ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ. Τ2208/2023
27 Φεβρουαρίου, 2026
[X. ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με τα άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
U.I.
Αιτητή
-και-
Κυπριακή Δημοκρατία μέσω
της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ’ ων η αίτηση
...........................
Ο αιτητής εμφανίζεται αυτοπροσώπως ενώπιον του Δικαστηρίου
Ραφαέλλα Χαραλάμπους, Δικηγόρος για τους καθ’ ων η αίτηση
[Παρόντες κα Όλγα Γεωργιάδη, για πιστή μετάφραση από αγγλικά σε ελληνικά και αντίστροφα και κ. Haseeb Rahman από Punjabi σε αγγλικά και αντίστροφα]
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Ο αιτητής προσφεύγει με την παρούσα αίτηση ακυρώσεως εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 30/06/2023, με την οποία απορρίφθηκε η μεταγενέστερη αίτησή του ως απαράδεκτη.
Τα γεγονότα της υπό εξέταση υπόθεσης προκύπτουν από το Υπόμνημα το οποίο συνοδεύεται από τον διοικητικό φάκελο που αφορά τον αιτητή και καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο από την Υπηρεσία Ασύλου, σύμφωνα με τον Κανονισμό 3 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019.
Σύμφωνα με τον Κανονισμό 3 (ε) των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):
«3 (α).............
(ε) Στις περιπτώσεις όπου η προσβαλλόμενη απόφαση εκδίδεται δυνάμει των ακόλουθων άρθρων του περί Προσφύγων Νόμου (Ν. 6(I)/2000), ως έχει τροποποιηθεί:
(i) 12Βτετράκις(2)(δ),
(ii) 12Βτρις,
Υπόμνημα ως το Έντυπο Αρ. 3 καταχωρείται στο αρμόδιο Πρωτοκολλητείο από την Υπηρεσία Ασύλου, συνοδευόμενο από τον σχετικό διοικητικό φάκελο που αφορά την προσφυγή, εντός δέκα ημερών από την επίδοση αυτής:
Νοείται ότι, ουδεμία καταχώριση γραπτής αγόρευσης από τον αιτητή ή τους καθ’ ων η αίτηση απαιτείται και η υπόθεση ορίζεται απευθείας από το Πρωτοκολλητείο για ακρόαση, χωρίς να απαιτείται η παρουσία των καθ’ ων η αίτηση, εκτός εάν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά.».
Όπως προκύπτει από τον πιο πάνω Κανονισμό, οι καθ’ων η αίτηση δεν εμφανίζονται σε αυτή τη διαδικασία, εκτός εάν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά. Συνεπώς, το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια να ζητήσει την παρουσία του αρμόδιου οργάνου/ καθ’ ων η αίτηση στην ενώπιον του διαδικασία για να έχει τη δυνατότητα να ακουστεί σε περίπτωση που κριθεί αναγκαίο, εφόσον ο ρόλος του Δικαστηρίου είναι να επιλύει τη διαφορά που τίθεται ενώπιον του στα πλαίσια ορθής απονομής τη δικαιοσύνης. Γι’ αυτό το λόγο, σε περίπτωση που τίθενται νέα δεδομένα ή περίπλοκα ζητήματα ή όπου το Δικαστήριο το κρίνει αναγκαίο για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης όπως στην παρούσα περίπτωση, θα πρέπει να δοθεί η δυνατότητα στο αρμόδιο όργανο να ακουστεί, όπως και έγινε στην υπό εξέταση περίπτωση.
Θεωρώ αναγκαίο να καταγραφεί το ιστορικό του αιτητή στην Κυπριακή Δημοκρατία προκειμένου να διαφανεί η εικόνα του από την ημέρα εισόδου του στην Κύπρο. Από τη μελέτη λοιπόν του υπομνήματος αλλά και του διοικητικού φακέλου προκύπτει πως ο αιτητής είναι υπήκοος του Πακιστάν και υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας στις 04/03/2022, αφού εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές. Την ίδια ημέρα, ο αιτητής παρέλαβε τη βεβαίωση υποβολής αιτήματος διεθνούς προστασίας. Στις 18/03/2022 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου. Ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε έκθεση-εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας σχετικά με τη συνέντευξη του αιτητή. Στη συνέχεια, ο αρμόδιος εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός, που εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, υιοθέτησε την εν λόγω έκθεση-εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού και απέρριψε την αίτηση του αιτητή στις 22/03/2022.
Στις 22/03/2022 η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε επιστολή στην οποία συμπεριέλαβε την απορριπτική της απόφαση, η οποία παραλήφθηκε ιδιοχείρως από τον αιτητή. Στις 04/05/2022 ο αιτητής υπέβαλε αίτημα για επανάνοιγμα του φακέλου του και στις 30/06/2022 ο αρμόδιος λειτουργός ετοίμασε Σημείωμα/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου. Στη συνέχεια, ο αιτητής αμφισβητώντας την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου υπέβαλε την προσφυγή υπ' αριθμόν 5818/22 στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας, η οποία απορρίφθηκε με απόφαση του Δικαστηρίου στις 20/12/2022.
Στις 16/01/2023, ο αιτητής υπέβαλε δεύτερη μεταγενέστερη αίτηση για διεθνή προστασία με σκοπό το επανάνοιγμα του φακέλου του, σχετικά με το αίτημα του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Στις 28/06/2023 ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε έκθεση-εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου σχετικά με τη μεταγενέστερη αίτηση του αιτητή. Στις 30/06/2023, δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός που εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, αφού εξέτασε την έκθεση-εισήγηση του λειτουργού σχετικά με τη μεταγενέστερη αίτηση που υπέβαλε ο αιτητής, αποφάσισε την απόρριψη της αίτησής του ως απαράδεκτης. H Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε στις 12/07/2023 επιστολή στην οποία συμπεριέλαβε την απορριπτική της απόφαση επί της μεταγενέστερης αίτησης, η οποία παραλήφθηκε από τον αιτητή στις 20/07/2023. Στη συνέχεια, ο αιτητής καταχώρησε την υπό εξέταση προσφυγή στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας αμφισβητώντας την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου επί της μεταγενέστερης αίτησής του.
Στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία, κατά τη δικάσιμο που η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση, ο αιτητής ανέφερε πως αφού καταχώρησε την υπό εξέταση προσφυγή, απέκτησε ένα παιδάκι στην Κυπριακή Δημοκρατία και προσκόμισε πιστοποιητικό γέννησης. Ανέφερε μάλιστα πως κατέβαλε προσπάθειες για να παντρευτούν με τη σύντροφό του και να νομιμοποιήσει την παραμονή του στην Κυπριακή Δημοκρατία. Βεβαίως ζητήθηκε όπως η κυρία Χαραλάμπους τοποθετηθεί επί του ζητήματος αυτού.
Η ευπαίδευτη συνήγορος των καθ’ ων η αίτηση κατά την ακρόαση της υπό εξέταση προσφυγής ισχυρίστηκε πως όλα έγιναν ορθά και νόμιμα και πως τα όσα ανέφερε ο αιτητής στο δεύτερο μεταγενέστερο αίτημά του εξετάστηκαν τόσο από την Υπηρεσία Ασύλου όσο και από το Δικαστήριο στη διαδικασία που προηγήθηκε. Κατά συνέπεια, η κυρία Χαραλάμπους εισηγείται πως η υπό εξέταση προσφυγή θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο. Τονίζει πως σε αυτή τη διαδικασία το Δικαστήριο δεν μπορεί να λάβει υπόψη του την ύπαρξη του τέκνου γιατί δεν υπήρχε το στοιχείο αυτό ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου και η εξουσία του Δικαστηρίου περιορίζεται στα πλαίσια της εξέτασης της απόφασης του παραδεκτού, του αρμόδιου οργάνου.
Έλαβα υπόψη μου όλους τους ισχυρισμούς που τέθηκαν ενώπιον μου λαμβάνοντας υπόψη το νομικό πλαίσιο εντός του οποίου εξετάζεται η μεταγενέστερη αίτηση. Είναι χρήσιμο να καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που πρόβαλε ο αιτητής σε όλα τα στάδια εξέτασης του αιτήματός του, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν το αρμόδιο όργανο αποφάσισε μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της σχετικής νομοθεσίας.
Όπως προκύπτει από τα στοιχεία που έχω ενώπιον μου, ο αιτητής στην αίτηση που υπέβαλε στην Υπηρεσία Ασύλου, δήλωσε πως εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του και προέρχεται από φτωχή οικογένεια επειδή η οικονομική του κατάσταση δεν είναι καλή. Ζήτησε όπως παραμείνει στη Δημοκρατία για να εργαστεί, να βελτιώσει τις οικονομικές του συνθήκες και να έχει ένα καλύτερο μέλλον.
Κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του στην Υπηρεσία Ασύλου, ο αιτητής δήλωσε πως εισήλθε παράνομα στην Κυπριακή Δημοκρατία, αφού έφτασε στις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές. Κληθείς να αναφέρει τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο αιτητής ανέφερε πως εγκατέλειψε τη χώρα του λόγω της ανεργίας, προκειμένου να εργαστεί, να υποστηρίξει την οικογένεια του οικονομικά και να αποπληρώσει το δάνειο που είχε συνάψει στη χώρα του προκειμένου να πραγματοποιήσει το ταξίδι του. Ο αιτητής ανέφερε πως σε περίπτωση επιστροφής του οι αρχές της χώρας του θα του επιτρέψουν την επιστροφή του. Πρόσθετα, ο αιτητής ανέφερε πως επιθυμεί να παραμείνει στη Δημοκρατία για να εργαστεί.
Στη βάση των ανωτέρω πληροφοριών ο αρμόδιος λειτουργός σχημάτισε στην έκθεση-εισήγησή του, δυο ουσιώδεις ισχυρισμούς. Ο πρώτος αφορά την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και τα προσωπικά στοιχεία του αιτητή και ο δεύτερος αφορά στο ότι ο αιτητής αναχώρησε από τη χώρα του για οικονομικούς λόγους. Ο πρώτος και ο δεύτερος ισχυρισμός έγιναν αποδεκτοί, καθότι ο λειτουργός έκρινε ότι πληρείται τόσο η εσωτερική, όσο και η εξωτερική αξιοπιστία των προβληθέντων ισχυρισμών. Ο αρμόδιος λειτουργός αξιολογώντας τους ισχυρισμούς του αιτητή αλλά και το προσωπικό προφίλ του, έκρινε πως δεν υπάρχει εύλογη πιθανότητα σε περίπτωση που επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του να αντιμετωπίσει οποιονδήποτε κίνδυνο.
Ακολούθως, ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, έκρινε ότι οι λόγοι για τους οποίους ο αιτητής εγκατέλειψε τη χώρα του, δεν δύνανται να αποτελέσουν λόγο παραχώρησης καθεστώτος πρόσφυγα ή καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, όπως προνοείται στα άρθρα 3 και 19 (1) και (2) του Περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000. Ο αρμόδιος εξουσιοδοτημένος λειτουργός, που εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, υιοθέτησε την έκθεση/εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού και απέρριψε το αίτημα του αιτητή.
Όπως προκύπτει από το πιο πάνω ιστορικό, ο αιτητής δεν έχει επικαλεσθεί στη συνέντευξή του κανέναν απολύτως ισχυρισμό που να εμπίπτει στις προϋποθέσεις υπαγωγής ατόμου σε καθεστώς διεθνούς προστασίας, αντιθέτως, οι ισχυρισμοί ότι βρίσκεται στην Κυπριακή Δημοκρατία για να εργαστεί δεν αποτελούν λόγους για τους οποίους θα μπορούσε να του δοθεί οποιοδήποτε καθεστώς διεθνούς προστασίας.
Σύμφωνα με την παράγραφο 62 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων που εκδόθηκε από την Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες: «62. Μετανάστης είναι το πρόσωπο που για λόγους διαφορετικούς από εκείνους που αναφέρονται στον ορισμό εγκαταλείπει οικειοθελώς τη χώρα του με σκοπό να εγκατασταθεί αλλού. Μπορεί δε να ωθείται από την επιθυμία για αλλαγή ή για περιπέτεια ή από οικογενειακούς ή άλλους προσωπικούς λόγους. Εάν ωθείται αποκλειστικά από οικονομικά κίνητρα, είναι οικονομικός μετανάστης και όχι πρόσφυγας.»
Στην πιο πάνω παράγραφο, το Εγχειρίδιο για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων που εκδόθηκε από την Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες προβαίνει σε ένα διαχωρισμό μεταξύ μεταναστών και προσφύγων. Όπως έχει κατ’ επανάληψην νομολογηθεί, οι οικονομικοί μετανάστες δεν εμπίπτουν στην έννοια του πρόσφυγα (βλ. ενδεικτικά Md Jakir Hossain v. Κυπριακή Δημοκρατία, υπόθεση αρ. 2319/2006, ημερομηνίας 16/7/2008, Barakan Petrosyan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, υπόθεση αρ. 883/2008, ημερομηνίας 10/2/2012, Irene Ferenko v. Κυπριακή Δημοκρατία, υπόθεση αρ. 1051/2010, ημερομηνίας 21/12/2011).
Στη συνέχεια, ο αιτητής στις 04/05/2022 υπέβαλε μεταγενέστερη αίτηση μέσω της οποίας δήλωσε πως επιθυμεί όπως του δοθεί χρόνος και να επανανοιχθεί ο φάκελός του. Ισχυρίστηκε ότι έλαβε δάνειο στο Πακιστάν για να έρθει στη Δημοκρατία και η ζωή του βρίσκεται σε κίνδυνο και για αυτό δεν επιθυμεί να επιστρέψει στη χώρα του. Επίσης, ισχυρίστηκε ότι απειλούν τους γονείς του ότι θα τους σκοτώσουν εάν επιστρέψει στη χώρα του, καθώς υποστηρίζει το πολιτικό κόμμα της αντιπολίτευσης και ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος έχει απειληθεί προφορικώς (ερυθρό 45 του διοικητικού φακέλου). Η Υπηρεσία Ασύλου εξετάζοντας το αίτημά του υποστήριξε πως οι ισχυρισμοί του αναφορικά με τη μεταγενέστερη αίτησή του, δεν αποτελούν νέα στοιχεία, καθώς έχουν λεχθεί ξανά από τον ίδιο σε προγενέστερη εξέταση της αίτησής του. Επίσης, οι ισχυρισμοί του ότι η ζωή του είναι σε κίνδυνο και ότι θα σκοτώσουν τον ίδιο καθώς και τους γονείς του διότι υποστηρίζει το πολιτικό κόμμα της αντιπολίτευσης, δεν έχουν αναφερθεί από τον ίδιο σε προγενέστερη εξέταση της αίτησής του, λόγω δικής του υπαιτιότητας.
Πρόσθετα, ο αρμόδιος λειτουργός ανέφερε πως οι ισχυρισμοί του εξετάστηκαν από την Υπηρεσία Ασύλου και διαπιστώθηκε ότι ο αιτητής αποτελεί οικονομικό μετανάστη και ως εκ τούτου δεν υπήρχαν βάσιμοι λόγοι για να γίνει αποδεκτό ότι σε περίπτωση που επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του θα αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης. Η Υπηρεσία Ασύλου καταλήγει ότι οι ισχυρισμοί του αιτητή ότι έχει λάβει δάνειο, δεν αποτελούν νέα στοιχεία καθώς έχουν αναφερθεί από τον ίδιο σε προγενέστερη εξέταση της αίτησής του και επίσης, οι ισχυρισμοί του ότι η ζωή του είναι σε κίνδυνο και ότι θα σκοτώσουν τον ίδιο καθώς και τους γονείς του διότι υποστηρίζει το πολιτικό κόμμα της αντιπολίτευσης, δεν έχουν αναφερθεί από τον ίδιο σε προγενέστερη εξέταση της αίτησής του, λόγω δικής του υπαιτιότητας. Στη βάση του άρθρου 16(Δ) των περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000, η Υπηρεσία Ασύλου και έκρινε τη μεταγενέστερη αίτησή του ως απαράδεκτη. Στη συνέχεια, ο αιτητής αμφισβήτησε την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου καταχωρώντας την προσφυγή με αριθμό 5818/2022 ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, η οποία απορρίφθηκε με απόφαση του Δικαστηρίου στις 20/12/2022. Επικυρώνοντας ουσιαστικά τα ευρήματα της απόφασης της Υπηρεσία Ασύλου.
Ο αιτητής στις 16/01/2023 υπέβαλε δεύτερη μεταγενέστερη αίτηση σύμφωνα με την οποία ισχυρίστηκε ότι η ζωή του βρίσκεται σε κίνδυνο στο Πακιστάν και ότι έχει συνδεθεί με το κόμμα της αντιπολίτευσης στη χώρα του. Ισχυρίστηκε ότι επιθυμεί όπως του επιτραπεί να παραμείνει στην Κυπριακή Δημοκρατία, διότι εάν επιστρέψει στο Πακιστάν, η ζωή του δεν θα είναι ασφαλής (ερυθρό 75 του διοικητικού φακέλου). Επομένως, τα στοιχεία που υπέβαλε με τη μεταγενέστερη αίτησή του δεν αποτελούν νέα στοιχεία.
Η Υπηρεσία Ασύλου εξετάζοντας όλα τα στοιχεία που αφορούν τον αιτητή στην έκθεση/εισήγηση της ημερομηνίας 30/6/2023, κατέληξε ως κατωτέρω: «Ο αλλοδαπός με τη μεταγενέστερη αίτησή του ισχυρίστηκε ότι το αντίπαλο κόμμα προσπάθησε να τον σκοτώσει δύο φορές σε δύο επιθέσεις (ΠΒ ερυθ. 75), χωρίς να επικαλεστεί τους λόγους για τους οποίους δεν αναφέρθηκε σε αυτά τα στοιχεία κατά την προηγούμενη αίτησή του, ενώ φαίνεται ότι αυτά προϋπήρχαν καθώς και μέσω της προσφυγής που υπέβαλε στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας. Επομένως, λόγω δικής του υπαιτιότητας δεν υποβλήθηκαν τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα. 3. Επιπλέον, δεν υπάρχουν ενδείξεις από τα στοιχεία που υποβλήθηκαν ότι σε περίπτωση επιστροφής του αιτητή στο Πακιστάν θα διατρέχει τον κίνδυνο να υποβληθεί σε βασανιστήρια ή σε απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία κατά παράβαση του άρθρου 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ή/και της αρχής της μη επαναπροώθησης». Κατά συνέπεια, η δεύτερη μεταγενέστερη αίτηση του αιτητή απορρίφθηκε και αυτή ως απαράδεκτη ενόψει των στοιχείων που έθεσε ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου.
Από τα άρθρα 16Δ και 12Βτετράκις στο εδάφιο 2 παράγραφος (δ), του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000, συνάγεται πως εάν υποβληθεί μεταγενέστερη αίτηση ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου και ο Προϊστάμενος διαπιστώσει στα πλαίσια του μεταγενέστερου αυτού αιτήματος πως δεν υποβλήθηκαν νέα στοιχεία, τότε η μεταγενέστερη αίτηση κρίνεται απαράδεκτη. Ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρκτική εξέταση προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσο προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτητή, νέα στοιχεία ή πορίσματα, τα οποία δεν έλαβε υπόψη του κατά την έκδοση της απόφασης επί της αίτησης.
Προκύπτει, ακόμα, από τις σχετικές διατάξεις του Νόμου πως η μεταγενέστερη αίτηση δεν εξετάζεται ως ένα νέο αίτημα αλλά ως ένα μεταγενέστερο διάβημα στα πλαίσια της αίτησης που αποφασίστηκε ήδη από το αρμόδιο όργανο. Ο Προϊστάμενος έχει υποχρέωση να λάβει υπόψη όλα τα γεγονότα που προηγήθηκαν και να προβεί σε μία συγκριτική εξέταση της προγενέστερης και μεταγενέστερης αίτησης του αιτητή, προκειμένου να διαφανεί εάν από την υποβολή του μεταγενέστερου αιτήματος προβάλλονται στοιχεία ή ισχυρισμοί για πρώτη φορά ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου τα οποία χρήζουν διερεύνησης (βλ. ΔΕΕ, ΧΥ κατά Bundesamtfur Fremdenwesen und Asyl (C-18/20, XY κατά Bundesamt fur Fremdenwesen und Asyl, ημερομηνίας 15/4/2021).
Δεν διαφαίνεται ότι θα μπορούσε η Υπηρεσία Ασύλου να αποφασίσει κάτι άλλο πέραν από το ότι το μεταγενέστερο αίτημα του αιτητή είναι απαράδεκτο, καθότι με βάση το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου ο αιτητής δεν προσκόμισε οποιοδήποτε νέο στοιχείο. Θεωρώ χρήσιμο να παραθέσω την παράγραφο 55 της απόφασης στην υπόθεση του ΔΕΕ C 563-22, SN, LN κατά Zamestnik-predsedatel na Darzhavnata agentsia za bezhantsite, ημερομηνίας 13/6/2024, σύμφωνα με την οποία αναφέρθηκαν τα πιο κάτω (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):
"55. Πράγματι, η αρμόδια αποφαινόμενη αρχή πρέπει να περιορίζεται να ελέγχει, αφενός, αν υφίστανται, προς στήριξη της ως άνω αιτήσεως, στοιχεία ή πορίσματα που δεν εξετάσθηκαν στο πλαίσιο της απρόσβλητης πλέον αποφάσεως επί της προηγούμενης αιτήσεως και, αφετέρου, αν τα νέα αυτά στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν αφ'εαυτών ουσιωδώς την πιθανότητα υπαγωγής του αιτούντος σε καθεστώς διεθνούς προστασίας, μόνον κατά το στάδιο εξετάσεως του παραδεκτού της μεταγενέστερης αιτήσεως [πρβλ. απόφαση της 10ης Ιουνίου 2021, Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid (Νέα στοιχεία ή πορίσματα, C‑921/19, EU:C:2021:478, σκέψη 50]. Κατά τα λοιπά, ακόμη και κατά το στάδιο εξετάσεως του παραδεκτού μεταγενέστερης αιτήσεως, τα νέα στοιχεία ή πορίσματα δεν πρέπει να εκτιμώνται κατά τρόπο εντελώς ανεξάρτητο από το πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται, περιλαμβανομένης και της περιπτώσεως κατά την οποία το εν λόγω πλαίσιο δεν μεταβλήθηκε κατόπιν της απορρίψεως της προηγούμενης αιτήσεως με απόφαση που έχει καταστεί απρόσβλητη."
Ο αιτητής εξάντλησε όλες τις δυνατότητες που είχε στη Δημοκρατία για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας χωρίς να παρουσιάζει οποιοδήποτε βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης στη χώρα καταγωγής του. Λαμβάνοντας βεβαίως υπόψη και τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι δεδομένο και αποδεκτό όπως φαίνεται από την ακρόαση της υπόθεσης, πως το Δικαστήριο σε αυτή τη διαδικασία δεν εξετάζει νέα στοιχεία, αλλά εξετάζει μόνο ό,τι τέθηκε ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, τη νομιμότητα και ορθότητα του παραδεκτού του αιτήματός τους.
Σε σχέση με την έκταση του ελέγχου του παρόντος Δικαστηρίου επί της μεταγενέστερης αίτησης, στην απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση υπ’ αριθμόν C-651/19, JP v Commissaire g?n?ral aux r?fugi?s et aux apatrides, ημερομηνίας 9/9/2020, αναφέρθηκαν τα εξής:
«60 Επομένως, το δικαστήριο που επιλαμβάνεται προσφυγής κατά απόφασης με την οποία απορρίπτεται ως απαράδεκτη μεταγενέστερη αίτηση διεθνούς προστασίας πρέπει να ελέγξει μόνον κατά πόσον, αντιθέτως της ό,τι αποφάσισε η αρμόδια αρχή, από την προκαταρκτική εξέταση της αίτησης της προέκυψαν νέα στοιχεία ή πορίσματα, κατά τα διαλαμβανόμενα στην προηγούμενη σκέψη. Εξ αυτού συνάγεται ότι, στο δικόγραφο της προσφυγής του ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, ο αιτών πρέπει, κατ’ ουσίαν, απλώς να αποδείξει ότι βασίμως θεώρησε ότι υφίστανται νέα στοιχεία ή πορίσματα σε σχέση με εκείνα που εξετάστηκαν στο πλαίσιο της προηγούμενης αιτήσεώς του.».
Παραθέτω προς τούτο απόσπασμα από την Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 149/2023, MAMTA RANI v. Κυπριακής Δημοκρατίας, ημερομηνίας 18/3/2025, στην οποία αναφέρθηκαν τα εξής (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):
«Εξετάζοντας, καταρχάς, τον δεύτερο λόγο Έφεσης, κρίνουμε ότι αυτός δεν δύναται να επιτύχει. Ουδεμία υποχρέωση είχε το πρωτόδικο Δικαστήριο να προχωρήσει, ως δικαστήριο ουσίας, σε ουσιαστική εξέταση των ισχυρισμών της Εφεσείουσας σε σχέση με το κατά πόσο εμπίπτει στις προϋποθέσεις για χορήγηση διεθνούς προστασίας. Η μεταγενέστερη αίτηση της Εφεσείουσας απορρίφθηκε στο στάδιο εξέτασης του παραδεκτού της, με την αιτιολογία που προβλήθηκε προς τούτο (βλ. ανωτέρω). Ο ορίζοντας της δικαστικής εξέτασης οριοθετείται, συνεπώς, από την ίδια την προσβαλλόμενη διοικητική πράξη και την κρίση περί απαραδέκτου αυτής και δεν δύναται να επεκτείνεται σε πράξη άλλη από την προσβαλλόμενη και, ιδιαίτερα, δια της πλαγίου, στην πράξη απόρριψης του αιτήματος της Εφεσείουσας για χορήγηση διεθνούς προστασίας, η οποία- και δικαστικώς (βλ. ανωτέρω)- κρίθηκε ως ορθή. Και στο βαθμό που το πρωτόδικο Δικαστήριο έπραξε (και) τούτο, η απόφαση του παραμερίζεται. Ως είχαμε την ευκαιρία να αναφέρουμε, σχετικά, ήδη στην απόφαση (πλειοψηφίας) ημερομηνίας 30.10.2024 στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας DEEPAK KUMAR v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ:
«-Αντικείμενο της πρωτόδικης διαδικασίας ήταν, ως προαναφέρθηκε ανωτέρω, απόφαση της Εφεσίβλητης ημερομηνίας 29.1.2022, με την οποία απορρίφθηκε μεταγενέστερη αίτηση του Εφεσείοντα για επανάνοιγμα του φακέλου του για παροχή διεθνούς προστασίας. Προσθέτουμε, στο σημείο αυτό, το ουσιώδες ότι, αυτή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη.
-Σημειώνοντας-ορθά- στην απόφαση του το πρωτόδικο Δικαστήριο το πιο πάνω γεγονός, όφειλε να εξετάσει τη νομιμότητα και ορθότητα των προϋποθέσεων παραδεκτού (και μόνο) τέτοιας μεταγενέστερης αίτησης σε συνάρτηση με τους σχετικούς, περί τούτου, ισχυρισμούς του Εφεσείοντα. Και όντως, στις σελ. 7 μέχρι και 11 της απόφασης του, εκεί παραγράφους 15 έως και 30, το πρωτόδικο Δικαστήριο αυτό-και ορθά- πράττει, απορρίπτοντας, εν τέλει, τους σχετικούς ισχυρισμούς του Εφεσείοντα. Ενδεικτικά παρατίθενται τα ακόλουθα αποσπάσματα από τις παραγράφους 24 και 26 της πρωτόδικης απόφασης:»»
Υπό το φως των ανωτέρω, και σε πλήρη συνάφεια με τη νομολογία που διατυπώθηκε στην απόφαση MAMTA RANI v. Κυπριακής Δημοκρατίας (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 149/2023, ημερ. 18/3/2025), καθίσταται σαφές ότι, όταν μεταγενέστερη αίτηση διεθνούς προστασίας απορρίπτεται στο στάδιο του παραδεκτού της, ο δικαστικός έλεγχος περιορίζεται αποκλειστικά στην εξέταση της νομιμότητας και της ορθότητας της κρίσης περί απαραδέκτου και δεν εκτείνεται σε ουσιαστική επανεκτίμηση των ισχυρισμών του αιτητή ή σε επανεξέταση των προϋποθέσεων υπαγωγής του σε καθεστώς διεθνούς προστασίας, ούτε δύναται, ούτε υποχρεούται να επεκτείνει τον έλεγχό του, έστω και πλαγίως, στην ουσιαστική αξιολόγηση ισχυρισμών που έχουν ήδη εξεταστεί και απορριφθεί στα πλαίσια της διοικητική διαδικασία.
Ούτε το Δικαστήριο δύναται να εξετάσει νέα στοιχεία που προέκυψαν κατά τη δικαστική διαδικασία και τα οποία δεν είχαν τεθεί ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού οργάνου κατά τον χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης πράξης. Ως εκ τούτου, δεν είναι δυνατόν να ληφθεί υπόψη το ανήλικο τέκνο που γεννήθηκε μετά την καταχώριση της υπό κρίση προσφυγής, παρά το γεγονός ότι αντιλαμβάνομαι πλήρως τα δικαιώματα του παιδιού που πιθανόν δημιουργούνται με τη γέννησή του, πράγμα που βεβαίως δεν θα εξετάσω στην παρούσα διαδικασία. Περαιτέρω, επισημαίνεται ότι ο αιτητής διαθέτει άλλα διαβήματα, προκειμένου να επιδιώξει τη νόμιμη διαμονή του στη Δημοκρατία. Η παρούσα διαδικασία αφορά αποκλειστικά το δεύτερο μεταγενέστερο αίτημά του. Το πλαίσιο της δικαστικής εξέτασης καθορίζεται από την ίδια την προσβαλλόμενη διοικητική πράξη και το περιεχόμενό της, κάθε μεταγενέστερο στοιχείο εκφεύγει της παρούσας δικαιοδοσίας.
Εφαρμοζόμενης της ανωτέρω νομολογιακής αρχής στα πραγματικά δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, προκύπτει ότι το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας περιορίζεται στον έλεγχο του κατά πόσον η Υπηρεσία Ασύλου εφάρμοσε ορθά τα κριτήρια παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης του αιτητή και αν αιτιολόγησε επαρκώς την κρίση του περί απουσίας νέων ουσιωδών στοιχείων.
Ο αιτητής εξάντλησε όλες τις δυνατότητες που είχε στη Δημοκρατία για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας χωρίς να παρουσιάζει οποιοδήποτε βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης στη χώρα καταγωγής του. Τα όσα ο αιτητής κατέγραψε στη μεταγενέστερη αίτησή του δεν θα μπορούσαν να διαφοροποιήσουν την απόφαση η οποία λήφθηκε στη βάση των στοιχείων που περιλαμβάνονται στο διοικητικό φάκελο, που είναι και τα μόνα που εξετάζονται, λαμβάνοντας υπόψη ότι ο αιτητής πρόβαλε γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς, τους οποίους δεν συγκεκριμενοποίησε.
Ως νομολογιακά έχει κριθεί, γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί, καθώς και ισχυρισμοί για κίνδυνο ζωής χωρίς στοιχειοθετημένες και τεκμηριωμένες αναφορές, δεν θεμελιώνουν βάσιμο φόβο δίωξης ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης (βλ. απόφαση στην υπόθεση υπ' αριθμόν 121/20 A.S.R. v. Κυπριακή Δημοκρατία, ημερομηνίας 31/7/2020).
Κατά πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (Βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447). Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (Βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Τουσούνα ν. Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2 Α.Α.Δ. 120). Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (Βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για επαρκή και/ή δέουσα έρευνα.
Με βάση λοιπόν το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι το αίτημα του αιτητή εξετάστηκε με επάρκεια και επιμέλεια σε όλα τα στάδια και υπήρξε επαρκής αιτιολόγηση. Το περιεχόμενο της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία συμπληρώνεται από την αιτιολογημένη Έκθεση-Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού σχετικά με τη μεταγενέστερη αίτηση που υπέβαλε ο αιτητής και στην οποία αναφέρονται οι λόγοι της απόρριψής της ως απαράδεκτης, αποκαλύπτουν ότι η απόφασή της ήταν απόλυτα ορθή και σύμφωνη με τη σχετική νομοθεσία.
Ως εκ τούτου, η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με έξοδα €500 υπέρ των καθ’ ων η αίτηση, και εναντίον του αιτητή.
Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο