Τ.Μ.Μ. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθ. Αρ.: 2534/2025, 6/3/2026
print
Τίτλος:
Τ.Μ.Μ. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθ. Αρ.: 2534/2025, 6/3/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθ. Αρ.: 2534/2025

06 Μαρτίου, 2026

[Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

Τ.Μ.Μ.

Αιτήτρια

-και-

 

Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου

Καθ' ων η Αίτηση

Εμφανίσεις:

Η Αιτήτρια παρούσα

Α. Αναστασιάδη (κα) για ΒΡΥΩΝΙΔΟΥ, ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗ & ΦΙΛΙΠΠΟΥ Δ.Ε.Π.Ε. Δικηγόροι για Καθ' ων η Αίτηση.

T. Τshintu (κος) για διερμηνεία από Λιγκάλα στα Ελληνικά και αντίστροφα.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Με την παρούσα προσφυγή η Αιτήτρια προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, επιστολής ημερομηνίας 26/09/25, η οποία της κοινοποιήθηκε αυθημερόν, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά της για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.

 

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Η Αιτήτρια υπέβαλε αίτηση για διεθνή προστασία στις 10/08/22. Στις 22/05/25 διενεργήθηκε η συνέντευξή της, ο λειτουργός ετοίμασε σχετική εισηγητική έκθεση ημερομηνίας 12/08/25 και εκδόθηκε απόφαση απόρριψης στις 29/08/25, η οποία αποτελεί και το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.

 

ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

Κατά τη συμπλήρωση του εντύπου της προσφυγής της η Αιτήτρια καταγράφει ότι έφυγε από την χώρα της καθότι ήταν σε σχέση με Συνταγματάρχη ο οποίος ήτο παντρεμένος και όταν το έμαθε η σύζυγος του την απείλησε. Όταν είπε στο σύντροφο της ότι δεν επιθυμεί να συνεχίσει μαζί του αυτός την απείλησε ότι θα την σκοτώσει. Κατά την ακροαματική διαδικασία υιοθέτησε το σύνολο του αιτήματος διεθνούς προστασίας και υποστήριξε ότι δεν μπορεί να επιστρέψει για τους λόγους που πρόβαλε στην Υπηρεσία Ασύλου.

 

Οι Καθ' ων η αίτηση  με την Γραπτή τους Αγόρευση υιοθέτησαν το περιεχόμενο της έκθεσης/εισήγησης και υποστήριξαν ότι οι ισχυρισμοί της εξετάστηκαν από την Υπηρεσία Ασύλου αλλά λόγω των αντιφάσεων των δηλώσεων της κρίθηκε αναξιόπιστη και/ή ότι δεν δικαιούται το καθεστώς διεθνούς προστασίας.

 

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

Το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τα όσα υποστηρίζονται από την Αιτήτρια, αυτά που απάντησαν οι Καθ’ ων η αίτηση, του περιεχομένου του διοικητικού φακέλου και αντλώντας τις εξουσίες που ορίζονται στο Άρθρο 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2025 (Ν. 73(I)/2018), προχωρεί να εξετάσει την ουσία του αιτήματός της.

 

Μετά από αξιολόγηση των πρακτικών της συνέντευξης το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι ο λειτουργός - εξεταστής της υπόθεσης ενημέρωσε την Αιτήτρια για τα δικαιώματα και υποχρεώσεις της και κατά την διάρκεια της συνέντευξής της έθεσε διάφορα ερωτήματα για να καλύψει τόσο τον πυρήνα του αιτήματος της όσο και τα επιμέρους ζητήματα. Της παρασχέθηκε δωρεάν διερμηνέας, της διαβάστηκαν όσα καταγράφηκαν στη συνέντευξη και επιβεβαίωσε πως όσα καταγράφηκαν αντικατοπτρίζουν επακριβώς τις δηλώσεις της.

 

Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της συνέντευξης, της έκθεσης/εισήγησης και/ή με βάση τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου (στο εξής «ΔΦ») η Αιτήτρια στην αίτησή της κατέγραψε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της λόγω απειλών κατά της ζωής της. Δήλωσε ότι ενεπλάκη ερωτικά με ένα συνταγματάρχη του στρατού της χώρας χωρίς να γνωρίζει ότι εκείνος ήταν παντρεμένος. Δήλωσε πως η γυναίκα του συνταγματάρχη την απείλησε ότι θα την σκοτώσει εάν δεν σταματούσε να έχει σχέση με τον σύζυγό της (ερυθρό 1 ΔΦ). Κατά τη συνέντευξη της δήλωσε ότι είναι υπήκοος Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό (στο εξής «ΛΔΚ») με τόπο καταγωγής και τελευταίας συνήθους διαμονής την Κινσάσα, ότι είναι εθνοτικής καταγωγής Mundibu και προτεστάντης χριστιανή στο θρήσκευμα. Δήλωσε χήρα και μητέρα τριών τέκνων τα οποία βρίσκονται στη χώρα της. Εγκατέλειψε δε τη χώρα της με νόμιμο τρόπο, κάνοντας χρήση του διαβατηρίου της και κατέληξε στις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές. Κατά την ελεύθερη αφήγησή της ανέφερε ότι ένας συνταγματάρχης του στρατού ο οποίος ήταν πελάτης στο ραφείο στο οποίο εργαζόταν την προσέγγισε και πως άρχισαν να έχουν ερωτική σχέση. Εξήγησε ότι ο συνταγματάρχης της είπε ψευδώς ότι είναι ελεύθερος ενώ στην πραγματικότητα απεδείχθη έγγαμος, δήλωσε πως η σύζυγος του συνταγματάρχη την προσέγγισε προσποιούμενη την πελάτισσα στο ραφείο και πως την απείλησε ότι αν δε σταματούσε να έχει σχέση με τον σύζυγό της θα τη σκότωνε. Δήλωσε πως ενημέρωσε τον συνταγματάρχη ότι δεν επιθυμούσε να συνεχίσουν τη σχέση τους και πως εκείνος μερικές ημέρες αργότερα πήγε στην οικία της και την απείλησε με ένα περίστροφο λέγοντάς της πως θα μπορούσε να τη σκοτώσει δίχως να υποστεί καμία συνέπεια. Πρόσθεσε πως ο συνταγματάρχης επέστρεψε στην οικία της δύο ημέρες αργότερα και βιαιοπράγησε εναντίον της, περιστατικό μετά από το οποίο η Αιτήτρια με τα παιδιά της μετοίκησαν στην οικία του πάστορα της ενορίας, όπου και παρέμειναν έως ότου εκείνη αναχωρήσει από τη χώρα, αφήνοντας τα παιδία της στον πάστορα (ερυθρό 66-65 ΔΦ). Ερωτώμενη σχετικά με το τι πιστεύει ότι θα της συμβεί σε περίπτωση επιστροφής της στη ΛΔΚ, η Αιτήτρια δήλωσε πως θα την σκοτώσει ο συνταγματάρχης (ερυθρό 65 ΔΦ). Αναφορικά με τη γνωριμία της με τον συνταγματάρχη, ανέφερε ότι εργαζόταν ως ράφτρα σε ένα ραφείο για πολλά έτη όταν το 2021 εκείνος ήρθε ως πελάτης για πρώτη φορά. Πρόσθεσε πως μία εβδομάδα μετά ο συνταγματάρχης της εξέφρασε ότι έτρεφε αισθήματα για εκείνη και κατέληξαν ζευγάρι. Πρόσθεσε πως ρώτησε τον συνταγματάρχη εάν ήταν παντρεμένος και πως εκείνος είπε πως ήταν ελεύθερος (ερυθρά 63-60 ΔΦ). Η Αιτήτρια περιέγραψε ότι η σχέση της με τον συνταγματάρχη συνεχίστηκε μέχρι την 15/03/22, εξήγησε ότι εκείνη την ημέρα ο συνταγματάρχης την επισκέφτηκε στο σπίτι της, την χτύπησε και την απείλησε πως θα την σκοτώσει, ενώ στη συνέχεια εκείνη έφυγε με τα παιδιά της και πήγε στην οικία του πάστορα και αργότερα έφυγε από τη χώρα (ερυθρό 59 ΔΦ). Αναφορικά με τη σύζυγο του συνταγματάρχη, δήλωσε πως την επισκέφτηκε πρώτη φορά στο ραφείο περίπου πέντε μήνες αφού άρχισε η σχέση τους. Εξήγησε ότι η σύζυγος του την απείλησε πως θα την σκότωνε εάν δεν έπαυε τη σχέση με το σύζυγό της, ενώ  η ίδια αρνήθηκε κάθε σχέση με τον συνταγματάρχη. Πρόσθεσε ότι δέχτηκε δεύτερη φορά απειλές από τη σύζυγό του συνταγματάρχη ένα με δύο μήνες αργότερα, όταν της επέδειξε ένα περίστροφο και την προειδοποίησε πως την επόμενη φορά θα την σκοτώσει (ερυθρά 58-55 ΔΦ).  Σε σχέση με τον πάστορα ο οποίος τη βοήθησε, ανέφερε ότι έμεινε με τα παιδιά της στην οικία του για περί τους τρεις με τέσσερεις μήνες ενόσω εκείνος τη βοηθούσε να οργανώσει την αναχώρησή της. Πρόσθεσε πως ο πάστορας την συμβούλεψε να φύγει από τη χώρα και κάλυψε τα έξοδα του ταξιδιού (ερυθρά 54-52 ΔΦ). Τέλος, η Αιτήτρια δήλωσε πως ενημερώθηκε από τον πάστορα τον 1ο/2025 ότι η μία κόρη της απήχθη από αγνώστους όσο ήταν στο σχολείο. Δήλωσε ότι ο πάστορας πιστεύει πως για την απαγωγή ευθύνεται ο συνταγματάρχης χωρίς όμως να μπορεί να στοιχειοθετήσει την υποψία αυτή (ερυθρό 51 ΔΦ).

 

Τα προσωπικά στοιχεία και προφίλ της Αιτήτριας έγιναν αποδεκτά από την Υπηρεσία Ασύλου (ερυθρά 148-146 ΔΦ) ως επίσης και ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός αναφορικά με την εργασία της στο ραφείο καθώς ο λειτουργός έκρινε ότι οι δηλώσεις της ήταν επαρκώς λεπτομερείς και συγκεκριμένες (ερυθρά 146-145 ΔΦ). Αναφορικά με τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό, βάσει του οποίου η Αιτήτρια σύναψε ερωτική σχέση με τον συνταγματάρχη Tema Tabu Eboma, κρίθηκε ότι πάσχει από έλλειψη ειδίκευσης και λεπτομέρειας. Αναλύοντας τα ευρήματα της έρευνας σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σε σχέση με τον ισχυρισμό, ο λειτουργός επεσήμανε ότι ευρέθη πηγή η οποία ανέφερε το ονοματεπώνυμο του συνταγματάρχη ως έναν από τους στρατιωτικούς οι οποίοι έλαβαν προαγωγή, καθώς όμως η εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού δεν θεμελιώθηκε, ο ισχυρισμός απορρίφθηκε στο σύνολό του (ερυθρό 145-143 ΔΦ). Ομοίως, σε σχέση με τον τέταρτο ουσιώδη ισχυρισμό περί των απειλών κατά της ζωής της από τη σύζυγο του συνταγματάρχη, ο λειτουργός έκρινε πως ο ισχυρισμός πάσχει από έλλειψη εξειδίκευσης και λεπτομέρειας. Προχωρώντας στην εκτίμηση της εξωτερικής αξιοπιστίας του ισχυρισμού, επισημάνθηκε ότι τα λεγόμενα της Αιτήτριας αφορούν προσωπικές εμπειρίες οι οποίες δε δύναται να επιβεβαιωθούν από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, και καθώς δεν θεμελιώθηκε η εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, αυτός απορρίφθηκε στο σύνολό του (ερυθρά 143-140 ΔΦ).

 

Μετά από συνολική αξιολόγηση της γενικότερης αξιοπιστίας της Αιτήτριας, των όσων τέθηκαν ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου και ενώπιον του Δικαστηρίου υπό μορφή δηλώσεων διαπιστώνω ότι η αξιοπιστία της επί αυτού του σημείου του αιτήματος της, δεν τεκμηριώνεται. Η πλήρης εικόνα που διαμορφώνεται μέσω των στοιχείων του φακέλου της, κατόπιν ορθολογικής ανάλυσης και δίκαιης στάθμισής τους[1], επιβεβαιώνει τα συμπεράσματα του λειτουργού. Το αφήγημα της εμπεριέχει δηλώσεις που ελλείπουν βιωματικά στοιχεία και ευλογοφάνεια που να τεκμηριώνουν προσωπική εμπλοκή και δίωξη όπως δε σωρεία αντιφάσεων μεταξύ των δηλώσεων της. Δεν παρείχε κάθε διαθέσιμη βοήθεια στον εξεταστή για τη διαπίστωση των στοιχείων της υπόθεσής της, ούτε τεκμηρίωσε για κάθε ένα ξεχωριστά από τα περιστατικά που ισχυρίστηκε ότι έζησε, ούτε τεκμηρίωσε τους ισχυρισμούς της με επαρκή λεπτομέρεια. (Βλέπε Άρθρο 18 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000), βλέπε επίσης Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων, Μάρτιος 2015, σελ.11 και Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System της EUAA, February 2023, σελ.57-72, 103-112, 120-131) Σύμφωνα και με την §205 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών, θα πρέπει, μεταξύ άλλων, ο αιτών να βοηθά τον εξεταστή με κάθε δυνατό τρόπο με την τεκμηρίωση των ισχυρισμών του, να κάνει προσπάθεια να υποστηρίξει τα λεγόμενά του με κάθε διαθέσιμο μέσο, να δώσει ικανοποιητική επεξήγηση για κάθε απουσία τεκμηρίων και να παρέχει όλες τις σχετικές πληροφορίες που αφορούν τον εαυτό του και τις προγενέστερες εμπειρίες του με όσο το δυνατόν περισσότερες λεπτομέρειες για να καταστήσει ικανό τον εξεταστή να αποδείξει τους σχετικούς ισχυρισμούς. Η Αιτήτρια θα αναμενόταν να είναι σε θέση να παραθέσει ένα συμπαγές αφήγημα το οποίο θα εμπεριείχε συνεκτικές και συνεπείς μεταξύ τους πληροφορίες. Ούτε θα μπορούσε να τύχει του ευεργετήματος της αμφιβολίας, το οποίο δίνεται μόνο όταν έχουν προσκομισθεί όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία και όταν ο εξεταστής είναι γενικά ικανοποιημένος από την αξιοπιστία της Αιτήτριας (Βλέπε §204 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Από τις δηλώσεις της παρουσιάστηκε έλλειψη συνοχής, δεν ήταν σε θέση να περιγράψει επαρκώς τα δύο περιστατικά βίας εναντίον της, δεν ήταν ικανή να παράσχει ικανοποιητικές απαντήσεις για το πότε και πώς έτυχε της κακομεταχείρισης/επίθεσης ή σωματικής βλάβης από τον σύντροφο της, ελλιπούς πληροφοριών ήτο και οι δηλώσεις της για την μορφή κακομεταχείρισης, μη ευλογοφανείς και/ή ασαφείς ήταν και οι περιγραφές της κατά πόσο εξαναγκάστηκε να εγκαταλείψει την οικογενειακή εστία και τα παιδιά της. Τα γεγονότα της περίπτωσης της σε συνάρτηση με τα στοιχεία του φακέλου και τις αιτιάσεις της δεν προκύπτει να συντρέχουν στο πρόσωπο της εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά κριτήρια που μπορούν να στοιχειοθετήσουν το γεγονός ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτή λόγω δικαιολογημένου φόβου δίωξης (§37-38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Δεν έχει τεκμηριώσει ότι σε περίπτωση επιστροφής της θα αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα από τις αρχές της χώρας της και δεν έχει ούτε καταδικασθεί, συλληφθεί, ή καταζητείται και δεν έχει κακοποιηθεί ή διωχθεί. Επομένως, η κατάληξη της Υπηρεσίας Ασύλου είναι ορθή, καθότι από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον της και από τις παραστάσεις της Αιτήτριας δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000).

 

Ως προς το εάν η περίπτωση της εμπίπτει στις προϋποθέσεις παροχής καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, ο λειτουργός εξέτασε κατά πόσο θα υπόκειτο σε περίπτωση επιστροφής της στην χώρα καταγωγής σε οποιαδήποτε τέτοια σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη ως προσδιορίζεται στο Άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000) και κατέληξε ότι τέτοιος κίνδυνος δεν υφίσταται. Ουδείς εκ των ισχυρισμών που πρόβαλε τεκμηριώνει την ύπαρξη ουσιωδών λόγων ώστε να πιστεύεται ότι η ίδια προσωπικά, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής της, θα υποβληθεί σε κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης ή σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, βάσει του Άρθρου 15, εδάφια (α) και (β), της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ[2] που αντιστοιχεί στο Άρθρο 19(2), εδάφια (α) και (β), του περί Προσφύγων Νόμου2000 έως 2025, (Ν. 6(Ι)/2000). Ειδικά δε ως προς το σκέλος της διακινδύνευσης λόγω βίας ασκούμενης αδιακρίτως σε καταστάσεις ένοπλης σύρραξης, ο λειτουργός σημειώνει ότι βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης επιβεβαιώνεται ότι στην περιοχή της Αιτήτριας δεν παρατηρούνται σε υψηλό επίπεδο συνθήκες ένοπλων συγκρούσεων. Σημειώνεται ότι, η ίδια σε κανένα στάδιο της διαδικασίας αξιολόγησης της αίτησής της ανέφερε ότι κινδυνεύει λόγω ένοπλης σύρραξης στη χώρα της. Σημειώνεται επί τούτου ότι υπάρχει πλήρης αξιολόγηση της κατάστασης ασφαλείας από τον λειτουργό εξεταστή της υπόθεσης και για την γενική κατάσταση ασφαλείας της ΛΔΚ με πρόσφατες πηγές πληροφόρησης. Για λόγους πληρότητας της έρευνας, ωστόσο, θα παρατεθούν αριθμητικά στοιχεία αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας και από τη βάση δεδομένων ACLED (Armed Conflict Location and Event Data). Προχωρώντας σε διερεύνηση αναφορικά με την επαρχία Κινσάσα (τόπο συνήθους διαμονής της Αιτήτριας), σημειώνεται συναφώς ότι κατά το τελευταίο έτος, με βάση πρόσφατα ποσοτικά δεδομένα για την κατάσταση ασφαλείας στην Κινσάσα καταγράφηκαν συνολικά 155 περιστατικά (περιλαμβάνονται διαδηλώσεις, περιστατικά πολιτικής βίας, εξεγέρσεις, θηριωδίες, καταστολή, τρομοκρατική δραστηριότητα, ξένη στρατιωτική εμπλοκή) από τα οποία επήλθε ο θάνατος συνολικά 63 πολιτών[3]. Δεδομένου δε ότι ο συνολικός πληθυσμός της πόλης Kinshasa ανέρχεται για το 2024 σε περίπου 17.032.000 κατοίκους[4], καταδεικνύεται ότι ο αριθμός περιστατικών ασφαλείας στην εν λόγω περιοχή δεν ανέρχεται σε τόσο υψηλά επίπεδα σε σχέση με τον συνολικό πληθυσμό της περιοχής, έτσι ώστε η κατάσταση στην εν λόγω περιοχή να μπορεί να χαρακτηριστεί ως ένοπλη σύρραξη επιφέρουσα συνθήκες αδιακρίτως ασκούμενης βίας. Συνεπώς, δεν πληρούνται ούτε οι προϋποθέσεις συμπληρωματικής προστασίας και παρέλκει περαιτέρω διερεύνηση των προσωπικών περιστάσεων της για λόγους εφαρμογής της «αναπροσαρμοσμένης κλίμακας» όπως αυτή απορρέει από τη Νομολογία του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκής Ένωσης[5].

 

Με βάση όλα τα πιο πάνω δεν διαπιστώνω ελλιπή έρευνα αλλά ούτε πλάνη περί το νόμο και των πραγματικών δεδομένων που λήφθηκαν υπόψη από την Υπηρεσία Ασύλου κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (Βλέπε  Αντώνης Ράφτης ν. Δημοκρατίας, (2002) 3 Α.Α.Δ. 345 ). Η επάρκεια της αιτιολογίας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τα πραγματικά και νομικά περιστατικά της υπόθεσης, ενώ η αιτιολογία της προσβαλλόμενης πράξης συμπληρώνεται και/ή αναπληρώνεται μέσα από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου της Αιτήτριας ήτοι της έκθεσης/εισήγησης του λειτουργού η οποία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της απόφασης του εξουσιοδοτημένου από τον Υπουργό Εσωτερικών αρμόδιου λειτουργού, όπως επίσης και από το σύνολο της όλης διοικητικής ενέργειας με αποτέλεσμα να καθίσταται εφικτός ο δικαστικός έλεγχος (Βλέπε Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ.270). Το Δικαστήριο μετά από έλεγχο νομιμότητας/ορθότητας και πραγματικό έλεγχο των περιστάσεων της Αιτήτριας, όπως αναλύεται ανωτέρω, καταλήγει στο ίδιο εύρημα ότι δηλαδή δεν μπορεί να της αναγνωριστεί το καθεστώς του πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας και/ή δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του δικαιολογημένου φόβου δίωξης και/ή να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σύμφωνα με τα Άρθρα 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 έως 2025 (Ν.6(Ι)/2000).

 

Η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται με €800 έξοδα εναντίον της Αιτήτριας και υπέρ των Καθ’ ων η αίτηση. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.

 

                          Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[1] Βλέπε High Court (Ανώτερο Δικαστήριο) (Ιρλανδία), IR κατά Minister for Justice Equality & Law Reform & anor, [2009] IEHC 353, ημερ. 24/07/2009.

[2] του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας.

[3] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: DRC, Kinshasa, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer   (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 28/02/2026)

[4] Kinshasa - Republic of Congo Metro Area Population 1950-2024 | MacroTrends

https://www.macrotrends.net/global-metrics/cities/20853/kinshasa/population

[5] EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική Ανάλυση, Νοέμβριος 2014, 1.6.2. έννοια της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας» https://euaa.europa.eu/sites/default/files/public/Article-15c-Qualification-Directive-201195EU-A-judicial-analysis.pdf

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο