ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
20 Φεβρουαρίου, 2026
[Ε. ΡΗΓΑ, ΔΙΚΑΣΤΗΣ Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
M.S.,
από Λίβανο
Αιτητής
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας,
μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Ο Αιτητής εμφανίστηκε αυτοπροσώπως
Δικηγόροι για Καθ' ων η αίτηση: Κ. Χρυσοστόμου (κα) για Ι. Χαραλάμπους (κα), για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(Alqarout Shahd (κος) Διερμηνέας, για διερμηνεία από την αραβική στην ελληνική γλώσσα και αντίστροφα)
ΑΠΟΦΑΣΗ
Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Αντικείμενο της υπό κρίση προσφυγής αποτελεί η απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση ημερ. 26.10.2023, με την οποίαν απορρίφθηκε η μεταγενέστερη αίτηση του Αιτητή για διεθνή προστασία ως απαράδεκτη δυνάμει των άρθρων 12Βτετράκις(2)(δ), 16Δ(3)(δ), 16Δ(4)(β) και 18(7Β) του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί (στο εξής αναφερόμενος ως «ο περί Προσφύγων Νόμος»).
Η παρούσα εμπίπτει στις πρόνοιες του εδαφίου (ε) του άρθρου 3 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (3/2019), ως αυτοί έχουν προσφάτως τροποποιηθεί[1] και συνεπώς η υπόθεση ορίστηκε απευθείας για Ακρόαση από το Πρωτοκολλητείο. Σχετικό Υπόμνημα ως προβλέπεται από το εδάφιο (ε) του άρθρου 3, καταχωρίστηκε από τους Καθ' ων η αίτηση, συνοδευόμενο και από τον σχετικό διοικητικό φάκελο (στο εξής αναφερόμενος ως «ο δ.φ.» ή «ο διοικητικός φάκελος»). Το Δικαστήριο, έχοντας διακριτική ευχέρεια δυνάμει της πρώτης επιφύλαξης του εδαφίου (ε) του άρθρου 3, έκρινε σκόπιμη την παρουσία των Καθ' ων η αίτηση, για τους λόγους που εξηγούνται στη συνέχεια, τους οποίους και κάλεσε στην διαδικασία.
Τα γεγονότα της υπόθεσης ως προκύπτουν από τον διοικητικό φάκελο έχουν ως ακολούθως:
Ο Αιτητής κατάγεται από τον Λίβανο και αφίχθηκε χωρίς νομιμοποιητικά έγγραφα στην Κύπρο περί τον Φεβρουάριο του 2019, υποβάλλοντας στις 15.02.2019 αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας. Στις 29.01.2021 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή από λειτουργό του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο (EUAA) και ακολούθως η αίτηση του απορρίφθηκε στις 28.05.2021 από τον ασκούντα καθήκοντα Προϊσταμένου λειτουργό, κατόπιν έγκρισης της υποβληθείσας εισηγητικής έκθεσης ημερ. 29.03.2021. Εναντίον της απόφασης αυτής ο Αιτητής καταχώρισε την προσφυγή αρ. 3678/2021 στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας, η οποία απορρίφθηκε λόγω μη προώθησης στις 27.04.2023. Ακολούθως, στις 26.10.2023 ο Αιτητής καταχώρισε την υπό εξέταση μεταγενέστερη αίτηση κατά την εξέταση της οποίας συντάχθηκε Έκθεση-Εισήγησης ημερ. 26.10.2023 από λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου με την εισήγηση όπως η αίτηση αυτή κριθεί απαράδεκτη. Την ίδια ημέρα, ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε την σχετική εισήγηση απορρίπτοντας την μεταγενέστερη αίτηση του Αιτητή. Την απόφαση αυτή αμφισβητεί ο Αιτητής δια της υπό εξέταση προσφυγής.
Κατά την υποβολή της προσφυγής του, ο Αιτητής αναφέρει ότι δεν μπορεί να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του διότι αντιμετωπίζει ένα πρόβλημα με ένα μέλος της Hezbollah και εάν επιστρέψει θα τον σκοτώσει διότι είναι ισχυρός και κατέχει υψηλή θέση στη κυβέρνηση. Κατά την ακροαματική διαδικασία ημερ. 08.07.2024, επανέλαβε τον σχετικό ισχυρισμό και πρόσθετα δήλωσε ότι αντιμετωπίζει πρόβλημα υγείας, προσκομίζοντας σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό για ψωρίαση. Οι Καθ' ων η αίτηση υπεραμύνθηκαν της νομιμότητας της επίδικης πράξης, υποβάλλοντας ότι η απόφαση έχει ληφθεί νόμιμα και ορθά.
ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΟΛΟΓΙΑΣ ΑΙΤΗΤΗ ΚΑΙ ΟΥΣΙΑΣ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ
Επισημαίνεται καταρχάς ότι αυτό που εν προκειμένω εξετάζεται είναι η απόφαση των Καθ' ων η αίτηση για απόρριψη της μεταγενέστερης αίτησης του Αιτητή για διεθνή προστασία, εκδιδόμενη δυνάμει της παραγράφου (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 12Βτετράκις του περί Προσφύγων Νόμου, η οποία διαβάζεται σε συνάρτηση με τα όσα διαλαμβάνονται στο άρθρο 16Δ(3)(α) και (β). Σύμφωνα με τις παραγράφους 2 έως 4 του άρθρου 40 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ[2], διατάξεις οι οποίες μεταφέρονται στο ημεδαπό δίκαιο με το άρθρο 12Βτετράκις του περί Προσφύγων Νόμου, καθώς και της σχετικής επί του θέματος νομολογίας, η εξέταση των μεταγενέστερων αιτήσεων διενεργείται σε δύο στάδια. Το πρώτο στάδιο, προκαταρκτικής φύσεως, έχει ως αντικείμενο τον έλεγχο του παραδεκτού των αιτήσεων αυτών, ενώ το δεύτερο στάδιο αφορά την επί της ουσίας εξέταση των εν λόγω αιτήσεων[3]. Ειδικότερα, το άρθρο 12Βτετράκις (2)(δ) παρέχει τη δυνατότητα στην Υπηρεσία Ασύλου να θεωρήσει αίτηση ως απαράδεκτη μόνον εάν η αίτηση είναι μεταγενέστερη αίτηση στο πλαίσιο της οποίας δεν υποβλήθηκαν από τον Αιτητή ή δεν προέκυψαν νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο Αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις για να χαρακτηριστεί ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας.
Το άρθρο 12Βτετράκις (2)(δ) συμπληρώνεται από τις πρόνοιες του άρθρου 16Δ. Ειδικότερα, το πρώτο αυτό στάδιο του παραδεκτού συνεχίζεται σε περαιτέρω στάδια, καθένα από τα οποία οδηγεί στην εξακρίβωση των διαφορετικών προϋποθέσεων παραδεκτού, ως αυτές παρατίθενται στα εδάφια (3) (α) και (β) του άρθρου 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου τα οποία διαλαμβάνουν τα ακόλουθα (-έμφαση και υπογράμμισή του παρόντος Δικαστηρίου):
«16Δ(3)(α) Κατά τη λήψη απόφασης σχετικά με το παραδεκτό της αίτησης σύμφωνα με την παράγραφο (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 12Βτετράκις, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρτική εξέταση προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσο προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον Αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα τα οποία ο Προϊστάμενος δεν έλαβε υπόψη κατά την έκδοση της εκδοθείσας απόφασής του, σχετικά με την εξέτασή του κατά πόσο ο Αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τον χαρακτηρισμό του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας:
Νοείται ότι, σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώσει ότι ο Αιτητής δεν έχει προσκομίσει νέα στοιχεία ή πορίσματα, η μεταγενέστερη αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, με βάση την αρχή του δεδικασμένου, χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη.
(i) Τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον Αιτητή διεθνούς προστασίας∙ και
(ii) ικανοποιείται πως ο αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος».
Οι προϋποθέσεις λοιπόν του παραδεκτού μίας μεταγενέστερης αίτησης, ως αυτές έχουν καθοριστεί νομοθετικά και ερμηνευθεί νομολογιακά από το ΔΕΕ αλλά και από τα εθνικά μας Δικαστήρια, διαμορφώνονται ως ακολούθως:
Πρώτον, διαπιστώνεται, μέσω προκαταρτικής εξέτασης, κατά πόσο προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον Αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα τα οποία ο Προϊστάμενος δεν έλαβε υπόψη κατά την έκδοση της απόφασής του (επί της αρχικής αίτησης ασύλου), σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο Αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τον χαρακτηρισμό του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας.
Η εξέταση του παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης συνεχίζεται, μόνον όταν πράγματι υφίστανται τέτοια νέα στοιχεία ή πορίσματα σε σχέση με την αρχική αίτηση για διεθνή προστασία, προκειμένου να εξακριβωθεί κατά δεύτερον: (α) αν τα νέα αυτά στοιχεία και πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χαρακτηρισμού του αιτούντος ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας και (β) εάν ο συγκεκριμένος αιτών, χωρίς υπαιτιότητά του, δεν μπόρεσε να επικαλεσθεί τα εν λόγω νέα στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία.
Οι δύο αυτές προϋποθέσεις παραδεκτού, μολονότι πρέπει αμφότερες να πληρούνται για να συνεχιστεί η εξέταση της μεταγενέστερης αίτησης, εντούτοις είναι διακριτές και δεν πρέπει να συγχέονται. Οι πιο πάνω προϋποθέσεις θα πρέπει να συντρέχουν σωρευτικώς[4].
Σκοπός λοιπόν της προκαταρκτικής έρευνας η οποία κατέληξε στην προσβαλλόμενη απόφαση, είναι ο έλεγχος του κατά πόσο πληρούνται οι ως άνω εκ της νομοθεσίας τιθέμενες προϋποθέσεις, οι οποίες θα δικαιολογούσαν περαιτέρω εξέταση της απορριφθείσας αιτήσεως ασύλου και όχι η εις βάθος επί της ουσίας έρευνα των νέων ισχυρισμών ωσάν να επρόκειτο για πρώτη αίτηση ασύλου. Αυτή είναι άλλωστε και η σκοπιμότητα των διατάξεων του αρ. 40 (2), (3) και (4) της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ ως αυτές έχουν ερμηνευθεί στην απόφαση του ΔΕΕ της 9ης Σεπτεμβρίου 2021 στην υπόθεση C-18/20, XY κατά Bundesamt f?r Fremdenwesen und Asyl, ECLI:EU:C:2021:710 (στο εξής αναφερόμενη ως η «ΧΥ»).
Λόγω ακριβώς της περιορισμένης αυτής εξουσίας του Δικαστηρίου αναφορικά με μεταγενέστερη αίτηση η οποία απορρίφθηκε από το στάδιο του παραδεκτού, χωρίς ουσιαστική κρίση επί της βασιμότητας της αίτησης αυτής, το Δικαστήριο αυτό δεν έχει εξουσία να εκδώσει απόφαση επί της βασιμότητας της αίτησης, κρίνοντας δηλαδή το κατά πόσον ο Αιτητής δικαιούται διεθνή προστασία. Στις περιπτώσεις αυτές, το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει μόνο κατά πόσον ορθώς η αρμόδια αρχή έκρινε ως απαράδεκτη την μεταγενέστερη αίτησή του αιτητή.
Προχωρώντας τώρα στην μελέτη των ενώπιόν μου δεδομένων, διαπιστώνω ότι κατά τη μεταγενέστερη αίτηση του, ο Αιτητής ισχυρίστηκε πως αιτείται το επανάνοιγμα της υπόθεσής του για τους ίδιους λόγους που ανέφερε στη συνέντευξη του και πως η οικογένεια του είναι μαζί του και τα τέκνα του φοιτούν σε σχολείο της Κύπρου.
Κατά την αξιολόγηση της μεταγενέστερης αίτησής της, οι Καθ' ων η αίτηση, εξετάζοντας κατά το πρώτο στάδιο, το παραδεκτό αυτής έκριναν, ως προκύπτει από την Έκθεση-Εισήγηση του λειτουργού ασύλου (βλ. ερυθρά 159-156 του δ.φ.) ότι τα στοιχεία που υπέβαλε δεν αυξάνουν τις πιθανότητες χορήγησες διεθνούς προστασίας. Ειδικότερα, επισήμαναν ότι κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του ισχυρίστηκε ότι περί τον Ιανουάριο του 2019 είχε ένα καυγά με ένα άνδρα σε μια καφετέρια και είχε δεχθεί επίθεση στην οικία του από ορισμένα μέλη της Hezbollah, ότι έλαβε απειλή θανάτου από τον [] μέσω βίντεο κλήσης και ισχυρίστηκε επιπλέον ότι δημιούργησε μια ομάδα στο Facebook “Lebanon for all”, με πολιτικό περιεχόμενο. Σημειώνεται περαιτέρω ότι οι ισχυρισμοί του αυτοί απορρίφθηκαν και στη συνέχεια αφού υπέβαλε προσφυγή στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας, η προσφυγή απορρίφθηκε.
Καταληκτικά, κρίθηκε ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στο Λίβανο, θα διατρέχει κίνδυνο να υποβληθεί σε βασανιστήρια ή σε απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία κατά παράβαση του άρθρου 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και/ή της αρχής της μη επαναπροώθησης . Η εισηγητική έκθεση ολοκληρώθηκε με την εισήγηση για απόρριψη της μεταγενέστερης αίτησης ως απαράδεκτης, εισήγηση η οποία έγινε αποδεκτή από τον εξουσιοδοτημένο από τον Υπουργό Εσωτερικών αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου.
Προτού προχωρήσω σε αξιολόγηση της κρίσης των Καθ' ων η αίτηση κρίνω σκόπιμο όπως καταγράψω εν συντομία, τα όσα ο Αιτητής επικαλέσθηκε σε σχέση με τον πυρήνα του αιτήματός του κατά τα προγενέστερα στάδια εξέτασης της αίτησής του.
Κατά την υποβληθείσα λοιπόν αρχική του αίτηση, ο Αιτητής δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, διότι διαπληκτίστηκε με ένα μέλος του κόμματος Hezbollah, ενημερώθηκε πως ο υπεύθυνος του κόμματος ήθελε τον θάνατο του, και στη συνέχεια μέλη του κόμματος επιτέθηκαν στην οικία του (βλ. ερυθρό 19 του δ.φ.)
Ακολούθως, κατά την συνέντευξή του, ο Αιτητής ισχυρίστηκε κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησής του (βλ. ερυθρά 56-3χ του δ.φ.) ότι ο κύριος λόγος που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του είναι ότι ενόσω βρισκόταν σε μια καφετέρια, εξέφρασε την άποψή του ως προς τη Hezbollah και συγκεκριμένα ότι η Hezbollah δεν έπρεπε να εμπλακεί στην κατάσταση που επικρατούσε στη Συρία. Ένα μέλος του κόμματος της Hezbollah, που βρισκόταν στην καφετέρια, ακούγοντας αυτές του τις δηλώσεις, άρχισε να μιλά άσχημα στον Αιτητή, με αποτέλεσμα να διαπληκτιστούν και να χτυπήσουν ο ένας τον άλλον. Μετά από μια εβδομάδα, ενημέρωσαν τον Αιτητή ότι το πρόσωπο αυτό ονομαζόταν [] και ότι θα του προκαλούσε προβλήματα, με τον Αιτητή να απαντά ότι δεν μπορούσε να του κάνει κακό. Ανέφερε ότι όταν ο [] ενημερώθηκε για την απάντηση του, επιτέθηκαν στην οικία του θέλοντας να τον απαγάγουν, ο Αιτητής κατάφερε να διαφύγει. Έπειτα, η σύζυγός του τον ενημέρωσε ότι κατέστρεψαν τα πάντα στην οικία τους, προσθέτοντας ότι την επόμενη μέρα έστειλε κάποια πρόσωπα στην οικία του προκειμένου να πάρουν το διαβατήριό του και τα προσωπικά του υπάρχοντα, ώστε να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του. Ερωτηθείς τι θα του συμβεί σε περίπτωση επιστροφής στο Λίβανο, ισχυρίστηκε πως θα τον σκοτώσουν, προσθέτοντας ότι διατηρεί μια ομάδα στην ιστοσελίδα κοινωνικής δικτύωσης ' Facebook ', όπου προβαίνει σε αναρτήσεις εναντίον της πολιτικής που συμβαίνει στο Λίβανο (βλ. ερυθρό 55-1χ του δ.φ.).
Αναφορικά με τον [], δήλωσε ότι δεν τον γνώριζε πριν το περιστατικό της επίθεσης, και ενημερώθηκε πως ανήκε στο κόμμα της Hezbollah, μετά την επίθεση στην οικία του. Συγκεκριμένα, δήλωσε ότι μετά την επίθεση στην οικία του, μίλησε με φίλους του, οι οποίοι τον ενημέρωσαν ότι το πρόσωπο αυτό ονομαζόταν []. Ανέφερε πως το τo ψευδώνυμο του ήταν [] και ότι ανήκε στις δυνάμεις ασφαλείας της Hezbollah αλλά δεν γνώριζε το αξίωμά του (βλ. ερυθρά 54-53 του δ.φ.). Ως προς τις απειλές που δέχθηκε από το συγκεκριμένο άτομο, δήλωσε ότι την επόμενη ημέρα της επίθεσης στην οικία του, έλαβε μια βίντεο κλήση που τον απειλούσε ότι θα τον σκοτώσει (βλ. ερυθρό 51-1χ του δ.φ.).
Όσον αφορά την επίθεση στην οικία του δήλωσε ότι συνέβη μια εβδομάδα μετά το περιστατικό στη καφετέρια. Περιγράφοντας δε την επίθεση, ισχυρίστηκε ότι μόλις είδε ότι έξω από την οικία του σταμάτησαν δυο μαύρα αυτοκίνητα με μαύρα τζάμια, βγήκαν κάποια άτομα που φορούσαν τη στολή της Hezbollah, διέφυγε από την οροφή και έπειτα όταν μίλησε με τη σύζυγό του, του επιβεβαίωσε ότι τα άτομα αυτά ανήκαν στη Hezbollah και ότι κατέστρεψαν τα πάντα (βλ. ερυθρό 53 του δ.φ.)
Περαιτέρω, ως προς την ομάδα “Lebanon for All”, που διατηρεί στην ιστοσελίδα κοινωνικής δικτύωσης ' Facebook ', δήλωσε ότι αναρτούσε βίντεο και ομιλίες περί πολιτικής που συμβαίνει στο Λίβανο. Κληθείς να απαντήσει εάν αναρτούσαν κι άλλα άτομα δημοσιεύματα στην ομάδα, ανέφερε ότι μαζί με 4-5 φίλους του κοινοποιούσαν δημοσιεύματα ή ανέβαζαν βίντεο σχετικά με την επανάσταση του Λιβάνου. Ερωτηθείς εάν αντιμετώπισε οιονδήποτε πρόβλημα, απάντησε ότι κάτω από τις αναρτήσεις υπήρχαν αρνητικά σχόλια από υποστηρικτές πολιτικών προσώπων (βλ. ερυθρό 50 του δ.φ.).
Από τους ισχυρισμούς του Αιτητή, αποδεκτός έγινε ο πρώτος, αναφορικά με την ταυτότητα, το προφίλ και τη χώρα καταγωγής του, και ο πέμπτος, αναφορικά με την δημιουργία ομάδας στην ιστοσελίδα κοινωνικής δικτύωσης ' Facebook 'από τον Αιτητή, με πολιτικό περιεχόμενο. Ενώ οι, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος, ισχυρισμοί του, ως απομονώθηκαν - ήτοι διαπληκτισμό του Αιτητή με κάποιο άτομο σε καφετέρια στη Chtaura, την επίθεση στην οικία του Αιτητή από άτομα της Hezbollah που πραγματοποιήθηκε μετά τον καυγά που είχε με άτομο της Hezbollah σε καφετέρια και τις απειλές που δέχτηκε, μέσω βίντεο κλήσης, από τον [] μετά την επίθεση στην οικία του - απορρίφθηκαν λόγω έλλειψης εσωτερικής και εξωτερικής αξιοπιστίας.
Εξετάζοντας τα στοιχεία που έχω ενώπιον μου, διαφαίνεται ότι οι Καθ' ων η αίτηση εξέτασαν τα όσα ο Αιτητής έθεσε με τη μεταγενέστερη αίτησή του και κατά το προκαταρκτικό στάδιο εξέτασης αυτής, έκριναν ότι δεν πληρείτο καμία εκ των δύο προϋποθέσεων που τίθενται στο άρθρο 16Δ(3)(β)[5] για να προβούν σε ουσιαστική εξέταση των νέων στοιχείων.
Σε συμφωνία με την κρίση των Καθ’ ων η αίτηση, παρατηρώ ότι ο πυρήνας των ισχυρισμών του Αιτητή, όπως αυτοί διατυπώνονται στη μεταγενέστερη αίτησή του και επαναλήφθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, ήτοι ότι δεν δύναται να επιστρέψει στον Λίβανο λόγω προβλήματος με μέλος της Hezbollah, το οποίο, λόγω ισχύος και θέσης, τον απειλεί με θάνατο, δεν διαφοροποιείται ουσιωδώς από τους ισχυρισμούς που είχαν τεθεί και εξεταστεί στο πλαίσιο της αρχικής του αίτησης διεθνούς προστασίας.
Ειδικότερα, τα περιστατικά που αφορούν τον διαπληκτισμό σε καφετέρια, την επίθεση στην οικία του από πρόσωπα που φέρονται να ανήκαν στη Hezbollah, τις απειλές μέσω βιντεοκλήσης από τον [], καθώς και την επίκληση πολιτικής δραστηριότητας μέσω ομάδας στο Facebook (“Lebanon for All”), είχαν ήδη τεθεί, αξιολογηθεί και απορριφθεί ως αναξιόπιστα στο πλαίσιο της αρχικής διαδικασίας. Υπό τα δεδομένα αυτά, και λαμβανομένου υπόψη ότι ο ίδιος ο Αιτητής δηλώνει ρητώς στη μεταγενέστερη αίτησή του ότι πρόκειται για «the same reasons in the investigation», ορθώς προκύπτει ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί δεν συνιστούν νέα στοιχεία ή πορίσματα κατά την έννοια των άρθρων 12Βτετράκις και 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου..
Σε σχέση με το ιατρικό πιστοποιητικό που προσκομίστηκε κατά την ακροαματική διαδικασία και αφορά πάθηση ψωρίασης, παρατηρώ ότι το εν λόγω έγγραφο φέρει ημερομηνία 27.07.2023 και, συνεπώς, προϋπήρχε του χρόνου καταχώρισης της μεταγενέστερης αίτησης στις 26.10.2023, χωρίς να παρέχεται πειστική αιτιολόγηση για τη μη έγκαιρη προσκόμισή του. Περαιτέρω, δεν τεκμηριώνεται ότι η εν λόγω πάθηση συνδέεται με λόγους δίωξης ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης στη χώρα καταγωγής. Ως εκ τούτου, ούτε το στοιχείο αυτό δύναται να θεμελιώσει παραδεκτό μεταγενέστερης αίτησης.
Κατά συνέπεια, ορθώς οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι δεν πληρούται καμία εκ των σωρευτικών προϋποθέσεων του άρθρου 16Δ(3)(β) και απέρριψαν τη μεταγενέστερη αίτηση ως απαράδεκτη.
Ωστόσο, εξετάζοντας το σύνολο του διοικητικού φακέλου, παρατηρώ ότι ο Αιτητής, στη μεταγενέστερη αίτησή του, καταγράφει ρητώς τα ονόματα της συζύγου του και των τριών τέκνων του, δηλώνοντας ότι η οικογένειά του βρίσκεται πλέον στη Δημοκρατία και ότι τα τέκνα του φοιτούν σε κυπριακό σχολείο.
Από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει περαιτέρω ότι:
- η σύζυγος του Αιτητή έχει καταχωρίσει προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας μαζί με τα δύο ανήλικα τέκνα τους, ήτοι την προσφυγή αρ. 220/24 η οποία τελεί υπό εκκρεμότητα και αφορά απόρριψη της πρώτης αίτησης ασύλου τους, και
- ο ενήλικος υιός του Αιτητή έχει καταχωρίσει χωριστή προσφυγή επί της απόρριψης της πρώτης αίτησης ασύλου του, ήτοι την 2603/2024 επίσης εκκρεμούσα.
Επισημαίνεται ότι οι ως άνω προσφυγές παρέχουν στα μέλη της οικογένειας του Αιτητή προσωρινό δικαίωμα παραμονής στη Δημοκρατία καθώς πρόκειται για πρώτη αίτηση ασύλου.
Παρά ταύτα, από την Έκθεση-Εισήγηση του λειτουργού ασύλου προκύπτει ότι, στα πεδία «μέλη οικογένειας» και «συνδεδεμένοι φάκελοι», καταγράφεται «δεν εφαρμόζεται», χωρίς οποιαδήποτε αιτιολόγηση, ενώ το ζήτημα της οικογενειακής κατάστασης του Αιτητή απορρίπτεται συνοπτικά με τη διαπίστωση ότι «οι λόγοι αυτοί δεν συνδέονται με τις προϋποθέσεις περί προσφύγων», χωρίς καμία περαιτέρω αξιολόγηση υπό το πρίσμα της απόφασης επιστροφής.
Το Δικαστήριο επισημαίνει ότι, μολονότι τα ανωτέρω στοιχεία δεν επηρεάζουν την κρίση περί παραδεκτού ή ουσίας της διεθνούς προστασίας, συνιστούν καίριας σημασίας δεδομένα ως προς τη νομιμότητα και την ουσιαστική κρίση επί της απόφασης επιστροφής, η οποία αποτελεί αυτοτελές αντικείμενο δικαστικού ελέγχου στο πλαίσιο της παρούσας προσφυγής, δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη πράξη εμπεριέχει, ως αναπόσπαστο μέρος της, απόφαση επιστροφής. Επισημαίνεται συναφώς ότι, σύμφωνα με το άρθρο 18(7Β) του περί Προσφύγων Νόμου, η απορριπτική απόφαση επί αιτήματος διεθνούς προστασίας συνοδεύεται υποχρεωτικώς από απόφαση επιστροφής, απομάκρυνσης ή απέλασης δυνάμει του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105, ενώ, σε περίπτωση που υφίσταται ήδη απόφαση επιστροφής σε ισχύ, αυτή δύναται να θεωρείται ότι ενσωματώνεται ή αναβιώνει ως αναπόσπαστο μέρος της νέας απορριπτικής απόφασης.
Επισημαίνεται ότι η παρούσα προσφυγή του στρέφεται, κατόπιν ρητής παραπομπής, κατά της ενιαίας πράξης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 26.10.2023, η οποία επισυνάπτεται ως Παράρτημα στην προσφυγή και με την οποία απορρίφθηκε η μεταγενέστερη αίτησή του για διεθνή προστασία, ενώ ρητώς αναφέρεται ότι: «A return decision to Lebanon issued on 28/05/2021 in accordance with article 18 (7B)(a1) revives and you are ordered to leave the Republic of Cyprus».
Υπό τις περιστάσεις αυτές, και λαμβανομένης υπόψη της υποχρέωσης διασφάλισης αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, καθώς και του ελέγχου της συμβατότητας της απόφασης επιστροφής του Αιτητή με την αρχή της μη επαναπροώθησης, το Δικαστήριο κρίνει ότι το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής καταλαμβάνει και το σκέλος της προσβαλλόμενης πράξης που αφορά την επιστροφή του Αιτητή.
Διευκρινίζεται ότι, κατά το άρθρο 18ΟΗ του Κεφ. 105, εκδίδεται απόφαση επιστροφής για οποιοδήποτε υπήκοο τρίτης χώρας παραμένει παράνομα στη Δημοκρατία, ενώ, κατά την εφαρμογή της διαδικασίας επιστροφής, δυνάμει του άρθρου 18ΟΖ (το οποίο μεταφέρει το άρθρο 5 της Οδηγίας 2008/115/ΕΚ), λαμβάνονται δεόντως υπόψη, μεταξύ άλλων, τα βέλτιστα συμφέροντα του παιδιού και η οικογενειακή ζωή, τηρουμένης της αρχής της μη επαναπροώθησης.
Σημαντική επί του θέματος, είναι η απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής αναφερόμενο ως «το ΔΕΕ») στην υπόθεση C-112/20, M.A. κατά Etat belge, 11.03.2021, κατά την εξέταση της οποίας, το ΔΕΕ κλήθηκε να εξετάσει απόφαση επιστροφής η οποία εκδόθηκε εναντίον πατέρα ανήλικου παιδιού, πολίτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το ΔΕΕ, προβαίνοντας σε ερμηνεία του άρθρου 5 της Οδηγίας 2008/115/ΕΚ - το οποίο έχει μεταφερθεί στην εσωτερική έννομη τάξη με το άρθρο 18ΟΖ του Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου- κατέληξε στα ακόλουθα συμπεράσματα (-έμφαση και υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):
«35. Ως εκ τούτου, όσον αφορά τον σκοπό τον οποίο επιδιώκει το άρθρο 5 της οδηγίας 2008/115, πρέπει να σημειωθεί, αφενός, ότι, όπως επιβεβαιώνουν οι αιτιολογικές σκέψεις 22 και 24 της εν λόγω οδηγίας, το άρθρο αυτό αποσκοπεί να εξασφαλίσει, στο πλαίσιο της διαδικασίας επιστροφής που προβλέπει η ως άνω οδηγία, την τήρηση διαφόρων θεμελιωδών δικαιωμάτων, μεταξύ των οποίων τα θεμελιώδη δικαιώματα του παιδιού, όπως αυτά κατοχυρώνονται στο άρθρο 24 του Χάρτη. Επομένως, λαμβανομένου υπόψη του σκοπού τον οποίο επιδιώκει, το εν λόγω άρθρο 5 δεν μπορεί να ερμηνεύεται στενά (.).
36. Αφετέρου, το άρθρο 24, παράγραφος 2, του Χάρτη προβλέπει ότι, σε όλες τις πράξεις που αφορούν τα παιδιά, είτε επιχειρούνται από δημόσιες αρχές είτε από ιδιωτικούς οργανισμούς, πρωταρχική σημασία πρέπει να δίδεται στο υπέρτατο συμφέρον του παιδιού. Επομένως, η ως άνω διάταξη έχει, αυτή καθεαυτήν, ευρεία διατύπωση και εφαρμόζεται σε αποφάσεις οι οποίες, όπως μια απόφαση επιστροφής εκδοθείσα σε βάρος υπηκόου τρίτης χώρας, γονέα ανηλίκου, δεν έχουν μεν ως αποδέκτη τον ανήλικο, αλλά έχουν σημαντικές συνέπειες για τον ανήλικο αυτόν.
(...)
38. Κατά το ως άνω άρθρο 3, παράγραφος 1, το συμφέρον του παιδιού πρέπει να λαμβάνεται πρωτίστως υπόψη σε όλες τις αποφάσεις που αφορούν τα παιδιά. Επομένως, η διάταξη αυτή καλύπτει, γενικά, όλες τις αποφάσεις και όλες τις δράσεις που αφορούν άμεσα ή έμμεσα τα παιδιά, όπως επισήμανε η επιτροπή των δικαιωμάτων του παιδιού των Ηνωμένων Εθνών [βλ., συναφώς, γενική παρατήρηση αριθ. 14 (2013) της επιτροπής των δικαιωμάτων του παιδιού επί του δικαιώματος που παιδιού να λαμβάνεται πρωτίστως υπόψη το βέλτιστο συμφέρον του (άρθρο 3, παράγραφος 1), CRC/C/GC/14, σημείο 19].
(…)
41. Δεύτερον, από το άρθρο 5, στοιχείο βʹ, της οδηγίας αυτής απορρέει ότι τα κράτη μέλη, όταν προτίθενται να εκδώσουν απόφαση περί επιστροφής, οφείλουν να λαμβάνουν επίσης δεόντως υπόψη την οικογενειακή ζωή. Το δε άρθρο 7 του Χάρτη, που αφορά ιδίως το δικαίωμα σεβασμού της οικογενειακής ζωής, το οποίο μπορεί να επικαλεστεί ένας παρανόμως διαμένων υπήκοος τρίτης χώρας ο οποίος, όπως ο M. A., είναι ο πατέρας ανήλικου παιδιού, πρέπει να ερμηνεύεται σε συνδυασμό με το άρθρο 24, παράγραφος 2, του Χάρτη, που προβλέπει την υποχρέωση να λαμβάνεται υπόψη το υπέρτερο συμφέρον του ανήλικου παιδιού του (...).
42. Τρίτον, άλλες διατάξεις της οδηγίας 2008/115, όπως το άρθρο 7, παράγραφος 2, και το άρθρο 14, παράγραφος 1, αυτής, συγκεκριμενοποιούν την υποχρέωση συνεκτιμήσεως των βέλτιστων συμφερόντων του παιδιού, ακόμα και σε περίπτωση που το παιδί δεν είναι ο αποδέκτης της οικείας αποφάσεως.
43. Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι το άρθρο 5 της οδηγίας 2008/115, σε συνδυασμό με το άρθρο 24 του Χάρτη, έχει την έννοια ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται να λαμβάνουν δεόντως υπόψη τα βέλτιστα συμφέροντα του παιδιού πριν εκδώσουν απόφαση περί επιστροφής, συνοδευόμενη από απαγόρευση εισόδου, ακόμη και όταν ο αποδέκτης της αποφάσεως αυτής δεν είναι ένας ανήλικος, αλλά ο πατέρας του ανηλίκου αυτού».
Ομοίως, κατά τη νομολογία του ΕΔΔΑ (Rahimi εναντίον της Ελλάδας[6]), σε αποφάσεις που επηρεάζουν παιδιά απαιτείται ειδική και διακριτή αξιολόγηση των συμφερόντων τους πριν από τη λήψη μέτρου που δύναται να έχει σοβαρές συνέπειες στη ζωή τους.
Εν προκειμένω, το στοιχείο που καθιστά αναγκαία την ουσιαστική ex nunc στάθμιση δεν είναι μόνον το γεγονός ότι η οικογένεια του Αιτητή βρίσκεται πλέον στη Δημοκρατία, αλλά ο συνδυασμός αυτού με το γεγονός ότι η σύζυγος και τα δύο ανήλικα (τότε) τέκνα τελούν υπό εκκρεμή δικαστική διαδικασία, ενώ ο ενήλικος υιός έχει επίσης εκκρεμή προσφυγή· όλοι δε διαθέτουν προσωρινό δικαίωμα παραμονής στη Δημοκρατία.
Η εκτέλεση της απόφασης επιστροφής του Αιτητή, υπό τις παρούσες συνθήκες, ενδέχεται να οδηγήσει σε κατακερματισμό της οικογενειακής ενότητας και σε αντιφατικά αποτελέσματα, εφόσον το καθεστώς παραμονής των λοιπών μελών της οικογένειας δεν έχει ακόμη οριστικοποιηθεί.
Παρά ταύτα, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτει ότι η Διοίκηση αναβίωσε την απόφαση επιστροφής χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε καταγραφή ή αξιολόγηση των ανωτέρω κρίσιμων δεδομένων, γεγονός που καταδεικνύει πλημμελή έρευνα και έλλειψη της απαιτούμενης, αιτιολογημένης στάθμισης.
Το Δικαστήριο, ασκώντας πλήρη εξ υπαρχής και ex nunc έλεγχο, διαπιστώνει ότι η απουσία οποιασδήποτε ουσιαστικής και πρωτογενούς διοικητικής διερεύνησης της οικογενειακής κατάστασης του Αιτητή, σε συνδυασμό με τη μη οριστικοποίηση, κατά τον παρόντα χρόνο, του καθεστώτος παραμονής των λοιπών μελών της οικογένειάς του, δεν του επιτρέπει να υποκαταστήσει τη Διοίκηση στην απαιτούμενη στάθμιση των πραγματικών συνεπειών της επιστροφής για την οικογενειακή ζωή και τα ανήλικα τέκνα. Η παράλειψη αυτή καθιστά σαφές ότι η απόφαση επιστροφής, ως αναβιωθείσα, δεν πληροί, υπό τις παρούσες συνθήκες, τις απαιτήσεις του άρθρου 5 της Οδηγίας 2008/115/ΕΚ και του άρθρου 18ΟΖ του Κεφ. 105.
ΚΑΤΑΛΗΚΤΙΚΗ ΚΡΙΣΗ
Υπό το σύνολο των ανωτέρω, καταλήγω στα ακόλουθα:
Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η προσφυγή επιτυγχάνει μερικώς. Η απόφαση επιστροφής του Αιτητή ακυρώνεται δυνάμει του άρθρου 146(4)(β) του Συντάγματος και του άρθρου 11(3)(β) του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου (Ν. 73(Ι)/18). Κατά τα λοιπά, η προσφυγή απορρίπτεται.
Σε ότι αφορά τα έξοδα, αυτά επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση. Νοείται ότι ενόψει του γεγονότος ότι ο Αιτητής χειριζόταν την υπόθεση αυτή αυτοπροσώπως, αυτός δικαιούται σε επιδίκαση μόνο των πραγματικών εξόδων που προέκυψαν από την προσφυγή αυτή[7].
Ε. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π
[1] Με τον περί Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας (Τροποποιητικός) (Αρ. 4) Διαδικαστικός Κανονισμός του 2022, 31/2022.
[2] ΟΔΗΓΙΑ 2013/32/ΕΕ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας (αναδιατύπωση)
[3] Σχετική επίσης και η απόφαση της 10ης Ιουνίου 2021, Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid (Νέα στοιχεία ή πορίσματα), C-921/19, EU:C:2021:478, σκέψη 34.
[5] 16Δ 3(β) Σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώνει ότι προέκυψαν ή υποβλήθηκαν τα προαναφερόμενα στην παράγραφο (α) νέα στοιχεία ή πορίσματα, προβαίνει σε ουσιαστική εξέτασή τους, αφού προηγουμένως ενημερώσει σχετικά τον αιτητή, και εκδίδει νέα εκτελεστή απόφαση, μόνο εφόσον -
(i) Τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον αιτητή διεθνούς προστασίας∙ και
(ii) ικανοποιείται πως ο αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος.
[6] ECHR 05-07-2011, no. 8687/08 (Rahimi versus Greece), para. 108
[7] Βλ. Γρηγορίου ν. Τράπεζας Κύπρου (1996) 1 ΑΑΑ 111, Βούρος κ.α. ν. Τεγγεράκη (2003) 1 Α.Α.Δ. 485).ΧΑΤΖΗΓΕΩΡΓΙΟΥ v. ΚΥΠΡΙΑΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗΣ ΤΙΤΛΟΥ ΣΠΟΥΔΩΝ (ΚΥΣΑΤΣ), ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ.152/2013, ECLI:CY:AD:2020:C273, 28.07.2020.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο