Α.Κ. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθ. Αρ.: 5129/24, 25/2/2026
print
Τίτλος:
Α.Κ. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθ. Αρ.: 5129/24, 25/2/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθ. Αρ.: 5129/24

25 Φεβρουαρίου, 2026

[Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, ΔΔΔΔΠ.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

Α.Κ.  

Αιτητής

-και-

 

Κυπριακής Δημοκρατίας  μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

Καθ' ων η Αίτηση

 

Α. Ζηντίλης (κ) για  Ανδρέας Κ. Ζηντίλης & Σία Δ.Ε.Π.Ε., Δικηγόροι για τον Αιτητή

Κ. Σάββα (κα), Δικηγόρος για τους Καθ' ων η Αίτηση.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π:   Με την παρούσα προσφυγή ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση, ημερομηνίας 29/11/2024, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για διεθνή προστασία ως άκυρη. Εναλλακτικά αιτείται την αναγνώρισή του ως δικαιούχο συμπληρωματικής προστασίας βάσει του άρθρου 19 του περί Προσφύγων Νόμου. Εναλλακτικά αιτείται απόφαση με την οποία να αναγνωρίζεται ότι σε περίπτωση επιστροφής του στη Γουινέα θα παραβιαστεί η αρχή της μη επαναπροώθησης βάσει των άρθρων 2 και 3 της ΕΣΔΑ.   

 

Τα ουσιώδη γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, ως έχουν τεθεί στην Ένσταση των Καθ' ων η Αίτηση, έχουν ως ακολούθως:

 

Ο Αιτητής είναι υπήκοος Γουινέας και στις  16/01/2020 υπέβαλε αίτηση για διεθνή προστασία. Προς εξέταση του αιτήματός του διεξήχθη συνέντευξη στην Υπηρεσία Ασύλου στις 23/09/2024 από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου.

 

Στις 29/11/2024 ο αρμόδιος λειτουργός  της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε έκθεση-εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία εγκρίθηκε αυθημερόν. Στις 29/11/2024 ετοιμάστηκε επιστολή γνωστοποίησης της απορριπτικής απόφασης του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου προς τον Αιτητή, μαζί με συνοδευτική επιστολή αιτιολόγησης της απόφασης, οι οποίες παραδόθηκαν και παραλήφθηκαν  από τον Αιτητή στις 11/12/2024.  

 

Στις 31/12/2024 καταχωρήθηκε η υπό κρίση προσφυγή.

 

Στην αγόρευσή τους, οι συνήγοροι του Αιτητή επανέλαβαν γενικά λόγους ακυρώσεως της επίδικης απόφασης και αφού παρέθεσαν τους ουσιώδεις ισχυρισμούς του Αιτητή τους οποίους προέβαλε κατά την συνέντευξη, ισχυρίστηκαν ότι η απόφαση των Καθ’ ων η Αίτηση είναι άκυρη και παράνομη και/χωρίς νομικό αποτέλεσμα. Επιπλέον ισχυρίζονται ότι η απόφαση τελεί υπό πλάνη περί τα πράγματα χωρίς την διεξαγωγή δέουσας έρευνας λόγω του προσωπικού φόβου και εκφοβισμού που δέχεται στην χώρα καταγωγής του του εξαιτίας των απειλών και της κακομεταχείρισης που αντιμετώπιζε από του θείους του οι οποίοι επιβουλεύονταν την περιουσία των αποβιωσάντων γονέων του. Σημειώνουν επίσης ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε κατά παράβαση των διατάξεων του Συντάγματος και των αρχών του Διοικητικού Δικαίου, κατόπιν πλημμελούς και μη επαρκούς έρευνας και είναι πλήρως αναιτιολόγητη επί της ουσίας της, ενώ δεν έγινε αντιληπτή η σοβαρότητα της κατάστασης που τυχόν θα αντιμετωπίσει αν απελαθεί προς την χώρα του αφού διατρέχει κίνδυνο η ζωή του.

 

Η συνήγορος των Καθ' ων η Αίτηση, με τη δική της αγόρευση, αναπτύσσει επιχειρηματολογία προς αντίκρουση των λόγων ακυρώσεως που προβάλλονται από τους συνήγορους του Αιτητή και εισηγείται ότι η επίδικη απόφαση έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, μετά από δέουσα έρευνα και σωστή ενάσκηση των εξουσιών που δίδει ο Νόμος στους Καθ΄ ων η Αίτηση και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης και ότι η επίδικη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη. Περαιτέρω, οι Καθ'ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι οι λόγοι ακύρωσης που προβάλλει ο Αιτητής δεν αναπτύσσονται επαρκώς και δεν θα πρέπει να τύχουν εξέτασης από το παρόν δικαστήριο ως νομολογιακά εγκαταλειφθέντες.

 

Κατά το στάδιο των διευκρινίσεων και δή κατά την ακροαματική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου ο συνήγορος του Αιτητή προώθησε ως λόγο ακύρωσης μόνο την έλλειψη δέουσας έρευνας. Η ευπαίδευτη συνήγορος των Καθ’ ων η Αίτηση υιοθέτησε το περιεχόμενο τόσο της ένστασής όσο και της γραπτής αγόρευσής τους.

 

Στο σημείο αυτό επισημαίνεται ότι το παρόν Δικαστήριο κέκτηται δικαιοδοσίας να εξετάσει και την ορθότητα της παρούσας υπόθεσης, η οποία απορρέει από τα εδάφια (2), (3) και (4) του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018(Ν. 73(Ι)/ 2018) ως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα. Προς το σκοπό αυτό, κρίνω σκόπιμη την παράθεση των ισχυρισμών του Αιτητή, ως αυτοί προβλήθηκαν καθόλη τη διαδικασία εξέτασης του αιτήματός του.

 

Κατά το στάδιο υποβολής της αίτησης διεθνούς προστασίας ο Αιτητής  κλήθηκε να καταγράψει τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του και τους λόγους για τους οποίους δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτήν. Στο σχετικό τμήμα της αίτησης (βλ. ερυθρό 1 και 15 του διοικητικού φακέλου) ο Αιτητής αναφέρθηκε σε κακομεταχείριση και  βασανιστήρια που υπέστη από την οικογένεια του πατέρα του. Ανέφερε επιπλέον ότι είναι ορφανός και ανήλικος γεννηθείς την 01/01/2003. Δήλωσε ότι είναι μουσουλμάνος εθνοτικής καταγωγής soussou και άγαμος.

 

Κατά τη διάρκεια της πρώτης του συνέντευξης για διεθνή προστασία, ο Αιτητής δήλωσε ότι γεννήθηκε στην περιφέρεια Kindia της Γουινέας, στις 01/01/2003. Εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του τον Νοέμβριο του 2019 και εισήλθε στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές στις 16/01/2020, παράνομα μέσω των κατεχομένων περιοχών.

Ανέφερε ότι πάσχει από φυματίωση και ψυχιατρικά προβλήματα. Επίσης, δήλωσε ότι ταξίδεψε με το διαβατήριό του, το οποίο πλέον δεν έχει στην κατοχή του.

 

Ως προς το οικογενειακό του υπόβαθρο, ανέφερε ότι έχει έναν μικρότερο αδελφό. Οι γονείς του απεβίωσαν περίπου πέντε χρόνια πριν εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του· η μητέρα του απεβίωσε από ασθένεια στην κοιλιακή περιοχή και ο πατέρας του από φυσικά αίτια. Μετά τον θάνατο των γονέων του, διέμενε με τον αδελφό του στο πατρικό τους σπίτι, στο οποίο μετακόμισαν επίσης συγγενείς από την πατρική οικογένεια, ήτοι δύο θείες και ένας θείος του.

 

Ο Αιτητής ανήκει στη φυλή Soussou (Susu), ομιλεί τη τοπική γλώσσα Susu και γαλλικά, και είναι μουσουλμάνος στο θρήσκευμα. Έχει ολοκληρώσει τα οκτώ πρώτα έτη της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης στη χώρα του, χωρίς να συνεχίσει τη φοίτησή του λόγω οικονομικών δυσκολιών. Κατά τον ελεύθερο χρόνο του ασχολείτο με το ποδόσφαιρο.

 

Ανέφερε ότι αναχώρησε αεροπορικώς από το αεροδρόμιο της Γουινέας και αφίχθη στις μη ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές, από όπου εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες. Ταξίδεψε, όπως δήλωσε, με τον αδελφό κάποιου φίλου του, χωρίς να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την έξοδό του από τη χώρα καταγωγής του. Ερωτηθείς σχετικά με το πώς επιβίωνε οικονομικά μετά τον θάνατο των γονιών του, ανέφερε ότι δεν εργαζόταν, ωστόσο μαγείρευε και έπλενε σε εστιατόρια με αντάλλαγμα το φαγητό, ενώ τον στήριζαν και οι γονείς ενός φιλικού του προσώπου με τους οποίους διέμενε.

 

Κληθείς να εκθέσει τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής ανέφερε ότι, μετά τον θάνατο των γονιών του, διέμενε με τον μικρότερο αδελφό του στο πατρικό σπίτι, το οποίο διεκδικούσε η οικογένεια του πατέρα του. Ανέφερε ότι τόσο ο ίδιος όσο και ο αδελφός του αναγκάστηκαν να διακόψουν τη φοίτησή τους, καθώς δεν διέθεταν τους οικονομικούς πόρους να συνεχίσουν. Η οικογένεια του πατέρα του, όπως είπε, τους χτυπούσε, τους απειλούσε και τους καταδίωκε, προκειμένου να εγκαταλείψουν την οικία.

 

Ο Αιτητής δήλωσε ότι αρνήθηκε να φύγει, καθώς δεν είχε άλλη στέγη. Περιέγραψε ένα περιστατικό κατά το οποίο, επιστρέφοντας από το σχολείο, πληροφορήθηκε ότι ο αδελφός του είχε καταδιωχθεί από συγγενείς. Όταν επέστρεψε στο σπίτι, οι θείες του απουσίαζαν λόγω εργασίας, όμως όταν επέστρεψαν, τον ρώτησαν γιατί βρισκόταν εκεί και αν «ήθελε να πεθάνει». Όταν ο Αιτητής αντέδρασε, ο θείος του τού πέταξε μια πέτρα, οπότε και διέφυγε.

 

Μία ημέρα αργότερα επέστρεψε στο πατρικό του σπίτι, όμως ήδη είχε χωριστεί από τον αδελφό του. Τότε δέχθηκε εκ νέου απειλές ότι θα τον σκοτώσουν εάν επιστρέψει. Επικοινώνησε με θείο του στην περιοχή Guinea-Bissau, στον οποίο ανέφερε ότι δεν γνώριζε πού βρισκόταν ο αδελφός του και ότι ο ίδιος κοιμόταν στους δρόμους ή στο σπίτι φίλου του. Ο θείος αυτός επικοινώνησε με την οικογένεια του φίλου του Αιτητή, και ο μεγαλύτερος αδελφός του φίλου τού συνέστησε να εγκαταλείψει τη χώρα, καθώς κινδύνευε η ζωή του. Ο ίδιος θείος από τη Guinea-Bissau συμφώνησε να χρηματοδοτήσει το ταξίδι του για να εγκαταλείψει τη χώρα. Ο Αιτητής ανέφερε ότι στόχος του ήταν να μεταβεί στην Ολλανδία, ωστόσο, κατόπιν οδηγιών του αδελφού του φίλου  του, εισήλθε τελικώς στην Κύπρο.

 

Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Κύπρο, έλαβε ενημέρωση ότι μέλη της οικογένειας της μητέρας του, συμπεριλαμβανομένου του αδελφού του και του θείου που τον βοήθησε να εγκαταλείψει τη χώρα, μετέβησαν στο πατρικό σπίτι για να υπερασπιστούν τον αδελφό του έναντι της οικογένειας του πατέρα του. Έπειτα από συμπλοκή μεταξύ των δύο οικογενειών, ο αδελφός του Αιτητή απεβίωσε (Ερ. 33, 2χ του Δ.Φ.).

 

Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις σχετικά με τα πρόσωπα που τον κακομεταχειρίζονταν, ο Αιτητής ανέφερε ότι επρόκειτο για δύο θείες και έναν θείο, αδέλφια του πατέρα του, εκ των οποίων η μία ήταν επιχειρηματίας. Η αιτία της κακομεταχείρισης, όπως υποστήριξε, ήταν η διεκδίκηση της πατρικής περιουσίας, η οποία αποτελούνταν από δύο κατοικίες και χρηματικό ποσό σε τραπεζικό λογαριασμό. Σύμφωνα με τον ίδιο, οι θείοι του προέβησαν σε μεταβίβαση των τίτλων ιδιοκτησίας και έλαβαν και το χρηματικό ποσό.

 

Ερωτηθείς εάν κατήγγειλε τα περιστατικά αυτά στην αστυνομία, ανέφερε ότι δεν υπήρχε χρόνος και ότι δεν διέθετε τηλέφωνο, ωστόσο, την αστυνομία ενημέρωσε σχετικά ο θείος του. Ερωτηθείς πώς επικοινώνησε μαζί με τον θείο  του, ο Αιτητής ανέφερε ότι τηλεφώνησε από δημόσιο τηλεφωνικό θάλαμο. Σχετικά με το γιατί δεν έκανε το ίδιο για να επικοινωνήσει με την αστυνομία, δεν έδωσε απάντηση.

 

Κληθείς να αποσαφηνίσει τη δήλωσή του ότι αναγκάστηκε να διακόψει το σχολείο λόγω έλλειψης οικονομικών πόρων, ενώ ανέφερε αργότερα ότι έμαθε ότι ο αδελφός του διωκόταν από τους συγγενείς τους όταν επέστρεφε από το σχολείο, ο Αιτητής εξήγησε ότι τα  δίδακτρα πληρώνονταν ανά έτος και  ότι δεν διέκοψε άμεσα τη φοίτησή του. Σε ερώτηση γιατί έλαβε ο ίδιος βοήθεια για να εγκαταλείψει τη χώρα, ενώ ο αδελφός του παρέμεινε στη Γουινέα, δεν έδωσε απάντηση. Σε ερώτηση εάν υπέστη ο ίδιος οποιαδήποτε βλάβη ή επίθεση πριν αναχωρήσει, απάντησε αρνητικά.

 

Σε ερώτηση σχετικά με το ποιος είναι πλέον ιδιοκτήτης του πατρικού του σπιτιού, ανέφερε ότι δεν γνωρίζει. Όσον αφορά τον λόγο που συνεχίζει, όπως είπε, να απειλείται από την οικογένεια του πατέρα του, αν και έχουν ήδη λάβει τους τίτλους της περιουσίας, δεν απάντησε. Ερωτηθείς γιατί δεν ανέφερε εξαρχής τον θάνατο του αδελφού του, απάντησε ότι ο αδελφός του απεβίωσε όταν ο ίδιος βρισκόταν ήδη στην Κύπρο.

 

Κατά τη δεύτερη συνέντευξή του, ο Αιτητής κλήθηκε να περιγράψει το περιεχόμενο του USB που παρέδωσε κατά την πρώτη συνέντευξη. Ανέφερε ότι περιέχει φωτογραφικό και οπτικοακουστικό υλικό που αποδεικνύει τους ισχυρισμούς του. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι στο υλικό απεικονίζεται η διαμάχη του μικρότερου αδελφού του στο πατρικό σπίτι, καθώς και φωτογραφίες από την επίθεση που δέχθηκε ο θείος του. Σε μία από αυτές φαίνεται ο θείος του τραυματισμένος στο πάτωμα, ενώ υπάρχει και φωτογραφία συγγενούς από την οικογένεια της μητέρας του.Ερωτηθείς πώς έλαβε το εν λόγω υλικό, ανέφερε ότι του το απέστειλε φίλος του από τη χώρα καταγωγής του.

 

Προς επίρρωση των ισχυρισμών του ο Αιτητής προσκόμισε τα εξής έγγραφα/στοιχεία:

-      Ο Αιτητής δεν είχε οποιοδήποτε έγγραφο στο οποίο να υποδηλώνεται η ταυτότητά του (Ερ. 33, χ1 του Δ.Φ.)

-      USB με φωτογραφικό και οπτικοακουστικό υλικό, που σύμφωνα με τον Αιτητή απεικονίζουν συγγενικά του πρόσωπα (Ερ. 40 του Δ.Φ.)

-      Αντίγραφο εργαστηριακών εξετάσεων του Γενικού Νοσοκομείο Λευκωσίας (Τροόδους) που αναφέρει διάγνωση με πνευμονική φυματίωση (Ερ. 28,27 του Δ.Φ.).

-      Ιατρική Βεβαίωση ημερομηνίας 13/11/2024 από ειδικό Πνευμονολόγο- Φυματιολόγο, όπου αναγράφεται πως ο Αιτητής δεν έχει πλέον στοιχεία ενεργού νοσήματος (Ερ. 46 του Δ.Φ.)

 

 

Ο λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου στην εισηγητική του έκθεση διέκρινε δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς, έναν αναφορικά με το προφίλ, ταυτότητα και ιθαγένεια του Αιτητή και έναν δεύτερο ισχυρισμό αναφορικά με την κακομεταχείριση του Αιτητή από τους θείους του με τους οποίους διέμενε, οι οποίοι επιβουλεύονταν την περιουσία τον γονέων του.

 

Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός έγινε δεκτός καθώς οι ισχυρισμοί του χαρακτηρίσθηκαν από αξιοπιστία.

 

Ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν έγινε αποδεκτός καθώς οι ισχυρισμοί του Αιτητή  κρίθηκαν ότι δεν είχαν την απαιτούμενη ικανοποιητική επάρκεια λεπτομερειών, ενώ ο Αιτητής υπέπεσε σε αντιφάσεις, σε έλλειψή επαρκών πληροφοριών και έλλειψή ευλογοφάνειας. Ειδικότερα, ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να δώσει επαρκείς πληροφορίες αναφορικά με τις θείες και τον θείο του  εκ του πατρός με τους οποίους διέμενε. Επιπλέον οι ισχυρισμοί του Αιτητή παρουσίασαν έλλειψη ευλογοφάνειας  και οι απαντήσεις του κρίθηκαν ως μη ικανοποιητικές όσον αφορά τα μέτρα που έλαβε για να προστατευθεί από την ισχυριζόμενη κακομεταχείριση του από τους θείους του κατά τη διάρκεια των πέντε ετών που διέμενε μαζί τους, ενημερώνοντας τις αρχές της χώρας του. Έλλειψη ευλογοφάνειας διαφάνηκε και στον ισχυρισμό του Αιτητή ότι ο θείος τους βοήθησε μόνο τον ίδιο να διαφύγει από τη χώρα καταγωγής του και δεν βοήθησε τον μικρό του αδελφό ενώ σε σχετική διευκρινιστική ερώτηση ο Αιτητής δεν έδωσε απάντηση.

 

Ο λειτουργός επιπλέον διαπίστωσε αντίφαση στον ισχυρισμό του Αιτητή ότι αφού απεβίωσαν οι γονείς του αναγκάσθηκε να διακόψει τη φοίτησή του στο σχολείο ενώ στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι καθώς μία μέρα επέστρεφε από το σχολείο έμαθε πως οι θείοι του κυνηγούσαν τον αδελφό του. Όταν του ζητήθηκε δε να διευκρινίσει τις δηλώσεις του, ο Αιτητής ανέφερε ότι τα δίδακτρα είχαν καταβληθεί στην αρχή του έτους οπότε δεν διέκοψε την φοίτηση του άμεσα με αποτέλεσμα να υποπέσει σε εκ νέου ασάφεια.

 

Ο λειτουργός διαπίστωσε περαιτέρω έλλειψη ευλογοφάνειας στους ισχυρισμούς του Αιτητή που πλήττει τον πυρήνα του αιτήματός του που εστιάζεται στο φόβο δίωξής του από τους θείους του. Συγκεκριμένα αναφορικά με τους τίτλους ιδιοκτησίας των περιουσιακών στοιχείων του πατέρα του, και ερωτηθείς να αναφέρει τον λόγο που διώκεται από τους θείους του αφού τους εν λόγω τίτλους ιδιοκτησίας κατέχουν οι συγγενείς του εκ του πατρός, ο Αιτητής δεν έδωσε κάποια απάντηση.

 

Επιπρόσθετα, αντίφαση παρατηρήθηκε και στον ισχυρισμό του Αιτητή αναφορικά με την οικογένεια του, που όπως ανέφερε αποτελείται από τον ίδιο και τον αδελφό του καθώς οι γονείς τους έχουν αποβιώσει ενώ σε μεταγενέστερη δήλωσή του ανέφερε ότι ο αδελφός του είχε επίσης αποβιώσει. Κληθείς να αποσαφηνίσει την αντίφασή του αυτή ο Αιτητής ανέφερε ότι ο αδελφός του απεβίωσε όταν ο Αιτητής βρισκόταν ήδη στη Κύπρο, απάντηση που κρίθηκε ως μη ικανοποιητική ενώ παρουσιάζει περαιτέρω έλλειψη ευλογοφάνειας.

 

Κατά την αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας του εν λόγω ισχυρισμού, ο αρμόδιος λειτουργός προχώρησε στην αξιολόγηση του USB που προσκόμισε ο Αιτητής κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του. Συγκεκριμένα ο Αιτητής ανέφερε ότι το εν λόγω USB περιέχει φωτογραφικό υλικό και οπτικοακουστικό υλικό από διαμάχη μεταξύ των συγγενών της μητέρας του και του πατέρα του ενώ κληθείς να περιγράψει συγκεκριμένη φωτογραφία ο Αιτητής ανέφερε ότι είναι τραυματισμένος συγγενής λόγω του διαπληκτισμού χωρίς να δώσει κάποια επιπρόσθετη πληροφορία.

 

Περαιτέρω ο λειτουργός έπειτα από διερεύνηση των δηλώσεων του Αιτητή καθώς και την εξέταση του περιεχομένου των φωτογραφιών διέκρινε μεν την απεικόνιση κάποιων τραυματισμένων ατόμων ωστόσο δεν κατέστη δυνατή η ταυτοποίηση τους και επομένως έκρινε ότι δεν αποδεικνύονται τα λεγόμενα του Αιτητή. Ο λειτουργός έλαβε επιπλέον υπόψη του την ηλικία του Αιτητή τόσο κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του όσο και κατά τη διάρκεια των περιστατικών που κατά τους ισχυρισμούς του τον ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του, κρίνοντας ωστόσο ότι το δεδομένο της ανηλικότητας του Αιτητή δεν αποτελεί στοιχείο που να δικαιολογεί την παραχώρηση του ευεργετήματος της αμφιβολίας.  Καταληκτικά ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής δεν υποστήριξε επαρκώς τον ισχυρισμό του για κακομεταχείριση από τους θείους του ενώ υπέπεσε σε αντιφάσεις, έλλειψη επαρκών πληροφοριών και οι εξηγήσεις του δεν χαρακτηρίσθηκαν από ευλογοφάνεια με αποτέλεσμα η εσωτερική του αξιοπιστία να μην τεκμηριώνεται. Ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός απορρίφθηκε από τον λειτουργό.

 

Κατά το στάδιο της αξιολόγησης κινδύνου και επί τη βάσει του μοναδικού ισχυρισμού που έγινε αποδεκτός, ήτοι τα προσωπικά στοιχεία και τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, ο λειτουργός, αφού παρέθεσε πληροφορίες για την γενική κατάσταση ασφαλείας στην Γουινέα και πιο συγκεκριμένα στην Kindia, έκρινε ότι δεν υπάρχει εύλογη πιθανότητα εκείνος να αντιμετωπίσει κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής του, λαμβάνοντας υπόψιν τις προσωπικές του περιστάσεις, ήτοι ενήλικας νέος άνδρας, υγιής, έχοντας αποκτήσει επαρκές επίπεδο εκπαίδευσης και ανήκων στην φυλή Susu.

   

Κατά το στάδιο της νομικής ανάλυσης, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε αρχικά ότι o Αιτητής δεν εμπίπτει στις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου για χορήγηση προσφυγικού καθεστώτος, καθότι βάσει των δηλώσεών του, του προφίλ του και της εκτίμησης κινδύνου, δεν προκύπτει ούτε το υποκειμενικό ούτε το αντικειμενικό στοιχείο που τεκμηριώνουν βάσιμο φόβο δίωξης σε περίπτωση επιστροφής του για κανένα από τους προβλεπόμενους λόγους.

 

Επιπλέον, κατά την αξιολόγηση του νομοθετικού πλαισίου για το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι ο κίνδυνος που μπορεί να αντιμετωπίσει ο Αιτητής κατά την επιστροφή του στη Kindia της Γουινέας, δεν συνιστά πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης σύμφωνα με το άρθρο 19 (2) (α) του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ως πραγματικός κίνδυνος βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας δυνάμει του άρθρου 19 (2) (β). Αναφορικά δε με το άρθρο 19 (2) (γ)  του ανωτέρω Νόμου, ο  αρμόδιος λειτουργός έκρινε πως, επί τη βάσει πληροφοριών από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στην περιοχή τελευταίας διαμονής του Αιτητή, δηλαδή της πόλης Kindia της Γουινέας, ότι δεν λαμβάνει χώρα εσωτερική ή διεθνής ένοπλη σύρραξη που να θέτει τον Αιτητή σε πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης λόγω αδιάκριτης βίας και μόνο με την παρουσία του εκεί.

 

Ως εκ τούτου, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι ο Αιτητής δεν δικαιούται ούτε το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας. Τέλος, ο αρμόδιος λειτουργός εισηγήθηκε την απόρριψη του αιτήματός του περί χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας.

 

Με βάση τα πιο πάνω και τα στοιχεία τα οποία η διοίκηση είχε ενώπιον της, κατά το χρόνο εξέτασης του αιτήματος του Αιτητή, διαφαίνεται ότι προέβη σε επαρκή έρευνα καθότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή, αξιολογήθηκαν από τους Καθ' ων η Αίτηση τόσο ως προς την εσωτερική, όσο και ως προς την εξωτερική τους αξιοπιστία και διαπιστώθηκε ότι η αξιοπιστία του Αιτητή δεν ήταν ικανοποιητική. Τα ευρήματα του λειτουργού ήταν ορθά και τεκμηριωμένα, με παραπομπές στους ισχυρισμούς που πρόβαλε ο Αιτητής κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του και δεν διακρίνω να εμφιλοχώρησε στην επίδικη απόφαση πλάνη περί τα πράγματα. Είναι δε πάγια νομολογημένο ότι η έρευνα είναι επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το θέμα που εξετάζεται (βλ. Motorways Ltd v. Δημοκρατίας Α.Ε. 2371/25.6.99).

 

Αξιολογώντας το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου και την εισηγητική έκθεση του αρμόδιου λειτουργού, κρίνω ότι στον Αιτητή έγιναν επαρκείς ερωτήσεις για να διερευνηθεί ο πυρήνας του αιτήματός του για διεθνή προστασία αλλά ορθά κρίθηκε ότι δεν ήταν σε θέση να παράσχει ικανοποιητικές και επαρκείς πληροφορίες σχετικά με τα ισχυριζόμενα περιστατικά και να υποστηρίξει με σαφήνεια και ευλογοφάνεια τους ισχυρισμούς και το αίτημα του. Στην παρούσα υπόθεση, οι Καθ' ων η αίτηση είχαν ενώπιον τους όλα τα στοιχεία τα οποία ορθώς συνηγορούσαν στο ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή ήταν ασυνεπείς και αντιφατικοί με αποτέλεσμα την μη τεκμηρίωση της εσωτερικής του αξιοπιστίας.

 

Εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός, μετά από μελέτη της εισηγητικής έκθεσης, ενέκρινε την εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού και ορθά και νόμιμα απέρριψε το αίτημα του Αιτητή. Η έρευνα που είχε προηγηθεί ήταν επαρκής και είχαν συλλεγεί και διερευνηθεί όλα τα ουσιώδη στοιχεία σε συνάρτηση πάντα με τους ισχυρισμούς που είχε προβάλει ο Αιτητής, όπως αναλύεται ανωτέρω. Η δε απόφαση είναι πλήρως αιτιολογημένη και συμπληρώνεται και από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου (βλ. άρθρο 29 του Ν. 158(Ι)/1999, Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου κ.α. ν. Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 1171 και Διογένους ν. Δημοκρατίας (1999) 4 Α.Α.Δ. 371 και Στέφανος Φράγκου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 270).

 

Επίσης, εκ των όσων παρατέθηκαν ανωτέρω, διαφαίνεται ξεκάθαρα ότι ο Αιτητής δεν πληροί ούτε τις προϋποθέσεις για την υπαγωγή του σε καθεστώς πρόσφυγα δυνάμει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου ούτε συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει των προνοιών του άρθρου 19(2) (α) και (β) του περί  Προσφύγων Νόμου, καθότι ως αναφέρθηκε και ανωτέρω, δεν τεκμηριώνεται από τους ισχυρισμούς του Αιτητή  παρελθούσα δίωξη ή φόβος δίωξης, ούτε στοχοποίησή της από οποιονδήποτε κρατικό ή μη κρατικό δρώντα. Προκειμένου δε να εφαρμοστούν οι πρόνοιες των συγκεκριμένων άρθρων και να υπαχθεί αιτητής σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει αυτών, απαιτείται υψηλός βαθμός εξατομίκευσης των περιστάσεων που σχετίζονται με τον επικαλούμενο φόβο[1]. Στην παρούσα υπόθεση δεν διαπιστώνω να συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις.

 

Αναφορικά με την υπαγωγή σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, το οποίο προϋποθέτει ουσιώδεις λόγους να πιστεύεται ότι ο Αιτητής θα υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας, λόγω αδιακρίτως ασκούμενης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, υπάρχει ευρεία νομολογία τόσο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015, ECLI:CY:AD:2015:D619, ECLI:CY:AD:2015:D619) όσο και του ΔΕΕ (βλ. C-285/12, A. Diakit? v. Commissaire general aux r?fugi?s et aux apatrides, 30/01/2014, C-465/07, Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie17/02/2009), καθώς επίσης και του ΕΔΔΑ (βλ. K.A.B. v. Sweden, 886/11, 05/09/2013 (final 17/02/2014), Sufi and Elmi v. the United Kingdom, 8319/07 and 11449/07, 28/11/2011) στις οποίες ερμηνεύεται η έννοια της αδιακρίτως ασκούμενης βίας και της ένοπλης σύρραξης και τίθενται κριτήρια ως προς τη σοβαρότητα του κινδύνου που προϋποτίθεται για την αξιολόγηση των περιπτώσεων στις οποίες εξετάζεται η πιθανότητα παραχώρησης συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Εν προκειμένω, σύμφωνα με τις δηλώσεις του Αιτητή και βάσει της αξιολόγησης της αξιοπιστίας των ισχυρισμών του ως παρατέθηκε ανωτέρω, η πόλη από όπου κατάγεται ο Αιτητής και στην οποία διέμεινε πριν εγκαταλείψει τη χώρα του ήταν η Kindia. Προκειμένου δε να διαπιστωθεί εάν συντρέχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής θα αντιμετωπίσει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, ως οι διατάξεις του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, το Δικαστήριο ανέτρεξε σε επικαιροποιημένες πηγές πληροφόρησης για τη χώρα του Αιτητή, προς εξέταση της κατάστασης που επικρατεί σε αυτήν και συγκεκριμένα στην πόλη Kindia.

 

Όσον αφορά τη γενική κατάσταση ασφαλείας στη Γουινέα, εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφέρουν ότι μετά το πραξικόπημα υπό την ηγεσία του στρατού το 2021, η Δημοκρατία της Γουινέας έχει παραμείνει σε μεγάλο βαθμό ειρηνική, με μια αναπτυσσόμενη οικονομία βασισμένη στον ορυκτό της πλούτο[2]. Ωστόσο, η χώρα αντιμετωπίζει σημαντικές πολιτικές και οικονομικές προκλήσεις, με υψηλό ποσοστό φτώχειας[3]. Σύμφωνα με οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η χώρα έχει σημειώσει περιορισμένη πρόοδο προς μια δημοκρατική μετάβαση, με ενδείξεις αυξανόμενων περιορισμών στον πολιτικό και τον κοινωνικό χώρο[4]. Επιπλέον, η έκθεση της Human Rights Watch που δημοσιεύθηκε το 2025 και καλύπτει γεγονότα που έλαβαν χώρα κατά το 2024, αναφέρει ότι οι στρατιωτικές αρχές συνέχισαν την καταστολή των μέσων ενημέρωσης, της αντιπολίτευσης και των διαφωνούντων[5]. Τον Δεκέμβριο του 2022, η στρατιωτική χούντα είχε δεσμευθεί να διεξαγάγει προεδρικές και βουλευτικές εκλογές έως τον Δεκέμβριο του 2024, ως μέρος ενός μεταβατικού χάρτη που είχε συμφωνηθεί με την Οικονομική Κοινότητα των Δυτικο-αφρικανικών Κρατών (Economic Community of West African States -ECOWAS)[6].

 

Σύμφωνα δε με το RULAC, μια πρωτοβουλία της «Geneva Academy of International Humanitarian Law and Human Rights» για τον προσδιορισμό και την καταγραφή των ενόπλων συγκρούσεων, η Γουινέα δεν βρίσκεται υπό ένοπλη σύρραξη[7]. Σύμφωνα με την βάση δεδομένων ACLED και για σκοπούς πληρότητας της έρευνας,  έχουν καταγραφεί στη Γουινέα κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 31/10/2025), 86 περιστατικά πολιτικής βίας (“Political violence”, που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), με 22 συνδεόμενους θανάτους[8].

 

Όσον αφορά τη πόλη Kindia τόπος τελευταίας διαμονής της Αιτήτριας, σύμφωνα με τη πιο πάνω βάση δεδομένων και κατά την ίδια περίοδο έχουν καταγραφεί 4 περιστατικά πολιτικής βίας χωρίς ωστόσο ανθρώπινες απώλειες[9]. Να σημειωθεί επίσης ότι ο πληθυσμός της Γουινέας (καταμέτρηση 2025) ανέρχεται στα 15,100,000 ενώ o πληθυσμός της περιοχής Kindia σύμφωνα με πρόσφατη εκτίμηση (2025) ανέρχεται στα  117,062[10].

 

Εκ των ανωτέρω πληροφοριών, δεν εντοπίζεται η ύπαρξη ένοπλης σύγκρουσης στην χώρα ή την περιοχή προηγούμενης συνήθους διαμονής του Αιτητή, απαραίτητη προϋπόθεση εφαρμογής του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου και δεν φαίνεται να υφίσταται πραγματικός κίνδυνος να θιγεί προσωπικά άμαχος υπό την έννοια του ως άνω άρθρου.

 

Επομένως, στη βάση των όσων αναλύθηκαν ανωτέρω, κρίνω πως ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει ότι πάσχει η ορθότητα και νομιμότητα της επίδικης απόφασης και ότι στο πρόσωπό του πληρούνται οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στο καθεστώς του πρόσφυγα ή για να του παραχωρηθεί καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου (Ν. 6(Ι)/2000) και της Σύμβασης της Γενεύης του 1951.

 

Ως εκ τούτου, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Επιδικάζονται €800 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.

 

Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 



[1] CJEU, C- 465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji v.  Staatssecretaris van Justitie, ECLI:EU:C:2009:94,  <https://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf?text=&docid=76788&pageIndex=0&doclang=EL&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=5184758> (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 31/01/2023):  «32. Συναφώς, παρατηρείται ότι οι όροι «θανατική ποινή», «εκτέλεση» καθώς και «βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία του αιτούντος» του άρθρου 15, στοιχεία α΄ και β΄, της οδηγίας, χαρακτηρίζουν περιπτώσεις στις οποίες ο αιτών επικουρική προστασία διατρέχει ειδικώς τον κίνδυνο βλάβης συγκεκριμένης μορφής. 33. Αντιθέτως, η κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας βλάβη, καθόσον συνίσταται σε «σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας» του αιτούντος, αναφέρεται σε ένα γενικότερο κίνδυνο βλάβης

[2] Bertelsmann Stiftung, Guinea Country Report 2024, 19 March 2024, https://bti-project.org/en/reports/country-report/GIN (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 12/11/2025)

[3] World Bank, The World Bank in Guinea, accessed 25 September 2025, www.worldbank.org/en/country/guinea/overview;  Africa Center for Strategic Studies, Guinea: Despite Protests, Military Junta Angles to Perpetuate Its Hold on Power, 13 January 2025, https://africacenter.org/spotlight/2025- elections/guinea/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 12/11/2025)

[4] Amnesty International, The State of the World's Human Rights: Guinea 2024, 29 April 2025, www.ecoi.net/en/document/2124720.html; Africa Center for Strategic Studies, Guinea: Despite Protests, Military Junta Angles to Perpetuate Its Hold on Power, 13 January 2025, https://africacenter.org/spotlight/2025-elections/guinea/;  Human Rights Watch (HRW), Guinea: Rights at Risk as Promised Transition Derails, 2 December 2024, www.ecoi.net/en/document/2118571.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 12/11/2025)

 

 

[5] HRW - Human Rights Watch, World Report 2025 – Guinea, 16 January 2025, https://www.hrw.org/world-report/2025/country-chapters/guinea,  (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 12/11/2025)

 

 

[6] ISS - Institute for Security Studies,  ECOWAS support remains crucial for Guinea’s peaceful transition, 19 October 2023, available at: https://issafrica.org/iss-today/ecowas-support-remains-crucial-for-guineas-peaceful-transition?utm_source=BenchmarkEmail&utm_campaign=ISS_Weekly&utm_medium=email (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 12/11/2025)

[7] RULAC, Geneva Academy, map, available at: https://www.rulac.org/browse/map (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 12/11/2025)

 

 

[8] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Guinea, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 12/11/2025)

[9] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Guinea, Kindia, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 12/11/2025)

[10] Guinea Population 2025: https://worldpopulationreview.com/countries/guinea  (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 12/11/2025)

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο