ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθ. Αρ. : 2554/24
20 Μαρτίου, 2026
[Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
K.H. εκ Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, ασυνόδευτη ανήλικη, δια της Επιτρόπου Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού
Αιτήτρια
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ
Καθ' ων η Αίτηση
Εμφανίσεις:
Α. Δημητρίου (κος) για Επίτροπο Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού, Δικηγόρος για την Αιτήτρια.
Λ. Βελίκοβα (κα), Δικηγόρος για τους Καθ' ων η Αίτηση.
Η Αιτήτρια παρούσα.
ΑΠΟΦΑΣΗ
Με την παρούσα προσφυγή η Αιτήτρια προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, επιστολής ημερομηνίας 27/05/24 η οποία της κοινοποιήθηκε στις 12/06/24, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά της για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας ως άκυρη και/ή παράνομη και/ή στερημένη οποιουδήποτε νόμιμου αποτελέσματος και/ή ζητά απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να αναγνωρίζεται η Αιτήτρια ως πρόσφυγας και/ή δικαιούχος συμπληρωματικής προστασίας και/ή ότι σε περίπτωση επιστροφής παραβιάζονται τα Άρθρα 2 & 3 της ΕΣΔΑ και/ή οποιαδήποτε άλλη θεραπεία υπό τις περιστάσεις.
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Η Αιτήτρια είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό (στο εξής «ΛΔΚ»), εισήλθε παράνομα από τις μη ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές και υπέβαλε αίτηση για διεθνή προστασία στις 21/06/22. Στις 19/03/24 πραγματοποιήθηκε η συνέντευξη της (στην παρουσία εκπρόσωπου/ συνδρομητή/ κηδεμόνα της Αιτήτριας) και στις 27/05/24 ετοιμάστηκε έκθεση/εισήγηση. Αυθημερόν, ο εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης της Αιτήτριας, απόφαση η οποία αποτελεί και το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Είναι η θέση του συνηγόρου της Αιτήτριας ότι η ίδια είναι αξιόπιστη ως προς τον πυρήνα του αιτήματος ασύλου και ότι η προσβαλλόμενη απόφαση θα πρέπει να ακυρωθεί διότι, δεν ακολουθήθηκε διαδικασία η οποία να διασφαλίζει τα δικαιώματα της ως ασυνόδευτης ανήλικης, ότι η συνέντευξη πραγματοποιήθηκε κατά τρόπο ακατάλληλο, ότι δεν εφαρμόστηκαν οι διαδικαστικές εγγυήσεις που προνοούνται για τους ασυνόδευτους ανήλικους και ότι παραβιάστηκε η αρχή του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού. Αποτελεί επίσης θέση του ότι η Αιτήτρια δεν έτυχε άμεσης εκπροσώπησης από τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας από τα αρχικά στάδια της διαδικασίας κατά παράβαση του Άρθρου 10 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 έως 2025 (Ν.6(Ι)/2000), δεν ενημερώθηκε για τις πιθανές συνέπειες της προσωπικής συνέντευξης της, ότι ενυπάρχει σύγκρουση συμφερόντων στο πρόσωπο του εκπροσώπου/κηδεμόνα - καθώς ενεργεί τόσο ως κηδεμόνας αυτής όσο και ως εκπροσώπου της αρμόδιας κρατικής αρχής και ότι παραβιάστηκαν γενικά τα δικαιώματα της ως ασυνόδευτης ανηλίκης. Σημειώνει ότι η Αιτήτρια ως ανήλικο πρόσωπο στερήθηκε καθ’ όλη τη διαδικασία εξέτασης του αιτήματός της ενός κατάλληλα καταρτισμένου εκπροσώπου, αφού η εκπρόσωπός της παρέλειψε να την ενημερώσει σχετικά με τις διαδικασίες, να την προετοιμάσει για την προφορική της συνέντευξη, δεν ενήργησε αποκλειστικά με γνώμονα το συμφέρον της, δεν την βοήθησε να ασκήσει τα δικαιώματά της, δεν επεσήμανε τις παραβιάσεις των διαδικασιών και δεν απαίτησε να πραγματοποιηθεί ουσιαστική συνέντευξη επί της ουσίας του αιτήματός της Αιτήτριας. Ούτε διασφάλισε την πρόσβαση της Αιτήτριας, ως παιδί- θύμα βίας, σε κατάλληλη αξιολόγηση στο πλαίσιο εξέτασης του αιτήματός της, σύμφωνα με την Οδηγία 2013/32/ΕΕ, σύμφωνα με την οποία θα έπρεπε να είναι σε θέση να παρέχει στην Αιτήτρια νομικές συμβουλές έτσι ώστε να μπορέσει να στοιχειοθετήσει τους ισχυρισμούς της, οι οποίοι κακώς απορρίφθηκαν ως αβάσιμοι. Καταλήγει ότι λόγω των ανωτέρω πλημμελειών, παραβιάστηκε το δικαίωμα της εκπροσώπησης της Αιτήτριας, καθώς και το δικαίωμά της να ακουστεί.
Αναφέρει, επίσης, ότι η Υπηρεσία Ασύλου παρέλειψε να προβεί στη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα και η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει λόγω πλάνης περί τα πράγματα και στερείται επαρκούς αιτιολογίας. Σε σχέση δε με την ουσία της υπόθεσης, υποδεικνύεται ότι η Αιτήτρια φέρει βάσιμο, δικαιολογημένο και/ή μελλοντοστραφή φόβο/ κίνδυνο δίωξης και σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα της ως πρόσωπο ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας (ανήλικη) και/ή μόνη γυναίκα κινδυνεύει, άλλως θα πρέπει να της παραχωρηθεί καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.
Οι Καθ' ων η αίτηση απαντούν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ορθή και νόμιμη, αποτέλεσμα δέουσας έρευνας και μετά από αξιολόγηση όλων των σχετικών γεγονότων και στοιχείων της υπόθεσης, ενώ είναι επαρκώς και/ή δεόντως αιτιολογημένη. Υποστηρίζουν ότι η Αιτήτρια δεν κατάφερε να τεκμηριώσει λόγους δίωξης ή σοβαρής βλάβης και λήφθηκαν υπόψη όλα τα ουσιώδη γεγονότα. Τονίζουν ότι διενεργήθηκαν όλες οι σχετικές διαδικαστικές εγγυήσεις που αφορούν ανήλικους και/ή με τρόπο που να διασφαλίζεται το βέλτιστο συμφέρον της Αιτήτριας ως ανήλικη. Υποδεικνύουν, επίσης, ότι δεν απαιτείται η παρουσία δικηγόρου ή νομικού συμβούλου κατά τη διεξαγωγή της συνέντευξης σε ασυνόδευτο ανήλικο αιτούντα άσυλο. Επίσης, υποστηρίζουν ότι η Αιτήτρια δεν αποτελεί πλέον ανήλικο πρόσωπο και θα πρέπει να εξετασθεί πλέον υπό το πρίσμα ενήλικου και/ή λόγοι ακύρωσης σε σχέση με την ανηλικότητα καθίστανται αλυσιτελείς παραπέμποντας σε σχετικές αποφάσεις
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Αρχικά θα πρέπει να υποδειχθεί ότι ένα μεγάλο μέρος της Γραπτής Αγόρευσης της Αιτήτριας μέσω του δικηγόρου της αναλώνεται σε επανάληψη κανόνων δικαίου, διατάξεων νόμων, νομολογίας και αποσπασμάτων από εγχειρίδια βέλτιστων πρακτικών για την αξιολόγηση αιτημάτων διεθνούς προστασίας χωρίς να γίνεται ειδική υπαγωγή τους στα πραγματικά γεγονότα και νομικά δεδομένα της υπόθεσης με αποτέλεσμα να καθίστανται ανεπαρκούς αιτιολόγησης. Με βάση τον Κανονισμό 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, που εφαρμόζονται κατ’ αναλογία και από το παρόν Δικαστήριο (Βλέπε Κανονισμός 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 έως 2026 (3/2019), επιβάλλεται η υποχρέωση στον αιτητή όχι μόνο να εγείρει με το δικόγραφο του όλα τα σημεία τα οποία υποστηρίζουν την προσφυγή του αλλά ταυτόχρονα να τα αιτιολογεί πλήρως. Η αιτιολόγηση νομικών σημείων είναι απαραίτητη για την εξέταση λόγων ακύρωσης από το Δικαστήριο, οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια, αναπόφευκτα επηρεάζει τη νομική τους βάση με αποτέλεσμα να κινδυνεύουν να κριθούν αναιτιολόγητοι και ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτίμησης. Επομένως, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί ισχυρισμοί που δεν εξειδικεύονται ή δεν αιτιολογούνται διότι με αυτό τον τρόπο το Δικαστήριο, παρόλο που ασκεί και έλεγχο ουσίας, θα οδηγείτο σε συζήτηση σχεδόν οιουδήποτε θέματος κατά παράβαση των δικονομικών διατάξεων και του ρόλου που διαδραματίζουν στον καθορισμό των επίδικων θεμάτων και της διεξαγωγής της διοικητικής δίκης. (Βλέπε σχετικά, Δημοκρατία ν. Κουκκουρή (1993) 3 Α.Α.Δ. 598, Latomia Estate Ltd v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672, Δημοκρατία ν. Σπύρου (2007)3 Α.Α.Δ. 533, Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 Α.Α.Δ. 598, επίσης - Ιωσηφίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα (1990) 3 Α.Α.Δ. 4599, Kadivari ν. Δημοκρατίας (αρ. 2) (1992) 4 Α.Α.Δ. 2924, βλέπε επίσης Υπόθ. Αρ. 107/2017, Χριστόδουλος Μιχαήλ (Συνταγματάρχης) κ.α. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπουργού Άμυνας, ημερομηνίας 11/12/2017 -όπου γίνεται επανάληψη της πάγιας νομολογίας επί του ζητήματος). Ούτε μπορούν να γίνουν αποδεκτοί ισχυρισμοί που εγείρονται για πρώτη φορά στην Γραπτή Αγόρευση που δεν έχουν καταγραφεί στο δικόγραφο της προσφυγής (Βλέπε σχετικά Φλωρεντία Πετρίδου ν. Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, (2004) 3 Α.Α.Δ. 636).
Λαμβάνοντας υπόψη τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές που εφαρμόζονται και στην παρούσα υπόθεση, θεωρώ ότι οι γενικοί ισχυρισμοί που εγείρονται σε σχέση με την μη τήρηση διαδικαστικών εγγυήσεων που προνοούνται από τον Νόμο δεν εξειδικεύονται ούτε αιτιολογούνται επαρκώς από τον συνήγορο της Αιτήτριας και δεν γίνεται επαρκής υπαγωγή στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και πως αυτές οι τυχόν ισχυριζόμενες παραλείψεις επίδρασαν δυσμενώς την ουσία του αιτήματος και/ή τις δηλώσεις της Αιτήτριας.
Σε κάθε περίπτωση το Άρθρο 10 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 έως 2025 (Ν.6(Ι)/2000) ως τροποποιήθηκε και ισχύει ορίζει όλα τα σχετικά διαδικαστικά διαβήματα που θα πρέπει να τηρούνται αναφορικά με τους ασυνόδευτους ανήλικους. Το σχετικό άρθρο περιέχει ρητά τις υποχρεώσεις του Διευθυντή των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας ήτοι να ενεργεί ως εκπρόσωπος και συνδρομητής του ασυνόδευτου ανηλίκου στις διαδικασίες που προβλέπονται στον Νόμο, ενώ όταν και εφόσον κριθεί αναγκαίο (οσάκις είναι αναγκαίο) και νοουμένου ότι ο αιτούντας άσυλο είναι ανήλικος τότε θα πρέπει σε περίπτωση δικαστικής διαδικασίας να διασφαλίζεται η εκπροσώπηση του σύμφωνα με τον περί Επιτρόπου Προστασίας Δικαιωμάτων του Παιδιού (Διορισμός Επιτρόπου από το Δικαστήριο ως Αντιπρόσωπος Παιδιού) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2014. Όπως παρατηρώ, κατά την διάρκεια της εξέτασης αίτησης ασύλου της Αιτήτριας, είχε τη συνδρομή του εκπροσώπου της στις διαδικασίες εξέτασης ασύλου της. Ο Διευθυντής του Τμήματος Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας ενεργούσε ως κηδεμόνας της εν λόγω ανήλικης από την υποβολή της αίτησης της, ως εκπρόσωπος και συνδρομητής της στις διαδικασίες που προβλέπονται στον Νόμο και ως εκπρόσωπος/κηδεμόνας αυτης παρίστατο στην προσωπική συνέντευξή της. Δεν υπάρχει οτιδήποτε το μεμπτό στην διαδικασία που ακολουθήθηκε, ενώ με την απόρριψη του αιτήματος της και συνεπεία της ολοκληρωμένης ενημέρωσης της σε όλα τα στάδια της διαδικασίας υπάρχει και νομική εκπροσώπηση της στην παρούσα προσφυγή. Ειδικότερα από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου (στο εξής Δ.Φ.) της Αιτήτριας προκύπτουν τα εξής:
(α) με την υποβολή του αιτήματος ασύλου της Αιτήτριας ημερομηνίας 21/06/22 και/ή με την διαπίστωση ότι πρόκειται για ανήλικο πρόσωπο συμπληρώθηκε το ειδικό έντυπο «Referral Document for special needs for applicants of international protection» στη βάση του Άρθρου 9 ΚΔ(3)(α) του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025 (Ν.6(Ι)/2000) η οποία κατέδειξε μόνο ότι πρόκειται για ασυνόδευτο ανήλικο αλλά δεν προέκυψαν άλλες ειδικές ανάγκες υποδοχής της Αιτήτριας, δηλαδή πρόσωπο που έχει υποστεί βασανιστήρια ή άλλης μορφής ψυχολογικής ή φυσικής βίας (ερυθρά 7-6 Δ.Φ.). Ακολούθως, συμπληρώθηκε το ειδικό έντυπο «Βεβαίωση Αναγνώρισης/Διαπίστωσης Ευάλωτων προσώπων αιτητών διεθνούς προστασίας με ειδικές ανάγκες υποδοχής» στη βάση του Άρθρου 9 ΚΔ (6) του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025 (Ν.6(Ι)/2000) η οποία κατέδειξε ότι πρόκειται για ασυνόδευτη ανήλικη, καταγράφηκαν οι δηλώσεις της που συνδέονται με το αίτημα ασύλου της αλλά δεν διατυπώνονται οποιεσδήποτε ενέργειες για παραπομπή μόνο ότι είναι πιθανό θύμα βίας ως οι σχετικές δηλώσεις της (ερυθρά 15-11 και 29-26 Δ.Φ.). Περαιτέρω, ως σημειώνεται, ανέφερε ότι δεν έχει προβλήματα υγείας, μειονεξία ή ανικανότητα, διαταραχές ύπνου, αυτοκτονικές σκέψεις, δεν καπνίζει ή καταναλώνει αλκοόλ, ήταν συνεργάσιμη κατά την διαδικασία – ανέφερε δε ότι σκέφτηκε στο παρελθόν (2022) να κάνει κακό στον εαυτό της.
(β) από το πρακτικό συνέντευξης προκύπτει ότι κατά την διάρκεια ολόκληρης της διαδικασίας παρίστατο εκπρόσωπος/κηδεμόνας αυτής - λειτουργός Κοινωνικής Ευημερίας, ενώ έγινε ολοκληρωμένη και ενδελεχής ενημέρωση της για όλα τα στάδια της διαδικασίας, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της (ερυθρά 54 -42 Δ.Φ.).
(γ) κατά τη διάρκεια της προφορικής της συνέντευξης, υποβλήθηκαν στην Αιτήτρια επαρκείς ερωτήσεις για να περιγράψει τους λόγους που εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής της ενώ ακολουθήθηκε η ορθή διερευνητική διαδικασία. Δεν ασκήθηκε οποιαδήποτε πίεση, της παραχωρήθηκε διερμηνέας στην μητρική της γλώσσα, ήτοι Lingala. Υπάρχει δε υπογραφή της Αιτήτριας, εκπροσώπου/κηδεμόνα της και του διερμηνέα στο τέλος του εντύπου συνέντευξης με βάση τις οποίες επιβεβαιώνονται ότι οι πληροφορίες και απαντήσεις της Αιτήτριας που καταγράφηκαν στη συνέντευξη της αντικατοπτρίζουν τις δηλώσεις της και ότι έλαβε γνώση του περιεχομένου της (ερυθρό 42 Δ.Φ.).
(δ) σε κανένα σημείο από το πρακτικό της συνέντευξης προκύπτει ότι η Αιτήτρια δεν αντιλαμβανόταν την διαδικασία ή την οποιαδήποτε ερώτηση που θα μπορούσε να ζητήσει διευκρινίσεις από τον διερμηνέα (Βλέπε Abul Kalam Kalam ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2006) 3 Α.Α.Δ. 585). Ούτε προκύπτει, από τα ερωτήματα που τέθηκαν στην Αιτήτρια και από τις απαντήσεις που έδωσε, ο εξεταστής-λειτουργός της υπόθεσης να μην έλαβε υπόψη τις ατομικές της συνθήκες, που πιθανόν να επηρέαζαν σοβαρά τον τρόπο με τον οποίο βλέπει και παρουσιάζει τα γεγονότα που αφορούν την αίτησή της λόγω μνήμης, ηλικίας ή μορφωτικού επίπεδου. Εξάλλου, ούτε και στο στάδιο αξιολόγησης ευαλωτότητας διαπιστώθηκαν οποιεσδήποτε ενδείξεις που να αφορούν μη επαρκή συνεργασία, ανταπόκριση, αστάθεια λόγου και/ή οποιαδήποτε στοιχεία ψυχικής ή σωματικής μειονεξίας ή ανεπάρκειας.
Ούτε με την Γραπτή Αγόρευση παρουσιάζονται επαρκή στοιχεία που να τεκμηριώνουν ότι η διαδικασία που ακολουθήθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου δεν συμμορφώνεται με τις προϋποθέσεις του Νόμου. Από τα πρακτικά της συνέντευξης της Αιτήτριας προκύπτει ενημέρωση της σε σχέση με την προσωπική συνέντευξη της, η Υπηρεσία Ασύλου επέτρεψε στον εκπρόσωπο ή/και νομικό σύμβουλο να παρίσταται στην προσωπική συνέντευξη του ασυνόδευτου ανήλικου. Στην παρούσα υπόθεση δεν παρουσιάζονται ειδικοί λόγοι για τους οποίους επιβαλλόταν ο εκπρόσωπος/κηδεμόνας της Αιτήτριας να επέμβει κατά την συνέντευξη και/ή να συνδράμει στο να αποσαφηνιστούν οποιεσδήποτε λεπτομέρειες που τυχόν είχαν παραλειφθεί από την Αιτήτρια στις απαντήσεις της. Ούτε έχω εντοπίσει οποιοδήποτε διαδικαστικό σφάλμα ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου κατά την προφορική συνέντευξη της Αιτήτριας, ούτε προκύπτει από το περιεχόμενο του φακέλου της να παραβιάστηκε το δικαίωμά της να προβάλλει επαρκώς τους ισχυρισμούς της, όπως ο νομικός της εκπρόσωπος ισχυρίζεται. Διαπιστώνεται ότι δεν έχει ανατραπεί από τον συνήγορο της Αιτήτριας το τεκμήριο της κανονικότητας που διέπει διοικητικές πράξεις της διοίκησης, με βάση τη πάγια νομολογία. Δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε μαρτυρία επί των συγκεκριμένων λόγων ακύρωσης (περί μη τήρησης των διαδικαστικών εγγυήσεων που αφορούν ασυνόδευτους ανήλικούς) που να ανατρέπει τα όσα προκύπτουν από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου της Αιτήτριας και δη των πρακτικών της συνέντευξης. Όπως τονίστηκε στην Υπόθ.Αρ.801/1999, Μαυρονύχη v. Δημοκρατίας, ημερ.12/03/2001, η διοίκηση τεκμαίρεται πως λειτουργεί σύμφωνα με το Νόμο, εκτός όπου καθαρά αποδεικνύεται πως αυτό δεν συμβαίνει. Στην προκειμένη περίπτωση δεν προκύπτει από τα ενώπιον μου στοιχεία να έχουν επισυμβεί τα όσα υποδεικνύονται από την Αιτήτρια (Βλέπε Χριστίνα Μιχαηλίδου ν. Δημοκρατίας, (2009) 4 Α.Α.Δ. 929). Στο πλαίσιο δε της κανονικότητας των διοικητικών πράξεων, επί των οποίων υπάρχει μαχητό τεκμήριο, δεν νοείται ανατροπή του με τα όσα επιχειρηματολογεί η πλευρά της Αιτήτριας μέσω του συνηγόρου της. Στην προκειμένη περίπτωση, τηρήθηκε η νενομισμένη διαδικασία και της παραχωρήθηκε το δικαίωμα της δωρεάν βοήθειας διερμηνέα στην μητρική της γλώσσα (Lingala) και με το πέρας της συνέντευξης η αρμόδια λειτουργός, ο διερμηνέας και η ίδια η Αιτήτρια υπέγραψαν κάθε σελίδα της συνέντευξης. Στο τέλος του εντύπου της συνέντευξης, η Αιτήτρια υπέγραψε το εξής περιεχόμενο: «I the undersigned, confirm that all information in the transcript is true and accurate. I have fully understood in Lingala, which is a language that I fully understand, all the information provided by the competent officer regarding the asylum procedures, concerning my rights and obligations and the questions addressed to me. I confirm that the recorded responses accurately reflect my statements. Therefore, I declare that I do not wish to change any of my statements nor to question any of the information submitted in the interview» βεβαιώνοντας πως όσα καταγράφηκαν αντικατοπτρίζουν επακριβώς τις δηλώσεις της. Ο διερμηνέας δε, υπέγραψε το ακόλουθο περιεχόμενο: «I, the undersigned, certify that I have accurately and truthfully interpreted from Lingala to English language, all information and statements mentioned during the personal interview», πιστοποιώντας ότι έκανε ακριβή και ορθή μετάφραση της συνέντευξης από Lingala στην Αγγλική γλώσσα (ερυθρό 42 Δ.Φ.). Δεν προκύπτει η Αιτήτρια να μην αντιλαμβανόταν την διαδικασία ή την οποιαδήποτε ερώτηση, ούτε προκύπτει να ζήτησε διευκρινίσεις κατά την διερμηνεία μέσω του κηδεμόνα της που υπογράφει στο τέλος του πρακτικού της συνέντευξης. Ούτε προνοείται από τον Νόμο και/ή την νενομισμένη διαδικασία να υπάρχει προκαθορισμένη χρονική διάρκεια για την διενέργεια της συνέντευξης. Το χρονικό πλαίσιο μέσα στο οποίο διενεργήθηκε η συνέντευξη κρίνω ότι ήταν ικανοποιητικό υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης (Βλέπε σχετικά Υποθ. Αρ. 1694/11, Noel De Silva ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω 1. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, 2. Υπουργείου Εσωτερικών και Μετανάστευσης Επαρχιακό Γραφείο Τμήματος Αλλοδαπών και Μετανάστευσης, 3. Υπηρεσίας Ασύλου, ημερ.07/02/2014).
Απορρίπτεται και ο μη τεκμηριωμένος ισχυρισμός του νομικού εκπρόσωπου της Αιτήτριας για σύγκρουση συμφερόντων/αρμοδιοτήτων του λειτουργού ευημερίας λόγω της ταυτόχρονης ιδιότητας του ως κηδεμόνας, εκπρόσωπος της ασυνόδευτης ανήλικης Αιτήτριας και αρμόδια αρχή για την εφαρμογή των διατάξεων του περί Προσφύγων Νόμου ως κρατική αρχή. Το Δικαστήριο - όπως τέθηκε ο σχετικός ισχυρισμός - δεν μπορεί να αποφασίζει επί ακαδημαϊκών ερωτημάτων αλλά επί συγκεκριμένων νομικών και ουσιαστικών ζητημάτων που επέδρασαν ουσιαστικά στην κρίση της Υπηρεσίας Ασύλου και εν τέλει στο νομικό καθεστώς της Αιτήτριας. Με βάση δε τα όσα ορίζονται στην σχετική νομοθεσία και τα όσα καταγράφονται ανωτέρω ούτε μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι οι διαφορετικές ταυτόχρονα ιδιότητες/αρμοδιότητες των λειτουργών των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας είναι ασυμβίβαστές μεταξύ τους, ούτε φαίνεται (στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης) να οδήγησαν στην ανεπαρκή εκπροσώπησή της Αιτήτριας και/ή δυσμενούς επηρεασμού των δικαιωμάτων της κατά την εξέταση της αίτησης ασύλου της.
Εξάλλου, όλοι οι πιο πάνω ισχυρισμοί που αφορούν διαδικαστικές εγγυήσεις σε σχέση με ασυνόδευτους ανήλικους καθίστανται αλυσιτελείς και το Δικαστήριο εξετάζει πλέον την Αιτήτρια (ως κατωτέρω) ως ενήλικο πρόσωπο. Σχετική απόφαση επί τούτου είναι η ΕΔΔΠ 36/21, S.M. v Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, ημερομηνίας 16/09/25, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«Ο δεύτερος και τρίτος λόγος Έφεσης θα τύχουν κοινής εξέτασης, αφού ακρογωνιαίο λίθο τους συνιστά ο ισχυρισμός ότι, ο Εφεσείων όφειλε, κατά την άσκηση της κατ' ουσίαν εξέτασης της αίτησης του από το Δικαστήριο, να τύχει χειρισμού ως ασυνόδευτος ανήλικος, κάτι που δεν έγινε.
Η πιο πάνω θέση του Εφεσείοντα δεν μας βρίσκει σύμφωνους.
O (υποχρεωτικός) έλεγχος όχι μόνο νομιμότητας, αλλά και ορθότητας, ο οποίος διενεργείται στο πλαίσιο εξέτασης προσφυγής ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας συνίσταται στην προβλεπόμενη -στο Άρθρο 46.3 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ- πλήρη και ex nunc εξέταση της συγκεκριμένης ενώπιον του περίπτωσης. Ορίζεται, συγκεκριμένα, στο εν λόγω Άρθρο (με δική μας υπογράμμιση):
«Προκειμένου να τηρούν τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 1, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε η πραγματική προσφυγή να εξασφαλίζει πλήρη και ex nunc εξέταση τόσο των πραγματικών όσο και των νομικών ζητημάτων, ιδίως, κατά περίπτωση, εξέταση των αναγκών διεθνούς προστασίας σύμφωνα με την οδηγία 2011/95/ΕΕ, τουλάχιστον κατά τις διαδικασίες άσκησης ένδικου μέσου ενώπιον πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.»
Προς τούτο, το αρμόδιο Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το σύνολο των στοιχείων που του παρέχουν τη δυνατότητα να προβεί σε επικαιροποιημένη εκτίμηση της ενώπιον του περίπτωσης Ως αναφέρεται χαρακτηριστικά στην απόφαση του ΔΕΕ ημερ. 13.6.2024 στην Υπόθεση C-563/22 SN κ.ά., σκέψη 76, με δικές μας υπογραμμίσεις:
«76. Πράγματι, το ζήτημα αν η παρεχόμενη από την UNRWA προστασία ή συνδρομή έχει παύσει ως προς τον ανιθαγενή παλαιστινιακής καταγωγής πρέπει να εκτιμάται από την αρμόδια διοικητική αρχή βάσει εξατομικευμένης αξιολογήσεως όλων των κρίσιμων στοιχείων, σύμφωνα με το άρθρο 4 της οδηγίας 2011/95. Από το άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2011/95 προκύπτει ότι για την έκδοση αποφάσεως επί αιτήσεως διεθνούς προστασίας πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όλα τα συναφή στοιχεία που σχετίζονται με τη χώρα καταγωγής «κατά τον χρόνο λήψης απόφασης σχετικά με την αίτηση». Αφετέρου, βάσει του άρθρου 46, παράγραφος 3, της οδηγίας 2013/32, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να διαμορφώνουν το εθνικό τους δίκαιο κατά τρόπον ώστε η εκδίκαση των ενδίκων βοηθημάτων τα οποία αφορά η εν λόγω διάταξη να περιλαμβάνει «πλήρη και ex nunc» εξέταση, στοιχείο που προϋποθέτει ότι το αρμόδιο δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το σύνολο των στοιχείων που του παρέχουν τη δυνατότητα να προβεί σε επικαιροποιημένη εκτίμηση της συγκεκριμένης περιπτώσεως [πρβλ. απόφαση της 3ης Μαρτίου 2022, Secretary of State for the Home Department (Καθεστώς πρόσφυγα ανιθαγενούς παλαιστινιακής καταγωγής), C‑349/20, EU:C:2022:151, σκέψεις 54, 55 και 61.»
Η πιο πάνω επικαιροποίηση των δεδομένων (και των πραγματικών) της περίπτωσης δεν αφορά και δεν περιορίζεται, a priori τουλάχιστον, μόνο στα στοιχεία που θα ήταν τυχόν επωφελή για την αίτηση του προσφεύγοντα, αλλά άπτεται όλων των σχετικών παραμέτρων (και των προσωπικών δεδομένων του αιτούντος), ακόμα και αν τέτοια επικαιροποίηση θα οδηγούσε στην απόρριψη της αίτησης ασύλου. Εάν, επί παραδείγματι, κατά το στάδιο της διοικητικής εξέτασης η χώρα καταγωγής του αιτούντος δεν ήταν ασφαλής, αλλά κατέστη ασφαλής στο στάδιο της επί της ουσίας δικαστικής εξέτασης, αυτό το στοιχείο δεν δύναται να αγνοηθεί. Όπως, βεβαίως, ούτε η αντίστροφη περίπτωση. Το ζητούμενο είναι πάντα η διαπίστωση εφεξής ανάγκης παροχής διεθνούς προστασίας λόγω κινδύνου δίωξης (μελλοντοστραφούς, βλ. απόφαση Εφετείου ημερομηνίας 17.7.2025 στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 3/2024 KASUMILAMBU HENRY MULENDA v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, απόφαση Εφετείου ημερομηνίας 31.3.2025 στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 153/2023 RAAFAT ALFY NOUH KHALIL κ.α. v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ) και σε αυτό αποσκοπεί η ex nunc δικαστική εξέταση και η απαίτηση επικαιροποίησης των δεδομένων.
Οι δε ειδικές διαδικαστικές εγγυήσεις, μεταξύ αυτών και αυτές για ασυνόδευτους ανήλικους αιτητές που εδώ ενδιαφέρουν, είναι ως φανερώνει το ίδιο το λεκτικό τους, διαδικαστικές. Σκοπός τους είναι η εξασφάλιση της αποτελεσματικής εφαρμογής του (ουσιαστικού) δικαιώματος αναζήτησης και απόκτησης ασύλου λόγω δίωξης και γενικότερα του δικαιώματος παροχής διεθνούς προστασίας και είναι, ως εκ της φύσεως τους, εξισορροπητικές και αποκαταστατικές. Ήτοι, δεν αποσκοπούν να θέσουν τους δικαιούχους τέτοιων διαδικαστικών εγγυήσεων σε ευνοϊκότερη μοίρα και μεταχείριση σε σχέση με τους υπόλοιπους αιτητές διεθνούς προστασίας, αλλά, όσο το δυνατόν, σε ίση. Ως εκ τούτου, δεν αποτελούν αμετάβλητο και αναφαίρετο κεκτημένο ουσιαστικό δικαίωμα, άπαξ και ο λόγος παροχής τέτοιων διαδικαστικών εγγυήσεων δεν υφίσταται πλέον. Όπως, έχει επισυμβεί στην παρούσα περίπτωση, στην οποία, η ex nunc εξέταση της αίτησης του Εφεσείοντα από το Δικαστήριο έλαβε χώρα σε χρονικό διάστημα, κατά το οποίο ο Εφεσείων είχε ήδη ενηλικιωθεί (ως ορθά σημειώνει και το πρωτόδικο Δικαστήριο, ήδη κατά τη χρονική στιγμή καταχώρησης της Προσφυγής ο Εφεσείων ήταν ενήλικας), ως είναι αδιαμφισβήτητο από τα μέρη.»
Ανεξάρτητα, των πιο πάνω διαπιστώσεων αντλώντας τις εξουσίες που ορίζονται στο Άρθρο 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2026 (Ν.73(Ι)/2018), προχωρώ σε ουσιαστική εξέταση των στοιχείων του Δ.Φ. της Αιτήτριας. Η εξέταση της ουσίας της αίτησης ασύλου, των στοιχείων του φακέλου, των πηγών πληροφόρησης σε σχέση με την χώρα καταγωγής, των ουσιωδών ισχυρισμών της είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τους λόγους ακύρωσης μη δέουσας έρευνας, αιτιολογίας και πλάνης σε συνάρτηση με τους ισχυρισμούς για μη παροχή σε αυτήν του καθεστώτος πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας και/ή άπτονται ζητημάτων ουσίας της αίτησης τα οποία το Δικαστήριο εξετάζει συνδυαστικά και/ή στην ολότητα τους. Επιπλέον, εξετάζεται κατά πόσο στα πλαίσια της αξιολόγησης της αίτησης της (τότε στην Υπηρεσία Ασύλου) συνεκτιμήθηκαν παράγοντες όπως η βιολογική και αναπτυξιακή ηλικία του παιδιού, το φύλο, τυχόν ευάλωτη θέση του, η οικογενειακή του κατάσταση, η εκπαίδευση και η κατάσταση της σωματικής και διανοητικής του υγείας – ζητήματα που τυχόν επηρέασαν το γενικό πλαίσιο που αφορούν την εσωτερική της αξιοπιστία.
Η Αιτήτρια στην αίτησή της για διεθνή προστασία κατέγραψε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της επειδή δεχόταν απειλές από τον παππού της λόγω των θρησκευτικών της πεποιθήσεων, προβάλλοντας ότι επιθυμούσε να την μυήσει σε μαύρη μαγεία (ερυθρό 1 και μετάφραση αυτού ερυθρό 41 Δ.Φ.). Κατά τη διάρκεια της προφορικής της συνέντευξης και σε σχέση με τα στοιχεία του προσωπικού της προφίλ, δήλωσε ως τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής της την πόλη Kinshasa. Ως προς το οικογενειακό της πλαίσιο, δήλωσε ότι η μητέρα της απεβίωσε όταν η ίδια ήταν 3 ετών, και διέμενε με τον πατέρα της, την μητριά της (οι οποίοι απεβίωσαν το 2022) και τον ετεροθαλή αδερφό της. Ως προς το μορφωτικό της επίπεδο δήλωσε ότι ολοκλήρωσε 3 χρόνια δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, και ως προς την εργασιακή της πείρα ανέφερε ότι ουδέποτε εργάστηκε στη χώρα καταγωγής της (ερυθρά 51-47 Δ.Φ.). Αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους φέρεται να εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια δήλωσε ότι μετά τον θάνατο των γονιών της ο παππούς ενημέρωσε την ίδια και τον αδερφό της ότι θα είναι ο ίδιος υπεύθυνος για αυτούς, αλλά θα έπρεπε να εξασκούν μαύρη μαγεία. Σε περίπτωση άρνησής τους θα υπέφεραν ή θα πέθαιναν. Αρνήθηκαν προβάλλοντας τις χριστιανικές τους πεποιθήσεις, με τον ίδιο να απαντά ότι θα τους εξαναγκάσει. Τελικά αρνήθηκαν, με τον ίδιο να απειλεί ότι όπου και να πάνε θα τους βρει. Η ίδια διέφυγε στο δωμάτιό της, όπου την χτύπησε, την άφησε χωρίς φαγητό και την κλείδωσε. Ένα βράδυ την βίασε, και μετά από αυτό διέφυγε από παράθυρο το οποίο έσπασε και ζητιάνευε στους δρόμους. Πήγε στην εκκλησία, και ο πάστορας την μετέφερε σε νοσοκομείο, ενώ της είπε να μην επιστρέψει στο σπίτι μέχρι να βρεθεί λύση. Εν τω μεταξύ κοιμόταν στην αγορά, μέχρι που μία μέρα ο πάστορας την πήρε στην εκκλησία και της είπε να αναζητήσει προστασία γιατί βρίσκεται σε κίνδυνο (ερυθρά 47/1Χ και 46/2Χ Δ.Φ.).
Σε ερωτήσεις αναφορικά με την μαύρη μαγεία, η Αιτήτρια πρόβαλε ότι της λέχθηκε από τον παππού της ότι όποιος διαμένει στο σπίτι του θα πρέπει να κάνει ότι κάνει ο ίδιος, με την ίδια να αρνείται λόγω της θρησκείας της ως χριστιανή (ερυθρό 46/ 4Χ και 8Χ Δ.Φ.). Σε ερωτήσεις αναφορικά με τον φερόμενο βιασμό της, η Αιτήτρια ανέφερε ότι το περιστατικό έλαβε χώρα τον Μάρτιο, και κατά την επίσκεψη της στο νοσοκομείο υπεβλήθη σε εξέταση και της δόθηκαν παυσίπονα (ερυθρό 44/1Χ και 2Χ Δ.Φ.). Ερωτηθείσα αν ενημερώθηκε η αστυνομία για την επίθεση, η Αιτήτρια πρόβαλε ότι ο πάστορας αρνήθηκε δηλώνοντας ότι πρόκειται περί οικογενειακού ζητήματος, υποστηρίζοντας ότι ο παππούς της έχει παντού διασυνδέσεις (ερυθρό 44/4Χ και 5Χ Δ.Φ.). Σε ερώτηση αναφορικά με τις συνέπειες σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια δήλωσε ότι οι συνέπειες είναι πολλές και ίσως να πεθάνει (ερυθρό 43 Δ.Φ.). Επισημαίνεται ότι, μέσα από τα πρακτικά της συνέντευξης διαφαίνεται ότι η κηδεμόνας της Αιτήτριας δεν ήταν ενήμερη για την σεξουαλική κακοποίηση της παρά μόνο για κακομεταχείριση και παρενόχληση, ενώ σε ερώτηση αν η Αιτήτρια παρακολουθείται από ψυχολόγο, η κηδεμόνας απάντησε ότι παρακολούθησε μία συνεδρία και δεν επιθυμούσε να συνεχίσει (ερυθρά 46 και 44 Δ.Φ.).
Ο λειτουργός/εξεταστής στην έκθεση/εισήγησή του προέβη αρχικά στη διαπίστωση ότι η Αιτήτρια συνιστά ανήλικο πρόσωπο, καμία δε αμφιβολία επί τούτου δεν προέκυψε στο πλαίσιο εξέτασης της αίτησής της (ερυθρό 174 Δ.Φ.). Περαιτέρω, σχηματίστηκαν τρεις ουσιώδεις ισχυρισμοί. Ο πρώτος, ως προς την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και τα προσωπικά στοιχεία/προφίλ της Αιτήτριας, ισχυρισμός ο οποίος έγινε αποδεκτός (ερυθρό 132-131 Δ.Φ.).
Ο δεύτερος ισχυρισμός, ως προς τον ισχυριζόμενο εξαναγκασμό της Αιτήτριας να ενταχθεί σε αίρεση μαύρης μαγείας δεν έγινε αποδεκτός λόγω έλλειψης επαρκών πληροφοριών, απουσίας προσωπικού στοιχείου, ενώ οι εξηγήσεις της δεν χαρακτηρίστηκαν από ευλογοφάνεια. Ειδικότερα, η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να δώσει βασικές πληροφορίες όπως το όνομα της αίρεσης, τους λόγους που ο παππούς της ήθελε να ενταχθούν στην εν λόγω ομάδα, καθώς και τις πρακτικές μαύρης μαγείας που χρησιμοποιούν. Επιπρόσθετα, η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να τοποθετήσει χρονικά τα εν λόγω γεγονότα δηλώνοντας άγνοια ως προς τον χρόνο που έλαβαν χώρα, καθώς και τη διάρκεια που η ίδια διέμενε στο σπίτι του παππού της και το χρονικό διάστημα που πέρασε στους δρόμους (ερυθρά 130-129 Δ.Φ.). Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, ο λειτουργός έκρινε ότι τα όσα ανέφερε η Αιτήτρια στη συνέντευξη της αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός της και δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν την οποιαδήποτε ανάλυση των εν λόγω δεδομένων μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης. Συνεπώς, λόγω έλλειψης επαρκών πληροφοριών, ευλογοφάνειας και προσωπικού στοιχείου, ο συγκεκριμένος ισχυρισμός απορρίφθηκε (ερυθρά 130-128 Δ.Φ.).
Αναφορικά με τον τρίτο ισχυρισμό, ως θύμα βιασμού, επίσης απορρίφθηκε ως εσωτερικά αναξιόπιστος. Ειδικότερα, ως καταγράφεται στην έκθεση/εισήγηση η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να δώσει ικανοποιητικές και επαρκείς πληροφορίες, ενώ υπέπεσε σε αντιφάσεις. Συγκεκριμένα, στο αίτημα διεθνούς προστασίας που υπέβαλε δεν έγινε καμία αναφορά στον εν λόγω ισχυρισμό. Κληθείσα να αποσαφηνίσει την συγκεκριμένη παράλειψη δήλωσε απλά ότι το ανέφερε, χωρίς να παραθέσει περαιτέρω εξηγήσεις. Επιπρόσθετα, η Αιτήτρια δεν παρείχε επαρκείς πληροφορίες αναφορικά με το συγκεκριμένο περιστατικό, την ιατρική περίθαλψη που έλαβε, ενώ σύμφωνα με τις δηλώσεις της δεν έγινε οποιαδήποτε καταγγελία στην αστυνομία. Τέλος, σε ερωτήσεις αναφορικά με την διαφυγή της από το σπίτι, και την παραμονή της στον δρόμο, όπου σύμφωνα με τα λεγόμενά της δεν της έχει συμβεί οτιδήποτε∙ κληθείσα να σχολιάσει επί αυτού ανέφερε με αόριστο τρόπο ότι ίσως την έψαχνε (ο παππούς της). Το γεγονός ότι εξακολουθούσε να διαμένει στην ίδια περιοχή χωρίς να της έχει συμβεί οτιδήποτε, κρίθηκε ότι υποβιβάζει τον πυρήνα του αιτήματός της και υποσκάπτει την εσωτερική αξιοπιστία των ισχυρισμών της. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία κρίθηκε ότι τα όσα ανέφερε η Αιτήτρια στη συνέντευξη της αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός της και δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν την οποιαδήποτε ανάλυση των εν λόγω δεδομένων μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης. Ως εκ τούτου, ο ανωτέρω ισχυρισμός απορρίφθηκε (ερυθρά 127-126 Δ.Φ.).
Σημειώνεται ότι λήφθηκε υπόψη η ηλικία της Αιτήτριας κατά το χρόνο που έλαβαν χώρα τα φερόμενα περιστατικά, που κατά τους ισχυρισμούς της την ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα της (ερυθρό 128 Δ.Φ.). Συνεπώς, η θέση του συνηγόρου της Αιτήτριας ότι κατά την αξιολόγηση, ο λειτουργός δεν έλαβε υπόψη τις ιδιαίτερες περιστάσεις της ως ανήλικο πρόσωπο είναι αβάσιμη. Στο ερυθρό 134 Δ.Φ. καταγράφεται ρητά ότι συνιστά ανήλικο πρόσωπο και η έκθεση/εισήγηση γίνεται με γνώμονα το δεδομένο της ανηλικότητας και ορίου ηλικίας της Αιτήτριας. Πέραν τούτου, σημαντικά στοιχεία της υπό εξέταση περίπτωσης είναι το γεγονός ότι (α) λήφθηκαν δεόντως υπόψη από τον λειτουργό η ηλικία και το μορφωτικό επίπεδο της Αιτήτριας, (β) δεν τεκμηριώθηκε ότι ανήκει σε οποιαδήποτε ομάδα και/ή οργάνωση στην χώρα καταγωγής της που να κινδυνεύει με δίωξη από τις αρχές της χώρα της ή άλλες οργανώσεις/ομάδες που ελέγχουν τμήμα ή έδαφος της χώρας της, και (γ) οι ερωτήσεις ήτο απλές, κατανοητές με τρόπο που η Αιτήτρια να τις αντιλαμβάνεται πλήρως. Από πουθενά δεν συνάγεται ότι ο εκπρόσωπος και κηδεμόνας της Αιτήτριας θα έπρεπε να διακόψει τη συνέντευξη και να παρέμβει στη διαδικασία, ενώ έδωσε πλήρεις και ικανοποιητικές απαντήσεις σε σχέση με τα στοιχεία ταυτοποίησης/χώρα/περιοχή διαμονής της με αποτέλεσμα να γίνει αποδεκτό αυτό το μέρος του αιτήματος της. Απέτυχε να τεκμηριώσει τους λόγους που επικαλείται ότι εγκατέλειψε την χώρα της λόγω εσωτερικής αναξιοπιστίας αυτής, ειδικότερα λόγω της ανεπάρκειας βασικών πληροφοριών, ασάφειας και έλλειψης περιγραφικής λεπτομέρειας οι οποίες διέπουν τις δηλώσεις της αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους φέρεται να εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της.
Μετά από συνολική αξιολόγηση του αφηγήματος της Αιτήτριας, των όσων τέθηκαν ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου υπό μορφή δηλώσεων, διαπιστώνω ότι η αξιοπιστία της επί της ουσίας του αιτήματος της, δεν τεκμηριώνεται. Οι συνθήκες δίωξης της, οι περιγραφές των πρωταγωνιστών του αφηγήματος της και η μη τεκμηρίωση βιωματικών στοιχείων αποδυναμώνουν σημαντικά τους δείκτες αξιοπιστίας της στο σύνολό τους. Η πλήρης εικόνα που διαμορφώνεται μέσω των στοιχείων του φακέλου της, κατόπιν ορθολογικής ανάλυσης και δίκαιης στάθμισής τους[1], ανεξαρτήτως της ανηλικότητας της, επιβεβαιώνει τα συμπεράσματα της λειτουργού (Άρθρο 18 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2026, (Ν.6(Ι)/2000), επίσης Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων, Μάρτιος 2015 και Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System της EUAA, February 2023, σελ.57-72, 103-112, 120-131 επίσης, § 205 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Ούτε σε διευκρινιστικές ερωτήσεις για αριθμό ζητημάτων ήταν ικανή να παράσχει επαρκείς απαντήσεις[2] λαμβάνοντας υπόψη και το νεαρό της ηλικίας της αλλά ούτε θα μπορούσε να τύχει του ευεργετήματος της αμφιβολίας το οποίο δίνεται μόνο όταν έχουν προσκομισθεί όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία και όταν ο εξεταστής είναι γενικά ικανοποιημένος από την αξιοπιστία του αιτούντα (Βλέπε §204 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Από τα γεγονότα της περίπτωσης της σε συνάρτηση με τα στοιχεία του φακέλου και τις αιτιάσεις της δεν προκύπτει να συντρέχουν στο πρόσωπο της εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά κριτήρια που μπορούν να στοιχειοθετήσουν το γεγονός ότι εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής της και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτή λόγω δικαιολογημένου φόβου δίωξης (§37-38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Δεν έπεισε για το υπαρκτό των απειλών ή οιανδήποτε μορφής δίωξη. Ούτε τεκμηριώνεται ότι ανήκει σε οποιαδήποτε πολιτική, θρησκευτική, εθνική, στρατιωτική ή κοινωνική οργάνωση ή ομάδα στη χώρα καταγωγής της που να αντιμετωπίζει δίωξη, ενώ σε περίπτωση επιστροφής της δεν θα αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα από τις αρχές της χώρας της. Δεν έχει τεκμηριώσει με τις αιτιάσεις της ότι έχει καταδικασθεί, συλληφθεί, ή καταζητείται είτε από τις αρχές της χώρας της είτε από άλλους φορείς δίωξης (Βλέπε Άρθρα 3Α και 3Β του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2026, (Ν.6(Ι)/2000). Ούτε το γεγονός ότι εγκατέλειψε σε νεαρή ηλικία την χώρα της μπορεί να οδηγήσει σε τέτοιας έκτασης μεταβολής/απόκλισης των πληροφοριών που θα μπορούσε να διαθέσει ενώπιον των αρχών και ενώπιον εν τέλει του Δικαστηρίου ως ενήλικο πρόσωπο πλέον. Σύμφωνα με τον πρακτικό οδηγό της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης Ασύλου για την αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων,[3] - κατά την εξέταση της αξιοπιστίας των αποδεικτικών στοιχείων που υποστηρίζουν τα ουσιαστικά γεγονότα, ο υπεύθυνος της υπόθεσης θα πρέπει να έχει υπόψη του ότι η ατομική θέση και οι προσωπικές συνθήκες του αιτούντος ενδέχεται να επηρεάσουν σοβαρά τον τρόπο με τον οποίο ο αιτών βλέπει και παρουσιάζει τα γεγονότα που αφορούν την αίτησή του - ανάμεσα στους παράγοντες που πρέπει να ληφθούν υπόψη είναι η μνήμη, η ηλικία και το μορφωτικό επίπεδο. Αποτελεί μεν καθήκον της αρμόδιας αρχής (και του Δικαστηρίου) να αξιολογεί σε συνεργασία με τον αιτούντα τα συναφή στοιχεία της αίτησής του και/ή ότι αυτή η ευθύνη μοιράζεται μεταξύ του λειτουργού και του αιτούντα[4], αυτό όμως δεν αναιρεί την υποχρέωση του να υποβάλει το συντομότερο δυνατό όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την τεκμηρίωση της αίτησης, ήτοι δηλώσεις/έγγραφα που έχει στη διάθεσή του σχετικά με την ηλικία, το προσωπικό ιστορικό, καθώς και το ιστορικό των οικείων συγγενών του, την ταυτότητα, την ιθαγένεια, τη χώρα και το μέρος προηγούμενης διαμονής του, τις προηγούμενες αιτήσεις ασύλου, το δρομολόγιο που ακολούθησε, το δελτίο ταυτότητας και τα ταξιδιωτικά του έγγραφα και τους λόγους για τους οποίους ζητεί διεθνή προστασία και/ή ότι εναπόκειται πρώτα στον ίδιο τον αιτούντα να έχει καταβάλει πραγματική προσπάθεια να τεκμηριώσει την αίτησή του. Από το πρακτικό της συνέντευξης δεν διακρίνω δηλώσεις της Αιτήτριας που να την καθιστούσαν ανίκανη να ανακαλέσει ικανοποιητικά τα περιστατικά του παρελθόντος ως ανήλικη και/ή να υπήρχαν στοιχεία ευαλωτότητας και ως εκ τούτου κρίνω ότι θα αναμενόταν να είναι σε θέση να παραθέσει επαρκείς και σαφείς πληροφορίες αναφορικά με τον πυρήνα του αιτήματός της. Επομένως, η κατάληξη της Υπηρεσίας Ασύλου είναι αιτιολογημένη, λήφθηκε μετά από δέουσα έρευνα και στα πλαίσια του Νόμου καθότι από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον της και από τις παραστάσεις της Αιτήτριας δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2026, (Ν.6(Ι)/2000). Ούτε στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας προσκομίστηκε στο Δικαστήριο οποιαδήποτε μαρτυρία για αξιολόγηση και για να ενισχυθεί το αίτημα της Αιτήτριας και/ή ούτε ανατράπηκε το τεκμήριο αναξιοπιστίας των ισχυρισμών της (Βλέπε Sportsman Betting Co. Limited v. Κυπριακής Δημοκρατíας (2000) 3 Α.Α.Δ. 591, Α.Ε. 49/2012, Σάββα ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 07/02/2018) το οποίο μέσω της συνέντευξης κρίθηκε ως μη τεκμηριωμένο, αλλά αρκέστηκε στα όσα καταγράφηκαν κατά την συνέντευξη. Οι δε ισχυρισμοί/γεγονότα που καταγράφονται από την Αιτήτρια μέσω της Γραπτής Αγόρευσης και δεν εντοπίζονται στα πρακτικά της συνέντευξης της και/ή μέσω του Δ.Φ. δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά, καθότι η Γραπτή Αγόρευση δεν αποτελεί μέσο προσαγωγής μαρτυρίας (Βλέπε Σταύρου κ.ά. ν. Δημοκρατίας (1989) 3 Α.Α.Δ. 1023 και Ευθυμίου ν. Δημοκρατίας (1997) 3 Α.Α.Δ. 281, Ρούσος ν. Ιωαννίδης κ.ά. (1999) 3 Α.Α.Δ. 549, Ζαβρός ν. Δημοκρατίας (1989) 3 Α.Α.Δ. 106).
Ούτε η περίπτωση της Αιτήτριας εμπίπτει στις προϋποθέσεις παροχής σε αυτήν καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας. Ο λειτουργός εξέτασε κατά πόσο η Αιτήτρια θα υπόκειτο σε περίπτωση επιστροφής της στην χώρα καταγωγής της σε οποιαδήποτε τέτοια σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη ως προσδιορίζεται στο Άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2026, (Ν.6(Ι)/2000) και κατέληξε ότι τέτοιος κίνδυνος δεν υφίσταται (ερυθρό 123 Δ.Φ.). Ουδείς εκ των ισχυρισμών που πρόβαλε τεκμηριώνει την ύπαρξη ουσιωδών λόγων ώστε να πιστεύεται ότι η ίδια προσωπικά, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής της, θα υποβληθεί σε κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης ή σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, βάσει του Άρθρου 19(2), εδάφια (α) και (β), του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2026, (Ν. 6(Ι)/2000). Στο πλαίσιο αξιολόγησης κινδύνου, κρίθηκε από την λειτουργό πως δεν προκύπτουν εύλογοι λόγοι να πιστεύεται ότι σε περίπτωση επιστροφής της θα βρεθεί αντιμέτωπη με πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης ή βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης. Ειδικά δε ως προς το σκέλος της διακινδύνευσης λόγω βίας ασκούμενης αδιακρίτως σε καταστάσεις ένοπλης σύρραξης, κατόπιν έρευνας του Δικαστηρίου (στη βάση των εκ του Νόμου εξουσιών του), προκύπτει από πρόσφατες και έγκυρες πληροφορίες από εξωτερικές πηγές αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στην πόλη Kinshasa, τόπο καταγωγής και τελευταίας συνήθους διαμονής της Αιτήτριας ότι η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (ΛΔΚ) εμπλέκεται σε κάποιες μη διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις (NIAC) εντός των εδαφών της εναντίον αριθμού ενόπλων ομάδων στις περιοχές Ituri, Kasai και Kivu.[5] Επιπρόσθετα, Έκθεση (2023) της Διεθνούς Αμνηστίας για τη ΛΔΚ αναφέρει ότι δεκάδες ένοπλες ομάδες παρέμειναν ενεργές, κυρίως στις ανατολικές επαρχίες Ituri, Nord-Kivu και Sud-Kivu.[6] Στην Kinshasa, όμως, δεν επικρατούν συνθήκες εσωτερικής σύρραξης και η κατάσταση ασφαλείας χαρακτηρίζεται ως σταθερή. Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, στην πρωτεύουσα Kinshasa της ΛΔΚ, τόπος συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 12/09/2025), καταγράφηκαν 35 περιστατικά πολιτικής βίας[7] τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 35 απώλειες σε ανθρώπινες ζωές.[8] Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της πρωτεύουσας Kinshasa εκτιμάται ότι ανέρχεται στα 17,778,500 (2025) κατοίκους.[9] Εκ των ανωτέρω, καθίσταται κατανοητό ότι ο προαναφερόμενος αριθμός θανάτων στην εν λόγω περιοχή από περιστατικά ασφαλείας δεν ανέρχεται σε τόσο υψηλά επίπεδα σε σχέση με τον συνολικό πληθυσμό, έτσι ώστε η κατάσταση στην εν λόγω περιοχή να μπορεί να χαρακτηριστεί ως ένοπλη σύρραξη επιφέρουσα συνθήκες αδιακρίτως ασκούμενης βίας. Βάσει των ανωτέρω ποσοτικών και ποιοτικών πληροφοριών, δεν προκύπτει ότι στον τόπο τελευταίας διαμονής της Αιτήτριας λαμβάνει χώρα διεθνής ή εσωτερική ένοπλη σύρραξη εντός του πλαισίου του Άρθρου 19(2)(γ) του Περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2026, (Ν.6(Ι)/2000) ούτε υφίσταται αδιάκριτη βία και ως εκ τούτου, παρέλκει περαιτέρω διερεύνηση των προσωπικών της περιστάσεων του για λόγους εφαρμογής της «αναπροσαρμοσμένης κλίμακας» όπως αυτή απορρέει από τη Νομολογία του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκής Ένωσης[10] - που έχει προτείνει το Δικαστηρίου Ευρωπαϊκής Ένωσης στις αποφάσεις Elgafaji[11] και Diakité[12].
Ούτε, όμως, τα ατομικά χαρακτηριστικά και στοιχεία της Αιτήτριας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι με την επιστροφή της θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη ή δίωξη. Ο συνήγορος της Αιτήτριας εστιάζει στο δεδομένο ότι αποτελεί πλέον ενήλικη νεαρή γυναίκα μόνη χωρίς υποστηρικτικό δίκτυο, στοιχείο που θα πρέπει να οδηγήσει σε παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας βάσει πηγών πληροφόρησης και/ή ως μέλος ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας. Η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες στις Οδηγίες της σχετικά με τη δίωξη λόγω γένους[13] αναφέρει στην ανάλυσή της για την ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα:
«[…] παρ. 30. Κατ’ ακολουθία, το φύλο μπορεί να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της κατηγορίας της κοινωνικής ομάδας. Οι γυναίκες αποτελούν ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα κοινωνικής υπο-ομάδας που καθορίζεται από έμφυτα και ανεπίδεκτα αλλαγής γνωρίσματα και συχνά απολαμβάνουν μεταχείριση διαφορετική από αυτή των αντρών. Τα χαρακτηριστικά τους τις ξεχωρίζουν ως κοινωνική ομάδα και σε κάποιες χώρες υπομένουν διαφορετικά κριτήρια και επίπεδο μεταχείρισης.»
Η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Υποστήριξης για το Άσυλο (EASO) στις Κατευθυντήριες γραμμές της σχετικά με την ιδιότητα μέλους ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας[14] καταγράφει:
«Οι πράξεις που μπορούν να χαρακτηρισθούν ως πράξεις δίωξης σύμφωνα με την παράγραφο 1 μπορούν μεταξύ άλλων να έχουν τη μορφή: [...] πράξεων που στοχεύουν το φύλο ή τα παιδιά. Σε ορισμένες κοινωνίες, υπάρχουν νόμοι οι οποίοι εισάγουν διακρίσεις εις βάρος των γυναικών λόγω του φύλου τους και μόνο ή κοινωνικές πρακτικές οι οποίες εισάγουν διακρίσεις εις βάρος των γυναικών. Η ύπαρξη νομοθεσίας ή πρακτικής εισάγουσας δυσμενή διάκριση δεν αποδεικνύει αφ’ εαυτής την ύπαρξη ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας, αλλά αποτελεί ένδειξη η οποία χρήζει περαιτέρω αξιολόγησης στο πλαίσιο της χώρας καταγωγής· πόσο κρίσιμη είναι η νομοθεσία για την αντίληψη του περιβάλλοντος κοινωνικού χώρου περί διαφορετικής ταυτότητας, πώς εφαρμόζεται η νομοθεσία και πώς επηρεάζει διαφορετικά τις γυναίκες. Συχνά απαιτούνται και άλλα χαρακτηριστικά για να διαπιστωθεί ότι πληρούται το κριτήριο της «ιδιαίτερης ταυτότητας», όπως η περιοχή καταγωγής, η εθνοτική ομάδα ή/και η κοινωνική κατάσταση».
Η 4η Επιτροπή Προσφυγών σε απόφαση της ημερομηνίας 14/01/22 χορήγησε επικουρική προστασία[15] σε προσφεύγουσα από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό λαμβάνοντας υπόψη όμως τις συνθήκες, τις οποίες θα κληθεί να αντιμετωπίσει η προσφεύγουσα, σε συνδυασμό με την απουσία επαρκούς νομοθετικού συστήματος ίσης μεταχείρισης των φύλων και την απουσία αποτελεσματικού συστήματος προστασίας όπως:
«[…]ότι η προσφεύγουσα είναι γυναίκα, μόνη, χωρίς υποστηρικτικό δίκτυο, πάσχουσα από απόλυτη αδυναμία κίνησης και με ψυχολογικά προβλήματα, άνεργη, χωρίς εκπαίδευση, ανέστια, χωρίς ιδιοκτησία ή άλλη περιουσία, η δε Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό συντηρεί μια κατάσταση εχθρική προς τις γυναίκες, που καθιστά ιδιαίτερα δύσκολη την αξιοπρεπή επιβίωση της προσφεύγουσας με το ως άνω προφίλ. Ειδικότερα, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη ότι από τις παρατεθείσες ανωτέρω διεθνείς πηγές προκύπτει ότι οι γυναίκες μόνες και χωρίς ισχυρό υποστηρικτικό οικογενειακό ή συγγενικό δίκτυο γυναίκες, με σοβαρά προβλήματα υγείας, όπως η προσφεύγουσα, σε περίπτωση επιστροφής τους στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, κινδυνεύουν να αντιμετωπίσουν σοβαρές παρενοχλήσεις και παραβιάσεις των δικαιωμάτων τους από πολίτες της χώρας στο πλαίσιο των κρατουσών κοινωνικών αντιλήψεων και πρακτικών, ενώ, παράλληλα, έχουν ιδιαίτερα περιορισμένες ευκαιρίες για εύρεση εργασίας και έρχονται αντιμέτωπες με υψηλότατα ποσοστά ανεργίας ακριβώς λόγω του ότι είναι μόνες. Εξάλλου, αναφέρονται έντονες διακρίσεις εναντίον των γυναικών, ιδίως εκείνων που διαβιούν μόνες, ενώ, από τις ανωτέρω πληροφορίες προκύπτει ότι σε αστικές περιοχές, όπως στην Κινσάσα, όπου ζούσε η προσφεύγουσα, οι γυναίκες έχουν πολύ λιγότερες εργασιακές ευκαιρίες σε σχέση με τους άνδρες, μάλιστα δε, οι λιγοστές διαθέσιμες σε αυτές θέσεις εργασίας δεν αμείβονται ισάξια λόγω των παραδοσιακών πρακτικών και αντιλήψεων εναντίον τους. Ενόψει των ανωτέρω, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες, τις οποίες θα κληθεί να αντιμετωπίσει η προσφεύγουσα, σε συνδυασμό με την απουσία επαρκούς νομοθετικού συστήματος ίσης μεταχείρισης των φύλων, την έλλειψη μέτρων κολασμού της διακριτικής μεταχείρισης και την απουσία αποτελεσματικού συστήματος προστασίας και ένταξης των γυναικών με το προφίλ της προσφεύγουσας, ήτοι γυναίκας μόνης, με σοβαρά προβλήματα υγείας, άνεργης, χαμηλού μορφωτικού επιπέδου και στερούμενης υποστηρικτικού δικτύου, η Επιτροπή κρίνει ότι η προσφεύγουσα κινδυνεύει να εκτεθεί σε αναξιοπρεπείς συνθήκες ζωής στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό και ευρισκόμενη σε αδύναμη θέση και άνευ ικανού προστατευτικού δικτύου να υποστεί σοβαρή βλάβη, υπό την έννοια της απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης (περ. β΄ του άρθρου 15 του ν. 4636/2019).»
(ο τονισμός δικός μου)
Η Αιτήτρια, όμως, δεν συγκεντρώνει θεωρώ όλα αυτά τα χαρακτηριστικά που καθιστούν αδύνατη και/ή επικίνδυνη την επιστροφή της. Καταρχάς η Αιτήτρια είναι νεαρή, υγιής, χωρίς ψυχική ή νοητική ή σωματική ανικανότητα ή μειονεξία και ο δε ισχυρισμός της για απουσία υποστηρικτικού δικτύου στην χώρα της αμφισβητείται και/ή δεν επιβεβαιώνεται και/ή καταρρίπτεται. Ο ισχυρισμός δίωξης της προερχόμενος από τον παππού της κρίθηκε ως ανωτέρω εσωτερικά αναξιόπιστος, συνεπώς, η θέση του συνηγόρου της, για μη ύπαρξη υποστηρικτικού οικογενειακού δικτύου στην χώρα της, δεν γίνεται αποδεκτός. Εγείρονται δε και σοβαρές αμφιβολίες για το κατά πόσο απεβίωσαν οι γονείς της το 2022, καθότι κανένα στοιχείο προσκόμισε ως προς αυτόν τον ισχυρισμό της. Απουσιάζουν, συνεπώς, θεωρώ στοιχεία ευαλωτότητας, μη ύπαρξης οικογενειακού δικτύου ή δίωξης που να την εντάσσουν σε ιδιαίτερη ομάδα της κοινωνίας. Γενικά πράξεις δίωξης σε σχέση με μία ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα μπορεί να αποτελεί σημαντικό στοιχείο για παροχή προστασίας, ωστόσο, αυτό δεν μπορεί να οδηγήσει πάντα στο συμπέρασμα ότι όλα τα πρόσωπα που απαρτίζουν αυτήν την ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα θα εκτεθούν σε πράξεις δίωξης στη χώρα καταγωγής και/ή ότι εν τέλει μπορούν να συμπεριληφθούν σε αυτή την κατηγορία προσώπων ή κοινωνικής ομάδας.
Ούτε γίνονται αποδεκτοί οι γενικοί ισχυρισμοί ότι η απόφαση επιστροφής παραβιάζει την αρχή της μη επαναπροώθησης και/ή των διατάξεων των Άρθρων 2 και 3 της ΕΣΔΑ. Από τα πιο πάνω στοιχεία της υπόθεσης εκτιμήθηκε και μετά από αναθεωρημένο έλεγχο του Δικαστηρίου ότι σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής, δεν θα αντιμετωπίσει οιαδήποτε μορφής δίωξη, θανατική ποινή, βασανιστήρια ή άλλη απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία - ούτε με βάση την πιο πάνω ανάλυση προκύπτει δίωξη της λόγω φύλου, φυλής, θρησκείας, ιθαγένειας, ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων. Δεν υποδεικνύονται άλλοι ισχυρισμοί που να συναρτώνται με την αρχή της μη επαναπροώθησης που να χρήζουν περαιτέρω εξέτασης εκτός των πλαισίων που αφορούν το αίτημα χορήγησης καθεστώτος πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας. Εξάλλου, η Αιτήτρια έχει πλέον ενηλικιωθεί και τυχόν διαδικασίες που θα ακολουθηθούν από τις αρμόδιες αρχές δεν θα αφορούν πλέον ανήλικο πρόσωπο. Σημειώνεται σε αυτό το σημείο ότι υπάρχει εκτενέστατη αξιολόγηση όλων των συναφών δηλώσεων της σε συνάρτηση και με εξωτερικές πηγές πληροφόρησης όπου αυτό ήταν απαραίτητο και εφικτό. Υπάρχουν δε εκτεταμένες καταγραφές του λειτουργού για την κατάσταση ασφαλείας στη χώρα της Αιτήτριας σε συνάρτηση με τις προσωπικές της συνθήκες σημειώνοντας ταυτόχρονα ότι δεν υπάρχει εύλογη αιτία να πιστεύεται πως σε περίπτωση επιστροφής θα αντιμετωπίσει οποιοδήποτε ζήτημα και/ή δεν υπάρχει βάσιμος φόβος και/ή μελλοντοστραφής κίνδυνος και/ή οιανδήποτε μορφή δίωξης ή βλάβης (Βλέπε εγχειρίδιο EASO «Δικαστική Ανάλυση του (2018) Προϋποθέσεις Χορήγησης Διεθνούς Προστασίας (Οδηγία 95/2011/ΕΕ). Δεν έχουν τεκμηριωθεί από την Αιτήτρια στα πλαίσια του αιτήματος της λόγοι δίωξης υπό το πρίσμα όλων των σχετικών περιστάσεων της υπόθεσης, δεν έχει τεκμηριωθεί ύπαρξη φορέα δίωξης, ούτε τα στοιχεία (δηλώσεις) που υπέβαλε η Αιτήτρια έγιναν δεκτά ως αξιόπιστα με αποτέλεσμα να καταδεικνύεται το αβάσιμο της αίτησης διεθνούς προστασίας. Ούτε τα όσα παραθέτει ο συνήγορος της Αιτήτριας μέσω πηγών πληροφόρησης που δεν συνδέονται εξατομικευμένα με τις δηλώσεις και με το αίτημα της Αιτήτριας (το οποίο κρίθηκε εσωτερικά αναξιόπιστο) μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι πράγματι η ενδιαφερόμενη αποτελεί αντικείμενο πράξεων διώξεως – ειδικά με τις ανεπαρκείς, μη ευλογοφανείς (με μαύρη μαγεία και βιασμού από τον παππού της) δηλώσεις της.
Με βάση όλα τα ανωτέρω ήτοι των στοιχείων του φακέλου της Αιτήτριας και της έκθεσης/εισήγησης του λειτουργού η οποία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της απόφασης του εξουσιοδοτημένου από τον Υπουργό Εσωτερικών αρμόδιου λειτουργού, όπως επίσης και από το σύνολο της όλης διοικητικής ενέργειας το Δικαστήριο μετά από έλεγχο νομιμότητας/ορθότητας και πραγματικό έλεγχο των περιστάσεων της Αιτήτριας, όπως αναλύεται ανωτέρω, καταλήγει στο ίδιο εύρημα (της αρμόδιας διοικητικής αρχής) ότι δηλαδή δεν μπορεί να της αναγνωριστεί το καθεστώς του πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας και/ή δεν έχει τεκμηριωθεί ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000).
Για όλους τους πιο πάνω λόγους η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται, χωρίς ωστόσο οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα λόγω της ιδιαιτερότητας της περίπτωσης (ήτοι πρόκειται για ανήλικο πρόσωπο κατά τον χρόνο υποβολής αίτησης ασύλου).
Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.
Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Βλέπε High Court (Ανώτερο Δικαστήριο) (Ιρλανδία), IR κατά Minister for Justice Equality & Law Reform & anor, [2009] IEHC 353.
[2] EYAA, Evidence and Credibility Assessment in the Context of the Common European Asylum System, Judicial Analysis 2nd Edition, February 2023, σελ.122-123
[4] Οδηγία 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας (αναδιατύπωση)
[5] War Watch, Geneva Academy of International Humanitarian Law and Human Rights, Armed Conflicts in Democratic Republic of the Congo, Reporting Period: July 2024 – June 2025, https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-democratic-republic-of-the-congo/ [Ημερομηνία Πρόσβασης: 13/03/2026]
[6] Amnesty International, Democratic Republic of the Congo 2023, https://www.amnesty.org/en/location/africa/east-africa-the-horn-and-great-lakes/democratic-republic-of-the-congo/report-democratic-republic-of-the-congo/ [Ημερομηνία Πρόσβασης: 13/03/2026]
[7] Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, η Πολιτική Βία (Political Violence) περιλαμβάνει τις ακόλουθες κατηγορίες περιστατικών: Βία κατά Αμάχων (Violence Against Civilians), Μάχες (Battles), Ταραχές (Riots), Εκρήξεις/Απομακρυσμένη Βία (Explosions/Remote Violence), Διαδηλώσεις (Protests).
[8] ACLED - DISAGGREGATED DATA COLLECTION - ANALYSIS & CRISIS MAPPING PLATFORM, The Armed Conflict Location & Event Data Project, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής στον ακόλουθο διαδικτυακό σύνδεσμο https://acleddata.com/platform/explorer (βλ. πλατφόρμα Explorer, με χρήση των ακόλουθων στοιχείων ανάλυσης: METRIC: Event Counts/Fatality Counts, EVENT CATEGORIES: Political Violence, DATE RANGE: Past Year of ACLED Data, COUNTRY: Democratic Republic Congo, Kinshasa) [Ημερομηνία Πρόσβασης: 13/03/2026]
[9] World Population Review, https://worldpopulationreview.com/cities/dr-congo/kinshasa [Ημερομηνία Πρόσβασης: 13/03/2026]
[10] EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική Ανάλυση, Νοέμβριος 2014, σελ. 26 - 1.6.2. έννοια της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας»
[11]Απόφαση του ΔΕΕ (τμήμα μείζονος συνθέσεως) της 17/02/2009 στην υπόθεση C-465/07, Meki Elgafaji και Noor Elgafaji κατά Staatssecretaris van Justitie,
[12] Απόφαση του ΔΕΕ της 30/01/2014 στην υπόθεση C-285/12, Aboubacar Diakité κατά Commissaire général aux réfugiés etaux apatrides, σκέψη 35
[13]UN High Commissioner for Refugees (UNHCR), Guidelines on International Protection No. 1: Gender-Related Persecution Within the Context of Article 1A(2) of the 1951 Convention and/or its 1967 Protocol Relating to the Status of Refugees, 7 May 2002, HCR/GIP/02/01, διαθέσιμο σε: https://www.refworld.org/docid/3d36f1c64.html
[14] Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Υποστήριξης για το Άσυλο (EASO) “Κατευθυντήριες γραμμές της σχετικά με την ιδιότητα μέλους ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας” διαθέσιμο σε: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/EASO-Guidance-MPSG-EL.pdf σελ. 23
[15]Δελτίο Ελληνικής Νομολογίας_GCR-RSA-HIAS_1-2022, διαθέσιμο σε: https://rsaegean.org/el/deltio-nomologias-asylou-t1-2022/ σελ. 28
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο