D. E. Ε. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.4777/23, 20/2/2026
print
Τίτλος:
D. E. Ε. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.4777/23, 20/2/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ 

                                                                                      Υπόθεση αρ.4777/23

 

20 Φεβρουαρίου 2026

 

[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

D. E. Ε.

                                                                                                                        Αιτητής

Και

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

                                                                                                                        Καθ’ ων η αίτηση

 

Κα Α. Βασιλείου για Δράκος & Ευθυμίου ΔΕΠΕ, Δικηγόροι για Αιτητή

Κα Μ. Φιλίππου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τους καθ' ων η αίτηση

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Με την προσφυγή ο αιτητής αιτείται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημ.27/11/23, που του κοινοποιήθηκε αυθημερόν, δια της οποίας απορρίφθηκε η αίτησή διεθνούς προστασίας, ως άκυρης και στερούμενης νομικού αποτελέσματος.

Ως εκτίθεται στην Ένσταση που καταχωρήθηκε από τους καθ' ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φάκελου που κατατέθηκε στα πλαίσια των διευκρινήσεων, ο αιτητής κατάγεται από το Καμερούν, εισήλθε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές μέσω κατεχομένων στις 13/10/19 και υπέβαλε την επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας στις 16/10/19 (ερ.1-3, 34).

Στις 13/10/23 διεξήχθη συνέντευξη με τον αιτητή από την Υπηρεσία προς εξέταση του αιτήματός ασύλου, όπου του δόθηκε η ευκαιρία, μέσα από σχετικές ερωτήσεις, μεταξύ άλλων, να εκθέσει τους λόγους στους οποίους στηρίζει το αίτημα του (ερ.21-34). Μετά το πέρας της συνέντευξης ετοιμάστηκε σχετική Έκθεση- Εισήγηση και στις 03/11/23 η αίτηση διεθνή προστασία απορρίφθηκε (ερ.84-100).

Ακολούθως, ετοιμάστηκε σχετική επιστολή ενημέρωσης του αιτητή για την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία δόθηκε διά χειρός στις 27/11/23, σε γλώσσα κατανοητή από αυτόν (ερ.101, 3).

Στην επίδικη αίτηση ασύλου ο αιτητής καταγράφει ότι έφυγε από τη χώρα καταγωγής του λόγω της «πολιτικής κρίσης». Ως εξηγεί, το Καμερούν είναι δίγλωσση χώρα και υπάρχει πρόβλημα μεταξύ γαλλόφωνων και αγγλόφωνων, υπάρχει «σοβαρή αντιπαράθεση», στα πλαίσια αυτής το σπίτι του κάηκε και όλη η οικογένεια του κατέστη άστεγη και γι’ αυτό και διασκορπίστηκε. Λόγω αυτής της κρίσης, ως αναφέρει, έχασε την μητέρα, τον πατέρα και τους δύο αδελφούς του και δεν μπορεί να βρει εργασία είναι πάει στη φάρμα και εξαιτίας τούτων η ζωή του κατέστη εφιάλτης.

Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης ο αιτητής ανέφερε ότι γεννήθηκε στην περιοχή  Tombel, στο Νοτιοδυτικό Καμερούν και ότι από τον Μάρτιο του 2018 διέμενε στην πόλη Loum, στην περιφέρεια Littoral, είναι παντρεμένος, με τη σύζυγό του έχουν αποκτήσει τρία τέκνα, τα οποία διαμένουν με την μητέρα τους στην Loum, οι γονείς του έχουν αποβιώσει, έχει πέντε αδελφές, είναι απόφοιτος του Κολλεγίου Government’s Bilingual Teachers Training College Kumba και εργαζόταν ως δάσκαλος.

Κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησης ισχυρίστηκε ότι στο Καμερούν, εργαζόταν ως εκπαιδευτικός και συγκεκριμένα ως διευθυντής σχολικής μονάδας. Το έτος 2018, ομάδα νεαρών από το χωριό Mbabe, όπου εργαζόταν, επιτέθηκε στο σχολείο, προκαλώντας καταστροφές σε υλικοτεχνικό εξοπλισμό, όπως θρανία, σημαίες και βιβλία. Μετά την επίθεση προσέφυγε στον αρχηγό του χωριού, προκειμένου να αναφέρει το περιστατικό, ωστόσο αυτός δεν έλαβε καμία απολύτως μέριμνα. Επανήλθε την επόμενη ημέρα, αλλά δεν υπήρξε και πάλι καμία ενέργεια. Έτσι, απευθύνθηκε στον επιθεωρητή, στον οποίο υπαγόταν υπηρεσιακά, και εκείνος ανέφερε την υπόθεση στον Ανώτερο Περιφερειακό Διοικητή (Senior Divisional Officer). Ο τελευταίος κάλεσε τον αρχηγό του χωριού και τους συμβούλους του για ανάκριση και, κατόπιν αυτής, διέταξε τη φυλάκισή τους.

Σύμφωνα με τον Αιτητή, όταν ο αρχηγός του χωριού φυλακίστηκε, το χωριό εξεγέρθηκε εναντίον του, θεωρώντας ότι αυτός ευθυνόταν γι’ αυτό. Οι κάτοικοι δήλωναν ότι «είναι αυτός που φυλάκισε τον αρχηγό» και απειλούσαν ότι θα τον σκοτώσουν. Από τότε, όπως ανέφερε, δεχόταν απειλητικά μηνύματα και ένιωθε ότι δεν ήταν πλέον ασφαλής.

Περαιτέρω, όπως δήλωσε, οι νεαροί που είχαν προκαλέσει τις καταστροφές στο σχολείο, συνενώθηκαν με άλλους από γειτονικά χωριά και έφτιαξαν στρατόπεδο αυτονομιστών μαχητών (Ambazonian camp) στο χωριό, όπου είχε γεννηθεί ο αιτητής και τότε ο στρατός θεώρησε ότι συνεργαζόταν με τους αυτονομιστές, με αποτέλεσμα να δέχεται απειλές τόσο από την πλευρά των αυτονομιστών μαχητών όσο και από τον στρατό. Λόγω της απειλής κατά της ζωής του και του φόβου για το άγνωστο, αναγκάστηκε να διαφύγει προς την πόλη Loum και στη συνέχεια εγκατέλειψε την χώρα στις 02/10/19.

Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις σχετικά με τα ως άνω ο αιτητής δήλωσε ότι μετακινήθηκε από την περιοχή Tombel προς την πόλη Loum το 2018, χωρίς όμως οι γονείς του να τον ακολουθήσουν, καθώς εκείνοι παρέμειναν εκεί. Όπως ανέφερε, οι γονείς του απεβίωσαν κατά τη διάρκεια επίθεσης, εξαιτίας κακομεταχείρισης που υπέστησαν από στρατιωτικές δυνάμεις, μετά την εγκατάσταση στρατοπέδου των αυτονομιστών (Ambazonian camp) στην περιοχή τους.

Αναφορικά με την εκπαιδευτική του πορεία, ο Αιτητής δήλωσε ότι δίδασκε σε δημοτικά σχολεία, καθώς και ότι δίδασκε τα πάντα, διότι το σύστημα πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης του Καμερούν απαιτεί από τους δασκάλους να καλύπτουν όλα τα μαθήματα. Επιπλέον, ο αιτητής ανέφερε ότι η σύζυγός του είναι επίσης δασκάλα. Ερωτηθείς σχετικά με τυχόν προβλήματα που αντιμετώπιζε εκείνη εξαιτίας του επαγγέλματός της, απάντησε ότι γενικά οι δάσκαλοι στο Καμερούν δυσκολεύονται να κυκλοφορούν ελεύθερα, λόγω των διαρκών παρενοχλήσεων είτε από τις κρατικές δυνάμεις είτε από τους αυτονομιστές, Ως ανέφερε, μετά τον εμπρησμό στο σχολείο που εργαζόταν, οι αυτονομιστές μαχητές εγκατέστησαν στρατόπεδο στο χωριό Mboh, στην περιοχή Ngap, κοντά στο Tombel και Nyasoso. Ο στρατός, γνωρίζοντας την ύπαρξη του στρατοπέδου, έκανε επίθεση κατά την οποία κάηκαν σπίτια και υπήρξαν απώλειες ανθρώπινων ζωών. Επειδή το στρατόπεδο των αυτονομιστών δημιουργήθηκε στο χωριό του, ο στρατός θεώρησε ότι ο αιτητής ήταν με το μέρος των αυτονομιστών μαχητών (Ambazonians). Κατά συνέπεια, άρχισε να διώκεται τόσο από τους αυτονομιστές όσο και από τις στρατιωτικές δυνάμεις περί τα τέλη του 2018.

Ερωτηθείς σχετικά με τα κίνητρα των δραστών για την πρόκληση ζημιών στο σχολείο ο αιτητής ανέφερε ότι το περιστατικό σχετίζεται με την αγγλόφωνη κρίση, καθώς οι κρατικές δομές γίνονται στόχος των αυτονομιστών. Όπως δήλωσε, όποιο σχολείο θεωρείται ότι συνδέεται με την κυβέρνηση αποτελεί πιθανό στόχο επίθεσης. Ερωτηθείς περαιτέρω, δήλωσε ότι οι αυτονομιστές στο χωριό του είχαν προβεί και σε άλλες ενέργειες, όπως εκβιασμούς και απειλές στους κατοίκους. Αναφερόμενος στον αρχηγό του χωριού δήλωσε ότι μετά το πρώτο περιστατικό με την επίθεση στο σχολείο, προσέγγισε τον αρχηγό προκειμένου να τον ενημερώσει. Ανέφερε ότι οι δύο επισκέψεις στον αρχηγό έγιναν με διαφορά λίγων ημερών, ωστόσο δεν θυμόταν τις ακριβείς ημερομηνίες των συναντήσεων, παρά μόνο ότι τα γεγονότα έλαβαν χώρα το 2018. Για τη συνάντηση με τον επιθεωρητή δήλωσε ότι κατέγραψε βίντεο με τις ζημιές που προκλήθηκαν στο σχολείο και το προσκόμισε στον επιθεωρητή, που με τη σειρά του το παρουσίασε στον διοικητικό υπάλληλο της περιφέρειας (divisional officer). Το περιστατικό αυτό τοποθέτησε χρονικά στα τέλη του 2018 με αρχές 2019.

Σε ερώτηση για το πού βρισκόταν όταν συνελήφθη ο αρχηγός, απάντησε ότι βρισκόταν στην πόλη Tombel. Όπως δήλωσε, μετά τη σύλληψη του αρχηγού, το χωριό αντέδρασε έντονα και σημειώθηκαν ταραχές. Ο ίδιος ενημερώθηκε από φίλους και μέσω απειλητικών μηνυμάτων που του απέστειλαν κάτοικοι του χωριού. Όπως ανέφερε, υπήρξαν δηλώσεις ότι δεν θα του επιτραπεί να επιστρέψει στο χωριό, διότι ευθυνόταν για τη σύλληψη των «πατέρων και συζύγων τους».

Αναφορικά με τις απειλές που δέχτηκε ο αιτητής ανέφερε ότι οι απειλές ξεκίνησαν από τους αυτονομιστές μαχητές, αμέσως μετά την φυλάκιση του τοπικού αρχηγού. Κληθείς να διευκρινίσει τον λόγο που αρχικά δήλωσε ότι οι απειλές προέρχονταν από τους κατοίκους του χωριού ανέφερε ότι λάμβανε απειλές από τους αυτονομιστές μαχητές που ήταν κάτοικοι του χωριού, μέσω τηλεφώνου, ωστόσο δεν του συνέβη κάτι πέραν αυτού. Ως προς τις απειλές που δέχτηκε από τον στρατό δήλωσε ότι ξεκίνησαν μετά την καταστροφή του στρατοπέδου των αυτονομιστών. Πρόσθεσε ότι όταν πήγαινε να λάβει τον μισθό του και αντιλαμβάνονταν ότι ήταν δάσκαλος, του ζητούσαν χρήματα και του επιτίθονταν με μανσέτες. Διευκρίνισε ότι ο λόγος της επίθεσης ήταν εξαιτίας του επαγγέλματός του ως δάσκαλος, καθώς και άλλοι δάσκαλοι είχαν την ίδια αντιμετώπιση.

Τέλος, ερωτηθείς ως προς το ποιες θα είναι οι συνέπειες, σε περίπτωση επιστροφής του στο Καμερούν ο αιτητής ανέφερε ότι κινδυνεύει να χάσει την ζωή του.  Αναφορικά με τη δυνατότητα εσωτερικής μετεγκατάστασης του σε άλλο σημείο της χώρας υποστήριξε την έλλειψη τέτοιας δυνατότητας, διότι, ως ανέφερε, υπάρχει παντού παρουσία του στρατού.

Οι καθ’ ων η αίτηση, εξετάζοντας τα λεγόμενα του αιτητή στην αίτηση και τη συνέντευξη, κατέταξαν αυτούς στους ακόλουθους ουσιώδεις ισχυρισμούς.

1.    Ταυτότητα, χώρα καταγωγής, προφίλ και τόπος διαμονής του αιτητή

2.    Ισχυριζόμενα προβλήματα από την παραστρατιωτική ομάδα Ambazonians

Οι καθ’ ων η αίτηση αποδέχθηκαν τον 1ο ουσιώδη ισχυρισμό, απέρριψαν δε όλους τους υπόλοιπους ισχυρισμούς, καθώς κρίθηκε ότι στερούνται συνοχής και αξιοπιστίας.

Αναφορικά με τον 2ο ουσιώδη ισχυρισμό, κρίθηκε ότι οι δηλώσεις του αιτητή υπήρξαν αόριστες, γενικές, παρουσίαζαν αντιφάσεις και έλλειψη χρονικής συνοχής. Συγκεκριμένα, έλλειψη χρονικής συνοχής εντοπίστηκε στο ότι, ενώ αρχικά ισχυρίστηκε ότι μετέβη από την πόλη Tombel στην πόλη Loum τον Μάρτιο 2018, μετέπειτα, ερωτώμενος σχετικά με το πότε συνέβησαν τα περιστατικά που τον ανάγκασαν να φύγει από τον τόπο διαμονής του, δήλωσε ότι αυτά τα περιστατικά έγιναν τέλος του 2018, χωρίς τελικά να είναι σε θέση να δώσει επαρκείς λεπτομερείς για το χρονικό διάστημα που έγινε η επίσκεψη με τον τοπικό αρχηγό και ως προς το τί έγινε κατά τη διάρκειά της.

Περαιτέρω παρατηρήθηκε αντίφαση στα λεγόμενα του αιτητή σχετικά με το περιστατικό οπού οι Ambazonians προκάλεσαν ζημίες στο σχολείο που εργαζόταν, καθότι αρχικά δήλωσε ότι υπήρξε μόνο μια επίθεση στο σχολείο, ενώ έπειτα δήλωσε ότι έγιναν δυο επιθέσεις. Κληθείς να διευκρινίσει την αντίφαση δήλωσε ότι οι Ambazonians προκάλεσαν ζημίες στο σχολείο δυο φορές και για αυτό επισκέφτηκε τον τοπικό αρχικό. Ομοίως παρατηρείται αντίφαση σχετικά με τα άτομα από τα οποία λάμβανε απειλές, όπου είπε ότι ήταν από κατοίκους του χωριού και δεν αναφέρθηκε σε απειλές που να προήλθαν από τους Ambazonians και, κληθείς να δώσει διευκρινίσεις, ο αιτητής άλλαξε τα λεγόμενα του, δηλώνοντας ότι λάμβανε απειλές από διαμένοντες του χωριού Mbabe που ήταν Ambazonians. Επιπλέον εντοπίστηκε ότι, παρότι, σύμφωνα με τα λεγόμενα του ιδίου, οι Ambazonians είχαν στοχοποιήσει τους γονείς του εξαιτίας του, οι θάνατοι τους τελικά δεν προκλήθηκαν από τους Ambazonians, αλλά από τον στρατό, όταν ήρθε σε σύγκρουση με τους Ambazonians.

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, ο λειτουργός σημειώνει ότι σύμφωνα με εξωτερικές πηγές, δεν εντοπίστηκαν αναφορές περιστατικών ασφάλειας στις περιοχές που ανέφερε ο αιτητής. Εντοπίστηκε επίσης ασυνέπεια στα λεγόμενα του αιτητή σχετικά με τον χώρο διαμονής των γονέων του, στο χωριό Mboh, South West Region, δεδομένου ότι, κατόπιν ερευνάς σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, το πιο κοντινό χωριό με αυτό το όνομα είναι το χωριό Mbo, North West Region, κάτι που δεν συνάδει με τα λεγόμενα του αιτητή. Παρατίθενται περαιτέρω πληροφορίες που συνάδουν με τα λεγόμενα του εδώ αιτητή για την κατάσταση που επικρατεί στα πλαίσια της σύγκρουσης αυτονομιστών με τις κυβερνητικές δυνάμεις και την στοχοποίηση τοπικού πληθυσμού εκατέρωθεν, η οποία αγγίζει και την εκπαίδευση.

Ενόψει των ως άνω οι καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι ο ισχυρισμός στερείται εσωτερικής και, παρότι οι πληροφορίες (ΠΧΚ) που εντόπισαν συνάδουν με τα όσα ο αιτητής ανέφερε περί συγκρούσεων στρατού και αποσχιστών και εκατέρωθεν παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τον απέρριψαν ως αναξιόπιστο, λόγω ασυνεπειών, χρονικής ασυνέχειας, αντιφάσεων και ελλείψεως λεπτομερειών.

Κατά την αξιολόγηση κινδύνου στη βάση του μόνου αποδεκτού ισχυρισμού, λαμβάνοντας υπόψη την κατάσταση ασφαλείας στο Tombel (southwest) και του προφίλ του αιτητή, οι καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι δεν συντρέχει εύλογη πιθανότητα δίωξης ή και σοβαρής βλάβης.

Συνεπεία των ως άνω η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε ως αβάσιμη και εκδόθηκε απόφαση επιστροφής του αιτητή στη χώρα καταγωγής του.

Στα πλαίσια της αγόρευσης της η ευπαίδευτη συνήγορος του αιτητή αναφέρει ότι δεν έγινε δέουσα έρευνα των ισχυρισμών, η επίδικη απόφαση στηρίζεται σε ανεπαρκή και ελλιπή στοιχεία, στερείται αιτιολογίας, ελήφθη χωρίς να αξιολογηθούν επαρκώς οι προσωπικές περιστάσεις του αιτητή, λανθασμένα κρίθηκε ότι δεν διατρέχει κίνδυνο, με δεδομένο – ως αναφέρει – ότι το Καμερούν δεν περιλαμβάνεται στις ασφαλείς χώρες. Σημειώνει περαιτέρω ότι στο ερ.84 γίνεται αναφορά σε επιστροφή του αιτητή στη Νιγηρία, πράγμα που δεικνύει ότι η απόφαση είναι προϊόν πλάνης και περαιτέρω ότι η επίδικη απόφαση καθυστέρησε υπέρμετρα να εκδοθεί (4 έτη από την καταχώρηση της αίτησης ασύλου).

Οι καθ' ων η αίτηση αντιτάσσουν ότι ουδείς εκ των ισχυρισμών του αιτητή έχει δεόντως δικογραφηθεί και ουδείς αναπτύσσεται επαρκώς και δια τούτο θα πρέπει να απορριφθούν άπαντες ως ανεπίδεκτοι δικαστικής κρίσης, στη βάση σχετικής νομολογίας. Περαιτέρω, σημειώνουν ότι το βάρος απόδειξης ότι χρήζει προστασίας βρίσκεται στους ώμους του αιτητή και κάνοντας αναφορές στην οικεία νομοθεσία και νομολογία, αναφέρουν ότι τα ευρήματα τους είναι εύλογα, ορθά και απολύτως αιτιολογημένα υπό το φως των ενώπιον τους στοιχείων. Συνεπώς - ως αναφέρουν – εκ των ως άνω προκύπτει ότι ουδέν μεμπτό εντοπίζεται στην επίδικη διαδικασία, η δε προσβαλλόμενη απόφαση είναι ορθή επί της ουσίας, προϊόν δέουσας έρευνας αλλά και πλήρως αιτιολογημένη.

Σχετικά κατ’ αρχήν με τον ισχυρισμό περί της καθυστέρησης στην εξέταση της επίδικης αίτησης, σημειώνω ότι όμοιο ισχυρισμό έχω εξετάσει στην απόφαση μου στην προσφυγή αρ.137/23, Α. Κ. ν Δημοκρατίας, ημ.11/07/25, εκ της οποίας παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο και υιοθετώ.

Σημειώνω κατ’ αρχή και τονίζω ότι δεν εντοπίζω στο αρ.13 του Περί Προσφύγων Νόμου να ορίζεται συγκεκριμένη έννομη συνέπεια της υπέρβασης του τασσόμενου εκ του εν λόγω άρθρου μέγιστου χρόνου των 21 μηνών [βλ. αρ.13 (10)]. Τούτο αποτελεί από μόνο του ισχυρά ένδειξη ότι η τασσόμενη προθεσμία τίθεται ενδεικτικά. Άλλωστε στο αρ.11 (1) του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου προνοείται ότι «[οι] προθεσμίες που τάσσονται για έκδοση μιας διοικητικής πράξης είναι ενδεικτικές, εκτός αν ορίζεται ρητά ότι είναι ανατρεπτικές. Όμως η πράξη δεν μπορεί νόμιμα να εκδοθεί, αν από τη λήξη της προθεσμίας πέρασε υπέρμετρο χρονικό διάστημα που επιδρά ουσιαστικά στις νομικές ή πραγματικές προϋποθέσεις έκδοσης της πράξης.». […]

Λεχθέντων των ως άνω, τα οποία – τονίζω – αφορούν τη διαδικασία εξέτασης αιτήσεως διεθνούς προστασίας, δεν εντοπίζω εδώ παράβαση του μέγιστου χρόνου των 21 μηνών, ως εκ του ως άνω άρθρου του Νόμου ορίζεται. Τουναντίον, παρά την πολυπλοκότητα των νομικών και πραγματικών ζητημάτων που άπτονται των ισχυρισμών του αιτητή, η απόφαση επί της αιτήσεως, ως και ανωτέρω αναφέρω, ολοκληρώθηκε εντός του δια της οικείας νομοθεσίας χρονικού πλαισίου, και μάλιστα σε χρόνο κατά πολύ βραχύτερο, ήτοι εντός 14 από της υποβολής της αιτήσεως. Η δε μετέπειτα υποβολή εκ του αιτητή της εδώ επίδικης ιεραρχικής προσφυγής του, παρότι αναφαίρετο δικαίωμα του, οδήγησε εκ των πραγμάτων στο να διαρρεύσει το υπόλοιπο χρονικό διάστημα μέχρι την έκδοση της. […] Αξίζει δε να σημειωθεί ότι, ως και στο αρ.31 αλλά και στην αιτιολογική σκέψη 18 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ, η διαδικασία εξέτασης της αιτήσεως διεθνούς προστασίας (σε 1ο πάντοτε βαθμό) ολοκληρώνεται «το συντομότερο δυνατό, με την επιφύλαξη της διεξαγωγής κατάλληλης και πλήρους εξέτασης».

Επί των ως άνω, στην απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) στη C-756/21, X, ημ.29/06/23, όπου το ΔΕΕ απασχόλησε η επίδραση τυχόν υπερβολικής καθυστέρησης στο κύρος της διοικητικής και δικαστικής διαδικασίας, λέχθηκαν και τα εξής σχετικά:

«79. Όσον αφορά τις περιστάσεις αυτές, από τη νομολογία προκύπτει ότι, όταν η διάρκεια της διαδικασίας δεν καθορίζεται από διάταξη του δικαίου της Ένωσης, ο «εύλογος» χαρακτήρας της προθεσμίας που τηρήθηκε για την έκδοση της επίμαχης πράξεως πρέπει να εκτιμάται σε συνάρτηση με το σύνολο των περιστάσεων που χαρακτηρίζουν κάθε υπόθεση και, ιδίως, με τα συμφέροντα του διαδίκου που διακυβεύονται στη δίκη, την περιπλοκότητα της υποθέσεως, καθώς και τη συμπεριφορά των διαδίκων (πρβλ. απόφαση της 25ης Ιουνίου 2020, CSUE/KF, C 14/19 P, EU:C:2020:492, σκέψη 122 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

82. Συγκεκριμένα δεδομένου ότι οι αποφάσεις σχετικά με το βάσιμο ή μη των αιτήσεων διεθνούς προστασίας πρέπει να λαμβάνονται κατόπιν συνεκτίμησης των προβλεπόμενων από την οδηγία 2004/83 ουσιαστικών κριτηρίων για την παροχή τέτοιας προστασίας, η μη τήρηση εύλογης προθεσμίας δεν είναι δυνατό να έχει ως συνέπεια, όταν δεν υφίσταται καμία ένδειξη ότι η υπερβολική διάρκεια της διοικητικής ή ένδικης διαδικασίας επηρέασε την επίλυση της διαφοράς, την ακύρωση της προσβαλλομένης διοικητικής αποφάσεως ή την εξαφάνιση της προσβαλλομένης δικαστικής αποφάσεως (πρβλ. απόφαση της 8ης Μαΐου 2014, Bollor? κατά Επιτροπής, C 414/12 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2014:301, σκέψη 84).

[…]

83. Αντιθέτως, όταν υφίστανται ενδείξεις ότι η υπερβολική διάρκεια μιας διοικητικής ή ένδικης διαδικασίας είναι δυνατόν να επηρέασε την επίλυση της διαφοράς, η μη τήρηση εύλογης προθεσμίας μπορεί να οδηγήσει στην ακύρωση της προσβαλλομένης διοικητικής αποφάσεως ή την εξαφάνιση της προσβαλλομένης δικαστικής αποφάσεως, ιδίως όταν η μη τήρηση αυτή έχει ως συνέπεια την προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας, τα οποία είναι θεμελιώδη δικαιώματα που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των γενικών αρχών του δικαίου, την τήρηση των οποίων διασφαλίζει το Δικαστήριο (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2011, Solvay κατά Επιτροπής, C 110/10 P, EU:C:2011:687, σκέψεις 47 έως 52).

[…]

85. Κατόπιν των προεκτεθέντων, στο τέταρτο και στο πέμπτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το δίκαιο της Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 23, παράγραφος 2, και το άρθρο 39, παράγραφος 4, της οδηγίας 2005/85, έχει την έννοια ότι:

[…]

      ο μη εύλογος χαρακτήρας κάποιου από τα εν λόγω χρονικά διαστήματα δεν δύναται, αφ’ εαυτού και ελλείψει οποιασδήποτε ενδείξεως περί του ότι η υπερβολική διάρκεια της διοικητικής ή ένδικης διαδικασίας επηρέασε την επίλυση της διαφοράς, να δικαιολογήσει την εξαφάνιση της αποφάσεως του αρμόδιου πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.»

Δεν έχει καταδειχθεί εδώ κάτι που θα επέτρεπε συμπέρασμα ότι παρατηρήθηκε εδώ κάποια καθυστέρηση που εκφεύγει του εύλογου χρόνου για την εξέταση […] της […]αίτησης ασύλου […]. Ακόμα δε και σε περίπτωση που η κατάληξη μου επί του εύλογου του χρονικού διαστήματος που διέρρευσε εν προκειμένω ήταν διαφορετική και πάλι δεν εντοπίζω σημείου εκ του όποιου η καθυστέρηση αυτή έχει καθ’ οιονδήποτε τρόπο επηρεάσει την επίλυση της διαφοράς ή το δικαίωμα άμυνας του αιτητή.»

Αξίζει να προστεθούν στα ως άνω τα όσα αναφέρονται στην υπ. αρ.1458/09, Postolachi Konstantin ν Δημοκρατίας, ημ.25/02/11, λέχθηκε, κατά την εξέταση παρόμοιου με τον εδώ ισχυρισμού, ότι «οι […] προθεσμίες αναφέρονται δεν είναι ανατρεπτικές, αλλά απλώς ενδεικτικές, ο δε αιτητής δεν έχει καταδείξει με ποιο τρόπο έχουν επηρεαστεί τα δικαιώματα του από την έστω καθυστερημένη έκδοση της προσβαλλόμενης πράξης.  Αντίθετα η καθυστέρηση τον έχει βοηθήσει στο να παραμείνει για περαιτέρω χρόνο στη Δημοκρατία μέχρι την έκδοση της απόφασης.».

Δεδομένου ότι άπαντες οι υπόλοιποι ισχυρισμοί του αιτητή συμπλέκονται με την ουσία και ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης, προχωρώ σε εξέταση όλων των ενώπιον μου στοιχείων και δεδομένων εξ υπαρχής, εξέταση που τελείται σε κάθε περίπτωση (βλ. Έφεση κατά απόφασης Δ.Δ.Δ.Π. Αρ.107/2023, Q. B. T. v. Κυπριακής Δημοκρατίας, ημ.11/02/25).

Προχωρώ λοιπόν σε αξιολόγηση των ενώπιον μου στοιχείων

Στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», Δικαστική ανάλυση, 2018, σελ.98 του εγχειριδίου, αναφέρεται ότι «[…] απαιτείται ισορροπημένη και αντικειμενική αξιολόγηση του αν η αφήγηση του αιτούντος αντικατοπτρίζει την αφήγηση που αναμένεται από ένα πρόσωπο στην κατάσταση του αιτούντος το οποίο αφηγείται μια πραγματική προσωπική εμπειρία.».

Στη σελ.102 του ιδίου εγχειριδίου, αναφέρονται τα εξής:

«[Οι] δείκτες αξιοπιστίας είναι απλοί δείκτες και δεν συνιστούν αυστηρά κριτήρια ή προϋποθέσεις. Παρότι οι τέσσερις δείκτες που προσδιορίστηκαν ανωτέρω (εσωτερική και εξωτερική συνέπεια, επαρκώς λεπτομερείς πληροφορίες και ευλογοφάνεια) αποτυπώνουν τους δείκτες που εφαρμόζουν στην πράξη τα δικαστήρια, κανένας από αυτούς δεν μπορεί να θεωρηθεί καθοριστικός. Η σημασία τους από υπόθεση σε υπόθεση ποικίλλει σημαντικά. Σε κάθε περίπτωση είναι αναγκαία η εξέταση του σωρευτικού τους αντίκτυπου (305).  […]

Από την ανωτέρω ανάλυση προκύπτει ότι δεν υπάρχει απλή απάντηση στο ερώτημα που αφορά τον τρόπο αξιολόγησης της αξιοπιστίας σε υποθέσεις διεθνούς προστασίας. Το μόνο που μπορεί να ειπωθεί είναι ότι η αξιολόγηση πρέπει να διενεργείται με βάση το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, λαμβανομένων υπόψη των αρχών, των μεθόδων και των δεικτών που αναφέρονται στην παρούσα ανάλυση. Οι αρχές, οι μέθοδοι και οι δείκτες αυτοί θα πρέπει να εφαρμόζονται με προσοχή (307), αντικειμενικότητα και αμεροληψία, ώστε να αποφευχθεί τυχόν εσφαλμένη και απλοϊκή απόρριψη, ή αφελής και ανεπιφύλακτη αποδοχή μιας συγκεκριμένης αφήγησης.» 

Ενόψει και κατ’ εφαρμογή και των ως άνω κατευθυντήριων γραμμών επί της αξιολόγησης αξιοπιστίας θα συμφωνήσω εδώ με τα ευρήματα επί του 2ου ουσιώδους ισχυρισμού αλλά και την τελική κατάληξη των καθ’ ων η αίτηση, καθώς το σύνολο του αφηγήματος του αιτητή παρουσιάζει καταφανή κενά, ελλείψεις σε εύλογα αναμενόμενες λεπτομέρειες και αοριστίες, ως και οι καθ’ ων η αίτηση τις έχουν εντοπίσει, οι οποίες πλήττουν μοιραία και αναπόφευκτα την εσωτερική συνοχή όλων ανεξαιρέτως των δηλώσεων του αναφορικά τόσο με τις απειλές που κατ’ ισχυρισμό δέχθηκε από άτομα που ανήκουν στις δυνάμεις των αποσχιστών, τον θάνατο της οικογένειας του, την κατ’ ισχυρισμό δίωξη του από τον στρατό, καθώς και τα όσα συνέβησαν στο χωριό του, τα οποία και ήταν – σύμφωνα με τα λεγόμενα του ιδίου - η γενεσιουργός αιτία των όσων ακολούθησαν.

Τα όσα ανέφερε επί όλων των ως άνω περιορίστηκαν σε δηλώσεις οι οποίες, παρότι κατά τόπους συνθέτουν ένα εκ πρώτης όψεως ένα πολύπλοκο αφήγημα, το οποίο συνάδει με διαθέσιμες ΠΧΚ (βλ. πιο κάτω), εντούτοις - από μια ανάγνωση των επιμέρους λεγομένων του αιτητή -  καθίσταται σαφές ότι βρίθουν κενών και ασαφειών και εκ των οποίων ελλείπει εντελώς, σε πολλά και καίρια σημεία αυτών, κάθε εύλογα αναμενόμενη λεπτομέρεια και χρονική και λογική συνέπεια.

Ενδεικτικά σημειώνω ότι ο αιτητής υπέπεσε σε αντιφάσεις αναφορικά με το ποιοι τον απειλούσαν, πότε, πως ακριβώς, δεν μπόρεσε να εξηγήσει γιατί, εν μέσω τόσων απειλών, ουδέν συνέβη στον ίδιο ή την οικογένεια του (σύζυγο και παιδιά), δεν μπόρεσε να δώσει σαφές χρονικό πλαίσιο στους ισχυρισμούς του και ούτε των επιμέρους συμβάντων στα οποία αναφέρθηκε. Εκ του αφηγήματος του αιτητή θεωρώ πως απουσιάζει κάθε ψήγμα πλήρους, συνεκτικής, ευλογοφανούς παράθεσης σημείων και λεπτομερειών, που θα ήταν απίθανο να προσέξει ή να είναι σε θέση να ανακαλέσει άτομο το οποίο δεν είχε βιώσει την εμπειρία που παραθέτει. Είναι λοιπόν κατάληξη μου ότι τα όσα ο αιτητής παραθέτει υπολείπονται καταφανώς του ευλόγως αναμενόμενου και είναι εκ τούτου που θεωρώ ότι διαβρώνεται η εσωτερική συνοχή των λεγομένων του.

Δεδομένων των όσων πιο πάνω αναφέρω δεν θεωρώ σκόπιμο, για σκοπούς αποφυγής επανάληψης, να αναφερθώ και πάλι σε όσα πιο πάνω καταγράφονται αναφορικά με τα επιμέρους σημεία εκ των οποίων διαβρώνεται η αξιοπιστία του αφηγήματος του αιτητή, στην παράθεση του περιεχομένου της επίδικης έκθεσης, τα οποία υιοθετώ ως ορθά και απολύτως εύλογα υπό τις περιστάσεις. Στην απουσία δε περαιτέρω μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου είναι η κατάληξη μου ότι τα κενά ως έχουν εντοπιστεί από τους καθ’ ων η αίτηση (ερ.93-96) παραμένουν και συνεπώς η αποδοχή των ισχυρισμών αυτών θα ήταν ενάντια σε κάθε εύλογη κριτική θεώρηση τους.

Δεν παραγνωρίζω βεβαίως ότι τα λεγόμενα του αιτητή περί διώξεως του τόσο από τον στρατό όσο και δυνάμεις αποσχιστών αλλά και επιθέσεις σε σχολεία και διώξεις εναντίον δασκάλων συνάδουν με διαθέσιμες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής (ΠΧΚ).

Σχετικά εντοπίζω τα εξής, πέραν των όσων παραθέτουν οι καθ’ ων η αίτηση (ερ.92-93).

Η Διεθνής Αμνηστία και το Human Rights Watch (HRW) κάνουν λόγο για παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε εκτεταμένο βαθμό στα πλαίσια της κρίσης στις Αγγλόφωνες επαρχίες.[1]

Αναφορά της οργάνωσης Human Rights Watch εκδοθείσα το 2018, ήτοι το χρόνο που κατ’ ισχυρισμό έλαβαν χώρα τα περιστατικά, αναφέρει την ύπαρξη ισχυρών ενδείξεων ότι οι άμαχοι οι οποίοι εκλαμβάνονται ως συνεργαζόμενοι με την κυβέρνηση στοχοποιούνται από τους αποσχιστές για εκβιασμούς, βασανισμούς και δολοφονίες.[2] Βάσει αναφοράς του ανεξάρτητου ιδρύματος Bertelsmann Stiftung[3], οι αποσχιστές στοχοποιούν αμάχους μεταξύ άλλων ως αντίποινα για αποδιδόμενη συνεργασία με την κυβέρνηση.[4] Άρθρο της εφημερίδας The African Observer αναφέρει ότι οι ένοπλες ομάδες συχνά κατηγορούνται για δολοφονίες, απαγωγές ή και τραυματισμούς αμάχων, τους οποίους κατηγορούν ότι συνεργάζονται με τις αρχές του Καμερούν.[5]

Τα Ηνωμένα Έθνη σημειώνουν υπάρχουν « […] αναφορές για βίαιες ενέργειες που καταλήγουν σε καταστροφή νοσοκομείων, σχολείων και ολόκληρων χωριών στις εν λόγω περιοχές τις οποίες έχουν διαπράξει μη κυβερνητικές ένοπλες ομάδες και μέλη των ενόπλων δυνάμεων του κυβερνώντος κόμματος […]»[6],  ενώ το HRW, σε πρόσφατη Έκθεσή του, και η Διεθνής Αμνηστία επίσης αναφέρουν πως στις ενέργειες αυτές προβαίνουν τόσο κυβερνητικοί και μη κυβερνητικοί δρώντες[7].  Η γεωγραφική τους κατανομή αναφέρεται από τα Ηνωμένα Έθνη: «Στις ΝΔ και ΒΔ επαρχίες, υψηλά επίπεδα ανασφάλειας συνεχίζονταν. Η παρουσία κρατικών σωμάτων ασφαλείας – αστυνομία, χωροφυλακή, στρατός – είναι συγκεντρωμένη κατά μήκος των κύριων οδικών αρτηριών και στις πόλεις, ενώ οι μη κρατικές ένοπλες ομάδες εντοπίζονται κυρίως στις αγροτικές περιοχές.»[8].

Σε COI QUERY του EASO, ημ.14/06/21, αναφέρεται ότι ο εκτοπισμός πληθυσμού από τα σπίτια του είναι συχνό φαινόμενο λόγω της γενικευμένης βίας, οι οποίοι εκτοπισθέντες βρίσκουν συχνά καταφύγιο σε αγροτικές ή δασώδεις εκτάσεις κοντά στον τόπο διαμονής τους:

«According to OCHA 712 180 IDPs were within or displaced in the North-West and South-West regions as of March 2021. Violence in the aforementioned regions resulted in multiple population displacements and over 1 427 people were forced to flee their homes only in March 2021, seeking shelter and safety in nearby bushes, villages and towns. 71 More than 10 000 people, mainly in Menchum division in the North-West region, were forced to flee their villages in April 2021 and IDPs reached the number of 712 800.72 For the same reference period , a UNHCR map depicting the locations of UNHCR persons of concern mentions that as of April 2021 there were 1 032 942 internally displaced persons, the majority of whom seem to be situated in the Far North, North-West and South-West regions.73 »[9]

Πηγές των Ηνωμένων Εθνών αναφέρουν τα εξής:

«Με την κλιμακούμενη βία ανάμεσα στις κυβερνητικές δυνάμεις και τις μη-κρατικές ένοπλες ομάδες στις Νοτιοδυτικές και Βορειοδυτικές περιοχές τού Καμερούν κατά το 2019, ο άμαχος πληθυσμός είναι αντιμέτωπος με σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων […] μαζικό εκτοπισμό, επιθέσεις κατά περιουσιών, κάψιμο σπιτιών και χωριών, διαχωρισμός οικογενειών, απώλεια εγγράφων ταυτοποίησης, αυθαίρετη σύλληψη και κράτηση […] έλλειψη πρόσβασης σε βασικές υπηρεσίες που έχουν επηρεασθεί από την κρίση και σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων (δολοφονίες, στρατολόγηση παιδιών, απαγωγές, έμφυλη βία, κ.ά. […] Επιθέσεις κατά χωριών, κάψιμο σπιτιών και δολοφονίες έχουν καταγραφεί.».[10]

Περαιτέρω πηγές αναφέρουν ότι «το 80% των σχολείων έχουν κλείσει και πάνω από 600.000 παιδιά αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το σχολείο από την έναρξη της κρίσης το 2017», ως επίσης ότι «οι μαθητές αναγκάζονται να μείνουν στο σπίτι καθώς τα σχολικά τους κτίρια είτε κάηκαν είτε μετατράπηκαν σε στρατόπεδα αυτονομιστών», ενώ «επιβάλλονται επίσης από τους αυτονομιστές, αναγκαστικά μποϊκοτάζ στα σχολεία στις αγγλόφωνες περιοχές» και «η εκστρατεία 'επιστροφή στο σχολείο' που ξεκίνησε ο πρόεδρος δεν ενθάρρυνε την επιστροφή στα σχολεία».[11] Παρόμοιες πηγές αναφέρουν ειδικότερα ότι «700.000 παιδιά έχουν πληγεί από το κλείσιμο σχολείων στις βορειοδυτικές (NW) και νοτιοδυτικές (SW) περιοχές του Καμερούν [..], ως αποτέλεσμα της αγγλοφωνικής κρίσης που ξεκίνησε το 2016. Ορισμένες αυτονομιστικές ένοπλες ομάδες διαμαρτύρονται κατά του εκπαιδευτικού συστήματος της κυβέρνησης του Καμερούν (GoC) αναγκάζοντας τα σχολεία να κλείνουν και επιτίθενται σε μαθητές, καθηγητές και εκπαιδευτικές εγκαταστάσεις. Το 2017, οι αυτονομιστές επέβαλαν μποϊκοτάζ στην επίσημη εκπαίδευση [.] και τα περισσότερα σχολεία στις [αγγλόφωνες περιοχές] παρέμειναν κλειστά για τέταρτη συνεχή χρονιά [έκτοτε]» και συνάμα «παιδιά και δάσκαλοι έχουν απειληθεί, απαχθεί, παρενοχληθεί και σκοτωθεί επειδή πήγαν στο σχολείο», ενώ παράλληλα «[ο] αριθμός των δασκάλων έχει μειωθεί στις [αγγλόφωνες περιοχές], καθώς οι δάσκαλοι φοβούνται αντίποινα από τους αυτονομιστές που αντιτίθενται στην εκπαίδευση και τη μάθηση. Πολλοί δάσκαλοι κατέφυγαν σε άλλες περιοχές της χώρας ή αναγκάστηκαν να μην διδάσκουν.».[12]

Εκ των ως άνω καθίσταται σαφές ότι τα όσα ανέφερε ο αιτητής συνάδουν με διαθέσιμες πληροφορίες, ως φαινόμενα που απαντώνται στα πλαίσια της αγγλόφωνης κρίσης.

Όμως εν προκειμένω η καταφανής έλλειψη εσωτερικής συνοχής των λεγομένων του, ως ανωτέρω εξηγώ, δεν μπορεί να υπερκερασθεί από το ότι επιβεβαιώνεται ότι συμβάντα ως αυτά που ο αιτητής περιγράφει λαμβάνουν χώρα στο Καμερούν. Σημειώνω ότι αν το ότι συνάδει μια πληροφορία που δίδει ένας αιτητής με ΠΧΚ θεωρείτο αρκετό – άνευ ετέρου - για να ανατραπεί εύρημα περί παντελούς ελλείψεως εσωτερικής συνοχής, θα οδηγούσε σε αποδοχή ισχυρισμών οι οποίοι στερούνται βιωματικών στοιχείων αλλά και εύλογα αναμενόμενων λεπτομερειών, ως εν προκειμένω, και θα απέληγε σε «αφελή και ανεπιφύλακτη αποδοχή μιας συγκεκριμένης αφήγησης» (βλ. ανωτέρω απόσπασμα από εγχειρίδιο EASO). Ως δε στο ίδιο εγχειρίδιο, σελ.97, αναφέρεται «[…] είναι αναγκαία η επαγρύπνηση για καταστάσεις στις οποίες ορισμένοι αιτούντες μπορεί να προσαρμόσουν τους ισχυρισμούς τους ώστε να είναι συνεπείς με συναφείς ΠΧΚ, οι οποίες κατά την άποψή τους θα στηρίξουν την αίτησή τους.». Επίσης, στη σελ.131 τονίζεται σχετικώς ότι «[η] γενικευμένη προσβασιμότητα πολλών πηγών ΠΧΚ, μέσω του διαδικτύου ή άλλων μέσων ενημέρωσης, συνεπάγεται την ανάγκη οι δικαστικοί λειτουργοί να έχουν υπόψη τους την πιθανότητα ορισμένες αιτήσεις διεθνούς προστασίας να έχουν καταρτιστεί κατά τρόπο ώστε να είναι συνεπείς με τις συναφείς ΠΧΚ.»

Στη βάση και των ως άνω, είναι κατάληξη μου λοιπόν ότι τα όσα αναφέρει ο αιτητής, συνιστούν επινοήματα του ιδίου, προκειμένου να εντάξει το αφήγημα του στην κατάσταση που επικρατεί στη χώρα καταγωγής του. Δεδομένης όμως εδώ της σημαντικά τρωθείσας εσωτερικής συνοχής του αφηγήματος του αιτητή, ως ανωτέρω εξηγώ, οι ισχυρισμοί του δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί. Σημειώνω δε ότι στα πλαίσια της παρούσης ο αιτητής εκπροσωπείται δεόντως από δικηγόρο και συνεπώς αν ήθελε να προσφέρει περαιτέρω μαρτυρία ή στοιχεία προς διευκρίνηση των όποιων κενών ή ελλείψεων διαπιστώθηκαν, για τα οποία είναι δεόντως ενήμερος, θα μπορούσε να το πράξει δια σχετικού διαβήματος, όμως ουδέν έπραξε. Στην απουσία λοιπόν περαιτέρω μαρτυρίας που θα συμπλήρωνε τα κενά, ελλείψεις και αντιφάσεις, ως ανωτέρω λεπτομερώς καταγράφονται, είναι κατάληξη μου ότι τα κενά παραμένουν και δεν αφήνουν περιθώριο αποδοχής των ισχυρισμών του αιτητή. Θα συμφωνήσω λοιπόν με τα ευρήματα των καθ’ ων η αίτηση, ως καταγράφονται και πιο πάνω, ενόψει της τρωθείσας εσωτερικής συνοχής των ισχυρισμών του. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι, ως ο ίδιος αναφέρει (ερ.30), η σύζυγος και τα παιδιά του διαμένουν στον τόπο διαμονής του αιτητή προτού φύγει από τη χώρα (Loum, Littoral Region), χωρίς να αντιμετωπίζουν κάποιο πρόβλημα, παρότι και η σύζυγος του είναι δασκάλα, αφού, ως ο ίδιος αναφέρει, «είναι καλά εφόσον ζουν στη γαλλόφωνη περιοχή» (ερ.30, Χ14). Εξ αυτού καταδεικνύεται ότι το γεγονός και μόνο ότι ο αιτητής είναι δάσκαλος (έχει γίνει αποδεκτό στα πλαίσια του 1ου ουσιώδους ισχυρισμού) δεν αρκεί για να θέσει τον αιτητή σε κίνδυνο, νοούμενου ότι αυτός αναμένεται να επιστρέψει και να διαμείνει με την οικογένεια του στις γαλλόφωνες περιοχές, όπου αυτοί διαμένουν.  Ας σημειωθεί εδώ ότι τα περιστατικά που αναφέρει ο αιτητής ότι υπέστη σε διάφορα σημεία ελέγχου κατά τις μετακινήσεις του, ήτοι περιφρονητική συμπεριφορά και φραστικές επιθέσεις από τους στρατιώτες, δεν ενέχουν το επίπεδο σοβαρότητας ώστε να θεωρηθούν, άνευ ετέρου, πράξεις διώξεως.

Δεδομένης λοιπόν της απόρριψης του συνόλου του αφηγήματος του αιτητή απομένει μια επικαιροποιημένη επισκόπηση της γενικής κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής του (Loum, Littoral Region), όπου διαμένει και η οικογένεια του. Επί τούτου σημειώνω ότι ο προσδιορισμός από τους καθ’ ων η αίτηση του τόπου διαμονής του αιτητή στο Tombel, Southwest (ερ.86) δεν υποστηρίζεται από τα στοιχεία του φακέλου, καθώς, ως ο ίδιος ο αιτητής ανέφερε, ο ίδιος μετοίκησε στην πόλη Loum, στην περιφέρεια Littoral, ήδη από τον Μάρτιο 2018, περί το 1 ½ έτος προτού φύγει από τη χώρα, η δε οικογένεια του είναι εκεί (ερ.30-31).

Ο λάθος όμως προσδιορισμός του τόπου διαμονής του αιτητή από τους καθ’ ων η αίτηση, στη βάση του οποίου γίνεται και η σχετική εκτίμηση κινδύνου κατά την επιστροφή του, δεν μπορεί βεβαίως να οδηγήσει σε ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης, δεδομένου ότι, ως αναφέρεται, με αναφορά στην προηγούμενη νομολογία επί του ζητήματος, στην Ε.Δ.Δ.Δ.Π. αρ.41/2024, Μ. Α. ν. Δημοκρατίας, ημ.29/05/25, «ο έλεγχος ουσίας στην οποία το [παρόν] Δικαστήριο […] είναι θετικά διαπλαστικός, υπό την έννοια ότι δύναται να διαπλάσει το ίδιο το Δικαστήριο την πράξη που η Διοίκηση παράνομα εξέδωσε», στα πλαίσια της οποίας και μπορεί να συμπληρώσει «νομικό κενό με τη δική του κρίση, ασκώντας θετική δικαιοπλαστική εξουσία».

Εν προκειμένω λοιπόν θα γίνει εκτίμηση κινδύνου στη βάση του ορθού τόπου διαμονής του αιτητή, σύμφωνα με τα όσα πιο πάνω αναφέρω σχετικώς, ήτοι του Loum.

Αναφορικά με την πόλη Loum (της περιφέρειας Littoral), για το διάστημα των τελευταίων 12 μηνών (ημερομηνία τελευταίας επικαιροποίησης 13/02/26), καταγράφηκε μόλις ένα περιστατικό πολιτικής βίας (“Political violence”, στα οποία περιλαμβάνονται περιστατικά βίας κατ’ αμάχων, εκρήξεις, απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις, διαμαρτυρίες) και 28 σε όλο το Littoral, ο δε πληθυσμός της περιοχής ανέρχεται περί τα 4 εκατομμύρια και της πόλης Loum περί τις 650.000 κατοίκων. [13], [14]

Είναι κατάληξη μου, αποτιμώντας τις ως άνω πληροφορίες, ότι δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στην περιοχή όπου διέμενε, και στην οποία εύλογα αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας του στην περιοχή. Δεν μπορώ δε να εντοπίσω ιδιαίτερες περιστάσεις που επιτείνουν τον κίνδυνο ειδικώς για τον αιτητή σε σύγκρισή με τον γενικό πληθυσμό της περιοχής, στη βάση της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας» και λαμβανομένης υπόψη της φύσεως των περιστατικών που καταγράφηκαν, ως εκτίθενται πιο πάνω [15] (βλ. και απόφαση ΔΕΕ, ημ.10/06/21, C-901/19, CF and DN).

Σημειώνω ότι ο αιτητής είναι υγιής, περί των 47 ετών, ομιλεί, μεταξύ άλλων, και τη γαλλική γλώσσα, έχει προηγούμενη εργασιακή εμπειρία, έχει ζήσει στην πόλη Loum προτού φύγει από τη χώρα, διαθέτει εκεί οικογενειακό δίκτυο (σύζυγος και παιδιά) αλλά και θείους, θείες και αδέλφια στο Καμερούν.

Έπεται λοιπόν ότι ο αιτητής δεν κατάφερε να τεκμηριώσει βάσιμο φόβο «καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων» και δεν υφίστανται «ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη», ως αμφότερες αυτές οι έννοιες ορίζονται στα αρ.3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου.

Σχετικά τέλος με τους ισχυρισμούς ότι στο ερ.84 γίνεται αναφορά στη Νιγηρία (και όχι στο Καμερούν) δεν μπορούν να διαφοροποιήσουν την ως άνω κατάληξη μου, δεδομένου του ότι στο πρακτικό της επίδικης απόφασης αλλά και σε όλη την προηγούμενη έκθεση γίνεται εξέταση των δεδομένων αναφορικά με το Καμερούν. Συνεπώς η αναφορά σε Νιγηρία δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ότι εξ αβλεψίας ή και τυπογραφικού λάθους έγινε.

Ουδέν προσκομίστηκε στα πλαίσια της παρούσης που να ανατρέπει τα ως άνω.

Η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με έξοδα €800 υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή.

 

 

Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 

 



[1] Amnesty International (AI), Human Rights in Africa: Review of 2019 - Cameroon [AFR 01/1352/2020], 08 April 2020, available at: https://www.ecoi.net/en/document/2028266.html ; Human Rights Watch (HRW), World Report 2021 – Cameroon (Events of 2020), 13 January 2021, available at: https://www.ecoi.net/en/document/2043533.html (accessed on 05/08/2022)

[2] HRW, ‘These Killings can be Stopped’ (2018),21-22 διαθέσιμο σε https://www.ecoi.net/en/file/local/1438857/3175_1532282307_cameroon0718-web2.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 12/02/2024)

[3] Bertelsmann Foundation, ‘Bertelsmann Stiftung’ (χωρίς ημερομηνία), διαθέσιμο σε https://www.bfna.org/bertelsmann-stiftung/

[4] BTI, ‘Cameroon Country Report 2022’ (2022), διαθέσιμο σε https://bti-project.org/en/reports/country-report/CMR (ημ. πρόσβασης 12/02/24)

[5] The African Observer, ‘30 Women Freed After Abduction by Separatists in Cameroon’s Anglophone Region’ (2023), διαθέσιμο σε  https://theafricanobserver.com/30-women-freed-after-abduction-by-separatists-in-cameroons-anglophone-region/ (ημ. πρόσβασης 12/02/24)

[6] United Nations Economic and Social Council, Concluding observations on the fourth periodic report of Cameroon, E/C.12/CMR/CO/4, para. 4, 25 March 2019, available at: https://tbinternet.ohchr.org/_layouts/15/treatybodyexternal/Download.aspx?symbolno=E/C.12/CMR/CO/4&Lang=En

[7] Human Rights Watch (HRW), World Report 2021 – Cameroon (Events of 2020), 13 January 2021, available at:  https://www.ecoi.net/en/document/2043533.html; Amnesty International (AI), Human Rights in Africa: Review of 2019 - Cameroon [AFR 01/1352/2020], 08 April 2020, available at: https://www.ecoi.net/en/document/2028266.html (accessed on 11/08/2021)

[7] United Nations Office for the Coordination of Humanitarian Affairs (UN OCHA), Cameroon Humanitarian Needs Overview 2020 (revised June 2020), p. 9, June 2020, available at:  https://www.ecoi.net/en/file/local/2039302/cmr_hno_2020-revised_25062020_print.pdf

[8] United Nations Office for the Coordination of Humanitarian Affairs (UN OCHA), Cameroon Humanitarian Needs Overview 2020 (revised June 2020), p. 9, June 2020, available at:  https://www.ecoi.net/en/file/local/2039302/cmr_hno_2020-revised_25062020_print.pdf (acc.05/08/22)

[9] EASO, COI QUERY «Latest developments on security situation in Anglophone region between 1 January 2020 and 31 May 2021», σελ.8, available at: https://euaa.europa.eu/

[10] United Nations Office for the Coordination of Humanitarian Affairs (UN OCHA), Cameroon Humanitarian Needs Overview 2020 (revised June 2020), pp. 41-42, June 2020, available at:https://www.ecoi.net/en/file/local/2039302/cmr_hno_2020-revised_25062020_print.pdf (accessed on 05/08/2022)

[11] ACAPS, Cameroon: Escalation of the Anglophone crisis (Short note), 21 January 2020, https://www.acaps.org/fileadmin/Data_Product/Main_media/20200121_acaps_short_note_escalation_of_the_anglophone_crisis_cameroon_0.pdf, σελ. 2 [ημερ. πρόσβασης 12/05/2025]

[12] ACAPS, Cameroon: The education crisis in the Northwest and Southwest regions (Thematic report), 19 February 2021, https://www.acaps.org/fileadmin/Data_Product/Main_media/20210219_acaps_thematic_report_cameroon_education_crisis_north_west_south_west_regions.pdf, σελ. 1 και 4 [ημερ. πρόσβασης 12/05/2025

[13] Republique du Cameroun, Institut National de la Statistique, Agence Regional du Littoral, Littoral en chiffres, Edition 2022, σ. 9

https://ins-cameroun.cm/wp-content/uploads/2023/06/Littoral-en-chiffres-ed2022_Francais.pdf

[14] World Population Review, Cameroon, Loum, https://worldpopulationreview.com/cities/cameroon/loum , τελευταία πρόσβαση 19/02/2026.

[15] Εγχειρίδιο EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική ανάλυση, σελ.26-28, διαθέσιμο εδώ: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο