ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
17 Μαρτίου, 2026
[Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
Y.T.T.,
εκ Καμερούν
Αιτητής
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω
της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Δικηγόρος για Αιτητή: Ε. Ταβλαρίδη (κα) για Κ. Κουπαρή (κα)
Δικηγόρος για Καθ' ων η αίτηση: Μ. Βασιλείου (κα) για Μ. Φιλίππου (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας
ΑΠΟΦΑΣΗ
Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Αντικείμενο της παρούσας προσφυγής αποτελεί η απόφαση των Καθ’ ων η αίτηση ημερομηνίας 14.10.2023, με την οποία απορρίφθηκε η αίτησή του Αιτητή για διεθνή προστασία, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί (στο εξής αναφερόμενος ως «ο περί Προσφύγων Νόμος»).
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Προτού εξεταστούν οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί, επιβάλλεται η σκιαγράφηση των γεγονότων που περιβάλλουν την υπό κρίση υπόθεση, όπως αυτά προκύπτουν από την αίτηση του Αιτητή, την ένσταση των Καθ' ων η αίτηση αλλά και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου ο οποίος κατατέθηκε στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1 (στο εξής αναφερόμενος ως «ο δ.φ.» ή «ο διοικητικός φάκελος»).
Ο Αιτητής κατάγεται από το Καμερούν, το οποίο εγκατέλειψε στις 19.03.2019 και αφίχθηκε παράνομα στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας περιοχές στις 20.03.2019. Αίτηση ασύλου υπέβαλε στις 06.05.2019 και ακολούθως προσήλθε σε συνέντευξη στις 25.09.2023 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη στον Αιτητή από λειτουργό της EUAA (στο εξής αναφερόμενος ως «ο Λειτουργός»). Κατόπιν εξέτασης της ουσίας της υπόθεσής του, η αίτηση του απορρίφθηκε με σχετική απόφαση ημερ. 14.10.2023. Εναντίον της απόφασης αυτής ο Αιτητής καταχώρισε την υπό κρίση προσφυγή.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Από την πλευρά τους οι Καθ' ων η αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας της επίδικης πράξης, εξετάζοντας και αντικρούοντας τον ισχυρισμό του Αιτητή υποβάλλοντας ότι αυτή έχει ληφθεί ορθώς και νομίμως, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, κατόπιν δέουσας έρευνας και σωστής ενάσκησης των εξουσιών που τους παρέχει ο Νόμος, αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης καθώς και ότι η επίδικη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη.
Αξιολόγηση εκατέρωθεν ισχυρισμών
Προτού προχωρήσω στην αξιολόγηση της επιχειρηματολογίας που προωθήθηκε, θεωρώ κρίσιμο να αναφερθούν καταρχήν οι ισχυρισμοί του Αιτητή ως αυτοί προβλήθηκαν κατά την διοικητική διαδικασία:
Στο πλαίσιο της υποβληθείσας αίτησής του για διεθνή προστασία, ο Αιτητή δήλωσε ότι ο λόγος για τον οποίο αναγκάστηκε να φύγει από τη χώρα του ήταν η αγγλόφωνη κρίση στο Νότιο Καμερούν. Συγκεκριμένα, ανέφερε επιγραμματικά τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από τον κυβερνητικό στρατό, τις δολοφονίες νέων, την έλλειψη επικοινωνίας, την ανασφάλεια, το γεγονός ότι κοιμόταν στο δάσος για περί τους 3-4 μήνες εξαιτίας της ανασφάλειας και τέλος τη σύγκρουση μεταξύ του κυβερνητικού στρατού και των αυτονομιστών μαχητών Ambazonians (βλ. ερυθ. 1 δ.φ.).
Ακολούθως, κατά το κρίσιμο στάδιο της συνέντευξης, ο Αιτητής επιβεβαίωσε ότι είναι υπήκοος Καμερούν, γεννημένος στην Nguti της Νοτιοδυτικής περιφέρειας και κάτοικος αυτής έως την αναχώρησή του από τη χώρα καταγωγής. Είναι Καθολικός Χριστιανός στο θρήσκευμα και ανήκει στη φυλή Mbo. Δήλωσε άγαμος και πατέρας ενός τέκνου το οποίο γεννήθηκε και βρίσκεται με τη μητέρα του στη Δημοκρατία. Δήλωσε ότι δεν έχει επαφή με τους γονείς του και ότι είχε έναν αδερφό ο οποίος δε ζει πλέον. Ως προς το εκπαιδευτικό του υπόβαθρο δήλωσε πως είναι απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ενώ πρόσθεσε πως ομιλεί την Αγγλική και καταλαβαίνει ολίγον τη Γαλλική. Αναφορικά με την επαγγελματική του εμπειρία δήλωσε ότι καλλιεργούσε κακάο (βλ. ερυθ. 43-39 δ.φ.).
Αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησης δήλωσε ότι στο Καμερούν ζούσε στην οικογενειακή οικία με τη μητέρα του και τον αδερφό του και την οικογένεια αυτού. Εξήγησε ότι τόσο ο αδερφός του όσο και η σύζυγος αυτού ήταν δάσκαλοι. Πρόσθεσε πως είχαν για γείτονα ένα στρατηγό των αυτονομιστών μαχητών Ambazonians, ο οποίος πρώτος ενημέρωσε αυτοπροσώπως τον αδερφό του Αιτητή πως θα έπρεπε να σταματήσουν να διδάσκουν. Δήλωσε πως μερικές ημέρες αργότερα απείλησε τον Αιτητή ότι θα βλάψει την οικογένειά του και τον ανάγκασε να πάει και να παρακολουθήσει ένα σημείο ελέγχου του στρατού και να αναφέρει το τι οπλισμό έφεραν οι στρατιώτες σε αυτό. Ο Αιτητής δήλωσε ότι αναγκάστηκε να κάνει αυτό που του ζητήθηκε. Ο Αιτητής περιέγραψε πως ο στρατηγός του ζήτησε να του παρέχει εκ νέου πληροφορίες για τις κινήσεις του κυβερνητικού στρατού. Πρόσθεσε πως κάποιες ημέρες αργότερα, σε δύο χωριστές περιπτώσεις, ο κυβερνητικός στρατός περικύκλωσε την οικογενειακή οικία τους διότι ενημερώθηκαν πως ο Αιτητής ήταν πληροφοριοδότης των Ambazonians, όμως αυτός και η οικογένειά του πρόλαβαν να ξεφύγουν και τις δύο φορές. Ο Αιτητής δήλωσε ότι ο στρατός επέδωσε σε έναν γηραιό του χωριού έγγραφο το οποίο απευθυνόταν στον ίδιο και απαιτούσε την παρουσίασή του για ανάκριση. Δεύτερη παρόμοια κλήση η οποία καλούσε τον Αιτητή σε ανάκριση επιδόθηκε στον αδερφό του στις 15/08/2018, με αποτέλεσμα ο Αιτητής να διαφύγει και να κρυφτεί στο δάσος για σχεδόν ένα έτος σε δύσκολες συνθήκες, προτού αποφασίσει, μετά από παρότρυνση του αδερφού του, να αναχωρήσει από τη χώρα (βλ. ερυθ. 38 2χ και 37 1χ δ.φ.).
Ερωτώμενος τι πιστεύει ότι θα του συμβεί σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής, ο Αιτητής αποκρίθηκε πως εξαιτίας των κλήσεων τις οποίες προσκόμισε το όνομα του βρίσκεται σε λίστα στα αεροδρόμια και υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να συλληφθεί και να βασανιστεί χωρίς να το μάθει κανείς. Ο Λειτουργός επεσήμανε πως τα έγγραφα έχουν ημερομηνίες έκδοσης Ιούνιο και Αύγουστο του 2018 και το διαβατήριο του Αιτητή εξεδόθη το Νοέμβριο του 2018 και ζήτησε από τον Αιτητή να εξηγήσει πως κατάφερε να εκδώσει διαβατήριο και να ταξιδέψει κάνοντας χρήση του διαβατηρίου ενώ ήδη αναζητείτο. Ο Αιτητής αποκρίθηκε πως ο ταξιδιωτικός πράκτορας τον οποίο χρησιμοποίησε δωροδόκησε τα απαραίτητα άτομα ώστε να μπορέσει να ταξιδέψει (βλ. ερυθ. 37 3Χ δ.φ.).
Απαντώντας σε ερωτήσεις σχετικά με τον στρατηγό των Ambazonians τον οποίο είχε γείτονα, ο Αιτητής προσδιόρισε τόσο το όνομά του όσο και το ψευδώνυμο του, ότι τον προσέγγισε ό ίδιος για πρώτη φορά περί το Νοέμβριο του 2017 μαζί με άλλα 3 άτομα και του ζήτησαν να σταματήσει να διδάσκει ο αδερφός του, ενώ πρόσθεσε ότι την ίδια απαίτηση του μετέφεραν και στα τέλη του 2017. Πρόσθεσε πως του ζήτησαν να παρέχει πληροφορίες σχετικά με τον κυβερνητικό στρατό τον Ιανουάριο ή Φεβρουάριο του 2018 και πως γνώριζε να περιγράψει τα όπλα που είχαν οι στρατιώτες στο σταθμό ελέγχου από τις ταινίες που είχε παρακολουθήσει. Δήλωσε επίσης ότι πριν την κρίση ήταν εγκάρδιος φίλος με τον στρατηγό και πως ο ίδιος του ζήτησε να γίνει μέλος των αυτονομιστών όμως εκείνος αρνήθηκε καθώς δεν του αρέσει ο πόλεμος και είναι φιλειρηνιστής (βλ. ερυθ. 36 1χ-3χ δ.φ.).
Ερωτώμενος πότε και πώς ενημερώθηκε ο στρατός ότι ήταν πληροφοριοδότης των Ambazonians, ο Αιτητής δήλωσε ότι το έμαθαν το 2018 από έναν γείτονά του επ’ ονόματι Ngim Ambazi, ο οποίος τους είπε ότι ο Αιτητής πρέπει να είναι πληροφοριοδότης των Ambazonians καθώς τον είδε να βγαίνει από το σπίτι του στρατηγού πολλές φορές (βλ. ερυθ. 35 1χ δ.φ.).
Ερωτώμενος σχετικά με τη φωτογραφία την οποία προσκόμισε και η οποία ισχυρίζεται ότι απεικονίζει τον νεκρό αδερφό του, ο Αιτητής δήλωσε ότι ο κυβερνητικός στρατός έμαθε πως ο αδερφός του ήταν αυτός που τον παρότρυνε να φύγει από τη χώρα και τον στήριξε οικονομικά. Πρόσθεσε ότι ο στρατός περικύκλωσε την οικογενειακή οικία, πυροβόλησαν και σκότωσαν τον αδερφό του και την επομένη ενημέρωσαν ότι κάποιος από την οικογένεια θα έπρεπε να πάει στη στρατιωτική βάση για να παραλάβει τα τρία τέκνα του αδερφού του Αιτητή. Διευκρίνισε ότι τον ενημέρωσε σχετικά ένας γηραιός γείτονας μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας Facebook (βλ. ερυθ. 35 δ.φ.).
Σε ερώτηση του Λειτουργού σχετικά με το πως κατάφερε ο ίδιος και η οικογένειά του να διαφύγουν δύο φορές από τον κυβερνητικό στρατό ό οποίος επισκέφτηκε την οικία τους, ο Αιτητής δήλωσε ότι τα φορτηγά του στρατού κάνουν πολύ θόρυβο και γίνονται αντιληπτά από μακρυά ενώ πρόσθεσε ότι είχαν φίλους και γείτονες οι οποίοι τους προειδοποιούσαν όταν πλησίαζε ο στρατός (βλ. ερυθ. 35 2Χ δ.φ.).
Ερωτώμενος σχετικά με την παραμονή του στο δάσος για σχεδόν ένα έτος, ο Αιτητής δήλωσε ότι οι συνθήκες ήταν πολύ δύσκολες και ότι κατά περιόδους ερχόταν και άλλος κόσμος για να κρυφτεί από τις συγκρούσεις (βλ. ερυθ. 34 δ.φ.).
Σε ερώτηση σχετικά με το αν θα μπορούσε να επιστρέψει στη χώρα και να μετεγκατασταθεί σε κάποια άλλη περιοχή όπως για παράδειγμα η Yaounde με ασφάλεια, ο Αιτητής αποκρίθηκε αποφατικά και δήλωσε πως εφόσον καταζητείται θα συλληφθεί και θα φυλακιστεί με το που θα φτάσει στη χώρα. Πρόσθεσε ότι πλέον θεωρείται πληροφοριοδότης της κυβέρνησης (blackleg) και αν επιστρέψει στη Yaounde θα είναι πολύ εύκολο να τον εντοπίσουν (βλ. ερυθ. 33 δ.φ.).
Η αξιολόγηση των ισχυρισμών του Αιτητή από τους Καθ' ων η αίτηση
Προχωρώντας στην αξιολόγηση που διενεργήθηκε, επί των όσων ο Αιτητής παρέθεσε κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του από τους Καθ' ων η αίτηση, διαφαίνεται ότι ο Λειτουργός εντόπισε και εξέτασε δύο ισχυρισμούς:
Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός αφορούσε την ταυτότητα, το προφίλ και τη χώρα καταγωγής του Αιτητή και έγινε αποδεκτός.
Ο δεύτερος ισχυρισμός του Αιτητή, σύμφωνα με τον οποίο ήταν πληροφοριοδότης των Ambazonians και καταζητείται, απορρίφθηκε λόγω ασυνάρτητων, γενικών και ανεπαρκώς τεκμηριωμένων δηλώσεων, με έλλειψη συγκεκριμένων χρονικών και πραγματικών στοιχείων. Οι εξηγήσεις του για κρίσιμα σημεία (προσέγγιση από Ambazonians, όπλα, διαφυγή) κρίθηκαν αόριστες ή ασυνεπείς. Αν και αναγνωρίστηκε από εξωτερικές πηγές ότι επικρατούν σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο Καμερούν, τα έγγραφα που προσκόμισε δεν θεωρήθηκαν επαρκή ούτε επαληθεύσιμα.
Ωστόσο, κατά την αξιολόγηση κινδύνου, κρίθηκε ότι, λόγω των προσωπικών του στοιχείων και της κατάστασης ασφαλείας στη Nguti, υπάρχει εύλογη πιθανότητα δίωξης ή σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής.
Ακολούθως, κατά τη νομική ανάλυση κρίθηκε πως δεν προκύπτει βάσιμος φόβος δίωξης βάσει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, αλλά ούτε και πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης στο πλαίσιο του άρθρου 19 του Περί Προσφύγων Νόμου. Ειδικότερα, κατά την αξιολόγηση των προϋποθέσεων του άρθρου 19 (2) (α) και (β) του Περί Προσφύγων Νόμου, κρίθηκε πως ο Αιτητής κατά την επιστροφή του στο Καμερούν, δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας. Κατά την αξιολόγηση των προϋποθέσεων του άρθρου 19 (2) (γ) του Περί Προσφύγων Νόμου, ο λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Αιτητής δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.
Η εκτίμηση του Δικαστηρίου
Λαμβάνοντας υπόψη ότι κατά το στάδιο των Διευκρινίσεων η συνήγορος του Αιτητή προέβη σε ρητή απόσυρση όλων των ουσιωδών ισχυρισμών που είχαν προβληθεί κατά τη διοικητική διαδικασία και περιόρισε την επιχειρηματολογία αποκλειστικά στον ισχυρισμό περί παροχής συμπληρωματικής προστασίας λόγω της γενικής κατάστασης ασφαλείας στη χώρα καταγωγής, το Δικαστήριο περιορίζει το αντικείμενο του ελέγχου του στον εν λόγω ισχυρισμό. Ενόψει της αρχής της διάθεσης του αντικειμένου της προσφυγής από τα μέρη, το Δικαστήριο δεν προχωρεί στην εξέταση ζητημάτων που έχουν εγκαταλειφθεί, αλλά επικεντρώνεται αποκλειστικά στο κατά πόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 του περί Προσφύγων Νόμου. Επισημαίνεται άλλωστε, σύμφωνα και με το ιστορικό που έχει παρατεθεί, ουδείς εκ των ισχυρισμών αυτών του Αιτητή έχει κριθεί ως αξιόπιστος.
Παραμένει συνεπώς προς εξέταση το κατά πόσο υπάρχει δυνατότητα να υπαχθεί ο Αιτητής στο καθεστώς της συμπληρωματικής προστασίας, ως αυτό καθορίζεται στην εθνική νομοθεσία, το άρθρο 19(1) του περί Προσφύγων Νόμου διαλαμβάνει ότι (έμφαση του παρόντος Δικαστηρίου):
«το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, αναγνωρίζεται σε οποιοδήποτε αιτητή, ο οποίος δεν αναγνωρίζεται ως πρόσφυγας ή σε οποιοδήποτε αιτητή του οποίου η αίτηση σαφώς δεν βασίζεται σε οποιουσδήποτε από τους λόγους του εδαφίου (1) του άρθρου 3, αλλά σε σχέση με τον οποίο υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη και δεν είναι σε θέση ή, λόγω του κινδύνου αυτού, δεν είναι πρόθυμος, να θέσει τον εαυτό του υπό την προστασία της χώρας αυτής.»
Ο ορισμός της «σοβαρής» ή «σοβαρής και αδικαιολόγητης βλάβης» καλύπτει δυνάμει του άρθρου 19(2) εξαντλητικά, τρεις διαφορετικές καταστάσεις, ήτοι:
(α) θανατική ποινή ή εκτέλεση, ή
(β) βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία του αιτητή στη χώρα καταγωγής του, ή
(γ) σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.
Έχοντας υπόψη τις περιστάσεις της υπό κρίση υπόθεσης, ο Αιτητής, ως ορθώς κατέληξαν οι Καθ’ων η αίτηση, δεν μπορεί να ενταχθεί στα υπό (α) και (β) ανωτέρω εδάφια. Ειδικότερα, δεν προκύπτει από το προαναφερόμενο ιστορικό του Αιτητή, ότι ενόψει των προσωπικών της περιστάσεων, πιθανολογείται η ίδια να εκτεθεί σε κίνδυνο βλάβης συγκεκριμένης μορφής[1]ούτε προκύπτει ότι αυτή διατρέχει κίνδυνο σοβαρής βλάβης, λόγω θανατικής καταδίκης ή εκτέλεσης, βασανιστηρίων, απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του [βλ. άρθρο 19(2)(α) και (β)].
Απομένει συνεπώς η εξέταση των προϋποθέσεων που θέτει το εδάφιο (γ) του άρθρου 19(2). Ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν αναφορικά με την αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης επεσήμανε στην απόφασή του C-901/19, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland, ημ. 10.06.2021[2] ότι αυτοί είναι:
«(...) μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (πρβλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C‑285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών.»
(βλ. σκέψη 43 της απόφασης)
Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην απόφασή του στην υπόθεση Sufi and Elmi κατά Ηνωμ. Βασιλείου, ημ. 28.11.2011[3], αξιολόγησε, κατά τρόπο μη εξαντλητικό, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.
Όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ στην Elgafaji[4] (έμφαση και υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):
«34. Συγκεκριμένα, η βλάβη αυτή αφορά, ευρύτερα, «απειλή [.]κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας» αμάχου και όχι συγκεκριμένες πράξεις βίας. Επιπροσθέτως, η απειλή αυτή είναι συμφυής με μια γενική κατάσταση «διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης». Τέλος, η βία από την οποία προέρχεται η εν λόγω απειλή χαρακτηρίζεται ως «αδιακρίτως» ασκούμενη, όρος που σημαίνει ότι μπορεί να επεκταθεί σε άτομα ανεξαρτήτως των προσωπικών περιστάσεών τους.
35. Στο πλαίσιο αυτό, ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας.
36. Η ερμηνεία αυτή, η οποία δύναται να διασφαλίσει ένα αυτοτελές πεδίο εφαρμογής στο άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, δεν αναιρείται από το γράμμα της εικοστής έκτης αιτιολογικής σκέψης, κατά το οποίο «οι κίνδυνοι στους οποίους εκτίθεται εν γένει ο πληθυσμός ή τμήμα του πληθυσμού μιας χώρας δεν συνιστούν συνήθως, αυτοί καθαυτοί, προσωπική απειλή που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως σοβαρή βλάβη».
37. Συγκεκριμένα, μολονότι η αιτιολογική αυτή σκέψη σημαίνει ότι η απλή αντικειμενική διαπίστωση κινδύνου απορρέοντος από τη γενική κατάσταση μιας χώρας δεν αρκεί, καταρχήν, για να γίνει δεκτό ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, συντρέχουν ως προς συγκεκριμένο πρόσωπο, εντούτοις, καθόσον η αιτιολογική αυτή σκέψη χρησιμοποιεί τον όρο «συνήθως», αναγνωρίζει το ενδεχόμενο υπάρξεως μιας εξαιρετικής καταστάσεως, χαρακτηριζομένης από έναν τόσο υψηλό βαθμό κινδύνου, ώστε να υπάρχουν σοβαροί λόγοι να εκτιμάται ότι το πρόσωπο αυτό θα εκτεθεί ατομικώς στον επίμαχο κίνδυνο.
38. Ο εξαιρετικός χαρακτήρας της καταστάσεως αυτής επιρρωννύεται, επίσης, από το γεγονός ότι η οικεία προστασία είναι επικουρική, καθώς και από την οικονομία του άρθρου 15 της οδηγίας, καθόσον η βλάβη, της οποίας τον ορισμό δίνει το άρθρο αυτό υπό τα στοιχεία α΄ και β΄, πρέπει να εξατομικεύεται σαφώς. Μολονότι είναι αληθές ότι στοιχεία που αφορούν το σύνολο του πληθυσμού αποτελούν σημαντικό παράγοντα για την εφαρμογή του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, υπό την έννοια ότι σε περίπτωση διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης ο ενδιαφερόμενος, όπως και άλλα πρόσωπα, εντάσσεται στον κύκλο των δυνητικών θυμάτων μιας αδιακρίτως ασκούμενης βίας, εντούτοις, η ερμηνεία της εν λόγω διατάξεως πρέπει να γίνεται λαμβανομένου υπόψη του συστήματος στο οποίο εντάσσεται, δηλαδή σε σχέση με τις λοιπές δύο περιπτώσεις που προβλέπει το άρθρο 15 και, επομένως, να ερμηνεύεται σε στενή συνάρτηση με την εξατομίκευση αυτή.
39. Συναφώς, πρέπει να διευκρινισθεί ότι όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας.».
Στη βάση της ως άνω νομολογίας, προς τον σκοπό εξέτασης των προϋποθέσεων που διαλαμβάνει το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ως αυτός ενσωματώνει το άρθρο 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ[5] λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι έχει παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα από την πρωτοβάθμια εξέταση της αίτησής του Αιτητή, έκρινα σκόπιμο όπως προχωρήσω σε έρευνα σε διεθνείς πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στη περιφέρεια Southwest του Καμερούν(στην οποία υπάγεται γεωγραφικά το χωριό Nguti), που αποτελεί τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής του Αιτητή, από την οποία διαφάνηκαν τα ακόλουθα:
· Σύμφωνα με πρόσφατη ανάλυση, στην ιστοσελίδα του ACAPS της χώρας αναφέρεται πως το Καμερούν βιώνει διάφορες κρίσεις στην χώρα. Οι μακροχρόνιες δυσαρέσκειες της αγγλόφωνης κοινότητας στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές, μετά από δεκαετίες περιθωριοποίησης των μειονοτικών αγγλόφωνων περιοχών από τη γαλλόφωνη Κυβέρνηση, κλιμακώθηκαν σε εκτεταμένες διαμαρτυρίες και απεργίες στα τέλη του 2016. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την εμφάνιση διαφορετικών αυτονομιστικών να φωνάζουν/διαδηλώνουν υπέρ της αυτοαποκαλούμενης Δημοκρατίας της Ambazonias στα βορειοδυτικά και νοτιοδυτικά. Οι συγκρούσεις μεταξύ του στρατού και των αυτονομιστικών δυνάμεων έχουν εντείνει την ανασφάλεια στις ανωτέρω περιοχές, οδηγώντας 638.400 ανθρώπους σε εκτοπισμό στο εσωτερικό της χώρας και 64.000 σε αναζήτηση καταφυγίου στη γειτονική Νιγηρία μέχρι τις 9 Φεβρουαρίου 2024. Επίσης, η εξέγερση της Boko Haram στα βορειοανατολικά της Νιγηρίας έχει επίσης εξαπλωθεί στην περιοχή του Άπω Βορρά (extreme Nord), όπου 120.869 Νιγηριανοί πρόσφυγες έχουν καταφύγει στον Άπω Βορρά του Καμερούν, ενώ η βία από την Μπόκο Χαράμ και το Ισλαμικό Κράτος έχει εκτοπίσει εσωτερικά περισσότερους από 453.600 ανθρώπους.[6]
· Στις περιφέρειες Southwest και Northwest, κοινώς γνωστές ως αγγλόφωνες περιοχές,[7] οι μάχες μεταξύ των κυβερνητικών δυνάμεων και των αυτονομιστών μαχητών συνεχίζονται από το 2017, όταν οι αυτονομιστές προσπάθησαν να ιδρύσουν ένα ανεξάρτητο κράτος.[8] Το Armed Conflict Location & Event Data Project (ACLED) ανέφερε ότι το 2023, εσωτερικές διαμάχες μεταξύ των ηγετών των αυτονομιστών χώρισαν τις αυτοαποκαλούμενες «αγγλόφωνες κυβερνήσεις» σε περισσότερες από 50 αυτονομιστικές ομάδες, αποδυναμώνοντας με αυτόν τον τρόπο τα πολιτικά τους αιτήματα και την ικανότητά τους να αντιστέκονται στις κρατικές επιθέσεις.[9] Το ACLED ανέφερε περαιτέρω ότι η συνεχιζόμενη σύγκρουση και οι ανταγωνιστικές εδαφικές διεκδικήσεις μεταξύ των αυτονομιστικών ομάδων και της κεντρικής κυβέρνησης έχουν μετατρέψει τις αγγλόφωνες περιοχές σε ένα «κατακερματισμένο σύστημα φορολογίας, ασφάλειας και δημόσιων υπηρεσιών», το οποίο διαχειρίζονται διάφοροι ασυντόνιστοι παράγοντες, συμπεριλαμβανομένων των αυτονομιστών, της κυβέρνησης, ιδιωτικών εταιρειών και ανθρωπιστικών οργανώσεων.[10]
· Τον Ιανουάριο του 2024, η United Nations Office for the Coordination of Humanitarian Affairs (UNOCHA) ανέφερε ότι οι πληθυσμοί στις περιφέρειες Southwest και Northwest «συνέχισαν να υποφέρουν από καταχρήσεις, συμπεριλαμβανομένων δολοφονιών, καταστροφών περιουσιών, απαγωγών για λύτρα, παράνομης φορολογίας, αυθαίρετων συλλήψεων και εκβιασμών».[11] Η κατάσταση της ασφάλειας παρέμεινε «πολύ ασταθής» καθ' όλη τη διάρκεια του 2024,[12] χαρακτηριζόμενη από αυξημένη εγκληματική δραστηριότητα, εισβολές μη κρατικών ενόπλων ομάδων σε αστικά κέντρα, επιθέσεις κατά των Σωμάτων Κρατικής Ασφάλειας, απειλές κατά αμάχων και χρήση αυτοσχέδιων εκρηκτικών μηχανισμών από μη κρατικές ένοπλες ομάδες.[13]
· Σύμφωνα με το ACLED, «η σύγκρουση στην αγγλόφωνη περιοχή μεγάλωνε κάθε χρόνο, με βίαια γεγονότα να αυξάνονται κατά μέσο όρο 49% ετησίως από το 2020 έως το 2023».[14] Η ίδια πηγή ανέφερε ότι οι αυτονομιστές επέβαλαν το κλείσιμο και το lockdown στις σχολικές δραστηριότητες και ήταν υπεύθυνοι για το 89% των σχεδόν 50 περιστατικών κάλυψης βίαιων περιστατικών που στοχοποιούσαν δασκάλους το 2023.[15] Στην Έκθεση Κατάστασης που καλύπτει τον Δεκέμβριο του 2023, η UNOCHA ανέφερε πάνω από 96.815 εκτοπισμένους στις περιοχές Northwest και Southwest λόγω βίας, με πολλούς να αντιμετωπίζουν εκτοπισμό καθώς επέστρεφαν στα σπίτια τους σε περιόδους ηρεμίας, αλλά διέφευγαν ξανά κατά τη διάρκεια της αναζωπύρωσης της βίας.[16] Σύμφωνα με την Διεθνή Αμνηστία, σε έκθεση της για την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη χώρα, για το έτος 2024, αναφέρει πως περισσότεροι από 580.000 άνθρωποι έχουν εκτοπισθεί εξαιτίας της ένοπλης βίας στο Βορειοδυτικό και Νοτιοδυτικό Καμερούν.[17]
· Πρόσφατη έκθεση της CEDOCA αναφέρει πως «οι ένοπλοι αυτονομιστές συνέχισαν να διαπράττουν σοβαρές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, μεταξύ των οποίων επιθέσεις σε σχολεία, ανθρωποκτονίες, απαγωγές, βασανιστήρια, εκφοβισμούς, εκβιασμούς και καταστροφές περιουσιών.[18] Σύμφωνα με τη Διεθνή Αμνηστία, κύριοι στόχοι αυτών των πράξεων βίας είναι άτομα «ύποπτα για συνεργασία με τις δυνάμεις άμυνας και ασφάλειας ή κατηγορούνται για μη υπακοή στις εντολές που προσπαθούν να επιβάλουν στις περιοχές που θέλουν να ελέγξουν».[19]
· Επισημαίνεται ότι από έρευνα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, σχετικά με την αντιμετώπιση των αγγλόφωνων στις γαλλόφωνες περιοχές του Καμερούν, προκύπτουν τα εξής: Σύμφωνα με έκθεση του 2025 της Βελγικής Υπηρεσίας CEDOCA - Country of Origin Information, πολλοί αγγλόφωνοι αναζητούν καταφύγιο στις γαλλόφωνες περιοχές του Καμερούν. Σε γενικές γραμμές, η ανθρωπιστική κατάσταση των εκτοπισμένων ατόμων είναι επισφαλής. Οι εντάσεις μεταξύ των εκτοπισμένων και των κοινοτήτων υποδοχής αυξάνονται όσο συνεχίζεται η κρίση, καθώς οι τελευταίες δυσκολεύονται όλο και περισσότερο να καλύψουν τις δικές τους ανάγκες. Οι αρχές δεν κάνουν σκόπιμα διακρίσεις εις βάρος των εκτοπισμένων στις γαλλόφωνες περιοχές. Ωστόσο, οι αγγλόφωνοι μπορεί να βιώσουν διακρίσεις, είτε εκ προθέσεως είτε ακούσια, ιδιαίτερα με βάση τη γλώσσα. Συγκεκριμένα, άτομα χωρίς έγγραφα ταυτοποίησης διατρέχουν κίνδυνο σύλληψης ή εκβιασμού κατά τη διάρκεια ελέγχων από την αστυνομία[20].
· Η International Crisis Group σε έκθεση του Μαρτίου του 2023 αναφέρει ότι μέσω της νομοθεσίας του 2019, για πρώτη φορά, η εθνική κυβέρνηση αναγνώρισε ότι οι δύο αγγλόφωνες περιοχές διαφέρουν από τις οκτώ γαλλόφωνες λόγω της μοναδικής πολιτικής ιστορίας τους, και με αυτόν τον τρόπο αναγνώρισε την ύπαρξη μιας αγγλόφωνης ταυτότητας διαφορετικής από αυτήν που αγκαλιάζει η Γαλλόφωνη πλειοψηφία. Πολλοί Αγγλόφωνοι για άλλη μια φορά θεώρησαν το μέτρο το ελάχιστο δυνατό[21]. Η πλειοψηφία των πηγών υποδεικνύει ότι υπάρχει μια ήπια συνύπαρξη μεταξύ αγγλόφωνων και γαλλόφωνων πολιτών και πως ο εσωτερικά εκτοπισμένος αγγλόφωνος πληθυσμός στο γαλλόφωνο τμήμα δεν υφίσταται συστηματικά διάκριση από τις αρχές, πλην μαζικών συλλήψεων προς εξακρίβωση ταυτότητας[22].
· Σημειώνεται συναφώς ότι κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 27.02.2026) στη Νοτιοδυτική Περιφέρεια του Καμερούν καταγράφηκαν συνολικά 971 περιστατικά ασφαλείας πολιτικής βίας (“Political violence”, η οποία περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες) από τα οποία επήλθε ο θάνατος συνολικά 660 πολιτών.[23] Επισημαίνεται ότι ο πληθυσμός της Νοτιοδυτικής Περιφέρειας με βάση την εκτίμηση του 2025 υπολογίζεται σε 2,098,500 κατοίκους[24] και ο πληθυσμός της Nguti με βάση την καταμέτρηση του 2005 ανέρχεται σε 27,151 κατοίκους[25].
Από τις ανωτέρω παρατεθείσες πληροφορίες προκύπτει ότι παρά την ύπαρξη συνεχιζόμενης σύγκρουσης στη Νοτιοδυτική Περιφέρεια του Καμερούν, το επίπεδο της αδιάκριτης βίας δεν ανέρχεται σε τέτοιο βαθμό έντασης ώστε να πληρούται το κατώφλι του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, όπως αυτό ερμηνεύεται υπό το φως του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, ως αυτό ερμηνεύθηκε από το ΔΕΕ στις αποφάσεις C-465/07 - Elgafaji και C‑285/12 - Diakité. Ειδικότερα, ο αριθμός των περιστατικών πολιτικής βίας, αν και υπαρκτός, δεν καταδεικνύει επίπεδο γενικευμένης και αδιάκριτης βίας τέτοιας έντασης που να συνεπάγεται, και μόνον λόγω παρουσίας στην περιοχή, πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.
Περαιτέρω, λαμβανομένου υπόψη ότι οι ατομικοί ισχυρισμοί του Αιτητή έχουν ρητώς αποσυρθεί και δεν προβάλλονται πλέον εξατομικευμένα στοιχεία κινδύνου, το Δικαστήριο εξετάζει αποκλειστικά τις προσωπικές του περιστάσεις στο πλαίσιο της γενικής κατάστασης. Συναφώς, ο Αιτητής είναι ενήλικος άνδρας, υγιής, με βασικό μορφωτικό επίπεδο και επαγγελματική εμπειρία, χωρίς να προκύπτουν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που να τον καθιστούν ευάλωτο ή να αυξάνουν ειδικώς τον κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη. Ως εκ τούτου, δεν διαπιστώνεται ότι συντρέχουν παράγοντες ικανοί να ανατρέψουν το ως άνω επίπεδο βίας ή να θεμελιώσουν, εν προκειμένω, δικαίωμα σε συμπληρωματική προστασία.
Αναφορικά με τον ισχυρισμό του Αιτητή, όπως αυτός προβλήθηκε κατά τη συνέντευξή του στις 25.09.2023, περί ύπαρξης ανήλικου τέκνου το οποίο γεννήθηκε στη Δημοκρατία και διαμένει με τη μητέρα του -η οποία κατάγεται από το Καμερούν- στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας (βλ. ερ.40/2χ), παρατηρείται ότι το ζήτημα αυτό δεν αποτέλεσε αντικείμενο αξιολόγησης από τους Καθ’ ων η αίτηση, ούτε προκύπτουν σχετικά στοιχεία από τον διοικητικό φάκελο. Περαιτέρω, διαπιστώνεται ότι ούτε ενώπιον του Δικαστηρίου προωθήθηκε ο εν λόγω ισχυρισμός με ουσιαστικό τρόπο, καθότι η συνήγορος του Αιτητή περιορίστηκε σε απλή αναφορά χωρίς να προσκομίσει οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία ή να αναπτύξει σχετική επιχειρηματολογία.
Υπό τις περιστάσεις, και ελλείψει συγκεκριμένων και επαληθεύσιμων δεδομένων (όπως το καθεστώς διαμονής του τέκνου και της μητέρας του ή η ύπαρξη πραγματικών δεσμών εξάρτησης), το Δικαστήριο δεν δύναται να προβεί σε αξιολόγηση του ζητήματος ούτε να το συνεκτιμήσει στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης. Τονίζεται συναφώς ότι εναπόκειται στους συνηγόρους του Αιτητή να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα αναγκαία πραγματικά και αποδεικτικά στοιχεία που ενδέχεται να επηρεάσουν την κρίση του, ιδίως όταν αυτά θα μπορούσαν να ανατρέψουν ή να διαφοροποιήσουν την εκτίμηση περί νομιμότητας της προσβαλλόμενης απόφασης και της απόφασης επιστροφής.
Ελλείψει τέτοιων στοιχείων, το Δικαστήριο περιορίζεται στην εξέταση του υλικού που νομίμως τέθηκε ενώπιόν του και καταλήγει ότι δεν προκύπτει οποιοδήποτε δεδομένο ικανό να επηρεάσει ή να ανατρέψει την κρίση περί νομιμότητας της επίδικης απόφασης.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα ανωτέρω αναπτύχθηκαν, είναι η κατάληξη μου ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεών του. Περαιτέρω, δεν κατάφερε να τεκμηριώσει την ύπαρξη ουσιωδών λόγων να πιστεύεται ότι εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, ως αμφότερες αυτές οι έννοιες ορίζονται από την οικεία νομοθεσία (άρθρα 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου).
Με βάση το σύνολο των στοιχείων ενώπιον μου, όπως έχω αναλύσει ανωτέρω, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με έξοδα €1000 υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή.
Ε. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Βλ. απόφαση της 17.2.2009, C-465/07, ECLI:C:2009:94, Elgafaji, σκέψη 32.
[2] ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.06.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland)
[3] ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών 8319/07 και 11449/07, ημερομηνίας 28.11.2011, https://hudoc.echr.coe.int/eng#{%22itemid%22:[%22001-105434%22]}
[4] Απόφαση στην υπόθεση C-465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji κ. Staatssecretaris van Justitie
[5] ΟΔΗΓΙΑ 2011/95/ΕΕ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 13ης Δεκεμβρίου 2011 σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας (αναδιατύπωση)
[6]ACAPS, Country analysis, CAMEROON, February 2024, https://www.acaps.org/en/countries/cameroon# (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11/03/2026).
[7] International Crisis Group, ‘A Second Look at Cameroon’s Anglophone Special Status’, 31 Μαρτίου 2023, A Second Look at Cameroon’s Anglophone Special Status | Crisis Group (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11/03/2026).
[8] Global Cantre for the Responsibility to Protect (GCR2P), ‘Cameroon – Population at risk’, 1 Δεκεμβρίου 2024, Cameroon - Global Centre for the Responsibility to Protect (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11/03/2026).
[9] ACLED and GI-TOC - Global Initiative against Organized Crime, ‘Non-State Armed Groups and Illicit Economies in West Africa: Anglophone separatists’, Σεπτέμβριος 2024, https://www.ecoi.net/en/file/local/2114957/d4248905-7022-462d-a85a-5d2645fc5b22.pdf , σελ. 3, 13 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11/03/2026).
[10] ACLED and GI-TOC - Global Initiative against Organized Crime, ‘Non-State Armed Groups and Illicit Economies in West Africa: Anglophone separatists’, Σεπτέμβριος 2024, https://www.ecoi.net/en/file/local/2114957/d4248905-7022-462d-a85a-5d2645fc5b22.pdf , σελ. 3 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11/03/2026).
[11] UNOCHA, ‘Cameroon: North-West and South-West - Situation Report No. 61 (January 2024)’, 8 Μαρτίου 2024, Cameroon: North-West and South-West - Situation Report No. 61 (January 2024) | OCHA (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11/03/2026).
[12] Global Cantre for the Responsibility to Protect (GCR2P), ‘Cameroon – Population at risk’, 1 Δεκεμβρίου 2024, Cameroon - Global Centre for the Responsibility to Protect (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11/03/2026).
[13] Global Protection Cluster (GPC), ‘Protection Monitoring Update; July - September 2024’, 30 Οκτωβρίου 2024, UNHCR (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11/03/2026)
[14] ACLED and GI-TOC - Global Initiative against Organized Crime, ‘Non-State Armed Groups and Illicit Economies in West Africa: Anglophone separatists’, Σεπτέμβριος 2024, https://acleddata.com/acleddatanew/wp-content/uploads/2024/09/d4248905-7022-462d-a85a-5d2645fc5b22.pdf , σελ. 13 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11/03/2026).
[15] ACLED and GI-TOC - Global Initiative against Organized Crime, ‘Non-State Armed Groups and Illicit Economies in West Africa: Anglophone separatists’, Σεπτέμβριος 2024, https://acleddata.com/acleddatanew/wp-content/uploads/2024/09/d4248905-7022-462d-a85a-5d2645fc5b22.pdf , σελ. 28 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11/03/2026).
[16] UNOCHA, ‘CAMEROON: North-West and South-West Situation Report No. 60’, Δεκέμβριος 2023, Cameroon: North-West and South-West - Situation Report No. 60 (December 2023) | OCHA, σελ. 2 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11/03/2026).
[17] Amnesty International: The State of the World's Human Rights; Cameroon 2024, 29 Απριλίου 2025
https://www.ecoi.net/en/document/2124707.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11/03/2026).
[18] CGRS-CEDOCA - Office of the Commissioner General for Refugees and Stateless Persons (Belgium), COI unit: Cameroun; Régions anglophones : situation sécuritaire, 28 Ιουνίου 2024, σελ 15.
https://www.ecoi.net/en/file/local/2111910/coi_focus_cameroun._regions_anglophones._situation_securitaire_20240628.pdf , (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11/03/2026)
[19] Amnesty International, Avec nous ou contre nous, 2023, https://www.amnesty.org/fr/wp-content/uploads/sites/8/2023/07/AFR1768382023FRENCH-1.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11/03/2026).
[20] CGRS-CEDOCA - Office of the Commissioner General for Refugees and Stateless Persons (Belgium), COI unit: Cameroun; Régions anglophones : situation sécuritaire, 11 Ιουνίου 2025, σελ. 52
https://www.ecoi.net/en/file/local/2126261/coi_focus_cameroun._regions_anglophones._situation_securitaire_20250611.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11/03/2026)
[21] ICG - International Crisis Group (Author): A Second Look at Cameroon's Anglophone Special Status, 31 Μαρτίου 2023 https://www.ecoi.net/en/file/local/2090406/b188-cameroon-anglophone-special-status_1.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11/03/2026)
[22] CGVS/CGRA (Belgium), 'COI Focus CAMEROUN CRISE ANGLOPHONE: SITUATION SECURITAIRE', 19.11.2021, p. 25-27,
https://coi.euaa.europa.eu/administration/belgium/PLib/COI_Focus_Cameroun_Crise_anglophone_situation_s%C3%A9curitaire_%2020211119.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11/03/2026)
[23] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon, Southwest Region, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11/03/2026)
[24] City Population, Cameroon: Southwest Region,
https://citypopulation.de/en/cameroon/cities/?admid=6826 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11/03/2026)
[25]City Population, Cameroon: Nguti, https://citypopulation.de/en/cameroon/admin/koup%C3%A9_manengouba/100202__nguti/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11/03/2026)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο