ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ. 608/2023
25 Φεβρουαρίου, 2026
[X. ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Ε. Ν. Μ.
Αιτητή
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας
μέσω Διευθυντή της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η αίτηση
....................
Ο αιτητής εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου
Γεωργία Καρατσιόλη για Νίκο Α. Λοΐζου & Χρίστο Γ. Χριστούδια, Δικηγόρος για τον αιτητή
Μάσσιμο Αμπελώμος, Δικηγόρος της Δημοκρατίας για τους καθ' ων η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Ο αιτητής προσφεύγει με την παρούσα αίτηση ακυρώσεως εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 07/12/2022, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
Όπως προκύπτει από την Ένσταση που καταχωρήθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο που εκπροσωπεί τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας τα γεγονότα της υπό εξέταση περίπτωσης έχουν ως κατωτέρω: Ο αιτητής είναι υπήκοος Καμερούν και συμπλήρωσε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας στις 25/11/2019, αφού εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές στις 24/11/2019. Στις 26/11/209 ο αιτητής παρέλαβε τη Βεβαίωση Υποβολής Αιτήματος Διεθνούς Προστασίας («Confirmation of Submission of an Application for International Protection»).
Στις 08/11/2022, πραγματοποιήθηκε η συνέντευξη του αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο (στο εξής: E.U.A.A.). Την 01/12/2022, ο αρμόδιος λειτουργός ετοίμασε Έκθεση - Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου σχετικά με τη συνέντευξη του αιτητή. Στη συνέχεια, στις 07/12/2022 ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου υιοθέτησε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας του αιτητή και αποφάσισε την επιστροφή του στο Καμερούν.
Στις 20/01/2023, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε επιστολή στην οποία συμπεριέλαβε την αιτιολόγηση της απόφασής της σχετικά με το αίτημα του αιτητή, η οποία παραλήφθηκε από τον αιτητή στις 24/01/2023. Στη συνέχεια, ο αιτητής καταχώρισε την υπό εξέταση προσφυγή στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας μέσω του συνηγόρου του, αμφισβητώντας την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου.
Η ευπαίδευτη συνήγορος του αιτητή, κατά τη δικάσιμο όπου η υπόθεση ήταν ορισμένη για διευκρινίσεις και παρουσίαση φακέλου, απέσυρε όλους τους νομικούς ισχυρισμούς που προωθούσε μέσω της Γραπτής της Αγόρευσης και δήλωσε πως προωθεί το νομικό ισχυρισμό περί έλλειψης δέουσας αιτιολογίας, κατά τη λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης, εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου. Κατά συνέπεια, οι νομικοί ισχυρισμοί που αποσύρθηκαν, απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο κατά την ίδια δικάσιμο.
Ο ευπαίδευτος συνήγορος των καθ' ων η αίτηση, μέσω της Γραπτής του Αγόρευσης, αλλά και προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου, υποστηρίζει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης και αναφέρει πως αυτή έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, κατόπιν δέουσας έρευνας αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά στοιχεία της υπόθεσης και αναφέρει πως η προσβαλλόμενη απόφαση είναι δεόντως αιτιολογημένη. Επιπλέον, εισηγείται ότι ο αιτητής δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος απόδειξης των λόγων ακυρώσεως και των ισχυρισμών του που θεμελιώνουν το αίτημά του για παραχώρηση διεθνούς προστασίας, καθώς δεν απέδειξε βάσιμο φόβο δίωξης για κάποιον από τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου έτσι ώστε να του αναγνωρισθεί το καθεστώς του πρόσφυγα, αλλά ούτε απέδειξε ότι δύναται να του χορηγηθεί το καθεστώς της συμπληρωματικής προστασίας. Κατά συνέπεια, εισηγείται πως η υπό εξέταση προσφυγή θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο και να επικυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
Θα πρέπει να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με τον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση και επί της ουσίας. Το γεγονός αυτό, οφείλεται στο ότι η υπό εξέταση υπόθεση αφορά αίτηση που χρονικά εμπίπτει στις προϋποθέσεις του άρθρου 11 του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), οι οποίες δίδουν στο Δικαστήριο την υποχρέωση ελέγχου νομιμότητας και ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.
Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ορθά απέρριψε το αίτημα του αιτητή για χορήγηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Θεωρώ χρήσιμο να καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που πρόβαλε ο αιτητής σε όλα τα στάδια της εξέτασης του αιτήματός του, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν το αρμόδιο όργανο αποφάσισε μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της σχετικής νομοθεσίας και αν εξέδωσε δεόντως αιτιολογημένη απόφαση.
Ο αιτητής κατά την υποβολή του αιτήματος διεθνούς προστασίας κατέγραψε ότι εγκατέλειψε τη χώρα του στις 27/09/2019 και έφτασε στις μη ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές. Πληροφορήθηκε από κάποιο πράκτορα ότι θα μπορούσε να εργαστεί στην Κυπριακή Δημοκρατία με ικανοποιητικό μισθό. Ωστόσο, διαπίστωσε απροσδόκητα ότι οι πληροφορίες αυτές δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα. Κατόπιν τούτου, βρέθηκε σε κατάσταση σύγχυσης και απογοήτευσης, χωρίς κατάλυμα και χωρίς υποστήριξη από οποιοδήποτε πρόσωπο. Παράλληλα, λόγω της συνεχιζόμενης κρίσης στη χώρα καταγωγής του, δεν είχε τη δυνατότητα επιστροφής, καθώς η οικογένειά του είχε εκτοπιστεί και είχαν προκληθεί εκτεταμένες ζημιές στο χωριό του και γενικότερα στη χώρα. Κατά το ενδιάμεσο διάστημα, διέμενε προσωρινά με φίλους στον δρόμο, μέχρι που κατάφερε να συγκεντρώσει το ποσό των 300 ευρώ για να εισέλθει στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές και να υποβάλει αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας (ερυθρό 4 του διοικητικού φακέλου).
Κατά τη διάρκεια της προφορικής του συνέντευξης και ως προς τα προσωπικά του στοιχεία, ο αιτητής δήλωσε ότι κατάγεται από το Καμερούν και συγκεκριμένα δήλωσε ότι γεννήθηκε στο χωριό Takwai της Νοτιοδυτικής περιφέρειας του Καμερούν. Ο αιτητής κατά διαστήματα διέμεινε στην περιοχή Lebialem, Ebegwa και Buea της Νοτιοδυτικής περιφέρειας, στην πόλη Bamenda της Βορειοδυτικής περιφέρειας Douala και στη Kumba. Ως τελευταίο τόπο διαμονής του, ο αιτητής δήλωσε την περιοχή καταγωγής του, το χωριό Takwai της Νοτιοδυτικής περιφέρειας του Καμερούν όπου διέμεινε μέχρι το 2018 που αναχώρησε από τη χώρα (ερυθρό 56 Χ1 του διοικητικού φακέλου).
Ο αιτητής δήλωσε χριστιανός καθολικός, ανήκων στην φυλή Bayangi (ερυθρά 61 Χ1 και 57 Χ1 του διοικητικού φακέλου). Μητρική του γλώσσα είναι η Kenyang, ομιλεί την αγγλική και μερικώς την γαλλική (ερυθρό 53 Χ1 του διοικητικού φακέλου). Ως προς το μορφωτικό του επίπεδο, ο αιτητής ανέφερε ότι ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Αν και ξεκίνησε τις σπουδές του στο πανεπιστήμιο της Buea ως νοσοκόμος (ερυθρό 53 Χ2 του διοικητικού φακέλου), λόγω της κρίσης του 2016 τις διέκοψε (ερυθρά 54 Χ2 και 53 Χ1 του διοικητικού φακέλου). Στη χώρα του εργαζόταν σε φυτεία κακάο στο χωριό Takwai και ως πωλητής φρούτων στην πόλη Douala (ερυθρό 53 Χ2 του διοικητικού φακέλου). Ο αιτητής δήλωσε ότι οι γονείς του απεβίωσαν όταν ο ίδιος ήταν στην ηλικία των 5 ετών και έχει ένα μικρότερο αδερφό ο οποίος βρίσκεται στη πόλη Mutengene του Καμερούν. Ως προς την οικογενειακή του κατάσταση, ανέφερε ότι παντρεύτηκε με παραδοσιακό γάμο και η σύζυγός του επίσης υπήκοος Καμερούν, βρίσκεται μαζί του στη Δημοκρατία. Επιπλέον δήλωσε ότι στη χώρα του διαθέτει ευρύτερη οικογένεια οι οποίοι βρίσκονται στο Καμερούν και με τους οποίους διατηρεί επικοινωνία (ερυθρά 55 Χ2, 56 Χ2, 55 Χ1, 54 Χ 1του διοικητικού φακέλου).
Όσον αφορά το ταξίδι του προς τη Δημοκρατία, ο αιτητής εγκατέλειψε τη χώρα του στις 27/09/2018, χρησιμοποιώντας το διαβατήριο του, για να εισέλθει στις μη ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές όπου παρέμεινε για περίπου ένα χρόνο ως φοιτητής σε πανεπιστήμιο, ωστόσο λόγω οικονομικών δυσκολιών τις διέκοψε. Κατόπιν συμβουλής ενός φίλου του, εισήλθε στην Κυπριακή Δημοκρατία για να αιτηθεί διεθνούς προστασίας. Τέλος, δήλωσε ότι ταξίδεψε μόνος του και ότι δεν αντιμετώπισε κανένα πρόβλημα κατά την έξοδο του από τη χώρα. Ο αιτητής ανέφερε πως όταν βρισκόταν στις μη ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές απώλεσε τη τσάντα του με όλα τα προσωπικά του έγγραφα (ερυθρά 52 Χ2 και 51 Χ1 του διοικητικού φακέλου).
Κατά την ελεύθερή του αφήγηση ως προς τους λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα, ο αιτητής ανέφερε ότι λόγω της κρίσης στο Καμερούν, το χωριό του δεν ήταν πλέον ασφαλές και αδυνατούσε να συνεχίσει τη δραστηριότητά του στην επιχείρηση κακάο, από την οποία εξασφάλιζε τα απαραίτητα για τη φοίτησή του. Όπως περαιτέρω ανέφερε, οι δολοφονίες, τα βασανιστήρια και οι κλοπές χρημάτων εις βάρος νεαρών καθιστούσαν αδύνατη την επιβίωσή του στο χωριό. Ο αιτητής αναγκάστηκε να επικοινωνήσει με την ξαδέλφη του, η οποία τον υποστήριζε κατά τη διάρκεια των σπουδών του. Ωστόσο, το περιβάλλον ήταν ιδιαιτέρως επικίνδυνο και απειλητικό για τη ζωή του, γεγονός που δεν του επέτρεπε να παραμείνει εκεί. Ως εκ τούτου, η ξαδέλφη του, η οποία διέμενε στη Douala, κατέβαλε προσπάθειες προκειμένου να συγκεντρώσει το απαιτούμενο χρηματικό ποσό για το ταξίδι του και εν τέλει αναχώρησε από το χωριό του το 2018. Συνέχισε την αφήγησή του αναφέροντας ότι η κατάσταση στην περιοχή ήταν δύσκολη, καθώς σημειώνονταν δολοφονίες παιδιών και βρεφών, εμπρησμοί κατοικιών, καθώς και καταστροφές σχολείων και νοσοκομείων. Τα ανωτέρω και ιδίως οι δολοφονίες και οι εμπρησμοί οικιών, συνιστούσαν τον κύριο λόγο για τον οποίο δεν ήταν δυνατόν να παραμείνει στον τόπο του (ερυθρά 51 Χ2 του διοικητικού φακέλου).
Επιπρόσθετα, ο αιτητής ανέφερε ότι στο Καμερούν είναι αναγκαίο να μετακινείται κανείς σε διάφορες περιοχές προκειμένου να εξεύρει εργασία. Ωστόσο, επεσήμανε ότι για άτομα προερχόμενα από την αγγλόφωνη περιοχή, η εξασφάλιση εργασίας καθίσταται ιδιαιτέρως δύσκολη. Συγκεκριμένα, δήλωσε ότι όταν κάποιος από την τη Νοτιοδυτική περιφέρεια μεταβαίνει, στη, Παράκτια και Κεντρική περιφέρεια, (Littoral Region και Centre Regions) για αναζήτηση εργασίας, αντιμετωπίζει σοβαρά εμπόδια λόγω γλωσσικών και κοινωνικών διακρίσεων. Όπως πρόσθετα ισχυρίστηκε, η μη γνώση της γαλλικής γλώσσας δυσχεραίνει σημαντικά την πρόσβαση στην αγορά εργασίας. Ακόμη και στις περιπτώσεις όπου εξευρίσκεται εργασία, αυτή συνοδεύεται από χαμηλές απολαβές, αυξημένες ώρες απασχόλησης και δυσμενείς συνθήκες. Παράλληλα, ανέφερε ότι οι αγγλόγωνοι αντιμετωπίζουν ρατσιστική συμπεριφορά, λόγω της καταγωγής τους από την αγγλόφωνη περιοχή με τη χρήση προσβλητικών και ρατσιστικών εκφράσεων εις βάρος τους. Ανέφερε ακόμα ότι κατά τη διάρκεια της πρακτικής του άσκησης στο Daido, δεν υπήρχε υποστήριξη στην αγγλική γλώσσα, ενώ νοσηλευτές, ιατροί και ασθενείς προέβαιναν σε ρατσιστικές συμπεριφορές εναντίον του.
Ο αιτητής αναφέρθηκε και στις απλές καθημερινές συναλλαγές και στη δυσκολία επικοινωνίας λόγω της γλώσσας. Σε σχέση με την πρακτική του άσκηση, ο αιτητής ανέφερε ότι του ζητήθηκε να προσκομίσει γραπτή άδεια από κυβερνητική αρχή της Yaound?, επειδή δεν προερχόταν από γαλλόφωνη περιοχή. Επειδή δεν εξασφάλισε την απαιτούμενη έγκριση από τον Υπουργό, το αποτέλεσμα ήταν να απορριφθεί. Επιπλέον, ανέφερε ότι κατά την αναζήτηση εργασίας, ακόμη και πριν συναντήσει αρμόδιο πρόσωπο, του ζητείτο χρηματικό ποσό ως δωροδοκία από γραμματειακό προσωπικό. Όλη αυτή η μεταχείριση ήταν ιδιαίτερα απογοητευτική και δεν μπορούσε να την ανεχθεί, γεγονός που τον οδήγησε στην απόφαση να μην παραμείνει στη χώρα.
Αναφορικά με την κατάσταση της υγείας του, ο αιτητής δήλωσε ότι, όταν μετέβη σε νοσοκομείο στη Douala για επανέλεγχο χειρουργικής επέμβασης στην οποία είχε υποβληθεί σε ηλικία περίπου οκτώ ετών, δεν του επετράπη να εξεταστεί από ιατρό. Ως εκ τούτου, εξακολουθεί να αντιμετωπίζει το ίδιο πρόβλημα υγείας μέχρι σήμερα, χωρίς να έχει λάβει την αναγκαία φαρμακευτική αγωγή. Τέλος, ο αιτητής ανέφερε ότι ακόμη και οι στρατιωτικοί, κατά τις μετακινήσεις από το χωριό προς άλλες πόλεις, απαιτούσαν χρηματικά ποσά ως δωροδοκία, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις προέβαιναν σε κατάσχεση αγαθών ή προκαλούσαν καθυστερήσεις. Καταλήγει ότι, υπό τις συνθήκες αυτές, δεν μπορούσε να εξασφαλίσει ούτε επαρκή ιατρική περίθαλψη, ούτε εργασία, ούτε προστασία από τις αρχές της χώρας του.
Κληθείς ο αιτητής να αναφέρει τι πιστεύει ότι θα του συμβεί σε περίπτωση που θα επέστρεφε στη χώρα του, ο αιτητής αποκρίθηκε ότι δεν σκέφτεται να επιστρέψει. Πρόσθεσε ότι υπάρχουν περιπτώσεις ανθρώπων που συνελήφθησαν κατά την άφιξη τους και φυλακίστηκαν ή τους ζητήθηκαν μεγάλα χρηματικά ποσά για την απελευθέρωσή τους. Ακόμα ανέφερε ότι στην περιοχή από όπου κατάγεται δεν είναι ασφαλής καθότι υπάρχουν συχνά περιστατικά απαγωγών και δολοφονιών, αναφερόμενος σε συγκεκριμένο περιστατικό απαγωγής 6 καθολικών ιερέων στην πόλη Mamfe (ερυθρό 50 Χ1 του διοικητικού φακέλου).
Κατά το στάδιο των διευκρινιστικών ερωτήσεων δόθηκε η ευκαιρία στον αιτητή μέσω πρόσθετων ερωτήσεων να εμπλουτίσει την επιχειρηματολογία του και να αποσαφηνίσει τα κρίσιμα γεγονότα της αφήγησής του. Αρχικά, ζητηθείς να περιγράψει την κατάσταση στο χωριό του, ανέφερε ότι ήταν δύσκολο να αντέξουν γιατί τον περισσότερο καιρό βρίσκονταν σε θαμνώδεις περιοχές («bush») επειδή ο στρατός περιπολούσε με βαριά θωρακισμένα αυτοκίνητα. Από το Lebialem, που είναι ένα από τα πιο στοχευμένα μέρη, μέχρι το Mamfe, λάμβαναν χώρα διάφορα περιστατικά και ο αιτητής διέμενε ανάμεσα στις δύο αυτές περιοχές. Νεαρά πρόσωπα, όπως ο αιτητής, στοχοποιούνταν επειδή τους υποπτευόντουσαν ως αυτονομιστές. Δύο φίλοι του σκοτώθηκαν, πυροβολήθηκαν από τον στρατό του BIR. Ο λόγος όπως εξήγησε που διέφευγαν στις δασώδεις περιοχές ήταν για να σωθούν. Όταν του ζητήθηκε να αναφέρει πως επηρέασαν τον ίδιο προσωπικά οι δολοφονίες, οι απαγωγές και οι κλοπές, ανέφερε ότι ήταν δύσκολο για τον ίδιο να ασχοληθεί με την κακαοκαλλιέργεια του καθότι δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί στη δουλειά του και επίσης γιατί φοβόταν (ερυθρό 49 Χ1 του διοικητικού φακέλου).
Επαναλήφθηκε η ερώτηση για το πως τα περιστατικά που συνέβησαν στην περιοχή του επηρέασαν τον ίδιο προσωπικά και ο αιτητής εξήγησε ότι συνέβαιναν συνεχείς δολοφονίες και επιδρομές του στρατού ενώ παράλληλα δρούσαν και οι αυτονομιστές με αποτέλεσμα να μην υπάρχει σταθερότητα. Δήλωσε ακόμα, ότι σε περίπτωση που άφηναν προϊόντα ή χρηματικά ποσά στις οικίες τους, τα έκλεβαν είτε οι αυτονομιστές είτε οι στρατιωτικοί. Ο ίδιος φοβήθηκε πολύ όταν δύο φίλοι του ενώ έπαιζαν ποδόσφαιρο σκοτώθηκαν στην προσπάθεια τους να διαφύγουν, τοποθετώντας χρονικά το περιστατικό το έτος 2017 (ερυθρό 49 Χ2 του διοικητικού φακέλου). Ως προς την αναφορά του ότι ο στρατός υποψιαζόταν τους νέους ως αυτονομιστές και ερωτηθείς αν ο ίδιος θεωρείτο από το στρατό αυτονομιστής, απάντησε θετικά (ερυθρό 49 Χ2 του διοικητικού φακέλου).
Απαντώντας ο αιτητής σε σχετικές ερωτήσεις για τις σπουδές του ως νοσοκόμος, αρχικά ανέφερε ότι τις διέκοψε λόγω της οικονομικής δυσκολίας που αντιμετώπιζε. Κατά δεύτερο λόγο δεν μπορούσε να τις συνεχίσει στην πόλη Buea λόγω της κρίσης του 2016 καθώς η εκπαίδευση παρουσίαζε αστάθεια. Σε προσωπικό επίπεδο επανέλαβε ότι ο ίδιος αντιμετώπιζε οικονομικές δυσκολίες. Σε ερώτηση αναφορικά με το πώς ήταν δυνατόν να πραγματοποιήσει πρακτική άσκηση ως νοσηλευτής, δεδομένου ότι είχε διακόψει τις σπουδές του, ο αιτητής απάντησε ότι το πρόγραμμα σπουδών περιλάμβανε υποχρεωτική πρακτική άσκηση σε κάθε στάδιο φοίτησης. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι με την ολοκλήρωση του πρώτου έτους οι φοιτητές είχαν τη δυνατότητα να συμμετέχουν σε πρακτική άσκηση που αντιστοιχούσε στο επίπεδο σπουδών τους. Ο ίδιος δήλωσε ότι είχε ολοκληρώσει ένα εξάμηνο σπουδών και ότι μετά την ολοκλήρωση του πρώτου εξαμήνου, πραγματοποιείται η πρώτη πρακτική άσκηση, ακολουθούμενη από μετάβαση στο επόμενο επίπεδο. Όπως διευκρίνισε, πρακτική άσκηση προβλέπεται σε κάθε εξάμηνο του προγράμματος. Ερωτηθείς για το είδος εργασίας που θα μπορούσε να ασκήσει σε περίπτωση επιστροφής του στο Καμερούν, ο αιτητής δήλωσε ότι πάντοτε επιθυμούσε να ακολουθήσει την καριέρα του νοσηλευτή. Ωστόσο, ανέφερε ότι, προκειμένου να το επιτύχει, θα έπρεπε προηγουμένως να επιστρέψει στις σπουδές του και να τις ολοκληρώσει (ερυθρό 48 Χ1 του διοικητικού φακέλου).
Σε διευκρινιστική ερώτηση κατά πόσο θα μπορούσε να εργαστεί ως νοσηλευτής, δεδομένου ότι δεν ολοκλήρωσε τις σπουδές του, απάντησε αρνητικά. Αναφορικά με το κατά πόσο αντιμετώπισε προβλήματα κατά τη διάρκεια της πρακτικής του άσκησης στο Καμερούν λόγω της ιδιότητάς του ως νοσηλευτή, ο αιτητής ανέφερε ότι, εφόσον δεν τον θεωρούσαν πλήρως καταρτισμένο νοσηλευτή, οι δυσκολίες ήταν περιορισμένες. Εντούτοις, επανέλαβε ότι αντιμετώπισε ρατσιστική συμπεριφορά, καθώς και άρνηση από πλευράς νοσηλευτών και ιατρών να τον καθοδηγήσουν ή να τον εκπαιδεύσουν. Δήλωσε ότι αυτές ήταν οι βασικές προκλήσεις που αντιμετώπισε (ερυθρό 48 Χ2 του διοικητικού φακέλου).
Κληθείς ο αιτητής να εξηγήσει προηγούμενη δήλωση του ότι, ως άτομο προερχόμενο από την αγγλόφωνη περιοχή, δεν μπορούσε να λάβει την καλύτερη δυνατή ιατρική περίθαλψη, ο αιτητής ανέφερε ότι δεν είχε πρόσβαση σε επαρκείς και ποιοτικές ιατρικές υπηρεσίες. Ειδικότερα, ανέφερε ότι, βάσει των αποτελεσμάτων εργαστηριακών εξετάσεων, πιθανόν να μην μπορεί να αποκτήσει παιδιά. Υποστήριξε ότι η κατάσταση αυτή συνδέεται με το γεγονός ότι στο Καμερούν δεν υποβλήθηκε σε κατάλληλες και επαρκείς ιατρικές εξετάσεις. Επιπλέον, δήλωσε ότι στην Κυπριακή Δημοκρατία ενημερώθηκε πως ενδέχεται να αντιμετωπίζει πρόβλημα τεκνοποίησης, το οποίο σχετίζεται με το χαμηλό επίπεδο ιατρικής φροντίδας που είχε λάβει στο Καμερούν (ερυθρό 48 Χ2 του διοικητικού φακέλου).
Ερωτηθείς εάν του επετράπη να λάβει θεραπεία στο νοσοκομείο της Douala, ο αιτητής απάντησε ότι κατά την επίσκεψή του, του ανέφεραν ότι χρειαζόταν ειδικό γιατρό. Του δόθηκε ραντεβού για την επόμενη ημέρα, ωστόσο τελικά δεν κατέστη δυνατό να συναντήσει τον γιατρό, καθώς συνεχώς του έδιναν νέα ραντεβού. Σε διευκρινιστική ερώτηση σχετικά με το αν ζήτησε ιατρική βοήθεια από άλλο φορέα, ο αιτητής ανέφερε ότι προσέφυγε σε ιδιωτικό νοσοκομείο, αλλά τα έξοδα ήταν πολύ υψηλά. Σε ερώτηση αν δοκίμασε να επισκεφθεί κάποιο άλλο δημόσιο νοσοκομείο, απάντησε αρνητικά, εξηγώντας ότι είχε απογοητευτεί από το σύστημα του πρώτου νοσοκομείου και δεν ήθελε να αντιμετωπίσει παρόμοια προβλήματα ξανά (ερυθρό 47 Χ1 του διοικητικού φακέλου).
Σχετικά με τις αναφερθείσες ρατσιστικές συμπεριφορές που αντιμετώπισε στην εργασία του, ο αιτητής διευκρίνισε ότι επρόκειτο για σχόλια όπως: «είστε από τη νοτιοδυτική περιοχή της Bamenda, εσείς προκαλείτε προβλήματα στο Καμερούν, δεν είστε Καμερουνέζοι». Όπως επιπλέον ανέφερε, τα σχόλια αυτά προέρχονταν από νοσηλευτές και ιατρούς στο περιφερειακό νοσοκομείο της Douala, όπου παρέμεινε για δύο με τρεις εβδομάδες (ερυθρό 47 Χ1 του διοικητικού φακέλου).
Ακολούθως ο αιτητής αναφέρθηκε σε παραδείγματα από την καθημερινότητα, τις δυσκολίες και διακρίσεις που αντιμετώπιζε από τους γαλλόφωνους. Συγκεκριμένα, δήλωσε ότι υπήρξε περίπτωση που ζήτησε εξηγήσεις για την κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος ή νερού και του απάντησαν ότι θα πρέπει να απευθυνθεί στην αγγλόφωνη πλευρά. Επιπλέον, αναφέρθηκε στις δυσκολίες στην εύρεση εργασίας για άτομα από τις αγγλόφωνες περιοχές (ερυθρό 47 Χ2 του διοικητικού φακέλου). Ο αιτητής ανέφερε ότι προσωπικά προσπάθησε να εξεύρει εργασία στο γαλλόφωνο τμήμα της χώρας, χωρίς επιτυχία. Ανέφερε ότι επισκέφθηκε ένα εργοτάξιο στη Douala, όπου του αρνήθηκαν την πρόσληψη με το επιχείρημα ότι δεν μιλούσε γαλλικά και ότι δεν υπήρχε θέση για αυτόν όπως επίσης και σε άλλες εργασίες όπου του συμπεριφέρθηκαν με παρόμοιο τρόπο. Ο αιτητής υπογράμμισε ότι η έλλειψη γνώσης της γαλλικής γλώσσας ήταν καθοριστικό εμπόδιο στην εύρεση εργασίας (ερυθρό 46 Χ1 του διοικητικού φακέλου).
Ερωτηθείς για το χρονικό διάστημα που διέμενε στις γαλλόφωνες περιοχές, ο αιτητής αποκρίθηκε ότι δε μπορεί να προσδιορίσει με ακρίβεια το χρονικό διάστημα παραμονής του. Όπως εξήγησε, κάποιες φορές παρέμενε για μερικές εβδομάδες και άλλες για αρκετούς μήνες. Κατά τη διάρκεια της κρίσης, όταν η καλλιέργεια κακάου βρισκόταν σε κρίσιμη φάση, μετέβη στις γαλλόφωνες περιοχές για να πραγματοποιήσει πρακτική άσκηση. Συνολικά, όπως εκτίμησε, παρέμεινε εκεί λιγότερο από ένα χρόνο ή περίπου ένα χρόνο (ερυθρό 46 Χ1 του διοικητικού φακέλου).
Στη συνέχεια, όταν του ζητήθηκε να αναφέρει αν θα μπορούσε να εγκατασταθεί στην πόλη Douala, όπου εκεί βρίσκεται η ξαδέρφη του αποκρίθηκε αρνητικά. Πρόσθεσε ότι λόγω της επικρατούσας κατάστασης στο Καμερούν ακόμα και στη Douala οι αγγλόφωνοι αποτελούν στόχο και έχουν διαπραχθεί πολλές δολοφονίες αγγλόφωνων καθότι πολλοί αγγλόφωνοι μετέβησαν στη πόλη Douala. Ο αιτητής εξήγησε ότι, σύμφωνα με την εμπειρία και τις παρατηρήσεις του, οι αγγλόφωνοι που μεταβαίνουν στη Douala συχνά θεωρούνται στόχος. Όπως ανέφερε, ορισμένοι δεν μπορούν να είναι ελεύθεροι, καθώς θεωρούνται απειλή λόγω της καταγωγής τους. Υπάρχουν, όπως ανέφερε, κρησφύγετα για αγγλόφωνους στη Douala, τα οποία ερευνά η αστυνομία, όπως στο Bonaberi, όπου συχνά πηγαίνουν αγγλόφωνοι για προστασία. Σε ερώτηση αν ο ίδιος προσωπικά δεν έχει στοχοποιηθεί από την κυβέρνηση του Καμερούν και εάν υπάρχει λόγος να πιστεύει ότι θα γίνει στόχος, ο αιτητής απάντησε καταφατικά. Ανέφερε ότι, λόγω της αγγλόφωνης προέλευσής του, θεωρείται «κύριος ύποπτος» απλώς και μόνο επειδή είναι αγγλόφωνος, γεγονός που τον κάνει να αισθάνεται ότι θα μπορούσε να στοχοποιηθεί. Κατά το κλείσιμο της συνέντευξης, ο αιτητής δήλωσε ότι δεν προτίθεται να επιστρέψει στη χώρα του. Όπως ανέφερε, η έλλειψη κατάλληλης ιατρικής φροντίδας είχε σοβαρές συνέπειες για την υγεία του, καθώς από τις ιατρικές εκθέσεις προκύπτει ότι ενδέχεται να μην μπορέσει να αποκτήσει παιδιά (ερυθρά 46 και 45 του διοικητικού φακέλου).
Ο αρμόδιος λειτουργός αξιολογώντας τους ισχυρισμούς που παρέθεσε ο αιτητής κατά τη συνέντευξή του, διέκρινε στην έκθεση - εισήγησή του τρείς ουσιώδεις ισχυρισμούς, οι οποίοι προκύπτουν από τις δηλώσεις του αιτητή ως κατωτέρω: (1) Την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής, τα προσωπικά στοιχεία και το προφίλ του αιτητή, (2) ότι ο αιτητής εγκατέλειψε το Καμερούν λόγω της γενικότερης κρίσης στην περιοχή συνήθους διαμονής του και (3) ότι κατά την παραμονή του στις γαλλόφωνες περιοχές της χώρας αντιμετώπισε δυσκολίες λόγω του ότι είναι αγγλόφωνος.
Ο λειτουργός έκανε αποδεκτό τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό του αιτητή, καθώς οι δηλώσεις του κρίθηκαν συνεκτικές με επαρκείς πληροφορίες, ενώ διασταυρώθηκαν από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης. Ομοίως, ο αρμόδιος λειτουργός έκανε αποδεκτό τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό του αιτητή ότι δηλαδή εγκατέλειψε τη χώρα λόγω της γενικότερης κρίσης στη περιοχή συνήθους διαμονής του. Ο λειτουργός έκρινε ότι ο αιτητής παρείχε επαρκείς λεπτομέρειες για την αγγλόφωνη κρίση στη χώρα του, ότι υπήρξε μάρτυρας εμπρησμών οικιών, νοσοκομείων και σχολείων. Ακόμα ο λειτουργός επεσήμανε ότι ο αιτητής αναφέρθηκε σε περιστατικό το έτος 2017 όπου ο ίδιος κατάφερε να διαφύγει όταν πλησίαζε ο στρατός, ενώ δύο φίλοι του σκοτώθηκαν. Καταληκτικά ο λειτουργός σημείωσε ότι περιέγραψε λεπτομερώς την επικρατούσα κατάσταση στην περιοχή που διέμενε. Κατά την αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας του ισχυρισμού, κατόπιν έρευνας σε έγκυρες εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, ο λειτουργός επιβεβαίωσε τα λεγόμενα του αιτητή και ως εκ τούτου αποδέχτηκε το δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό.
Ομοίως αποδεκτός έγινε και ο τρίτος ισχυρισμός του αιτητή, ότι κατά την παραμονή του στις γαλλόφωνες περιοχές του Καμερούν αντιμετώπισε δυσκολίες λόγω της ιδιότητας του ως αγγλόφωνος. Συγκεκριμένα, ο λειτουργός έκρινε ότι ο αιτητής παρείχε επαρκείς λεπτομέρειες σχετικά με την αντιμετώπιση του ως αγγλόφωνος κατά την εισαγωγή του σε νοσοκομείο στη Douala, γενικότερα τις δυσκολίες που αντιμετώπισε στην καθημερινότητά του τη χρονική περίοδο που βρισκόταν εκεί αλλά και τις διακρίσεις που δέχτηκε κατά την πρακτική του άσκηση ως νοσοκόμος. Παράλληλα, ο λειτουργός εντόπισε από έγκυρες εξωτερικές πηγές πληροφόρησης ότι πράγματι εσωτερικά εκτοπισμένοι αγγλόφωνοι Καμερουνέζοι σε γαλλόφωνες περιοχές αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην διαβίωσή τους. Κατά συνέπεια, ο λειτουργός αποδέχτηκε και τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό του αιτητή.
Υπό το φως των αποδεκτών ισχυρισμών του αιτητή, λαμβανομένων υπόψη των προσωπικών του περιστάσεων, ότι είναι νέος, μορφωμένος άνδρας χωρίς ιατρικά προβλήματα (εκτός από το αναφερόμενο ιατρικό πρόβλημα το οποίο επέλυσε με χειρουργική επέμβαση) με συνήθη διαμονή το χωριό Takwai, στην πόλη Mamfe, που βρίσκεται στη νοτιοδυτική περιοχή του Καμερούν ο λειτουργός προέβη σε αξιολόγηση κινδύνου. Στη βάση του δεύτερου αποδεκτού ουσιώδους ισχυρισμού, της γενικότερης κατάστασης ασφαλείας στη χώρα του, αλλά και του τρίτου αποδεκτού ισχυρισμού, δηλαδή τις δυσκολίες που αντιμετώπισε κατά την παραμονή του στη πόλη Douala λόγω της ιδιότητας του ως αγγλόφωνος Καμερουνέζος ο λειτουργός προέβη σε έρευνα για την επικρατούσα κατάσταση ασφαλείας και για τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν αγγλόφωνοι εντοπίζοντας πληροφορίες ότι έχουν πρόσβαση σε βασικά αγαθά όπως στέγαση, εκπαίδευση και εργασία, ενώ δεν εντόπισε πληροφορίες περιστατικών βίας κατά αγγλόφωνων στη πόλη Douala. Ο λειτουργός επιπλέον, επεσήμανε ότι εξετάζεται η δυνατότητα επιστροφής του αιτητή στον τελευταίο τόπο διαμονής του, δηλαδή στην αγγλόφωνη περιοχή του Καμερούν. Ως εκ τούτου, ο αναφερόμενος φόβος του δεν είναι σχετικός κατά την εκτίμηση του μελλοντικού κινδύνου που διατρέχει. Επομένως, ο λειτουργός έκρινε ότι δεν υπάρχει εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να υποστεί δίωξη ή σοβαρή βλάβη λόγω της αγγλόφωνης καταγωγής του σε περίπτωση επιστροφής στο χωριό Takwai, στην πόλη Mamfe, στη νοτιοδυτική περιοχή της χώρας.
Κατά τη νομική ανάλυση στην οποία προέβη ο λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι ισχυρισμοί του αιτητή δεν δύνανται να αποτελέσουν λόγο παραχώρησης καθεστώτος πρόσφυγα ή καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, όπως προνοείται στα άρθρα 3(1) του Περί Προσφύγων Νόμου και του άρθρου 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951.
Επιπλέον κρίθηκε ότι βασει των αποδεκτών πραγματικών περιστατικών δεν προέκυψε πραγματικός κίνδυνος θανατικής ποινής ή εκτέλεσης σύμφωνα με το άρθρο 19(2)(α), του περί Προσφύγων Νόμου Ν.6(Ι)/2000, ούτε πραγματικός κίνδυνος βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας δυνάμει του άρθρου 19(2)(β) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000.
Περαιτέρω εξετάζοντας τον πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη υπό το άρθρο 19(2)(γ) του Περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000, ο λειτουργός λαμβάνοντας υπόψη τις προσωπικές περιστάσεις του αιτητή κατέληξε ότι δεν υφίστανται ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στo χωριό Takwai Mamfe της Νοτιοδυτικής περιφέρειας του Καμερούν, ο αιτητής θα υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή, λόγω της παρουσίας του και μόνον στη συγκεκριμένη περιοχή. Ως εκ τούτου, ο λειτουργός κατέληξε ότι ο αιτητής δεν δύναται να υπαχθεί ούτε σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας και συνεπώς το αίτημα του απορρίφθηκε στο σύνολό του. Το περιεχόμενο της υπό αναφορά Έκθεσης-Εισήγησης υιοθέτησε ο αρμόδιος εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός που εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου και απέρριψε το αίτημα του αιτητή.
Στα πλαίσια εξέτασης της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, προχωρώ να εξετάσω κατ' ουσίαν το αίτημα του αιτητή λαμβάνοντας υπόψη βεβαίως όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από τους συνηγόρους του, αλλά και από το συνήγορο που εκπροσωπεί τους καθ' ων η αίτηση.
Με τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό, ο οποίος ορθά έγινε αποδεκτός, δεν θεωρώ αναγκαίο να ασχοληθώ. Ο δεύτερος ισχυρισμός του αιτητή ομοίως έγινε αποδεκτός και δεν κρίνω αναγκαίο να επεκταθώ. Σημειώνεται μόνο ότι ο αιτητής περιέγραψε με σαφήνεια και με λεπτομέρεια την επικρατούσα κατάσταση στη χώρα του και ειδικότερα στην περιοχή διαμονής και καταγωγής του, ωστόσο, δεν αναφέρθηκε και δεν κατέδειξε προσωπική στοχοποίηση του είτε από τους μαχητές είτε από τις κυβερνητικές αρχές. Αναφορικά με τον τρίτο αποδεκτό;;;; ισχυρισμό ο οποίος έγινε αποδεκτός, συμφωνώ με το συμπέρασμα του λειτουργού του καθ’ ων η αίτηση;;;;;. Παρατηρώ επιπλέον ότι παρά τις δυσκολίες που ανέφερε ο αιτητής ότι αντιμετώπιζε στην καθημερινότητά του, δεν αντιμετώπισε προσωπική δίωξη ως αγγλόφωνος στις γαλλόφωνες περιοχές της χώρας του.
Το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 προβλέπει πως (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου): «Ως πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο που, λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγενείας του και δεν είναι σε θέση, ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής [.]».
Είναι ξεκάθαρο τόσο από το άρθρο 3 του Ν.6(Ι)/2000, όσο και από το άρθρο 1 Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων, πως για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό, όσο και το αντικειμενικό στοιχείο, πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση (Βλ. σχ. παρ.37 και 38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών).
Ως νομολογιακά έχει κριθεί, γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί, καθώς και ισχυρισμοί για κίνδυνο ζωής χωρίς στοιχειοθετημένες και τεκμηριωμένες αναφορές, δεν θεμελιώνουν βάσιμο φόβο δίωξης ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, ώστε να ισοδυναμεί με εκείνη της προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση και δεν στοιχειοθετεί περιστάσεις, οι οποίες λαμβανομένης υπόψη της εξατομικευμένης κατάστασης του αιτητή να συνιστούν απειλή έτσι ώστε ευλόγως να δύναται να θεωρηθεί ότι ο αιτητής έχει βάσιμο φόβο δίωξης (βλ. απόφασή στην υπόθεση υπ' αριθμόν 121/20, A.S.R. v. Κυπριακή Δημοκρατία, ημερομηνίας 31/7/2020).
Βάσει της ανωτέρω ανάλυσης στο σύνολό της, κρίνω ότι δεν υπάρχει κάποιος βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης του αιτητή σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του. Κατά συνέπεια, προκύπτει πως ορθά αποφασίστηκε από την Υπηρεσία Ασύλου, ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτητή εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που στοιχειοθετούν δικαιολογημένο φόβο δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 3(1) του Περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000.
Όπως προκύπτει από τα στοιχεία που έχω αναλύσει ανωτέρω, ορθά κρίθηκε από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου ότι δεν στοιχειοθετούνται ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 του Ν. 6(Ι)/2000, για να παρασχεθεί στον αιτητή το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αναφορικά με τον κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.
Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1), του Ν. 6(Ι)/2000, «ουσιώδεις λόγοι». Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19, του Ν. 6 (Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής ή εκτέλεσης βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (Βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015), ECLI:CY:AD:2015:D619, ECLI:CY:AD:2015:D619, ECLI:CY:AD:2015:D619).
Ο αρμόδιος λειτουργός, διεξήγαγε έρευνα για την κατάσταση ασφαλείας στον τόπο διαμονής του αιτητή, από την οποία προέκυψε ότι δεν υφίστατο εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετώπιζε δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης. Ως εκ τούτου, κρίθηκε πως δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για παραχώρηση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας. Σε κάθε περίπτωση, διεξήγαγα περαιτέρω έρευνα σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του αιτητή, σε πρόσφατες πηγές πληροφόρησης, στα πλαίσια βεβαίως της ex nunc δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου και προς εκπλήρωση της υποχρέωσης του Δικαστηρίου για έλεγχο της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.
Έκθεση του Ιουλίου του 2025 του International Crisis Group αναφέρει ότι: «Ύστερα από παρατεταμένη περίοδο κατά την οποία εξαπέλυαν τη συντριπτική πλειονότητα των επιθέσεων, οι αγγλόφωνοι αυτονομιστές πραγματοποίησαν λιγότερες επιθέσεις τον Ιούνιο· η υποχώρηση αυτή ενδέχεται να είναι στρατηγική και να προμηνύει ανανεωμένη έξαρση της βίας ενόψει των προεδρικών εκλογών. Ωστόσο, σημειώθηκε σοβαρό περιστατικό στη γαλλόφωνη Δυτική Περιφέρεια (West Region), η οποία γειτνιάζει με τις Αγγλόφωνες Βορειοδυτικές και Νοτιοδυτικές Περιφέρειες, όταν στις 18 Ιουνίου αυτονομιστική πολιτοφυλακή έστησε ενέδρα σε στρατιωτικό όχημα περιπολίας και σκότωσε τρεις στρατιώτες στην περιοχή Magba.» [1]
Τον Ιούνιο του 2025, το Agence France-Presse (AFP) αναφέρει ότι:
«Από το 2016, οι Περιφέρειες Βορειοδυτική και Νοτιοδυτική του Καμερούν μαστίζονται από σύγκρουση μεταξύ αγγλόφωνων αυτονομιστών και της κυβέρνησης. Πολλοί αγγλόφωνοι Καμερουνέζοι δηλώνουν ότι αντιμετωπίζουν συστηματικές διακρίσεις στη χώρα, όπου η πλειονότητα είναι γαλλόφωνη. Ωστόσο, αυτό που ξεκίνησε ως διαμαρτυρία για πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα γρήγορα εξελίχθηκε σε ένοπλη εξέγερση. Σύμφωνα με τις πιο πρόσφατες εκτιμήσεις της Human Rights Watch, οι συγκρούσεις έχουν στοιχίσει τη ζωή σε τουλάχιστον 6.000 αμάχους μέχρι σήμερα. Οι αυτονομιστικές ομάδες έχουν προχωρήσει σε απαγωγές και επιθέσεις κατά αμάχων και κρατικών αξιωματούχων, ενώ ο στρατός και η αστυνομία κατηγορούνται ότι διεξάγουν επιδρομές με στόχο την τιμωρία φερόμενων υποστηρικτών των αυτονομιστών. Παράλληλα, οι τζιχαντιστές της Μπόκο Χαράμ σπέρνουν τον τρόμο στο άλλο άκρο της χώρας, στην Περιφέρεια του Άπω Βορρά, όπου η οργάνωση δρα από το 2009. Οι πολλαπλές κρίσεις ασφάλειας έχουν εκτοπίσει μεγάλο αριθμό Καμερουνέζων από τις εστίες τους και συνιστούν πρόκληση για τη διεξαγωγή ειρηνικών εκλογών.».[2] Τον Ιούνιο του 2025, το Γραφείο του Γενικού Επιτρόπου για τους Πρόσφυγες και τους Ανιθαγενείς (Office of the Commissioner General for Refugees and Stateless Persons) σημειώνει ότι: «Η βία περιορίζεται σε μεγάλο βαθμό στις αγγλόφωνες περιοχές της χώρας και είναι πιο έντονη στη Βορειοδυτική Περιφέρεια απ' ό,τι στη Νοτιοδυτική.
Οι αυτονομιστές είναι πιο ενεργοί σε αγροτικές, απομακρυσμένες και υποανάπτυκτες περιοχές. Παρότι η στρατιωτική παρουσία έχει ενισχυθεί στις πόλεις, παραμένει ανεπαρκής για την αποτροπή περιστατικών ανασφάλειας.».[3] Τον Ιούνιο του 2025, το Γραφείο των Ηνωμένων Εθνών για τον Συντονισμό Ανθρωπιστικών Υποθέσεων (OCHA) επισημαίνει ότι: «Η κατάσταση στις Περιφέρειες Βορειοδυτική και Νοτιοδυτική (NWSW) παρέμεινε εύθραυστη και ασταθής, με συνεχείς επιθέσεις και συγκρούσεις μεταξύ των κρατικών δυνάμεων ασφαλείας (SSFs) και μη κρατικών ένοπλων ομάδων (NSAGs). Συνεχίστηκαν οι αναφορές για απαγωγές με σκοπό την καταβολή λύτρων, στοχευμένες δολοφονίες, αυθαίρετες συλλήψεις και απώλειες αμάχων.»[4].
Σύμφωνα με έρευνα στη βάση δεδομένων ACLED κατά το τελευταίο έτος (ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης 13/02/2026) σημειώθηκαν στη Νοτιοδυτική περιφέρεια (Southwest Region) στην οποία υπάγεται το χωριό Takwai της πόλης Mamfe, τελευταίος τόπος συνήθους διαμονής του αιτητή, συνολικά 948 περιστατικά ασφαλείας (μάχες «battles», βία κατά αμάχων «violence against civilians», εκρήξεις/απομακρυσμένη βία «explosions/remote violence», εξεγέρξεις «riots»), τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 637 ανθρώπινες απώλειες [5].Η Nοτιοδυτική περιφέρεια σύμφωνα με εκτιμήσεις του 2025 έχει πληθυσμό 2,098,500 κατοίκους[6].
Αποτιμώντας τα προαναφερόμενα δεδομένα, δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης, καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του αιτητή όπου αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας του εκεί να τεθεί σε κίνδυνο η ζωή του. Εξετάζοντας περαιτέρω τις προσωπικές περιστάσεις του αιτητή, παρατηρώ ότι αυτός είναι άνδρας, υγιής, με ικανοποιητικό μορφωτικό επίπεδο, πλήρως ικανός προς εργασία, χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας και με υποστηρικτικό/οικογενειακό δίκτυο στη χώρα καταγωγής του. Ο αιτητής δεν έχει θέσει οποιαδήποτε ατομικά χαρακτηριστικά στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία, που να υποδηλώνουν ότι μπορεί να έχει τεθεί με οποιονδήποτε τρόπο σε δυσμενή θέση ή σε κίνδυνο δίωξης ή βλάβης.
Κατά πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (Βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447). Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (Βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Τουσούνα ν. Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2 Α.Α.Δ. 120). Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (Βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για επαρκή και/ή δέουσα έρευνα.
Οι καθ' ων η αίτηση συνεκτίμησαν και αξιολόγησαν όλα τα στοιχεία που είχαν ενώπιον τους προτού καταλήξουν στην προσβαλλόμενη απόφαση και ενόψει των ισχυρισμών που πρόβαλε ο αιτητής, προέβησαν στη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα. Από τα στοιχεία του φακέλου που έχω ενώπιον μου, μπορεί να λεχθεί ότι αυτά βρίσκονται αναπόφευκτα πίσω από την προσβαλλόμενη απόφαση και ούτως ή άλλως διαφαίνεται η αιτιολογία της απόφασης και από το κείμενό της (Ηλιόπουλος ν. Α.Η.Κ., Α.Ε. 2452, ημερομηνίας 21.7.2000, Χρυστάλλα Συμεωνύδου κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Προσφυγή αρ. 911/93 κ.α., ημερ. 18.4.97). Από όσα έχω επεξηγήσει ανωτέρω προκύπτει ότι, το αρμόδιο όργανο έλαβε δεόντως και επαρκώς αιτιολογημένη απόφαση. Συνεπώς, ο ισχυρισμός των ευπαίδευτων συνηγόρων του αιτητή περί έλλειψης δέουσας έρευνας της προσβαλλόμενης απόφασης εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου, απορρίπτεται στο σύνολό του.
Με βάση λοιπόν το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι το αίτημα του αιτητή εξετάστηκε με επάρκεια και επιμέλεια σε όλα τα στάδια και υπήρξε επαρκής αιτιολόγηση της προσβαλλόμενης απόφασης εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου. Το περιεχόμενο της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία συμπληρώνεται από την αιτιολογημένη Έκθεση-Εισήγηση της αρμόδιας λειτουργού, στην οποία εκτίθενται λεπτομερώς οι λόγοι της απόρριψης του αιτήματος, αποκαλύπτει ότι η απόφασή της είναι απόλυτα ορθή και στα πλαίσια της σχετικής νομοθεσίας και των εξουσιών του αρμόδιου οργάνου.
Ως εκ τούτου, η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με έξοδα €1000 υπέρ των καθ' ων η αίτηση, και εναντίον του αιτητή.
Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] International Crisis Group (July 2025) Crisis Watch June 2025, Cameroon https://www.crisisgroup.org/crisiswatch/june-trends-and-july-alerts-2025#cameroon
[2] RDC - Refugee Documentation Centre, Legal Aid Board: Cameroon - Security situation, 10 July 2025
https://www.ecoi.net/en/file/local/2131449/2025_07_Cameroon_Security_situation.pdf
[3] RDC - Refugee Documentation Centre, Legal Aid Board: Cameroon - Security situation, 10 July 2025
https://www.ecoi.net/en/file/local/2131449/2025_07_Cameroon_Security_situation.pdf
[4] United Nations Office for the Coordination of Humanitarian Affairs (2 June 2025) Cameroon: North-West and South-West Situation Report No.76 https://www.unocha.org/publications/report/cameroon/cameroon-north-west-and-south-west-situation-report-no76-april-2025 σελ.2
[5] Πλατφόρμα ACLED, Country Cameroon, South West, Events/Fatalities, Past Year, διαθέσιμη σε: https://acleddata.com/platform/explorer
[6] City Population, 'Cameroon', https://www.citypopulation.de/en/cameroon/cities/
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο