A.A. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθ. Αρ.: 1994/2023, 13/3/2026
print
Τίτλος:
A.A. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθ. Αρ.: 1994/2023, 13/3/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθ. Αρ.: 1994/2023

13 Μαρτίου, 2026

[Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

A.A.

Αιτητής

-και-

 

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

Καθ' ων η Αίτηση

Εμφανίσεις:

Α. Μιχαήλ (κα) για ΝΙΚΟΛΕΤΤΑ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΟΥ Δ.Ε.Π.Ε., Δικηγόροι για τον Αιτητή

Κ. Σάββα (κα) για Α. Δημητριάδη (κα), Δικηγόρος για Γενικό Εισαγγελέα, Δικηγόρος για τους Καθ' ων η Αίτηση.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Με την παρούσα προσφυγή ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, επιστολής ημερομηνίας 16/06/23 η οποία του κοινοποιήθηκε αυθημερόν, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας ως άκυρη και/ή παράνομη και/ή στερούμενη κάθε έννομου αποτελέσματος και/ή ζητά απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να του αναγνωρίζεται προσφυγικό καθεστώς ή καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας και/ή ζητά απόφαση με την οποία να ακυρώνεται η απόφαση επιστροφής και/ή ότι σε περίπτωση επιστροφής του παραβιάζεται η αρχή της μη επαναπροώθησης και τα Άρθρα 2 & 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων

 

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Ο Αιτητής υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας στις 17/06/20 και στις 10/03/22 πραγματοποιήθηκε η προσωπική του συνέντευξη και στις 25/04/23 εκδόθηκε η σχετική έκθεση/εισήγηση με εισήγηση την απόρριψη του αιτήματος του. Στις 28/04/23 εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης του και/ή έκδοσης απόφασης οικειοθελούς επιστροφής. Η απόφαση αυτή αποτελεί και το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.

 

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

Η συνήγορος για τον Αιτητή υιοθέτησε τους λόγους αιτήματος ασύλου και το συναφές αφήγημα του, καθώς και τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην Γραπτή Αγόρευση και Απαντητική Αγόρευση. Παρέπεμψε στα ουσιαστικά γεγονότα, ιστορικό/προφίλ του Αιτητή, πυρήνα του αιτήματος του, τους αποδεκτούς από την Υπηρεσία Ασύλου ισχυρισμούς του και εισηγήθηκε ότι απουσιάζει η δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα και αιτιολογία της απορριπτικής απόφασης. Αναφέρει ως εσφαλμένη αξιολόγηση κινδύνου εκ μέρους της Υπηρεσίας Ασύλου καθότι δεν λήφθηκε υπόψη ότι είναι υποστηρικτής του κόμματος HDP (Halkların Demokratik Partisi - Peoples' Democratic Party), ενώ οι αρχές του αποδίδουν την ταυτότητα του κόμματος PKK (Partiya Karkerên Kurdistanê - Kurdistan Workers' Party). Επίσης, αναφέρει ότι εκκρεμούν εντάλματα σύλληψης λόγω του βίντεο που αναπαράχθηκε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, δεν συνυπολογίστηκε ότι είναι Τούρκος κουρδικής εθνοτικής καταγωγής που λόγω της καταγωγής του είχε ήδη δεχθεί δίωξη, ήδη πριν την έκδοση των ανωτέρω ενταλμάτων, ισχυρισμός που κρίθηκε αξιόπιστος. Ούτε λήφθηκαν υπόψη οι διακρίσεις που υφίστατο κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας στην Τουρκία λόγω της εθνοτικής του καταγωγής. Επικαλείται δε βάσιμο φόβο δίωξης λόγω πολιτικών πεποιθήσεων και/ή αποδιδόμενων πολιτικών πεποιθήσεων επί τη βάσει των ανωτέρω. Παρατέθηκαν πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης[1] σε σχέση με την κρατική, κοινωνική μεταχείριση των Κούρδων στη Τουρκία, τις συνθήκες που επικρατούν στις φυλακές, την μεταχείριση των υποστηρικτών των κομμάτων HDP και PKK. Δεν έγινε, όπως υποστήριξε, ολοκληρωμένη αξιολόγηση των υπαρχουσών πληροφοριών που αφορούν την χώρα καταγωγής/περιοχή συνήθους διαμονής του Αιτητή, ότι η απόφαση λήφθηκε κατά παράβαση των κατευθυντήριων γραμμών της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο, ότι η έρευνα από την αρμόδια αρχή δεν διενεργήθηκε σύμφωνα με τον Νόμο, τα σχετικά καθοδηγητικά εγχειρίδια, την νομολογία και επίσημες εξωτερικές πηγές πληροφόρησης. Υποστήριξε, επίσης, πλάνη περί το νόμο ως προς την απόφαση επιστροφής και/ή ότι η αρμόδια αρχή αποφάσισε την επιστροφή του στη βάση των διατάξεων του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000) και του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου ΚΕΦ.105 και/ή χωρίς να αξιολογηθούν οι προϋποθέσεις της νομοθεσίας. Στην Απαντητική Αγόρευση, η συνήγορος του Αιτητή προσθέτει και/ή υποβάλει μέσω πηγών πληροφόρησης ότι ο Αιτητής κινδυνεύει με δίωξη λόγω ελλιπούς προστασίας στην χώρα καταγωγής του και τονίζει ότι δεν μπορεί να ανατραπεί η αξιοπιστία των ισχυρισμών του από το Δικαστήριο λόγω της αρχής της μη χειροτέρευσης.

 

Οι Καθ' ων η αίτηση απαντούν ότι η προσβαλλόμενη με την παρούσα προσφυγή απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, σύμφωνα με τις διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, μετά από δέουσα έρευνα και σωστή ενάσκηση των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους Καθ’ ων η αίτηση, και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα ουσιώδη στοιχεία, γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης, και ότι η επίδικη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη. Υποδεικνύουν ενδελεχώς δηλώσεις του Αιτητή βάση των οποίων κρίθηκε αναξιόπιστος, ενώ ως προς το αξιόπιστο του αφηγήματος του και/ή τον μελλοντοστραφή κίνδυνο υπερτονίστηκε η μη δίωξη του στο παρελθόν, ότι ουδέποτε αντιμετώπισε επίσημα κατηγορίες που συνδέονται με την κουρδική εθνικότητα του, ότι δεν έχει ενεργή πολιτική εμπλοκή και/ή ούτε τα έγγραφα που προσκομίστηκαν δεικνύουν κάτι τέτοιο.  Υποστηρίζουν ότι οι λόγοι που επικαλείται η συνήγορος του δεν αιτιολογούνται επαρκώς κατά παράβαση της νομολογίας και των διαδικαστικών κανονισμών και θα πρέπει να απορριφθούν και/ή δεν κατάφερε ο Αιτητής να τεκμηριώσει βάσιμο φόβο δίωξης, ούτε απέδειξε ότι μπορεί να υπαχθεί στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας. Απορρίπτει δε και τους ισχυρισμούς που αφορούν την απόφαση επιστροφής παραπέμποντας σε σχετικές αποφάσεις.

 

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

Θα πρέπει να υποδειχθεί ότι μεγάλο μέρος της Γραπτής Αγόρευσης της συνηγόρου του Αιτητή αναλώνεται σε επανάληψη αρχών του διοικητικού δικαίου και/ή Νόμων και/ή κανόνων δικαίου χωρίς να γίνεται ουσιαστική υπαγωγή των πραγματικών περιστάσεων και νομικών δεδομένων της υπόθεσης με αποτέλεσμα να καθίστανται ανεπαρκούς αιτιολόγησης. Με βάση τον Κανονισμό 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, που εφαρμόζονται κατ’ αναλογία και από το παρόν Δικαστήριο (Βλέπε Κανονισμός 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας  Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 έως 2022 (3/2019), επιβάλλεται η υποχρέωση στον αιτητή όχι μόνο να εγείρει με το δικόγραφο του όλα τα σημεία τα οποία υποστηρίζουν την προσφυγή του αλλά ταυτόχρονα να τα αιτιολογεί πλήρως. Η αιτιολόγηση νομικών σημείων είναι απαραίτητη για την εξέταση λόγων ακύρωσης από το Δικαστήριο, οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια, αναπόφευκτα επηρεάζει τη νομική τους βάση με αποτέλεσμα να κινδυνεύουν να κριθούν αναιτιολόγητοι και ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτίμησης. Επομένως, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί ισχυρισμοί που δεν εξειδικεύονται ή δεν αιτιολογούνται διότι με αυτό τον τρόπο το Δικαστήριο, παρόλο που ασκεί και έλεγχο ουσίας, θα οδηγείτο σε συζήτηση σχεδόν οιουδήποτε θέματος κατά παράβαση των δικονομικών διατάξεων και του ρόλου που διαδραματίζουν στον καθορισμό των επίδικων θεμάτων και της διεξαγωγής της διοικητικής δίκης. (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κουκκουρή(1993) 3 Α.Α.Δ. 598, Latomia Estate Ltd v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672, Δημοκρατία ν. Σπύρου (2007) 3 Α.Α.Δ. 533, Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 Α.Α.Δ. 598, επίσης - Ιωσηφίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα (1990) 3 Α.Α.Δ. 4599Kadivari ν. Δημοκρατίας (αρ. 2) (1992) 4 Α.Α.Δ. 2924, βλέπε επίσης Υπόθ. Αρ. 107/2017, Χριστόδουλος Μιχαήλ (Συνταγματάρχης) κ.α. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπουργού Άμυνας, ημερομηνίας 11/12/2017 -όπου γίνεται επανάληψη της πάγιας νομολογίας επί του ζητήματος και ειδικά την Ε.Δ.Δ.Δ.Π. Αρ. 61/2022, LOUISE GARCIA NYEMB v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, ημερ.30/10/24 αναφορικά με τους δικονομικά παραδεκτούς λόγους ακύρωσης). Σημειώνεται δε, ότι λόγοι ακύρωσης που καταγράφονται στην προσφυγή, αλλά δεν έχουν αναπτυχθεί μέσω της Γραπτής Αγόρευσης θεωρείται, με βάση την πάγια νομολογία, ότι έχουν εγκαταλειφθεί.

 

Ανεξάρτητα, της πιο πάνω διαπίστωσης αντλώντας τις εξουσίες που ορίζονται στο Άρθρο 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2026 (Ν.73(Ι)/2018), προχωρώ σε αξιολόγηση μόνο των λόγων ακύρωσης που καλύπτονται επαρκώς από τους νομικούς ισχυρισμούς του δικογράφου της προσφυγής και πληρούν τις προϋποθέσεις αιτιολόγησης. Η εξέταση της ουσίας της αίτησης ασύλου του Αιτητή, των στοιχείων του διοικητικού φακέλου (στο εξής «ΔΦ»), των πηγών πληροφόρησης σε σχέση με την χώρα καταγωγής, των ουσιωδών ισχυρισμών του και των εγγράφων που προσκομίστηκαν από τον Αιτητή στην Υπηρεσία Ασύλου είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τους λόγους ακύρωσης μη δέουσας έρευνας, αιτιολογίας και πλάνης σε συνάρτηση με τους ισχυρισμούς για μη παροχή σε αυτόν του καθεστώτος πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας και/ή άπτονται ζητημάτων ουσίας της αίτησης τα οποία το Δικαστήριο εξετάζει συνδυαστικά και/ή στην ολότητα τους.

 

Κατά την συνέντευξη του Αιτητή ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου δήλωσε ότι γεννήθηκε στην πόλη Mardin της Τουρκίας και από το 2004 διέμενε στις μη ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές, όπου εργάζονταν και μετακινούντο συχνά μεταξύ κατεχομένων και Τουρκίας. Έχει, όπως δήλωσε, ολοκληρώσει την πρωτοβάθμια εκπαίδευση του, είναι εθνοτικής καταγωγής Κούρδος, ασχολείτο με το εμπόριο  προϊόντων και διατηρούσε δύο καταστήματα και μια εταιρεία. Ως προς την περιοχή τελευταίας διαμονής του στην Τουρκία δήλωσε την Mardin (Mardin Province, τμήμα της Νοτιανατολικής Τουρκίας), είναι έγγαμος με τρία τέκνα και η σύζυγος του και το ένα τέκνο τους διαμένουν στην Mardin, τα υπόλοιπα δύο τέκνα του ζουν στην Κωνσταντινούπολη. Έχει ολοκληρώσει τη στρατιωτική του θητεία, κατά την διάρκεια της οποίας πήρε μέρος σε στρατιωτικές επιχειρήσεις επεξηγώντας ότι δεν συμμετείχε σε ένοπλη σύγκρουση, εγκατέλειψε δε τις κατεχόμενες περιοχές στις 10/03/20. Ως προς τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, δήλωσε ότι το 2016, κατά τη διαμονή του στις μη ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές, υπήρξε ένταση μεταξύ Τούρκων και Κούρδων. Τούρκοι καταστηματάρχες και πολίτες προσέβαλαν τους Κούρδους, τους αποκαλούσαν τρομοκράτες και τους απειλούσαν ότι θα τους σκοτώσουν. Μετά τη σύλληψη του Ντεμιρτάς, οι προσβολές κατά των Κούρδων και οι απειλές για τον αφανισμό του έθνους τους έγιναν ακόμη πιο έντονες. Ο ίδιος, στην προσπάθειά του να υπερασπιστεί το Κουρδιστάν, όταν ένας Τούρκος πρώην πελάτης του, τον προκάλεσε λεκτικά απάντησε ότι το Κουρδιστάν υπάρχει και ότι αυτοί το έχουν καταλάβει όπως έχουν κάνει σε διάφορες περιοχές, προσθέτοντας ότι οι Κούρδοι δεν είναι πλέον όπως παλιά, αλλά είναι αρκετά συνειδητοποιημένοι ώστε να πουν «φτάνει» και να διεκδικήσουν την ελευθερία τους. Κατά τη διάρκεια αυτής της λογομαχίας, κάποιοι κατέγραψαν μόνο τα δικά του λόγια σε βίντεο και όχι τις προσβολές και τις απειλές που δέχθηκε, και το βίντεο αυτό παραδόθηκε στην αστυνομία. Λίγο καιρό αργότερα, το 2016, η αστυνομία προχώρησε σε ταυτόχρονη έφοδο στο σπίτι του και στα καταστήματά του, κατάσχεσε όλους τους υπολογιστές και πραγματοποίησε έρευνες στους χώρους. Κατάσχεσε επίσης εμπορεύματα που έφεραν την ένδειξη «Κουρδιστάν» καθώς και φωτογραφίες, μεταξύ των οποίων και μια φωτογραφία ενός Κούρδου μαχητή που είχε πολεμήσει κατά του ISIS. Στη συνέχεια τον συνέλαβαν και τον κράτησαν για αρκετές ώρες για ανάκριση, ρωτώντας τον τόσο για τη συγκεκριμένη φωτογραφία όσο και για τις πολιτικές του απόψεις, θεωρώντας τον ύποπτο για τρομοκρατία.  Ανέφερε ότι, κατά τη διάρκεια της ανάκρισής του, δήλωσε ανοιχτά τις πολιτικές του πεποιθήσεις, συγκεκριμένα ότι υποστηρίζει το HDP (δεν είναι μέλος αυτού), κόμμα που ζητά δημοκρατία και δικαιοσύνη, ότι υποστηρίζει τον Ντεμιρτάς και ότι είναι αντίθετος με τον Ερντογάν.  Σύμφωνα με τον ίδιο, οι αστυνομικοί του απάντησαν ότι δεν υπάρχει πρόβλημα να έχει αυτές τις πολιτικές προτιμήσεις, δήλωσε επίσης, ότι οι αρχές του είπαν ότι τον συνέλαβαν επειδή υπήρξε καταγγελία ή μήνυση εις βάρος του από κάποιο άτομο που «μίλησε» για εκείνον, χωρίς όμως να του αποκαλύψουν την ταυτότητά του. Με βάση αυτή την καταγγελία, όπως του είπαν, πραγματοποιήθηκε η έφοδος στο σπίτι του. Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας, τον άφησαν ελεύθερο. Ωστόσο παρά το ότι αφέθηκε ελεύθερος, από εκείνο το σημείο και μετά βρέθηκε υπό παρακολούθηση. Εικάζει ότι το άτομο που τον βιντεοσκόπησε συνεργαζόταν με την αστυνομία, η οποία τον έβαλε να τον βιντεοσκοπήσει προκειμένου να βρουν στοιχεία εναντίον του επειδή ήταν φίλα διακείμενος προς τους Κούρδους. Τα επόμενα χρόνια, σημείωσε, η κατάσταση επιδεινώθηκε και ότι στις 05/03/20 δημοσιοποιήθηκε για πρώτη φορά το επίμαχο βίντεο που τον καταγράφει να προσβάλλει τον τουρκικό λαό το έτος 2016. Κάποιοι αστυνομικοί τον προειδοποίησαν πως κινδυνεύει σοβαρά, λέγοντας ουσιαστικά ότι «θα τον ξεφορτωθούν» και ότι μπορεί να τον σκοτώσουν. Επεξήγησε ότι έλαβε απειλές από πολίτες και κατοίκους της περιοχής μετά την δημοσιοποίηση του ανωτέρω βίντεο και ότι η αστυνομία προσπάθησε να τον προστατέψει χωρίς επιτυχία, προσέθεσε ότι στο αστυνομικό τμήμα τον κατέγραψαν στις 07/03/20 σε βίντεο να δηλώνει ότι «μετάνιωσε», γεγονός που αρχικά φάνηκε να τον βοηθά αλλά τελικά επιδείνωσε τη θέση του. Εξαιτίας των ανωτέρω,  εγκατέλειψε την επιχείρηση, το σπίτι και την  περιουσία το με την οικογένειά του να ακολουθεί αργότερα.

Δήλωσε ότι η οικογένεια του απελάθηκε πίσω στην Τουρκία τον 3ο/2020 μετά από αστυνομική επιχείρηση στην οικία τους, ότι οι αρχές προσήγαγαν τη σύζυγό του και στη συνέχεια εντόπισαν και προσήγαγαν τους δύο γιους του από το χώρο εργασίας τους. Οι γιοι μεταφέρθηκαν σε αστυνομικό τμήμα και ακολούθως στο λιμάνι, όπου τους επιβλήθηκε η επιστροφή στην Τουρκία, χωρίς να τους δοθεί έγγραφη απόφαση απέλασης, παρά μόνο σφραγίδα στα διαβατήριά τους. Η οικογένεια του δεν αντιμετώπισε προβλήματα κατά την είσοδό τους στην Τουρκία, ωστόσο η αστυνομία επισκέφθηκε επανειλημμένα την οικία του αιτούντος στην Τουρκία, ρωτώντας για τον ίδιο και προχωρώντας σε προσαγωγή συγγενικού του προσώπου. Ο Αιτητής ανέφερε επίσης ότι στην Τουρκία εκκρεμεί εις βάρος του ποινή φυλάκισης διάρκειας τριών (3) μηνών και είκοσι δύο (22) ημερών με αναστολή, υπό τον όρο να μην διαπράξει οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα για περίοδο πέντε (5) ετών. Έμαθε για την καταδίκη του από ένα συγγενή του που δουλεύει στην εισαγγελία και ο ίδιος δεν είχε διορίσει μέχρι εκείνο το χρονικό σημείο δικηγόρο. Τέλος, δήλωσε ότι μέχρι σήμερα εντοπίζεται από αγνώστους μέσω ψεύτικων λογαριασμών στο Facebook που ζητούν να μάθουν πού βρίσκεται. Δήλωσε ότι δεν του συνέβη κάτι το διάστημα 2016-2020. Αναφέρθηκε, επίσης, σε στρατιωτικές επιχειρήσεις που έλαβε μέρος κατά την στρατιωτική του θητεία κατά κουρδικών χωριών, κατά τις οποίες ο ίδιος συμμετείχε στις έρευνες σε επιδρομές σε σπίτια, χωρίς εμπλοκή σε βασανιστήρια, ένοπλες συγκρούσεις ή χρήση όπλου. Κληθείς να αποκριθεί τι θα του συμβεί σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής του δήλωσε ότι θα πεθάνει επειδή το όνομα του είναι στη μαύρη λίστα των υπηρεσιών πληροφοριών, ότι θα βρεθεί υπό παρακολούθηση  και ότι εκκρεμεί υπόθεση εναντίον του, την έκβαση της οποίας αγνοεί, και σε περίπτωση επιστροφής του στις κατεχόμενες περιοχές θα διατρέξει κίνδυνο από τους πολίτες (ερυθρά 92-71 ΔΦ).

 

Ο λειτουργός στο πλαίσιο της έκθεσης-εισήγησης του εντόπισε τρείς ισχυρισμούς ήτοι που αφορούν (α) ταυτότητα, προφίλ, χώρα καταγωγής/συνήθους διαμονής, (β) ισχυρίστηκε ότι το 2016 τον κατέγραψαν σε βίντεο κατά τη διάρκεια μιας διένεξης με Τούρκο πολίτη στις μη ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές να προσβάλει λεκτικά τον Τουρκικό λαό και εξαιτίας αυτού συνελήφθη και ανακρίθηκε, (γ) ισχυρίστηκε ότι εκκρεμεί ποινική υπόθεση εναντίον του ενώπιον των Τουρκικών αρχών εξαιτίας ενός βίντεο που δημοσιεύτηκε στα κοινωνικά μέσα δικτύωσης (ερυθρό 174 ΔΦ).

 

Ο πρώτος ισχυρισμός και ο δεύτερος ισχυρισμός του Αιτητή έγιναν αποδεκτοί. Σε σχέση με τον δεύτερο ισχυρισμό κρίθηκε ότι περιέγραψε με επάρκεια πληροφοριών και με συνοχή τη λογομαχία που είχε με πελάτη του αναφορικά με πολιτικά γεγονότα, καθώς και τις συνθήκες υπό τις οποίες αυτή η λεκτική αντιπαράθεση προέκυψε. Περαιτέρω, κρίθηκε επαρκής και η περιγραφή του αναφορικά με τη βιντεοσκόπηση, στο πλαίσιο της προσπάθειάς του να απαντήσει στις προσβλητικές αναφορές του πελάτη του κατά του τουρκικού λαού. Δεν κρίθηκε συνεκτικός, όμως, και σαφής ο ισχυρισμός του περί του ότι το άτομο που τον κατέγραψε σε βίντεο το έπραξε αυτό εσκεμμένα επειδή συνεργαζόταν με την αστυνομία και ως προς το λόγο για τον οποίο η αστυνομία έδειξε ενδιαφέρον για τον Αιτητή. Ωστόσο, κρίθηκαν, επίσης συνεκτικές και λεπτομερείς οι δηλώσεις του αναφορικά με τη σύλληψη του, την ανάκριση του και τον τρόπο υπό τον οποίο αφέθηκε ελεύθερος. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του υπό κρίση ισχυρισμού εντοπίστηκαν εξωτερικές πηγές πληροφόρησης οι οποίες καταγράφουν περιστατικά διάκρισης κατά Κούρδων στις μη ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές καθώς και εντοπίστηκαν εκθέσεις που αναφέρουν κράτηση ατόμων για την κατοχή συμβόλων και βιβλίων υπέρ του Εργατικού κόμματος του Κουρδιστάν. Επίσης, ως αποδεκτός κρίθηκε και ο τρίτος ισχυρισμός του Αιτητή. Περιέγραψε με σαφήνεια το περιστατικό κατά το οποίο το βίντεο που είχε καταγραφεί πριν από τέσσερα έτη ανέβηκε στο διαδίκτυο στις 05/03/23, περιέγραψε με ακρίβεια τη διαδικασία της κράτησής του, τη διάρκεια παραμονής του στο αστυνομικό τμήμα και τα ευρήματα της έρευνας στο σπίτι του, γεγονός που ενίσχυσε τη συνοχή και τη σαφήνεια των ισχυρισμών του. Περιέγραψε επίσης με σαφήνεια τις απειλές θανάτου που δέχθηκε από άγνωστα πρόσωπα μετά την απελευθέρωσή του από το αστυνομικό τμήμα, καθώς και το ότι οι αρχές τον εξανάγκασαν να παρουσιαστεί σε βίντεο μεταμέλειας, προκειμένου να ηρεμήσουν τα πράγματα και να προστατευθεί ο ίδιος. Ωστόσο, ως ασυνεπείς κρίθηκαν οι δηλώσεις του αναφορικά με τον ισχυρισμό του περί της επιστροφής της οικογένειας του στην Τουρκία λόγω απέλασης τους.  Επίσης,  ο Αιτητής παρείχε αντιφατικές και ασαφείς πληροφορίες σχετικά με την ποινική υπόθεση που εκκρεμεί εναντίον του στην Τουρκία. Δήλωσε ότι δεν θυμόταν ακριβώς την ποινή και ότι έπρεπε να ελέγξει ξανά τα στοιχεία του, αναφέροντας τελικά ότι πιθανόν πρόκειται για ποινή τριών μηνών και 22 ημερών με αναστολή, υπό τον όρο να μην διαπράξει νέο αδίκημα, διαφορετικά θα φυλακιστεί για πέντε έτη. Κρίθηκε ότι θα ήταν εύλογο να γνωρίζει με σαφήνεια το αποτέλεσμα της υπόθεσής του, αφού ζήτησε άσυλο λόγω αυτής και έχει πρόσβαση σε σχετικά έγγραφα μέσω της οικογένειάς του. Ανέφερε επίσης ότι δεν έχει δικηγόρο και ενημερώνεται από συγγενή που εργάζεται στην εισαγγελία. Σε σχέση με την εξωτερική αξιοπιστία του υπό κρίση ισχυρισμού, αξιολογήθηκαν τα έγγραφα και ειδικότερα εκείνα που σχετίζονται με την ισχυριζόμενη ποινική δίωξη του Αιτητή (ερυθρά 58-53, 59, 60-67 ΔΦ – μετάφραση αυτών βρίσκεται στα ερυθρά 106-93). Ως προς τη μορφή αυτών των εγγράφων επισημάνθηκε ότι αυτά συνιστούν αντίγραφα πρωτοτύπων, εντούτοις, φέρουν υπογραφές και σφραγίδες και σχετίζονται με την ποινική υπόθεση του Αιτητή, καθώς αναφέρουν τα προσωπικά του στοιχεία και τα περιστατικά που ο ίδιος περιέγραψε. Ωστόσο,  αυτά  αφορούν μόνο την επικοινωνία των τουρκικών αρχών και το στάδιο της έρευνας και όχι τη δίκη ή την τελική απόφαση που τυχόν του επιβλήθηκε (αθώωση ή καταδίκη). Δεν υπάρχει έγγραφο που να δείχνει αν καταδικάστηκε ή ποια ποινή επιβλήθηκε. Το αδίκημα που αναφέρεται αφορά «προσβολή/διαπόμπευση του τουρκικού κράτους και θεσμών(ως αναφέρονται)», αλλά χωρίς επίσημη απαγγελία κατηγορίας. Όλα τα έγγραφα είναι του 2020 και δεν υπάρχουν νεότερα που να δείχνουν την εξέλιξη ή την έκβαση της υπόθεσης. Επιπλέον, σε ορισμένες αποφάσεις υποβλήθηκαν μόνο οι πρώτες σελίδες αυτών (ερυθρά 62 και 64-63 ΔΦ) και επισημάνθηκε ότι στο έγγραφο που εκδόθηκε από το Γραφείο του Δημόσιου Εισαγγελέα Άγκυρας (ερυθρό 60 ΔΦ) αναφέρεται πως «στην απολογία που υπέβαλε, ο κατηγορούμενος δήλωσε ότι εκφώνησε τις φράσεις που ακούγονται στο βίντεο κατά τη διάρκεια συζήτησης που είχε με φίλο του για πολιτικά ζητήματα». Ωστόσο, ο Αιτητής, σε αντίθεση με τα ανωτέρω, δήλωσε ότι δεν είχε δικηγόρο, δεν ανέφερε ότι υπέβαλε απολογητικό υπόμνημα και ανέφερε ότι ενημερώθηκε για την υπόθεσή του από φίλο, ενώ τα έγγραφα τα κατέβασε από την ιστοσελίδα e-devlet. Εν συνεχεία αξιολογήθηκαν τα προσκομισθέντα στοιχεία από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και τα γραπτά μηνύματα. Το αντίγραφο γραπτών μηνυμάτων (ερυθρό 58 ΔΦ) περιέχει δύο απειλητικά μηνύματα χωρίς ημερομηνίες, ονόματα ή σαφή σύνδεση με το επίμαχο περιστατικό, ως εκ τούτου το εν λόγω έγγραφο κρίθηκε ως μη αποδεκτό. Αντιθέτως, τα έγγραφα (αναρτήσεις στο διαδίκτυο) στα ερυθρά 57-53 ΔΦ, παρόλο που περιέχουν κάποιες ελλείψεις αναφορικά με το περιεχόμενο και τη μορφή, κρίθηκαν συναφή με τους ισχυρισμούς του Αιτητή και υποστηρικτικά της αφήγησής του, καθότι αναφέρονται στο ίδιο περιστατικό, ευθυγραμμίζονται με τις προφορικές του δηλώσεις και περιλαμβάνουν στιγμιότυπα οθόνης του επίμαχου βίντεο που αναρτήθηκε στο διαδίκτυο. Περαιτέρω, λήφθηκε υπόψη το εφαρμοστέο νομικό πλαίσιο και ειδικότερα το Άρθρο 301 (1) του Τουρκικού Ποινικού Κώδικα, το οποίο προβλέπει ποινή φυλάκισης από έξι μήνες έως δύο έτη για όποιον προσβάλλει δημοσίως το Τουρκικό Έθνος, το Κράτος, τη Μεγάλη Τουρκική Εθνοσυνέλευση, την Κυβέρνηση και τα δικαστικά όργανα της Τουρκίας. Καταληκτικά, κρίθηκε ότι παρά τις ελλείψεις σε μέρος των ισχυρισμών του Αιτητή που αφορούν την απέλαση της οικογένειάς του, την έκβαση της υπόθεσης και το αν κρίθηκε ένοχος ή όχι, καθώς και στα έγγραφα που υπέβαλε, ο ισχυρισμός του σχετικά με την ποινική υπόθεση ενώπιον των τουρκικών αρχών θεμελιώθηκε βάσει των συνεπών και συγκεκριμένων δηλώσεών του και των υποβληθέντων εγγράφων, τα οποία καταδεικνύουν την έρευνα που έλαβε χώρα το 2020. Προχωρώντας περαιτέρω, ο λειτουργός, στο πλαίσιο της αξιολόγησης κινδύνου και επί τη βάσει των ανωτέρω τριών αποδεκτών ισχυρισμών, παρέθεσε καταρχάς πληροφορίες από εξωτερικές πηγές σχετικά με τη χώρα καταγωγής του Αιτητή και τη μεταχείριση των Τούρκων κουρδικής εθνοτικής καταγωγής από τις τουρκικές αρχές. Κρίνεται δε ότι οι πληροφορίες αυτές αξιολογήθηκαν επαρκώς και/ή ενδελεχώς από τον λειτουργό σε συνάρτηση με το ατομικό προφίλ του Αιτητή και την ποινική υπόθεση σε βάρος του.

 

Προκύπτει δε από ολόκληρο το αφήγημα του Αιτητή ότι (α) δεν είχε/έχει ενεργή πολιτική δράση ούτε κατά τη διαμονή του στην Τουρκία ούτε στις μη ελεγχόμενες από την Δημοκρατία περιοχές, (β) δεν υπήρχαν/υπάρχουν ενδείξεις ότι του αποδόθηκε από τις τουρκικές αρχές η ιδιότητα του υποστηρικτή κουρδικών κομμάτων, (γ) οι απειλές που δέχθηκε αποτελούν μεμονωμένα περιστατικά που προέρχονταν από ιδιώτες και ότι η αστυνομία προσπάθησε να εξομαλύνει την κατάσταση, (δ) ουδέποτε κατηγορήθηκε επίσημα ή συνελήφθη ένεκα της εθνοτικής του καταγωγής και οι κατηγορίες που περιλαμβάνονται στα προσκομισθέντα έγγραφα δεν αναφέρουν την κουρδική του καταγωγή, (ε) δεν υπάρχουν στοιχεία που να δεικνύουν ότι ο Αιτητής συνδέεται με κουρδικά πολιτικά κόμματα, πολιτική δράση με το PKK ή οποιαδήποτε άλλη τρομοκρατική οργάνωση, (στ) τα έγγραφα που υπέβαλε ο Αιτητής χρονολογούνται από το 2020 και δεν υπάρχουν άλλα έγγραφα που να καθορίζουν την έκβαση της υπόθεσης, δηλαδή αν τελικά κρίθηκε ένοχος ή αθώος και/ή αν του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης, (ζ) όταν κλήθηκε να διευκρινίσει την ποινή του, δεν ήταν βέβαιος και δήλωσε ότι θεωρεί πως είναι τρεις μήνες και είκοσι δύο ημέρες φυλάκιση, (η) βάσει των δηλώσεων του Αιτητή, το φερόμενο αδίκημα σε βάρος του προέκυψε από τυχαία λεκτική αντιπαράθεση και/ή τα έγγραφα επιβεβαιώνουν ότι επρόκειτο για ύβρεις στο πλαίσιο προσωπικής σύγκρουσης και/ή δεν υπάρχουν ενδείξεις πολιτικής δράσης του Αιτητή, (θ) δεν μπορεί να τεκμηριωθεί ότι Αιτητής διατρέχει κίνδυνο απειλής κατά της ζωής ή της ελευθερίας του, σοβαρών παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων ή άλλης σοβαρής βλάβης, σε περίπτωση επιστροφής του στην Τουρκία, λόγω του ποινικού αδικήματος σε βάρος του, (ι) δεν διαπιστώνεται ένδειξη ενδεχόμενης υπερβολικής, δυσανάλογης ή αυθαίρετης τιμωρίας αντίθετης προς το διεθνές δίκαιο, ήτοι υπερβολικά μακρές ποινές φυλάκισης ή σωματική τιμωρία ενώ ο ίδιος δήλωσε ότι δεν θυμόταν ακριβώς την ποινή και ότι έπρεπε να ελέγξει ξανά τα στοιχεία του, αναφέροντας τελικά ότι πιθανόν πρόκειται για ποινή τριών μηνών και 22 ημερών με αναστολή, υπό τον όρο να μην διαπράξει νέο αδίκημα, διαφορετικά θα φυλακιστεί για πέντε έτη.

 

Αναφορικά δε με την κοινωνική και κρατική μεταχείριση των Κούρδων στην Τουρκία (ως ο ισχυρισμός της συνηγόρου του) Έκθεση του Υπουργείου Εξωτερικών και Εμπορίου της Αυστραλίας, ημερομηνία έκδοσης 5ος/2025, εστιασμένη στην Τουρκία αναφέρει ότι «Πηγές εντός της χώρας ανέφεραν στο Υπουργείο Εξωτερικών της Αυστραλίας ότι οι Κούρδοι μερικές φορές υφίστανται ρατσισμό, καθώς και λεκτικές και σωματικές επιθέσεις, ιδίως σε περιοχές της Δυτικής Τουρκίας όπου αποτελούν μειονότητα. Τον Αύγουστο του 2024, ένας Ιρακινός Κούρδος επιχειρηματίας μαχαιρώθηκε θανάσιμα στην Κωνσταντινούπολη. Η οικογένειά του ισχυρίστηκε ότι στοχοποίηθηκε επειδή τον άκουσαν να μιλά κουρδικά στο τηλέφωνο, αν και η τουρκική κυβέρνηση διέψευσε τον ισχυρισμό αυτό. Επίσης τον Αύγουστο του 2024, η αστυνομία ξυλοκόπησε και συνέλαβε τρεις εργάτες οικοδομών επειδή άκουγαν κουρδικά τραγούδια σε τοπικό πάρκο στη βορειοδυτική πόλη Μπαλικεσίρ. Το 2023, έξι Κούρδοι εργάτες οικοδομών υπέστησαν απόπειρα λιντσαρίσματος στην Τραπεζούντα επειδή άκουγαν δυνατά μουσική. Οι νόμοι κατά της ρητορικής μίσους δεν χρησιμοποιούνται για να προστατεύουν τους Κούρδους από ρατσιστικές επιθέσεις, αλλά κυρίως για να φιμώνουν επικριτές της κυβέρνησης. Δεν υπάρχουν νόμοι που να αποκλείουν τους Κούρδους από την  εργασία, τη δημόσια ζωή ή την πρόσβαση σε υγεία και εκπαίδευση. Ωστόσο, πηγές αναφέρουν ότι συχνά υφίστανται διακρίσεις, ιδίως στην υγειονομική περίθαλψη, όταν δεν μιλούν καλά τουρκικά, κυρίως στη δυτική Τουρκία όπου απουσιάζουν υπηρεσίες στην κουρδική γλώσσα. Παρότι πολλοί εργάζονται στο κράτος, στη δημόσια διοίκηση και στο στρατό, παραμένουν υποεκπροσωπούμενοι σε ανώτερες θέσεις».[2] Το Υπουργείο Εξωτερικών και Εμπορίου της Αυστραλίας (DFAT), στην ως άνω αναφερόμενη έκθεση του, εκτιμά ότι η μεταχείριση των Κούρδων στην Τουρκία διαφοροποιείται ανάλογα με τη γεωγραφική τους θέση, τον βαθμό εμπλοκής τους σε κουρδικές πολιτικές δραστηριότητες και τον βαθμό έκφρασης της κουρδικής εθνοτικής και γλωσσικής ταυτότητας. Σε περιοχές της νοτιοανατολικής Τουρκίας όπου οι Κούρδοι αποτελούν την πλειονότητα, όσοι δεν είναι πολιτικά ενεργοί αντιμετωπίζουν χαμηλό κίνδυνο επίσημης διάκρισης υπό τη μορφή παρενόχλησης από τις δυνάμεις ασφαλείας, ο οποίος αυξάνεται κατά τις περιόδους εντατικών επιχειρήσεων ασφαλείας. Στις περιοχές αυτές, οι Κούρδοι γενικά δεν αντιμετωπίζουν κίνδυνο κοινωνικών διακρίσεων. Εκτιμά επίσης ότι Κούρδοι πολιτικοί, υπερασπιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων και πολιτικοί ακτιβιστές αντιμετωπίζουν υψηλό κίνδυνο επίσημης διάκρισης σε ολόκληρη τη χώρα, υπό τη μορφή παρακολούθησης, παρενόχλησης, συλλήψεων και ποινικών διώξεων για φερόμενες τρομοκρατικές δραστηριότητες, ανεξαρτήτως της πραγματικής τους εμπλοκής.[3] Η έκθεση της Freedom House για το έτος 2024, η οποία εξετάζει την κατάσταση των πολιτικών δικαιωμάτων και των αστικών ελευθεριών στην Τουρκία, αναφέρει ότι οι πολίτες κουρδικής καταγωγής, η μεγαλύτερη εθνοτική μειονότητα της χώρας, εκπροσωπούνται μεν στην πολιτική ζωή, ωστόσο τα φιλοκουρδικά κόμματα υφίστανται συστηματική παρενόχληση από την κυβέρνηση μέσω ρητορικής μίσους, πολιτικά υποκινούμενων διώξεων και εκστρατειών παραπληροφόρησης στα φιλοκυβερνητικά μέσα ενημέρωσης. […] Συνεχίζει ότι η σύγκρουση της κυβέρνησης με το PKK χρησιμοποιείται ως δικαιολογία για την επιβολή διακριτικών μέτρων εις βάρος των Κούρδων πολιτών, συμπεριλαμβανομένης της απαγόρευσης κουρδικών φεστιβάλ. Κουρδικά σχολεία και πολιτιστικοί οργανισμοί, πολλοί από τους οποίους είχαν ιδρυθεί κατά τη διάρκεια των ειρηνευτικών συνομιλιών, έχουν τεθεί υπό έρευνα ή έχουν κλείσει από το 2015. Τον 9ο/2024, οι αρχές πραγματοποίησαν εφόδους σε σειρά κουρδικών οργανώσεων και πολιτιστικών ιδρυμάτων. Παράλληλα, οι αρχές προβαίνουν κατά διαστήματα σε μαζικές συλλήψεις σε περιοχές με κουρδική πλειοψηφία, κατηγορώντας τους συλληφθέντες για υποστήριξη του PKK. Σύμφωνα με αναφορές, ορισμένοι από όσους συνελήφθησαν το 2024 στοχοποιήθηκαν απλώς επειδή τραγουδούσαν κουρδικά τραγούδια.[4] Επίσης, έκθεση της Human Rights Watch (HRW), αναφέρεται σε δίωξη δημοσιογράφων και περιορισμό στην ελευθερία της έκφρασης βάσει της αντιτρομοκρατικής νομοθεσίας και άλλων ποινικών διατάξεων, με τους Κούρδους δημοσιογράφους να στοχοποιούνται δυσανάλογα σε αυτές τις περιπτώσεις.[5] Νεότερη δημοσίευση του ανωτέρω φορέα αναφέρει ότι εκατοντάδες Κούρδοι ακτιβιστές, καθώς και πρώην βουλευτές, δήμαρχοι και κομματικά στελέχη στην Τουρκία, βρίσκονται στη φυλακή ή εκτίουν ποινές κάθειρξης, έχοντας καταδικαστεί για αδικήματα τρομοκρατίας που συνδέονται με νόμιμες, μη βίαιες πολιτικές δραστηριότητες, δημόσιες ομιλίες και αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. [6] Έκθεση της Ευρωπαϊκής Ένωσης (11ος/2025) για την προενταξιακή πρόοδο της χώρας αναφέρει ότι η ρητορική μίσους κατά των Κούρδων και επιθέσεις συνεχίστηκαν […]. Τα περισσότερα μέσα ενημέρωσης στην κουρδική γλώσσα, καθώς και οι θεσμοί που προάγουν τα πολιτιστικά δικαιώματα των Κούρδων, παραμένουν κλειστά από το 2016. Η πρακτική της ευρείας ερμηνείας της τρομοκρατίας, καθώς και οι δικαστικές και διοικητικές πιέσεις σε βάρος δημοσιογράφων, πολιτικών αντιπάλων, δικηγορικών συλλόγων και υπερασπιστών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που δραστηριοποιούνται στο κουρδικό ζήτημα, συνεχίστηκαν.[…] Ως προς τα πολιτισμικά τους δικαιώματα, αναφέρεται ότι οι νομικοί περιορισμοί στη χρήση της μητρικής γλώσσας ως γλώσσας εκπαίδευσης στην πρωτοβάθμια και τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση παρέμειναν σε ισχύ. Ωστόσο, το θετικό κλίμα που δημιούργησε η ειρηνευτική πρωτοβουλία για το κουρδικό ζήτημα οδήγησε σε δημόσιες συζητήσεις γύρω από εναλλακτικές μορφές εκπαίδευσης στη μητρική γλώσσα. Στα δημόσια κρατικά σχολεία προσφέρονται προαιρετικά μαθήματα σε δύο κουρδικές διαλέκτους, καθώς και σε ορισμένες άλλες μητρικές γλώσσες· ωστόσο, η απαίτηση ελάχιστου αριθμού δέκα μαθητών για τη λειτουργία των μαθημάτων αυτών, σε συνδυασμό με τον ανεπαρκή αριθμό διορισμένων εκπαιδευτικών, εξακολουθεί να αποτελεί εμπόδιο. Παράλληλα, έξι πανεπιστήμια συνεχίζουν να προσφέρουν μαθήματα σε επίπεδο σχολών και να απονέμουν πτυχία στην εκπαίδευση της κουρδικής γλώσσας[7]. Έκθεση του US Department of State για το 2023 αναφέρει ότι ενώ το Σύνταγμα της Τουρκίας απαγορεύει τις διακρίσεις με βάση τη γλώσσα, τη φυλή ή το χρώμα και προβλέπει την ισότητα ενώπιον του νόμου, ωστόσο οι αρχές δεν εφαρμόζουν με συνέπεια αυτές τις διατάξεις. Ο νόμος επέτρεψε στους πολίτες να ανοίγουν ιδιωτικά ιδρύματα για την παροχή εκπαίδευσης σε γλώσσες και διαλέκτους που χρησιμοποιούνται παραδοσιακά στην καθημερινή τους ζωή, υπό την προϋπόθεση ότι τα σχολεία υπάγονταν στο νόμο και επιθεωρούνταν από το Υπουργείο Παιδείας. Ο νόμος επέτρεψε την επαναφορά των προηγούμενων μη τουρκικών ονομάτων χωριών και γειτονιών και παρείχε στα πολιτικά κόμματα και τα μέλη τους το δικαίωμα να διεξάγουν προεκλογική εκστρατεία και να χρησιμοποιούν διαφημιστικό υλικό σε οποιαδήποτε γλώσσα, αλλά το δικαίωμα αυτό δεν προστατεύθηκε. Ο νόμος περιόρισε τη χρήση άλλων γλωσσών εκτός της τουρκικής στην κυβέρνηση και στις δημόσιες υπηρεσίες. Έκθεση του Υπουργείου Εξωτερικών του Ηνωμένου Βασιλείου που δημοσιεύτηκε τον 10ο/2023 αναφέρει πως περίπου 15 εκατομμύρια Κούρδοι ζουν στην Τουρκία (περίπου 18-20% του πληθυσμού). Ο κουρδικός λαός έχει διατηρήσει τη δική του γλώσσα, τον πολιτισμό και μια έντονη αίσθηση ταυτότητας, παρά το γεγονός ότι δεν έχουν το δικό τους κράτος. Οι Κούρδοι της Τουρκίας συγκεντρώνονται στα νοτιοανατολικά της χώρας, αλλά ένα μεγάλο ποσοστό έχει μετακομίσει στις πόλεις της δυτικής πλευράς, συμπεριλαμβανομένης της Άγκυρας και της Κωνσταντινούπολης. Η τουρκική κυβέρνηση έχει ιστορικά προσπαθήσει να περιορίσει την κουρδική επιρροή και ταυτότητα εν μέρει για να προστατέψει την εδαφική ακεραιότητα της χώρας και για να διατηρήσει την πολιτική σταθερότητα. Ενάντια σε αυτό, οι Κούρδοι επιδιώκουν εδώ και καιρό μεγαλύτερες πολιτιστικές και πολιτικές ελευθερίες. Αυτή η σύγκρουση συμφερόντων και στόχων οδήγησε σε διακρίσεις και περιόδους βίας. Υπάρχουν ενδείξεις για συνεχιζόμενες κοινωνικές διακρίσεις έναντι των Κούρδων και πολυάριθμες αναφορές για ρατσιστικές επιθέσεις κατά των Κούρδων το 2023. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι επιθέσεις αυτές μπορεί να μην έχουν διερευνηθεί σωστά ή να μην έχουν αναγνωριστεί ως ρατσιστικές. Οι Κούρδοι που διαμένουν σε πόλεις της δυτικής Τουρκίας μπορεί να αισθάνονται φόβο να αποκαλύψουν την κουρδική τους ταυτότητα ή να μιλήσουν κουρδικά δημοσίως, και οι ευκαιρίες απασχόλησης μπορεί να είναι περιορισμένες για τους Κούρδους, ιδιαίτερα αν είναι ενεργοί στην κουρδική πολιτική ή αν εκφράζουν την υποστήριξή τους στους αγώνες των Κούρδων. Ωστόσο, η έκθεση αναφέρει πως οι περισσότεροι μη πολιτικά ενεργοί Κούρδοι και όσοι υποστηρίζουν το κόμμα ΑΚΡ μπορούν να ζήσουν χωρίς διακρίσεις. Υπάρχουν κάποιες ενδείξεις ότι οι Κούρδοι μπορεί να μην έχουν πρόσβαση σε κάποια ενοικιαζόμενα καταλύματα λόγω της εθνικότητάς τους. Επίσης, Κούρδοι που δεν μιλούν τουρκικά μπορεί να αντιμετωπίσουν κάποια δυσκολία σχετικά με την πρόσβαση σε ιατρικές υπηρεσίες. Η έκθεση εκτιμά πως γενικά, οι διακρίσεις που αντιμετωπίζουν οι Κούρδοι λόγω της φύσης ή της επανάληψης τους, ακόμη και αθροιστικά, δεν συνιστούν πραγματικό κίνδυνο δίωξης ή/και σοβαρής βλάβης.[8]

 

Ως προς την μεταχείριση των υποστηρικτών του HDP ή όσων τους αποδίδεται η εν λόγω ιδιότητα σύμφωνα με άρθρο της Minority Rights Group (MRG), που δημοσιεύθηκε τον 3ο/2024, η τουρκική κυβέρνηση προχώρησε πρόσφατα στην απομάκρυνση εκλεγμένων δημάρχων του Halkların Demokratik Partisi (HDP) και άλλων αιρετών αξιωματούχων, αντικαθιστώντας τους με διορισμένους κρατικούς επιτρόπους.[9] Συνεντεύξεις με «εμπιστευτικές πηγές», οι οποίες παρατίθενται σε έκθεση του Υπουργείου Εξωτερικών της Ολλανδίας του 2021, αναφέρουν ότι μέλη του HDP και άτομα με «υπόβαθρο HDP» ενδέχεται να αντιμετωπίζουν προβλήματα με τις τουρκικές αρχές, όπως νυχτερινές εφόδους από αντιτρομοκρατικές μονάδες, συλλήψεις, καθώς και σωματικό εξαναγκασμό ή βία. Άλλη εμπιστευτική πηγή, η οποία καταγράφηκε τον Αύγουστο του 2020 στην ίδια έκθεση, δήλωσε ότι κατά την προηγούμενη πενταετία είχαν συλληφθεί και τεθεί υπό κράτηση περισσότερα από 16.000 μέλη και εργαζόμενοι του HDP, συμπεριλαμβανομένων περιπτώσεων κράτησης σε περιοχές μακριά από τον τόπο μόνιμης κατοικίας τους.[10] Σε απόκριση της Διεύθυνσης έρευνας του Συμβουλίου Μετανάστευσης και Ασύλου του Καναδά, επικαλούμενη επικοινωνία με βοηθό καθηγητή ανθρωπολογίας του Πανεπιστημίου του Τορόντο, αναφέρει ότι οι υποστηρικτές και οι θεωρούμενοι ως υποστηρικτές του HDP έχουν «στοχοποιηθεί συστηματικά από τις αρχές», μεταξύ άλλων μέσω της παύσης εκλεγμένων αξιωματούχων και του κινδύνου νομικής παρενόχλησης. Σύμφωνα με την ίδια πηγή, οι υποστηρικτές, οι θεωρούμενοι ως υποστηρικτές και τα μέλη του HDP στοχοποιούνται επίσης από την κοινωνία σε περιοχές εκτός εκείνων με κουρδική πλειοψηφία, ενώ έχουν καταγραφεί πολλαπλές επιθέσεις κατά τοπικών γραφείων του HDP από μέλη της κοινωνίας. Αντιθέτως, έτερη πηγή που επικαλείται η ανωτέρω απόκριση (επικοινωνία με καθηγητή του Πανεπιστημίου της Φλόριντα) σημείωσε ότι οι Κούρδοι «που είναι ενεργοί σε φιλοκουρδικά πολιτικά κόμματα, π.χ. στο HDP, δεν υπόκεινται σε αστυνομικό έλεγχο και τιμωρητικά μέτρα, όπως συλλήψεις και νομικές ενέργειες», παρά μόνο σε «ακραίες» περιπτώσεις, όπως η ανάρτηση σημαιών του PKK. Ωστόσο, η ίδια πηγή πρόσθεσε ότι «οι υποστηρικτές του HDP ενδέχεται να στιγματίζονται ως συμπαθούντες προς την τρομοκρατία εάν εκφράζουν ανοιχτά τις απόψεις τους» και ότι έχουν αναφερθεί περιπτώσεις Κούρδων που απολύθηκαν από την εργασία τους λόγω υποστήριξης προς το HDP.[11] Η Freedom House επισημαίνει ότι, «επί χρόνια», Τούρκοι εισαγγελείς έχουν «κινήσει ποινικές έρευνες» κατά μελών του HDP, λόγω «φερόμενων διασυνδέσεών» τους με το PKK.[12] Έκθεση της Ευρωπαιικής Επιτροπής για την προενταξιακή πρόοδο και υποψηφιότητα της Τουρκίας αναφέρει ως προς τον πολιτικό πλουραλισμό στην χώρα ότι «παρά τη δεσμευτική απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ), η οποία ζητά την άμεση αποφυλάκισή τους, αρκετοί πρώην βουλευτές του φιλοκουρδικού Κόμματος Δημοκρατίας των Λαών (HDP), συμπεριλαμβανομένων δύο πρώην συμπροέδρων (από το 2016), παραμένουν φυλακισμένοι. […]Την ίδια στιγμή, η υπόθεση διάλυσης του HDP, η οποία βασίζεται σε κατηγορίες που σχετίζονται με την τρομοκρατία και ζητά την πολιτική απαγόρευση 451 μελών του κόμματος, συνεχίζεται ενώπιον του Συνταγματικού Δικαστηρίου. Το φιλοκουρδικό Κόμμα Ισότητας και Δημοκρατίας των Λαών (DEM), πολιτικός διάδοχος του HDP, εξακολούθησε να αντιμετωπίζει αυξανόμενη πίεση, με αρκετές χιλιάδες μέλη του κόμματος να τίθενται υπό κράτηση και αρκετές εκατοντάδες να προφυλακίζονται εν αναμονή της δίκης»[13]. Έκθεση του Ολλανδικού Υπουργείου Εξωτερικών της Ολλανδίας εστιασμένη στην Τουρκία, αναφέρει ότι οι τουρκικές αρχές ασκούσαν πιέσεις, ιδίως σε μέλη της νεολαίας του HDP, να λειτουργήσουν ως πληροφοριοδότες, προσφέροντας ως αντάλλαγμα μειωμένες ποινές ή αποφυλάκιση. Παράλληλα, συγγενείς μελών του HDP, και αργότερα του DEM, συνέχισαν να προσελκύουν αρνητική προσοχή από τις αρχές, αντιμετωπίζοντας περιορισμούς στην πρόσβαση σε δημόσια εργασία και τον κίνδυνο ποινικής δίωξης, ιδίως σε περιπτώσεις οικονομικής στήριξης φυλακισμένων συγγενών. Κατά την εξεταζόμενη της έκθεσης περίοδο, μέλη και υποστηρικτές του DEM φέρονται να στοχοποιούνται υπό δραστηριότητες όπως ανάρτηση, κοινοποίηση ή επιδοκιμασία φίλα προσκείμενων προς το DEM μηνυμάτων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, της συμμετοχής σε διαδηλώσεις (π.χ. κατά του διορισμού κρατικών επιτρόπων), της έκδοσης ή παρακολούθησης δηλώσεων προς τον Τύπο, της αποστολής χρημάτων σε φυλακισμένους συγγενείς (η οποία μπορεί να εκληφθεί ως οικονομική υποστήριξη του PKK).[14]

 

Ως δε αναφέρθηκε, όμως, κατά την ανωτέρω ανάλυση ο Αιτητής δεν προκύπτει να είχε/έχει ενεργή πολιτική δράση ούτε κατά τη διαμονή του στην Τουρκία ούτε στις μη ελεγχόμενες από την Δημοκρατία περιοχές, δεν υπήρχαν/υπάρχουν ενδείξεις ότι του αποδόθηκε από τις τουρκικές αρχές η ιδιότητα του υποστηρικτή κουρδικών κομμάτων, οι απειλές που δέχθηκε αποτελούν μεμονωμένα περιστατικά που προέρχονταν από ιδιώτες και ότι η αστυνομία προσπάθησε να εξομαλύνει την κατάσταση, ουδέποτε κατηγορήθηκε επίσημα ή συνελήφθη ένεκα της εθνοτικής του καταγωγής και οι κατηγορίες που περιλαμβάνονται στα προσκομισθέντα έγγραφα δεν αναφέρουν την κουρδική του καταγωγή, δεν προκύπτουν στοιχεία που να δεικνύουν ότι ο Αιτητής και/ή οι αρχές τον συνδέουν με κουρδικά πολιτικά κόμματα, πολιτική δράση με το PKK ή οποιαδήποτε άλλη τρομοκρατική οργάνωση, τα έγγραφα που υπέβαλε ο Αιτητής χρονολογούνται από το 2020 και δεν υπάρχουν άλλα έγγραφα που να καθορίζουν την έκβαση της υπόθεσης, δηλαδή αν τελικά κρίθηκε ένοχος ή αθώος και/ή αν του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης, όταν κλήθηκε να διευκρινίσει την ποινή του, δεν ήταν βέβαιος και δήλωσε ότι θεωρεί πως είναι τρεις μήνες και είκοσι δύο ημέρες φυλάκιση, δεν μπορεί να τεκμηριωθεί ότι Αιτητής διατρέχει κίνδυνο απειλής κατά της ζωής ή της ελευθερίας του, σοβαρών παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων ή άλλης σοβαρής βλάβης, σε περίπτωση επιστροφής του στην Τουρκία, λόγω του ποινικού αδικήματος σε βάρος του, δεν προκύπτει μετά το 2020 τεκμηριωμένα να έχει δεχθεί κάποια όχληση. Προχωρώντας, λοιπόν, στο στάδιο της αξιολόγησης κινδύνου, σε σχέση με τους αποδεκτούς ισχυρισμούς του Αιτητή προκύπτει ότι η απροθυμία του να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του κρίνεται ως αδικαιολόγητη (λαμβάνοντας υπόψη ότι όλα τα μέλη της οικογενείας του βρίσκονται εκεί). Σε αντίθεση με τους ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς της συνηγόρου του Αιτητή, υπάρχει εκτενέστατη αξιολόγηση όλων των συναφών δηλώσεων του αιτήματος σε συνάρτηση και με εξωτερικές πηγές πληροφόρησης όπου αυτό ήταν απαραίτητο και εφικτό. Υπάρχουν δε εκτεταμένες καταγραφές του λειτουργού για την κατάσταση ασφαλείας στη χώρα του Αιτητή σε συνάρτηση με τις προσωπικές του συνθήκες σημειώνοντας ταυτόχρονα ότι δεν υπάρχει εύλογη αιτία να πιστεύεται πως σε περίπτωση επιστροφής του θα αντιμετωπίσει οποιοδήποτε ζήτημα και/ή δεν υπάρχει βάσιμος φόβος και/ή μελλοντοστραφής κίνδυνος και/ή οιανδήποτε μορφή δίωξης ή βλάβης. Σύμφωνα με το εγχειρίδιο EASO «Δικαστική Ανάλυση του (2018) Προϋποθέσεις Χορήγησης Διεθνούς Προστασίας (Οδηγία 95/2011/ΕΕ)», σελίδα 92:

 

«Ο όρος «βάσιμος φόβος» σημαίνει ότι πρέπει να υπάρχει έγκυρη αντικειμενική βάση για τον φόβο δίωξης του αιτούντος. Το συγκεκριμένο στοιχείο του ορισμού του πρόσφυγα αφορά τον κίνδυνο ή την πιθανότητα να υπο­στεί δίωξη. Ο φόβος θεωρείται βάσιμος, εάν διαπιστώνεται ότι υπάρχει «εύλογη» πιθανότητα να υλοποιηθεί στο μέλλον[15]. Για τη διαπίστωση αυτή, είναι απαραίτητο να αξιολογούνται οι δηλώσεις του αιτούντος υπό το πρί­σμα όλων των σχετικών περιστάσεων της υπόθεσης [άρθρο 4 παράγραφος 3 της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση)[16]] και να ελέγχονται οι περιστάσεις που επικρατούν στη χώρα καταγωγής του, καθώς και η συμπεριφορά των υπευθύνων δίωξης[17]. Επομένως, η διαπίστωση του βάσιμου φόβου συνδέεται στενά με το καθήκον της αξιολόγησης των αποδεικτικών στοιχείων και της αξιοπιστίας που διέπεται πρωτίστως από το άρθρο 4 της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση). Η αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων, συμπεριλαμβανομένης της αξιολόγησης της αξιοπιστίας, είναι το πρώτο στάδιο. Εάν τα αποδεικτικά στοιχεία που υπέβαλε ο αιτών γίνουν δεκτά ως αξιόπιστα, ο υπεύθυνος για τη λήψη της απόφασης προχωρά στο δεύτερο στάδιο και εξετάζει κατά πόσον τα γεγονότα και οι περιστάσεις που έγιναν δεκτά ισοδυναμούν με βάσιμο φόβο. Το ΔΕΕ ενέκρινε αυτή την προσέγγιση δύο σταδίων: Στην πραγματικότητα, η «αξιολόγηση» αυτή γίνεται σε δύο αυτοτελή στάδια. Το πρώτο στάδιο αφορά τη διαπίστωση της συνδρομής των πραγματικών περιστατικών που αποδεικνύουν τη βασιμότητα της αιτή­σεως, ενώ το δεύτερο στάδιο αφορά τη νομική εκτίμηση των εν λόγω αποδεικτικών στοιχείων, προκει­μένου να αποφασισθεί αν πληρούνται, υπό το φως των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης υποθέσεως, οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που θέτουν τα άρθρα 9 και 10 ή 15 της οδηγίας 2004/83 για την παροχή διεθνούς προστασίας[18]

 

Σύμφωνα με το ίδιο εγχειρίδιο[19]:

 

«Ο όρος «φόβος» αντικατοπτρίζει τη μελλοντοστραφή έμφαση των ορισμών της σύμβασης για τους πρόσφυγες και της ΟΕΑΑ. Η ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση) επεκτείνει την προστασία όχι μόνο στα πρόσωπα που υπέστησαν πραγματικά δίωξη, αλλά και σε εκείνα που διατρέχουν κίνδυνο δίωξης[20]. Αντικατοπτρίζει επίσης την αποδοχή της ιδέας ότι η απειλή δίωξης αρκεί για να διαπιστωθεί ύπαρξη δίωξης. Επομένως, ένα πρόσωπο δεν χρειάζεται να περιμένει να υποστεί διώξεις για να υποβάλει αίτηση παροχής διεθνούς προστασίας, αλλά μπορεί να «φοβάται» μελλοντική δίωξη.»

 

Το ΔΕΕ τόνισε τον μελλοντοστραφή χαρακτήρα του βάσιμου φόβου στην απόφαση που εξέδωσε στην υπόθεση Y και Z, όπου αποφάνθηκε ότι:

 

«[ο]σάκις οι αρμόδιες αρχές καλούνται να εκτιμήσουν, σύμφωνα με το άρθρο 2 στοιχείο γ) αυτής, αν ο αιτών διακατέχεται βασίμως από τον φόβο ότι θα διωχθεί, οφείλουν να διερευνήσουν αν οι στοιχειοθετημένες περιστάσεις συνιστούν ή όχι τέτοια απειλή, ώστε ο ενδιαφερόμενος να φοβείται βασίμως, λαμβανομένης υπόψη της εξατομικευμένης καταστάσεώς του, ότι αποτελεί πράγματι αντικείμενο πράξεων διώξεως[21].»

 

(ο τονισμός δικός μου)

  

Ο λειτουργός εξέτασε και αξιολόγησε ότι με την αποδοχή των ισχυρισμών του Αιτητή λόγω της ιδιότητας του και/ή πεποιθήσεων του και έκρινε ότι δεν υπάρχει εύλογος βαθμός πιθανότητας να αντιμετωπίσει δίωξη ή βλάβη. Βάσει της ανωτέρω ανάλυσης, είναι κρίση του Δικαστηρίου, ότι από τα στοιχεία που προσκόμισε ο Αιτητής δεν διαπιστώνεται μελλοντοστραφής κίνδυνος δίωξής ή σοβαρής βλαβης και/ή δεν προκύπτει να συντρέχουν στο πρόσωπο του εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά κριτήρια που μπορούν να στοιχειοθετήσουν το γεγονός ότι εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτή λόγω δικαιολογημένου φόβου δίωξης (§37-38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών) και/ή δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000).

 

Ούτε η περίπτωση του Αιτητή εμπίπτει στις προϋποθέσεις παροχής σε αυτόν καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας. Ο λειτουργός εξέτασε κατά πόσο θα υπόκειτο σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του σε οποιαδήποτε τέτοια σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη ως προσδιορίζεται στο Άρθρου 19 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000), καταλήγοντας ότι τέτοιος κίνδυνος δεν υφίσταται. Ουδείς εκ των ισχυρισμών που πρόβαλε τεκμηριώνει την ύπαρξη ουσιωδών λόγων ώστε να πιστεύεται ότι ο ίδιος προσωπικά, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του, θα υποβληθεί σε κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης ή σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία (ως και η ανωτέρω ανάλυση και σε σχέση με τους αποδεκτούς ισχυρισμούς του που οδηγούν σε μη παραχώρηση καθεστώτος πρόσφυγα). Επί αυτού του σημείου, υπάρχει εκτενέστατη αξιολόγηση όλων των συναφών στοιχείων του αιτήματος του Αιτητή από τον λειτουργό στο μέρος της έκθεσης/εισήγησης και/ή αξιολόγησης κινδύνου επιστροφής σε συνάρτηση τόσο με το τί επικρατεί στη χώρα καταγωγής. Αναφορικά, τώρα, ως προς το σκέλος της διακινδύνευσης λόγω βίας ασκούμενης αδιακρίτως σε καταστάσεις ένοπλης σύρραξης, επιβεβαιώνονται τα τότε συμπεράσματα του λειτουργού. Η περιοχή Mardin είναι μητροπολιτικός δήμος στην κουρδική περιοχή της Τουρκίας και πρωτεύουσα της ομώνυμης επαρχίας. Bρίσκεται στο νοτιοανατολικό άκρο της Τουρκίας, ακριβώς βόρεια των συνόρων με τη Συρία και δυτικά των συνόρων με το Ιρακινό Κουρδιστάν.[22] Για λόγους πληρότητας της έρευνας τα ποσοτικά δεδομένα αναφορικά την κατάσταση ασφαλείας στην περιοχή Mardin, τόπος καταγωγής του Αιτητή και τόπος όπου βρίσκεται η σύζυγος και το ένα τέκνο τους - σύμφωνα με έρευνα στη βάση δεδομένων ACLED κατά το τελευταίο έτος σημειώθηκαν στην περιοχή 77 περιστατικά ασφαλείας (διαδηλώσεις, πολιτική βία, τρομοκρατική δραστηριότητα, ανταρσία, καταστολή, βιαιότητες, εμπλοκή ξένων δυνάμεων) τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα καμία απώλεια.[23] Συνεπώς, τα ευρήματα του λειτουργού επιβεβαιώνονται από πληροφορίες που αξιολόγησε και το Δικαστήριο και/ή κρίνεται ότι ο Αιτητής δεν θα υποβληθεί προσωπικά σε μεταχείριση ισοδυναμούσα με δίωξη ή σοβαρή βλάβη δεδομένου και του πολύ χαμηλού περιστατικών ασφαλείας στην περιοχή του. Ως εκ τούτου, παρέλκει περαιτέρω διερεύνηση των προσωπικών του περιστάσεων για λόγους εφαρμογής της «αναπροσαρμοσμένης κλίμακας» όπως αυτή απορρέει από τη Νομολογία του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκής Ένωσης[24]. Ούτε τα ατομικά χαρακτηριστικά/στοιχεία και προφίλ του Αιτητή ως ενήλικο πρόσωπο, με μόρφωση και με την οικογένεια του να διαμένει στην χώρα/περιοχή συνήθους διαμονής του, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι με την επιστροφή του θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη. Σημειώνεται επί αυτού του σημείου ότι η πόλη επιστροφής του Αιτητή όπου αναμένεται να επιστρέψει κατοικείται κατά πλειοψηφία από κούρδους[25] γεγονός που συνεπάγεται και με χαμηλό βαθμό κοινωνικής διάκρισης λόγω κούρδικης εθνοτικής καταγωγής (στοιχείο που δεν συνιστά από μόνο του δίωξη).

 

Απορρίπτονται και οι ισχυρισμοί επί της διαδικασίας εξέτασης της αίτησης ασύλου του Αιτητή, αφού αυτή διενεργήθηκε σε πλήρη σύμπνοια με τις διατάξεις του Άρθρου 13, 13Α και 18 περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025 (Ν.6(Ι)/2000), αλλά και με βάση τα κριτήρια και/ή προϋποθέσεις που τηρούνται κατά την εξέταση αίτησης ασύλου. Ο Αιτητής ενημερώθηκε πλήρως από τον λειτουργό για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του και κατά τη συνέντευξη του έγιναν επαρκείς ερωτήσεις για να περιγράψει τους λόγους που υπέβαλε αίτημα ασύλου όπως επίσης και άλλα ζητήματα που αφορούν τις προσωπικές του περιστάσεις. Δεν εντοπίζω οτιδήποτε παράτυπο, παράνομο και μεμπτό στην διαδικασία που ακολουθήθηκε που μπορεί να οδηγήσει σε ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης καθότι διενεργήθηκαν εκτενείς ερωτήσεις, τόσο κλειστού όσο και ανοικτού τύπου όπως επίσης και διευκρινιστικές για να μπορεί ο ενδιαφερόμενος να τοποθετηθεί στα βιώματα και τις εμπειρίες του, ωστόσο, δεν κατάφερε να τεκμηριώσει είτε με τις απαντήσεις είτε με άλλα αποδεικτικά μέσα επαρκώς μελλοντοστραφή κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης και/ή απέτυχε να καταδείξει ότι σε περίπτωση επιστροφής στην χώρα καταγωγής του, υπάρχει κίνδυνος δίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων.

 

Ούτε γίνονται αποδεκτοί οι γενικοί ισχυρισμοί ότι η απόφαση επιστροφής παραβιάζει την αρχή της μη επαναπροώθησης και/ή των διατάξεων των Άρθρων 2 και 3 της ΕΣΔΑ. Από τα πιο πάνω στοιχεία της υπόθεσης του Αιτητή εκτιμήθηκε και μετά από αναθεωρημένο έλεγχο του Δικαστηρίου ότι σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής, δεν θα αντιμετωπίσει οιαδήποτε μορφής δίωξη, θανατική ποινή, βασανιστήρια ή  άλλη απάνθρωπη ή  εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία. Δεν υποδεικνύονται άλλοι ισχυρισμοί που να συναρτώνται με την αρχή της μη επαναπροώθησης που να χρήζουν περαιτέρω εξέτασης εκτός των πλαισίων που αφορούν το αίτημα χορήγησης καθεστώτος πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας.  Ούτε οι πρόνοιες του Άρθρου 18ΟΖ του Περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου ΚΕΦ.105, εφαρμόζονται στα περιστατικά της περίπτωσης του Αιτητή καθότι δεν πρόσθεσε και/ή δεν υπάρχουν μέλη οικογενείας του που βρίσκονται στη Δημοκρατία ενώ το δικαίωμα παραμονής του υφίσταται μέχρι την έκδοση της παρούσας απόφασης και/ή όλα τα δικαιώματα παραμονής του πηγάζουν από την ιδιότητα του ως αιτητής ασύλου. Με την επιστολή απορριπτικής απόφασης, η Υπηρεσία Ασύλου ενημέρωσε τον Αιτητή για το δικαίωμα της προσφυγής του στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας, το οποίο και άσκησε μέσω της παρούσας προσφυγής.

 

Βάσει των στοιχείων του φακέλου και της έκθεσης/εισήγησης της λειτουργού (ως αναλύονται ανωτέρω) διαπιστώνω επαρκή έρευνα υπό τις περιστάσεις από την Υπηρεσία Ασύλου κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης. Η έκταση της έρευνας, ο τρόπος και η διαδικασία που ακολουθήθηκε από την αρμόδια αρχή (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.ά. (1996) 3 Α.Α.Δ. 503, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου (1997) 3 Α.Α.Δ. 270, Αντώνης Ράφτης ν. Δημοκρατίας (2002) 3 Α.Α.Δ. 345) ήταν σύμφωνα με την νομοθεσία και υπό την καθοδήγηση σχετικών επί του θέματος εγχειριδίων. Η απόφαση είναι επαρκώς αιτιολογημένη και είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τα πραγματικά και νομικά περιστατικά της υπόθεσης, ενώ η αιτιολογία της προσβαλλόμενης πράξης συμπληρώνεται και/ή αναπληρώνεται μέσα από τα στοιχεία του φακέλου του Αιτητή ήτοι της έκθεσης/εισήγησης της λειτουργού η οποία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της απόφασης του εξουσιοδοτημένου από τον Υπουργό Εσωτερικών αρμόδιου λειτουργού, όπως επίσης και από το σύνολο της όλης διοικητικής ενέργειας με αποτέλεσμα να καθίσταται εφικτός ο δικαστικός έλεγχος (Βλέπε Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ.270). Μετά δε από έλεγχο νομιμότητας/ορθότητας και πραγματικό έλεγχο των περιστάσεων του Αιτητή, όπως αναλύεται ανωτέρω, το Δικαστήριο στα πλαίσια των εξουσιών του, καταλήγει στο ίδιο εύρημα ότι δηλαδή δεν μπορεί να του αναγνωριστεί το καθεστώς του πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας.

 

Ως εκ τούτου, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται με €1300 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.

                         

 

Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[1] Country Policy and Information Turkey: People’s Democratic Party/green Left Party (HDP/YPS), October 2023/ Freedon in the World 2024-Turkey/ Home Office Country Policy and Information Note Turkey: Kurdistan Worker’s Party (PKK), October 2023/ Human Rights Watch 2023/ 2023 Country Reports on Human Rights Practices: Turkey (Turkiye), U.S. Departmant of State/

[2]  Australian Government,  DFAT COUNTRY INFORMATION REPORT TÜRKIYE, 16 May 2025, https://www.dfat.gov.au/sites/default/files/country-information-report-turkey.pdf , σελ.13

[3] Ibid 2. σελ.14-15(ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 24/01/2026)

[4] Freedom House: Freedom in the World 2025 - Turkey, 2025, διαθέσιμο σε https://freedomhouse.org/country/turkey/freedom-world/2025

[5] HRW - Human Rights Watch: World Report 2025 - Türkiye, 16 January 2025
https://www.ecoi.net/en/document/2120045.html 

[6] Ibid 5.

[7] European Commission: Türkiye 2025 Report [SWD(2025) 756 final], 4 November 2025
https://www.ecoi.net/en/file/local/2132162/türkiye-report-2025.pdf, σελ.22- 41.

[8] UK Home Office, Country Policy and Information Note Turkey: Kurds, Version 4.0, October 2023, σ. 6-10

https://assets.publishing.service.gov.uk/media/65311c6026b9b1000daf1bc6/TUR+CPIN+-+Kurds.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 24/01/2026)

[9] Minority Rights Group International (MRG). 2024-03-30. Gözde Aslanhan. "Türkiye's Local Elections: The Minority Lens", https://minorityrights.org/turkiyes-local-elections-the-minority-lens/ και HRW - Human Rights Watch: World Report 2025 - Türkiye, 16 January 2025
https://www.ecoi.net/en/document/2120045.html(ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 24/01/2026)

[10] Government of the Netherlands, Ministry of Foreign Affairs, General Country of Origin Information Report Turkey,  18/03/2021, https://www.government.nl/documents/reports/2021/03/18/general-country-of-origin-information-report-turkey , σελ.51(ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 24/01/2026)

[11] IRB - Immigration and Refugee Board of Canada: Türkiye: Situation of Kurds, including in Istanbul, Ankara, and Izmir; situation of supporters or perceived supporters of the Peoples' Democratic Party (Halkların Demokratik Partisi, HDP); situation of Alevi Kurds (2022–November 2024) [TUR202089.E], 29 November 2024
https://www.ecoi.net/en/document/2120190.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 24/01/2026)

[12] Freedom House: Freedom in the World 2024- Turkey, 2024, διαθέσιμο σε https://freedomhouse.org/country/turkey/freedom-world/2024

[13] Ibid 7. σελ.19.

[14] Netherlands Ministry of Foreign Affairs: Algemeen ambtsbericht Turkije, February 2025, https://www.government.nl/documents/reports/2025/02/24/general-country-of-origin-information-report-on-turkiye-february-2025, σελ.60-63. (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 24/01/2026)

[15] Απόφαση του ΔΕΕ, Y και Z, ό.π., υποσημείωση 33, σκέψη 51· απόφαση του ΔΕΕ, Χ, Y και Z, ό.π., υποσημείωση 20, σκέψη 43.

[16] Οδηγία 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας (αναδιατύπωση)

[17] Ibid 15, υποσημείωση 20, σκέψη 43. Βλέπε επίσης υπόθεση Abdulla κ.λπ., ό.π., υποσημείωση 336, σκέψη 57 (χωρίς ρητή παραπομπή σε υπευθύνους δίωξης).

[18] Απόφαση του ΔΕΕ της 22ας Νοεμβρίου 2012 στην υπόθεση C-277/11, M. κατά Minister for Justice, Equality and Law Reform, Ιρλανδίας, Attorney General, EU:C:2012:744

[19] EASO (2018), Δικαστική Ανάλυση «Προϋποθέσεις Χορήγησης Διεθνούς Προστασίας (Οδηγία 95/2011/ΕΕ)

[20] Ibid 15 υποσημείωση 33, σκέψη 74 και 75· και υποσημείωση 20, σκέψη 63 και 64. Βλέπε επίσης Εγχειρίδιο UNHCR, ό.π., υποσημείωση 107, σκέψη 45.

[21] Ibid 15 υποσημείωση 33, σκέψη 76. επίσης απόφαση του ΔΕΕ, Abdulla και λοιποίυποσημείωση 336, σκέψη 89· και απόφαση του ΔΕΕ, Χ, Y και Z, υποσημείωση 20

[23] Πλατφόρμα ACLED explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με τη χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country Turkey, Events/Fatalities, Past Year, διαθέσιμη σε Explorer | https://acleddata.com/platform/explorer

[24] EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική Ανάλυση, Νοέμβριος 2014, σελ. 26 – 1.6.2. έννοια της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας» (https://easo.europa.eu/sites/default/files/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf)

[25] https://thekurdishproject.org/kurdistan-map/turkish-kurdistan/mardin/


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο