ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθ. Αρ.: 2514/2023
03 Μαρτίου, 2026
[Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
D.N. εκ Κογκό ΧΧΧ
Αιτητής
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ
Καθ' ων η Αίτηση
Εμφανίσεις:
Ι. Ιάσωνος (κα), Δικηγόρος για Αιτητή.
Α. Πάλλη (κα), Δικηγόρος για τους Καθ' ων η Αίτηση.
M. Katchatrian (κα) για διερμηνεία από Γαλλικά στα Ελληνικά και αντίστροφα.
O Αιτητής Παρών.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Με την παρούσα προσφυγή ο Αιτήτής προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, επιστολής ημερομηνίας 05/07/23 (του κοινοποιήθηκε αυθημερόν) με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, ως άκυρη, αντισυνταγματική, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε νόμιμου αποτελέσματος.
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Ο Αιτητής, υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, υπέβαλε αίτηση για διεθνή προστασία στις 27/08/20, πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του στις 20/10/22 και στις 28/11/22 συντάχθηκε έκθεση/εισήγηση. Εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών αρμόδιος λειτουργός αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης στις 7/12/22, απόφαση που αποτελεί και το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Η συνήγορος για του Αιτητή μέσω της Γραπτής Αγόρευσης υιοθέτησε τους λόγους αιτήματος διεθνούς προστασίας, επαναλαμβάνοντας στοιχεία που αφορούν το αίτημα του. Ισχυρίστηκε ότι υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και/ή αοριστίας στην απόφαση των Καθ΄ ών η αίτηση, επειδή δεν αναφέρονται σε βάσιμους και/ή συγκεκριμένους λόγους που να αιτιολογεί τα συμπεράσματα τους, ότι υπάρχει έλλειψη δέουσας και/ή επαρκούς έρευνας επειδή έκριναν ότι ο Αιτητής δεν πληροί ουσιαστικές προϋποθέσεις και/ή παρέλειψαν να αξιολογήσουν τα πραγματικά γεγονότα του Αιτητή με αποτέλεσμα να είναι σε πλάνη περί τα πράγματα. Προβάλλεται, επίσης, ότι παρέλειψαν οφειλόμενη ενέργεια και/ή δεν διερεύνησαν όλες τις πληροφορίες που έχει δώσει ο Αιτητής και ότι παραβιάστηκαν οι πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου/ κατευθυντήριων οδηγιών σε σχέση με την αξιολόγηση της κατάστασης υγείας του. Σημειώνεται ότι στα πλαίσια της διαδικασίας κατατέθηκε μαρτυρία μέσω ένορκης δήλωσης του Αιτητή με επισυναπτόμενα έγγραφα, με σκοπό να ενισχύσει το αίτημα του (στοιχείο που θα αναλυθεί κατωτέρω).
Οι Καθ' ων η αίτηση υιοθέτησαν το περιεχόμενο της ένστασης και της έκθεσης/εισήγησης, τονίζοντας ότι η προσβαλλόμενη με την παρούσα προσφυγή απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, μετά από δέουσα έρευνα και είναι δεόντως αιτιολογημένη.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Θα πρέπει να υποδειχθεί ότι μεγάλο μέρος της Γραπτής Αγόρευσης της συνηγόρου του Αιτητή αναλώνεται σε επανάληψη αρχών του διοικητικού δικαίου και/ή Νόμων και/ή κανόνων δικαίου χωρίς να γίνεται ουσιαστική υπαγωγή των πραγματικών περιστάσεων και νομικών δεδομένων της υπόθεσης με αποτέλεσμα να καθίστανται ανεπαρκούς αιτιολόγησης. Με βάση τον Κανονισμό 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, που εφαρμόζονται κατ’ αναλογία και από το παρόν Δικαστήριο (Βλέπε Κανονισμός 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 έως 2022 (3/2019), επιβάλλεται η υποχρέωση στον ενδιαφερόμενο-αιτητή όχι μόνο να εγείρει με το δικόγραφο του όλα τα σημεία τα οποία υποστηρίζουν την προσφυγή του αλλά ταυτόχρονα να τα αιτιολογεί πλήρως. Η αιτιολόγηση νομικών σημείων είναι απαραίτητη για την εξέταση λόγων ακύρωσης από το Δικαστήριο, οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια, αναπόφευκτα επηρεάζει τη νομική τους βάση με αποτέλεσμα να κινδυνεύουν να κριθούν αναιτιολόγητοι και ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτίμησης. Επομένως, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί ισχυρισμοί που δεν εξειδικεύονται ή δεν αιτιολογούνται διότι με αυτό τον τρόπο το Δικαστήριο, παρόλο που ασκεί και έλεγχο ουσίας, θα οδηγείτο σε συζήτηση σχεδόν οιουδήποτε θέματος κατά παράβαση των δικονομικών διατάξεων και του ρόλου που διαδραματίζουν στον καθορισμό των επίδικων θεμάτων και της διεξαγωγής της διοικητικής δίκης (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κουκκουρή(1993) 3 Α.Α.Δ. 598, Latomia Estate Ltd v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672, Δημοκρατία ν. Σπύρου (2007) 3 Α.Α.Δ. 533, Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 Α.Α.Δ. 598, επίσης - Ιωσηφίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα (1990) 3 Α.Α.Δ. 4599, Kadivari ν. Δημοκρατίας (αρ. 2) (1992) 4 Α.Α.Δ. 2924, βλέπε επίσης Υπόθ. Αρ. 107/2017, Χριστόδουλος Μιχαήλ (Συνταγματάρχης) κ.α. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπουργού Άμυνας, ημερομηνίας 11/12/2017 -όπου γίνεται επανάληψη της πάγιας νομολογίας επί του ζητήματος και ειδικά την Ε.Δ.Δ.Δ.Π. Αρ. 61/2022, LOUISE GARCIA NYEMB v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, ημερ.30/10/24 αναφορικά με τους δικονομικά παραδεκτούς λόγους ακύρωσης). Σημειώνεται δε, ότι λόγοι ακύρωσης που καταγράφονται στην προσφυγή, αλλά δεν έχουν αναπτυχθεί μέσω της Γραπτής Αγόρευσης θεωρείται, με βάση την πάγια νομολογία, ότι έχουν εγκαταλειφθεί.
Ανεξάρτητα, της πιο πάνω διαπίστωσης αντλώντας τις εξουσίες που ορίζονται στο Άρθρο 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2025 (Ν.73(Ι)/2018), προχωρώ σε αξιολόγηση μόνο των λόγων ακύρωσης που καλύπτονται επαρκώς από τους νομικούς ισχυρισμούς του δικογράφου της προσφυγής και πληρούν τις προϋποθέσεις αιτιολόγησης. Η εξέταση της ουσίας της αίτησης ασύλου του Αιτητή, των στοιχείων του διοικητικού φακέλου (στο εξής «ΔΦ»), των πηγών πληροφόρησης σε σχέση με την χώρα καταγωγής, των ουσιωδών ισχυρισμών του και των εγγράφων που προσκομίστηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τους λόγους ακύρωσης μη δέουσας έρευνας, αιτιολογίας και πλάνης σε συνάρτηση με τους ισχυρισμούς για μη παροχή σε αυτόν του καθεστώτος πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας και/ή άπτονται ζητημάτων ουσίας της αίτησης τα οποία το Δικαστήριο εξετάζει συνδυαστικά και/ή στην ολότητα τους.
O Αιτητής με την αίτηση του για διεθνή προστασία δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του επειδή «I fled because they kidnapped my parents. We are wanted, our dad’s friend (male) helped us to leave the country» και «Wanted by politicians» (ελεύθερη μετάφραση αιτήματος) (ερυθρά 48, 1 ΔΦ). Όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου το προφίλ/προσωπικά στοιχεία του Αιτητή έγιναν αποδεκτά από τον εξεταστή-λειτουργό ότι είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, χριστιανός προτεστάντης, εθνοτικής καταγωγής Bakongo, άγαμος, μορφωμένος, ότι διέφυγε και έφτασε στην χώρα με την αδελφή του (ερυθρά 142 ΔΦ). Αναφορικά με τον δεύτερο ισχυρισμό του ήτοι ότι ο πατέρας του ήταν ενεργός με την πολιτική πριν την γέννηση του, έγινε επίσης αποδεκτός καθώς κρίθηκε εσωτερικά και εξωτερικά αξιόπιστος. Ανέφερε με συνοχή ότι ο πατέρας του ήταν μέλος πολιτικού κόμματος και ότι δεν έδινε προσοχή στις πολιτικές ασχολίες του πατέρα του λόγω του νεαρού της ηλικίας του (ερυθρά 136-2x,137-1x, 138-4x ΔΦ). Ο λειτουργός επισήμανε, όμως, ότι η Υπηρεσία Ασύλου δεν μπόρεσε να εντοπίσει καμία πληροφορία για την πολιτική δράση του πατέρα του Αιτητή (ερυθρό 186 ΔΦ). Όσον αφορά τον τέταρτο ισχυρισμό ήτοι, ο Αιτητής υπέπεσε θύμα εξαναγκαστικής εργασίας κατά την διάρκεια διαμονής του στις μη-ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές, έγινε επίσης αποδεκτός. O Αιτητής ήταν σε θέση να περιγράψει με λεπτομέρεια και με συνοχή την διαμονή του, την εκμετάλλευση και τα γεγονότα που συνέβησαν κατά την περίοδο εκείνη (ερυθρό 140-2x, 127-1x ΔΦ).
Ο δε τρίτος ισχυρισμός, όμως, ότι η οικογένεια και ο φίλος του πατέρα του Αιτητή αντιμετώπισαν προβλήματα από συνεργάτες του τέως προέδρου Kabila, επειδή ο πατέρας του προέβη σε δημόσια ομιλία εναντίον του Kabila το 2020 στην πόλη Matadi, απορρίφθηκε ως εσωτερικά και εξωτερικά αναξιόπιστος. Αφού αξιολογήθηκαν οι δηλώσεις του Αιτητή κρίθηκε ότι δεν ήταν σε θέση να προσφέρει επαρκείς και συγκεκριμένες πληροφορίες σχετικά με το περιεχόμενο της ομιλίας του πατέρα του εναντίον του Kabila και σε διερευνητική ερώτηση για το περιστατικό αυτό απάντησε με τρόπο μη συγκεκριμένο ήτοι ότι μίλησαν οι παρευρισκόμενες αρχές και γιόρτασαν (ερυθρό 135-1x-2x ΔΦ). O Αιτητής υπέπεσε, επίσης, σε αντίφαση καθώς στην συνέντευξη ευαλωτότητας του ανέφερε ότι ο πατέρας του έδωσε μια προφητική ομιλία, του ότι ο Kabila προσπαθούσε να δολοφονήσει τον πρόεδρο της χώρας, όταν ο λειτουργός του υπέδειξε ότι κατά την συνέντευξη απάντησε ότι το θέμα που έθιξε ο πατέρας του ήταν η καταγωγή του Kabila, απάντησε ότι ο πατέρας του είπε πολλά πράγματα και στην παρούσα στιγμή προβαίνει σε περαιτέρω προσθήκες. Σε διερευνητική ερώτηση επί των δηλώσεων του δεν μπορούσε να προσφέρει σαφείς/επαρκείς λεπτομέρειες και με τρόπο μη συγκεκριμένο δήλωσε ότι δεν μπορεί να θυμάται τα πράγματα που είπε ο πατέρας του σε μια ομιλία δυο χρόνια πριν και ότι αυτό θα χρειαζόταν βαθιά σκέψη (ερυθρό 133-1x ΔΦ). Ερωτηθείς δε για το απειλητικό γράμμα που έλαβε ο πατέρας του, δεν μπορούσε να παράσχει πληροφορίες για το περιεχόμενο του γράμματος και απάντησε με τρόπο μη συνεκτικό ότι ο πατέρας του είχε πείσμονα χαρακτήρα και δεν πίστευε ότι θα πάθει κάτι. Όταν δε, ρωτήθηκε από τον λειτουργό για το πως γνωρίζει ότι άνδρες του Kabila είναι αυτοί που απείλησαν τον πατέρα του, ανέφερε πώς δεν το γνωρίζει (ερυθρό 132-1x ΔΦ). Ο Αιτητής υπέπεσε σε αντίφαση καθώς στην συνέντευξη ευαλωτότητας ανέφερε ότι οι φίλοι του πατέρα του είχαν απειληθεί ενώ στην συνέντευξη δεν το ισχυρίστηκε, όταν του αναφέρθηκε αυτή η αντίφαση απάντησε με μη συνεκτικό τρόπο ότι δεν είπε κάτι τέτοιο και ίσως η αδελφή του να το είπε. Όταν ερωτήθηκε πως γνωρίζει ότι οι αρχές ανέφεραν τον πατέρα του στον Kabila απάντησε χωρίς επαρκείς πληροφορίες και με ασυνέπεια ότι δεν γνωρίζει αλλά το υποθέτει (ερυθρό 133-2x, 132-1x-2x-3x ΔΦ). Ούτε ήταν σε θέση να περιγράψει επαρκώς το περιστατικό της απαγωγής των γονιών του, δεν μπορούσε να παράσχει επαρκείς πληροφορίες για τους απαγωγείς - ούτε για τον έναν εξ αυτόν τον οποίο αναγνώρισε ως άτομο που σύχναζε στην εκκλησία του πατέρα του (ερυθρό 131-2x-3x ΔΦ). Πρόσθετα, δεν μπορούσε να παρέχει επαρκείς πληροφορίες για τις απειλές που έλαβε ο φίλος του πατέρα του, αναφέροντας απλά ότι έτσι τους είπε και ερωτηθείς για το πως ένιωσε εκείνη την στιγμή ανέφερε χωρίς λεπτομέρειες ότι φοβόταν και έκλαιγε (ερυθρό 130-1x ΔΦ). Ούτε μπορούσε να παράσχει επαρκείς λεπτομέρειες σχετικά με την ταυτότητα του φίλου του πατέρα του, ενώ όταν ρωτήθηκε για το όνομα του φίλου του πατέρα του, απάντησε ότι τον γνωρίζει μόνο με το όνομα που έχει αναφέρει και δεν γνωρίζει το πλήρες του όνομα. Όταν ερωτήθηκε άμα γνωρίζει την σχέση που είχε αυτός ο άνθρωπος με τον πατέρα του, απάντησε με μη συνεκτικό τρόπο και χωρίς να παράσχει επαρκείς πληροφορίες ότι δεν ξέρει τόσα πολλά (ερυθρό 129-1x ΔΦ).
Με την ένορκη δήλωση του Αιτητή (ημερομηνίας 19/05/25) που κατατέθηκε μετά από άδεια του Δικαστηρίου επαναλαμβάνει τους ουσιώδεις ισχυρισμούς του (σημειώνεται ότι η ένορκη δήλωση που καταχωρίστηκε αρχικά στις 16/07/24 ζητήθηκε όπως μη ληφθεί υπόψη καθότι καταχωρίστηκε σε αγγλική γλώσσα – που δεν αποτελεί μητρική γλώσσα Αιτητή), και προβάλει ότι σκοπός των στοιχείων/εγγράφων που προσκομίζονται είναι για να τεκμηριώσει την δίωξη αυτού και της αδελφής του από τις αρχές της χώρα του (κατατέθηκαν αντίγραφα αποκομμάτων δύο (2) εφημερίδων, με μετάφραση τους την 26/03/25 καθότι η ένορκη δήλωση που καταχωρίστηκε αρχικά στις 16/07/24 με τα εν λόγω τεκμήρια ζητήθηκε όπως μη ληφθεί υπόψη καθότι καταχωρίστηκε σε αγγλική γλώσσα). Σημειώνεται ότι προσκομίστηκαν οι κατ΄ ισχυρισμό αυθεντικές εφημερίδες με τα σχετικά άρθρα και κατατέθηκαν στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας.
Καταρχάς μετά από αξιολόγηση της Ένορκης Δήλωσης του Αιτητή (19/05/25) κρίνω ότι δεν δικαιολογείται η υπέρμετρη καθυστέρηση που επέδειξε για προσκόμιση εγγράφων σχετικών με το αίτημα ασύλου του. Παρόλο που τα κατ΄ ισχυρισμό άρθρα είναι του 2023 ζητήθηκε η κατάθεση τους περί το 2024. Μη ευλογοφανής θεωρώ είναι και η θέση του ότι τα απέκτησε ο θείος του ο οποίος διαμένει στο Βέλγιο και ότι κατάφερε να τις αποκτήσει αφού μεταβαίνει για ταξίδια στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κογκό. Καμία δε ημερομηνία/αλληλογραφία και/ή μαρτυρία επαρκής παρατίθεται που να δικαιολογείται επαρκώς μέσω της δήλωσης του ότι πρόκειται για έγγραφα ή στοιχεία ή μαρτυρία, τα οποία άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να τα υποβάλει κατά το προηγούμενο στάδιο της δικαστικής διαδικασίας, εγείρονται δε σοβαρές αμφιβολίες για την απόκτηση/ προέλευση και/ή αυθεντικότητα τους.
Ανεξάρτητα των πιο πάνω, σε αυτό το σημείο το Δικαστήριο, στα πλαίσια των εξουσιών του[1], προβαίνει σε αξιολόγηση των προσκομισθέντων εγγράφων/στοιχείων (με βάση τη νομολογία και τα πρότυπα της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο στο εξής «ΕΥΥΑ») τόσο σε συνάρτηση με τα ευρήματα της Υπηρεσίας Ασύλου όσο και του περιεχόμενου/συμβατότητας τους με τις δηλώσεις του ιδίου και/ή των υπόλοιπων στοιχείων του φακέλου του. Λαμβάνονται, επίσης, δεόντως υπόψη (α) η συνάφειά τους με το αίτημα ασύλου, (β) η ύπαρξη του τύπου εγγράφων σύμφωνα με τις γενικές πληροφορίες της χώρας καταγωγής, (γ) ακρίβεια/λεπτομέρειες εγγράφων, (δ) εάν αποτελούν άμεση μαρτυρία ενός ουσιώδους πραγματικού περιστατικού, (ε) τον τύπο/τυποποιημένη μορφή ως προς την αξιολόγηση της γνησιότητάς/αυθεντικότητας τους, (στ) τη φύση/μορφή τους, και (ζ) τον συντάκτη τους[2]. Η αποδοχή της προσκομισθείσας μαρτυρίας συναρτάται άμεσα με τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που υποδεικνύει[3] και το επίπεδο απόδειξης συνίσταται στη στάθμιση των πιθανοτήτων σε συνδυασμό, κατά περίπτωση, με το ευεργέτημα της αμφιβολίας. Αποκλίνει, δηλαδή, ο τρόπος αξιολόγησης εγγράφων που προσκομίζονται από τους αιτούντες άσυλο από τους βασικούς κανόνες του δικαίου απόδειξης[4], καθότι σύμφωνα και με το Άρθρο 4 (1) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας (στο εξής «ΟΕΑΑ» (αναδιατύπωση), δεν υπάρχει γενική απαίτηση να τεκμηριώνονται όλες οι πτυχές των δηλώσεων του αιτούντος με έγγραφα ή άλλες αποδείξεις[5]. Ως εκ τούτου, από τις αρχές που ήδη αναφέρθηκαν μπορεί να συναχθεί ότι η αξιολόγηση αίτησης διεθνούς προστασίας πρέπει να βασίζεται στο σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων – ήτοι συνδυασμού τόσο των δηλώσεων όσο και εγγράφων του αιτούντος[6].
Με την ένορκη δήλωση του Αιτητή που κατατέθηκε μετά από άδεια του Δικαστηρίου ημερομηνίας 19/05/25, επαναλαμβάνει τους ουσιώδεις ισχυρισμούς. Παράλληλα, επί ενίσχυσης της εξωτερικής του αξιοπιστίας ο Αιτητής καταχώρησε δια της συνηγόρου του μέσω ένορκης δήλωσης, τα ακόλουθα έγγραφα:
(α) Τεκμήριο 1: Εφημερίδα «Forum des As»,τεύχους 6958 και ημερομηνίας 14/07/23, σελίδα 8 δια της οποίας ο εκδότης παραθέτει άρθρο της εξαφάνισης των γονιών του Αιτητή, ότι δεν έχουν βρεθεί ακόμα και εκφράζει τόσο την ανησυχία όσο και ασκεί κριτική για το κράτος δικαίου και την πίστη στην αποτελεσματικότητα των αρχών να αντιμετωπίσουν της δυνάμεις φιλικά προσκείμενες στον τέως-πρόεδρο Kabila.
(β) Τεκμήριο 2: Εφημερίδα «Forum des As»,τεύχους 7111 και ημερομηνίας 27/02/24, σελίδα 9 δια της οποίας ο εκδότης παραθέτει άρθρο στο οποίο αναφέρετε ότι ο Αιτητής και η αδελφή του βρίσκονται στο στόχαστρο της δικαιοσύνης του Κονγκό. Το άρθρο κάνει μνεία στο προηγούμενο άρθρο του Τεκμηρίου 1 και προσθέτει ότι ο πατέρας του Αιτητή καταζητείται από τις αρχές για τα σχόλια του και ότι τα παιδία του (ο Αιτητής και η αδελφή του) καταζητούνται από τις αρχές για την χρήση πλαστών εγγράφων, ο φίλος του πατέρα τους, αναφέρει το άρθρο βρίσκεται ήδη στην φυλακή και αντιμετωπίζουν την ιδία ποινή με αυτόν έως 10 χρόνια φυλάκισης και τουλάχιστον μισό εκατομμύριο φράγκα.
Προχωρώντας σε αξιολόγηση της ενισχυτικής αξίας των προσκομισθέντων εγγράφων καταλήγει το Δικαστήριο στα εξής συμπεράσματα:
(α) Τεκμήριο 1: Η εφημερίδα είναι μεν υπαρκτή στην χώρα καταγωγής του Αιτητή, σημειώνετε δε ότι το άρθρο δεν μπορεί να εντοπιστεί με διαδικτυακά μέσα. Το τεκμήριο 1 πάσχει ως προς την συνάφειά του με το αίτημα ασύλου καθώς το απόκομμα εφημερίδας δεν καταγράφει ουδεμία περίπτωση ή αναφορά ότι ο Αιτήτης διώκεται και/ή αναζητείται από τα άτομα που απήγαγαν τους γονείς του και/ή συνεπώς δεν συνδέετε με την αίτηση και/ή δηλώσεις του Αιτήτή κατά την συνέντευξη από μόνο του το έντυπο δεν μπορεί να ενισχύσει την εσωτερική κριθείσα αναξιοπιστία του. Πρέπει να σημειωθεί, ότι το δημοσιογραφικό άρθρο δεν αποτελεί άμεση μαρτυρία αλλά εξιστορεί τις εξελίξεις μεταγενέστερα των δηλώσεων του Αιτούντος. Η δε αυθεντικότητα/γνησιότητα του αποκόμματος, δεν είναι εφικτό να εξακριβωθεί και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για τεκμηρίωση των ισχυρισμών του Αιτητή οι οποίοι έχουν κριθεί ως εσωτερικά αναξιόπιστο αλλά ούτε την εξωτερική αξιοπιστία του. Επίσης, μπορεί η προσκομισθείσα εφημερίδα να είναι τυπωμένη επί υλικού που χρησιμοποιείται για αυτούς τους σκοπούς, αλλά δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί με κανένα τεχνικό μέσο ότι δεν είναι παραποιημένη και/ή αποτέλεσμα παραποίησης και επανεκτύπωσης.
(β) Τεκμήριο 2: Η εφημερίδα είναι μεν υπαρκτή στην χώρα καταγωγής του Αιτητή, σημειώνετε δε ότι το άρθρο δεν μπορεί να εντοπιστεί με διαδικτυακά μέσα. Το τεκμήριο πάσχει ως προς την συνάφειά του με το αίτημα ασύλου καθώς το απόκομμα εφημερίδας δεν αναγράφει όπως και το τεκμήριο 1 ουδεμία αναφορά ότι ο Αιτήτης διώκεται και/ή αναζητείται από τα άτομα που απήγαγαν τους γονείς του και συνεπώς δεν συνδέετε με την αίτηση και/ή δηλώσεις του Αιτήτή κατά την συνέντευξη από μόνο του το απόκομμα δεν μπορεί να ενισχύσει την εσωτερική κριθείσα αναξιοπιστία του. Το δημοσιογραφικό άρθρο δεν αποτελεί άμεση μαρτυρία αλλά εξιστορεί τις εξελίξεις μεταγενέστερα του αφηγήματος του Αιτούντος. Πρέπει να σημειωθεί ότι με βάση το τεκμήριο ο Αιτητής αναζητείτε από τις αρχές της χώρας οι οποίες έχουν ήδη φυλακίσει τον άνθρωπο που τους βοήθησε να εκδώσουν τα έγγραφα με τα οποία ταξίδεψαν και κινδυνεύουν και οι ίδιοι με την ίδια ποινή. Το άρθρο εμπίπτει σε αντίφαση καθώς αναφέρει ότι η ποινή φυλάκισης είναι 10 χρόνια και επιπρόσθετος χρηματική ποινή μισό εκατομμύριο φράγκα, ενώ ο ποινικός κώδικας (code penal) της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό αναφέρει στο άρθρο 124 ότι η ποινή για το αδίκημα της πλαστογραφίας είναι από 6 μήνες έως 5 χρόνια και πρόστιμο από 25 έως 2.000 φράγκα, η μία από αυτές τις ποινές[7]. Η δε αυθεντικότητα/γνησιότητα του αποκόμματος, δεν είναι εφικτό να εξακριβωθεί και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για τεκμηρίωση των ισχυρισμών του Αιτητή οι οποίοι έχουν κριθεί ως εσωτερικά αναξιόπιστο αλλά ούτε την εξωτερική αξιοπιστία του. Επίσης, μπορεί η προσκομισθείσα εφημερίδα να είναι τυπωμένη επί υλικού που χρησιμοποιείται για αυτούς τους σκοπούς, αλλά δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί με κανένα τεχνικό μέσο ότι δεν είναι παραποιημένη και/ή αποτέλεσμα παραποίησης και επανεκτύπωσης.
Μετά από συνολική αξιολόγηση της γενικότερης αξιοπιστίας του Αιτήτή[8] των όσων τέθηκαν τόσο ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου υπό μορφή εγγράφων και δηλώσεων του κατά την συνέντευξη και κατά την ακροαματική διαδικασία οι ισχυρισμοί του δεν τεκμηριώνoνται. Το αφήγημα του με την μαρτυρία που προσκόμισε ενέχει στοιχεία κενών, ασυνεπειών και σοβαρών ελλείψεων. Παρουσιάζονται σωρεία πληροφοριών που δημιουργούν ισχυρούς λόγους αμφισβήτησης της αλήθειας των δηλώσεων του και ο ίδιος δεν έχει παράσχει ικανοποιητικές εξηγήσεις των προβαλλόμενων ανακριβειών του[9]. Σημειώνεται ότι ο Αιτητής αναμενόταν να είναι πιο συγκεκριμένος λόγω της ισχυριζόμενης προσωπικής του εμπειρίας, να παράσχει κάθε διαθέσιμη βοήθεια τόσο στο Δικαστήριο όσο και στον εξεταστή για τη διαπίστωση των στοιχείων της υπόθεσής του. Δεν θα μπορούσαν να γίνουν αποδεκτοί οι ισχυρισμοί του περί δίωξής του από πρόσωπά φιλικά προσκείμενα προς τον τέως πρόεδρο Kabila ως τα ανωτέρω ευρήματα του λείτουργού μέσω της έκθεσης/εισήγησης που υιοθετούνται πλήρως από το Δικαστήριο (Άρθρο 18 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025 (Ν. 6(Ι)/2000), βλέπε επίσης Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων, Μάρτιος 2015, σελ.11 και Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System της EUAA, February 2023, σελ.57-72, 103-112, 120-131 – Βλέπε επίσης, §205 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες). Ούτε θα μπορούσε να τύχει του ευεργετήματος της αμφιβολίας το οποίο δίνεται μόνο όταν έχουν προσκομισθεί όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία και όταν ο εξεταστής είναι γενικά ικανοποιημένος από την αξιοπιστία του αιτούντος άσυλο (Βλέπε §204 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Σε αυτό το σημείο η προσπάθεια του Αιτητή για παραπλάνηση της αρμόδιας αρχής/Υπηρεσίας Ασύλου είναι εμφανής με μόνο σκοπό την παραχώρηση ασύλου. Όπως προκύπτει από τον φάκελο του Αιτητή αρκετές από τις φωτογραφίες που προσκομίστηκαν για ενίσχυση του αιτήματος στην Υπηρεσία Ασύλου εμφανίζουν στοιχεία αλλοίωσης/παραποίησης/επεξεργασίας – εντοπίζονται δε τα εξής: (α) ερυθρό 105 ΔΦ: το μικρόφωνο του ομιλητή αιωρείται χωρίς βάση και το χέρι του εικονολήπτη διαπερνά το σακάκι του κυκλωμένου κυρίου, (β) ερυθρό 106 ΔΦ: οι δυο κύριοι που κάθονται διαμέσου της φωτογραφίας είναι σχεδόν ο ένας μέσα στον άλλον χωρίς η καρέκλα του ενός να έχει πίσω πόδια. Το χέρι της μόνης θηλυκής παρούσιας/κυρίας διαπερνάται από ένα άλλο χέρι χωρίς ιδιοκτήτη, η χειραψία του προσώπου με τα κόκκινα είναι αφύσική και με την γραβάτα αυτού να μην υπακούει την βαρύτητα, (γ) ερυθρό 108/109 ΔΦ: ο κύριος με το γκρι σακάκι (εκ δεξιάς κάτω μέρος της φωτογραφίας) έχει έναν αιωρούμενο μπλε φιόγκο στο αυτί του, (δ) ερυθρό 110 ΔΦ η κυρία με το λευκό καπέλο εκ αριστερών της κόβεται απότομα το σώμα χωρίς να έχει αριστερό χέρι. Το κυριότερο βέβαια δεν είναι οι παρατηρήσεις επί των φωτογραφιών που έχουν προσκομιστεί αλλά το ότι τo λογότυπο Photogrid που εμφανίζεται στα ερυθρά 111-105 ΔΦ παραπέμπει σε ιστοσελίδα με δυνατότητα παραποίησης εικόνας[10]. Πρόσθετα, ο Kabila (ανδρες του οποίου φαινομενικά ειναι υπαιτιοι της δίωξης του Αιτητή) καταδικαστηκέ σε θάνατο απο στρατιωτικό Δικαστήριο[11]. Επομένως, από τα γεγονότα της περίπτωσης του και σε συνάρτηση με τα στοιχεία του φακέλου και τις αιτιάσεις του, δεν προκύπτει να συντρέχουν στο πρόσωπό του εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά κριτήρια που μπορούν να στοιχειοθετήσουν το γεγονός ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτή λόγω δικαιολογημένου φόβου δίωξης (§37-38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Ο Αιτητής δεν έχει τεκμηριώσει με τις αιτιάσεις του ότι έχει καταδικασθεί, συλληφθεί, ή καταζητείται είτε από τις αρχές της χώρας του, είτε ότι καταδιώκεται από άλλους φορείς δίωξης (Βλέπε Άρθρα 3Α και 3Β του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025 (Ν. 6(Ι)/2000)). Σε αντίθεση δε με τους ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς της συνηγόρου του Αιτητή, υπάρχει εκτενέστατη αξιολόγηση όλων των συναφών δηλώσεων του αιτήματος του και σε συνάρτηση και με εξωτερικές πηγές πληροφόρησης όπου αυτό ήταν απαραίτητο και εφικτό. Ούτε δε οι αποδεκτοί ισχυρισμοί του (1ος προφίλ, 2ος πολιτική δραστηριότητα πατέρα του, 4ος εξαναγκαστική εργασία στις μη ελεγχόμενες από την Δημοκρατία περιοχές) τεκμηριώνουν οποιασδήποτε μορφή δίωξης ή βλάβης σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής. Σύμφωνα με το εγχειρίδιο EASO «Δικαστική Ανάλυση του (2018) Προϋποθέσεις Χορήγησης Διεθνούς Προστασίας (Οδηγία 95/2011/ΕΕ)», σελίδα 92:
«Ο όρος «βάσιμος φόβος» σημαίνει ότι πρέπει να υπάρχει έγκυρη αντικειμενική βάση για τον φόβο δίωξης του αιτούντος. Το συγκεκριμένο στοιχείο του ορισμού του πρόσφυγα αφορά τον κίνδυνο ή την πιθανότητα να υποστεί δίωξη. Ο φόβος θεωρείται βάσιμος, εάν διαπιστώνεται ότι υπάρχει «εύλογη» πιθανότητα να υλοποιηθεί στο μέλλον[12]. Για τη διαπίστωση αυτή, είναι απαραίτητο να αξιολογούνται οι δηλώσεις του αιτούντος υπό το πρίσμα όλων των σχετικών περιστάσεων της υπόθεσης [άρθρο 4 παράγραφος 3 της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση)[13]] και να ελέγχονται οι περιστάσεις που επικρατούν στη χώρα καταγωγής του, καθώς και η συμπεριφορά των υπευθύνων δίωξης[14]. Επομένως, η διαπίστωση του βάσιμου φόβου συνδέεται στενά με το καθήκον της αξιολόγησης των αποδεικτικών στοιχείων και της αξιοπιστίας που διέπεται πρωτίστως από το άρθρο 4 της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση). Η αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων, συμπεριλαμβανομένης της αξιολόγησης της αξιοπιστίας, είναι το πρώτο στάδιο. Εάν τα αποδεικτικά στοιχεία που υπέβαλε ο αιτών γίνουν δεκτά ως αξιόπιστα, ο υπεύθυνος για τη λήψη της απόφασης προχωρά στο δεύτερο στάδιο και εξετάζει κατά πόσον τα γεγονότα και οι περιστάσεις που έγιναν δεκτά ισοδυναμούν με βάσιμο φόβο. Το ΔΕΕ ενέκρινε αυτή την προσέγγιση δύο σταδίων: Στην πραγματικότητα, η «αξιολόγηση» αυτή γίνεται σε δύο αυτοτελή στάδια. Το πρώτο στάδιο αφορά τη διαπίστωση της συνδρομής των πραγματικών περιστατικών που αποδεικνύουν τη βασιμότητα της αιτήσεως, ενώ το δεύτερο στάδιο αφορά τη νομική εκτίμηση των εν λόγω αποδεικτικών στοιχείων, προκειμένου να αποφασισθεί αν πληρούνται, υπό το φως των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης υποθέσεως, οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που θέτουν τα άρθρα 9 και 10 ή 15 της οδηγίας 2004/83 για την παροχή διεθνούς προστασίας[15].»
Σύμφωνα με το ίδιο εγχειρίδιο[16]:
«Ο όρος «φόβος» αντικατοπτρίζει τη μελλοντοστραφή έμφαση των ορισμών της σύμβασης για τους πρόσφυγες και της ΟΕΑΑ. Η ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση) επεκτείνει την προστασία όχι μόνο στα πρόσωπα που υπέστησαν πραγματικά δίωξη, αλλά και σε εκείνα που διατρέχουν κίνδυνο δίωξης[17]. Αντικατοπτρίζει επίσης την αποδοχή της ιδέας ότι η απειλή δίωξης αρκεί για να διαπιστωθεί ύπαρξη δίωξης. Επομένως, ένα πρόσωπο δεν χρειάζεται να περιμένει να υποστεί διώξεις για να υποβάλει αίτηση παροχής διεθνούς προστασίας, αλλά μπορεί να «φοβάται» μελλοντική δίωξη.
Το ΔΕΕ τόνισε τον μελλοντοστραφή χαρακτήρα του βάσιμου φόβου στην απόφαση που εξέδωσε στην υπόθεση Y και Z, όπου αποφάνθηκε ότι:
«[ο]σάκις οι αρμόδιες αρχές καλούνται να εκτιμήσουν, σύμφωνα με το άρθρο 2 στοιχείο γ) αυτής, αν ο αιτών διακατέχεται βασίμως από τον φόβο ότι θα διωχθεί, οφείλουν να διερευνήσουν αν οι στοιχειοθετημένες περιστάσεις συνιστούν ή όχι τέτοια απειλή, ώστε ο ενδιαφερόμενος να φοβείται βασίμως, λαμβανομένης υπόψη της εξατομικευμένης καταστάσεώς του, ότι αποτελεί πράγματι αντικείμενο πράξεων διώξεως[18].»
(ο τονισμός δικός μου)
Επομένως, η κατάληξη της Υπηρεσίας Ασύλου είναι αιτιολογημένη, λήφθηκε μετά από δέουσα έρευνα και στα πλαίσια του Νόμου καθότι από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον της και από τις παραστάσεις του Αιτητή δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025 (Ν. 6(Ι)/2000).
Ως προς το εάν η περίπτωση του εμπίπτει στις προϋποθέσεις παροχής καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, ο λειτουργός εξέτασε κατά πόσο θα υπόκειτο σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής σε οποιαδήποτε τέτοια σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη ως προσδιορίζεται στο Άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2023 (Ν. 6(Ι)/2000) και κατέληξε ότι τέτοιος κίνδυνος δεν υφίσταται. Ουδείς εκ των ισχυρισμών που πρόβαλε τεκμηριώνει την ύπαρξη ουσιωδών λόγων ώστε να πιστεύεται ότι ο ίδιος προσωπικά, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του, θα υποβληθεί σε κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ή σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία. Ως προς το σκέλος της διακινδύνευσης λόγω βίας ασκούμενης αδιακρίτως σε καταστάσεις ένοπλης σύρραξης ο λειτουργός σημειώνει ότι βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης διαπιστώνεται ότι δεν παρατηρούνται ένοπλες συγκρούσεις στον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής και περιοχή όπου αναμένεται να επιστρέψει ο Αιτητής και/ή δεν υφίσταται κατάσταση αδιάκριτης βίας. Σχετικά με την γενικότερη κατάσταση ασφαλείας στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, σύμφωνα με το RULAC (Rule of Law in Armed Conflict), η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό βρίσκεται υπό καθεστώς μη διεθνοποιημένης και διεθνούς ένοπλης σύρραξης[19], από αναθεωρημένη έρευνα του Δικαστηρίου αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας, σύμφωνα με στοιχεία από τη βάση δεδομένων ACLED (The Armed Conflict Location & Event Data Project), επιβεβαιώνονται τα στοιχεία της έκθεσης. Ως προς την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στην περιοχή Kongo Central και την πόλη Matadi, σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, κατά τη διάρκεια του τελευταίου έτους σημειώθηκαν μόλις 12 περιστατικά ασφαλείας, τα οποία επέφεραν 21 ανθρώπινες απώλειες[20]. Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της περιοχής Kongo Central ανέρχεται στους 6,838,500 κατοίκους σύμφωνα με εκτίμηση του 2020.[21] Εξάλλου, o Αιτητής δεν επικαλέστηκε ειδικά ότι υπάρχει ένοπλη σύρραξη και/ή αδιάκριτη βία στην περιοχή του κατά τη διαδικασία εξέτασης της αίτησης ασύλου του. Ως εκ τούτου, παρέλκει περαιτέρω διερεύνηση των προσωπικών περιστάσεων του για λόγους εφαρμογής της «αναπροσαρμοσμένης κλίμακας» όπως αυτή απορρέει από τη Νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης[22].
Η διαδικασία εξέτασης της αίτησης ασύλου του Αιτητή διενεργήθηκε σε πλήρη σύμπνοια με τις διατάξεις του Άρθρου 13, 13Α και 18 περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025 (Ν.6(Ι)/2000), αλλά και με βάση τα κριτήρια και/ή προϋποθέσεις που τηρούνται κατά την εξέταση αίτησης ασύλου. Ενημερώθηκε πλήρως από τον λειτουργό για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του και κατά τη συνέντευξη του έγιναν επαρκείς ερωτήσεις για να περιγράψει τους λόγους που υπέβαλε αίτημα ασύλου όπως επίσης και άλλα ζητήματα που αφορούν τις προσωπικές του περιστάσεις. Δεν εντοπίζω οτιδήποτε παράτυπο, παράνομο και μεμπτό στην διαδικασία που ακολουθήθηκε που μπορεί να οδηγήσει σε ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης καθότι διενεργήθηκαν εκτενείς ερωτήσεις, τόσο κλειστού όσο και ανοικτού τύπου όπως επίσης και διευκρινιστικές για να μπορεί ο ενδιαφερόμενος να τοποθετηθεί στα βιώματα και τις εμπειρίες του, ωστόσο, δεν κατάφερε να τεκμηριώσει είτε με τις απαντήσεις είτε με άλλα αποδεικτικά μέσα επαρκώς το αίτημα του.
Για όλους τους πιο πάνω λόγους, δεν διαπιστώνω ελλιπή έρευνα αλλά ούτε πλάνη περί το νόμο και των πραγματικών δεδομένων που λήφθηκαν υπόψη από την Υπηρεσία Ασύλου κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (Αντώνης Ράφτης ν. Δημοκρατίας, (2002) 3 Α.Α.Δ. 345 ) ούτε προκύπτει ανεπαρκής αιτιολόγηση της διοικητικής απόφασης (Βλέπε Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ.270). Το Δικαστήριο μετά από έλεγχο νομιμότητας/ορθότητας και πραγματικό έλεγχο των περιστάσεων του Αιτητή, όπως αναλύεται ανωτέρω, καταλήγει στο ίδιο εύρημα ότι δηλαδή δεν μπορεί να του αναγνωριστεί το καθεστώς του πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας.
Συνεπώς, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται με €1650 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση.
Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.
Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1]Άρθρο 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2023, (Ν. 73(I)/2018)
[2]EASO, Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων, Μάρτιος 2015, σελ.14-15
[3]EASO-Δικαστική ανάλυση-Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου, 01/02/2018, σελίδα 21
[4] High Court (Ανώτερο Δικαστήριο) (Ιρλανδία), ON κατά Refugee Appeals Tribunal & Ors [2017] IEHC 13, σκέψη 63.
[5]Ibid 4, σελίδα 82.
[6] High Court (Ανώτερο Δικαστήριο) (Ιρλανδία), IR κατά Minister for Justice Equality& Law Reform & anor, [2009] IEHC 353, σκέψη 11, αρχή 4: «Η αξιολόγηση της αξιοπιστίας πρέπει να γίνεται με βάση την πλήρη εικόνα που διαμορφώνεται από το σύνολο των διαθέσιμων αποδεικτικών στοιχείων και πληροφοριών, κατόπιν ορθολογικής ανάλυσης και δίκαιης στάθμισής τους».
[7] JOURNAL OFFICIEL de la République Démocratique du Congo, Cabinet Du President De La Republique, CODE PENAL CONGOLAIS, Décret du 30 Janvier 1940 et modifié 30 Novembre 2004, Titre III, Section IV, Article 124 et 126, page 30, Code pénal (Τελευταία πρόσβαση 25/2/26), σημειώνετε ότι το άρθρο 126 αναφέρει ότι η χρήση των εγγράφων τιμωρείτε με τους ίδιους ορούς.
[8] Ibid 4, σελίδα 73
[9] Η απόφαση του ΕΔΔΑ, M.A. κατά Ελβετίας, προσφυγή αριθ. 52589/13, σκέψεις 62-67 παρέχει μια χρήσιμη αποτύπωση του τρόπου με τον οποίο το ΕΔΔΑ αξιολόγησε τη βαρύτητα που δόθηκε σε κλήτευση και απόφαση τις οποίες υπέβαλε ο αιτών, επιβεβαιώνοντας στη σκέψη 62 ότι το αληθές της ιστορίας του αιτούντος πρέπει επίσης να αξιολογείται στο πλαίσιο των υποβαλλόμενων εγγράφων
[10] Online AI Photo Editor & Free Collage Maker | PhotoGrid.
[11] https://www.bbc.com/news/articles/cvg94j79vd2o
[12] Απόφαση του ΔΕΕ, Y και Z, ό.π., υποσημείωση 33, σκέψη 51· απόφαση του ΔΕΕ, Χ, Y και Z, ό.π., υποσημείωση 20, σκέψη 43.
[13] Οδηγία 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας (αναδιατύπωση)
[14] Ibid 2 υποσημείωση 20, σκέψη 43. Βλέπε επίσης υπόθεση Abdulla κ.λπ., ό.π., υποσημείωση 336, σκέψη 57 (χωρίς ρητή παραπομπή σε υπευθύνους δίωξης).
[15] Απόφαση του ΔΕΕ της 22ας Νοεμβρίου 2012 στην υπόθεση C-277/11, M. κατά Minister for Justice, Equality and Law Reform, Ιρλανδίας, Attorney General, EU:C:2012:744
[16] EASO (2018), Δικαστική Ανάλυση «Προϋποθέσεις Χορήγησης Διεθνούς Προστασίας (Οδηγία 95/2011/ΕΕ)
[17] Ibid 2 υποσημείωση 33, σκέψη 74 και 75· και υποσημείωση 20, σκέψη 63 και 64. Βλέπε επίσης Εγχειρίδιο UNHCR, ό.π., υποσημείωση 107, σκέψη 45.
[18] Ibid 2 υποσημείωση 33, σκέψη 76. επίσης απόφαση του ΔΕΕ, Abdulla και λοιποίυποσημείωση 336, σκέψη 89· και απόφαση του ΔΕΕ, Χ, Y και Z, υποσημείωση 20, σκέψη 72.
[19] RULAC, Geneva Academy, map, available at: https://www.rulac.org/browse/map
[20] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Democratic Republic of Congo, Kongo-Central, Events / Fatalities, Political Violence (violence against civilians, explosions/remote violence, riots, battles, protests), Past Year (last update 13/02/2026) https://acleddata.com/platform/explorer ,
[21] City Population, Congo (Dem. Rep.): Provinces, Major Cities & Towns - Population Statistics, Maps, Charts, Weather and Web Information, (Τελευταία πρόσβαση 25/2/26)
[22] EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) - Δικαστική Ανάλυση, Νοέμβριος 2014, σελ. 26 – 1.6.2. Η έννοια της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας».
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο