Α. Α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 3006/25, 17/3/2026
print
Τίτλος:
Α. Α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 3006/25, 17/3/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθεση Αρ.: 3006/25

17 Μαρτίου, 2026

[Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Μεταξύ:

Α. Α.

Αιτητού

και

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου

 

Καθ’ ων η αίτηση

 …………………….

 

Ο Αιτητής εμφανίζεται αυτοπροσώπως

Ιωάννου Ε. (κα) Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τους Καθ’ ων η αίτηση

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Ο Αιτητής με την παρούσα προσφυγή στρέφεται κατά της απόφασης των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 29.10.2025, με την οποία απορρίφθηκε η αίτησή του για διεθνή προστασία, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2023, και αποφασίστηκε η επιστροφή του στη χώρα καταγωγής του.

 

Γεγονότα

1.             Τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως ακολούθως: Ο Aιτητής κατάγεται από τη Συριακή Αραβική Δημοκρατία (στο εξής: η Συρία). Περί τις 6.10.2025, υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας και στις 17.10.2025, πραγματοποιήθηκε συνέντευξη στον Αιτητή από λειτουργό. Ακολούθως, υποβλήθηκε Έκθεση/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής: o Προϊστάμενος) για απόρριψη της αίτησης για διεθνή προστασία του Αιτητή και επιστροφή του Αιτητή στη Συρία, η οποία εγκρίθηκε στις 29.10.20205 από τον Προϊστάμενο. Η εν λόγω  απόφαση, η οποία αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας, κοινοποιήθηκε στον Αιτητή στις 7.11.2025. Στις 11.12.2025, ο Αιτητής υπέβαλε προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας κατά της εν λόγω απόφασης.

 

Νομικοί Ισχυρισμοί    

2.             Στο εισαγωγικό δικόγραφο, ο Αιτητής, στρεφόμενος κατά της επίδικης πράξης, επικαλείται τη γενική κατάσταση που επικρατεί στη χώρα καταγωγής του, στην οποία, κατά τη δήλωσή του, επικρατεί ανασφάλεια.

 

3.             Αναφορικά με το εκπρόθεσμο της υπό εξέταση προσφυγής, ο Αιτητής δηλώνει ότι δεν επρόκειτο για εσκεμμένη ενέργεια εκ μέρους του, καθώς, ερχόμενος την τελευταία ημέρα της εκπνοής της προθεσμίας καταχώρισης της προσφυγής του, το Πρωτοκολλητείο είχε ήδη κλείσει. Ο Αιτητής δήλωσε ότι κατανόησε το περιεχόμενο της επιστολής που του κοινοποιήθηκε, πλην όμως δεν πρόλαβε, για τους πιο πάνω λόγους, την καθορισθείσα προθεσμία.

 

4.             Από την πλευρά τους, οι Καθ’ ων η αίτηση εγείρουν προδικαστική ένσταση ότι η παρούσα προσφυγή καταχωρίστηκε εκπροθέσμως, καθότι αυτή καταχωρίστηκε μετά την πάροδο των 30 ημερών που θεσπίζει το άρθρο 12Α(1), παραπέμποντας στα σχετικά έγγραφα του διοικητικού φακέλου και, κυρίως, στην ημερομηνία κοινοποίησης της επίδικης απόφασης, όπως προκύπτει από την απόδειξη παραλαβής της επιστολής κοινοποίησης της επίδικης απόφασης

 

To νομικό πλαίσιο

5.             Το άρθρο 146 του Συντάγματος προβλέπει ότι:

    «Άρθρον 146

1. Tο Aνώτατον Συνταγματικόν Δικαστήριον κέκτηται αποκλειστικήν δικαιοδοσίαν να αποφασίζη επί πάσης εφέσεως κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου το οποίο έχει αποκλειστική δικαιοδοσία να αποφασίζει σε πρώτο βαθμό επί πάσης προσφυγής υποβαλλομένης κατ’ αποφάσεως, πράξεως ή παραλείψεως οιουδήποτε οργάνου, αρχής ή προσώπου ασκούντων εκτελεστικήν ή διοικητικήν λειτουργίαν επί τω λόγω ότι αυτή είναι αντίθετος προς τας διατάξεις του Συντάγματος ή τον νόμον ή εγένετο καθ’ υπέρβασιν ή κατάχρησιν της εξουσίας της εμπεπιστευμένης εις το όργανον ή την αρχήν ή το πρόσωπον τούτο.

1Α. Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος άρθρου, νόμος ήθελε ορίσει περί της ίδρυσης, της δικαιοδοσίας και των εξουσιών Διοικητικού Δικαστηρίου.

2. H προσφυγή ασκείται υπό παντός προσώπου, του οποίου προσεβλήθη ευθέως δια της αποφάσεως, της πράξεως ή της παραλείψεως, ίδιον, ενεστώς έννομον συμφέρον, όπερ κέκτηται τούτο είτε ως άτομον είτε ως μέλος κοινότητός τινος.

3. H προσφυγή ασκείται εντός εβδομήκοντα πέντε ημερών από της ημέρας της δημοσιεύσεως της αποφάσεως ή της πράξεως ή, εν περιπτώσει μη δημοσιεύσεως ή εν περιπτώσει παραλείψεως, από της ημέρας καθ’ ην η πράξις ή παράλειψις περιήλθεν εις γνώσιν του προσφεύγοντος, εκτός εάν προβλέπεται διά νόμου, ρητά, διαφορετική προθεσμία άσκησης προσφυγής κατά απόφασης πράξης ή παράλειψης.»

6.             Το άρθρο 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 και 2023 (Ο περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμος)  καθορίζει τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου.

7.             To εδάφιο (1) του άρθρου 12Α του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου ορίζει ότι:

«((1) Κάθε  προσφυγή κατά απόφασης ή πράξης ή παράλειψης  του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου ή της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων ασκείται εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από την ημερομηνία γνωστοποίησης της απόφασης ή της πράξης ή σε περίπτωση παράλειψης, από την ημέρα που αυτή περιήλθε σε γνώση του προσφεύγοντος. […]»

8.             Ο Κανονισμός 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 έχει ως ακολούθως (η υπογράμμιση είναι του παρόντος δικαστηρίου):

«Ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962, και οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου  (Αρ.1) Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2015, τυγχάνουν εφαρμογής σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας από 18.6.2019, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις που αναφέρονται στη συνέχεια και κατ΄ ανάλογη εφαρμογή των δικονομικών κανόνων και πρακτικής που ακολουθούνται και εφαρμόζονται στις ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου προσφυγές εκτός αν ήθελε άλλως ορίσει το Δικαστήριο.».

 

 

Κατάληξη

9.             Εξετάζεται καταρχάς η προδικαστική ένσταση περί του εκπροθέσμου της προσφυγής, η οποία σε κάθε περίπτωση αποτελεί λόγο δημοσίας τάξεως, ο οποίος εξετάζεται και αυτεπάγγελτα και αποτελεί μία από τις προϋποθέσεις παραδεκτού της προσφυγής.

10.          H προθεσμία προσβολής της επίδικης πράξης, όπως προκύπτει από το Άρθρο 146 του Συντάγματος και από το άρθρο 12Α του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου είναι τριάντα (30) ημέρες. O Αιτητής καταχώρισε την παρούσα προσφυγή στις 12.02.2024. Επισημαίνω ότι ως διαφαίνεται από τον διοικητικό φάκελο η επίδικη πράξη κοινοποιήθηκε σε αυτόν στις 7.11.2025, γεγονός που είναι παραδεκτό και στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας από τον Αιτητή. Παρατηρώ περαιτέρω ότι η εν λόγω απόφαση κοινοποιήθηκε στη μητρική του γλώσσα και φέρει ιδιόχειρη υπογραφή του ιδίου. Συνεπώς η παρούσα προσφυγή, η οποία καταχωρίστηκε στις 11.12.2025, ασκήθηκε μετά την εκπνοή της εν λόγω προθεσμίας, ήτοι μετά την 8.12.2025 (ημέρα Δευτέρα).

11.          Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η προθεσμία προσβολής μίας διοικητικής πράξης είναι ανατρεπτική και όχι ενδεικτική [Βλ. ενδεικτικώς Α.Ε. Αρ. 159/2006, Μάρκος Γανωμάτης ν. Δημοκρατίας, ημερ. 26.3.2008, (2008) 3 Α.Α.Δ. 133, Α.Ε. αρ. 346, Potamitis v. Water Board of Limassol, (1985) 3 C.L.R. 260 και Γανωματής ν. Δημοκρατίας]. Παρέκκλιση από την προθεσμία αποτελεί εξαιρετική περίσταση και μόνο για όσο διάστημα εξακολουθεί η εν λόγω εξαιρετική περίσταση (Μαραγκού ν. Δημοκρατίας (1997) 1 Α.Α.Δ. 1715, 1718).

 

12.          Πλήρης γνώση θεωρείται η γνώση που επιτρέπει στον επηρεαζόμενο διοικούμενο να διαγνώσει με βεβαιότητα και ακρίβεια την υλική και ηθική ζημία που υφίσταται από την πράξη παρέχοντας σε αυτόν τη δυνατότητα να προσφύγει δικαστικώς προς τον έλεγχό της. [Βλ. Α.Ε. αρ.: 3810, Φιλίππου v. Α.Η.Κ., ημερ. 1.12.2006, (2006) 3 ΑΑΔ 729, Υπόθεση Αρ. 110/2012, Γρουτίδης ν. Κυπριακού Συμβουλίου Κύπρου, ημερ. 26 Φεβρουαρίου 2014]  Πρέπει να τίθενται συγκεκριμένα δεδομένα ενώπιον του Δικαστηρίου που να δικαιολογούν την έναρξη της προθεσμίας που θέτει ο νόμος.  Αυτό είναι θέμα γεγονότων που βαρύνουν σε κάθε περίπτωση τον αιτητή, (Βλ. Θεμιστοκλέους κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2007) 3 Α.Α.Δ. 415 και Υπόθεση Αρ. 110/2012, Γρουτίδης, ανωτέρω).

 

13.           Εν προκειμένω, προκύπτει ότι ο Αιτητής έλαβε πλήρη γνώση της επίδικης πράξης στις 7.11.2025 ενώ καταχώρισε την παρούσα προσφυγή στις 11.12.2025, εκτός της ταχθείσας προθεσμίας. Η επίδικη απόφαση, καθώς και η ταχθείσα προθεσμία, διατυπώνονται στην επιστολή κοινοποίησης σε απλή και καταληπτή για τον Αιτητή γλώσσα, από την οποία προκύπτει ευκρινώς η προθεσμία προσβολής της. Δεδομένης της απλής αυτής διατύπωσης, αλλά και λαμβάνοντας υπόψη την ηλικία του Αιτητή, δεν δύναται ευλόγως να υποστηριχθεί ότι η ταχθείσα προθεσμία δεν ήταν σαφής, ούτε άλλωστε και ο ίδιος επικαλέστηκε οτιδήποτε σχετικό. Αντίθετα παραδέχεται ότι η προθεσμία ήταν για τον ίδιο σαφής.  

 

14.           Ο Αιτητής επικαλείται κατά την ακρόαση, όπου εξετάστηκε προδικαστικώς το υπό αναφορά ζήτημα, ότι δεν πρόλαβε την τελευταία ημέρα εκπνοής της προθεσμίας ανοιχτό το Πρωτοκολλητείο.

 

15.          Ως προς την έννοια της ανωτέρας βίας, όπως προκύπτει από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αυτή συνίσταται σε εξαιρετικές περιστάσεις που καθιστούν αντικειμενικώς αδύνατη την άσκηση προσφυγής για όσο χρόνο διαρκούν. Το γεγονός που δημιουργεί μια τέτοια κατάσταση πρέπει να είναι τυχαίο και απρόβλεπτο και αδύνατο να αποτραπεί ακόμη και με μέτρα άκρας επιμέλειας και συνέσεως. Με άλλα λόγια, ανωτέρα βία συνιστούν περιστατικά ή/και γεγονότα εντελώς απρόβλεπτα, τα οποία δικαιολογούν κατά τρόπο απόλυτο την αντικειμενική αδυναμία εμπρόθεσμης καταχώρισης προσφυγής. Εναπόκειται δε στον ίδιο τον Αιτητή να προβάλει και να αποδείξει τις περιστάσεις που θεωρεί ότι συνιστούν ανωτέρα βία, καθώς αυτές εμπίπτουν στη δική του σφαίρα γνώσης και ελέγχου.

 

16.           Ενδεικτικώς, στην Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 3167, Ε. Αναστασιάδης v. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, ημερ. 13.6.2003, (2003) 3 ΑΑΔ 385 (και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αναφορικά με τον ισχυρισμό περί ύπαρξης εξαιρετικών περιστάσεων λόγω οικογενειακών θεμάτων, έκρινε ως ακολούθως:

«Ο Εφεσείων υπέβαλε ότι διάφορα συγκεκριμένα οικογενειακά περιστατικά του δημιούργησαν μια πραγματική αδυναμία να παρακολουθεί τις εξελίξεις πλήρωσης της θέσης και ως επακόλουθο η προθεσμία των 75 ημερών θα έπρεπε να επεκταθεί. Ειδικότερα ο εφεσείων πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι,

(i)Σοβαρή ασθένεια της μητέρας του που τον υποχρέωσε να ταξιδέψει μαζί της στο Λονδίνο το Μάιο του 1998,

(ii)Σοβαρός τραυματισμός της μητέρας του σε τροχαίο ατύχημα τον Ιούλιο του 1998 που επέβαλε την παραμονή της για τρεις βδομάδες στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας και ακολούθως στο σπίτι του εφεσείοντος προτού μετακινηθεί στο δικό της σπίτι,  και

(iii)        Επιπλοκές που εμφανίστηκαν στην εγκυμοσύνη της συζύγου του από τον Αύγουστο του 1998 που επέβαλλαν την παραμονή της σε ιδιωτική κλινική για μεγάλο χρονικό διάστημα,

ήταν γεγονότα που συνιστούσαν εξαιρετικές περιστάσεις που δικαιολογούσαν την αναστολή της προθεσμίας των 75 ημερών.

Το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι τα πιο πάνω περιστατικά δεν συνιστούσαν εξαιρετικές περιστάσεις που δικαιολογούσαν την αναστολή της προθεσμίας.

Η πιο πάνω προσέγγιση είναι ορθή. Οι πρόνοιες του Άρθρου 146.3 του Συντάγματος αναφορικά με την προθεσμία των 75 ημερών είναι επιτακτικές και μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις δικαιολογείται η ανακοπή αυτής της προθεσμίας. Στην υπόθεση Μαραγκού ν. Δημοκρατίας (1997) 1 Α.Α.Δ. 1715, 1718, τονίστηκε ότι,

 

"Εξαιρετικές περιστάσεις είναι συνώνυμες με περιστάσεις ανωτέρας βίας "force majeure", οι οποίες καθιστούν την άσκηση προσφυγής για όσο χρόνο διαρκούν, αδύνατη."

 

Η τοποθέτηση του Δικαστηρίου σε σχέση με το χαρακτήρα της συνταγματικής προθεσμίας των 75 ημερών, όπως επισημάνθηκε στη Μαραγκού (πιο πάνω) επιβεβαιώθηκε στη μεταγενέστερη απόφαση της Ολομέλειας στην υπόθεση Ιακωβίδης ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 67, όπου στη σελ. 69 ο Πικής, Π. υιοθετώντας την απόφαση της Μαραγκού, παρατήρησε τα ακόλουθα:

 

"Η προσφυγή ήταν έκδηλα εκπρόθεσμη όπως διαπίστωσε το πρωτόδικο Δικαστήριο. Όπως και πρόσφατα επαναλάβαμε, η προθεσμία των 75 ημερών, που θέτει το Άρθρο 146.3, για την άσκηση προσφυγής είναι επιτακτική και δεν υπόκειται σε χαλάρωση. Αναστέλλεται, μόνον σε περίπτωση ανωτέρας βίας και για όσο χρόνο διαρκεί βία αυτής της φύσης.

 

Το θέμα της αναστολής της προθεσμίας των 75 ημερών λόγω εξαιρετικών προσωπικών περιστατικών εξετάστηκε στην υπόθεση Hadjigregoriou v. Republic ((1976) 3 C.L.R. 163) στην οποία η επίδικη προαγωγή είχε δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 12/7/74 και επιπρόσθετα στάληκε στο γραφείο του αιτητή στις 13/7/74. Λόγω της έκρυθμης κατάστασης ο αιτητής απουσίασε από την εργασία του στις 13/7/74 και ακολούθως ως αποτέλεσμα της Τουρκικής εισβολής κατατάγηκε στις τάξεις της Εθνικής Φρουράς από τις 20/7/74 μέχρι τις 4/9/74. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η 17η, 18η και 19η Ιουλίου δεν μπορούσαν να θεωρηθούν σαν μέρες που συνιστούσαν εξαιρετικές περιστάσεις και έτσι δεν εδικαιολογείτο η ανακοπή της προθεσμίας των 75 ημερών.

 

Στην υπόθεση Potamitis v. Water Board L/ssol (1985) 3 C.L.R. 260, 271, το Δικαστήριο τόνισε ότι η Συνταγματική πρόνοια του Άρθρου 146.3 είναι δεσμευτική και πρέπει να τυγχάνει εφαρμογής σε κάθε περίπτωση χάριν του δημοσίου συμφέροντος, επισημαίνοντας παράλληλα την πλήρη γνώση του εφεσείοντος και την απουσία των "εξαιρετικών" εκείνων περιστάσεων που θα δικαιολογούσαν διακοπή των 75 ημερών.

 

Στην παρούσα περίπτωση τα προσωπικά και οικογενειακά περιστατικά που προβλήθηκαν από τον εφεσείοντα δεν μπορούν να θεωρηθούν σαν περιστατικά που  καθιστούσαν την άσκηση προσφυγής αδύνατη. Σημειώνουμε ότι τα περιστατικά που προβλήθηκαν έλαβαν χώρα πολύ πριν από τη δημοσίευση της επίδικης απόφασης στις 4/9/98 και ο εφεσείων είχε προς τούτο άλλες 75 μέρες για να προβεί στην καταχώριση προσφυγής.

Η έφεση απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος του εφεσείοντος.».

 

17.          Ως προς το θέμα της αναστολής της προθεσμίας για λόγους ανωτέρας βίας αξιοσημείωτη είναι και θεωρητική σύνοψη της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στο σύγγραμμα του Δρ. Κώστα Παρασκευά «Κυπριακό Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο», σελ. 185-186.

18.          Όπως εξηγήθηκε ανωτέρω, ο Αιτητής ενημερώθηκε προσηκόντως για την προθεσμία και τις συνέπειές της σε απλή και καταληπτή γλώσσα, ενώ κατά την ακροαματική διαδικασία κατέστη σαφές ότι κατανόησε πλήρως τις σχετικές πληροφορίες. Οι περιστάσεις που επικαλέστηκε δεν μπορούν να υπαχθούν στην έννοια της ανωτέρας βίας, αφού δεν συνιστούν τυχαία και ανυπέρβλητα γεγονότα ούτε περιστάσεις που θα ήταν αδύνατο να αποτραπούν ακόμη και με μέτρα άκρας επιμέλειας.

19.          Κατά συνέπεια, διαπιστώνεται ότι δεν προβάλλονται ούτε τεκμηριώνονται περιστάσεις εξαιρετικής φύσεως που να καθιστούν αδύνατη την εμπρόθεσμη καταχώριση προσφυγής από τον Αιτητή. Οι λόγοι που επικαλείται δεν δύνανται να στοιχειοθετήσουν καταρχήν λόγο ανωτέρας βίας.

 

Ως εκ τούτου, η προδικαστική ένσταση γίνεται δεκτή και η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται με 300 ευρώ έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ’ ων η αίτηση.

                             Κ.Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π. 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο