο στη διεύθυνση: UNHCR (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 31/01/2026)
[10] Geneva Academy of International Humanitarian Law and Human Rights - RULAC: Rule of Law in Armed Conflicts, Non-international Armed Conflicts in Cameroon, Last updated: 12th January 2023, https://www.rulac.org/browse/conflicts/non-international-armed-conflict-in-cameroon , (31/01/2026)
[11] Global Center with the Responsibility to Protect, Cameroon, July 2025, https://www.globalr2p.org/countries/cameroon/, (31/01/2026)
[12] Όπ. π.
[13] Όπ. π.
[14] R2P Monitor, διαθέσιμο σε www.ecoi.net/en/document/2083197.html, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 31.01.2026)
[15] Βλ. εξάλλου και UN OCHA, 'Cameroon Situation Report' (14/2/2023), διαθέσιμο σε www.reports.unocha.org/en/country/cameroon/, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 31.01.2026)
[16] Cameroon Intelligence, Southern Cameroons Crisis: At least six killed in Pinyin village, 24/02/2025, https://www.cameroonintelligencereport.com/southern-cameroons-crisis-at-least-six-killed-in-pinyin-village/, (31/01/2026)
[18] Προσαρμοσμένη έρευνα στην βάση ACLED Explorer, Cameroon, Events, All Events, Past Year, View Country Profile, Nord Ouest, www.acleddata.com/platform/explorer, (31/01/2026)
[19] Προσαρμοσμένη έρευνα στην βάση ACLED Explorer, Cameroon, Events, All Events, Past Year, View Country Profile, Nord Ouest,(Zoom Map on Pinyin Village), www.acleddata.com/platform/explorer, (31/01/2026)
[20] http://www.fallingrain.com/world/CM/07/a/P/, (31/10/2026)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο