ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ.: 2396/24
5 Μαρτίου, 2025
[Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
R. C. K. K.
Αιτητού,
και
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊστάμενου της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η αίτηση
Ο Αιτητής είναι παρών
Ρ. Καλογήρου (κα), Δικηγόρος για τον Αιτητή
Μ. Βασιλείου (κα), Δικηγόρος, για τους Καθ' ων η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Ο Αιτητής με την παρούσα προσφυγή αιτείται την έκδοση απόφασης από το παρόν Δικαστήριο με την οποία να κηρύσσεται παράνομη, άκυρη, και στερούμενη οποιουδήποτε νομικού αποτελέσματος, η απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 15.5.2024, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για διεθνή προστασία, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2023. Αιτείται επιπλέον την έκδοση νέας εκτελεστής απόφασης επί της ουσίας του αιτήματός του για διεθνή προστασία.
Γεγονότα
1. Τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως ακολούθως: Ο Αιτητής κατάγεται από την Δημοκρατία του Καμερούν (εφεξής: «Καμερούν») και περί τις 19.1.2022 υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας. Στις 3.1.2024 και στις 2.2.2024 πραγματοποιήθηκαν συνεντεύξεις του Αιτητή από λειτουργό, ο οποίος υπέβαλε σχετική Έκθεση/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής: Προϊστάμενος) για απόρριψη της αίτησης ασύλου του Αιτητή και επιστροφή του στη χώρα καταγωγής του. Στις 15.5.2024, ο Προϊστάμενος εξέδωσε απόφαση για απόρριψη της αίτησης ασύλου του Αιτητή και επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του. Η εν λόγω απορριπτική απόφαση, η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή στις 13.6.2024 αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.
Νομικοί Ισχυρισμοί
2. Ο Αιτητής, δια της συνηγόρου του, κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας, προωθεί ως λόγους προσφυγής την έλλειψη δέουσας έρευνας και αιτιολογίας. Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι ο Αιτητής έχει στοχοποιηθεί προσωπικά λόγω της προηγούμενης εργασίας του, καθότι αυτονομιστές τον σταματούσαν στο δρόμο και του ζητούσαν να στρατολογηθεί εναντίον της κυβέρνησης και εισέβαλαν στην οικία του, γνωρίζοντας πού διέμενε και ότι εργαζόταν για την κυβέρνηση.
3. Από την πλευρά τους, οι Καθ' ων η αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας και της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, επισημαίνοντας ότι δεν προκύπτει πραγματικός και μελλοντικός κίνδυνος σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του, παραπέμποντας στα ευρήματά τους κατά τη διοικητική εξέταση της αίτησής του. Υπογράμμισαν το γεγονός ότι ο Αιτητής παρέμεινε για μεγάλο χρονικό διάστημα στη χώρα του μετά τα κατ’ ισχυρισμό περιστατικά εναντίον του και ότι δεν κατόρθωσε να καταδείξει προσωπικό φορέα δίωξης.
Το νομικό πλαίσιο
4. Η Σύμβαση περί του καθεστώτος των προσφύγων, η οποία υπογράφηκε στη Γενεύη στις 28 Ιουλίου 1951 και τέθηκε σε ισχύ στις 22 Απριλίου 1954 [Recueil des traits des Nations unies, τόμος 189, σ. 150, αριθ. 2545 (1954)], όπως συμπληρώθηκε με το Πρωτόκολλο περί του καθεστώτος των προσφύγων, το οποίο συνήφθη στη Νέα Υόρκη στις 31 Ιανουαρίου 1967 και τέθηκε σε ισχύ στις 4 Οκτωβρίου 1967 (στο εξής: Σύμβαση της Γενεύης), ορίζει, στο άρθρο 1, τμήμα Α, σημείο 2, πρώτο εδάφιο, ότι ο όρος «πρόσφυγας» εφαρμόζεται επί παντός προσώπου το οποίο, «συνεπεία δικαιολογημένου φόβου διώξεως λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητος, κοινωνικής τάξεως ή πολιτικών πεποιθήσεων, ευρίσκεται εκτός της χώρας της οποίας έχει την ιθαγένεια και δεν δύναται ή, λόγω του φόβου τούτου, δεν επιθυμεί να απολαύη της προστασίας της χώρας ταύτης».
5. Ο Κανονισμός 2 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 έως 2023 έχει ως ακολούθως:
«Ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962, και οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί (Αρ.1) Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2015, τυγχάνουν εφαρμογής σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας από 18.6.2019, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις που αναφέρονται στη συνέχεια και κατ' ανάλογη εφαρμογή των δικονομικών κανόνων και πρακτικής που ακολουθούνται και εφαρμόζονται στις ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου προσφυγές εκτός αν ήθελε άλλως ορίσει το Δικαστήριο.».
6. Το άρθρο 11 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2026 (στο εξής: o περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμος) καθορίζει τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου.
7. Το άρθρο 3 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2025 (στο εξής: ο περί Προσφύγων Νόμος) καθορίζει τις προϋποθέσεις αναγνώρισης προσώπου ως πρόσφυγα.
8. Το άρθρο 16 του περί Προσφύγων Νόμου ορίζει τα εξής:
«Υποχρεώσεις Αιτητή κατά την εξέταση της αίτησης και συναφής υποχρέωση αρμόδιων αρχών
16.-(1) Κατά την εξέταση της αίτησής του, ο Αιτητής οφείλει να συνεργάζεται με την Υπηρεσία Ασύλου με σκοπό την εξακρίβωση της ταυτότητάς του και των υπόλοιπων στοιχείων που αναφέρονται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (2).
(2) Ιδίως, ο Αιτητής οφείλει-
(α) να υποβάλει το συντομότερο δυνατό όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την τεκμηρίωση της αίτησης, τα οποία στοιχεία συνίστανται σε δηλώσεις του Αιτητή και σε όλα τα έγγραφα που έχει ο Αιτητής στη διάθεσή του σχετικά με την ηλικία του, το προσωπικό του ιστορικό, καθώς και το ιστορικό των οικείων συγγενών του, την ταυτότητα, την ιθαγένεια, τη χώρα και το μέρος προηγούμενης διαμονής του, τις προηγούμενες αιτήσεις ασύλου, το δρομολόγιο που ακολούθησε, το δελτίο ταυτότητας και τα ταξιδιωτικά του έγγραφα και τους λόγους για τους οποίους ζητεί διεθνή προστασία∙ [...]».
9. Το άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου καθορίζει τις προϋποθέσεις αναγνώρισης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.
Κατάληξη
10. Ως προς τους εγειρόμενους λόγους προσφυγής, επισημαίνεται εκ προοιμίου ότι το παρόν Δικαστήριο, ως δικαστήριο ουσίας, δικάζει την ενώπιόν του προσφυγή αξιολογώντας εξ υπαρχής την αίτηση του Αιτητή για διεθνή προστασία, τόσο κατά το νόμο όσο και κατ’ ουσίαν. Δεν περιορίζεται, συνεπώς, μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά εξετάζει την ουσιαστική ορθότητά της de novo και ex nunc. (Βλ. Aπόφαση του ΔΕΕ της 3ης Απριλίου 2025, C‑283/24 [Barouk], B. F. κατά Κυπριακής Δημοκρατίας, ECLI:EU:C:2025:236, απόφαση του ΔΕΕ ημερομηνίας 29 Ιουλίου 2019, Torubarov, C-556/17, EU:C:2019:626, σκέψεις 50 έως 53 (σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο πραγματοποιεί «πλήρη και ex nunc εξέταση τόσο των πραγματικών όσο και των νομικών ζητημάτων, ιδίως, κατά περίπτωση, εξέταση των αναγκών διεθνούς προστασίας) Έφεση κατά Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Aρ. 107/2023, Δημοκρατία ν. Q.B.T., απόφαση ημερ. 11.2.2025, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 17/2021 Janelidze ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 21.9.2021· Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 35/2023 Lubangamu ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 5.12.2024).Ο Αιτητής αναμένεται να προβάλει, στο πλαίσιο της διοικητικής ή και της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, τέτοιους συγκεκριμένους και ειδικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι εν δυνάμει θα δικαιολογούσαν την υπαγωγή του στο καθεστώς διεθνούς προστασίας. Εν προκειμένω, ο Αιτητής εκπροσωπούμενος και δια συνηγόρου, έχει την ευκαιρία να εκθέσει τους ισχυρισμούς του και να λάβει όλα τα δέοντα δικονομικά μέσα προς τεκμηρίωσή τους [Βλ. «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Επαμεινώνδας Π. Σπηλιωτόπουλος, 14ης Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 260, υποσημ. 72, «Εισηγήσεις Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου, Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, 2η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 247 και Π.Δ. Δαγτόγλου, (Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο), σελ. 552].
11. Συναφές εν προκειμένω είναι και το άρθρο 16 του περί Προσφύγων Νόμου και ειδικότερα τα εδάφια (2) και (3) αυτών. Από τις εν λόγω διατάξεις απορρέει καταρχάς η υποχρέωση του Αιτητή να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια προς τεκμηρίωση της αίτησης ασύλου του. Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Βλ. ενδεικτικώς, Υπόθ. Αρ. 1721/2011, Ηοοman & Mahiab Khanbabaie v. Aναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 30.6.2016, ECLI:CY:AD:2016:D320) αποτελεί υποχρέωση του Αιτητή ασύλου να επικαλεστεί έστω και χωρίς να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία, συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που του προκαλούν κατά τρόπο αντικειμενικώς αιτιολογημένο, φόβο δίωξης στη χώρα του για κάποιον από τους λόγους που αναφέρει το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου (Βλ. επίσης νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, αποφάσεις αρ. 1093/2008, 817/2009 και 459/2010). Εν συνεχεία ωστόσο, λόγω ακριβώς της δυσχέρειας του Αιτητή ασύλου να τεκμηριώσει με συγκεκριμένα στοιχεία την αίτησή του, γεννάται υποχρέωση της διοίκησης να συνδράμει τον Αιτητή σε αυτήν την προσπάθεια προβολής και τεκμηρίωσης των ισχυρισμών του (Βλ. Εγχειρίδιο για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών παρ. 195 επ., Βλ. επίσης αναφορικά με την ενεργό συνεργασία Απόφαση του ΔΕΕ της 22ας Νοεμβρίου 2012, Υπόθεση C‑277/11, M. M., ECLI: EU:C:2012:744, σκέψεις 63 έως 68).
12. Προχωρώντας στην εξέταση της ουσίας των ισχυρισμών του Αιτητή, σημειώνεται ότι, κατά την καταγραφή της αίτησής του για διεθνή προστασία, ο Αιτητής ανέφερε ότι διέμενε στη νοτιοδυτική περιφέρεια του Καμερούν και εργαζόταν σε ξενοδοχείο. Ως λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα του κατέγραψε την κοινωνικό-πολιτική κρίση και την ανασφάλεια.
13. Κατά το κρίσιμο στάδιο των συνεντεύξεων, ο Αιτητής δήλωσε ότι γεννήθηκε το έτος 1990 στην περιοχή Kribi, της Νότιας Περιφέρειας του Καμερούν. Στη συνέχεια μετέβη στις πόλεις Nkongsamba και Douala, της Περιφέρειας Littoral, όπου και φοίτησε στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Ακολούθως, και συγκεκριμένα περί τα έτη 2013-2014, ισχυρίστηκε ότι εγκαταστάθηκε στην πόλη Buea, όπου αρχικώς φοίτησε σε πανεπιστημιακό ίδρυμα και εν συνεχεία εργάστηκε στο ξενοδοχείο «Mountain Hotel» κατά το χρονικό διάστημα από το 2014 έως το 2021. Ως προς την οικογενειακή του κατάσταση, δήλωσε ότι είναι ανύπανδρος και ότι έχει μία ανήλικη θυγατέρα, η οποία διαμένει με τη μητέρα της στην περιοχή Kribi, όπου διαμένουν επίσης και οι γονείς του. Τα τέσσερα αδέλφια του (δύο αδελφές και δύο αδελφοί) διαμένουν στην Douala, ενώ, κατά τα λεγόμενά του, τα μεγαλύτερα αδέλφια φροντίζουν τα νεότερα. Ως προς το εκπαιδευτικό του υπόβαθρο, δήλωσε ότι ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση στην Douala και ότι κατέχει δίπλωμα από τη Σχολή Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Buea. Περαιτέρω δήλωσε ότι είναι Χριστιανός ως προς το θρήσκευμα και ανήκει στην εθνοτική ομάδα Bamileke.
14. Όσον αφορά στους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, αρχικά, ως ισχυρίστηκε ο Αιτητής, κατά την περίοδο 2016–2017 όταν ήταν ακόμη φοιτητής, ένοπλες ομάδες σταματούσαν οχήματα στους δρόμους, κατέβαζαν επιβάτες και απειλούσαν τους φοιτητές να διακόψουν τη φοίτησή τους. Σύμφωνα με τον ίδιο, οι πιέσεις και οι απειλές τον ανάγκασαν να διακόψει τις σπουδές του και να αναζητήσει εργασία. Στη συνέχεια ανέφερε ότι εξηύρε εργασία στο Mountain Hotel στη Buea, το οποίο, όπως δήλωσε, αποτελεί κυβερνητικό ξενοδοχείο που υπάγεται στο Υπουργείο Τουρισμού της χώρας. Προσελήφθη αρχικά ως σερβιτόρος, έπειτα εργάστηκε στην υποδοχή ως “night auditor” και αργότερα ανέλαβε καθήκοντα υπεύθυνου του πρωινού στο εστιατόριο. Ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι λόγω της εργασίας του σε κρατικό ξενοδοχείο, καθώς και λόγω του ότι ήταν γαλλόφωνος σε αγγλόφωνη περιοχή, στοχοποιήθηκε από ένοπλες ομάδες που θεωρούσαν ότι συνεργάζεται με την κυβέρνηση.
15. Ο Αιτητής ανέφερε ότι δεχόταν συστηματικές απειλές, κυρίως κατά τις μετακινήσεις του προς και από την εργασία του με δημόσια μέσα μεταφοράς. Περιέγραψε ότι άγνωστα ένοπλα άτομα με καλυμμένα πρόσωπα σταματούσαν τα οχήματα, ανάγκαζαν τους επιβάτες να κατεβαίνουν και τον απειλούσαν, καλώντας τον να παύσει να εργάζεται για την κυβέρνηση και να ενταχθεί μαζί τους προκειμένου να πολεμήσουν. Κατά τους ισχυρισμούς του, τον απειλούσαν επίσης ότι θα σκοτώσουν την οικογένειά του, επισημαίνοντάς του ότι γνώριζαν προσωπικές πληροφορίες για τον ίδιο, όπως το πλήρες όνομά του, τον τόπο εργασίας και τον τόπο διαμονής του.
16. Ως προς περιστατικά σωματικής βίας, δήλωσε ότι υπέστη τρεις επιθέσεις. Η πρώτη, κατά τα λεγόμενά του, έλαβε χώρα το έτος 2018 στον δρόμο προς Tiko, όταν τον κατέβασαν από το όχημα στο οποίο επέβαινε, τον κτύπησαν και τον ανάγκασαν να περπατήσει μεγάλη απόσταση. Η δεύτερη φέρεται να συνέβη τον Οκτώβριο του 2018, όταν, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, άγνωστα πρόσωπα έκαψαν τα εμπορεύματά του. Η τρίτη, κατά δήλωσή του, σημειώθηκε το 2019 στην οικία του, όταν άγνωστα ένοπλα άτομα με καλυμμένα πρόσωπα χτύπησαν την πόρτα του κατά τη διάρκεια της νύχτας, ανέφεραν το όνομά του και του είπαν ότι γνωρίζουν πως εργάζεται για την κυβέρνηση. Όταν άνοιξε την πόρτα, τον κτύπησαν με το πίσω μέρος όπλου στο πρόσωπο και στο κεφάλι, με αποτέλεσμα να χάσει τις αισθήσεις του. Όπως δήλωσε, οι γείτονές του τον εντόπισαν περίπου δύο ώρες αργότερα και μεταφέρθηκε σε νοσοκομείο, ενώ από το περιστατικό φέρει μέχρι σήμερα σημάδι στο μέτωπο.
17. Μετά το περιστατικό του 2019, ο Αιτητής ανέφερε ότι συνέχισε να εργάζεται στο ξενοδοχείο έως τον Σεπτέμβριο του 2021. Υποστήριξε ότι κατά το διάστημα αυτό ζούσε υπό καθεστώς διαρκούς φόβου, δεχόταν λεκτικές απειλές και ότι εξακολουθούσαν να τον σταματούν στον δρόμο. Δήλωσε ότι φοβόταν για τη ζωή του και για την ασφάλεια της οικογένειάς του, ιδίως επειδή ανέμενε τη γέννηση του παιδιού του. Τελικώς, τον Οκτώβριο του 2021 αναχώρησε από τη χώρα καταγωγής του, καθώς, όπως ανέφερε, θεωρούσε ότι η ζωή του βρισκόταν σε κίνδυνο.
18. Τέλος, ερωτηθείς για ποιο λόγο δεν μετεγκαταστάθηκε σε άλλη περιοχή της χώρας, υποστήριξε ότι οι δράστες γνώριζαν τις κινήσεις του και τα προσωπικά του στοιχεία, ότι φοβόταν πως οποιαδήποτε μετακίνησή του θα έθετε σε κίνδυνο την οικογένειά του και ότι δεν θα μπορούσε να εξασφαλίσει εργασία σε άλλη περιοχή, καθώς άλλοι τον θεωρούσαν προερχόμενο από περιοχή με προβλήματα και πιθανή πηγή κινδύνου.
19. Ο Αιτητής προσκόμισε στην Υπηρεσία Ασύλου τα εξής έγγραφα: πτυχίο στη Διοίκηση Επιχειρήσεων από τη σχολή Κοινωνικών και Διοικητικών Επιστημών του πανεπιστημίου της Buea με χρόνο έκδοσης τον Δεκέμβριο το 2019 (ερυθρό 54 του διοικητικού φακέλου (δ.φ.) ), βεβαίωση παρακολούθησης εκπαίδευσης εκδοθείσα από το Υπουργείο Τουρισμού και Αναψυχής του Καμερούν τον Ιούλιο του 2015 (ερυθρό 55 του διοικητικού φακέλου) και δύο στιγμιότυπα οθόνης που αφορούν τιμολόγια από το Mountain Hotel (ερυθρά 56 και 53 του δ.φ.).
20. Αξιολογώντας τις δηλώσεις του Αιτητή, οι Καθ' ων η αίτηση διέκριναν τρεις ουσιώδεις ισχυρισμούς: πρώτον την ταυτότητα, το προφίλ και τη χώρα καταγωγής του, δεύτερον, τον ισχυρισμό του Αιτητή ότι εργαζόταν στο ξενοδοχείο Mountain Hotel από το 2014 έως το 2021, το οποίο βρίσκεται στην Buea, τρίτον, τις ισχυριζόμενες απειλές προς τον Αιτητή λόγω της εργασίας του/επαγγελματικής του ιδιότητας.
21. Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός του έγινε αποδεκτός, καθώς κρίθηκε ότι ο Αιτητής απάντησε σε όλα τα ερωτήματα που του τέθηκαν με ακρίβεια και κατέβαλε πραγματική προσπάθεια να παράσχει όσο το δυνατόν περισσότερες λεπτομέρειες, ενώ επίσης οι πληροφορίες που παρείχε επιβεβαιώνονται από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, καθώς και από το προσκομισθέν από αυτόν διαβατήριο.
22. Αποδεκτός έγινε και ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός του Αιτητή, καθότι κρίθηκε ότι υπήρξε συγκεκριμένος και παρέθεσε επαρκείς λεπτομέρειες για την εργασιακή του εμπειρία στο ξενοδοχείο Mountain Hotel. Αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, ο Αιτητής προσκόμισε έγγραφο εκπαίδευσής του στο εν λόγω ξενοδοχείο, καθώς και καταστάσεις της μισθοδοσίας του, ενώ εντοπίστηκαν στην ιστοσελίδα του ξενοδοχείου, πληροφορίες της οποίας, ως κατέγραψε, επιβεβαιώνουν τα όσα δήλωσε ο Αιτητής.
23. Ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός του Αιτητή, ήτοι ότι απειλήθηκε και δέχτηκε επιθέσεις λόγω του επαγγέλματός του απορρίφθηκε. Συγκεκριμένα, οι Καθ' ων η αίτηση έκριναν ότι οι δηλώσεις του σχετικά με το καθεστώς και τη λειτουργία του Mountain Hotel ήταν γενικές και αόριστες, καθώς δεν παρείχε συγκεκριμένες πληροφορίες για τη διοικητική δομή και τον τρόπο κρατικής διαχείρισής του, πέραν της αναφοράς ότι ανήκε στο κράτος και υπαγόταν στο Υπουργείο Τουρισμού. Επιπλέον, ως επεσήμαναν, οι αναφορές του Αιτητή στις απειλές που δεχόταν στερούνται σαφήνειας και χρονολογικής ακρίβειας, καθότι ενώ υποστήριξε ότι οι απειλές ξεκίνησαν το 2016 και κορυφώθηκαν το 2019, δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει τον αριθμό των περιστατικών ή έστω μια κατά προσέγγιση συχνότητα, επαναλαμβάνοντας γενικά ότι συνέβαιναν «πολλές φορές». Περαιτέρω, οι Καθ’ ων η αίτηση κατέγραψαν ότι από τις περιγραφές του Αιτητή προκύπτει ότι τα περισσότερα περιστατικά λάμβαναν χώρα σε δημόσια μέσα μεταφοράς, παρουσία πολλών άλλων επιβατών, γεγονός που δεν καταδεικνύει προσωπική στοχοποίηση του, αλλά αφορούν γενικότερες πρακτικές ελέγχου ή εκφοβισμού. Επιπρόσθετα, σε σχέση με την επίθεση στην οικία του το 2019, διαπιστώθηκε ότι ο Αιτητής δεν προσδιόρισε με σαφήνεια το κίνητρο των δραστών. Αρχικά ανέφερε ότι θεώρησε πως επρόκειτο για ληστεία και στη συνέχεια συνέδεσε το περιστατικό με την εργασία του, χωρίς να παραθέσει συγκεκριμένα στοιχεία που να τεκμηριώνουν προσωπική στοχοποίηση. Ως σημείωσαν οι Καθ’ ων η αίτηση, παρά την εν λόγω επίθεση, ο Αιτητής παρέμεινε στη χώρα και συνέχισε να εργάζεται μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2021. Η εξήγηση του Αιτητή ότι ζούσε με φόβο και ότι τελικά έφυγε επειδή δεν μπορούσε να συνεχίσει υπό αυτές τις συνθήκες δεν συνοδεύτηκε από συγκεκριμένα γεγονότα που να δικαιολογούν τη διετή παραμονή του μετά το σοβαρότερο, κατά τον ίδιο, περιστατικό. Τέλος, κρίθηκε ότι ο Αιτητής δεν τεκμηρίωσε επαρκώς την αδυναμία εσωτερικής μετεγκατάστασης, καθώς δεν παρείχε συγκεκριμένα στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι αντιμετώπιζε κίνδυνο σε ολόκληρη τη χώρα.
24. Παρά την επιβεβαίωση από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης της γενικευμένης βίας στις αγγλόφωνες περιοχές συμπεριλαμβανομένης της Buea, οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι ο Αιτητής δεν παρείχε επαρκώς συγκεκριμένες, λεπτομερείς και συνεκτικές πληροφορίες που να τεκμηριώνουν εξατομικευμένη στοχοποίησή του. Ως εκ τούτου ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός δεν έγινε αποδεκτός.
25. Στη βάση των αποδεκτών ισχυρισμών του Αιτητή, ήτοι του προφίλ, της χώρας καταγωγής του και της εργασίας του, και κατόπιν αξιολόγησης του μελλοντοστραφούς κινδύνου, οι Καθ' ων η αίτηση παρέπεμψαν σε εξωτερικές πληροφορίες αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στη νοτιοδυτική περιφέρεια του Καμερούν, όπου ανήκει η Buea, τόπος τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή και κατέληξαν ότι καταρχήν υφίστανται εύλογοι λόγοι να πιστεύεται ότι σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στο Καμερούν και συγκεκριμένα στην Buea, αυτός θα κινδυνεύσει να υποστεί μεταχείριση ισοδυναμούσα με δίωξη ή σοβαρή βλάβη.
26. Προχωρώντας στη νομική ανάλυση, οι Καθ' ων η αίτηση έκριναν ότι δεν τεκμηριώνεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στο Καμερούν για έναν από τους λόγους που εξαντλητικώς αναφέρονται στο άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου. Στη συνέχεια, διαπίστωσαν πως δεν υπάρχει εύλογη πιθανότητα ο Αιτητής να αντιμετωπίσει κίνδυνο σοβαρής βλάβης δυνάμει του άρθρου 19 του ιδίου νόμου και κατά συνέπεια κατέληξαν ότι, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας. Ειδικά σε σχέση με το εδάφιο (γ) του άρθρου 19 (2), οι Καθ' ων η αίτηση διαπίστωσαν ότι παρά την έκρυθμη κατάσταση ασφαλείας στη νοτιοδυτική περιφέρεια, όπου διέμενε και εργαζόταν ο Αιτητής, το επίπεδο της αδιάκριτης βίας που επικρατεί στην περιοχή σε συνάρτηση με τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή δεν συντρέχουν εύλογοι λόγοι να πιστεύεται ότι εκ της παρουσίας του και μόνο διατρέχει σοβαρή και προσωπική απειλή.
27. Κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου ακροαματική διαδικασία, ο Αιτητής δεν προσέθεσε οτιδήποτε στο αφήγημά του. Ο Αιτητής επανέλαβε ότι μετέβη στην Buea αρχικά ως φοιτητής και ακολούθως εξηύρε εργασία σε ξενοδοχείο και παρέμεινε εκεί. Σε διερευνητικά ερωτήματα, ο Αιτητής ανέφερε ότι οι αποσχιστές τον σταματούσαν στον δρόμο και ζητούσαν να στρατολογηθεί εναντίον της κυβέρνησης. Ανέφερε περαιτέρω, ότι εισέβαλαν στην οικία του το 2019, τον τραυμάτισαν και αναγκάστηκε να νοσηλευτεί. Ερωτηθείς για το χρονικό διάστημα από το 2019 έως το 2021, χρονολογία κατά την οποία αναχώρησε από τη χώρα, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι λάμβανε συνεχώς απειλές, τον έβγαζαν από το όχημά του και τον απειλούσαν λεκτικά ότι θα τον εξαφανίσουν. Κληθείς να αναφέρει για ποιο λόγο στοχοποιήθηκε, αφού είναι γαλλόφωνος, ο Αιτητής δήλωσε ότι διεξάγουν έρευνα και σε γαλλόφωνους, κυρίως νέους, με σκοπό να τους εντάξουν στον αγώνα τους. Σε ερώτηση για ποιο λόγο δεν μετέβη στην Douala, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι αιτήθηκε μετάθεση, αλλά δεν ήταν εφικτή και ακολούθως προσπάθησε να εξεύρει άλλη εργασία, ωστόσο όταν αντιλαμβάνονταν ότι εργαζόταν στην Buea δεν τον αποδέχονταν. Ως προς τα μέλη της οικογένειάς του, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι οι γονείς του διαμένουν στην περιοχή Kribi και άλλα μέλη της οικογένειάς του διαμένουν στην Douala, καθώς και ότι διατηρεί επικοινωνία μαζί τους.
28. Προχωρώντας το Δικαστήριο σε de novo και ex nunc εξέταση των ενώπιόν του δεδομένων, όπως υπαγορεύουν τα εδάφια (3) και (4) του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου, το Δικαστήριο συντάσσεται με τη διάκριση των επιμέρους ουσιωδών ισχυρισμών του Αιτητή. Το παρόν Δικαστήριο αξιολογεί τους προβληθέντες ισχυρισμούς στην βάση των κοινώς αποδεκτών δεικτών αξιοπιστίας.[1]
29. Αρχικά το Δικαστήριο συντάσσεται με το εύρημα των Καθ' ων η αίτηση περί αξιοπιστίας του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού για τους ίδιους λόγους που εμπεριστατωμένα καταγράφονται στην έκθεση των Καθ΄ων η αίτηση, η οποία αποτελεί την αιτιολογική βάση της επίδικης απόφασης.
30. Ομοίως και ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός, ήτοι ότι ο Αιτητής εργαζόταν στο ξενοδοχείο Mountain Hotel στην Buea, ορθώς έγινε αποδεκτός. Συγκεκριμένα, ο Αιτητής περιέγραψε με σαφήνεια την επαγγελματική του εξέλιξη, αναφέροντας ότι ξεκίνησε ως σερβιτόρος, στη συνέχεια εργάστηκε ως “night auditor” στην υποδοχή και αργότερα ανέλαβε καθήκοντα στο εστιατόριο. Παρείχε λεπτομέρειες σχετικά με τις στολές εργασίας που φορούσε σε κάθε θέση, τον αριθμό των εργαζομένων (περί των 100), την προέλευσή τους (κυρίως αλλοδαποί), τις μεθόδους κράτησης, καθώς και την τοποθεσία του ξενοδοχείου εντός της Government Residential Area (G.R.A.) της Buea. Επιπλέον, αναφέρθηκε σε γειτονικά σημεία αναφοράς, όπως τη νιγηριανή πρεσβεία και το γραφείο του κυβερνήτη, καθώς και σε άλλα ξενοδοχεία που, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, ανήκαν στο Υπουργείο Τουρισμού. Ως προς τον χαρακτηρισμό του ξενοδοχείου ως «κυβερνητικού», ο Αιτητής παρείχε ιστορικό πλαίσιο, αναφερόμενος στη χρήση του ξενοδοχείου για κρατικές εκδηλώσεις και στη σύνδεσή του με την επανένωση του Καμερούν την 1η Οκτωβρίου 1961.
31. Αναφορικά με την εξωτερική πτυχή του ισχυρισμού, ο Αιτητής προσκόμισε έγγραφα σχετικά με εκπαίδευση που παρακολούθησε στο ξενοδοχείο και δελτία μισθοδοσίας (ωστόσο δεν φαίνεται κάπου το όνομά του), επιβεβαιώνοντας τη σχέση του με αυτό. Επιπλέον, η επίσημη ιστοσελίδα του ξενοδοχείου στην οποία ανέτρεξε και το Δικαστήριο, επιβεβαιώνει την ύπαρξη και την τοποθεσία του ξενοδοχείου στη Buea.[2] Εξωτερικές πηγές επιβεβαιώνουν επίσης τον ιστορικό χαρακτήρα του ξενοδοχείου, αναφέροντας ότι ιδρύθηκε το 1952, τελούσε υπό την αιγίδα της κυβέρνησης και χρησιμοποιήθηκε για σημαντικές εκδηλώσεις που σχετίζονται με την επανένωση του Cameroon.[3] Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, η συνολική αξιοπιστία του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού, κρίνεται ότι θεμελιώνεται.
32. Ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός ορθώς δεν έγινε αποδεκτός από τους Καθ’ ων η αίτηση. Ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει με σαφήνεια τις ημερομηνίες έναρξης των απειλών και των επιθέσεων, ενώ σε ερωτήσεις για τη συχνότητα των περιστατικών απάντησε αόριστα («πολλές φορές») χωρίς συγκεκριμενοποίηση. Περαιτέρω δεν αποσαφήνισε πότε άρχισαν οι απειλές που σχετίζονταν με την φοιτητική του ιδιότητα και πότε εκείνες που συνδέονταν με την επαγγελματική του ιδιότητα. Παράλληλα, η πρόσβαση του Αιτητή στο Government Residential Area, όπου ισχυρίστηκε ότι βρισκόταν το ξενοδοχείο ήταν ανοικτή για όλους τους υπαλλήλους, γεγονός που μειώνει τη σύνδεση της εργασίας του με πιθανό προσωπικό στόχο. Επιπλέον, δεν ήταν συγκεκριμένος ως προς τους ισχυριζόμενους φορείς δίωξης, αναφερόμενος γενικά σε «τρομοκράτες» ή «ομάδες» χωρίς σαφή ταυτοποίηση ή περιγραφή της ιδιότητας τους. Η περιγραφή της επίθεσης στην οικία του άφησε κενά ως προς το κίνητρο, καθώς ο Αιτητής δήλωσε ότι δεν γνωρίζει ακριβώς τον λόγο της επίθεσης, ενώ η καθυστέρηση λήψης απόφασης αναχώρησης (δύο έτη μετά την επίθεση) αποδόθηκε κυρίως σε συνεχιζόμενο φόβο και σε οικογενειακούς λόγους, γεγονός που δεν καταδεικνύει άμεσο και προσωπικό κίνδυνο. Ο Αιτητής δεν τεκμηρίωσε επαρκώς προσωπική στοχοποίηση πέραν της γενικής αναφοράς ότι εργαζόταν σε κρατικό ξενοδοχείο και ότι ήταν γαλλόφωνος. Οι ισχυρισμοί περί παρακολούθησης και γνώσης των κινήσεών του δεν συνοδεύονται από συγκεκριμένα περιστατικά που να αποδεικνύουν συστηματική και εξατομικευμένη δίωξη. Επιπλέον, οι ισχυρισμοί περί αδυναμίας εσωτερικής μετεγκατάστασης διατυπώθηκαν με γενικό τρόπο και χωρίς συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία για την έκταση της επιρροής των κατ’ ισχυρισμό δραστών σε εθνικό επίπεδο ή για πραγματική προσπάθεια μετεγκατάστασης. Αξίζει τέλος να σημειωθεί ότι στην αίτησή του ο Αιτητής αναφέρθηκε μόνο στο επάγγελμά του και ότι οι λόγοι για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα του ήταν η γενική κατάσταση ανασφάλειας που επικρατεί στη Νοτιοδυτική περιφέρεια, χωρίς να κάνει αναφορά σε προσωπική στοχοποίησή του. Ως εκ των ανωτέρω, δεν θεμελιώνεται η εσωτερική αξιοπιστία του Αιτητή περί προσωπικής στοχοποίησης από τους αποσχιστές.
33. Όσον αφορά στην εξωτερική αξιοπιστία του Αιτητή, τα στοιχεία που παραθέτουν οι Καθ’ ων η αίτηση για την κατάσταση ασφαλείας στην περιοχή Buea και στις Αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν επιβεβαιώνουν ότι από το 2016 έως το 2019 υπήρχε γενικευμένη βία και επιθέσεις από ένοπλες ομάδες, με χιλιάδες θανάτους και μαζική εκτόπιση πληθυσμού. Περαιτέρω, σε έρευνα του Δικαστηρίου, αναφέρεται ότι ένοπλες αυτονομιστικές ομάδες έχουν στοχεύσει δημόσιους υπαλλήλους και πολίτες που κατηγορούνται ότι συνεργάζονται με κυβερνητικούς φορείς ή τους υποστηρίζουν. Οι επιθέσεις αυτές περιλαμβάνουν απαγωγές και δολοφονίες εκπαιδευτικών, τοπικών αξιωματούχων και άλλων πολιτών στις αγγλόφωνες περιοχές.[4] Ωστόσο, αυτή η γενικευμένη βία και οι πρακτικές εκφοβισμού που ακολουθούν γενικότερα οι αυτονομιστές, δεν επιβεβαιώνουν ότι ο Αιτητής δέχθηκε στοχευμένες απειλές ή επιθέσεις λόγω της επαγγελματικής του ιδιότητας. Δεν παροράται, περαιτέρω, το γεγονός ότι, κατά τα λεγόμενά του, μετά το κατ’ ισχυρισμό περιστατικό επίθεσης εναντίον του στην οικία του και για χρονικό διάστημα δύο περίπου ετών έως την αναχώρησή του από τη χώρα καταγωγής του, ουδέν συνέβη εις βάρος του προσωπικά. Το στοιχείο αυτό συνδέεται άμεσα με την αξιολόγηση του μελλοντοστραφούς κινδύνου, αποδυναμώνοντας ταυτοχρόνως τον ισχυρισμό του περί στοχευμένης δίωξης από τους αποσχιστές, καθόσον, εάν πράγματι αποτελούσε αντικείμενο ενεργούς αναζήτησης, δεν εξηγείται ευλόγως η παραμονή του στην ίδια περιοχή και η συνέχιση της εργασίας του στο ίδιο ξενοδοχείο για εκτεταμένο χρονικό διάστημα, ούτε η πεποίθησή του ότι εξακολουθούν να τον αναζητούν. Συνεπώς δεν θεμελιώνεται η εξωτερική του αξιοπιστία.
34. Προχωρώντας στην αξιολόγηση του κινδύνου που ενδέχεται να διατρέχει ο Αιτητής, πέραν των όσων ο ίδιος δήλωσε και τα οποία απορρίφθηκαν ανωτέρω, σημειώνεται ότι ο Αιτητής δεν επικαλέστηκε αρχικώς οποιονδήποτε πρόσθετο ή ανεξάρτητο κίνδυνο απορρέοντα από το προσωπικό του προφίλ ή τις ιδιαίτερες περιστάσεις του.
35. Ειδικώς ως προς το θρησκευτικό του προφίλ ως χριστιανού δεν προκύπτει κάποιος κίνδυνος. Πηγές αναφέρουν πως στο Καμερούν, οι Χριστιανοί αποτελούν την πλειοψηφία του πληθυσμού, με περίπου 70% να ανήκουν σε διάφορα χριστιανικά δόγματα. Ωστόσο, υπάρχουν περιοχές όπου οι Χριστιανοί αντιμετωπίζουν προκλήσεις. Στις βόρειες περιοχές, όπου κυριαρχεί το Ισλάμ, έχουν αναφερθεί περιστατικά κοινωνικών εντάσεων μεταξύ χριστιανικών και μουσουλμανικών κοινοτήτων. Επιπλέον, η παρουσία εξτρεμιστικών ομάδων, όπως η Boko Haram, έχει οδηγήσει σε επιθέσεις κατά χριστιανικών κοινοτήτων στα βόρεια σύνορα με τη Νιγηρία και όχι στον τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή. Παρά τις προκλήσεις αυτές, οι Χριστιανοί στο Καμερούν γενικά ασκούν τη θρησκεία τους ελεύθερα.[5] Συνεπώς δεν απορρέει ευλόγως οποιοσδήποτε κίνδυνος για τον Αιτητή ένεκα της θρησκευτικής του ταυτότητας.
36. Κίνδυνος δεν απορρέει ούτε εκ της εθνοτικής καταγωγής του Αιτητή – Βamikele- καθώς εξωτερικές πηγές αποκαλύπτουν ότι αποτελεί από τις πλέον πολυπληθείς και ισχυρές φυλές της χώρας.[6]
37. Το Δικαστήριο ανέτρεξε σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σχετικά με την κατάσταση που επικρατεί στη χώρα καταγωγής του Αιτητή.
36. Ως προς τη γενική κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής του, αναφέρονται τα ακόλουθα, ως προκύπτουν από έγκυρες πηγές πληροφόρησης. Βάσει πληροφοριών από τον ανεξάρτητο οργανισμό ACAPS, η κρίση που ξέσπασε στις Αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν (ήτοι στις περιφέρειες Northwest και Southwest) περί τα τέλη του 2016 οδήγησε στην εμφάνιση διαφόρων αποσχιστικών ομάδων και σε ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ του κρατικού στρατού και των ενόπλων δυνάμεων των αυτονομιστών, που έχουν εντείνει την ανασφάλεια στις αγγλόφωνες περιοχές, «αφήνοντας πάνω από 334.000 άτομα εσωτερικά εκτοπισμένα και περισσότεροι από 76.000 να αναζητούν καταφύγιο στη γειτονική Νιγηρία, μέχρι τον Φεβρουάριο του 2025.».[7]
37. Εκ των όσων επίσης αναφέρονται στην ίδια πηγή, οι απαρχές της σύγκρουσης εντοπίζονται στα μακροχρόνια προβλήματα στην αγγλόφωνη κοινότητα στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές της χώρας, λόγω της περιθωριοποίησης τους από τη γαλλόφωνη κυβέρνηση, «που κλιμακώθηκαν σε εκτεταμένες διαμαρτυρίες και απεργίες περί τα τέλη του 2016».[8]
38. H Έκθεση του Global Centre for the Responsibility to Protect του Νοεμβρίου του 2025, αναφέρει ότι κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης, οι δυνάμεις ασφαλείας έχουν διαπράξει εξωδικαστικές δολοφονίες και εκτεταμένη σεξουαλική και έμφυλη βία, έχουν κάψει αγγλόφωνα χωριά και έχουν υποβάλει άτομα με ύποπτους αυτονομιστικούς δεσμούς σε αυθαίρετη κράτηση, βασανιστήρια και κακομεταχείριση. Ένοπλοι αυτονομιστές έχουν επίσης σκοτώσει, απαγάγει και τρομοκρατήσει πληθυσμούς, ενώ παράλληλα διατηρούν σταθερά τον έλεγχο μεγάλων τμημάτων των αγγλόφωνων περιοχών. Οι αυτονομιστές και οι κυβερνητικές δυνάμεις έχουν διαπράξει στοχευμένες επιθέσεις σε εγκαταστάσεις υγείας και εργαζόμενους σε ανθρωπιστικές οργανώσεις, περιορίζοντας την παροχή και την πρόσβαση σε ζωτικής σημασίας βοήθεια και αναγκάζοντας διάφορους διεθνείς ανθρωπιστικούς οργανισμούς να αναστείλουν τις δραστηριότητές τους. Οι αυτονομιστές έχουν επίσης απαγορεύσει την κρατική εκπαίδευση και συχνά επιτίθενται, απειλούν και απαγάγουν μαθητές και εκπαιδευτικούς, καθώς και καίνε, καταστρέφουν και λεηλατούν σχολεία.[9]
39. Η ανωτέρω έκθεση αναφέρει επίσης ότι στις 12 Οκτωβρίου πραγματοποιήθηκαν προεδρικές εκλογές στο, στις οποίες ανακηρύχθηκε νικητής ο Paul Biya, εξασφαλίζοντας την όγδοη θητεία. Η αντιπολίτευση και οι αυτονομιστικές ομάδες απέρριψαν το αποτέλεσμα, καταγγέλλοντας έλλειψη διαφάνειας και πολιτικές ελευθερίες υπό περιορισμό. Πριν από τις εκλογές, αυτονομιστές στις αγγλόφωνες περιοχές επέβαλαν πολύμηνο lockdown, κλείνοντας επιχειρήσεις και σχολεία και περιορίζοντας την κυκλοφορία σε πόλεις όπως η Buea και η Limbe. Μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων, ξέσπασαν εκτεταμένες διαδηλώσεις με καταγγελίες για νοθεία. Οι δυνάμεις ασφαλείας φέρονται να σκότωσαν τουλάχιστον 48 πολίτες και να προχώρησαν σε πάνω από 100 συλλήψεις. Οι συγκρούσεις συνεχίζονται μεταξύ των κρατικών κυβερνητικών δυνάμεων και των αυτονομιστικών ομάδων και επηρεάζουν τους πολίτες, οι οποίοι αντιμετωπίζουν απειλές, όπως αδέσποτες σφαίρες, αυθαίρετες κρατήσεις, στοχευμένες επιθέσεις, απαγωγές για λύτρα, παράνομη φορολογία, οδοφράγματα, εκβιασμούς και περιορισμούς στην κυκλοφορία.[10]
40. Η υπό εξέταση σύγκρουση έχει ήδη διάρκεια περίπου εννέα ετών και επηρεάζει τόσο τη Βορειοδυτική όσο και τη Νοτιοδυτική περιφέρεια του Καμερούν. Τα δεδομένα υποδηλώνουν ότι πρόκειται για μια μακροχρόνια και σταθερά εγκατεστημένη κρίση. Επιπλέον, δεν φαίνεται να υπάρχει καμία πρόθεση επίλυσής της στο άμεσο μέλλον, καθώς η σύγκρουση δεν συζητήθηκε ούτε στην πρόσφατη συνεδρίαση της Ομάδας Υπουργικής Δράσης της Κοινοπολιτείας του Καμερούν τον Μάρτιο του 2025.[11]
41. Ως προς τα ποσοτικά δεδομένα της σύγκρουσης, σύμφωνα με τα πρόσφατα δεδομένα της βάσης δεδομένων ACLED (The Armed Conflict Location & Event Data Project), ενός μη κερδοσκοπικού οργανισμού με έργο τη συλλογή, ανάλυση και χαρτογράφηση δεδομένων σχετικά με τις ημερομηνίες, τους δρώντες, τις τοποθεσίες, τους θανάτους και τους τύπους όλων των καταγεγραμμένων γεγονότων πολιτικής βίας και διαμαρτυρίας σε παγκόσμια κλίμακα, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης τις 20/02/2026) στην Νοτιοδυτική Επαρχία (Sud - Ouest) του Καμερούν, καταγράφηκαν συνολικά 962 περιστατικά πολιτικής βίας ("Political violence", που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 652 θάνατοι. Στην Buea, τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή καταγράφηκαν 17 περιστατικά ασφαλείας, τα οποία είχαν ως συνέπεια την απώλεια 6 ανθρώπινων ζωών.[12] Σημειωτέον ότι ο πληθυσμός της Νοτιοδυτικής περιφέρειας εκτιμάται στους 2,098,500 κατοίκους (με εκτίμηση του 2025).[13]
42. Ως προς τις αποδεκτές προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή επισημαίνονται τα εξής.
43. Ειδικώς ως προς την ενασχόλησή του ως υπάλληλου σε ξενοδοχείο το οποίο βρίσκεται υπό την αιγίδα του κράτους, επισημαίνεται ότι ο Αιτητής δήλωσε ότι ενδέχεται να τεθεί σε κίνδυνο ένεκα της εν λόγω επαγγελματικής του δραστηριότητας. Ο ισχυρισμός του περί φόβου δίωξης προβλήθηκε αφενός με γενικότητα, αφετέρου χωρίς ο ίδιος να επικαλεστεί οποιαδήποτε συγκεκριμένη προσωπική περίσταση δίωξης, ούτε και να προσκομίσει οποιαδήποτε εξωτερική πηγή από την οποία να προκύπτει διευρυμένη στοχοποίηση προσώπων με το δικό του επαγγελματικό προφίλ. Σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με τις ίδιες τις δηλώσεις του Αιτητή, κατέχει πτυχίο στη διοίκηση επιχειρήσεων, διαθέτει εργασιακή εμπειρία και ομιλεί την αγγλική και τη γαλλική γλώσσα. Επομένως, εάν αισθάνεται ο ίδιος φόβο να εργαστεί στο ίδιο ξενοδοχείο, δεν παρεμποδίζεται να εργαστεί σε άλλο ξενοδοχείο ή να ασκήσει άλλο επάγγελμα, καθώς πρόκειται περί υγιούς, μορφωμένου και ικανού προς εργασίας προσώπου (Βλ απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου στην Υπόθεση Αρ.: 5209/21, J. S. ν. Δημοκρατίας, ημερομ. 10.8.2022, παρ. 28 και 29).
44. Με βάση τα ανωτέρω στοιχεία, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι ο Αιτητής, ως υπάλληλος ξενοδοχείου, δεν ανήκει στις ομάδες του πληθυσμού που στοχοποιούνται ή πλήττονται συστηματικά στο πλαίσιο της αγγλόφωνης κρίσης στο Καμερούν. Οι διαθέσιμες πηγές καταδεικνύουν ότι οι άμεσες συνέπειες της βίας πλήττουν δυσανάλογα συγκεκριμένες κατηγορίες αμάχων, όπως γυναίκες, παιδιά, μαθητές, εκπαιδευτικούς και εργαζόμενους σε ανθρωπιστικές οργανώσεις, οι οποίοι εκτίθενται σε υψηλό κίνδυνο απαγωγών, εκβιασμών, αυθαίρετων συλλήψεων, βασανιστηρίων και άλλων μορφών κακοποίησης. Αντιθέτως, άτομα με επαγγελματικά προφίλ όπως ο Αιτητής δεν έχουν καταγραφεί ως συστηματικοί στόχοι των αντιμαχόμενων πλευρών, γεγονός που μειώνει τον προσωπικό κίνδυνο που αντιμετωπίζει σε σχέση με τους πληθυσμούς που πλήττονται άμεσα από τις συγκρούσεις. Επισημαίνεται ότι ο Αιτητής δεν κατείχε υψηλόβαθμη ή διοικητική θέση στο ξενοδοχείο όπου εργαζόταν, καθώς ως ο ίδιος ανέφερε αρχικά εργαζόταν ως σερβιτόρος, ακολούθως ως υπεύθυνος υποδοχής τις βραδινές ώρες και στη συνέχεια υπεύθυνος του προγεύματος.
45. Ως εκ τούτου, στην προκειμένη περίπτωση λαμβάνοντας υπόψη και το προσωπικό προφίλ του Αιτητή, ως αυτό έγινε αποδεκτό και ειδικότερα ότι ο Αιτητής είναι νεαρός, υγιής, υψηλού μορφωτικού επιπέδου, με εργασιακή πείρα στη χώρα καταγωγής του και χωρίς οποιοδήποτε σημείο ευαλωτότητας ή αποδεδειγμένο περιστατικό παρελθούσας δίωξης, κρίνεται πως σε συνάρτηση με τις παρατεθείσες πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σχετικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του στη χώρα καταγωγής του, δεν πιθανολογείται ότι σε περίπτωση επιστροφής του εκεί, θα εκτεθεί ευλόγως σε σοβαρό κίνδυνο.
46. Υπό το φως της ανωτέρω ανάλυσης κινδύνου, δεν δικαιολογείται η υπαγωγή του Αιτητή στο καθεστώς του πρόσφυγα, καθώς δεν τεκμηριώθηκε η συνδρομή βάσιμου φόβου δίωξης για τους λόγους που εξαντλητικά αναφέρονται στο άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου.
47. Ούτε επίσης τεκμηριώνεται, η υπαγωγή του στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας (άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου), καθώς ο Αιτητής δεν τεκμηριώνει, αλλά και από τα ενώπιόν μου στοιχεία δεν προκύπτει ότι εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη.
48. Ειδικότερα, στην προκειμένη περίπτωση από το προαναφερόμενο ιστορικό και δεδομένου ότι ο Αιτητής δεν τεκμηρίωσε, ότι ενόψει των προσωπικών του περιστάσεων, πιθανολογείται να εκτεθεί σε κίνδυνο βλάβης συγκεκριμένης μορφής [βλ. απόφαση της 17.2.2009, C-465/07, ECLI:EU:C:2009:94, Elgafaji, σκέψη 32)] ότι αυτός διατρέχει κίνδυνο σοβαρής βλάβης, λόγω θανατικής καταδίκης ή εκτέλεσης, βασανιστηρίων, απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του [βλ άρθρο 19(2)(α) και (β)].
49. Ούτε εξάλλου, προκύπτει ότι συντρέχει αδιακρίτως ασκούμενη βία στον τελευταίο τόπο διαμονής του Αιτητή, ο βαθμός της οποίας να είναι τόσο υψηλός, ώστε να υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμηθεί ότι ο προσφεύγων, ακόμα κι αν ήθελε υποτεθεί ότι θα επιστρέψει στη συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί στην εν λόγω απειλή (βλ. άρθρο 19(2)(γ) απόφαση της 17.2.2009, C-465/07, ECLI:EU:C:2009:94 Elgafaji, σκέψη 43).
50. Επιπροσθέτως, δεδομένης της κατάστασης που επικρατεί στον τελευταίο τόπο διαμονής του Αιτητή και στην ευρύτερη περιφέρεια που αυτός εμπίπτει, δέον να εξεταστούν τα επιμέρους συστατικά στοιχεία του άρθρου 19(2)(γ) και ειδικότερα, κατά πόσον συντρέχει αδιακρίτως ασκούμενη βία στον τελευταίο τόπο διαμονής του Αιτητή, ο βαθμός της οποίας να είναι τόσο υψηλός, ώστε να υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμηθεί ότι ο Αιτητής, ακόμα κι αν ήθελε υποτεθεί ότι θα επιστρέψει στη συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί στην εν λόγω απειλή [βλ. απόφαση της 17.2.2009, C-465/07, ECLI:EU:C:2009:94 Elgafaji, σκέψη 43].
51. Σημειώνεται συναφώς ότι «το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, αναγνωρίζεται σε οποιοδήποτε αιτητή, ο οποίος δεν αναγνωρίζεται ως πρόσφυγας ή σε οποιοδήποτε Αιτητή του οποίου η αίτηση σαφώς δε βασίζεται σε οποιουσδήποτε από τους λόγους του εδαφίου (1) του άρθρου 3, αλλά σε σχέση με τον οποίο υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη και δεν είναι σε θέση ή, λόγω του κινδύνου αυτού, δεν είναι πρόθυμος, να θέσει τον εαυτό του υπό την προστασία της χώρας αυτής». Ως «σοβαρή» ή «σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη» ορίζεται δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) ως «σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης».
52. Ως προς τον όρο διεθνής ή εσωτερική ένοπλη σύρραξη, το ΔΕΕ, διευκρίνισε ότι της έννοιας της εσωτερικής ένοπλης συρράξεως, η σημασία και το περιεχόμενο των όρων αυτών πρέπει να καθορίζονται, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το σύνηθες νόημά τους στην καθημερινή γλώσσα, λαμβανομένου υπόψη του πλαισίου εντός του οποίου αυτοί χρησιμοποιούνται και των σκοπών που επιδιώκει η ρύθμιση στην οποία εντάσσονται (αποφάσεις της 22ας Δεκεμβρίου 2008, C‑549/07, Wallentin-Hermann, Συλλογή 2008, σ. I‑11061, σκέψη 17, και της 22ας Νοεμβρίου 2012, C‑119/12, Probst, σκέψη 20). Υπό το σύνηθες νόημά της στην καθημερινή γλώσσα, η έννοια της εσωτερικής ένοπλης συρράξεως αφορά κατάσταση στην οποία οι τακτικές δυνάμεις ενός κράτους συγκρούονται με μία ή περισσότερες ένοπλες ομάδες ή στην οποία δύο ή περισσότερες ένοπλες ομάδες συγκρούονται μεταξύ τους. (Βλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakit?, C-285/12, EU:C:2014:39, σκέψεις 27 και 28).
53. Ακολούθως ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν κατά την αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: το ΔΕΕ) επεσήμανε ότι λαμβάνονται υπόψη «[.]μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (Βλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakit?, C-285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών.» (Βλ. C-901/19, ημερομηνίας 10.6.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland, σκέψη 43).
54. Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: το ΕΔΔΑ) στην απόφασή του Sufi and Elmi (ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών 8319/07 and 11449/07, ημερομηνίας 28.11.2011) αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.
55. Επιπλέον, όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας.» (απόφαση στην υπόθεση C-465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji κ. Staatssecretaris van Justitie, ημερ.17.2.2009). Ιδίως ως προς την εφαρμογή της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, το ΔΕΕ στην ως άνω απόφαση διευκρίνισε ότι «ότι όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας.».
56. Αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στη Νοτιοδυτική Περιφέρεια (South West Region) του Καμερούν (βλ. ανωτέρω), στην οποία βρίσκεται ο τόπος τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, διαπιστώνεται ότι στην εν λόγω περιοχή εξελίσσεται εσωτερική ένοπλη σύρραξη μεταξύ των δυνάμεων του εθνικού στρατού και αποσχιστικών ομάδων που δραστηριοποιούνται εκεί. Εξωτερικές πηγές περαιτέρω καταδεικνύουν ότι στην περιοχή αυτή εκδηλώνονται φαινόμενα αδιάκριτης βίας, κατά την έννοια που επηρεάζει πρόσωπα ανεξαρτήτως των προσωπικών τους περιστάσεων (βλ. ανωτέρω Elgafaji, σκ. 34, ΔΕΕ· Diakit?, απόφαση της 30.01.2014, C-285/12). Λαμβανομένων υπόψη των ποσοτικών και ποιοτικών χαρακτηριστικών της σύρραξης, όπως αναλύθηκαν ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η προερχόμενη από αυτήν αδιάκριτη βία κυμαίνεται σε μέτριο επίπεδο έντασης, χωρίς ωστόσο να ανέρχεται σε τέτοιο βαθμό ώστε, και μόνη η παρουσία ενός αμάχου στην περιοχή, να αρκεί για τη στοιχειοθέτηση πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης κατά την έννοια του 19(2)(γ), ανεξαρτήτως των προσωπικών του περιστάσεων. Ως προς τις περιστάσεις του Αιτητή, επισημαίνεται ότι ο Αιτητής είναι άνδρας νεαρής ηλικίας, χωρίς προβλήματα υγείας, απόφοιτος ανώτερης εκπαίδευσης και με γνώση της αγγλικής και της γαλλικής γλώσσας. Πρόκειται για άτομο εργατικό, λειτουργικά αυτόνομο και ικανό προς εργασία και αυτοσυντήρηση. Είναι εξοικειωμένος με την περιοχή, καθότι διέμενε για αρκετά χρόνια, άρα σε θέση να γνωρίζει και να αξιολογεί επαρκώς τους κινδύνους. Ως εκ τούτου, κρίνεται ότι ο Αιτητής ως άμαχος δεν διατρέχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας, ένεκα του επιπέδου των ένοπλων συγκρούσεων που λαμβάνουν χώρα στον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του, ήτοι την Buea.
57. Επικουρικώς επισημαίνεται ότι ο Αιτητής θα μπορούσε να επιστρέψει και να εγκατασταθεί στην Douala όπου διαθέτει ενεργό οικογενειακό και κοινωνικό υποστηρικτικό δίκτυο, με το οποίο διατηρεί επικοινωνία. Συγκεκριμένα εκεί διαμένουν τα τέσσερα αδέρφια του. Επιπρόσθετα, ο Αιτητής είναι εξοικειωμένος με την περιοχή, αφού ολοκλήρωσε εκεί τη δευτεροβάθμια εκπαίδευσή του. Σύμφωνα με τα δεδομένα της ACLED για την περιφέρεια Littoral (στην οποία ανήκει η Douala) το τελευταίο έτος (με τελευταία ενημέρωση στις 20/02/2026) καταγράφηκαν 11 περιστατικά πολιτικής βίας (“Political violence”, που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 12 θάνατοι. Εξ αυτών, καταγράφηκαν 6 περιστατικά στην πόλη Douala, τα οποία είχαν 11 απώλειες ανθρώπινων ζωών.[14] Η κατάσταση στην πόλη δεν συνιστά γενικευμένη ή ένοπλη σύρραξη και η αγγλόφωνη κρίση δεν επεκτείνεται έως εκεί. Συνεπώς, ο Αιτητής μπορεί να βρει προστασία και υποστήριξη από τα αδέρφια του, καθιστώντας τη Douala εναλλακτική επιλογή για εγκατάστασή του σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του. Επίσης, ο Αιτητής έχει την επιλογή να εγκατασταθεί στην περιοχή Kribi, στην Νότια περιφέρεια του Καμερούν, όπου δήλωσε ότι διαμένουν οι γονείς του, καθώς και η ανήλικη θυγατέρα του με την μητέρα της, με την οποία ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι προγραμμάτιζαν να τελέσουν γάμου, ωστόσο λόγω της κατάστασης δεν το έπραξαν. Σύμφωνα με τα δεδομένα της ACLED για την περιφέρεια South (στην οποία ανήκει η περιοχή Kribi) το τελευταίο έτος (με τελευταία ενημέρωση στις 20/02/2026) δεν καταγράφηκαν περιστατικά πολιτικής βίας.[15]
58. Ως προς δε την απόφαση επιστροφής του, από τα ενώπιόν μου στοιχεία, δεν προκύπτει οποιοδήποτε άλλο ζήτημα συναφές με την αρχή της μη επαναπροώθησης και των προϋποθέσεων έκδοσης της απόφασης επιστροφής, πέραν των όσων ήδη εξετάστηκαν και αναλύθηκαν ανωτέρω (Βλ. απόφαση της της 17ης Οκτωβρίου 2024, υπόθεση C- 156/23 [Ararat] K, L, M, N κατά Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid, ECLI:EU:C:2024:892, ιδίως σκέψεις 50 έως 51).
Ως εκ τούτου, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση τροποποιείται ως ανωτέρω, με 1000 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση.
Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Ως προς τους δείκτες αξιοπιστίας (λεπτομέρεια, συνοχή, ευλογοφάνεια) Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System Judicial analysis Second edition, EUAA https://euaa.europa.eu/publications/judicial-analysis-evidence-and-credibility-context-common-european-asylum-system, σ. 120-134 και επίσης UNHCR Handbook on Procedures and Criteria for Determining Refugee Status
[2] Mountain Hotel – Home Page
https://mountainhotelcameroon.com/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 4.3.2026)
[3] International Journal of African and Asian Studies, “State Manoeuvres in Hotel Acquisitions in Cameroon: An
Analysis of the Ringway Hotel Saga, 1962- 1992”, 30 November 2021
https://iiste.org/Journals/index.php/JAAS/article/download/57606/59489 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 4.3.2026)
[4] Asylos, Cameroon: The Anglophone Crisis, October 2025, σ. 13-16
https://asylos.org/cameroon-the-anglophone-crisis/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 4.3.2026)
[5] USDOS - US Department of State: 2023 Report on International Religious Freedom: Cameroon, 26 June 2024
https://www.ecoi.net/en/document/2111838.html, USDOS - US Department of State: 2023 Country Report on Human Rights Practices: Cameroon, 23 April 2024
https://www.ecoi.net/en/document/2107637.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 3.3.2025)
[6] BTI 2024 Country Report, Cameroon
https://www.ecoi.net/en/file/local/2105824/country_report_2024_CMR.pdf , σ.36 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 3.3.2025), https://www.britannica.com/topic/Bamileke (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 3.3.2025), Cameroon - Minority Rights Group (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 3.3.2025).
[7] ΑCAPS, Country analysis: Cameroon
https://www.acaps.org/en/countries/cameroon# (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 3.3.2026)
[8] Ό. π.
[9] Global Center with the Responsibility to Protect, Cameroon, November 2025
https://www.globalr2p.org/countries/cameroon/, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 4.3.2026)
[10] Ό. π.
[11] Τaylor and Fransis, Cameroon, the Commonwealth, and crisis: Commonwealth intervention in Cameroon's Anglophone conflict, June 2025
https://www.tandfonline.com/doi/full/10.1080/00358533.2025.2516706?src=#abstract, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 3.3.2026)
[12] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon, Southwest (Sud-Ouest - Buea) Region, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 3.3.2026).
[13] City Population, Cameroon, South West (Sud-Ouest) Region
https://www.citypopulation.de/en/cameroon/cities/?admid=6823
(ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 3.3.2026).
[14] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon (Littoral-Douala), Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 3.3.2026)
[15] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon (Sud - Kribi), Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 3.3.2026)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο