Β. T. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.1877/24, 17/3/2026
print
Τίτλος:
Β. T. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.1877/24, 17/3/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ 

                                                                                      Υπόθεση αρ.1877/24

 

17 Μαρτίου 2026

 

[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

Β. T.

                                                                                                                        Αιτητής

Και

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

                                                                                                                        Καθ’ ων η αίτηση

 

Κα Μ. Μπαγιαζίδου, Δικηγόρος για Αιτητή

Κος Ν. Νικολάου, για τους καθ' ων η αίτηση

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Με την προσφυγή ο αιτητής αιτείται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημ.24/05/24, η οποία κοινοποιήθηκε αυθημερόν, δια της οποίας απορρίφθηκε η αίτησή διεθνούς προστασίας, ως άκυρης και στερούμενης νομικού αποτελέσματος (Αιτητικό Α), καθώς και «έκδοση νέας απόφασης […] επί της ουσίας […] προς αντικατάσταση της προσβαλλόμενης απόφασης» (Αιτητικό Β).

Ως εκτίθεται στην Ένσταση που καταχωρήθηκε από τους καθ' ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φάκελου που κατατέθηκε στα πλαίσια των διευκρινήσεων, ο αιτητής κατάγεται από το Καμερούν, εισήλθε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές μέσω κατεχομένων στις 14/02/20 και υπέβαλε την επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας στις 17/02/20 (ερ.1-3, 50).

Στις 10/01/24 διεξήχθη συνέντευξη με τον αιτητή από την Υπηρεσία προς εξέταση του αιτήματός ασύλου, όπου του δόθηκε η ευκαιρία, μέσα από σχετικές ερωτήσεις, μεταξύ άλλων, να εκθέσει τους λόγους στους οποίους στηρίζει το αίτημα του (ερ.30-50). Μετά το πέρας της συνέντευξης ετοιμάστηκε σχετική Έκθεση- Εισήγηση και στις 25/04/24 η αίτηση διεθνούς προστασίας απορρίφθηκε (ερ.196-210).

Ακολούθως, ετοιμάστηκε σχετική επιστολή ενημέρωσης του αιτητή για την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία δόθηκε διά χειρός στις 26/05/23 στην μητρική του γλώσσα (ερ.219, 2).

Στην επίδικη αίτηση ο αιτητής καταγράφει ότι ένας από τους λόγους που έφυγε από τη χώρα καταγωγής εξαιτίας του ήταν ο συνεχιζόμενος πόλεμος και – ως προσθέτει – το ότι η οικογενειακή τους οικία κάηκε ολοσχερώς, μετά το οποίο, οι γονείς του δεν μπορούσαν να εντοπιστούν, αλλά και το ότι – λόγω του πολέμου – έχασε τον μικρό του αδελφό και, τέλος, λόγω του ότι – ως αναφέρει – η κυβέρνηση αναζητεί νέους για να τους σκοτώσει, εκ των οποίων η ζωή του βρίσκεται σε κίνδυνο.

Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης που διενεργήθηκε ο αιτητής ανέφερε ότι γεννήθηκε και έζησε όλη του τη ζωή στο χωρίο Babungo, έχει ολοκληρώσει δευτεροβάθμια εκπαίδευση και εργάστηκε για χρόνια ως αγρότης, οι γονείς του έχουν εξαφανιστεί μετά που κάηκε το σπίτι τους (ενόσω ο αιτητής βρισκόταν σε ποδοσφαιρικό αγώνα), ο μικρός αδελφός του αιτητή σκοτώθηκε στο περιστατικό, δεν γνωρίζει που βρίσκεται ο άλλος αδελφός του και δεν διατηρεί επικοινωνία με φίλους ή άλλους συγγενείς που διαμένουν στο χωριό του, γιατί, ως αναφέρει, δεν έχει το τηλέφωνο τους.

Κατά την ελεύθερη αφήγηση ο αιτητής ανέφερε ότι, ως μέλος του Southern Cameroons National Council (SCNC), δραστηριοποιείτο για την ευαισθητοποίηση της κοινότητας αναφορικά με τα προβλήματα των αγγλόφωνων με τους γαλλόφωνους, με απώτερο στόχο την ανεξαρτησία των αγγλόφωνων. Επιβλήθηκε νομοθεσία από τη «γαλλική κυβέρνηση», ως αναφέρει εναντίον Ambazonians και κυβερνητικές δυνάμεις προέβαιναν σε επιδρομές σε κοινότητες. Μία Κυριακή έκαναν επιδρομή και στο χωριό του αιτητή, ενόσω αυτός απουσίαζε, όπου αντάλλαξαν πυρά με τους αυτονομιστές, κατέστρεψαν οικίες και περιουσίες και σκότωσαν κόσμο. Αφού ενημερώθηκαν ότι ο αιτητής ήταν ένας από τους υπεύθυνους για ευαισθητοποίηση της κοινότητας για ανεξαρτησία, μετέβησαν στην οικία του, σκότωσαν τον αδελφό, μετέφεραν τους γονείς του σε άγνωστη τοποθεσία και έκαψαν την οικία τους. Τότε ο αιτητής, ως ανέφερε, αναγκάστηκε να καταφύγει στο δάσος όπου και ζούσε για διάστημα 5-6 μηνών, καθώς μετά το περιστατικό, εκτός από τις κυβερνητικές δυνάμεις, αναζητείτο και από τους αυτονομιστές που επιθυμούσαν να ενταχθεί σε αυτούς, επειδή θεωρούσαν ότι θα διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο, εξαιτίας του γεγονότος ότι ο θείος του ήταν στρατιωτικός και επειδή ήταν μέλος του SCNC. Λόγω του ότι ήταν κληρικός δεν μπορούσε να ενταχθεί στον αγώνα τους και να σκοτώνει κόσμο και τότε, ενόσω κρυβόταν στο δάσος, είχε γνωρίσει κάποιο πρόσωπο που οργάνωσε το ταξίδι του και την έκδοση του διαβατηρίου, κατόπιν χρηματικής αμοιβής, καθώς έπρεπε να εγκαταλείψει τη χώρα του επειδή είχε ήδη εκδοθεί εναντίον του ένταλμα σύλληψης.

Αναφορικά με το SCNC, δήλωσε ότι πρόκειται για οργανισμό που δημιουργήθηκε από τους υπηκόους του Καμερούν που βρίσκονται νότια και επιδιώκουν την ανεξαρτησία τους και ο ίδιος αναγκάστηκε να ενταχθεί ως μέλος το 2017. καθώς κινδύνευε η ζωή του λόγω απειλών που λάμβανε από έναν εκ των ηγετών της περιοχής ονόματι Bashi Cleme (γνωστός ως No Pity) και από αυτονομιστές μαχητές Amba. Χρειάστηκε να καταβάλει το τέλος εγγραφής που ανέρχεται σε 2000 φράγκα, που προαπαιτείτε για την έκδοση κάρτας μέλους. Η επιθυμία τους να ενταχθεί ως μέλος τους, αποδίδεται στο γεγονός ότι τον γνώριζε αρκετός κόσμος στην κοινότητά του επειδή ήταν κληρικός και η συμμετοχή του θα ήταν καθοριστική, επειδή ο θείος του υπηρετούσε στο στρατό στο Καμερούν. Μη έχοντας άλλη επιλογή, καθώς η ζωή του και της οικογένειάς του βρισκόταν σε κίνδυνο, εντάχθηκε ως μέλος και η δράση του αφορούσε την ευαισθητοποίηση της κοινότητας για τη συμμετοχή τους στον αγώνα με σκοπό την ανεξαρτησία των αγγλόφωνων από τη γαλλόφωνη κυβέρνηση και τη δημιουργία ανεξάρτητου κράτους.

Ο αιτητής εκτελούσε οδηγίες του ηγέτη Bashi Cleme, τις οποίες τύγχανε να λαμβάνει είτε από τον ίδιο, είτε από απεσταλμένους του όταν αυτός μετακινείτο σε διάφορα χωριά. Οι ενέργειες του αιτητή αφορούσαν κυρίως την ευαισθητοποίηση στην εκκλησία ως προς τον αγώνα τους για ανεξαρτησία, χωρίς ωστόσο σκοτωμούς, υποβολή συνεισφορών για χρηματοδότηση και να δίνει αναφορές για κινήσεις σε σχέση με τον αγώνα. Το σύνθημα τους είναι «Argument not for force», σύμφωνα με το οποίο πρέπει να μάχονται τους γαλλόφωνους για να επιτύχουν αυτό που επιδιώκουν, χωρίς να διαπραγματεύονται μαζί τους. Η σημαία τους φέρει άσπρο και μπλε χρώμα, υπάρχουν πολλά μέλη της οργάνωσης στην κοινότητά του που δεν γνωρίζει επειδή δεν είχε πολλές συναναστροφές με τους συγχωριανούς του. Οι κυβερνητικές δυνάμεις έμαθαν για τη συμμετοχή του στο SCNC από πρόσωπα της κοινότητάς και εξαιτίας της δράσης του, σκότωσαν τους γονείς του.

Ερωτώμενος για το περιστατικό της επιδρομής στο χωριό του ανέφερε ότι έλαβε χώρα μία Κυριακή το 2019, ενόσω ο ίδιος βρισκόταν σε ποδοσφαιρικό αγώνα. Η οικία του έχει καταστραφεί ολοσχερώς, όπως φαίνεται και σε φωτογραφία που έχει προσκομίσει. Είχε λάβει πάνω από 4 φορές απειλές από αυτονομιστές μαχητές προκειμένου να ενταχθεί σε αυτούς και να συμμετέχει στον αγώνα τους, ενώ ο ίδιος αδυνατούσε να το πράξει, λόγω της θρησκείας του. Τον Φεβρουάριο του 2018 ήταν η πρώτη φορά που μετέβησαν στην εκκλησία που κήρυττε και με τη χρήση όπλων απαίτησαν να ενταχθεί στον αγώνα τους, γιατί σε αντίθετη περίπτωση θα θεωρηθεί ότι συνιστά «black leg» και εγκατέλειψαν το μέρος, αφού τους ζήτησε να του δώσουν λίγο χρόνο. Περί τον Απρίλιο του 2018 πήγαν αρκετοί στην οικία του οπλισμένοι, ζητώντας εξηγήσεις για το λόγο που δεν αποδέχθηκε ακόμα το αίτημά τους και κατόπιν παράκλησης των γονέων του, έφυγαν. Την τρίτη φορά που τον απείλησαν, τον σταμάτησαν στο δρόμο και αφού έλαβαν τηλεφωνικώς οδηγίες από τον ηγέτη τους να μην τον σκοτώσουν, τον άφησαν να φύγει. Η τέταρτη φορά ήταν ενόσω βρισκόταν στο δάσος, όπου σύμφωνα με ενημέρωση που έλαβε από γνωστά του πρόσωπα, κάποιοι μαχητές μετέβησαν στην οικία του αναζητώντας τον και απείλησαν άλλα πρόσωπα ότι κινδυνεύουν, εάν δεν τον εντοπίσουν. Ερωτώμενος σχετικά ο αιτητής ανέφερε ότι οι αυτονομιστές Ambazonians και το SCNC είναι το ίδιο πράγμα και ότι οι αυτονομιστές Ambazonians λαμβάνουν οδηγίες από το SCNC.

Οι Ambazonians, ως περαιτέρω ανέφερε ο αιτητής, γνώριζαν ότι είναι μέλος του SCNC και ερωτηθείς για ποιο λόγο επιθυμούσαν να ενταχθεί και σε αυτούς, δήλωσε ότι ήθελαν να συμμετέχει ενεργά στον αγώνα τους, θεωρώντας ότι θα έχει σημαντική επιρροή όντας σημαντικό πρόσωπο στην κοινότητα και επειδή ο θείος του υπηρετούσε στο στρατό και τον καλούσαν να εκδικηθεί για το θάνατο του θείου του, λόγω της πεποίθησής τους ότι δολοφονήθηκε από την κυβέρνηση.  Ο θείος του, General Tumenta Martin, υπηρετούσε στο στρατό του Καμερούν για μεγάλο χρονικό διάστημα, εργαζόταν στα Ηνωμένα Έθνη στην Κεντροαφρικανική Δημοκρατία και επέστρεψε στο Καμερούν και υπηρετούσε στο στρατό. Ο αιτητής τον έβλεπε περίπου μια φορά το χρόνο και ερωτηθείς πως απεβίωσε, δήλωσε ότι δεν αισθανόταν καλά και απεβίωσε περί το τέλος του 2015 εκτός της χώρας, καθοδόν προς τη Νιγηρία.

Κατά τη συνέντευξη ο αιτητής προσκόμισε τα ακόλουθα έγγραφα:

(α) Φωτογραφίες που απεικονίζουν καμένο σπίτι, τις οποίες, όπως δήλωσε ο αιτητής, της είχε βγάλει κάποιος φίλος του από την κοινότητά και του της απέστειλε.

(β) Φωτογραφίες που σύμφωνα με τις δηλώσεις του, απεικονίζουν τον αιτητή σε ηλικία περίπου 17-18 ετών κατά τη διάρκεια κηρύγματος σε εκκλησία.

(γ) Πιστοποιητικά κληρικού που απέκτησε από σχολή.

(δ) Ένταλμα σύλληψης. Ως ανέφερε ερωτώμενος σχετικά ο αιτητής, μετά το περιστατικό στο χωριό του, κάποιος δικηγόρος, παιδικός φίλος της μητέρας του, προσπάθησε να τους εντοπίσει και το πρόσωπο που είχε διευθετήσει το ταξίδι του αιτητή επικοινώνησε με τον δικηγόρο και τον ενημέρωσε που βρίσκεται ο αιτητής. Το άτομο που διευθέτησε το ταξίδι του αιτητή,  αφότου μετέβη στο υπουργείο (ministry), ανακάλυψε ότι είχε εκδοθεί εναντίον του ένταλμα σύλληψης και απέστειλε αντίγραφο στον δικηγόρο του αιτητή στην Κύπρο και στον ίδιο τον αιτητή. Ως περαιτέρω ανέφερε ο αιτητής όταν ρωτήθηκε σχετικά, ο λόγος που είναι στην αγγλική, είναι από αγγλόφωνη περιοχή.

(ε) Έγγραφο που ετοιμάστηκε από τον δικηγόρο του αιτητή στο Καμερούν, στο οποίο αναγράφεται τι αντιμετώπισε ο αιτητής, σύμφωνα με πληροφορίες που έλαβε ο δικηγόρος του από πρόσωπα της κοινότητας του. Όταν υποδείχθηκε στον αιτητή ότι το έγγραφο αυτό αναγράφει ως ημερομηνία σύνταξης τις 03/12/19 και ο ίδιος είχε αναφέρει ότι ο αδελφός του σκοτώθηκε τον ίδιο μήνα, ο αιτητής ανέφερε ότι είναι λάθος στο έγγραφο και ότι ο αδελφός του απεβίωσε μέσα 2019 και ακολούθως ανέφερε ότι η μνήμη του σχετικά με το πότε απεβίωσε ο αδελφός του πηγαινοέρχεται.

(στ) Αντίγραφο της κάρτας μέλους του στο SCNC.

Ερωτώμενος ο αιτητής πως κατάφερε να διασώσει την ταυτότητα μέλους στο SCNC και τα πιστοποιητικά περί του ότι είναι κήρυκας, δεδομένου ότι το σπίτι του κάηκε, ο αιτητής ανέφερε ότι ήταν σε χρηματοκιβώτιο στην εκκλησία και διασώθηκαν.

Ερωτηθείς πως κατόρθωσε να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του ενώ καταζητούνταν, σύμφωνα με φερόμενο ένταλμα σύλληψης που προσκόμισε και τις δηλώσεις του σχετικά, ο αιτητής δήλωσε ότι είχε λάβει βοήθεια από πρόσωπο που εργαζόταν στο αεροδρόμιο, χωρίς να αντιμετωπίσει πρόβλημα στο σημείο ελέγχου ασφάλειας, καθώς χρειάστηκε 17 λεπτά και δεν είχε σπαταλήσει χρόνο στο αεροδρόμιο. Ερωτώμενος σχετικά ανέφερε ότι σε περίπτωση επιστροφής στο Καμερούν θεωρεί ότι θα συλληφθεί από τις κυβερνητικές αρχές, θα τον βασανίσουν και θα τον σκοτώσουν, επειδή εκκρεμεί εναντίον του ένταλμα σύλληψης και η ζωή του βρίσκεται επίσης σε κίνδυνο εξαιτίας των αυτονομιστών. Σε άλλη ερώτηση κατά πόσον οι αρχές της χώρας του θα του επιτρέψουν να επιστρέψει, δήλωσε ότι καταζητείται ήδη και αυτός είναι ο κυριότερος λόγος που εγκατέλειψε τη χώρα. 

Οι καθ’ ων η αίτηση, εξετάζοντας τα λεγόμενα του αιτητή στην αίτηση και τη συνέντευξη, κατέταξαν αυτούς στους ακόλουθους ουσιώδεις ισχυρισμούς.

1.    Ταυτότητα, χώρα καταγωγής, προφίλ και τόπος διαμονής του αιτητή

2.    Ισχυρισμός του αιτητή ότι είναι μέλος της οργάνωσης SCNC

3.    Απόπειρες στρατολόγησης του αιτητή από τους αποσχιστές εξαιτίας της ιδιότητας του θείου του ως δημόσιος υπάλληλος

4.    Η αναζήτηση του αιτητή από τις αστυνομικές αρχές της χώρα καταγωγής του

Οι καθ’ ων η αίτηση αποδέχθηκαν τον 1ο ουσιώδη ισχυρισμό απέρριψαν όμως τους 2ο, 3ο  και 4ο ισχυρισμούς, καθώς κρίθηκε ότι στερούνται συνοχής και αξιοπιστίας.

Αναφορικά με τον 2ο ουσιώδη ισχυρισμό, εντοπίστηκε έλλειψη επαρκών πληροφοριών, συνοχής και συνέπειας και πλήθος αντιφάσεων. Ειδικότερα, διαπιστώθηκε ότι ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να παραθέσει επαρκείς πληροφορίες σχετικά με το κόμμα SCNC, ως ευλόγως θα αναμενόταν, ενόψει της ισχυριζόμενης προσωπικής του συμμετοχής ως μέλος από το 2017 και της ανάμειξής του, ενώ οι πληροφορίες που παρέθεσε σε σχέση με τους ηγέτες της οργάνωσης δεν συνάδουν με εξωτερικές πηγές. Ο αιτητής ισχυρίστηκε ότι εξαναγκάστηκε να συμμετέχει στην οργάνωση λόγω απειλών που έλαβε από τον αρχηγό που φέρει το όνομα «No Pity», από τον οποίο λάμβανε και οδηγίες σε σχέση με τις δράσεις του, όμως εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, δεν φαίνεται να επιβεβαιώνουν τη σύνδεση του εν λόγω προσώπου με την οργάνωση SCNC. Διαπιστώθηκε περαιτέρω ότι ο αιτητής αδυνατούσε να επεξηγήσει επαρκώς τα καθήκοντά του ως ενεργό μέλος του SCNC, καθώς οι σχετικές του αναφορές ότι διαδραμάτιζε καθοριστικό ρόλο σε θέματα επικοινωνίας, λαμβάνοντας οδηγίες από τους μαχητές, ενθαρρύνοντας τα μέλη της κοινότητας σε συνεισφορές χρημάτων και να αγωνιστούν για την ανεξαρτησία τους, χαρακτηρίζονταν από γενικότητα και στερούνταν λεπτομερειών. Η αναφορά του ότι δεν γνώριζε άλλα πρόσωπα στην κοινότητά του που να συνιστούν μέλη της οργάνωσης εκτός από έναν συγκεκριμένο άνδρα, κρίθηκε – επίσης - ως μη ευλογοφανής, ενώ η δικαιολογία που πρόβαλε περί μη κοινωνικοποίησής του κρίθηκε αντιφατική με την αναφορά του ότι είχε καλές σχέσεις με τους γείτονες του στο χωριό που διέμενε. Σημειώθηκε περαιτέρω πως, παρότι ορισμένες από τις πληροφορίες που παρέθεσε σε σχέση με τα πρόσωπα που κατονόμασε ως ηγέτες που συνδέονται με την καλούμενη (από τους αποσχιστές) Δημοκρατία της Αμπαζονίας, επιβεβαιώνονται εν μέρει από διαθέσιμες πληροφορίες (ΠΧΚ), εντούτοις δεν συνάδουν σε καίρια σημεία με τα λεγόμενα του αιτητή.

Στα πλαίσια εξέτασης της εξωτερικής συνοχής σημειώθηκαν τα εξής.

Σε σχέση με το φερόμενο αντίγραφο της κάρτας μέλους του στην οργάνωση SCNC, μετά από έρευνα σε ΠΧΚ για τις προϋποθέσεις για την εγγραφή μελών στην οργάνωση SCNC, εντοπίστηκε ότι απαιτείται η καταβολή τέλους 500 CFA στις περιπτώσεις που εκδίδεται κάρτα μέλους. Επί τούτου κρίθηκε ότι, πέραν από τις αναφορές του ότι έγινε μέλος στην οργάνωση κατόπιν εξαναγκασμού και ότι κατέβαλε το χρηματικό ποσό των 2000 CFA για την έκδοση της κάρτας μέλους, τα οποία δε συνάδουν με πληροφορίες που εντοπίστηκαν, ο αιτητής δεν παρείχε περαιτέρω πληροφορίες ως προς τη διαδικασία εγγραφής του και διαπιστώθηκε ότι δεν διακρίνεται καθαρά η σφραγίδα της οργάνωσης στην κάρτα μέλους που προσκόμισε ο αιτητής. Κατόπιν λοιπόν παράθεσης απόφασης του ΔΔΔΠ σχετικά με την αξιολόγηση εγγράφων, κρίθηκε ότι το αντίγραφο της κάρτας μέλους του αιτητή έχει υποστηρικτικό χαρακτήρα ως προς του αίτημά του και δεν είναι δυνατόν από μόνο του να τεκμηριώσει αυτό το μέρος του αιτήματός του.

Περαιτέρω εντοπίστηκαν πληροφορίες σε σχέση με τον στρατηγό με το όνομα «No Pity» και τις θέσεις που κατέχει και – ως σημειώθηκε από τους καθ’ ων η αίτηση -  οι ΠΧΚ δεν κάνουν αναφορά σε ανάμειξή του στην οργάνωση SCNC, πράγμα που, ως κρίθηκε, δεν συνάδει με τα λεγόμενα του αιτητή.

Σε σχέση με το SCNC και την μεταχείριση των μελών του εντοπίστηκε ότι το σύνθημα του SCNC είναι "The force of argument, not the argument of force", που δεν με όσα ανέφερε επί τούτου. Ομοίως, το λογότυπο του SCNC που εντοπίστηκε κατόπιν έρευνας σε ΠΧΚ, δεν συνάδει με τις πληροφορίες που παρέθεσε ο αιτητής όταν κλήθηκε να το περιγράψει. 

Σε σχέση με το ζήτημα της μεταχείρισης μελών στο SCNC, σύμφωνα με ΠΧΚ που εντοπίστηκαν, ενώ ορισμένοι ηγέτες, μέλη και υποστηρικτές του SCNC έχουν συλληφθεί και τεθεί υπό προσωρινή κράτηση, δεν υπάρχουν στοιχεία που να δεικνύουν ότι η απλή συμμετοχή, η εμπλοκή ή η υποτιθέμενη εμπλοκή στο SCNC θα οδηγούσε από μόνη της σε δίωξη.

Ο 3ος ουσιώδης ισχυρισμός απορρίφθηκε λόγω μη επάρκειας πληροφοριών, έλλειψης ευλογοφάνειας και ασυνεπειών. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του για τη συγγένειά του με τον στρατηγό Tumenta Martin, κρίθηκε ότι ο αιτητής δεν παρέθεσε επαρκείς πληροφορίες σε σχέση με το εν λόγω πρόσωπο και ότι, παρόλο που κάποιες εξ αυτών επιβεβαιώνονται από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, εντούτοις πρόκειται για πληροφορίες γενικές και ευχερώς προσβάσιμες στο διαδίκτυο και γι’ αυτό – ως κρίθηκε - δεν αποτελούν ένδειξη συγγένειας του αιτητή με το εν λόγω πρόσωπο. Ενόψει του ότι ο αιτητής ανέφερε ότι ήταν στενός συγγενής με το εν λόγω πρόσωπο, ευλόγως αναμενόταν απ’ αυτόν να γνώριζε περισσότερες πληροφορίες για το εν λόγω πρόσωπο, το επάγγελμά του, αλλά και το πως και που απεβίωσε.

Οι ισχυρισμοί ότι αποσχιστές είχαν προσεγγίσει απειλώντας τον αιτητή παρουσιάζουν έλλειψη συνοχής και συνέπειας, καθώς, σύμφωνα με ΠΧΚ που εντοπίστηκαν, απαγάγουν και στρατολογούν νέους με διάφορους βίαιους τρόπους και υπό την απειλή άσκησης βίας, πρακτικές που – ως κρίθηκε – δεν συνάδουν με τα λεγόμενα του αιτητή. Δεδομένου του ότι, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ιδίου, οι αποσχιστές ήθελαν αν στρατολογήσουν τον αιτητή στις τάξεις τους και δεδομένης της επαφής που ισχυρίστηκε ότι διέθετε με τον στρατηγό «No Pity», αναμενόταν πως αυτοί θα λάμβαναν πιο δραστικά μέτρα και δεν θα αρκούνταν σε λεκτικές απόπειρες στρατολόγησής. Κρίθηκε περαιτέρω ότι ο ισχυρισμός του ότι οι αποσχιστές και το SCNC ταυτίζονται και ότι οι μαχητές λαμβάνουν εντολές από το SCNC, δεν παρουσιάζει συνοχή, καθώς οι αποσχιστές εμπλέκονται σε πράξεις βίας και σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, σε αντίθεση με το SCNC, το οποίο προωθεί ότι πρέπει να δοθεί στους υπηκόους του Καμερούν το δικαίωμα να εκφράσουν τις μη βίαιες απόψεις τους και να οργανωθούν ελεύθερα σε ομάδες ή πολιτικά κόμματα χωρίς να φοβούνται ή να υποστούν διώξεις ή παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Προς επίρρωση των ως άνω ευρημάτων οι καθ’ ων η αίτηση εντόπισαν και κατέγραψαν πληροφορίες (ΠΧΚ) σε σχέση με την αναγκαστική στρατολόγηση από αυτονομιστές και την ύπαρξη και δράση του στρατηγού Martin Tumenta Chomu, ο οποίος απεβίωσε τον Νοέμβριο του 2015. Σχετικώς κρίθηκε ότι η φωτογραφία του στρατηγού Martin Tumenta Chomu που προσκόμισε ο αιτητής απεικονίζει πράγματι το άτομο αυτό, όμως δεν δύναται και δεν αρκεί, δεδομένης της ελλείψεως εσωτερικής συνοχής των λεγομένων του αιτητή περί τούτου, να αποδείξει τη συγγένεια του αιτητή με το εν λόγω πρόσωπο.

Σε σχέση τέλος με τον 4ο ουσιώδη ισχυρισμό του αιτητή διαπιστώθηκαν αντιφάσεις στα λεγόμενά του, καθώς ισχυρίστηκε ότι μετά το περιστατικό της επίθεσης στο χωριό του που έλαβε χώρα τον Δεκέμβριο του 2019, διέμενε στο δάσος για διάστημα 5-6 μηνών. Σε άλλο σημείο ανέφερε ότι ενόσω ζούσε στο δάσος για διάστημα 2 μηνών, πληροφορήθηκε από το πρόσωπο που τον είχε βοηθήσει να εγκαταλείψει τη χώρα του, ότι είχε διευθετήσει όλα όσα χρειάζονταν για το ταξίδι του. Ο αιτητής αναχώρησε από τη χώρα καταγωγής του τον Φεβρουάριο του 2020.  Το ένταλμα σύλληψης που προσκόμισε ο αιτητής κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του, φαίνεται να έχει εκδοθεί τον Σεπτέμβριο του 2019, ενώ ο ίδιος αναχώρησε τον Φεβρουάριο του 2020. Ως μη επαρκής κρίθηκε η δικαιολογία που παρέθεσε όταν κλήθηκε να εξηγήσει πως κατόρθωσε να εγκαταλείψει νόμιμα τη χώρα του χωρίς πρόβλημα, ήτοι ότι έλαβε βοήθεια από υπάλληλο στο αεροδρόμιο και ότι δεν σπατάλησε χρόνο. Αντίφαση εντοπίστηκε και ως προς το ζήτημα ότι ενώ ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος δεν είχε προβεί στην έκδοση του διαβατηρίου του και ότι αυτή διευθετήθηκε από συγκεκριμένο πρόσωπο που γνώρισε κατά την παραμονή του στο δάσος μετά την κατ’ ισχυρισμό επιδρομή στο χωριό του τον Δεκέμβριο 2019, εντούτοις απέστειλε ηλεκτρονικά φωτοτυπία του διαβατηρίου του που φέρει ημερομηνία έκδοσης 20/11/18.

Σχετικά με τα έγγραφα που προσκόμισε σχετικά σημειώθηκαν τα εξής.

Σε σχέση με το φερόμενο ένταλμα σύλληψης που προσκόμισε παρατηρήθηκε ότι στον τίτλο αναγράφεται στα αγγλικά και στα γαλλικά η λέξη καταζητούμενος και ως ημερομηνία έκδοσης του οι 14/09/19. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του αιτητή, εκείνη την περίοδο ζούσε στο χωριό του, προέβαινε σε κηρύγματα ως πάστορας και ήταν ενεργός μέλος της οργάνωσης SCNC. Οι κατηγορίες εναντίον του ήταν, σύμφωνα με το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου, «εκκρεμής παραπομπή διαδικασίας στη δικαστική αστυνομική αρχή». Ο αιτητής όμως κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του δεν αναφέρθηκε σε εκκρεμούσες κλήσεις από τις αστυνομικές αρχές της χώρας του λόγω της δράσης του ως μέλος της οργάνωσης SCNC, ενώ κατά την ελεύθερη αφήγησή του, εντοπίζεται μία αναφορά για το ένταλμα σύλληψης σε σχέση με το SCNC. Σε κάποια δε σημεία της συνέντευξής του ο αιτητής ανέφερε ότι το ένταλμα σύλληψης προϋπήρχε προτού εγκαταλείψει τη χώρα του, ενώ σε άλλο σημείο δήλωσε ότι το απέκτησε ο δικηγόρος του αφότου εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής. Όλα τα ως άνω διαβρώνουν την αξιοπιστία του εν λόγω εγγράφου, ως κρίθηκε από τους καθ’ ων η αίτηση.

Αναφορικά με την φερόμενη ένορκη δήλωση από τον δικηγόρο του αιτητή στο Καμερούν, αναφέρεται ότι εκδόθηκε τον Αύγουστο του 2022 και στο οποίο εντοπίζεται αναφορά για το θάνατο του αδελφού του στις 3 Δεκεμβρίου του 2019, που είναι ημέρα Τρίτη, ενώ ο αιτητής ισχυρίστηκε ότι το επίδικο περιστατικό της επιδρομής όπου σκοτώθηκε ο αδελφός του, έλαβε χώρα μία Κυριακή τον Δεκέμβριο του 2019. Η εξήγηση που παρέθεσε ο αιτητής ότι ο δικηγόρος του έλαβε τις πληροφορίες από τους κατοίκους, αρκετοί από τους οποίους είχαν εγκαταλείψει την κοινότητα, δεν κρίθηκε επαρκής. Επιπρόσθετα, διαπιστώθηκε ότι στο έγγραφο, οι ημερομηνίες που γράφονται δεν συνάδουν με τον χρόνο αναχώρησής του αιτητή από τη χώρα του, το ότι δε το όνομα του δικηγόρου εξακριβώνεται από έρευνα που έγινε στο διαδίκτυο δεν επαρκεί για να υπερκερασθούν τα ως άνω σε σχέση με τις αντιφάσεις που εντοπίστηκαν μεταξύ του περιεχομένου του εγγράφου και τον λεγομένων του αιτητή.

Κατόπιν έρευνας που έγινε σε ΠΧΚ διαπιστώθηκε ότι το περιστατικό στο Babungo, στο όποιο αναφέρθηκε ο αιτητή, τον Δεκέμβριο του 2019, δεν είναι δυνατόν να εξακριβωθεί από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης. Παρατίθενται πληροφορίες από εξωτερικές πηγές αναφορικά με ελέγχους που διενεργούνται στα σημεία διέλευσης των συνόρων, που περιλαμβάνει έλεγχο της αυθεντικότητας των ταξιδιωτικών εγγράφων και του ποινικού μητρώου του ταξιδιώτη. Σύμφωνα με την Αρχή Πολιτικής Αεροπορίας του Καμερούν (CCAA) σε σχέση με τις διαδικασίες ασφαλείας στο Διεθνές Αεροδρόμιο της Douala, από τον Ιούλιο του 2019 οι Μονάδες Ασφάλειας Αεροδρομίων (ASU) της CCAA διαχειρίζονται τα μέτρα φυσικής ασφάλειας και η αστυνομία και άλλες αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες είναι «υπεύθυνες για την αξιολόγηση κινδύνου μέσω επιχειρησιακών πληροφοριών, ελέγχων ιστορικού, συλλήψεων και αποκάλυψης αδικημάτων ασφαλείας», εντούτοις φαινόμενα διαφθοράς και δωροδοκίας είναι συνήθη στο Καμερούν. Παρά το γεγονός ότι εξωτερικές πηγές αναφέρονται σε γενικά φαινόμενα διαφθοράς, οι ισχυρισμοί του ως προς τον τρόπο με τον οποίο κατόρθωσε να εξέλθει από τη χώρα του παρουσιάζουν έλλειψη εσωτερικής αξιοπιστίας. 

Για τους πιο πάνω λόγους ο 4ος ουσιώδης ισχυρισμός του αιτητή απορρίφθηκε.

Στα πλαίσια αξιολόγησης κινδύνου κρίθηκε ότι ο αιτητής δεν αντιμετωπίζει κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης. Ειδικά σε σχέση με το αρ.19 (2) (γ) του Νόμου, κατόπιν έρευνας που έγινε σε ΠΧΚ για τη γενική κατάσταση ασφαλείας στον τόπο διαμονής,  και λαμβανομένων υπόψη των προσωπικών περιστάσεων του αιτητή, ήτοι του ότι είναι υγιής, χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας, απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, ομιλεί αγγλικά και καταλαβαίνει λίγο τη γαλλική γλώσσα, με εργασιακή εμπειρία, οι καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στο χωριό Babungo στη Βορειοδυτική περιφέρεια (Northwest Region), δεν αναμένεται να εκτεθεί σε σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας του (ως αμάχου).

Συνεπεία των ως άνω η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε ως αβάσιμη και εκδόθηκε απόφαση επιστροφής του αιτητή στη χώρα καταγωγής του.

Στα πλαίσια της προσφυγής καταγράφονται αρκετά νομικά σημεία, πολλά εκ των οποίων προωθούνται και αναπτύσσονται στην αγόρευση που ακολούθησε. Σημειώνω ότι κατά τις διευκρινήσεις η συνήγορος του αιτητή απέσυρε ρητώς τους ισχυρισμούς που άπτονται του κατά πόσο η προσβαλλόμενη δια της παρούσης απόφαση λήφθηκε αρμοδίως και συνεπώς δεν θα εξεταστούν.

Στα πλαίσια της αγόρευσης η ευπαίδευτη συνήγορος του αιτητή αναφέρει ότι δεν έγιναν οι κατάλληλες ερωτήσεις (εκ του οποίου στερήθηκε της ευκαιρίας να αναφέρει το σύνολο του αφηγήματος του), δεν έγινε δέουσα έρευνα επί των ισχυρισμών που αναφέρθηκαν στη συνέντευξη και δεν αιτιολογείται επαρκώς η προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω αναφέρει, κάνοντας πλήθος αναφορών στους ισχυρισμούς του αιτητή ως καταγράφηκαν στο επίδικη πρακτικό της συνέντευξης, ότι δεν έγινε ορθή αξιολόγηση της αξιοπιστίας των λεγομένων του στα πλαίσια του 2ου, 3ου και 4ου ουσιώδους ισχυρισμού, τα οποία – ως εισηγείται η συνήγορος του – είχαν επαρκείς και συνεκτικές πληροφορίες επί όλου του φάσματος του αφηγήματος του και δια τούτο θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι διατηρούν εσωτερική συνοχή και περαιτέρω, παραπέμποντας σε σχετικές πηγές ΠΧΚ, αναφέρει ότι το σύνολο του αφηγήματος του αιτητή συνάδει με τις διαθέσιμες πληροφορίες, οι οποίες κάνουν λόγο για αδιακρίτως ασκούμενη βία αλλά και σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων από αμφότερες τις αντιμαχόμενες πλευρές, ειδικά στη Βορειοδυτική περιοχή (που βρίσκεται ο τόπος διαμονής του αιτητή), εκ των οποίων θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι τα λεγόμενα του αιτητή διατηρούν εξωτερική συνοχή και, σε κάθε περίπτωση, δεικνύουν ότι υφίσταται – κατ’ ελάχιστον – κίνδυνος για τη σωματική ακεραιότητα ή και ζωή του αιτητή εκ μόνης της παρουσίας του στον τόπο διαμονής του. Επιπροσθέτως σημειώνει ότι, δεδομένου ότι ο αιτητής διώκεται τόσο από κρατικούς φορείς όσο και από τους Ambazonians, λαμβανομένου υπόψη ότι κρατικοί φορείς προβαίνουν σε πράξεις δίωξης κατά αγγλόφωνου πληθυσμού σε όλη την επικράτεια, οι δε Ambazonians δρουν σε μεγάλο μέρος της νοτιοδυτικής αλλά και βορειοδυτικής περιοχής του Καμερούν, δεν υφίσταται δυνατότητα εσωτερικής του αιτητή σε άλλο μέρος του Καμερούν, όπου δεν θα υφίσταται τέτοιος κίνδυνος.

Οι καθ' ων η αίτηση αντέταξαν ότι τα ευρήματα τους – τόσο επί της αξιοπιστίας όσο και επί της μη ύπαρξης κινδύνου διώξεως ή και σοβαρής βλάβης - είναι εύλογα, ορθά, προϊόν δέουσας έρευνας και απολύτως αιτιολογημένα, υπό το φως των ενώπιον τους στοιχείων, η δε επίδικη απόφαση είναι ορθή επί της ουσίας αλλά και πλήρως αιτιολογημένη και ουδέν μεμπτό εντοπίζεται στην επίδικη διαδικασία. Επί των επιμέρους ισχυρισμών των καθ’ ων η αίτηση θα αναφερθώ πιο κάτω, όπου ήθελε τούτο κριθεί σκόπιμο για τους σκοπούς της παρούσης.

Προχωρώ λοιπών με επί της ουσίας εξέταση των ενώπιον μου στοιχείων, εξ υπαρχής, η οποία τελείται σε κάθε περίπτωση (βλ. Ε.Δ.Δ.Δ.Π. Αρ.107/2023, Q. B. T. v. Κυπριακής Δημοκρατίας, ημ.11/02/25).

Προχωρώ λοιπόν σε αξιολόγηση των ενώπιον μου στοιχείων

Στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», Δικαστική ανάλυση, 2018, σελ.98 του εγχειριδίου, αναφέρεται ότι «[…] απαιτείται ισορροπημένη και αντικειμενική αξιολόγηση του αν η αφήγηση του αιτούντος αντικατοπτρίζει την αφήγηση που αναμένεται από ένα πρόσωπο στην κατάσταση του αιτούντος το οποίο αφηγείται μια πραγματική προσωπική εμπειρία.».

Στη σελ.102 του ιδίου εγχειριδίου, αναφέρονται τα εξής:

«[Οι] δείκτες αξιοπιστίας είναι απλοί δείκτες και δεν συνιστούν αυστηρά κριτήρια ή προϋποθέσεις. Παρότι οι τέσσερις δείκτες που προσδιορίστηκαν ανωτέρω (εσωτερική και εξωτερική συνέπεια, επαρκώς λεπτομερείς πληροφορίες και ευλογοφάνεια) αποτυπώνουν τους δείκτες που εφαρμόζουν στην πράξη τα δικαστήρια, κανένας από αυτούς δεν μπορεί να θεωρηθεί καθοριστικός. Η σημασία τους από υπόθεση σε υπόθεση ποικίλλει σημαντικά. Σε κάθε περίπτωση είναι αναγκαία η εξέταση του σωρευτικού τους αντίκτυπου (305).  […]

Από την ανωτέρω ανάλυση προκύπτει ότι δεν υπάρχει απλή απάντηση στο ερώτημα που αφορά τον τρόπο αξιολόγησης της αξιοπιστίας σε υποθέσεις διεθνούς προστασίας. Το μόνο που μπορεί να ειπωθεί είναι ότι η αξιολόγηση πρέπει να διενεργείται με βάση το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, λαμβανομένων υπόψη των αρχών, των μεθόδων και των δεικτών που αναφέρονται στην παρούσα ανάλυση. Οι αρχές, οι μέθοδοι και οι δείκτες αυτοί θα πρέπει να εφαρμόζονται με προσοχή (307), αντικειμενικότητα και αμεροληψία, ώστε να αποφευχθεί τυχόν εσφαλμένη και απλοϊκή απόρριψη, ή αφελής και ανεπιφύλακτη αποδοχή μιας συγκεκριμένης αφήγησης.» 

Ενόψει και κατ’ εφαρμογή και των ως άνω κατευθυντήριων γραμμών, έχοντας διέλθει με προσοχή του περιεχομένου του διοικητικού φακέλου, των λεγομένων του αιτητή κατά τη συνέντευξη καθώς και των εκατέρωθεν αγορεύσεων των μερών, είναι κατάληξη μου ότι συμφωνώ πλήρως και σε όλη τους την έκταση με τα ευρήματα και κατάληξη των καθ’ ων η αίτηση, ως αυτά ενδελεχώς αναλύονται στα ερ.202-214, τα οποία καταγράφονται και πιο πάνω στα πλαίσια της παρούσης, για τους λόγους που θα εξηγήσω αμέσως πιο κάτω.

Το αφήγημα του αιτητή περιλαμβάνει πλήθος ισχυρισμών που άπτονται της δράσης του ως μέλος του SCNC, της δίωξης του από τους Ambazonians και την κυβέρνηση, τη δράση του ως κήρυκας, αναφορές σε υπαρκτά πρόσωπα που εμπλέκονται στην αγγλόφωνη κρίση, αλλά και πολύπτυχους ισχυρισμούς περιστατικών. Όμως, προσεκτική ανάγνωση των όσων ο αιτητής ανέφερε και των απαντήσεων του στις (πολλές) ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, αποκαλύπτει, σε πολλά και καίρια σημεία των λεγομένων του, σημαντικά κενά, ασάφειες, ελλείψεις εύλογα αναμενόμενων λεπτομερειών επί όσων περιγράφει και – ιδωμένο συνολικά – στερείται συνοχής και χρονικής συνέχειας. Ενδεικτικά σημειώνω ότι ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να ξεκαθαρίσει τελικά πόσο καιρό κρυβόταν – ως ανέφερε – σε θαμνώδεις εκτάσεις, που ακριβώς, δεν μπόρεσε να περιγράψει το κατ’ ισχυρισμό συμβάν όπου κάηκε ολοσχερώς η οικία της οικογένειας του, που εξαφανίστηκαν οι γονείς του και ο αδελφός του, ούτε και να δώσει λεπτομέρειες για τον θάνατο του μικρότερου αδελφού του, που – ως ανέφερε – σκοτώθηκε στο περιστατικό αυτό. Περαιτέρω, παρότι περιγράφει τη δράση του ως κήρυκας υπέρ του σκοπού του αγγλόφωνου πληθυσμού για μεγαλύτερη αυτονόμηση και καλύτερη αντιμετώπιση από την κυβέρνηση, υπέπεσε σε αντιφάσεις, αφού δεν μπόρεσε να παραθέσει το παραμικρό βιωματικό στοιχείο ή άλλη ευλόγως αναμενόμενη λεπτομέρεια σχετικά με τα όσα βίωσε κατά τη δράση του αυτή στα πλαίσια του SCNC, απέτυχε τελικά να δώσει μια ακριβή περιγραφή του εμβλήματος του εν λόγω κόμματος και – ομοίως – δεν ήταν σε θέση να αναφέρει λεπτομέρειες για τον κατ’ ισχυρισμό θείο του, που, σύμφωνα με διαθέσιμες πληροφορίες, πρόκειται για υπαρκτό άτομο με σημαντική δράση και τον θάνατο του, τα οποία αποδυναμώνουν περαιτέρω την εσωτερική συνοχή των λεγομένων του αιτητή. Κατά τ’ άλλα αρκεί θεωρώ στο σημείο αυτό να παραπέμψω στα ευρήματα επί της εσωτερικής συνοχής των καθ’ ων η αίτηση στα πλαίσια της επίδικης έκθεσης επί του 2ου, 3ου και 4ου ουσιώδους ισχυρισμού (παρατίθενται πιο πάνω, στα πλαίσια της παρούσης), με το σύνολο των οποίων συμφωνώ και τα οποία υιοθετώ ως έχουν.

Επί της εξωτερικής συνοχής των ισχυρισμών του αιτητή σημειώνω τα εξής.

Σύμφωνα με έκθεση του Human Rights Watch που δημοσιεύθηκε το 2022, το Southern Cameroons National Council (SCNC) αποτελεί πολιτική οργάνωση που υποστηρίζει την ανεξαρτησία των αγγλόφωνων περιοχών.[1] Το 2017 η κυβέρνηση απαγόρευσε τη δράση του SCNC.[2] Στην προαναφερόμενη έκθεση του Human Rights Watch αναφέρεται ότι είκοσι τέσσερα άτομα ισχυρίστηκαν ότι διώχθηκαν από τις αρχές, πλήρως ή εν μέρει λόγω της πολιτικής τους άποψης. Ισχυρίστηκαν ότι υποστήριξαν ή συμμετείχαν σε ειρηνικές διαδηλώσεις, συναντήσεις ή δραστηριότητες που εκφράζουν την αντίθεσή τους στην κυβέρνηση, στην αντιληπτή περιθωριοποίηση των αγγλόφωνων περιοχών ή σε καταχρήσεις των δυνάμεων ασφαλείας.[3] Σε απάντηση στις διαμαρτυρίες ή τις πολιτικές δραστηριότητές τους, ισχυρίστηκαν ότι δυνάμεις ασφαλείας τους επιτέθηκαν, αυθαίρετα συνελήφθησαν και κρατήθηκαν, βασανίστηκαν, κακοποιήθηκαν, τραυμάτισαν μέλη των οικογενειών τους ή έκαψαν τα σπίτια ή τις επιχειρήσεις τους. Αρκετοί ισχυρίστηκαν ότι κατηγορήθηκαν από τις Αρχές για εμπλοκή με αυτονομιστικές ομάδες.[4]

Ο υποστράτηγος Martin Chomu Tumenta διορίστηκε διοικητής της Πολυδιάστατης Ολοκληρωμένης Αποστολής Σταθεροποίησης του Ο. Η. Ε. στην Κεντροαφρικανική Δημοκρατία [MINUSCA] στις 30 Ιουλίου 2014 από τον Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών. Ξεκίνησε τα καθήκοντά του στα μέσα Σεπτεμβρίου 2014.[5] Είχε μια διακεκριμένη καριέρα στο Αερομεταφερόμενο Πεζικό των Ενόπλων Δυνάμεων του Καμερούν και διετέλεσε επίσης Διευθυντής Ανθρώπινου Δυναμικού στο Υπουργείο Άμυνας.[6] Απεβίωσε στις 30/11/15 εξαιτίας ασθένειας.[7] Σύμφωνα με δημοσιεύματα, είχε μεταβεί στις Η. Π. Α. για να λάβει ιατρική θεραπεία και τελικά απεβίωσε[8] και θάφτηκε στο χωριό Babungo στη Βορειοδυτική περιφέρεια (Northwest Region), απ’ όπου κατάγεται. [9]

Σχετικά με τη δράση των Ambazonians και τη γενικότερη κατάσταση στα πλαίσια της λεγόμενης αγγλόφωνης κρίσης σημειώνονται τα εξής.

Η Διεθνής Αμνηστία και το Human Rights Watch (HRW) κάνουν λόγο για μη τήρηση και παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε εκτεταμένο βαθμό στα πλαίσια της κρίσης στις Αγγλόφωνες επαρχίες και την καταστολή τής δράσης τής Boko Haram στην επαρχία Far North.[10]

Σύμφωνα με τα Ηνωμένα Έθνη υπάρχουν « […] αναφορές για βίαιες ενέργειες που καταλήγουν σε καταστροφή νοσοκομείων, σχολείων και ολόκληρων χωριών στις εν λόγω περιοχές τις οποίες έχουν διαπράξει μη κυβερνητικές ένοπλες ομάδες και μέλη των ενόπλων δυνάμεων του κυβερνώντος κόμματος […]»[11],  ενώ το HRW και η Διεθνής Αμνηστία επίσης αναφέρουν πως στις ενέργειες αυτές προβαίνουν τόσο κυβερνητικοί και μη κυβερνητικοί δρώντες[12].  Σχετικά με τη γεωγραφική κατανομή των συγκρούσεων αναφέρονται τα εξής: «Στις ΝΔ και ΒΔ επαρχίες, υψηλά επίπεδα ανασφάλειας συνεχίζονταν. Η παρουσία κρατικών σωμάτων ασφαλείας – αστυνομία, χωροφυλακή, στρατός – είναι συγκεντρωμένη κατά μήκος των κύριων οδικών αρτηριών και στις πόλεις, ενώ οι μη κρατικές ένοπλες ομάδες εντοπίζονται κυρίως στις αγροτικές περιοχές.»[13].

Πηγές των Ηνωμένων Εθνών αναφέρουν τα εξής:

«Με την κλιμακούμενη βία ανάμεσα στις κυβερνητικές δυνάμεις και τις μη-κρατικές ένοπλες ομάδες στις Νοτιοδυτικές και Βορειοδυτικές περιοχές τού Καμερούν κατά το 2019, ο άμαχος πληθυσμός είναι αντιμέτωπος με σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων […] μαζικό εκτοπισμό, επιθέσεις κατά περιουσιών, κάψιμο σπιτιών και χωριών, διαχωρισμός οικογενειών, απώλεια εγγράφων ταυτοποίησης, αυθαίρετη σύλληψη και κράτηση […] έλλειψη πρόσβασης σε βασικές υπηρεσίες που έχουν επηρεασθεί από την κρίση και σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων (δολοφονίες, στρατολόγηση παιδιών, απαγωγές, έμφυλη βία, κ.ά. […] Επιθέσεις κατά χωριών, κάψιμο σπιτιών και δολοφονίες έχουν καταγραφεί.».[14]

Σύμφωνα με έκθεση της 1ης Μαρτίου του 2023 της R2P Monitor, «περισσότεροι από 6.000 άνθρωποι έχουν σκοτωθεί ως αποτέλεσμα της κρίσης από το 2016. Οι δυνάμεις ασφαλείας διέπραξαν εξωδικαστικές δολοφονίες και εκτεταμένη σεξουαλική βία και βία λόγω φύλου, έκαψαν αγγλόφωνα χωριά και υπέβαλαν σε αυθαίρετη κράτηση, βασανιστήρια και κακομεταχείριση άτομα που θεωρούνταν ύποπτα ως αυτονομιστές. Οι ένοπλοι αυτονομιστές γίνονται επίσης ολοένα και πιο βίαιοι, σκοτώνοντας, απαγάγοντας και τρομοκρατώντας πληθυσμούς ενώ διεκδικούν σταθερά τον έλεγχο σε μεγάλα τμήματα των αγγλόφωνων περιοχών. Από τις αρχές του 2022 η κυβέρνηση αύξησε τις επιχειρήσεις της κατά των ένοπλων αυτονομιστικών προπύργιων. Οι αγγλόφωνοι αυτονομιστές απάντησαν εντείνοντας τις επιθέσεις εναντίον των κυβερνητικών δυνάμεων ασφαλείας, χρησιμοποιώντας περισσότερα φονικά όπλα και αυτοσχέδιους εκρηκτικούς μηχανισμούς IED. Οι αυτονομιστές έχουν απαγορεύσει την κυβερνητική εκπαίδευση και συχνά επιτίθενται, απειλούν και απαγάγουν μαθητές και καθηγητές, και επιπλέον καίνε, καταστρέφουν και λεηλατούν σχολεία. Αυτές οι επιθέσεις, καθώς και τα αυστηρά lockdown που επιβλήθηκαν από ένοπλους αυτονομιστές, έχουν στερήσει την εκπαίδευσή τους από τα παιδιά. Σύμφωνα με τον OCHA, μόνο το 46 τοις εκατό των σχολείων λειτουργούν και το 54 τοις εκατό των μαθητών πραγματοποίησαν εγγραφή για το ακαδημαϊκό έτος 2022-2023. Περισσότεροι από 2 εκατομμύρια άνθρωποι πλήττονται στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές και χρειάζονται ανθρωπιστική βοήθεια. Η OCHA εκτιμά, όπως αναφέρει η ίδια ως άνω έκθεση, ότι τουλάχιστον 628.000 άνθρωποι έχουν εκτοπιστεί εσωτερικά λόγω βίας στις δύο περιοχές, ενώ περισσότεροι από 87.000 έχουν καταφύγει στη Νιγηρία». [15]

Εκ των ως άνω επιβεβαιώνεται, ως ήταν και το σχετικό εύρημα των καθ’ ων η αίτηση, ότι τα όσα αναφέρει περί της γενικότερης κατάστασης στη βορειοδυτική και νοτιοδυτική περιοχή του Καμερούν, τις συγκρούσεις μεταξύ των κυβερνητικών δυνάμεων του στρατού και των αποσχιστών και τις εκατέρωθεν παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων ο αιτητής συνάδουν, ως γενικές πληροφορίες, με διαθέσιμες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής.

Σε σχέση με τον στρατηγό τον οποίο ο αιτητής αναφέρει ως θείο του, παρατηρώ ότι, όπως αναφέρουν και οι καθ’ ων η αίτηση, παρότι πρόκειται για υπαρκτό πρόσωπο με μεγάλη καριέρα ως στρατιωτικός, εντούτοις ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να αναφέρει, παρότι ήταν, ως ισχυρίζεται, θείος του, την παραμικρή λεπτομέρεια για τη ζωή και την προσωπικότητα του ή κάποιο άλλο συμβάν ή ανάμνηση που έχει ο ίδιος, εντοπίζεται δε ανακρίβεια στο ότι αυτός απεβίωσε στις ΗΠΑ και όχι στη Νιγηρία, ως ανέφερε ο αιτητής. Οι λοιπές δε πληροφορίες που αναφέρει για το πρόσωπο αυτό συνίστανται σε γενικές πληροφορίες, οι οποίες είναι ευρέως προσβάσιμες στο διαδίκτυο.

Εκ των ως άνω προκύπτει ότι η ύπαρξη του στρατηγού με το όνομα που ο αιτητής δίδει, η γενική κατάσταση ασφαλείας στο Καμερούν, η δράση των Αμπαζόνιανς και του SCNC συνάδουν – μερικώς – με τα λεγόμενα του αιτητή, όμως, ως αναφέρω και πιο πάνω, αυτά στερούνται βιωματικών στοιχείων και λεπτομερειών και ουδέν εκ των περιστατικών που ο αιτητής αναφέρει δεν τοποθετείται ακριβώς χρονικά.

Δεδομένων των ως άνω διαπιστώσεων μου προχωρώ σε αξιολόγηση των εγγράφων που προσκόμισε ο αιτητής (ερ.53-70).

Σύμφωνα με το εγχειρίδιο «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», EASO, Δικαστική ανάλυση, 2018, σελ.107-108, κατά την αξιολόγηση εγγράφων εξετάζονται τα εξής:

«Το περιεχόμενο, η φύση και ο συντάκτης αφορούν το αν το έγγραφο είναι αξιόπιστο. Ένα έγγραφο μπορεί να είναι γνήσιο, υπό την έννοια ότι πρόκειται όντως για το έγγραφο ως το οποίο υποβάλλεται, αλλά το περιεχόμενό του ενδέχεται να είναι αναξιόπιστο και να μην τεκμηριώνει τις δηλώσεις του αιτούντος. Από την άλλη πλευρά, το γεγονός ότι δεν μπορεί να αποδειχθεί ότι ένα έγγραφο είναι πλαστογραφημένο δεν σημαίνει ότι μπορεί να θεωρηθεί αξιόπιστο μόνο γι’ αυτόν τον λόγο. Το βάρος της απόδειξης της γνησιότητας και της αξιοπιστίας του εγγράφου το φέρει ο αιτών.

Ενδεχομένως να πρέπει να εξεταστούν παράγοντες όπως η εσωτερική συνέπεια, το επίπεδο λεπτομέρειας, η συνέπεια με άλλα αποδεικτικά στοιχεία, και ιδιαίτερα με τις ΠΧΚ, και το αν οι πληροφορίες προέρχονται από άμεση πηγή. Το ίδιο ισχύει και για πτυχές που αφορούν τον συντάκτη, τα προσόντα του, την αξιοπιστία των πληροφοριών στις οποίες βασίζεται το έγγραφο και τον σκοπό για τον οποίο συντάχθηκε.

[…]

Τα έγγραφα πρέπει να υποβάλλονται στον ίδιο βαθμό ελέγχου που υποβάλλονται και οι δηλώσεις του αιτούντος: οι αρχές που εφαρμόζονται στην αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων και αναφέρονται στην ενότητα 4.3 ανωτέρω δεν ισχύουν μόνο για τις δηλώσεις, γραπτές ή προφορικές, αλλά και για όλα τα έγγραφα που υποβάλλονται προς στήριξη της αίτησης (324). Τα έγγραφα δεν πρέπει να αξιολογούνται χωριστά, αλλά με βάση το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων. Σε κάθε περίπτωση, πριν από οποιαδήποτε αρνητική διαπίστωση, θα πρέπει να έχει παρασχεθεί στον αιτούντα η κατάλληλη ευκαιρία ώστε να δώσει εξηγήσεις ή να σχολιάσει τις σχετικές ανησυχίες.»

Σε σχέση κατ’ αρχή με τα μαυρόασπρα φωτοαντίγραφα φωτογραφιών που προσκόμισε (ερ.56-62), παρατηρώ ότι σε μια εκ των φωτογραφιών απεικονίζεται ο στρατηγός τον οποίο ο αιτητής κατονόμασε ως θείο του είναι φωτογραφία που εντοπίζεται και σε άρθρο στο διαδίκτυο (βλ. πιο πάνω υποσημείωση 8), σε 4 φωτογραφίες απεικονίζεται αμυδρά ένα υποστατικό και σε άλλες δύο απεικονίζεται μια συγκέντρωση με άτομα τα οποία δεν προσδιορίζονται. Επί των φωτογραφιών ο αιτητής ουδέν ήταν σε θέση να αναφέρει στα πλαίσια της συνέντευξης (ερ.35) και ούτε στα πλαίσια της παρούσης, που θα έθετε το απαραίτητο υπόβαθρο ως προς τα όσα αποτυπώνονται σ’ αυτές, τόσο σε σχέση με αυτή που απεικονίζει ένα κτίριο με φθορές όσο και αυτή που απεικονίζεται ο ίδιος να κηρύττει, σύμφωνα με τα λεγόμενα του. Ουδεμία εκ των φωτογραφιών μπορεί να ενισχύσει ή να επιβεβαιώσει καθ’ οιονδήποτε τρόπο τους ισχυρισμούς του αιτητή. Το ίδιο ισχύει και για τα ερ.63-66, που αφορούν ένορκη δήλωση του δικηγόρου του αιτητή και δίπλωμα, και τα δύο των οποίων έχουν φερόμενο χρόνο σύνταξης το 2022, δύο χρόνια αφότου ο αιτητής έφυγε από το Καμερούν, τα οποία – δεδομένης της τρωθείσας εσωτερικής συνοχής των λεγομένων του αιτητή, δεν μπορούν να διαφοροποιήσουν την αξιοπιστία των δηλώσεων του, όπως και η φερόμενη κάρτα μέλους στο κόμμα SCNC (ερ.68-69), δεδομένου του ότι ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να δώσει λεπτομέρειες για τη δράση του και ούτε περιέγραψε ορθά το σύνθημα του κόμματος.

Σε σχέση τέλος με το ερ.67, πέραν των όσων οι καθ’ ων η αίτηση αναφέρουν (ορθώς) επί τούτου στο ερ.204, περί του ότι η φερόμενη ημερομηνία σύνταξης του εν λόγω εγγράφου (14/09/19) δεν συνάδει με τους ισχυρισμούς του αιτητή ως προς το πότε – κατά τον ίδιο – άρχισε να καταζητείται από τις αρχές ή το γεγονός ότι έφυγε νομίμως από τη χώρα ενώ το ένταλμα αυτό εκκρεμούσε και όταν ρωτήθηκε επί του εγγράφου αυτού ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να περιγράψει με ακρίβεια πως βρέθηκε στην κατοχή του δικηγόρου του και του ιδίου και γιατί το ανακάλυψε αφότου ο αιτητής έφυγε από το Καμερούν (βλ. ερ.33), επί όλων δε τούτων των πτυχών, παρότι ρωτήθηκε επισταμένα, παρέμεινε γενικόλογος και εν πολλοίς ασυνάρτητος.

Είναι λοιπό κατάληξη μου, λαμβανομένου υπόψη του ότι τα έγγραφα αποτιμώνται σε συνάρτηση πάντοτε με τους ισχυρισμούς του αιτητή και την εσωτερική συνοχή τους, ότι ουδεμία βαρύτητα μπορεί να αποδοθεί στα έγγραφα αυτά και – σε κάθε περίπτωση – όχι τέτοια που θα υπερκέραζε τις σοβαρές και πολλές ελλείψεις που έχουν εντοπιστεί στο σύνολο του αφηγήματος του αιτητή. Άλλωστε, ως και στο εγχειρίδιο «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», EASO, 2018, σελ.97, αναφέρεται, «[…] είναι αναγκαία η επαγρύπνηση για καταστάσεις στις οποίες ορισμένοι αιτούντες μπορεί να προσαρμόσουν τους ισχυρισμούς τους ώστε να είναι συνεπείς με συναφείς ΠΧΚ, οι οποίες κατά την άποψή τους θα στηρίξουν την αίτησή τους.».   

Στην απουσία λοιπόν περαιτέρω μαρτυρίας που θα συμπλήρωνε τα κενά και τις ελλείψεις, ως ανωτέρω καταγράφονται, τα κενά παραμένουν και συνεπώς ουδείς εκ των ισχυρισμών του αιτητή μπορεί να γίνει αποδεκτός, καθότι οι σημαντικές ελλείψεις εσωτερικής συνοχής δεν αφήνουν περιθώριο αποδοχής, δεδομένου ότι το ότι συνάδουν με γενικές ΠΧΚ, δεν μπορεί από μόνο του να οδηγήσει σε αποδοχή ενός αφηγήματος, όταν ο ισχυρισμός αυτός, στα πλαίσια του ιστορικού που παραθέτει ο αιτητής, στερείται συνοχής, ενόψει και της συνολικής αποτίμησης των δεικτών αξιοπιστίας. Είναι λοιπόν κατάληξη μου ότι τα όσα αναφέρει ο αιτητής στο πλούσιο από πλευράς ισχυρισμών αφήγημα του συνιστούν επινοήσεις του ιδίου, ώστε, με αναφορές σε καταστάσεις και πρόσωπα που συνάδουν με διαθέσιμες πληροφορίες και προσκομίζοντας πλήθος αμφιβόλου γνησιότητας εγγράφων, να προσδώσει αξιοπιστία, εδώ ανεπιτυχώς, στα λεγόμενα του. Σημειώνω ότι, σύμφωνα με τα λεγόμενα του αιτητή (ερ.45) αυτός κηρύττει εδώ και 20 χρόνια, ήτοι, δεδομένου ότι γεννήθηκε το 1997 (είναι 28 ετών σήμερα), τοποθετεί την έναρξη του κηρύγματος του σε ηλικία μόλις 8 ετών.

Ενόψει των ως άνω διαπιστώσεων μου απομένει μια επικαιροποιημένη επισκόπηση της γενικής κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής του αιτητή (Babungo, Northwest).

Σύμφωνα με εξωτερικές πηγές, το χωριό Babungo βρίσκεται στον δακτύλιο δρόμο από την Bamenda, περίπου δέκα χιλιόμετρα από το Bamunka, στο ψηλό οροπέδιο του Ndop, είναι γόνιμο και πλούσιο σε νερό, εντατικά καλλιεργημένο και περιτριγυρισμένο από έναν δακτύλιο λόφων με βοσκοτόπια. [16]

Σύμφωνα με τα πρόσφατα δεδομένα της βάσης δεδομένων ACLED (The Armed Conflict Location & Event Data Project), ενός μη κερδοσκοπικού οργανισμού με έργο τη συλλογή, ανάλυση και χαρτογράφηση δεδομένων σχετικά με τις ημερομηνίες, τους δρώντες, τις τοποθεσίες, τους θανάτους και τους τύπους όλων των καταγεγραμμένων γεγονότων πολιτικής βίας και διαμαρτυρίας σε παγκόσμια κλίμακα, στη διάρκεια ενός έτους (Past year of ACLED Data, τελευταία ενημέρωση 06/03/26), στο χωριό  Babungo, Northwest Cameroon, καταγράφηκαν 39 περιστατικά ασφαλείας, εκ των οποίων προέκυψαν 4 θάνατοι. [17] Ο πληθυσμός του Βορειοδυτικού Καμερούν ανέρχεται περί τα 2,4 εκατομμύρια κατοίκων[18], της δε πρωτεύουσας (βορειοδυτικού Καμερούν) Bamenda, ανέρχεται περί τις 660.000[19] και του χωριού Babungo περί τις 12.000 [20].

Είναι κατάληξη μου, αποτιμώντας τις ως άνω πληροφορίες, ότι δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στην περιοχή όπου διέμενε, και στην οποία εύλογα αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας του στην περιοχή. Δεν μπορώ δε να εντοπίσω ιδιαίτερες περιστάσεις, δεδομένης της απόρριψης του αφηγήματος του, που επιτείνουν τον κίνδυνο ειδικώς για τον αιτητή σε σύγκρισή με τον γενικό πληθυσμό της περιοχής, στη βάση της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας» [21] (βλ. απόφαση ΔΕΕ, ημ.10/06/21, C-901/19, CF and DN).

Προς τα ως άνω λαμβάνω υπόψη και συνυπολογίζω ότι ο αιτητής είναι υγιής, ενήλικας, νεαρός, με εργασιακή εμπειρία και ικανότητα βιοπορισμού, χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας και με ικανοποιητική μόρφωση.

Έπεται λοιπόν ότι ο αιτητής δεν κατάφερε να τεκμηριώσει βάσιμο φόβο «καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων» αλλά και ότι δεν υφίστανται «ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη», ως αμφότερες αυτές οι έννοιες ορίζονται στα αρ.3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου.

Ουδέν προσκομίστηκε στα πλαίσια της παρούσης που να ανατρέπει τα ως άνω.

Για τους πιο πάνω λόγους η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με έξοδα €1000 υπέρ των καθ’ ων η αίτηση.

 

 

Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[1] HRW - Human Rights Watch, “How Can You Throw Us Back?”; Asylum Seekers Abused in the US and Deported to Harm in Cameroon’’ (10 February 2022) διαθέσιμο σε https://www.hrw.org/report/2022/02/10/how-can-you-throw-us-back/asylum-seekers-abused-us-and-deported-harm-cameroon (ημερομηνία πρόσβασης 25/08/2025)

[2] HRW - Human Rights Watch, “How Can You Throw Us Back?”; Asylum Seekers Abused in the US and Deported to Harm in Cameroon’’ (10 February 2022) διαθέσιμο σε https://www.hrw.org/report/2022/02/10/how-can-you-throw-us-back/asylum-seekers-abused-us-and-deported-harm-cameroon; Bertelsmann Stiftung, ‘BTI 2024 Country Report Cameroon’ (19 March 2024) διαθέσιμο σε https://bti-project.org/en/reports/country-report/CMR (ημερομηνία πρόσβασης 25/08/2025)

[3] HRW - Human Rights Watch, “How Can You Throw Us Back?”; Asylum Seekers Abused in the US and Deported to Harm in Cameroon’’ (10 February 2022) διαθέσιμο σε https://www.hrw.org/report/2022/02/10/how-can-you-throw-us-back/asylum-seekers-abused-us-and-deported-harm-cameroon

[4] Ibid.

[5] United Nations Multidimensional Integrated Stabilization Mission in the Central African Republic, ‘MINUSCA deeply saddened by the demise of its Force Commander, Gen. Tumenta’ 30 November 2015 διαθέσιμο σε https://minusca.unmissions.org/en/minusca-deeply-saddened-demise-its-force-commander-gen-tumenta (ημερομηνία πρόσβασης 25/08/2025)

[6] Ibid.

[7] Ibid.

[8] Christian Lang, ‘Vie et mort du général Martin Tumenta Chomu’ (30 November 2015) δημοσιευθέν σε TimesNews2 και διαθέσιμο σε https://timesnews2.info/vie-et-mort-du-general-martin-tumenta-chomu/ (ημερομηνία πρόσβασης 25/08/2025)

[9] Cameroon Web, ‘Gen. Tumenta’s Funeral: Pastor condemns human wickedness’ (9 February 2016) διαθέσιμο σε https://www.camerounweb.com/CameroonHomePage/NewsArchive/Gen-Tumenta-s-Funeral-Pastor-condemns-human-wickedness-357373; Cameroon24.net, ‘Cameroun - Nécrologie. L’ultime parade du Général Tumenta’ (05 February 2016) διαθέσιμο σε https://www.cameroun24.net/actualite-cameroun-info-Lultime_parade_du_General_Tumenta-28237.html ( πρόσβασης 25/08/2025)

[10] Amnesty International (AI), Human Rights in Africa: Review of 2019 - Cameroon [AFR 01/1352/2020], 08 April 2020, available at: https://www.ecoi.net/en/document/2028266.html ; Human Rights Watch (HRW), World Report 2021 – Cameroon (Events of 2020), 13 January 2021, available at: https://www.ecoi.net/en/document/2043533.html (accessed on 05/08/2022)

[12] Human Rights Watch (HRW), World Report 2021 – Cameroon (Events of 2020), 13 January 2021, available at:  https://www.ecoi.net/en/document/2043533.html; Amnesty International (AI), Human Rights in Africa: Review of 2019 - Cameroon [AFR 01/1352/2020], 08 April 2020, available at: https://www.ecoi.net/en/document/2028266.html (accessed on 11/08/2021)

[12] United Nations Office for the Coordination of Humanitarian Affairs (UN OCHA), Cameroon Humanitarian Needs Overview 2020 (revised June 2020), p. 9, June 2020, available at:  https://www.ecoi.net/en/file/local/2039302/cmr_hno_2020-revised_25062020_print.pdf

[14] United Nations Office for the Coordination of Humanitarian Affairs (UN OCHA), Cameroon Humanitarian Needs Overview 2020 (revised June 2020), pp. 41-42, June 2020, available at:https://www.ecoi.net/en/file/local/2039302/cmr_hno_2020-revised_25062020_print.pdf

[15] Global Centre for the Responsibility to Protect (Author), published by ReliefWeb: R2P Monitor, Issue 64, 1 March 2023, 2 March 2023, σελ. 4,  https://reliefweb.int/attachments/4df72bc8-c5c2-4e1b-a2db-95e32a179862/R2P-Monitor-March-2023.pdf (ημ. 22/04/2024).

[16] Babungo Map - Village - North-West Region, Cameroon διαθέσιμο σε https://mapcarta.com/16816188 (ημερομηνία πρόσβασης 16/03/26)

[17] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon, Events / Fatalities, All Events, Past Year, διαθέσιμη σε Explorer | ACLED  , (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 16/03/2026)

[21] Εγχειρίδιο EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική ανάλυση, σελ.26-28, διαθέσιμο εδώ: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο