O.C.O. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπουργείου Εσωτερικών, Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 3993/2023, 17/3/2026
print
Τίτλος:
O.C.O. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπουργείου Εσωτερικών, Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 3993/2023, 17/3/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

                                                                              Υπόθεση Αρ.: 3993/2023

17 Μαρτίου, 2026

[Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

 Μεταξύ:

O.C.O.

από Νιγηρία

Αιτήτρια

-και-

Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω

Υπουργείου Εσωτερικών, Υπηρεσίας Ασύλου

                                                           Καθ' ων η Αίτηση

 

Δικηγόρος για Αιτήτρια: Τζ. Μπετίτο (κος)

Δικηγόρος για Καθ' ων η αίτηση: Χ. Δημητρίου (κα) για Ι. Καλλίγερο (κος), για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την υπό κρίση προσφυγή, η Αιτήτρια προσβάλλει την απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερ. 21.09.2023 με την οποίαν απορρίφθηκε το αίτημα του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί (στο εξής αναφερόμενος ως «ο περί Προσφύγων Νόμος»).

 

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

 

Προτού εξεταστούν οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί, επιβάλλεται η σκιαγράφηση των γεγονότων που περιβάλλουν την υπό κρίση υπόθεση, όπως αυτά προκύπτουν από την αίτηση της Αιτήτριας, την ένσταση των Καθ' ων η αίτηση αλλά και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου που κατατέθηκε στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και σημειώθηκε ως Τ1 (στο εξής αναφερόμενος ως «ο δ.φ.» ή «ο διοικητικός φάκελος»).

 

Η Αιτήτρια κατάγεται από τη Νιγηρία, την οποίαν εγκατέλειψε στις 08.03.2022 και στις 19.08.2023 αφίχθηκε στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές μέσω των μη ελεγχόμενων. Στις 28.08.2023 υπέβαλε αίτηση για διεθνή προστασία.  Στις 06.09.2023 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη στην Αιτήτρια από λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής αναφερόμενος ως «ο Λειτουργός»), ο οποίος υπέβαλε στις 21.09.2023 Έκθεση-Εισήγηση προς  τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, εισηγούμενος την απόρριψη της υποβληθείσας αίτησης. Ακολούθως, ο ασκών καθήκοντα Προϊσταμένου ενέκρινε στις 21.09.2023 την εισήγηση, αποφασίζοντας την απόρριψη της αίτησης ασύλου της Αιτήτριας, απόφαση η οποία κοινοποιήθηκε σε αυτήν στις 28.09.2023 μέσω σχετικής επιστολής της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 28.09.2023. Την εν λόγω απόφαση αμφισβητεί η Αιτήτρια μέσω της παρούσας προσφυγής.

 

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

 

Εξειδικεύοντας και περιορίζοντας στα πλαίσια της γραπτής αγόρευσης του ευπαιδεύτου συνηγόρου του, τους εγειρόμενους στην προσφυγή λόγους ακυρώσεως, η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει λόγω παράβασης ουσιώδους τύπου λόγω παραβίασης του δικαιώματος ακρόασης της καθώς δεν της παρασχέθηκε διερμηνέας στην αγλλική γλώσσα. Υποστηρίζει περαιτέρω ότι δεν έγινε η δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα καθώς δεν αξιολογήθηκαν επαρκώς τα όσα η Αιτήτρια ανέφερε σε σχέση με τον σεξουαλικό της προσανατολισμό και τον κίνδυνο δίωξης που ισχυρίζεται ότι αντιμετωπίζει. Είναι περαιτέρω η θέση της ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε υπό πλάνη περί τα πράγματα, καθώς ο Λειτουργός κατέληξε σε εσφαλμένα συμπεράσματα ως προς κρίσιμα πραγματικά δεδομένα, υποβάλλοντας καταληκτικά ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιτιολόγητη και/ή μη δεόντως αιτιολογημένη.

Επισημαίνεται ότι ο ισχυρισμός που προβλήθηκε αρχικώς με τη γραπτή αγόρευση της Αιτήτριας περί αναρμοδιότητας του οργάνου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση αποσύρθηκε κατά το στάδιο των διευκρινίσεων. Ενόψει δε του γεγονότος ότι το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιόν του οποιαδήποτε στοιχεία ικανά να πλήξουν το τεκμήριο κανονικότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, ο εν λόγω ισχυρισμός δεν θα απασχολήσει περαιτέρω το Δικαστήριο.Top of Form

 

 

Bottom of Form

Από την πλευρά τους οι Καθ’ ων η αίτηση επισημαίνουν καταρχάς, ότι παρατηρείται έλλειψη εξειδίκευσης και/ή τεκμηρίωσης των λόγων ακυρώσεως που προωθεί η Αιτήτρια κατά παράβαση του Κανονισμού 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962 και εισηγούνται πως όλοι οι προβαλλόμενοι λόγοι ακύρωσης είναι ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτίμησης καθότι αυτοί δεν αιτιολογήθηκαν κατά παράβαση του ανωτέρου Κανονισμού. Πέραν τούτου οι Καθ' ων η αίτηση, υπεραμύνονται της νομιμότητας της επίδικης πράξης, εξετάζοντας και αντικρούοντας έναν έκαστο ισχυρισμό της Αιτήτριας υποβάλλοντας ότι αυτή λήφθηκε ορθά και νόμιμα, κατόπιν δέουσας έρευνας και σωστής ενάσκησης των εξουσιών που δίδει ο Νόμος, αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης καθώς και ότι η επίδικη απόφαση είναι επαρκώς αιτιολογημένη. Ισχυρίζονται περαιτέρω, ότι οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας δεν αποσείουν το βάρος απόδειξης, το οποίο η ίδια φέρει , τόσο ως προς τους λόγους ακυρώσεως που προωθεί με την προσφυγή, όσο και προς την ύπαρξη βάσιμου φόβου δίωξης βάσει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου ή πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης δυνάμει του άρθρου 19 του ίδιου Νόμου. 

 

ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΙΣΧΥΡΙΣΜΩΝ

 

Καταρχάς, μελετώντας την γραπτή αγόρευση της Αιτήτριας και σε συμφωνία με τα όσα υποβάλλουν και οι Καθ' ων η αίτηση, διαπιστώνεται ότι πέραν των ισχυρισμών περί έλλειψης δέουσας έρευνας και περί της παραβίασης του δικαιώματος ακρόασης, παρατηρείται η γενικόλογη, αόριστη και εν πολλοίς ρητορική αναφορά σε σειρά επιχειρημάτων περί παραβίασης γενικών αρχών του διοικητικού δικαίου, χωρίς την ταυτόχρονη εξειδίκευση και αναφορά στα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης και του τρόπου με τον οποίον οι αρχές αυτές παραβιάζονται. Πράττει δε τούτο, αντίθετα με τα όσα επιτάσσει ο Κανονισμός 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962[1].

 

Είναι διαχρονική η θέση της ημεδαπής νομολογίας ότι τα επίδικα θέματα στοιχειοθετούνται και προσδιορίζονται από τη δικογραφία[2], ενώ ξεκάθαρη είναι η απαίτηση για αιτιολόγηση των νομικών σημείων της αίτησης ακυρώσεως, ούτως ώστε αυτά να μπορούν να τύχουν εξέτασης από το Δικαστήριο[3].  Σχετική είναι και η απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Χριστοδουλίδης ν. Πανεπιστήμιο Κύπρου, ECLI:CY:AD: 2018:C344,  Α.Ε. 95/2012, ημερ. 06.07.2018, ECLI:CY:AD:2018:C344, ECLI:CY:AD:2018:C344, όπου επισημάνθηκε ακριβώς ότι η γενικότητα με την οποίαν παρατηρείται η δικογράφηση των νομικών ισχυρισμών έχει λάβει ανησυχητικές διαστάσεις και στην ουσία παρακωλύει την ορθή και σύννομη απονομή της δικαιοσύνης, διότι οι προσφεύγοντες καλυπτόμενοι πίσω από τη γενικότητα των ισχυρισμών τους, θεωρούν ότι δύνανται να εγείρουν οποιοδήποτε θέμα κατά τον τρόπο που επιθυμούν, αποπροσανατολίζοντας έτσι την υπόθεση από την ορθή της διάσταση, αλλά και με το Δικαστήριο να ασχολείται άνευ λόγου με σωρεία θεμάτων. Η έννοια του Κανονισμού 7 είναι  η οριοθέτηση με λεπτομέρεια, (αυτή είναι η έννοια της λέξης «πλήρως»), ούτως ώστε τα επίδικα θέματα να περιορίζονται στα απολύτως αναγκαία, με τους διαδίκους να γνωρίζουν με ακρίβεια το λόγο που προωθείται η νομική εισήγηση και στη βάση ξεκάθαρης επιχειρηματολογίας αλλά και το Δικαστήριο να ασχολείται μόνο με συγκεκριμένα ζητήματα χωρίς τον εξοβελισμό των δικονομικών διατάξεων και του ρόλου τους στον καθορισμό των επίδικων θεμάτων κατά τη διεξαγωγή της διοικητικής δίκης[4].

Στην εξεταζόμενη λοιπόν υπόθεση, η παράλειψη της Αιτήτριας να εξειδικεύσει τους ισχυρισμούς της με αναφορά στα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης, επηρεάζει αναπόφευκτα την νομική βάση των προωθημένων λόγων ακυρώσεως καθιστώντας αυτούς ανεπίδεκτους δικαστικής εκτίμησης και κατά τούτο, πλην του ισχυρισμού περί έλλειψης δέουσας έρευνας και περί παραβίασης του δικαιώματος ακρόασης, οι λοιποί ισχυρισμοί απορρίπτονται στο σύνολο τους λόγω της έλλειψης της απαραίτητης εξειδίκευσής τους αλλά και ως αναιτιολόγητοι.

 

Ανεξαρτήτως της ως άνω κατάληξης μου, ενόψει και της υποχρέωσης που έχει το παρόν Δικαστήριο να προβαίνει σε έλεγχο τόσο της νομιμότητας όσο και της ορθότητας κάθε προσβαλλόμενης απόφασης, εξετάζοντας πλήρως και από τούδε και στο εξής (ex nunc) τα γεγονότα και τα νομικά ζητήματα που τη διέπουν (Βλ. άρθρο 11(3) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018N.73(I)/2018), θα προχωρήσω στην εξέταση  πρωτίστως το ζήτημα της παραβίασης του δικαιώματος ακρόασης και ακολούθως θα εξετάσω την ουσία  της υπόθεσης σε συνάρτηση και με τον ισχυρισμό περί έλλειψης δέουσας έρευνας.

 

Επί του λόγου ακυρώσεως περί παραβίασης του δικαιώματος ακρόασης

 

Είναι η θέση του κ. Μπετίτο, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση θα πρέπει να ακυρωθεί καθώς δεν παρασχέθηκε στην Αιτήτρια διερμηνέας στην αγγλική γλώσσα κατά τη συνέντευξη της καθώς και ότι η συνακόλουθη διεξαγωγή της συνέντευξης από το λειτουργό CAS46, πάσχει καθώς πουθενά στο διοικητικό φάκελο δεν εντοπίζεται κάποιο στοιχείο σχετικά με την ικανότητα του λειτουργού να χειρίζεται την αγγλική γλώσσα. Προσθέτει πως η συναίνεση της Αιτήτριας δια της υπογραφής των σελίδων της συνέντευξης δεν αλλάζει τα δεδομένα καθώς η Αιτήτρια δεν γνώριζε για την υποχρέωση των Καθ' ων η αίτηση όπως μεριμνήσει για την παροχή διερμηνέα στην ίδια και κατά τούτο η συναίνεσή του δεν είναι ολοκληρωμένη και ενημερωμένη (informed consent).

 

Στην αντίπερά όχθη οι Καθ' ων η αίτηση δεν φαίνεται να έχουν απαντήσει τον ισχυρισμό αυτό δια της γραπτής τους αγόρευσης.

 

Έχω εξετάσει με μεγάλη προσοχή την σχετική επιχειρηματολογία.

 

Το ζήτημα της παροχής κατάλληλου διερμηνέα προβλέπεται στο άρθρο 18 του περί Προσφυγών Νόμου και ειδικότερα στο εδάφιο (2) αυτού το οποίο διαλαμβάνει ότι (-έμφαση και υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):

 

«(2) Κατά την υποβολή της αίτησης, κατά την εξέταση της αίτησης και όποτε άλλοτε οι αρχές της Δημοκρατίας καλούν τον Αιτητή, παρέχονται στον Αιτητή δωρεάν υπηρεσίες διερμηνέα, όπου αυτό είναι αναγκαίο, για δε τους σκοπούς του παρόντος άρθρου θεωρείται ότι αυτό είναι πάντοτε αναγκαίο στην περίπτωση κατά την οποία η Υπηρεσία Ασύλου καλεί τον Αιτητή σε προσωπική συνέντευξη και δεν είναι δυνατή η απαραίτητη επικοινωνία χωρίς τις υπηρεσίες αυτές».

 

Τα ίδια προβλέπονται και στην Οδηγία 2013/32/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας (αναδιατύπωση), όπου στο άρθρο 12(1)(β) διαλαμβάνονται τα ακόλουθα:

 

«1. Τα κράτη μέλη, με τις διαδικασίες του κεφαλαίου III, μεριμνούν ώστε να παρέχονται σε όλους τους αιτούντες οι ακόλουθες εγγυήσεις:

[.]

β) να τους παρέχονται υπηρεσίες διερμηνέα, όταν αυτό είναι απαραίτητο για να εκθέσουν την περίπτωσή τους στις αρμόδιες αρχές. Τα κράτη μέλη θεωρούν απαραίτητο να παρέχουν αυτές τις υπηρεσίες τουλάχιστον όταν ο αιτών πρέπει να εξετασθεί στο πλαίσιο συνέντευξης όπως αναφέρεται στα άρθρα 14 έως 17 και 34 και δεν μπορεί να εξασφαλισθεί η δέουσα επικοινωνία χωρίς διερμηνέα. Σε αυτήν την περίπτωση και σε άλλες περιπτώσεις όπου όπου οι αρμόδιες αρχές καλούν τον αιτούντα, οι εν λόγω υπηρεσίες αμείβονται από το Δημόσιο·»

 

Είναι φρονώ ξεκάθαρες οι ως άνω διατάξεις από τις οποίες προκύπτει ότι δεν απαιτείται σε όλες τις περιπτώσεις η παροχή υπηρεσιών διερμηνέα, παρά μόνο στις περιπτώσεις εκείνες όπου αυτό είναι αναγκαίο. Οι ίδιες διατάξεις, με καθαρότητα, εξειδικεύουν και το πότε κρίνεται ότι αυτό είναι αναγκαίο, διαλαμβάνοντας ότι είναι πάντοτε αναγκαίο στην περίπτωση κατά την οποία ο αιτών καλείται σε συνέντευξη και δεν μπορεί να εξασφαλισθεί η δέουσα επικοινωνία χωρίς διερμηνέα.

 

Με το ίδιο ζήτημα απασχολήθηκε και ο αδελφός μου Δικαστής Μ. Στυλιανού στην υπόθεση Ρ.Ο.Α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου[5] όπου, αφού παρέθεσε τις σχετικές νομοθετικές διατάξεις, έκρινε ότι η παροχή διερμηνείας κατά τη συνέντευξη αιτητή ασύλου απαιτείται μόνο όταν αυτή είναι αναγκαία για τη διασφάλιση δέουσας επικοινωνίας μεταξύ του λειτουργού και του αιτητή και δεν αποτελεί υποχρεωτική προϋπόθεση σε κάθε περίπτωση. Στην εν λόγω υπόθεση διαπιστώθηκε ότι ο αιτητής είχε δηλώσει την αγγλική ως μητρική του γλώσσα, η συνέντευξη διεξήχθη στην αγγλική και τα πρακτικά συντάχθηκαν επίσης στην ίδια γλώσσα, ενώ ο ίδιος υπέγραψε κάθε σελίδα της συνέντευξης και επιβεβαίωσε ότι κατανοούσε πλήρως τη διαδικασία και ότι οι καταγεγραμμένες απαντήσεις αντανακλούσαν επακριβώς τις δηλώσεις του. Δεν προέκυψε οποιαδήποτε ένδειξη ότι δεν αντιλαμβανόταν τη διαδικασία ή τις ερωτήσεις που του τέθηκαν, ούτε ότι είχε ζητήσει διερμηνεία. Υπό τα δεδομένα αυτά κρίθηκε ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε παρατυπία στη διαδικασία ούτε παραβίαση ουσιώδους τύπου, με αποτέλεσμα ο σχετικός ισχυρισμός να απορριφθεί ως αβάσιμος.

 

Ίδια είναι και η δική μου κατάληξη. Και στην υπό εξέταση περίπτωση, η Αιτήτρια δηλώνει στην αίτηση ασύλου, ως μητρική της γλώσσα την αγγλική (βλ. ερ. 3 του δ.φ), ενώ η όλη συνέντευξη διεξήχθη στην αγγλική γλώσσα, χωρίς η Αιτήτρια, σε κανένα στάδιο της διαδικασίας, να δηλώσει ότι δεν κατανοεί τα όσα ερωτάτο παρά το γεγονός ότι ήδη από την έναρξη της συνέντευξης, ο Λειτουργός του επισήμανε: «In case, during the interview you face any difficulty in understanding/or communicationplease let me know immediatelyso I can clarify/explain(βλ. ερ. 37 του δ.φ.)

 

Έπειτα, μετά την ολοκλήρωση της συνέντευξης, η Αιτήτρια έθεσε τη μονογραφή της σε κάθε σελίδα του πρακτικού της συνέντευξης και πρόσθετα, επιβεβαίωσε με την υπογραφή της (βλ. ερ. 28 του δ.φ.) ότι:

 

 «I, the undersigned, confirm that all information in the  the form is true and accurate. I have fully understood in (language), which is a language that I fully understand, all the information provided by the competent officer regarding the asylum procedures, concerning my rights and obligations and the questions addressed to me. I confirm that the recorded responses accurately reflect my statements. Therefore, I declare that I do not wish to change any statements nor to question any of the information submitted in the interview».

 

Κρίσιμη ωστόσο είναι και η εξέταση του ισχυρισμού της Αιτήτριας, ως αυτός εκτίθεται στην σελ. 2 της γραπτής της αγόρευσης, ότι «πουθενά στον διοικητικό φάκελο δεν εντοπίζεται κάποιο στοιχείο σχετικά με τα εχέγγυα ικανότητας του εν λόγω λειτουργού να χειρίζεται την αγγλική γλώσσα στο απαιτούμενο επίπεδο»  

 

Το ζήτημα της επάρκειας της διερμηνείας ή, στην προκειμένη περίπτωση, της επάρκειας της γλωσσικής επικοινωνίας μεταξύ της Αιτήτριας και του Λειτουργού που διεξήγαγε τη συνέντευξη, αγγίζει τον πυρήνα της θεμελιώδους αρχής της δίκαιης διοικητικής διαδικασίας. Το δικαίωμα της Αιτήτριας να ακουστεί αποτελεσματικά και να εκθέσει την υπόθεσή της με πληρότητα προϋποθέτει όχι μόνο την τυπική διεξαγωγή μιας συνέντευξης, αλλά και την ουσιαστική δυνατότητα επικοινωνίας μεταξύ των δύο μερών.

 

Ως έχω ήδη υποδείξει, η εθνική νομοθεσία, στο άρθρο 18(2) του περί Προσφύγων Νόμου, προβλέπει ρητά ότι παρέχονται στον αιτητή δωρεάν υπηρεσίες διερμηνέα όπου αυτό είναι αναγκαίο, και θεωρείται ότι αυτό είναι πάντοτε αναγκαίο «στην περίπτωση κατά την οποία η Υπηρεσία Ασύλου καλεί τον αιτητή σε προσωπική συνέντευξη και δεν είναι δυνατή η απαραίτητη επικοινωνία χωρίς τις υπηρεσίες αυτές». Παρόμοια διατύπωση συναντάται και στο άρθρο 12(1)(β) της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ, η οποία δεσμεύει τα κράτη μέλη να διασφαλίζουν ότι ο αιτητής έχει την ευκαιρία να εκθέσει την περίπτωσή του στις αρμόδιες αρχές με τρόπο που να επιτρέπει την κατανόηση και την ορθή αποτύπωση των ισχυρισμών του.

 

Επομένως, το επίμαχο ερώτημα είναι αν, στην προκειμένη περίπτωση, η επικοινωνία μπορούσε πράγματι να θεωρηθεί επαρκής ώστε να μη χρειάζεται διερμηνέας.

 

Η Αιτήτρια στηρίζεται στον ισχυρισμό ότι δεν προκύπτει από τον διοικητικό φάκελο η γνώση ή το επίπεδο γνώσης της αγγλικής γλώσσας από το λειτουργό που διεξήγαγε τη συνέντευξη, και επομένως δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υπήρξε ασφαλής και επαρκής επικοινωνία. Ωστόσο, ο ισχυρισμός αυτός, αν και αγγίζει κρίσιμο σημείο της διαδικασίας, παρουσιάζεται χωρίς συγκεκριμένη τεκμηρίωση. Η Αιτήτρια δεν αναφέρει παραδείγματα ή περιστατικά που να δείχνουν ότι δεν κατανόησε ερωτήσεις, ότι υπήρξαν παρερμηνείες ή ότι η συνέντευξη περιείχε ασάφειες που θα μπορούσαν να οφείλονται σε γλωσσικό εμπόδιο. Επίσης, ως έχω ήδη υποδείξει υπέγραψε το πρακτικό της συνέντευξης, επιβεβαιώνοντας ότι κατανοούσε πλήρως τη διαδικασία και τις ερωτήσεις, και ότι οι απαντήσεις του αποτυπώθηκαν με ακρίβεια. Αυτά τα στοιχεία, φρονώ πως δημιουργούν ισχυρό τεκμήριο νομιμότητας και ορθότητας της διαδικασίας.

 

Από την άλλη πλευρά, η Διοίκηση φέρει την ευθύνη να διασφαλίζει τη «δέουσα επικοινωνία» κατά τη συνέντευξη, όπως απαιτούν ο νόμος και η σχετική Οδηγία. Αυτό συνεπάγεται ότι ο διοικητικός φάκελος πρέπει να τεκμηριώνει, έστω και έμμεσα, πως ο Λειτουργός διέθετε επαρκή γνώση της γλώσσας στην οποία διεξήχθη η συνέντευξη, με αποδεικτικά στοιχεία της γλωσσικής του επάρκειας, όπως, για παράδειγμα, το σχέδιο υπηρεσίας του ή βεβαίωση γνώσης της αγγλικής γλώσσας. Το γεγονός ότι τέτοια αναφορά απουσιάζει συνιστά αναμφισβήτητα ένα διαδικαστικό κενό.

 

Ωστόσο, η έλλειψη αυτή, εξεταζόμενη αυτοτελώς, δεν αρκεί για να καταστήσει την πράξη ακυρωτέα. Απαιτείται να αποδειχθεί ή έστω πιθανολογηθεί ότι η έλλειψη επάρκειας προκάλεσε πραγματική ή ενδεχόμενη βλάβη στα δικαιώματα της Αιτήτρια. Η θεωρία και η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι σαφείς ως προς το σημείο αυτό: η παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας συντρέχει μόνον όταν η πλημμέλεια έχει επηρεάσει ουσιαστικά το αποτέλεσμα ή έχει στερήσει τον διοικούμενο από ουσιώδη διαδικαστική εγγύηση. Όπως έχει επανειλημμένα κριθεί[6], η ύπαρξη διαδικαστικής πλημμέλειας δεν αρκεί καθ’ εαυτήν για να επιφέρει ακυρότητα, εάν δεν συνδέεται με συγκεκριμένη βλάβη ή στέρηση ουσιαστικού δικαιώματος. Πρόσθετα, σύμφωνα με τη νομολογία, ανεξάρτητα από το εξ αντικειμένου ουσιώδες του τύπου, αν διαπιστωθεί ότι η παράβαση του δεν είχε δυσμενείς επιπτώσεις στο διοικούμενο, τότε, για σκοπούς της συγκεκριμένης περίπτωσης, αυτός θεωρείται επουσιώδεις με αποτέλεσμα η παράβαση του να μην επάγεται την ακυρότητα της πράξεως[7]. Όπως έχει αποφασιστεί, το Δικαστήριο δεν έχει δικαίωμα να επέμβει και ακυρώσει προσβαλλόμενη απόφαση, εκτός αν η παρατυπία που διαπιστώνεται ότι εμφιλοχώρησε, έχει επηρεάσει ουσιωδώς στη λήψη της επίδικης απόφασης[8]. 

 

Εν προκειμένω η Αιτήτρια δεν προσκομίζει συγκεκριμένα στοιχεία ή ενδείξεις ότι η επικοινωνία ήταν προβληματική, ενώ η ίδια επιβεβαιώνει ρητά την κατανόηση της διαδικασίας και συνεπώς η ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης δεν μπορεί να εδράζεται σε μια αφηρημένη υπόθεση περί πιθανής ανεπάρκειας του Λειτουργού.

 

Εξάλλου, το Δικαστήριο, ασκώντας την πλήρη και ex nunc δικαιοδοσία του, έχει την αρμοδιότητα να εξετάζει εκ νέου τόσο τα πραγματικά όσο και τα νομικά ζητήματα της υπόθεσης, αξιολογώντας το περιεχόμενο της συνέντευξης και τη σαφήνεια των απαντήσεων. Από την προσεκτική ανάγνωση του πρακτικού της συνέντευξης δεν προκύπτει καμία ένδειξη σύγχυσης, παρερμηνείας ή αδυναμίας κατανόησης. Το περιεχόμενο της συνέντευξης αποτυπώνει λογικές, συνεκτικές και ομαλές απαντήσεις στην αγγλική γλώσσα, γεγονός που ενισχύει το συμπέρασμα ότι η επικοινωνία υπήρξε επαρκής και ουσιαστική.

 

Η Αιτήτρια, εκπροσωπούμενη ενώπιον του Δικαστηρίου διά συνηγόρου, δεν προέβαλε ισχυρισμό ότι κάτι από όσα είπε καταγράφηκε εσφαλμένα ή ότι η ίδια δυσκολεύτηκε να κατανοήσει τις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν. Ελλείψει τέτοιων στοιχείων, δεν μπορεί να γίνει λόγος για στέρηση του δικαιώματος ουσιαστικής ακρόασης ή για παραβίαση της αρχής της δίκαιης διαδικασίας.

 

Συνεπώς, αν και η Διοίκηση όφειλε για λόγους πληρότητας και διαφάνειας να καταγράφει ρητά τη γλωσσική επάρκεια του Λειτουργού και/ή να προσκομίσει ενώπιόν του Δικαστηρίου τα απαραίτητα στοιχεία προς τεκμηρίωση τούτου, η παράλειψη αυτή δεν αποδεικνύεται ότι επέδρασε δυσμενώς στην ουσία της υπόθεσης ούτε ότι επηρέασε την ορθή αποτύπωση των ισχυρισμών της Αιτήτριας. Πρόκειται, επομένως, για πλημμέλεια τύπου χωρίς αποδεδειγμένη ουσιαστική συνέπεια, η οποία, κατά τη νομολογία, δεν αρκεί για να οδηγήσει σε ακύρωση της διοικητικής πράξης. Τα δικαιώματα της Αιτήτριας δεν παραβιάστηκαν, και η διαδικασία, κρινόμενη συνολικά, παρείχε επαρκείς εγγυήσεις δίκαιης και αποτελεσματικής ακρόασης.

 

Πέραν τούτου, όπως έχει σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου τονιστεί, όπως για παράδειγμα στη Μαυρονύχη v. Δημοκρατίας, Υπόθεση Αρ. 801/1999, ημερ. 12.3.2001, η διοίκηση, τεκμαίρεται πως λειτουργεί σύμφωνα με το Νόμο, εκτός όπου καθαρά αποδεικνύεται πως τούτο δε συμβαίνει. Και εδώ τίποτε δεν δείχνει πως κάτι τέτοιο δεν συνέβη.

 

Αναφορικά με την ουσία της υπόθεσης σε συνάρτηση και με τον λόγο ακυρώσεως περί έλλειψης δέουσας έρευνας

 

Επισημαίνεται ότι, το Δικαστήριο στα πλαίσια ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης

εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης, ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντος οργάνου και διαφέρει κατά περίπτωση[9].

 

Ως εκ τούτου, προσέγγισα το θέμα με βάση τα ενώπιόν μου στοιχεία και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου.

 

Ειδικότερα, παρατηρώ ότι η Αιτήτρια κατά την υποβολή της αίτησής της για διεθνή προστασία, ισχυρίστηκε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της επειδή είναι ομοφυλόφιλη. 

 

Κατά το κρίσιμο στάδιο της συνέντευξης, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Ikhin της πολιτείας Edo της Νιγηρίας.  Ωστόσο, ο τελευταίος τόπος διαμονής της προτού εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής της ήταν το Auchi της πολιτείας Edo αφού ως υποστήριξε ότι το 2019 είχε μετακομίσει από το Ikhin στο Auchi και διέμενε μαζί με τη φίλη της σε ένα διαμέρισμα που είχαν νοικιάσει.  Η Αιτήτρια ανέφερε ότι ανήκει στη φυλή Yoruba, είναι Χριστιανή, ελεύθερη και χωρίς παιδιά.  Δήλωσε ότι αποφοίτησε από το λύκειο το 2016 στο Ikhin και σημείωσε ότι μιλάει αγγλικά και yoruba.  Όσον αφορά την οικογένεια της, η Αιτήτρια υποστήριξε ότι έχει τους γονείς της, δύο αδελφούς μεγαλύτερους και μία μικρότερη αδελφή.  Ισχυρίστηκε ότι ο πατέρας της είναι αγρότης με δική του φάρμα ενώ η μητέρα της συνήθιζε να πουλάει διάφορα πράγματα.  Ως προς το εργασιακό της υπόβαθρο, η Αιτήτρια δήλωσε ότι τελειώνοντας το λύκειο, εργάστηκε για δύο μήνες σε ένα φαρμακείο στο Auchi ως καθαρίστρια, ωστόσο αργότερα, ο πατέρας της, της ζήτησε να σταματήσει την εργασία της, να τον βοηθά στη φάρμα και να προσέχει την αδελφή της.

 

Αναφορικά με την ουσία του αιτήματός της και ως προς τους λόγους εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής της, η Αιτήτρια ανέφερε ότι η μικρότερη αδελφή της την είχε εντοπίσει στο σπίτι τους μαζί με τη φίλη της και ενημέρωσε σχετικά τους γονείς τους. Υποστήριξε ότι η ομοφυλοφιλία στη Νιγηρία θεωρείται ιδιαίτερα ντροπιαστική και κοινωνικά κατακριτέα, γεγονός που, όπως ανέφερε, θα την εξέθετε σοβαρά. Η Αιτήτρια δήλωσε επίσης ότι αντιλήφθηκε πως έλκεται από άτομα του ιδίου φύλου περίπου στην ηλικία των 20 ετών. Όταν ρωτήθηκε εάν υπήρξε κάποιο συγκεκριμένο γεγονός τότε, ανέφερε ότι στο Ikhin υπήρχε ένας άνδρας ο οποίος κακοποιούσε τη σύζυγό του, η οποία ήταν έγκυος. Το περιστατικό αυτό, όπως ανέφερε, την επηρέασε αρνητικά και την οδήγησε στη σκέψη ότι, εφόσον οι άνδρες φέρονται με αυτόν τον τρόπο στις γυναίκες τους, η ίδια δεν επιθυμούσε μια τέτοια σχέση.

 

Ακολούθως, η Αιτήτρια δήλωσε ότι είχε γνωρίσει τη φίλη της σε ένα μπαρ στο Ikhin και αυτή ήταν η πρώτη σεξουαλική της εμπειρία.  Υποστήριξε ότι το 2019 είχαν αρχίσει να μένουν μαζί στο Auchi, αφού η φίλη της είχε ένα διαμέρισμα εκεί.  Η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι είχε πει στους γονείς της πως διέμενε με ένα άλλο κορίτσι από το χωριό τους.  Κληθείσα να περιγράψει τη φίλη της, η Αιτήτρια ανέφερε ότι αυτή ήταν ψηλή με σκούρο δέρμα, φυσιολογικό χαρακτήρα και φιλική.  Δήλωσε ότι ανήκε στη φυλή Igbo και γεννήθηκε στο Igbo, προσθέτοντας πως εργαζόταν ως ταμίας σε ένα κατάστημα με ρούχα.  Ερωτηθείσα εάν είχε ποτέ αισθήματα για άτομα του αντίθετου φύλου, η Αιτήτρια απάντησε αρνητικά.  Ακολούθως, η Αιτήτρια υποστήριξε ότι στη Νιγηρία δεν αισθανόταν άνετα ως ομοφυλόφιλη και φοβόταν τους ανθρώπους, επισημαίνοντας πως εδώ στη Δημοκρατία νιώθει καλά.  Όταν η Αιτήτρια ρωτήθηκε πώς η θρησκεία της, ήτοι ο Χριστιανισμός, βλέπει την ομοφυλοφιλία, απάντησε ότι δεν επιτρέπεται. Ερωτηθείσα πώς η ομοφυλοφιλία αντιμετωπίζεται στη χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι η κυβέρνηση απαγορεύει την ομοφυλοφιλία και η κοινωνία δεν την εγκρίνει.  Ανέφερε μετά από σχετική ερώτηση ότι εάν η ίδια βρει μία σύντροφο, θα μπορούσαν να τελέσουν γάμο και να υιοθετήσουν ένα παιδί. 

 

Στη συνέχεια της συνέντευξης, όταν η Αιτήτρια ρωτήθηκε γιατί αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής της, δεδομένου ότι δεν είχε αντιμετωπίσει ποτέ οποιοδήποτε περιστατικό εναντίον της, δήλωσε ότι πριν από δύο χρόνια την είχε εντοπίσει ο πατέρας της. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι είχε μεταβεί στο πατρικό της σπίτι μαζί με τη φίλη της για να χαιρετήσει τους γονείς της. Την ημέρα εκείνη δεν βρισκόταν κανείς στο σπίτι και η ίδια με τη φίλη της αποφάσισαν να έχουν σεξουαλική επαφή. Η μικρότερη αδελφή της, η οποία είχε επιστρέψει από το σχολείο, τις είδε και σοκαρίστηκε. Όταν ο πατέρας της επέστρεψε στο σπίτι, η αδελφή της του αποκάλυψε τι είχε συμβεί. Σύμφωνα με την Αιτήτρια, ο πατέρας της άρχισε τότε να την απειλεί ότι θα τη σκοτώσει, με αποτέλεσμα η ίδια να επιστρέψει στο Auchi.

 

Ερωτηθείσα γιατί δεν μετεγκαταστάθηκε σε άλλο μέρος της χώρας της, η Αιτήτρια ανέφερε ότι η φίλη της της είχε πει πως στην Κύπρο θα ήταν πιο ελεύθερες να ζήσουν όπως επιθυμούν. Όταν ρωτήθηκε ποιες θεωρεί ότι θα ήταν οι συνέπειες σε περίπτωση επιστροφής της στη Νιγηρία, ισχυρίστηκε ότι είτε θα σκοτωθεί είτε θα συλληφθεί. Σε ερώτηση εάν είχε ποτέ συλληφθεί ή κρατηθεί στη χώρα καταγωγής της για οποιονδήποτε λόγο, απάντησε αρνητικά. Όταν ρωτήθηκε εάν οι αρχές της χώρας της θα της επέτρεπαν να επιστρέψει, απάντησε ότι ενδεχομένως ο πατέρας της να μεταβεί στην αστυνομία και να ζητήσει τη σύλληψή της. Τέλος, όταν ερωτήθηκε εάν επιθυμούσε να προσθέσει οτιδήποτε άλλο στη συνέντευξή της, απάντησε αρνητικά.

 

Η αξιολόγηση των ισχυρισμών της Αιτήτριας από τους Καθ' ων η αίτηση

 

Προχωρώντας στην αξιολόγηση που διενεργήθηκε, επί των όσων η Αιτήτρια παρέθεσε κατά τη διάρκεια της συνέντευξής της από τους Καθ' ων η αίτηση, διαφαίνεται ότι ο Λειτουργός εντόπισε και εξέτασε τρεις ισχυρισμούς:

 

Ο πρώτος ισχυρισμός αφορούσε την ταυτότητα, το προφίλ και τη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας, ο οποίος έγινε αποδεκτός.

 

Ο δεύτερος ισχυρισμός αφορά το σεξουαλικό προσανατολισμό της Αιτήτριας ως ομοφυλόφιλο άτομο ενώ ο τρίτος ισχυρισμός αφορά την απειλή κατά της ζωής και της ελευθερίας της Αιτήτριας λόγω του σεξουαλικού της προσανατολισμού. Και οι δύο αυτοί ισχυρισμοί απορρίφθηκαν ως αναξιόπιστοι.  

 

Συγκεκριμένα, ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό της, κρίθηκε ότι η Αιτήτρια δεν μπόρεσε να απαντήσει αξιόπιστα και να αναλύσει ικανοποιητικά τα συναισθήματα της καθώς και ότι δεν ήταν σε θέση να δώσει άμεσες απαντήσεις σχετικά με τις σχέσεις της με το ίδιο φύλο και τη σεξουαλική της ταυτότητα. 

 

Συγκεκριμένα, κατά την αξιολόγηση των δηλώσεών της, ο Λειτουργός έκρινε ότι η Αιτήτρια δεν κατόρθωσε να αποδώσει με επαρκή σαφήνεια και προσωπική εμβάθυνση το στοιχείο της «διαφορετικότητας», όπως αυτό αναμένεται να προκύπτει από το μοντέλο αξιολόγησης DSSH. Ειδικότερα, η ίδια ανέφερε ότι αντιλήφθηκε τον σεξουαλικό της προσανατολισμό στην ηλικία των 20 ετών, χωρίς προηγουμένως να έχει σκεφτεί τη σεξουαλική της ζωή. Ωστόσο, απέδωσε την επιλογή της να στραφεί προς το ίδιο φύλο στο γεγονός ότι είχε παρακολουθήσει ένα περιστατικό βίας από άνδρα προς την έγκυο σύζυγό του, γεγονός που την οδήγησε, όπως δήλωσε, στην απόφαση να μην επιθυμεί σχέση με άνδρες. Ο Λειτουργός έκρινε ότι η εν λόγω εξήγηση δεν συνάδει με τον τρόπο με τον οποίο, σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα αξιολόγησης, διαμορφώνεται και εκφράζεται η συνειδητοποίηση του σεξουαλικού προσανατολισμού, η οποία συνήθως παρουσιάζεται ως σταδιακή διαδικασία αναγνώρισης της έλξης προς άτομα του ιδίου φύλου και όχι ως αποτέλεσμα μίας στιγμιαίας επιλογής ή εξωτερικού γεγονότος.

 

Περαιτέρω, κρίθηκε ότι οι αναφορές της Αιτήτριας σχετικά με την ισχυριζόμενη ομοφυλοφιλική της σχέση παρέμειναν περιορισμένες και επιφανειακές. Συγκεκριμένα, δήλωσε ότι η πρώτη και μοναδική της σεξουαλική σχέση ήταν με τη σύντροφό της J.E., την οποία γνώρισε σε μπαρ στο Ikhin και με την οποίαν, όπως ανέφερε, έζησαν μαζί από το 2019 στο Auchi σε κατοικία που ενοικίαζε η σύντροφός της. Παρά το γεγονός ότι ισχυρίστηκε ότι συμβίωσαν για σημαντικό χρονικό διάστημα, δεν ήταν σε θέση να παράσχει βασικές πληροφορίες για την καθημερινότητά τους, όπως το ύψος του ενοικίου ή τις αποδοχές της συντρόφου της. Επιπλέον, η περιγραφή που έδωσε για τη σύντροφό της περιορίστηκε σε γενικά χαρακτηριστικά που θα μπορούσαν να αποδοθούν σε οποιοδήποτε άτομο, χωρίς περαιτέρω προσωπικές λεπτομέρειες ή συναισθηματική ανάλυση της σχέσης τους.

 

Ως προς το στοιχείο του στίγματος και της ντροπής, ο Λειτουργός έκρινε ότι η Αιτήτρια δεν κατόρθωσε να περιγράψει επαρκώς τον τρόπο με τον οποίο βίωσε την κοινωνική αποδοκιμασία ή την εσωτερική σύγκρουση που αναμένεται να συνοδεύει την εμπειρία ενός ομοφυλόφιλου ατόμου σε ένα περιβάλλον όπου η ομοφυλοφιλία στιγματίζεται έντονα. Παρότι ανέφερε ότι γνώριζε πως η κοινωνία, η θρησκεία και το νομικό πλαίσιο στη Νιγηρία δεν αποδέχονται την ομοφυλοφιλία, οι αναφορές της παρέμειναν σε επίπεδο γενικοτήτων και δεν συνοδεύτηκαν από προσωπικές εμπειρίες ή περιστατικά που να καταδεικνύουν τον τρόπο με τον οποίο η ίδια βίωσε τον στιγματισμό αυτό. Επιπλέον, ενώ δήλωσε ότι φοβόταν και δεν αισθανόταν άνετα στη χώρα της, ανέφερε ταυτόχρονα ότι δεν ένιωσε ποτέ ντροπή ή ενοχές για τη σεξουαλικότητά της, γεγονός που κρίθηκε ότι δημιουργεί ασυνέπεια στις δηλώσεις της.

 

Σε σχέση με το στοιχείο της βλάβης, ο Λειτουργός έκρινε ότι η Αιτήτρια δεν παρείχε επαρκείς και συγκεκριμένες πληροφορίες που να τεκμηριώνουν ότι υπέστη ή κινδύνευσε να υποστεί σοβαρή βλάβη λόγω του σεξουαλικού της προσανατολισμού. Η ίδια δήλωσε ότι φοβόταν ότι θα μπορούσε να συλληφθεί ή ακόμη και να σκοτωθεί εάν επέστρεφε στη χώρα της, ωστόσο παραδέχθηκε ότι δεν είχε ποτέ συλληφθεί, κρατηθεί ή αντιμετωπίσει οποιοδήποτε περιστατικό δίωξης από τις αρχές ή την κοινωνία. Επιπλέον, ανέφερε ότι δεν γνώριζε άλλες ομοφυλόφιλες γυναίκες στη χώρα της και ότι διατηρούσε τη σχέση της μυστική, γεγονός που επίσης περιορίζει την αξιολόγηση του ισχυρισμού της περί έκθεσης σε πραγματικό κίνδυνο.

 

Τέλος, ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, ο Λειτουργός σημείωσε ότι τα όσα υποστήριξε η Αιτήτρια κατά τη συνέντευξή της αποτελούν το μοναδικό αποδεικτικό στοιχείο προς υποστήριξη του αιτήματός της και δεν προσκομίστηκαν άλλα τεκμήρια ή πληροφορίες που να ενισχύουν τους ισχυρισμούς της. Κατά συνέπεια, λαμβάνοντας υπόψη τις αδυναμίες που εντοπίστηκαν στην εσωτερική αξιοπιστία των δηλώσεών της, ο Λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο ουσιώδης ισχυρισμός της Αιτήτριας περί του σεξουαλικού της προσανατολισμού δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτός.

Top of Form

Ως προς τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό της, κατά την αξιολόγηση των δηλώσεών της, ο Λειτουργός έκρινε ότι η αφήγηση της Αιτήτριας σχετικά με το περιστατικό που φέρεται να οδήγησε στην αποκάλυψη της σχέσης της και, κατ’ επέκταση, στην εγκατάλειψη της χώρας καταγωγής της, δεν παρουσίαζε επαρκή βαθμό ευλογοφάνειας. Ειδικότερα, η Αιτήτρια υποστήριξε ότι η μικρότερη αδελφή της τις είχε εντοπίσει στο πατρικό τους σπίτι, ενώ η ίδια και η σύντροφός της βρίσκονταν γυμνές και επιδίδονταν σε ερωτικές περιπτύξεις, και ότι η αδελφή της στη συνέχεια ενημέρωσε τους γονείς τους για το περιστατικό. Ωστόσο, σύμφωνα με τις δηλώσεις της ίδιας, η αδελφή της ήταν τότε μόλις οκτώ ετών. Ο Λειτουργός έκρινε ότι η ηλικία αυτή δημιουργεί εύλογα ερωτήματα ως προς το κατά πόσο ένα παιδί τέτοιας ηλικίας θα μπορούσε να αντιληφθεί πλήρως τη φύση της κατάστασης και να μεταφέρει με σαφήνεια στους γονείς του το περιεχόμενο των πράξεων που ισχυρίζεται η Αιτήτρια ότι έλαβαν χώρα.

 

Περαιτέρω, εντοπίστηκαν ασάφειες ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες η σύντροφός της βρέθηκε στο πατρικό της σπίτι. Η ίδια η Αιτήτρια είχε προηγουμένως αναφέρει ότι οι γονείς της δεν ενέκριναν τη σύντροφό της ως συγκάτοικό της. Παρά ταύτα, δεν μπόρεσε να εξηγήσει επαρκώς πώς η σύντροφός της βρέθηκε στο πατρικό της σπίτι κατά την περίοδο των εορτών των Χριστουγέννων ούτε υπό ποιες συνθήκες αποφάσισαν να παραμείνουν εκεί και να έρθουν σε ερωτική επαφή. Η απουσία συγκεκριμένων και συνεκτικών εξηγήσεων ως προς τις περιστάσεις αυτές κρίθηκε ότι αποδυναμώνει την αξιοπιστία του ισχυρισμού της περί αποκάλυψης της σχέσης της και των συνεπειών που αυτή φέρεται να είχε.

Ως εκ τούτου, ο Λειτουργός έκρινε ότι η αφήγηση της Αιτήτριας σχετικά με την απειλή που ισχυρίζεται ότι δέχθηκε από τον πατέρα της δεν τεκμηριώνεται επαρκώς και δεν παρουσιάζει την απαιτούμενη συνοχή και ευλογοφάνεια ώστε να γίνει αποδεκτή.

 

Τέλος, ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, ο Λειτουργός έλαβε υπόψη διεθνείς πηγές σχετικά με την κατάσταση των ΛΟΑΤΚΙ ατόμων στη Νιγηρία, από τις οποίες προκύπτει ότι το νομικό και κοινωνικό πλαίσιο είναι ιδιαίτερα περιοριστικό. Ειδικότερα, ο Νόμος περί Απαγόρευσης Γάμου Ομοφυλόφιλων Ζευγαριών του 2014 ποινικοποιεί τις ενώσεις μεταξύ ατόμων του ιδίου φύλου με ποινές έως 14 έτη φυλάκισης και απαγορεύει τη δημόσια έκφραση ομοφυλοφιλικών σχέσεων και τη λειτουργία σχετικών οργανώσεων. Παράλληλα, παλαιότερες ποινικές διατάξεις ποινικοποιούν τις σεξουαλικές σχέσεις μεταξύ ατόμων του ιδίου φύλου, ενώ σε ορισμένες πολιτείες όπου εφαρμόζεται η Σαρία προβλέπονται ακόμη αυστηρότερες κυρώσεις. Οι πηγές καταδεικνύουν επίσης ότι τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα στη Νιγηρία αντιμετωπίζουν έντονο κοινωνικό στιγματισμό και περιστατικά παραβιάσεων δικαιωμάτων. Ωστόσο, δεδομένου ότι ο ισχυρισμός της Αιτήτριας περί του σεξουαλικού της προσανατολισμού δεν έγινε αποδεκτός, δεν τεκμηριώνεται ότι η ίδια θα αντιμετώπιζε προσωπικά κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης.

 

Επομένως, λαμβάνοντας υπόψη την απόρριψη του ισχυρισμού περί του σεξουαλικού προσανατολισμού της Αιτήτριας, καθώς και την έλλειψη ευλογοφάνειας ως προς τον ισχυρισμό περί απειλής από τον πατέρα της, ο Λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός, περί απειλής κατά της ζωής και της ελευθερίας της λόγω του σεξουαλικού της προσανατολισμού, δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτός.

 

Bottom of Form

 

Εν συνεχεία, στο πλαίσιο της αξιολόγησης κινδύνου, ο Λειτουργός έλαβε υπόψη τον μοναδικό ουσιώδη ισχυρισμό που έγινε αποδεκτός, ήτοι τα στοιχεία ταυτότητας, το προσωπικό προφίλ και τη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας. Από την αξιολόγηση των προσωπικών της περιστάσεων προέκυψε ότι πρόκειται για Νιγηριανή υπήκοο, ηλικίας 27 ετών, με ολοκληρωμένη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, σε καλή κατάσταση υγείας, χωρίς να ανήκει σε ιδιαίτερη κοινωνική ή εθνοτική ομάδα και χωρίς να έχει δηλώσει ή να έχει διαπιστωθεί οποιαδήποτε μορφή ευαλωτότητας. Παράλληλα, προκύπτει ότι διαθέτει οικογενειακό υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα καταγωγής της.

 

Εξετάζοντας περαιτέρω τη γενικότερη κατάσταση ασφαλείας στη Νιγηρία και ειδικότερα στην πολιτεία Edo, όπου αναμένεται να επιστρέψει η Αιτήτρια, ο Λειτουργός έλαβε υπόψη σχετικές διεθνείς πηγές πληροφόρησης. Από αυτές προκύπτει ότι, παρότι η Νιγηρία εμπλέκεται σε μη διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις με τις ένοπλες οργανώσεις Boko Haram και Islamic State West Africa Province (ISWAP), οι συγκρούσεις αυτές εντοπίζονται κυρίως σε άλλες γεωγραφικές περιοχές της χώρας. Σύμφωνα με την έκθεση της EUAA (Οκτώβριος 2021), η κατάσταση ασφαλείας στην πολιτεία Edo δεν χαρακτηρίζεται από επίπεδα αδιάκριτης βίας τέτοιας έντασης ώστε να δημιουργείται πραγματικός κίνδυνος για έναν άμαχο πολίτη, υπό την έννοια του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας Qualification.

 

Λαμβάνοντας υπόψη τις πληροφορίες αυτές σε συνδυασμό με το προσωπικό προφίλ της Αιτήτριας, κρίθηκε ότι, παρότι καταγράφονται περιστατικά ασφαλείας, η ένταση της αδιάκριτης βίας στην πολιτεία Edo δεν είναι τέτοια που να δημιουργεί εύλογους λόγους να θεωρηθεί ότι η Αιτήτρια θα αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης απλώς και μόνο λόγω της παρουσίας της στη χώρα ή στην εν λόγω περιοχή.

 

Ακολούθως, στο πλαίσιο της νομικής ανάλυσης, ο Λειτουργός έκρινε ότι δεν στοιχειοθετείται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης για έναν από τους πέντε λόγους που προβλέπονται στη Σύμβαση της Γενεύης του 1951, ώστε να της αναγνωριστεί καθεστώς πρόσφυγα.

 

Παράλληλα, εξετάστηκε το ενδεχόμενο υπαγωγής της σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας σύμφωνα με το άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου. Στο πλαίσιο αυτό κρίθηκε ότι, σε περίπτωση επιστροφής της στη Νιγηρία, η Αιτήτρια δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο επιβολής θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ούτε πραγματικό κίνδυνο βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας. Επιπλέον, διαπιστώθηκε ότι δεν υφίσταται πραγματικός κίνδυνος σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου λόγω αδιάκριτης βίας σε κατάσταση διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.

 

Κατά συνέπεια, ο Λειτουργός κατέληξε ότι η Αιτήτρια δεν πληροί τις προϋποθέσεις για την αναγνώρισή της ως πρόσφυγα ούτε για την παραχώρηση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας και εισηγήθηκε την απόρριψη του αιτήματός της στο σύνολό του.

 

Η εκτίμηση του Δικαστηρίου

 

Αξιολογώντας λοιπόν τα όσα έχουν ανωτέρω αναφερθεί υπό το φως και των νομοθετημένων προνοιών και μελετώντας επισταμένως τόσο την Εισηγητική Έκθεση του Λειτουργού όσο και τους λοιπούς ισχυρισμούς της Αιτήτριας ως αυτοί παρουσιάστηκαν τόσο κατά την διοικητική διαδικασία όσο και κατά την ενώπιόν μου δικαστική διαδικασία, καταλήγω στα εξής:

 

Καταρχάς, συμφωνώ και συντάσσομαι με την κρίση των Καθ’ ων η αίτηση ως προς τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό, ο οποίος και γίνεται αποδεκτός. Ειδικότερα, δεν ανακύπτει ουσιαστική αμφισβήτηση ως προς την υπηκοότητα της Αιτήτριας, τον τόπο καταγωγής της, καθώς και τα βασικά στοιχεία του προσωπικού και κοινωνικού της προφίλ, όπως αυτά παρατέθηκαν κατά τη συνέντευξή της. Από τις δηλώσεις της προκύπτει ότι πρόκειται για Νιγηριανή υπήκοο, καταγόμενη από το Ikhin της πολιτείας Edo, με τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής πριν από την αναχώρησή της από τη χώρα καταγωγής της το Auchi της ίδιας πολιτείας. Περαιτέρω, τα στοιχεία που αφορούν την οικογενειακή της κατάσταση, το μορφωτικό της επίπεδο, τη γλωσσική της επάρκεια και τις βασικές συνθήκες διαβίωσής της στη χώρα καταγωγής της, προκύπτουν με επαρκή σαφήνεια και εσωτερική συνοχή από το περιεχόμενο της συνέντευξης. Επομένως, ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός ορθώς έγινε αποδεκτός.

 

 

Αναφορικά με το δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, ήτοι ότι η Αιτήτρια είναι ομοφυλόφιλη και ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της λόγω του σεξουαλικού της προσανατολισμού, σημειώνω καταρχάς ότι ο Λειτουργός προσέγγισε την αξιολόγησή του στη βάση του μοντέλου DSSH (DifferenceStigmaShameHarm). Ωστόσο, επισημαίνω ότι διατηρώ τις επιφυλάξεις μου ως προς το μοντέλο DSSH το οποίο χρησιμοποιήθηκε και το οποίο τα τελευταία έτη φαίνεται να επικρίνεται ως προς τον τρόπο που αυτό χρησιμοποιείται από τους υπεύθυνους λήψης αποφάσεων, ήτοι με τρόπο που κανονικοποιεί και ομογενοποιεί τη σεξουαλικότητα και την ταυτότητα των αιτούντων και τον τρόπο με τον οποίο τα άτομα αυτά θα πρέπει να εκφράζονται. Ιδιαίτερα, επικρίνεται πως, όπως κάθε κανονιστικό μοντέλο, έτσι και το DSSH δύναται να και έχει αποδειχθεί ότι χρησιμοποιείται καταχρηστικά, για παράδειγμα με την προσέγγιση του «κουτιού επιλογής», η οποία μπορεί να ενισχύσει τα στερεότυπα, ιδίως στην περίπτωση της αξιολόγησης της «ντροπής» «shame» [10]. Επισημαίνεται ότι η ανταπόκριση κάθε ατόμου στον σεξουαλικό του προσανατολισμό είναι ατομική και αντιπαραβάλλεται προς την προσωπική του ιστορία, τον πολιτισμό και την κοινωνικοοικονομική του κατάσταση.

 

Πιο συγκεκριμένα, το μοντέλο αυτό φαίνεται να ακολουθεί μια γραμμική αφήγηση γύρω από τη σεξουαλικότητα, κάτι που δεν ταιριάζει πάντα με τις εμπειρίες από διαφορετικές κουλτούρες. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε απόρριψη αιτήσεων, όταν οι αιτητές δεν ακολουθούν συγκεκριμένες δυτικές αντιλήψεις για τη σεξουαλική ταυτότητα ή τις προσωπικές τους εμπειρίες. Για παράδειγμα, οι αποφάσεις βασίζονται συχνά σε στερεότυπα, όπως η υπόθεση ότι κάποιος πρέπει να έχει βιώσει ντροπή (Shame) για τη σεξουαλική του ταυτότητα, κάτι που δεν ισχύει πάντα για όλους τους αιτητές[11]. Συνεπώς στις περιπτώσεις απουσίας συγκεκριμένων στοιχείων ή συναισθημάτων που σχετίζονται με την ντροπή ή το στίγμα, η διαδικασία αξιολόγησης ακολουθώντας τις κατευθύνσεις του DSSH μπορεί να υπονομεύσει την αξιοπιστία των αιτητών. Και τούτο, καθώς παραβλέπει ότι πολλές σύγχρονες κοινωνίες, ακόμα και σε χώρες καταγωγής των αιτητών, μπορεί να μην επιβάλλουν απαραίτητα τέτοια συναισθήματα, ή οι αιτητές μπορεί να έχουν εσωτερικεύσει την ταυτότητά τους διαφορετικά[12]​. Περαιτέρω, το μοντέλο λαμβάνει υπόψη ότι θεωρείται πως οι αιτητές θα πρέπει να έχουν βιώσει μια εσωτερική πάλη με τη σεξουαλικότητά τους προτού την εξωτερικεύσουν. Μια τέτοια όμως αντιμετώπιση, αγνοεί το γεγονός ότι ορισμένοι αιτητές, λόγω πολιτισμικών διαφορών, μπορεί να μην έχουν την ίδια εμπειρία αυτοαποδοχής που προϋποθέτει το μοντέλο[13].

 

Φρονώ καταληκτικά πως, το μοντέλο DSSH, αν και προσφέρει μια δομημένη προσέγγιση, μπορεί να περιορίσει την κατανόηση της πολυπλοκότητας των εμπειριών των αιτητών, αν δεν εφαρμόζεται με ευαισθησία προς τις πολιτισμικές διαφοροποιήσεις και τις μοναδικές εμπειρίες κάθε ατόμου. Τούτο, καθώς επιβάλλει απροκάλυπτα ένα σταθερό μοτίβο που όλοι, ανεξάρτητα από την κουλτούρα ή τη γνώση των εννοιών του σεξουαλικού προσανατολισμού, θα βιώσουν κατά την ανάπτυξη της σεξουαλικής τους ταυτότητας.

 

Υπό το πρίσμα αυτό, προχωρώντας στην ουσιαστική εξέταση του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού της Αιτήτριας, αξιολόγησα το σύνολο των δηλώσεών της βάσει των γενικώς αποδεκτών δεικτών αξιοπιστίας και λαμβάνοντας υπόψη τη συνολική εσωτερική συνοχή του αφηγήματός της, καταλήγοντας ωστόσο ότι ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός της Αιτήτριας δεν τεκμηριώθηκε επαρκώς ως προς την εσωτερική του αξιοπιστία.

 

Ειδικότερα, από την προσεκτική μελέτη των δηλώσεων της Αιτήτριας προκύπτει ότι αυτή ισχυρίστηκε πως αντιλήφθηκε ότι έλκεται από άτομα του ιδίου φύλου στην ηλικία των 20 ετών. Εντούτοις, όταν κλήθηκε να εξηγήσει το πώς οδηγήθηκε στη συνειδητοποίηση αυτή, απέδωσε την ομοφυλοφιλία της στο ότι είχε δει έναν άνδρα να χτυπά την έγκυο σύζυγό του και ότι το γεγονός αυτό την έκανε να αποφασίσει ότι δεν επιθυμούσε σχέση με άνδρες. Η εξήγηση αυτή δεν συνιστά σαφή και πειστική περιγραφή της διαδικασίας συνειδητοποίησης ενός σεξουαλικού προσανατολισμού, αλλά μάλλον παραπέμπει σε αποστροφή προς συγκεκριμένη συμπεριφορά ανδρικής βίας. Με άλλα λόγια, από τα λεγόμενά της δεν αναδεικνύεται επαρκώς η θετική διάσταση της έλξης της προς άτομα του ιδίου φύλου, αλλά περισσότερο μια αρνητική στάση έναντι των ανδρών, στοιχείο που ευλόγως αποδυναμώνει την πειστικότητα του πυρήνα του ισχυρισμού της.

 

Περαιτέρω, οι αναφορές της σε σχέση με τη σύντροφό της και την ισχυριζόμενη σχέση τους παρέμειναν γενικές και επιφανειακές. Η Αιτήτρια ανέφερε ότι η πρώτη και μοναδική της σεξουαλική σχέση ήταν με την J.E., την οποία γνώρισε σε μπαρ στο Ikhin και με την οποία συγκατοικούσε στο Auchi από το 2019. Παρά τη βαρύτητα που απέδωσε στην εν λόγω σχέση, δεν ήταν σε θέση να παράσχει ουσιώδεις λεπτομέρειες που θα ανέμενε κανείς να γνωρίζει για ένα πρόσωπο με το οποίο συγκατοικούσε επί μακρό χρονικό διάστημα, όπως βασικά στοιχεία της καθημερινότητάς τους, των οικονομικών συνθηκών διαβίωσης, ή άλλες συγκεκριμένες πτυχές της κοινής τους ζωής. Ενδεικτικά, δεν γνώριζε τις απολαβές της συντρόφου της ούτε το ύψος του ενοικίου της κατοικίας στην οποία φέρονται να διέμεναν μαζί. Παράλληλα, η περιγραφή που έδωσε για τη σύντροφό της περιορίστηκε σε γενικά εξωτερικά και χαρακτηρολογικά στοιχεία, χωρίς ουσιαστική συναισθηματική ή βιωματική εμβάθυνση.

 

Περαιτέρω, παρατηρούνται ασάφειες και αντιφατικά στοιχεία ως προς τον τρόπο με τον οποίο η ίδια αντιλαμβανόταν και βίωνε τον σεξουαλικό της προσανατολισμό εντός του κοινωνικού πλαισίου της Νιγηρίας. Από τη μια, δήλωσε ότι έκρυβε τη σχέση της, ότι δεν αισθανόταν άνετα στη χώρα της και ότι φοβόταν τους ανθρώπους· από την άλλη, ανέφερε ότι είναι «ανοιχτά ομοφυλόφιλη», ότι δεν ένιωσε ποτέ ενοχές για τη σεξουαλικότητά της και ότι, πέρα από μια μικρή πίεση, αισθανόταν καλά στη χώρα της. Οι τοποθετήσεις αυτές δεν παρουσιάζουν επαρκή εσωτερική συνοχή, ούτε εξηγούνται ικανοποιητικά υπό το πρίσμα των συνθηκών που η ίδια περιγράφει ως επικρατούσες στη χώρα καταγωγής της.

Σε σχέση με το στοιχείο της βλάβης, η Αιτήτρια επικαλέστηκε φόβο σύλληψης ή και θανάτωσης σε περίπτωση επιστροφής της στη Νιγηρία. Ωστόσο, η ίδια παραδέχθηκε ότι ουδέποτε συνελήφθη, κρατήθηκε ή υπέστη οποιοδήποτε περιστατικό από κρατικές αρχές λόγω του σεξουαλικού της προσανατολισμού. Ομοίως, δεν ανέφερε συγκεκριμένα περιστατικά κοινωνικής στοχοποίησης, πέραν του ισχυρισμού της περί αντίδρασης των γονέων της και ειδικότερα του πατέρα της. Περαιτέρω, ανέφερε ότι δεν γνώριζε άλλες ομοφυλόφιλες γυναίκες στη Νιγηρία και ότι δεν είχε οποιαδήποτε συναναστροφή με άλλα πρόσωπα της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας, πέραν της συντρόφου της. Και τούτο δεν είναι αφ’ εαυτού επιβαρυντικό, πλην όμως, στο συνολικό πλαίσιο της υπόθεσης, περιορίζει περαιτέρω το εύρος της βιωματικής και συγκεκριμένης θεμελίωσης του ισχυρισμού της.

 

Συνεπώς, λαμβάνοντας υπόψη τη συνολική αξιολόγηση των δηλώσεών της, συμφωνώ με το συμπέρασμα του Λειτουργού ότι ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός της Αιτήτριας δεν τεκμηριώθηκε επαρκώς ως προς την εσωτερική του αξιοπιστία.

 

Προχωρώντας σε εξέταση της εξωτερικής αξιοπιστίας του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού, επισημαίνω ότι οι διαθέσιμες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής επιβεβαιώνουν σε γενικό και αντικειμενικό επίπεδο ότι τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα στη Νιγηρία αντιμετωπίζουν σοβαρές νομικές, κοινωνικές και πρακτικές δυσχέρειες. Ειδικότερα, από τις σχετικές πηγές προκύπτει ότι οι σεξουαλικές σχέσεις μεταξύ ατόμων του ιδίου φύλου ποινικοποιούνται, ότι οι ενώσεις και ο γάμος μεταξύ ατόμων του ιδίου φύλου απαγορεύονται, ενώ η δημόσια έκφραση ή υποστήριξη της ομοφυλοφιλίας μπορεί να επιφέρει ποινικές και κοινωνικές συνέπειες. Επιπλέον, τα πρόσωπα που γίνονται αντιληπτά ως ΛΟΑΤΚΙ εκτίθενται συχνά σε κοινωνικό στιγματισμό, διακρίσεις, παρενόχληση, εκβιασμούς, αυθαίρετες συλλήψεις και βία, τόσο από κρατικούς φορείς όσο και από μη κρατικούς δρώντες[14],[15],[16],[17],[18],[19],[20],[21],[22],[23],[24],[25],[26]

 

Υπό το πρίσμα αυτό, το γενικό πλαίσιο που επικρατεί στη Νιγηρία είναι αναμφίβολα δυσμενές για τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα και, κατ’ αρχήν, ικανό να καταστήσει εύλογο έναν ισχυρισμό φόβου δίωξης ο οποίος ερείδεται στον σεξουαλικό προσανατολισμό. Πλην όμως, η διαπίστωση αυτή δεν αρκεί αφ’ εαυτής για τη θεμελίωση της αξιοπιστίας του συγκεκριμένου ισχυρισμού της Αιτήτριας. Η εξωτερική αξιοπιστία δύναται να λειτουργήσει μόνο επικουρικά και δεν υποκαθιστά την ανάγκη ύπαρξης μιας εσωτερικά συνεκτικής, συγκεκριμένης και πειστικής προσωπικής αφήγησης.

 

Στην παρούσα περίπτωση, ενώ οι εξωτερικές πηγές επιβεβαιώνουν ότι οι ομοφυλόφιλες γυναίκες στη Νιγηρία ενδέχεται πράγματι να εκτεθούν σε κίνδυνο δίωξης, η προσωπική αφήγηση της Αιτήτριας, όπως έχει ήδη αξιολογηθεί, παρουσιάζει ουσιώδεις ασάφειες και αδυναμίες ως προς τον τρόπο συνειδητοποίησης του σεξουαλικού της προσανατολισμού, την περιγραφή της σχέσης της με τη φερόμενη σύντροφό της, καθώς και τη βιωματική θεμελίωση του ισχυρισμού της. Επομένως, η γενική πληροφόρηση για τη χώρα καταγωγής δεν αρκεί, στην προκειμένη περίπτωση, για να καλύψει τις διαπιστωθείσες αδυναμίες της προσωπικής της αφήγησης ούτε για να αποδείξει ότι η ίδια ανήκει πράγματι στην ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα την οποία επικαλείται.

 

Συνεπώς, παρότι το γενικό αντικειμενικό πλαίσιο στη Νιγηρία είναι δυσμενές για τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα, η εξωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού δεν αρκεί για να ανατρέψει τα προβλήματα εσωτερικής αξιοπιστίας που εντοπίστηκαν ανωτέρω. Ως εκ τούτου, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν δύναται να γίνει αποδεκτός.

 

Όσον αφορά τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό, δηλαδή ότι η ζωή και η ελευθερία της Αιτήτριας απειλούνται λόγω του σεξουαλικού της προσανατολισμού, κρίνω επίσης ότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν αποδείχθηκε. Επισημαίνεται ότι ο ισχυρισμός αυτός είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με τον δεύτερο, καθότι προϋποθέτει, πρωτίστως, την αποδοχή του ισχυρισμού ότι η Αιτήτρια είναι πράγματι ομοφυλόφιλη. Δεδομένου ότι ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν τεκμηριώθηκε επαρκώς και κρίθηκε μη αξιόπιστος, δεν μπορεί συνακόλουθα να θεωρηθεί αποδεδειγμένο ότι η Αιτήτρια θα εκτεθεί προσωπικά σε κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης λόγω του εν λόγω χαρακτηριστικού.

 

Πέραν τούτου, ακόμη και αυτοτελώς εξεταζόμενος, ο ισχυρισμός περί απειλής από τον πατέρα της δεν παρουσιάζει τον απαιτούμενο βαθμό ευλογοφάνειας και εσωτερικής συνοχής. Η Αιτήτρια υποστήριξε ότι η μικρότερη αδελφή της, ηλικίας οκτώ ετών, τις εντόπισε γυμνές στο πατρικό σπίτι να επιδίδονται σε ερωτικές περιπτύξεις και στη συνέχεια μετέφερε το περιστατικό στους γονείς τους, με αποτέλεσμα ο πατέρας της να την απειλήσει ότι θα τη σκοτώσει. Ωστόσο, η αφήγηση αυτή παρουσιάζει σημαντικές αδυναμίες ως προς τη λογική της συνοχή. Καταρχάς, η ηλικία της αδελφής της δημιουργεί εύλογα ερωτήματα ως προς το κατά πόσο ένα παιδί τέτοιας ηλικίας θα μπορούσε να αντιληφθεί πλήρως τη φύση της κατάστασης και να μεταφέρει με σαφήνεια στους γονείς του το περιεχόμενο των πράξεων που φέρεται να είδε.

 

Περαιτέρω, η Αιτήτρια δεν παρείχε πειστικές εξηγήσεις ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες η σύντροφός της βρέθηκε στο πατρικό της σπίτι. Από τις δηλώσεις της προκύπτει ότι οι γονείς της δεν ενέκριναν τη συγκατοίκησή της με τη συγκεκριμένη γυναίκα, γεγονός που καθιστά ασαφές για ποιο λόγο η ίδια θα μετέβαινε μαζί της στο πατρικό σπίτι, ούτε εξήγησε επαρκώς γιατί η σύντροφός της θα δεχόταν να μεταβεί εκεί και να παραμείνει στο χώρο της οικογένειας της Αιτήτριας. Εξίσου ανεξήγητο παραμένει το γεγονός ότι οι δύο γυναίκες φέρονται να επέλεξαν να έρθουν σε ερωτική επαφή στο πατρικό σπίτι της Αιτήτριας, παρά το ότι η ίδια ισχυρίζεται πως γνώριζε ότι η οικογένειά της δεν αποδεχόταν τη σχέση τους και ότι η ομοφυλοφιλία αντιμετωπίζεται ιδιαίτερα αρνητικά στο οικογενειακό και κοινωνικό της περιβάλλον.

 

Επιπλέον, από τις δηλώσεις της Αιτήτριας δεν προκύπτει ότι οι φερόμενες απειλές του πατέρα της συνοδεύτηκαν από οποιαδήποτε περαιτέρω ενέργεια εναντίον της. Η ίδια ανέφερε ότι μετά το περιστατικό επέστρεψε στο Auchi, όπου συνέχισε να διαμένει, χωρίς να αναφέρει ότι ο πατέρας της ή άλλα μέλη της οικογένειάς της προέβησαν σε ενέργειες για να την εντοπίσουν ή να υλοποιήσουν τις απειλές αυτές. Περαιτέρω, δεν ισχυρίστηκε ότι προέκυψαν οποιαδήποτε άλλα περιστατικά στοχοποίησης ή βλάβης σε βάρος της από τρίτους, γεγονός που αποδυναμώνει τον ισχυρισμό περί άμεσης και πραγματικής απειλής κατά της ζωής ή της ελευθερίας της.

 

Υπό το σύνολο των ανωτέρω περιστάσεων, η αφήγηση της Αιτήτριας σχετικά με το περιστατικό που προβάλλεται ως καθοριστικό γεγονός απειλής παρουσιάζει ασάφειες και ελλείψεις ως προς βασικές πτυχές της, δεν εμφανίζει την απαιτούμενη συνοχή και συγκεκριμενοποίηση και, συνεπώς, δεν τεκμηριώνει επαρκώς τον ισχυρισμό περί πραγματικού κινδύνου δίωξης ή σοβαρής βλάβης. Κατά συνέπεια, κρίνω ότι ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός δεν αποδεικνύεται ούτε ως προς την εσωτερική του αξιοπιστία.

 

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του τρίτου ουσιώδους ισχυρισμού, ως έχει ήδη επισημανθεί ανωτέρω, οι διαθέσιμες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής επιβεβαιώνουν ότι τα άτομα ΛΟΑΤΚΙ στη Νιγηρία ενδέχεται να εκτίθενται σε κοινωνικό στιγματισμό, διακρίσεις και περιστατικά βίας. Ωστόσο, δεδομένου ότι ο ισχυρισμός της Αιτήτριας περί του σεξουαλικού της προσανατολισμού δεν έγινε αποδεκτός, οι πληροφορίες αυτές δεν επαρκούν για να τεκμηριώσουν προσωπικό κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης στην περίπτωσή της. Συνεπώς, ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός δεν δύναται να γίνει αποδεκτός ούτε ως προς την εξωτερική του αξιοπιστία.

 

Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας περί μη εύλογης και μη δέουσας έρευνας δεν ευσταθούν και απορρίπτονται. Από το διοικητικό φάκελο προκύπτει ότι η αίτηση διεθνούς προστασίας εξετάστηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 18(7Α)(α) του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, κατόπιν εξατομικευμένης αξιολόγησης όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον της αρμόδιας αρχής. Ο Λειτουργός προέβη σε πλήρη καταγραφή των δηλώσεων της Αιτήτριας κατά τη συνέντευξη, αξιολόγησε τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς του και κατέληξε σε συμπεράσματα στηριζόμενος τόσο στις δηλώσεις της ιδίας όσο και σε διαθέσιμες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής.

 

Κατά συνέπεια, από το σύνολο του διοικητικού φακέλου προκύπτει ότι η διοίκηση προέβη σε επαρκή και εμπεριστατωμένη εξέταση της αίτησης διεθνούς προστασίας της Αιτήτριας και κατέληξε σε αιτιολογημένη απόφαση. Οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί της Αιτήτριας απορρίπτονται ως αβάσιμοι.

 

Υπό το φως των προλεχθέντων και των ισχυρισμών της Αιτήτριας που έχουν γίνει αποδεκτοί από το παρόν Δικαστήριο, κρίνω ότι δεν δικαιολογείται η υπαγωγή της στο καθεστώς του πρόσφυγα, καθώς δεν διαπιστώνονται δείκτες κινδύνου έναντι της ζωής του, σε περίπτωση επιστροφής της στη Νιγηρία, ιδιαιτέρως υπό τον ορισμό και προϋποθέσεις του προφίλ του πρόσφυγα, άρθρο 1Α της Συνθήκης της Γενεύης και άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Ως εκ τούτου, απομένει να εξεταστεί το κατά πόσο υπάρχει δυνατότητα υπαγωγής της στο καθεστώς της επικουρικής προστασίας, ή αλλιώς συμπληρωματικής προστασίας, σύμφωνα με το άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου. Το άρθρο 19(1) προβλέπει ότι επικουρική προστασία αναγνωρίζεται σε αιτητή, ο οποίος, μολονότι δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 3, αντιμετωπίζει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.

 

Η έννοια της «σοβαρής βλάβης» περιορίζεται εξαντλητικά στις περιπτώσεις του άρθρου 19(2), ήτοι στη θανατική ποινή ή εκτέλεση, στα βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, και στη σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου λόγω αδιάκριτης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.

 

Λαμβάνοντας υπόψη τα πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση υπόθεσης, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των περιπτώσεων (α) και (β) του άρθρου 19(2). Συνεπώς, εξετάζεται αποκλειστικά η εφαρμογή της περίπτωσης (γ).

 

Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για την εκτίμηση της ύπαρξης αδιάκριτης βίας λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, η ένταση και η διάρκεια της ένοπλης σύρραξης, ο βαθμός οργάνωσης των εμπλεκομένων δυνάμεων, η γεωγραφική έκταση της βίας, καθώς και η ύπαρξη επιθέσεων κατά αμάχων (βλ. απόφαση ΔΕΕ, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland[27]). Περαιτέρω, όπως έχει κριθεί στην υπόθεση Meki Elgafaji, Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie[28] η σοβαρή και προσωπική απειλή κατά την έννοια του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ προϋποθέτει εξαιρετική κατάσταση, στην οποία το επίπεδο της αδιάκριτης βίας είναι τόσο υψηλό ώστε η απλή παρουσία του αμάχου στην οικεία περιοχή να συνεπάγεται πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.

 

Στη βάση της νομολογίας αυτής, προς τον σκοπό εξέτασης των προϋποθέσεων που διαλαμβάνει το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ως αυτός ενσωματώνει το άρθρο 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ[29] και λαμβάνοντας υπόψη ότι έχει παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα από την πρωτοβάθμια εξέταση της αίτησης της Αιτήτριας, προχώρησα σε έρευνα σε διεθνείς πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, ήτοι την πολιτεία Edo της Νιγηρίας.  Από την έρευνα αυτή, προέκυψαν τα ακόλουθα:

 

Σύμφωνα λοιπόν με τη βάση δεδομένων ACLED, στην πολιτεία Edo της Νιγηρίας κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 17.02.2026), καταγράφηκαν 135 περιστατικά ασφαλείας (που περιλαμβάνουν περιστατικά πολιτικής βίας, διαδηλώσεων, καταστολής, τρομοκρατικών επιθέσεων) τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 107 απώλειες σε ανθρώπινες ζωές.[30] Συγκεκριμένα στην πόλη Benin της πολιτείας Edo της Νιγηρίας που συνιστά τον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, την ίδια περίοδο αναφοράς καταγράφηκαν 33 περιστατικά ασφαλείας και 11 θάνατοι. Σημειώνεται ότι ο συνολικός πληθυσμός της πολιτείας Edo ανέρχεται σε 4.777.000[31] κατοίκους και της πόλης Benin σε 1.841.000[32] κατοίκους.

 

Ενόψει των δεδομένων αυτών δεν προκύπτει ότι η κατάσταση ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής της, ήτοι στην πολιτεία Edo, χαρακτηρίζεται από τέτοιο βαθμό αδιάκριτης βίας ώστε, λόγω και μόνον της παρουσίας της εκεί, να υφίσταται πραγματικός κίνδυνος σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής της ακεραιότητας. Περαιτέρω, η Αιτήτρια δεν προέβαλε εξατομικευμένα στοιχεία ή προσωπικά χαρακτηριστικά που να την καθιστούν ιδιαίτερα εκτεθειμένη σε κίνδυνο σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής της. Από το προσωπικό της προφίλ προκύπτει ότι πρόκειται για νεαρή ενήλικη γυναίκα, με ολοκληρωμένη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, σε καλή κατάσταση υγείας, χωρίς διαπιστωμένη ιδιαίτερη ευαλωτότητα και με οικογενειακό δίκτυο στη χώρα καταγωγής της. Δεν αναδείχθηκαν, ούτε κατά τη διοικητική διαδικασία ούτε ενώπιόν μου, στοιχεία που να συνηγορούν υπέρ της ύπαρξης ατομικών χαρακτηριστικών ικανών να αυξήσουν ειδικώς τον κίνδυνο σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής της. Ως εκ τούτου, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις χορήγησης συμπληρωματικής προστασίας.

 

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

 

Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα ανωτέρω αναπτύχθηκαν, είναι η κατάληξή μου ότι ορθώς κρίθηκε και επί της ουσίας ότι η Αιτήτρια δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων και, περαιτέρω, ορθώς θεωρήθηκε ότι δεν κατάφερε να τεκμηριώσει ότι υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, ως αμφότερες αυτές οι έννοιες ορίζονται από την οικεία νομοθεσία (άρθρα 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου).

 

Καταληκτικά, λαμβάνω υπόψη μου, πρόσθετα και συμπληρωματικά των ανωτέρω, ότι η χώρα καταγωγής της Αιτήτριας (Νιγηρία), συμπεριλαμβάνεται στις χώρες που έχουν ορισθεί ως ασφαλείς χώρες ιθαγένειας σύμφωνα με το Διάταγμα του Υπουργού Εσωτερικών, ημερομηνίας 30.05.2025 (Κ.Δ.Π. 145/2025), χωρίς εν προκειμένω η Αιτήτρια να προβάλει οποιουσδήποτε ισχυρισμούς ή στοιχεία που αφορούν προσωπικά στην ίδια και οι οποίοι να ανατρέπουν το τεκμήριο περί ασφαλούς χώρας καταγωγής. Ο κατάλογος των ασφαλών χωρών ιθαγένειας καθορίζεται από τον Υπουργό Εσωτερικών όταν ικανοποιηθεί βάσει της νομικής κατάστασης, της εφαρμογής του δικαίου στο πλαίσιο δημοκρατικού συστήματος και των γενικών πολιτικών συνθηκών ότι στις οριζόμενες χώρες, γενικά και μόνιμα, δεν υφίστανται πράξεις δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 3Γ του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία, ούτε απειλή η οποία προκύπτει από την χρήση αδιάκριτης βίας σε κατάσταση διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύγκρουσης.

 

Με βάση το σύνολο των ενώπιον μου δεδομένων, όπως έχω αναλύσει ανωτέρω, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με €1000 έξοδα εναντίον της Αιτήτριας και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση.

 

 

 

Ε. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[1]  Σύμφωνα με τον Κανονισμό 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 : « Ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962, και οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί (Αρ.1) του 2015, τυγχάνουν εφαρμογής σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας  από 18.6.2019, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις που αναφέρονται στη συνέχεια και κατ΄ ανάλογη εφαρμογή των δικονομικών κανόνων και πρακτικής που ακολουθούνται και εφαρμόζονται στις ενώπιον του Διοικητικού   Δικαστηρίου προσφυγές εκτός αν ήθελε άλλως ορίσει το Δικαστήριο.».

[2] Βλ. ενδεικτικά Δημοκρατία ν. Κουκκουρή κ.ά. (1993) 3 Α.Α.Δ. 598.

[3] Ζωμενή-Παντελίδου ν. Α.Η.Κ., Υποθ. Αρ. 108/2006, ημερ. 26.07.2007

[4] Ανθούσης ν. Δημοκρατίας (1995) 4(Γ) Α.Α.Δ. 1709.

[5] Ρ.Ο.Α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, υποθ. αρ. 3534/2023, 14.02.2024

[6] Λούκας Παπαλούκας κ.α. ν. Επιτροπής Σιτηρών Κύπρου, 3 Α.Α.Δ. 656.

[7] Τσούντας Χρυσόστομος ν. Κεντρική Τράπεζα Κύπρου κ.α. υπόθεση αρ. 297/2013 κ.α., 24.03.2016, ECLI:CY:AD:2016:D167.

[8] Sekkides v. Republic (1988) 3 C.L.R. 2136 και Δημοκρατία ν. Ροδιά (1991) 3 A.A.Δ. 577584

[9] Απόφαση αρ. 128/2008 JAMAL KAROU v Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 01.02.2010

[10] Βλσχετική ανάλυση επί του θέματος δικαστική έκδοση της EUAA με θέμα: "Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System Judicial analysis", Second edition, February 2023,  σελ. 267-268.

[14] ILGA Database, Nigeria, https://database.ilga.org/nigeria-lgbti (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 24/02/2026)

[15] Human Dignity Trust, Nigeria, τελευταία ενημέρωση 28 Οκτώβρη 2025, https://www.humandignitytrust.org/country-profile/nigeria/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 24/02/2026)

[16] Human Dignity Trust, Nigeria, τελευταία ενημέρωση 28 Οκτώβρη 2025, https://www.humandignitytrust.org/country-profile/nigeria/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 24/02/2026)

[17] Equaldex, LGBT Rights in Nigeria, https://www.equaldex.com/region/nigeria (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 24/02/2026)

[18] Human Dignity Trust, Nigeria, τελευταία ενημέρωση 28 Οκτώβρη 2025, https://www.humandignitytrust.org/country-profile/nigeria/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 24/02/2026)

[19] ILGA Database, Nigeria, https://database.ilga.org/nigeria-lgbti; Human Dignity Trust, Nigeria, τελευταία ενημέρωση 28 Οκτώβρη 2025, https://www.humandignitytrust.org/country-profile/nigeria/; National Legislative Bodies / National Authorities, Nigeria: Same Sex Marriage (Prohibition) Act, 2013, διαθέσιμο σε: https://www.refworld.org/legal/legislation/natlegbod/2013/en/19556 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 24/02/2026)

[20] TIER, 2023 Human Rights Violations Report, σελ. 10, https://drive.google.com/file/d/1j8oNMDFk_OTIcAn6jtwvImeeEonR3TeH/view (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 24/02/2026)

[21] Equaldex, LGBT Rights in Nigeria, https://www.equaldex.com/region/nigeria (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 24/02/2026)

[22] EUAA, Nigeria, Country Focus, November 2025,  https://www.euaa.europa.eu/publications/coi-report-nigeria-country-focus-1, p. 63 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 24/02/2026)

[23] EUAA, Nigeria, Country Focus, November 2025,  https://www.euaa.europa.eu/publications/coi-report-nigeria-country-focus-1, p. 63 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 24/02/2026)

[24] Freedom House, Freedom in the World 2025 – Nigeria, https://freedomhouse.org/country/nigeria/freedom-world/2025 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 24/02/2026)

[25] Freedom House, Freedom in the World 2025 – Nigeria, https://freedomhouse.org/country/nigeria/freedom-world/2025 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 24/02/2026)

[26] Schwulissimo, Sharia police imprison gays and lesbians; mobs lynch activists, 28 Οκτωβρίου 2025, https://schwulissimo.de/neuigkeiten/mord-und-haft-nigeria-mobjagd-auf-homosexuelle; Scenemag, Human rights organisations express concern after 25 arrested at alleged "gay wedding" in Nigeria, 30 Οκτωβρίου 2025, https://www.scenemag.co.uk/human-rights-organisations-express-concern-after-25-arrested-at-alleged-gay-wedding-in-nigeria/; Scenemag, Nigerian gay man dies following brutal homophobic attack, 26 Οκτωβρίου 2025, https://www.scenemag.co.uk/nigerian-gay-man-dies-following-brutal-homophobic-attack/; Mamba Online, Nigeria: Queer Man’s Brutal Murder Highlights Rampant “Kito” Crisis, 28 Οκτωβρίου 2025, https://www.mambaonline.com/2025/10/28/nigeria-queer-mans-brutal-murder-highlights-rampant-kito-crisis/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 24/02/2026);

[27] ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.06.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland

[28] Απόφαση στην υπόθεση C465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji ;κ. Staatssecretaris van Justitie, ημερ.17.02.2009

[29] ΟΔΗΓΙΑ 2011/95/ΕΕ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 13ης Δεκεμβρίου 2011 σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας (αναδιατύπωση).

[30] ACLED - DISAGGREGATED DATA COLLECTION - ANALYSIS & CRISIS MAPPING PLATFORM, The Armed Conflict Location & Event Data Project, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής στον ακόλουθο διαδικτυακό σύνδεσμο https://acleddata.com/platform/explorer  (βλ. πλατφόρμα Explorer, με χρήση των ακόλουθων στοιχείων ανάλυσης: METRIC: Event Counts/Fatality Counts, EVENT CATEGORIES: Political Violence, DATE RANGE: Past Year of ACLED Data, COUNTRY: Nigeria, Edo)

[31]     City Population, Nigeria, Edo State, διαθέσιμο σε https://citypopulation.de/en/nigeria/admin/NGA012__edo/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/02/2026)

[32] City Population https://citypopulation.de/en/nigeria/cities/agglos/  (Nigeria - Benin City) (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/02/2026)


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο