ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ.: 4846/23
26 Μαρτίου, 2026
[Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
R. B. T.
Αιτήτριας
και
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η αίτηση
.........
Η Αιτήτρια είναι παρούσα
Τζ. Μπετίτο (κ.), Δικηγόρος για την Αιτήτρια
Α. Φιλίππου (κ.), Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τους Καθ' ων η αίτηση
Ρ. Ευαγγέλου (κ.) για πιστή διερμηνεία από την ελληνική στη γαλλική και αντίστροφα
Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Η Αιτήτρια με την παρούσα προσφυγή αιτείται την έκδοση απόφασης από το παρόν Δικαστήριο με την οποία να κηρύσσεται άκυρη, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε νομικού αποτελέσματος η απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 18.11.2023 με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά της για διεθνή προστασία, καθώς κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2023 (στο εξής: ο περί Προσφύγων Νόμος).
Γεγονότα
1. Τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως ακολούθως: Η Αιτήτρια κατάγεται από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κογκό (στο εξής: ΛΔΚ) και περί τις 27.5.2022 υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας. Στις 8.11.2023 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη της Αιτήτριας από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής: λειτουργός), ο οποίος υπέβαλε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής: Προϊστάμενος) για απόρριψη της αίτησης ασύλου της Αιτήτριας. Η Εισήγηση εγκρίθηκε από τον Προϊστάμενο στις 18.11.2023. Η εν λόγω απορριπτική απόφαση, η οποία κοινοποιήθηκε στην Αιτήτρια στις 28.11.2023, αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.
Νομικοί Ισχυρισμοί
2. Η Αιτήτρια, δια του συνηγόρου της, κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας, προωθεί ως λόγο προσφυγής την έλλειψη δέουσας έρευνας. Προέβαλε περαιτέρω, ότι θεωρείται δικαιολογημένη η υπαγωγή της Αιτήτριας σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας αναφορικά με την Kinshasa, όπου παρατηρούνται περιστατικά ασφαλείας, καθότι δεν διαθέτει υποστηρικτικό δίκτυο, ο πατέρας του ανήλικου τέκνου της έχει εξαφανιστεί, είναι μονογονέας και δεν διαθέτει ουσιαστική εκπαίδευση ή εργασιακή πείρα.
3. Από την πλευρά τους οι Καθ' ων η αίτηση, υποστήριξαν ότι η επίδικη απόφαση είναι αποτέλεσμα δέουσας έρευνας και ότι ορθώς κρίθηκε ότι δεν δικαιολογείται η υπαγωγή της Αιτήτριας σε καθεστώς διεθνούς προστασίας. Ειδικότερα, ως προς τον ισχυρισμό περί κακοποίησής της από τη θεία της, υποστηρίζουν ότι μεσολάβησε μεγάλο χρονικό διάστημα, καθώς τα ισχυριζόμενα γεγονότα έλαβαν χώρα το 2017, ενώ η αναχώρησή της από τη χώρα έγινε το 2022. Αναφορικά με το νέο προφίλ της Αιτήτριας, ως μονογονέα, υποστηρίζουν ότι θα μπορούσε να έχει μία καλή διαβίωση.
Νομικό Πλαίσιο
4. Η Σύμβαση περί του καθεστώτος των προσφύγων, η οποία υπογράφηκε στη Γενεύη στις 28 Ιουλίου 1951 και τέθηκε σε ισχύ στις 22 Απριλίου 1954 [Recueil des traité;s des Nations unies, τόμος 189, σ. 150, αριθ. 2545 (1954)], όπως συμπληρώθηκε με το Πρωτόκολλο περί του καθεστώτος των προσφύγων, το οποίο συνήφθη στη Νέα Υόρκη στις 31 Ιανουαρίου 1967 και τέθηκε σε ισχύ στις 4 Οκτωβρίου 1967 (στο εξής: Σύμβαση της Γενεύης), ορίζει, στο άρθρο 1, τμήμα Α, σημείο 2, πρώτο εδάφιο, ότι ο όρος «πρόσφυγας» εφαρμόζεται επί παντός προσώπου το οποίο, «συνεπεία δικαιολογημένου φόβου διώξεως λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητος, κοινωνικής τάξεως ή πολιτικών πεποιθήσεων, ευρίσκεται εκτός της χώρας της οποίας έχει την ιθαγένεια και δεν δύναται ή, λόγω του φόβου τούτου, δεν επιθυμεί να απολαύει της προστασίας της χώρας ταύτης».
5. Ο Κανονισμός 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 έχει ως ακολούθως:
«Ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, και οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου (Αρ.1) Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2015, τυγχάνουν εφαρμογής σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας από 18.6.2019, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις που αναφέρονται στη συνέχεια και κατ' ανάλογη εφαρμογή των δικονομικών κανόνων και πρακτικής που ακολουθούνται και εφαρμόζονται στις ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου προσφυγές εκτός αν ήθελε άλλως ορίσει το Δικαστήριο.».
6. Το άρθρο 11 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 και 2025 (Ο περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμος) καθορίζει τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου.
7. Το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου καθορίζει την έννοια του όρου πρόσφυγας και τις προϋποθέσεις υπαγωγής σε αυτόν τον ορισμό.
8. Το άρθρο 16 του περί Προσφύγων Νόμου ορίζει τα εξής:
«Υποχρεώσεις Αιτητή κατά την εξέταση της αίτησης και συναφής υποχρέωση αρμόδιων αρχών: 16.-(1) Κατά την εξέταση της αίτησής του, ο Αιτητής οφείλει να συνεργάζεται με την Υπηρεσία Ασύλου με σκοπό την εξακρίβωση της ταυτότητάς του και των υπόλοιπων στοιχείων που αναφέρονται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (2).
(2) Ιδίως, ο Αιτητής οφείλει-
(α) να υποβάλει το συντομότερο δυνατό όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την τεκμηρίωση της αίτησης, τα οποία στοιχεία συνίστανται σε δηλώσεις του Αιτητή και σε όλα τα έγγραφα που έχει ο Αιτητής στη διάθεσή του σχετικά με την ηλικία του, το προσωπικό του ιστορικό, καθώς και το ιστορικό των οικείων συγγενών του, την ταυτότητα, την ιθαγένεια, τη χώρα και το μέρος προηγούμενης διαμονής του, τις προηγούμενες αιτήσεις ασύλου, το δρομολόγιο που ακολούθησε, το δελτίο ταυτότητας και τα ταξιδιωτικά του έγγραφα και τους λόγους για τους οποίους ζητεί διεθνή προστασία∙ [...]».
9. Το άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου προβλέπει τις περιπτώσεις, όπου χορηγείται το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.
Κατάληξη
10. Ως προς τους εγειρόμενους λόγους προσφυγής, επισημαίνεται εκ προοιμίου, ότι το παρόν Δικαστήριο ως δικαστήριο ουσίας δικάζει την υπόθεση που άγεται ενώπιον του εξ υπαρχής, κατά το νόμο και κατά την ουσία, δεν περιορίζεται μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά εξετάζει την ουσιαστική ορθότητά της de novo και ex nunc (Βλ. Aπόφαση του ΔΕΕ της 3ης Απριλίου 2025, C‑283/24 [Barouk], B. F. κατά Κυπριακής Δημοκρατίας, ECLI:EU:C:2025:236, απόφαση του ΔΕΕ ημερομηνίας 29 Ιουλίου 2019, Torubarov, C-556/17, EU:C:2019:626, σκέψεις 50 έως 53 (σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο πραγματοποιεί «πλήρη και ex nunc εξέταση τόσο των πραγματικών όσο και των νομικών ζητημάτων, ιδίως, κατά περίπτωση, εξέταση των αναγκών διεθνούς προστασίας) Έφεση κατά Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Aρ. 107/2023, Δημοκρατία ν. Q.B.T., απόφαση ημερ. 11.2.2025, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 17/2021 Janelidze ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 21.9.2021· Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 35/2023 Lubangamu ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 5.12.2024). Η Αιτήτρια αναμένεται να προβάλει, στο πλαίσιο της διοικητικής ή και της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, τέτοιους συγκεκριμένους και ειδικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι εν δυνάμει θα δικαιολογούσαν την υπαγωγή της στο καθεστώς διεθνούς προστασίας. Εν προκειμένω, η Αιτήτρια εκπροσωπούμενη και δια συνηγόρου, έχει την ευκαιρία να εκθέσει τους ισχυρισμούς της και να λάβει όλα τα δέοντα δικονομικά μέσα προς τεκμηρίωσή τους [Βλ. «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Επαμεινώνδας Π. Σπηλιωτόπουλος, 14ης Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 260, υποσημ. 72, «Εισηγήσεις Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου, Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, 2η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 247 και Π.Δ. Δαγτόγλου, (Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο), σελ. 552].
11. Συναφές εν προκειμένω είναι και το άρθρο 16 του περί Προσφύγων Νόμου και ειδικότερα τα εδάφια (2) και (3) αυτών. Από τις εν λόγω διατάξεις απορρέει καταρχάς η υποχρέωση του Αιτητή να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια προς τεκμηρίωση της αίτησης ασύλου του. Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου (Βλ. ενδεικτικώς, Υπόθ. Αρ. 1721/2011, Ηοοman & Mahiab Khanbabaie v. Aναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 30.6.2016, ECLI:CY:AD:2016:D320) αποτελεί υποχρέωση του αιτητή ασύλου να επικαλεστεί έστω και χωρίς να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία, συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που του προκαλούν κατά τρόπο αντικειμενικώς αιτιολογημένο, φόβο δίωξης στη χώρα του για κάποιον από τους λόγους που αναφέρει το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου (Βλ. επίσης νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, αποφάσεις αρ. 1093/2008, 817/2009 και 459/2010). Εν συνεχεία ωστόσο, λόγω ακριβώς της δυσχέρειας του αιτητή ασύλου να τεκμηριώσει με συγκεκριμένα στοιχεία την αίτησή του, γεννάται υποχρέωση της διοίκησης να συνδράμει τον Αιτητή σε αυτήν την προσπάθεια προβολής και τεκμηρίωσης των ισχυρισμών του (Βλ. Εγχειρίδιο για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών παρ. 195 επ., Βλ. επίσης αναφορικά με την ενεργό συνεργασία Απόφαση του ΔΕΕ της 22ας Νοεμβρίου 2012, Υπόθεση C‑277/11, M. M., ECLI: EU:C:2012:744, σκέψεις 63 έως 68).
12. Προχωρώντας στην κατ' ουσίαν εξέταση των ισχυρισμών της Αιτήτριας, παρατηρείται ότι, κατά την καταγραφή της αίτησής της, αυτή δήλωσε ότι είναι ορφανή και ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της επειδή υπήρξε θύμα εξαναγκαστικού γάμου. Ισχυρίστηκε ότι εναντιώθηκε στην απόφαση της οικογένειάς της να παντρευτεί έναν 56χρονο άνδρα και ως εκ τούτου άρχισαν να την κακοποιούν και να την εξευτελίζουν (ερυθρό 1 και μετάφραση αυτού ερυθρό 21 του δ. φ.).
13. Στις 2.6.2022 διενεργήθηκε αξιολόγηση ευαλωτότητας της Αιτήτριας, βάσει της οποίας κρίθηκε «χαμηλού ρίσκου». Στο πεδίο αναφορικά με τον λόγο που την ώθησε να εγκαταλείψει τη χώρα της, η Αιτήτρια προέβαλε ότι η θεία της, με την οποία διέμενε μετά το θάνατο των γονιών της (τρία χρόνια πριν), ήθελε να την παντρέψει με ένα 56χρονο άνδρα. Αναφέρθηκε επίσης σε περιστατικά κακοποίησής της από τη θεία της (ερυθρό 18 του δ. φ).
14. Κατά το κρίσιμο στάδιο της συνέντευξης, η Αιτήτρια δήλωσε ότι γεννήθηκε το 2003 στην επαρχία Kisangani της ΛΔΚ, αλλά μεγάλωσε στην Kinshasa (κοινότητα Limete) όπου παρέμεινε έως την αναχώρησή της. Δήλωσε Χριστιανή ως προς το θρήσκευμα και ότι ανήκει στην εθνοτική ομάδα Mungala. Ως προς την οικογενειακή της κατάσταση, δήλωσε άγαμη και χωρίς τέκνα. Ανέφερε ότι σε ηλικία πέντε ετών έχασε τους γονείς της και μετακόμισε με την θεία της (αδερφή του πατέρα της) στην Kinshasa, καθώς και ότι δεν έχει αδέλφια. Η ίδια υποστήριξε ότι δεν γνωρίζει πολλά για τις συνθήκες θανάτου των γονέων της, παρά μόνο αυτό που της είχε λεχθεί, ότι τους είχε χάσει. Αργότερα, όπως είπε, έμαθε από τη θεία της ότι είχαν πεθάνει σε τροχαίο δυστύχημα, πληροφορία που, κατά τους ισχυρισμούς της, της γνωστοποιήθηκε περίπου τρία χρόνια πριν από τη συνέντευξη. Αναφορικά με το μορφωτικό της υπόβαθρο, η Αιτήτρια ανέφερε ότι ολοκλήρωσε την πρωτοβάθμια εκπαίδευση και ως προς την επαγγελματική της πείρα, ανέφερε ότι ουδέποτε εργάστηκε στη χώρα της, καθώς την στήριζε ο πάστορας της εκκλησίας.
15. Αναφορικά με τον λόγο για τον οποίο εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια αναφέρθηκε σε κακοποίηση και απειλές θανάτου από τη θεία της.
16. Σε διευκρινιστικά ερωτήματα που τέθηκαν στην Αιτήτρια με σκοπό να αποσαφηνίσει κρίσιμα γεγονότα της αφήγησής της, δήλωσε ότι η θεία της την χτυπούσε, την τραυμάτιζε και την έκαιγε από τότε που μετακόμισε μαζί της και συνέδεσε τη συμπεριφορά αυτή με παλαιά οικογενειακή σύγκρουση μεταξύ της θείας και του πατέρα της, χωρίς όμως να είναι σε θέση να δώσει συγκεκριμένες λεπτομέρειες για τη φύση της σύγκρουσης. Κατά την εκδοχή της, η θεία της την κακομεταχειριζόταν και σκόπευε να τη σκοτώσει, ενώ της είχε πει ρητά ότι «την επόμενη φορά που θα τη δει, θα τη σκοτώσει».
17. Ανέφερε ότι εγκατέλειψε το σπίτι της θείας της σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών και βρήκε καταφύγιο σε εκκλησία στην περιοχή Limete 15. Δήλωσε ότι ο πάστορας την βοήθησε αφού άκουσε την ιστορία της και την προστάτευσε, παρέχοντάς της στέγη στο χώρο της εκκλησίας. Εκεί, όπως ανέφερε, ζούσε μαζί με άλλα πρόσωπα, τα οποία όμως ήταν ξένα προς εκείνη. Η ίδια υποστήριξε ότι, κατά τη διαμονή της εκεί, δεν εργαζόταν κανονικά ούτε αμειβόταν, αλλά βοηθούσε στις δραστηριότητες της εκκλησίας, ιδίως τραγουδώντας και συνδράμοντας στις θρησκευτικές υπηρεσίες. Επίσης ανέφερε ότι ο πάστορας ήταν εκείνος που την συντηρούσε και αργότερα οργάνωσε το ταξίδι της αναχώρησής της.
18. Μετά την αποχώρησή της από το σπίτι της θείας της, ισχυρίστηκε ότι διέκοψε κάθε επικοινωνία μαζί της. Υποστήριξε ότι από τότε δεν έχει πλέον καμία επαφή ούτε γνωρίζει πού βρίσκεται σήμερα η θεία της. Επίσης προέβαλε ότι δεν έχει άλλους συγγενείς ή υποστηρικτικό δίκτυο ούτε στη ΛΔΚ, ούτε στη Δημοκρατία.
19. Σε διερευνητικά ερωτήματα που τέθηκαν στην Αιτήτρια από τους Καθ’ ων η αίτηση, η Αιτήτρια επιβεβαίωσε ότι η θεία της προσπάθησε να την εξαναγκάσει σε γάμο με έναν άνδρα σημαντικά μεγαλύτερης ηλικίας και ότι όταν η ίδια αρνήθηκε, άρχισε να την κακομεταχειρίζεται.
20. Αξιολογώντας τις ανωτέρω δηλώσεις της Αιτήτριας, οι Καθ' ων η αίτηση σχημάτισαν δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς, ο πρώτος αναφορικά με την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και τα προσωπικά στοιχεία της Αιτήτριας, ενώ ο δεύτερος αναφορικά με την ισχυριζόμενη δυσμενή μεταχείριση της Αιτήτριας και τις ισχυριζόμενες απειλές στο πρόσωπό της από τη θεία της, λόγω άρνησής της να προχωρήσει σε εξαναγκαστικό γάμο.
21. Ο πρώτος ισχυρισμός της Αιτήτριας έγινε αποδεκτός καθώς κρίθηκε ότι η Αιτήτρια απάντησε σε όλα τα ερωτήματα που της τέθηκαν με ακρίβεια και κατέβαλε πραγματική προσπάθεια να παράσχει όσο το δυνατόν περισσότερες λεπτομέρειες, ενώ επίσης οι πληροφορίες που παρείχε επιβεβαιώνονται από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, καθώς και από το προσκομισθέν από αυτήν διαβατήριο.
22. Ωστόσο, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός απορρίφθηκε, καθότι κρίθηκε ότι η Αιτήτρια δεν παρείχε επαρκείς, συνεκτικές, συνεπείς και ικανοποιητικές πληροφορίες.
23. Συγκεκριμένα οι Καθ’ ων η αίτηση εντόπισαν αντίφαση ως προς την αιτία της απειλητικής συμπεριφοράς της θείας. Η Αιτήτρια ανέφερε ότι εγκατέλειψε το σπίτι της θείας της σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών, επειδή εκείνη την κακοποιούσε και απειλούσε ότι θα τη σκοτώσει, και ότι εξαιτίας αυτής της συμπεριφοράς, κατέφυγε σε εκκλησία. Όταν όμως της ζητήθηκε να εξηγήσει για ποιο λόγο η θεία της την απειλούσε, αρχικώς απάντησε ότι δεν γνωρίζει και στη συνέχεια συνέδεσε τη στάση της θείας της με κάποια οικογενειακή διαμάχη με τον πατέρα της. Ως σημείωσαν οι Καθ’ ων η αίτηση, η παράλειψη της Αιτήτριας να αναφέρει το στοιχείο του εξαναγκαστικού γάμου θεωρήθηκε ουσιώδης αντίφαση, διότι τόσο στην αίτηση διεθνούς προστασίας, όσο και στη συνέντευξη ευαλωτότητας είχε ήδη δηλώσει ότι η θεία της ήθελε να την εξαναγκάσει σε γάμο με άνδρα 56 ετών. Περαιτέρω, διαπιστώθηκε χρονική ασυνέπεια σχετικά με τις απειλές θανάτου. Η Αιτήτρια δήλωσε ότι η θεία της τής είχε πει πως την επόμενη φορά που θα τη δει θα τη σκοτώσει και τοποθέτησε το περιστατικό αυτό χρονικά στο 2018–2019. Ωστόσο, ως η ίδια ανέφερε, διέκοψε κάθε επαφή με τη θεία της όταν εγκατέλειψε το σπίτι της σε ηλικία 14 ετών, δηλαδή περί το 2017. Επιπρόσθετα, εντοπίστηκε αντίφαση σε σχέση με το θάνατο των γονέων της. Στη συνέντευξη ευαλωτότητας είχε αναφέρει ότι οι γονείς της πέθαναν τρία χρόνια πριν από τροχαίο δυστύχημα, ενώ στη συνέντευξή της δήλωσε ότι μετακινήθηκε στο σπίτι της θείας της ήδη από την ηλικία των πέντε ετών επειδή είχε χάσει τους γονείς της, χωρίς να γνωρίζει πολλά για τις συνθήκες του θανάτου τους. Κληθείσα να εξηγήσει την ασυνέπεια στους ισχυρισμούς της, απάντησε ότι έμαθε την αιτία θανάτου τους μόλις τρία χρόνια πριν από τη θεία της. Η εξήγηση αυτή δεν έγινε αποδεκτή από τους Καθ’ ων η αίτηση ως πειστική, επειδή η ίδια είχε ήδη αναφέρει ότι είχε διακόψει κάθε επικοινωνία με τη θεία της από την ηλικία των 14 ετών. Επιπλέον, ως οι Καθ’ ων η αίτηση σημείωσαν, η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να παρέχει βασικές πληροφορίες για τη θεία της, ούτε για την κακομεταχείριση που ισχυρίστηκε ότι υπέστη επί σειρά ετών.
24. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, οι Καθ’ ων η αίτηση επεσήμαναν ότι τα όσα ανέφερε η Αιτήτρια στη συνέντευξή της αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός της και δεν προέβησαν σε έρευνα. Ελλείψει εσωτερικής αξιοπιστίας στις δηλώσεις της, ο δεύτερος ισχυρισμός της Αιτήτριας έτυχε απόρριψης.
25. Με βάση τον μοναδικό αποδεκτό ισχυρισμό της Αιτήτριας, ήτοι το προσωπικό της προφίλ και τον τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής της, αλλά και το γεγονός ότι δεν είχε υποστεί στη χώρα καταγωγής της οποιασδήποτε μορφή δίωξης ή σοβαρή βλάβη, κρίθηκε ότι δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι σε περίπτωση επιστροφής της στη ΛΔΚ να υποστεί δίωξη ή σοβαρή βλάβη. Προς τούτο, λήφθηκαν υπόψη εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας που επικρατεί τόσο στη χώρα γενικότερα, όσο στον τόπο συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, ήτοι την Kinshasa. Ειδικότερα ως προς το προφίλ της Αιτήτριας, οι Καθ’ ων η αίτηση κατέγραψαν ότι πρόκειται για άτομο αυτόνομο, μορφωμένο, χωρίς θέματα υγείας ή ενδείξεις ευαλωτότητας και με υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα της τον πάστορα ο οποίος την στήριζε επί σειρά ετών.
26. Στο πλαίσιο της νομικής ανάλυσης, οι Καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι δεν προκύπτει δικαιολογημένος φόβος δίωξης της Αιτήτριας δυνάμει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, αλλά ούτε και πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης αυτού δυνάμει του άρθρου 19(2) του περί Προσφύγων Νόμου. Ειδικά σχετικά με ενδεχόμενη υπαγωγή της στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, παρατέθηκαν πληροφορίες από τη χώρα καταγωγής σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας από τις οποίες διαπιστώθηκε ότι δεν προκύπτει η ύπαρξη ένοπλης σύρραξης στην Kinshasa.
27. Κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου ακροαματική διαδικασία, το Δικαστήριο έθεσε στην Αιτήτρια ερωτήματα επί κρίσιμων παραμέτρων του αφηγήματός της. Η Αιτήτρια υποστήριξε ότι, σε περίπτωση επιστροφής της στη ΛΔΚ θα την «πουλήσει» η θεία της, η οποία την αναζητά και προέβαλε ότι θα αντιμετωπίσει προβλήματα λόγω του ότι είναι μητέρα ανήλικου τέκνου, χωρίς οποιοδήποτε υποστηρικτικό οικογενειακό ή κοινωνικό δίκτυο. Ανέφερε ότι ο πατέρας του τέκνου της, ο οποίος βρίσκεται στη χώρα καταγωγής της, δεν αναγνωρίζει το τέκνο και δεν διατηρεί οποιαδήποτε επικοινωνία μαζί του.
28. Παράλληλα, επανέλαβε, σε γενικότερο και λιγότερο συγκεκριμένο πλαίσιο, ότι στο παρελθόν αντιμετώπισε προβλήματα με τη θεία της, η οποία, κατά τα λεγόμενά της, την κακομεταχειριζόταν και επιχείρησε να την εξαναγκάσει σε γάμο, χωρίς ωστόσο να αναπτύξει περαιτέρω τον ισχυρισμό αυτόν με συγκεκριμένα περιστατικά ή πρόσθετες λεπτομέρειες, δηλώνοντας ουσιαστικά ότι δεν προωθείται περαιτέρω ως κύρια βάση του αιτήματός της.
29. Τέλος, ο συνήγορος της Αιτήτριας προέβαλε ότι η περίπτωση της Αιτήτριας θα πρέπει να εξεταστεί υπό το πρίσμα της συμπληρωματικής προστασίας, υποστηρίζοντας ότι η επιστροφή της, υπό τις ανωτέρω συνθήκες, θα την εκθέσει σε κατάσταση ανασφάλειας, ιδίως λόγω της ιδιότητάς της ως μητέρας ανήλικου τέκνου χωρίς υποστηρικτικό δίκτυο, χωρίς οικονομικούς πόρους και χωρίς ουσιαστική εργασιακή πείρα.
30. Προχωρώντας το Δικαστήριο σε de novo και ex nunc εξέταση των ενώπιόν του δεδομένων, όπως υπαγορεύουν τα εδάφια (3) και (4) του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου, το Δικαστήριο συντάσσεται με τη διάκριση των επιμέρους ουσιωδών ισχυρισμών της Αιτήτριας. Το παρόν Δικαστήριο αξιολογεί τους προβληθέντες ισχυρισμούς στην βάση των κοινώς αποδεκτών δεικτών αξιοπιστίας.[1]
31. Αρχικά το Δικαστήριο συντάσσεται με το εύρημα των Καθ' ων η αίτηση περί αξιοπιστίας της Αιτήτριας ως προς τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό της. Ειδικότερα, διαπιστώνεται ότι η Αιτήτρια υπήρξε σαφής ως προς τα προσωπικά της στοιχεία. Η αξιοπιστία της εδραιώνεται περαιτέρω και από τις εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, οι οποίες συγκεντρώνονται στο διοικητικό φάκελο και από το διαβατήριό της.
32. Ακολούθως κρίνεται ότι ορθώς ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν έγινε αποδεκτός από τους Καθ’ ων η αίτηση. Από την αξιολόγηση του συνόλου των δηλώσεων της Αιτήτριας προκύπτουν ουσιώδη σημεία που θίγουν την αξιοπιστία της, τα οποία εντοπίζονται στον πυρήνα των προβαλλόμενων ισχυρισμών της και πλήττουν τη συνολική αξιοπιστία της αφήγησής της. Ειδικότερα, ως προς τη γενεσιουργό αιτία της φερόμενης δίωξής της, η Αιτήτρια δεν τήρησε σταθερή και συνεπή γραμμή, καθόσον άλλοτε απέδωσε την εχθρική στάση της θείας της σε άγνωστους προς την ίδια λόγους, άλλοτε σε προϋφιστάμενη οικογενειακή διαμάχη μεταξύ της θείας και του πατέρα της, και άλλοτε σε άρνησή της να συναινέσει σε εξαναγκαστικό γάμο με άνδρα μεγαλύτερης ηλικίας. Η ασυνέπεια αυτή καθίσταται ιδιαιτέρως επιβαρυντική, δεδομένου ότι ο εξαναγκαστικός γάμος προβλήθηκε σε προγενέστερο στάδιο ως κεντρικό στοιχείο του αιτήματός της, πλην όμως δεν αναφέρθηκε αυθόρμητα κατά τη βασική συνέντευξη, αλλά εισήχθη μόνον κατόπιν σχετικής ερώτησης από τους Καθ’ ων η αίτηση, γεγονός που συνιστά ουσιώδη παράλειψη.
33. Περαιτέρω, ως επεσήμαναν και οι Καθ’ ων η αίτηση, διαπιστώνονται χρονικές αντιφάσεις στις αναφορές της Αιτήτριας περί των απειλών που δεχόταν από τη θεία της, αφού, ενώ δήλωσε ότι διέκοψε κάθε επικοινωνία με αυτήν όταν αποχώρησε από την οικία της σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών, τοποθέτησε τις απειλές θανάτου σε μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, χωρίς να παράσχει πειστική και σαφή εξήγηση ως προς τον τρόπο, το πλαίσιο και τη συχνότητα της συνέχισης του ισχυριζόμενου κινδύνου. Αντίστοιχα, σοβαρή αντίφαση παρατηρείται και ως προς τον θάνατο των γονέων της, δεδομένου ότι στη συνέντευξή της δήλωσε ότι αυτοί απεβίωσαν όταν ήταν πέντε ετών και ότι αγνοούσε τις συνθήκες του θανάτου τους, ενώ στη συνέντευξη αξιολόγησης της ευαλωτότητάς της (Ιούνιο 2022), ανέφερε ότι ο θάνατός τους έλαβε χώρα τρία έτη προηγουμένως και οφειλόταν σε τροχαίο δυστύχημα, επιχειρώντας στη συνέντευξή της, κατόπιν σχετικού ερωτήματος, να γεφυρώσει την αντίφαση με εξήγηση η οποία δεν κρίνεται πειστική υπό το φως των λοιπών δηλώσεών της περί πλήρους διακοπής επικοινωνίας με τη θεία της.
34. Πρόσθετα, η αφήγηση της Αιτήτριας χαρακτηρίζεται από έλλειψη επαρκούς βιωματικής λεπτομέρειας αναφορικά με πρόσωπα και περιστατικά που συνδέονται άμεσα με τον προβαλλόμενο φόβο δίωξής της, αφού δεν ήταν σε θέση να παράσχει επαρκείς πληροφορίες ούτε για το πρόσωπο της θείας της, την οποία η ίδια κατονομάζει ως φορέα δίωξης, ούτε για τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κακομεταχείρισης, ούτε για το πρόσωπο του φερόμενου υποψήφιου συζύγου. Έτι περαιτέρω, η παρέλευση σημαντικού χρονικού διαστήματος μεταξύ των φερόμενων περιστατικών κακομεταχείρισης και της αναχώρησής της από τη χώρα καταγωγής της, χωρίς επαρκή αιτιολόγηση ως προς την καθυστέρηση αυτή, δεν τεκμηριώνει άμεσο και συνεχιζόμενο κίνδυνο για τη ζωή της.
35. Περαιτέρω, εντοπίζονται ουσιώδεις αντιφάσεις μεταξύ των όσων η Αιτήτρια προέβαλε κατά τη διοικητική διαδικασία και των μεταγενέστερων ισχυρισμών της ενώπιον του Δικαστηρίου, οι οποίες ενισχύουν περαιτέρω την κρίση περί αναξιοπιστίας της. Ειδικότερα, ενώ στη συνέντευξή της η Αιτήτρια δήλωσε ότι ολοκλήρωσε την πρωτοβάθμια εκπαίδευση στη χώρα της, κατά την ακροαματική διαδικασία ισχυρίστηκε ότι είναι απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Αντίφαση εντοπίστηκε και ως προς το πότε μετακόμισε με τη θεία της, αφού στη συνέντευξή της δήλωσε σε ηλικία πέντε ετών (ήτοι το 2008), ενώ σε ερώτηση του Δικαστηρίου απάντησε το 2005. Ομοίως ασυνεπής υπήρξε η Αιτήτρια ως προς την τοποθεσία της εκκλησίας όπου διέμενε για σειρά ετών πριν την αναχώρησή της, αναφέροντας στη συνέντευξή της τον αριθμό 15 της συνοικίας Limete στην Kinshasa, ενώ κατά την ακροαματική διαδικασία, προέβαλε ως διεύθυνση τον αριθμό 14 της ίδιας συνοικίας. Πρόσθετα, κατά τη συνέντευξή της η Αιτήτρια ανέφερε ότι εγκατέλειψε την οικία της θείας της σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών και ότι έκτοτε διέμενε στην εκκλησία, τοποθετώντας τη μετακίνησή της αυτή περί το έτος 2017. Αντιθέτως, ενώπιον του Δικαστηρίου ισχυρίστηκε ότι διέμενε στην εκκλησία από το 2020 έως το 2022, εισάγοντας διαφορετικό χρονικό πλαίσιο ως προς ένα κρίσιμο στοιχείο της αφήγησής της. Σοβαρή αντίφαση εντοπίζεται και ως προς τον πυρήνα του αιτήματός της, καθότι ενώ στη συνέντευξή της, προέβαλε, μόνο αφού της επισημάνθηκε, τον εξαναγκασμό της σε γάμο ως λόγο για τον οποίο εγκατέλειψε την οικία της θείας της και διέκοψε κάθε επικοινωνία μαζί της το 2017, ενώπιον του Δικαστηρίου η Αιτήτρια υποστήριξε ότι για πρώτη φορά της πρότεινε η θεία της να παντρευτεί το 2020. Συναφώς, σημειώνεται ότι στη συνέντευξή της η Αιτήτρια, κατόπιν σχετικού ερωτήματος, ισχυρίστηκε ότι η άρνησή της να προβεί σε εξαναγκαστικό γάμο οδήγησε στην κακοποίησή της από τη θεία της και ακολούθως στην απόφαση της ίδιας να εγκαταλείψει την οικία. Επιπρόσθετα, κατά την ακροαματική διαδικασία, η Αιτήτρια υποστήριξε ότι η θεία της την αναζήτησε στην εκκλησία όπου διέμενε το 2020, απειλώντας να την σκοτώσει, περιστατικό στο οποίο ουδέποτε αναφέρθηκε κατά την προηγούμενη εξέταση του αιτήματός της. Περαιτέρω, παρά το ότι προβάλλει πως διέμενε στην εν λόγω εκκλησία επί σημαντικό χρονικό διάστημα και ότι ο χώρος αυτός συνδέεται άμεσα με την προστασία και διαβίωσή της πριν από την αναχώρησή της από τη χώρα καταγωγής της, δεν ήταν σε θέση η Αιτήτρια να αναφέρει την ονομασία της εκκλησίας, ούτε σε ποιο άγιο είναι αφιερωμένη. Η αδυναμία αυτή, σε συνδυασμό με τις ανωτέρω ελλείψεις και αντιφάσεις στο αφήγημά της, αποδυναμώνει περαιτέρω την εσωτερική της αξιοπιστία.
36. Το Δικαστήριο διαπιστώνει πως οι Καθ’ ων η αίτηση κατά το στάδιο αξιολόγησης του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού της Αιτήτριας παρέλειψαν να διερευνήσουν την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού σε συνάρτηση με σχετικές πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης στη χώρα καταγωγής της, επικαλούμενοι ότι τα όσα ανέφερε η Αιτήτρια στη συνέντευξή της αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός της. Ουδόλως παραγνωρίζεται η υποκειμενική φύση του ισχυρισμού της Αιτήτριας περί κακοποίησης από τη θεία της και περί εξαναγκασμού της σε γάμου, ωστόσο ο εν λόγω ισχυρισμός εντάσσεται στο γενικότερο πλαίσιο της ενδοοικογενειακής βίας και των εξαναγκαστικών γάμων στη ΛΔΚ, τα οποία για την πληρότητα της αξιολόγησης δέον να εξεταστούν μέσω έρευνας σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.
37. Υπό το φως των ανωτέρω λεχθέντων, σε έρευνα του Δικαστηρίου αναφορικά με την ενδοοικογενειακή βία και τον εξαναγκαστικό γάμο στη ΛΔΚ ανευρέθηκαν τα ακόλουθα:
38. Η UN Committee on the Elimination of Discrimination Against Women εντοπίζει ότι στον νόμο αριθ. 87-010 της 1ης Αυγούστου 1987 (Οικογενειακός Κώδικας) περιλαμβάνονται διατάξεις που εισάγουν διακρίσεις σε βάρος των γυναικών, κατά παράβαση των επιταγών της Σύμβασης για την Εξάλειψη κάθε μορφής Διάκρισης κατά των Γυναικών (CEDAW), γεγονός που, σύμφωνα με την εν λόγω Επιτροπή, καθιστά επιτακτική την αναθεώρηση του εν λόγω νόμου. Αυτές περιλαμβάνουν τις ενότητες 330, 148.1, 165, 215, 444 έως 448, 490.2, 497.2, 515, 524, 531, 361, 367, 382, 388, 426, 543 και 579. Δυστυχώς, το έγγραφο εξακολουθεί να παραμένει στη μόνιμη επιτροπή για τη μεταρρύθμιση της δικαιοσύνης.[2]
39. Σε δημοσίευση της Παγκόσμιας Τράπεζας του Φεβρουαρίου 2021 σημειώνεται ότι οι παραδοσιακές αντιλήψεις, σύμφωνα με τις οποίες οι γυναίκες θεωρούνται υποδεέστερες από τους άνδρες ή ότι έχουν στερεοτυπικούς ρόλους, διαιωνίζουν διαδεδομένες πρακτικές που περιλαμβάνουν βία ή εξαναγκασμό, όπως είναι η ενδοοικογενειακή βία και η κακοποίηση, ο αναγκαστικός γάμος, ο θάνατος με αφορμή την προίκα, οι επιθέσεις με οξέα και η γυναικεία περιτομή. Τέτοιου είδους προκαταλήψεις και πρακτικές μπορεί να δικαιολογήσουν τη βία που βασίζεται στο φύλο ως μορφή προστασίας ή ελέγχου των γυναικών. Ενώ η φύση και η συχνότητα των πρακτικών ποικίλλουν ανάλογα με την περιοχή και τον πολιτισμό, οι πιο διαδεδομένες και τεκμηριωμένες πρακτικές είναι ο ακρωτηριασμός των γυναικείων γεννητικών οργάνων, ο παιδικός ή/και αναγκαστικός γάμος, η πολυγαμία, τα εγκλήματα που διαπράττονται στο όνομα της λεγόμενης τιμής και σχετική με την προίκα βία.[3]
40. Σύμφωνα με δημοσίευση του iMMAP - Information Management and Mine Action Programs τον Μάρτιο του 2021 τον τελευταίο χρόνο (2020) αναφέρθηκαν σε τακτική βάση πολλά περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας, σεξουαλικής βίας, αναγκαστικών γάμων, παιδικής εργασίας ή ακόμη και κακοποίησης από τις δυνάμεις ασφαλείας ή τις ένοπλες ομάδες.[4]
41. Σύμφωνα με απάντηση της EUAA σχετικά με την ενδοοικογενειακή βία στη ΛΔΚ του 2019, η ενδοοικογενειακή βία είναι διαδεδομένη σε όλη τη χώρα και κυμαίνεται από λεκτική, συναισθηματική, οικονομική και σωματική. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η αστυνομία σπάνια παρεμβαίνει, καθώς οι ενδοοικογενειακές διαφορές θεωρούνται παραδοσιακά ιδιωτικές οικογενειακές υποθέσεις και υπάρχει γενική κοινωνική αποδοχή της συζυγικής και της οικογενειακής κακοποίησης. Υπάρχει έλλειψη ασφαλών χώρων/καταφυγίων, συμβουλευτικών υπηρεσιών και υπηρεσιών αποκατάστασης για θύματα ενδοοικογενειακής βίας.[5]
42. Αναφορικά με τον καταναγκαστικό γάμο, παρότι απαγορεύεται από τον νόμο[6] εντούτοις, η πρακτική αυτή εξακολουθεί να υφίσταται στη ΛΔΚ, σύμφωνα με έκθεση του US Department of State του 2023 που αφορά το έτος 2022.[7] Επιπλέον, η ίδια πηγή αναφέρει ότι «ενώ ο νόμος απαιτεί συναίνεση και απαγορεύει το γάμο αγοριών και κοριτσιών κάτω των 18 ετών, πολλοί γάμοι ανήλικων παιδιών πραγματοποιήθηκαν, εν μέρει λόγω της συνεχιζόμενης κοινωνικής αποδοχής. Το Σύνταγμα ποινικοποιεί τον αναγκαστικό γάμο. Η ποινή διπλασιάζεται όταν το παιδί είναι μικρότερο των 15 ετών. Ωστόσο, η επιβολή της ποινής είναι περιορισμένη. Οι διατάξεις του νόμου δεν διευκρινίζουν ποιος έχει δικαίωμα να αναφέρει τον καταναγκαστικό γάμο ως έγκλημα ή εάν ο δικαστής έχει την εξουσία να το πράξει.»[8] Παλαιότερη έκθεση του USDOS αναφέρει ότι «Το UNFPA [Ταμείο Πληθυσμού των Ηνωμένων Εθνών] ανέφερε ότι οι γάμοι παιδιών ήταν ευρέως διαδεδομένοι, με περίπου 37% των κοριτσιών που παντρεύτηκαν μέχρι την ηλικία των 18 ετών και το 10% των γυναικών ηλικίας 20-24 ετών είχαν παντρευτεί πριν από την ηλικία των 15 ετών. Οι πληρωμές προίκας ενθάρρυναν σε μεγάλο βαθμό τους γάμους ανηλίκων, καθώς οι γονείς πάντρευαν βίαια κόρες για να εισπράξουν προίκες ή για να χρηματοδοτήσουν προίκες για γιους. Το UNFPA ανέφερε περαιτέρω ότι ορισμένοι γονείς θεώρησαν τον παιδικό γάμο τρόπο για να προστατεύσουν ένα κορίτσι από τη σεξουαλική βία, με το σκεπτικό ότι ο σύζυγός του θα ήταν υπεύθυνος για την ασφάλειά του».[9]
43. Επισημαίνεται ότι παρόλο που η αφήγηση της Αιτήτριας βρίσκει έρεισμα στις πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής, η έλλειψη εσωτερικής συνοχής στις δηλώσεις της καθιστά τον ισχυρισμό της περί εξαναγκασμού της σε γάμο και κακοποίησής της από τη θεία της απορριπτέο.
44. Τόσο μέσω συμπληρωματικού υπομνήματος των συνηγόρων της, όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου, η Αιτήτρια προέβαλε, πέραν των όσων είχε αναφέρει κατά τη διοικητική διαδικασία, νέο ουσιώδες στοιχείο, ήτοι ότι στο μεταξύ απέκτησε ανήλικο τέκνο (γεννηθέν το 2025), επί του οποίου εδράζει πλέον, σε σημαντικό βαθμό, τον προβαλλόμενο φόβο επιστροφής της. Ειδικότερα, υποστήριξε ότι, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής της, θα περιέλθει σε κατάσταση ιδιαίτερης ευαλωτότητας, όχι μόνο λόγω των προβλημάτων που επικαλέστηκε ότι αντιμετώπιζε στο παρελθόν με τη θεία της, αλλά κυρίως λόγω του ότι πλέον είναι μονογονέας, χωρίς οποιοδήποτε οικογενειακό ή άλλο υποστηρικτικό δίκτυο. Προς ενίσχυση του ισχυρισμού αυτού, ανέφερε ότι ο πατέρας του ανηλίκου τέκνου της βρίσκεται στη ΛΔΚ, δεν αναγνωρίζει το παιδί και δεν διατηρεί οποιαδήποτε επικοινωνία ή σχέση με αυτό, με αποτέλεσμα η ίδια να φέρει αποκλειστικά την ευθύνη φροντίδας και ανατροφής του. Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι δεν διαθέτει επαρκείς οικονομικούς πόρους, ουσιαστική εργασιακή πείρα ή υποστηρικτικό περιβάλλον στη χώρα καταγωγής της ώστε να εξασφαλίσει αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης για την ίδια και το τέκνο της. Παράλληλα, επανέφερε σε γενικό πλαίσιο ότι αντιμετωπίζει προβλήματα με την θεία της και ότι δεν διαθέτει πρόσωπα στα οποία θα μπορούσε να στηριχθεί σε περίπτωση επιστροφής, χωρίς όμως να αναπτύξει περαιτέρω, ως αυτοτελή κύρια βάση του αιτήματός της, τον αρχικό ισχυρισμό περί κακομεταχείρισης και εξαναγκασμού της σε γάμο από τη θεία της.
45. Προχωρώντας στην αξιολόγηση κινδύνου με βάση το μοναδικό αποδεκτό ουσιώδη ισχυρισμό, ήτοι τη χώρα καταγωγής και τόπο συνήθους διαμονής της Αιτήτριας και το προφίλ της όπως έχει διαμορφωθεί, το Δικαστήριο προβαίνει στη συνέχεια σε έρευνα για την κατάσταση που επικρατεί στη ΛΔΚ για τις γυναίκες με τις ατομικές περιστάσεις της Αιτήτριας, δηλαδή των ανύπανδρων γυναικών με ανήλικο τέκνο, που στερούνται οικογενειακού, ανδρικού, όσο και γενικότερου υποστηρικτικού δικτύου.
46. Έκθεση του Υπουργείου Εξωτερικών του Ηνωμένου Βασιλείου, αναφέρει ότι η κοινωνία στη ΛΔΚ είναι πατριαρχική, γεγονός το οποίο έχει εδραιώσει την ανισότητα ανάμεσα στα φύλα, τις διακρίσεις κατά των γυναικών, καθώς και την αποδοχή της σεξουαλικής βίας ως φυσιολογική. Αναφέρεται επίσης πως οι μονήρεις γυναίκες ή γυναίκες επικεφαλής των νοικοκυριών στη χώρα πιθανόν να βρίσκονται σε μεγαλύτερο ρίσκο διακρίσεων. Οι ανύπανδρες γυναίκες χωρίς οικογένεια ή κοινωνικό δίκτυο θεωρούνται ιδιαίτερα ευάλωτες. Η προστασία που παρέχεται στις γυναίκες δεν είναι επαρκής ούτε αποτελεσματική, καθότι αντιμετωπίζουν δυσκολίες πρόσβασης σε νομικές υπηρεσίες, ενώ οι αστυνομικές αρχές χαρακτηρίζονται από διαφθορά και προκαταλήψεις λόγω των βαθιά εδραιωμένων πατριαρχικών αντιλήψεων.[10]
47. Προχωρώντας στη διερεύνηση των συνθηκών που αντιμετωπίζουν οι μονογονεϊκές οικογένειες στη ΛΔΚ, άρθρο του Διεθνούς Περιοδικού Περιβαλλοντικής Έρευνας και Δημόσιας Υγείας του 2021 αναφορικά με τη ΛΔΚ, αναφέρει ότι υπάρχει ένας βαθμός στιγματισμού τόσο για τις έφηβες, όσο και για τις ανύπαντρες ενήλικες μητέρες στη ΛΔΚ. Οι εν λόγω μητέρες συχνά αγωνίζονται να είναι ο κύριος προμηθευτής εισοδήματος και πόρων του νοικοκυριού, εκτός από το να έχουν τον ίδιο βαθμό προσοχής στην παρακολούθηση και την επίβλεψη των παιδιών τους. Οι ανύπαντρες μητέρες ήταν πιο πιθανό να είναι άνεργες ή να απασχολούνται σε θέσεις χαμηλού εισοδήματος, στη χειρωνακτική εργασία ή/και στη γεωργία. Η φτώχεια είναι μια συνήθης συνθήκη και πολλές μητέρες αντιμετωπίζουν προβλήματα που σχετίζονται με την ανατροφή παιδιών σε φτωχές συνθήκες, συμπεριλαμβανομένης της κάλυψης των καθημερινών δαπανών ενώ έχουν χαμηλό επίπεδο προσωπικών πόρων. Ενώ η φτώχεια είναι ευρέως διαδεδομένη στη ΛΔΚ, οι οικονομικές προκλήσεις συχνά επιδεινώνονται για τις ανύπανδρες μητέρες.[11]
48. Αναφορικά με τη δυνατότητα πρόσβασης σε στέγη, σε συλλογή πληροφοριών της EUAA ως απάντηση σε COI query που δημοσιεύτηκε τον Αύγουστο του 2023, αναφέρεται ότι σύμφωνα με εκπρόσωπο της Afia Mama, μιας ΜΚΟ με έδρα τη ΛΔΚ, οι γυναίκες στερούνται πόρων για να έχουν πρόσβαση σε στέγαση και, ιδίως, οι γυναίκες χωρίς ακαδημαϊκό πτυχίο.[12] Σύμφωνα με την ίδια πηγή, για τις γυναίκες αυτές οι επιλογές στέγασης περιορίζονται στο να ζουν σε οικογενειακά σπίτια, να μοιράζονται το ίδιο δωμάτιο με πολλά άτομα, ή σε προσωρινά καταφύγια ή παράγκες, και ότι ορισμένες ανύπαντρες γυναίκες μπορεί να πέσουν θύματα εμπορίας προσώπων, σεξουαλικής εκμετάλλευσης και πορνείας εάν δεν μπορούν να βρουν στέγη. Παλαιότερη πηγή στην οποία παραπέμπει η ανωτέρω συλλογή πληροφοριών είχε αναφέρει ότι «η κοινωνική στέγαση δεν είναι διαθέσιμη για τις γυναίκες που ζουν μόνες τους, αλλά προορίζεται για άτομα με πολιτική ή κοινωνική υποστήριξη.[13]
49. Σύμφωνα με ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε τον Αύγουστο του 2024, το Radio France Internationale (RFI) ανέφερε ότι στη ΛΔΚ, μια οικογένεια στις τρεις είναι μονογονεϊκή οικογένεια. Η ίδια πηγή ανέφερε επίσης ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία των αρχών της ΛΔΚ, περίπου το 36% των γυναικών, συμπεριλαμβανομένων των διαζευγμένων γυναικών και των χηρών, μεγαλώνουν μόνες τα παιδιά τους. Το ίδιο άρθρο αναφέρει ότι στην Kinshasa, μια μονογονεϊκή οικογένεια συχνά σημαίνει ακραία επισφάλεια, ιδιαίτερα για τις γυναίκες σε άτυπες θέσεις εργασίας.[14]
50. Στην ετήσια έκθεση του Υπουργείου Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών (USDOS) για τις πρακτικές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που καλύπτει το 2023, αναφέρθηκε ότι οι γυναίκες αντιμετώπιζαν οικονομικές διακρίσεις στη ΛΔΚ. Ο νόμος επιτρέπει στις γυναίκες να συμμετέχουν σε οικονομικούς τομείς χωρίς την έγκριση ανδρών συγγενών τους, προβλέπει φροντίδα για τη μητρότητα, απαγορεύει τις ανισότητες που συνδέονται με την καταβολή προίκας και καθορίζει πρόστιμα και άλλες κυρώσεις για όσους ασκούν διακριτική μεταχείριση ή ασκούν βία λόγω φύλου. Η κυβέρνηση ωστόσο δεν εφάρμοσε αποτελεσματικά τον νόμο. Οι γυναίκες βίωσαν οικονομικές διακρίσεις και υπήρχαν νομικοί περιορισμοί για τις γυναίκες στην απασχόληση.[15]
51. Ως προς την πρόσβαση γυναικών μόνων χωρίς υποστηρικτικό δίκτυο σε υπηρεσίες υγείας, η συλλογή πληροφοριών της EUAA ως απάντηση σε COI query που δημοσιεύτηκε τον Αύγουστο του 2023 αναφέρει ότι οι γυναίκες χωρίς κοινωνικό δίκτυο στην Κινσάσα θα αντιμετώπιζαν δυσκολίες στην πρόσβαση σε υγειονομική περίθαλψη, συμπεριλαμβανομένης της αναπαραγωγικής υγείας και της θεραπείας για τον HIV, λόγω στιγματισμού.[16]
52. Έκθεση της Αυστριακής ACCORD του Νοεμβρίου του 2020 αναφέρει ότι στη ΛΔΚ, μια από τις χώρες με τη χαμηλότερη κατάταξη στον δείκτη ανθρώπινης ανάπτυξης, οι γυναίκες είναι σαφώς αντικείμενο διακρίσεων. Ήδη ευάλωτη ως γυναίκα, μια μόνη γυναίκα χωρίς οικογένεια ή κοινωνικό δίκτυο είναι ακόμη πιο ευάλωτη εάν δεν έχει οικονομικά μέσα.[17]
53. Σε συνέντευξη μέσω zoom με τον José Bazonzi, από το University of Kinshasa, UNIKIN με την Υπηρεσία Μετανάστευσης της Δανίας σημειώνεται σε έκθεση του Οκτωβρίου του 2022 ως προς την κατάσταση για τους ανθρώπους στην Κινσάσα χωρίς κοινωνικό δίκτυο, ότι «ένα άτομο χωρίς κοινωνικό δίκτυο στην Κινσάσα θα έχει σοβαρές δυσκολίες προσαρμογής και ενσωμάτωσης, γιατί χωρίς την οικογένεια και χωρίς διασυνδέσεις με την Εκκλησία, το άτομο θα νιώθει εγκαταλελειμμένο επειδή στη ΛΔΚ η κοινωνική βοήθεια που παρέχεται από το κράτος δεν λειτουργεί σωστά. Υπάρχει σχεδόν ένα κενό εδώ, και αυτό ισχύει και για τους ανθρώπους που έρχονται από μακριά για να εγκατασταθούν στην πρωτεύουσα, καθώς και για τους ανθρώπους εκεί. Οι υπηρεσίες κοινωνικής πρόνοιας υπάρχουν αλλά δεν είναι στο ύψος των καθηκόντων τους. Ένα τέτοιο άτομο αντιμετωπίζει πρώτα τα προβλήματα της στέγασης, πρόσβασης σε εργασία και μετά (σ.σ. αντιμετωπίζει) το πρόβλημα των πόρων. Επιπλέον, το άτομο θα έχει προβλήματα με την διασφάλιση των απαραίτητων ως προς το ζην και την πρόσβαση σε υγειονομική περίθαλψη σε περίπτωση ασθένειας. Στη ΛΔΚ, η οικογένεια και η εκκλησία αποτελούν ή πρακτικά παίζουν τον ρόλο της άτυπης κοινωνικής ασφάλισης. Ίσως πρέπει επίσης να αναφέρουμε εδώ τις ρίζες της ανεργίας των νέων και της αστικής ληστείας (συμμοριών) και του εγκλήματος, γνωστές στην Κινσάσα ως "Kuluna": πολλοί νέοι, χωρίς δουλειά, συχνά υπό την επήρεια ναρκωτικών, επιδίδονται σε κατακριτέες πράξεις... Έτσι, ο κίνδυνος είναι πολύ υψηλός για ένα άτομο χωρίς υποστήριξη, να τολμήσει να εγκατασταθεί στην Κινσάσα, εξαιτίας της αστικής ληστείας και της οικονομικής ανέχειας».[18]
54. Αναφορικά με την πρόσβαση στην εργασία η συλλογή πληροφοριών του Συμβουλίου για τη Μετανάστευση και τους Πρόσφυγες του Καναδά παραπέμπει σε πηγές οι οποίες αναφέρουν ότι οι γυναίκες στην Κινσάσα στρέφονται προς το άτυπο εμπόριο για να διασφαλίσουν την επιβίωσή τους. Ένα άρθρο στη L' Avenir,[19] μιας καθημερινής εφημερίδας της Κινσάσα, σχετικά με τις ανάγκες των ανύπαντρων γυναικών στο νοικοκυριό, αναφέρει: [μετάφραση] «Αυτές οι γυναίκες χρησιμοποιούν διάφορες τακτικές για να επιβιώσουν. Μερικές ασχολούνται με μικρές επιχειρήσεις, όπως η πώληση ψωμιού, το πλέξιμο των μαλλιών, το ράψιμο και ακόμη και η πορνεία» και «αδράχνουν κάθε ευκαιρία που προκύπτει στο δρόμο τους, δηλαδή ως ‘nounou’ (υπηρέτρια ή οικονόμος) προκειμένου να φροντίσουν το σπίτι τους».[20] Πολλές γυναίκες από τη ΛΔΚ ανέλαβαν το ρόλο του κύριου παρόχου για τις οικογένειές τους. Εργάζονται συχνά σε χαμηλά αμειβόμενες και σωματικά απαιτητικές θέσεις εργασίας και πλήττονται δυσανάλογα από τη φτώχεια. Σύμφωνα με το UNDP (2017), η συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας είναι 61.2% σε σύγκριση με 69.1% για τους άνδρες.[21]
55. Ως προς την πρόσβαση σε στέγαση, αυτή δεν είναι διαθέσιμη σε γυναίκες που ζουν μόνες τους, αλλά προορίζεται για άτομα με πολιτική ή κοινωνική υποστήριξη.[22] Σύμφωνα με διεθνή ανθρωπιστική οργάνωση στη ΛΔΚ, είναι σχεδόν αδύνατο να αποκτήσει πρόσβαση σε στέγαση ή να αποκτήσει πρόσβαση σε καταφύγιο κάποια γυναίκα χωρίς δίκτυο στην Κινσάσα. Κατά συνέπεια, πολλές ανύπαντρες γυναίκες χωρίς δίκτυο υποστήριξης ανδρών στην Κινσάσα πρέπει να καταφύγουν σε συναλλακτικό σεξ προκειμένου να αποκτήσουν πρόσβαση στο καταφύγιο με οποιονδήποτε τρόπο. Αυτή την άποψη συμμεριζόταν και η Afia Mama, η οποία πρόσθεσε ότι οι επιλογές στέγασης για γυναίκες χωρίς ανδρική υποστήριξη που μετακομίζουν στην Κινσάσα από τις ανατολικές επαρχίες της ΛΔΚ είναι σε σπίτια δύο υπνοδωματίων που συνήθως φιλοξενούν 15 άτομα. Όσοι δεν έχουν μέλη της οικογένειας στην Κινσάσα θα βρουν συνήθως καταφύγια ή παράγκες κατασκευασμένες με ξύλο ή χαρτοκιβώτια. Οι ανύπαντρες γυναίκες που έχουν υποστεί σεξουαλική εμπορία ή εκμετάλλευση θα είναι επιρρεπείς στην πορνεία, όταν προσπαθούν να βρουν στέγη στην Κινσάσα ή αν απλά δεν μπορούν να αντέξουν οικονομικά το ενοίκιο.[23] Άλλες εκθέσεις επιβεβαιώνουν ότι υπήρξαν διάφορα σκάνδαλα σχετικά με τη σεξουαλική εκμετάλλευση, τα οποία περιλάμβαναν εξέχοντες πολιτικούς και εργαζόμενους στον τομέα της υγείας που συμμετείχαν στην αντιμετώπιση του Έμπολα. H δήλωση αυτή υποστηρίζεται από τους McLean και Modi, οι οποίοι ανέλυσαν περαιτέρω ότι οι ανύπαντρες γυναίκες χωρίς [υποστηρικτικό] δίκτυο στην Κινσάσα συχνά καταφεύγουν στη συναλλακτική σεξουαλική επαφή ως μέσο πρόσβασης στη στέγαση καθώς και για την απόκτηση εισοδήματος. Η συμμετοχή στη σεξουαλική εργασία ή στη συναλλακτική σεξουαλική επαφή συχνά στιγματίζει περαιτέρω τις γυναίκες.[24], [25]
56. Βάσει των ανωτέρω πληροφοριών προκύπτει μεν ότι οι γυναίκες που στερούνται υποστηρικτικού δικτύου, καθώς και οι γυναίκες που αποτελούν κεφαλή μονογονεϊκών οικογενειών στη ΛΔΚ αντιμετωπίζουν πλήθος δυσχερειών, οι οποίες δύνανται να επηρεάσουν τόσο τις ίδιες, όσο και τα ανήλικα τέκνα τους.
57. Από τις ανωτέρω πληροφορίες προκύπτει πως οι γυναίκες στη ΛΔΚ αφενός υφίστανται διακριτική μεταχείριση και βρίσκονται σε υποδεέστερη θέση σε σχέση με τους άντρες, αφετέρου είναι ευάλωτες σε επιθέσεις σωματικής και σεξουαλικής βίας ένεκα των βαθιά εδραιωμένων πατριαρχικών αντιλήψεων και παραδοσιακών κανόνων που επικρατούν σε όλες τις πτυχές της ζωής στη χώρα, κατά τους οποίους η ταυτότητα μιας γυναίκας ορίζεται από την ύπαρξη οικογένειας και ανδρικού υποστηρικτικού δικτύου. Ειδικότερα, οι ανύπανδρες γυναίκες επικεφαλής νοικοκυριού όπως η Αιτήτρια, χωρίς οικογένεια, χωρίς περιουσία και χωρίς ανδρικό υποστηρικτικό δίκτυο στη ΛΔΚ αντιμετωπίζουν σημαντικούς περιορισμούς στην πρόσβαση στην εργασία, στη στέγαση, στη δικαιοσύνη και στην κατοχή περιουσίας, ενώ συχνά προσφεύγουν στην πορνεία προκειμένου να εξεύρουν στέγαση ή να αποκτήσουν εισόδημα για τις οικογένειές τους.
58. Στην περίπτωση της Αιτήτριας από το αφήγημά της προκύπτει ότι απολάμβανε στήριξη από την τοπική εκκλησία, η οποία τη φιλοξενούσε επί σειρά ετών. Ειδικότερα, η Αιτήτρια αναφέρθηκε στον πάστορα ο οποίος την βοήθησε αφού άκουσε την ιστορία της και την προστάτευσε, παρέχοντάς της στέγη στο χώρο της εκκλησίας. Εκεί, όπως ανέφερε, ζούσε μαζί με άλλα πρόσωπα, ενώ κατά τη διαμονή της εκεί, δεν εργαζόταν κανονικά ούτε αμειβόταν, αλλά βοηθούσε στις δραστηριότητες της εκκλησίας, τραγουδώντας και συνδράμοντας στις θρησκευτικές υπηρεσίες. Επίσης ανέφερε ότι ο πάστορας ήταν εκείνος που την συντηρούσε και αργότερα οργάνωσε το ταξίδι της αναχώρησής της.
59. Κατόπιν εξειδικευμένης έρευνας στην οποία προέβη το Δικαστήριο σχετικά με τη στήριξη που μπορούν να παρέχουν οι εκκλησίες στη ΛΔΚ διαπιστώθηκαν τα ακόλουθα. Έκθεση του Bertelsmann Stiftung (2024) για τη ΛΔΚ αναφέρει ότι οι χριστιανικές εκκλησίες και ιδιαίτερα η Καθολική Εκκλησία, η οποία παραμένει η μεγαλύτερη σε μέλη, ασκούν σημαντική κοινωνική επιρροή μέσω της παροχής εκπαιδευτικών και υγειονομικών υπηρεσιών.[26] Στην ίδια έκθεση, στο κομμάτι για την κοινωνικοοικονομική ανάπτυξη, καταγράφεται ότι η ΛΔΚ συνεχίζει να υποφέρει από κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες, κυρίως λόγω της ανικανότητας των δομών διακυβέρνησης, μιας βαθιά ριζωμένης κουλτούρας διαφθοράς και της έλλειψης κατάλληλων μέτρων οικονομικής μεταρρύθμισης. Συναφώς επισημαίνεται ότι για πολλούς Κονγκολέζους, η επιβίωση εξασφαλίζεται μέσω της γεωργίας αυτοκατανάλωσης και του άτυπου μικρεμπορίου, ενώ επίσης καταγράφεται ότι οι εκκλησίες και τα μέλη της οικογένειας παρέχουν συχνά κοινωνική βοήθεια.[27] Στην ίδια έκθεση στο κομμάτι που αφορά την κοινωνική πρόνοια καταγράφεται ότι η ΛΔΚ στερείται λειτουργικών κρατικών συστημάτων κοινωνικής προστασίας, ενώ επίσης σημειώνεται ότι το 2022 περίπου 27 εκατομμύρια Κονγκολέζοι είχαν ανάγκη από επείγουσα ανθρωπιστική βοήθεια. Ως προς αυτό το σημείο, καταγράφεται σχετικά ότι οι εκκλησίες και ορισμένες εγχώριες και διεθνείς οργανώσεις παρέχουν κοινωνική βοήθεια, με τη σημείωση βέβαια ότι λόγω της τρέχουσας ανθρωπιστικής καταστροφής στη ΛΔ Κονγκό, αυτές οι οργανώσεις είναι υπερφορτωμένες, συχνά έχουν ανεπαρκή χρηματοδότηση και μπορούν να βοηθήσουν μόνο περιορισμένο αριθμό ανθρώπων.[28]
60. Όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω, σύμφωνα με τον καθηγητή κοινωνιολογίας του πανεπιστημίου της Kinshasa (UNIKIN) José M. Bazonzi, ο οποίος παρείχε πληροφορίες στη Δανέζικη Μεταναστευτική Υπηρεσία τον Αύγουστο του 2022, «πέρα από την οικογένεια, ένα ακόμα κοινωνικό δίκτυο, που διαδραματίζει πολύ σημαντικό ρόλο στην ένταξη ενός ατόμου είναι η εκκλησία». Ο ίδιος καθηγητής σε άλλο σημείο της συνέντευξης του επισημαίνει ότι «(έ)να άτομο χωρίς κοινωνικό δίκτυο στην Kinshasa θα αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες στην προσαρμογή και ένταξή του, διότι χωρίς την οικογένεια και χωρίς δεσμούς με την Εκκλησία, το άτομο θα είναι λίγο σαν να έχει εγκαταλειφθεί, καθώς στη ΛΔK η κοινωνική βοήθεια που παρέχει το κράτος δεν λειτουργεί σωστά. (.) Ένα τέτοιο άτομο αντιμετωπίζει πρώτα προβλήματα στέγασης, στη συνέχεια προβλήματα εργασίας και ακολούθως το πρόβλημα της εξεύρεσης πόρων. Επιπλέον, το άτομο θα έχει δυσκολίες όσον αφορά την τροφή και την πρόσβαση σε υγειονομική περίθαλψη σε περίπτωση ασθένειας. Στη ΛΔK, η οικογένεια και η εκκλησία αποτελούν ή ουσιαστικά παίζουν τον ρόλο της άτυπης κοινωνικής ασφάλειας».[29]
61. Οι εκκλησίες αποτελούν μια άλλη μορφή κοινότητας και συχνά συγκεντρώνουν χρήματα για τα φτωχότερα μέλη της κοινότητας, καθώς και για τα θύματα καταστροφών. Σύμφωνα με τον καθηγητή Bazonzi, οι εκκλησίες μπορούν να παρέχουν βοήθεια υπό μορφή τροφίμων και ενδυμάτων και, σε σπάνιες περιπτώσεις, στέγαση σε εκκλησίες ή σχολεία.[30]
62. Σε COI Query της EUAA (2023) αναφορικά με την κατάσταση των γυναικών χωρίς υποστηρικτικό δίκτυο στη Kinshasa, καταγράφεται ότι σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εργασίας (ILO- International Labour Organisation) οι ΜΚΟ και οι εκκλησίες ανήκουν στους φορείς που παρέχουν κοινωνική βοήθεια σε ευάλωτα άτομα. Παράγοντες που μπορούν να βοηθήσουν ένα νεοαφιχθέν πρόσωπο να ενταχθεί στην Kinshasa είναι η γνώση Lingala και γαλλικών, οι καλές σχέσεις με συγγενείς στον τόπο διαμονής, και η σύνδεση με την εκκλησία. Η έκθεση προσθέτει ότι όποιος δεν έχει τέτοιο δίκτυο θα αντιμετωπίσει πολλές δυσκολίες, μεταξύ άλλων και στην αναζήτηση στέγης. Τονίζεται ωστόσο ότι οι πληροφορίες για γυναίκες χωρίς υποστηρικτικό δίκτυο στην Kinshasa είναι γενικά περιορισμένες, και ειδικά σημειώνει ότι πληροφορίες για καταφύγια για ανύπανδρες γυναίκες χωρίς υποστηρικτικό δίκτυο στην Kinshasa δεν ανευρέθησαν μέσα στους χρονικούς περιορισμούς της έρευνας. [31]
63. Περαιτέρω εντοπίστηκαν πληροφορίες για εκκλησίες και οργανώσεις που μπορούν και παρέχουν υποστήριξη σε ευάλωτες γυναίκες, συμπεριλαμβανομένων των ανύπαντρων μητέρων. Τέτοιες είναι το “Mama Hekima”, η “Caritas Kinshasa” και η “Eglise du salut en Jésus Christ (ESJC).[32] Όπως διαπιστώνεται από τις ιστοσελίδες των οργανώσεων αυτών, οι γυναίκες υποστηρίζονται στην απόκτηση οικονομικής ανεξαρτησίας, λαμβάνουν εκπαίδευση σχετικά με τα δικαιώματά τους, τη διαχείριση των οικονομικών του νοικοκυριού, τον προγραμματισμό έργων και την ενασχόληση με δραστηριότητες που αποφέρουν εισόδημα.
64. Σύμφωνα με πρόσφατο COI Query της EUAA (2024), οι πληροφορίες για διαθέσιμες υποστηρικτικές δομές για γυναίκες με παιδιά εκτός γάμου στη ΛΔΚ είναι περιορισμένες, γεγονός που δεν επιτρέπει να συναχθεί ότι υπάρχει σταθερό, προσβάσιμο και αποτελεσματικό δίκτυο στήριξης κατά την επιστροφή τους. Οι γυναίκες αυτές αντιμετωπίζουν κοινωνικό στίγμα, οικονομική περιθωριοποίηση και σοβαρά εμπόδια στην πρόσβαση σε εργασία, υγειονομική περίθαλψη και βασικές υπηρεσίες, ενώ δεν τεκμηριώνεται η ύπαρξη επαρκών κρατικών ή ιδιωτικών μηχανισμών προστασίας που να μπορούν να καλύψουν ουσιαστικά τις ανάγκες τους.[33]
65. Από τις ανωτέρω πληροφορίες επιβεβαιώνεται ότι οι ανύπανδρες μητέρες, χωρίς ανδρικό υποστηρικτικό δίκτυο αντιμετωπίζουν πολλαπλές προκλήσεις ιδίως σε θέματα επιβίωσης και ασφάλειας.
66. Παρά την αναμφισβήτητη ευαλωτότητα της Αιτήτριας, η οποία απορρέει από το γεγονός ότι πρόκειται για ανύπανδρη μητέρα, ορφανή και χωρίς ανδρικό ή ευρύτερο οικογενειακό υποστηρικτικό δίκτυο, η εκτίμηση των πραγματικών συνθηκών που θα αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή της στην Kinshasa δεν μπορεί να αποκοπεί από το ιστορικό διαβίωσής της. Ιδιαίτερη σημασία έχει το ότι επί σειρά ετών διέμενε σε εκκλησία και εξασφάλιζε τη συντήρησή της μέσω της υποστήριξης που της παρείχε ο πάστορας και η εκκλησιαστική κοινότητα. Το στοιχείο αυτό καταδεικνύει ότι, ήδη πριν από την αναχώρησή της, είχε ενταχθεί σε ένα σταθερό πλαίσιο άτυπης, αλλά ουσιαστικής προστασίας, το οποίο δεν ήταν περιστασιακό ή αποσπασματικό, αλλά είχε διάρκεια, συνέπεια και πρακτικό αποτέλεσμα ως προς την κάλυψη των βασικών αναγκών της. Η μακροχρόνια αυτή διαμονή αποδεικνύει ότι η εκκλησία δεν αποτέλεσε απλώς ένα προσωρινό καταφύγιο, αλλά ένα χώρο στον οποίο η Αιτήτρια είχε αναπτύξει δεσμούς και είχε βρει ένα ελάχιστο, αλλά λειτουργικό δίκτυο υποστήριξης. Επομένως, παρόλο που η επιστροφή της ενδέχεται να συνοδεύεται από δυσχέρειες κοινωνικές και οικονομικές, δεν μπορεί να παραγνωριστεί ότι υφίσταται συγκεκριμένο σημείο αναφοράς στο οποίο θα μπορούσε εύλογα να απευθυνθεί εκ νέου.
67. Υπό τα δεδομένα αυτά, μπορεί να υποστηριχθεί ότι η Αιτήτρια διαθέτει, έστω και περιορισμένα, μία ρεαλιστική δυνατότητα επανασύνδεσης με το ίδιο εκκλησιαστικό περιβάλλον που την στήριζε για μεγάλο χρονικό διάστημα, γεγονός που ενδέχεται να λειτουργήσει καθοριστικά για την επιβίωσή της μετά την επιστροφή της. Η προϋπάρχουσα σχέση της με τον πάστορα και την εκκλησιαστική κοινότητα ενισχύει την πιθανότητα να της παρασχεθεί εκ νέου στέγη, βασική υλική βοήθεια, τροφή και ένα στοιχειώδες πλαίσιο προστασίας, μέχρι να μπορέσει να σταθεροποιήσει την κατάστασή της. Η ύπαρξη αυτού του προηγούμενου δεσμού έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, διότι δεν πρόκειται για υποθετική πηγή βοήθειας, αλλά για ένα ήδη δοκιμασμένο υποστηρικτικό δίκτυο, το οποίο στο παρελθόν κάλυψε ουσιωδώς τις ανάγκες της. Ως εκ τούτου, ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι η Αιτήτρια θα αντιμετωπίσει σοβαρές κοινωνικοοικονομικές δυσκολίες λόγω της έλλειψης οικονομικών πόρων και οικογενειακού δικτύου, δεν προκύπτει κατ’ ανάγκην ότι θα στερηθεί κάθε μέσου επιβίωσης. Αντιθέτως, είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι, μέσω της επιστροφής της στην εκκλησία όπου ήδη διέμενε και λάμβανε υποστήριξη, μπορεί να εξασφαλιστεί σε σημαντικό βαθμό η κάλυψη των βασικών αναγκών της ίδιας και του τέκνου της. Επομένως, παρά τις αντικειμενικές δυσκολίες που ενδέχεται να προκύψουν, δεν αποκλείεται η ύπαρξη ενός λειτουργικού και διαθέσιμου μηχανισμού υποστήριξης κατά την επιστροφή της.
68. Ως προς το θρησκευτικό προφίλ της Αιτήτριας ως χριστιανής, πέραν της απουσίας εκπεφρασμένου φόβου ένεκα αυτής της παραμέτρου ή άλλων συναφών προσωπικών περιστάσεων, σύμφωνα με εξωτερικές πηγές, το σύνταγμα της ΛΔΚ απαγορεύει τις θρησκευτικές διακρίσεις και προβλέπει την ελευθερία της θρησκείας και το δικαίωμα λατρείας, με την επιφύλαξη της «συμμόρφωσης με τον νόμο, τη δημόσια τάξη, την δημόσια ηθική και τα δικαιώματα των άλλων». Ορίζει δε ότι το δικαίωμα στη θρησκευτική ελευθερία δεν μπορεί να καταργηθεί ακόμη και όταν η κυβέρνηση κηρύξει κατάσταση έκτακτης ανάγκης ή πολιορκία. Σύμφωνα με έκθεση του Υπουργείου Εξωτερικών των Η.Π.Α του 2023, σχετικά με τη θρησκευτική ελευθερία στη ΛΔΚ, οι χριστιανοί αποτελούν το 95,1% του πληθυσμού και 48,1% των χριστιανών είναι προτεστάντες. Αν και καταγράφηκαν κάποιες επιθέσεις από το ISIS-DRC/ADF, αυτές αφορούσαν αδιακρίτως βία κατά πολιτών.[34] Ως εκ τούτου, ούτε ένεκα του θρησκευτικού της προφίλ ευλόγως αναμένεται η Αιτήτρια να αντιμετωπίσει κάποιο πρόβλημα.
69. Εν συνεχεία, το Δικαστήριο ανέτρεξε σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σχετικά με τη κατάσταση που επικρατεί στον τόπο συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, την Kinshasa.
70. Σύμφωνα με την ιστοσελίδα RULAC (Rule of Law in Armed Conflict) της Ακαδημίας της Γενεύης, η ΛΔΚ εμπλέκεται σε αρκετές μη διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις εντός των εδαφών της εναντίον ορισμένων μη κρατικών ένοπλων ομάδων, μεταξύ των οποίων οι ADF (Allied Democratic Forces), FDLR (Forces démocratiques de libération du Rwanda), CODECO (Coopérative pour le développement du Congo) και M23.[35] Ειρηνευτική αποστολή των Ηνωμένων Εθνών (UN Organization Stabilization Mission in the Democratic Republic of the Congo- MONUSCO) υποστηρίζει τις ένοπλες δυνάμεις της ΛΔΚ[36], και το Συμβούλιο Ασφαλείας, με το ψήφισμά του υπ' αρ. 2765 (2024), αποφάσισε την επέκταση της εντολής της MONUSCO μέχρι τις 20.12.2025[37]. Οι περιοχές Kivu, Kasai και Ituri είναι αυτές οι οποίες πλήττονται σε μεγαλύτερο βαθμό από τις ένοπλες συγκρούσεις, αν και η βία είναι εκτεταμένη και επηρεάζει ολόκληρη τη χώρα.[38] Ειδικά στην Kinshasa, οι προαναφερόμενες οργανώσεις, δεν παρουσιάζονται ως δρώσες.[39]
71. Με βάση το τελευταίο COI Query της EUAA (2025)[40] για την κατάσταση ασφαλείας στην Kinshasa και ειδικότερα το COI Focus του Φεβρουαρίου 2025 του CEDOCA (CGRS, Βέλγιο), αναφέρεται ότι στην Κινσάσα καταγράφηκαν κατά το 2024 περιορισμένα και σποραδικά περιστατικά ασφάλειας, όπως διαδηλώσεις, απόπειρα πραξικοπήματος, απόδραση από τη φυλακή Makala και ορισμένα επεισόδια στην αγροτική περιοχή της κοινότητας Μαλακού, τα οποία συνδέονταν με τη σύγκρουση στη γειτονική επαρχία Μάι-Ντομπέ[41]. Στο ίδιο σημείωμα, η ίδια πηγή, με παραπομπή στο Κοινό Γραφείο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών, επισημαίνει ότι η επαρχία της Κινσάσα θεωρείται ανεπηρέαστη από ένοπλη σύγκρουση και ότι, μετά την επιδείνωση της κατάστασης ασφάλειας στα ανατολικά της χώρας το 2025, δεν αναφέρθηκαν σοβαρά περιστατικά, πέραν διαδηλώσεων κατά δυτικών πρεσβειών.[42]
72. Όσον αφορά στις εξελίξεις στις αρχές του 2025, το ίδιο COI Query της EUAA (2025) καταγράφει ότι τον Ιανουάριο διαδηλωτές στην Κινσάσα επιτέθηκαν σε πρεσβείες και προκάλεσαν πυρκαγιές, στο πλαίσιο διαμαρτυριών κατά της επίθεσης των ανταρτών του M23 στην ανατολική ΛΔΚ.[43]
73. Ως προς τον αριθμό των περιστατικών ασφαλείας στην Kinshasa, ευρύτερη περιοχή στην οποία βρίσκεται ο τόπος συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, βάσει στοιχείων από το ACLED, κατά το τελευταίο έτος (με τελευταία ενημέρωση στις 6.3.2026) καταγράφηκαν 54 περιστατικά πολιτικής βίας (“Political violence”, που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 49 θάνατοι.[44] Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της πρωτεύουσας Kinshasa εκτιμάται ότι ανέρχεται στα 18,552,800 (2026) κατοίκους.[45]
74. Συνοψίζοντας τις προσωπικές της περιστάσεις, η Αιτήτρια πρόκειται για γυναίκα υγιή, η οποία έχει λάβει βασική εκπαίδευση, ικανή προς εργασία, εξοικειωμένη με το κοινωνικό και αστικό περιβάλλον της πρωτεύουσας Kinshasa και διαθέτουσα στήριξη από την εκκλησία. Συνεπώς, καθώς δεν προκύπτει οποιοδήποτε στοιχείο ευαλωτότητας πέραν των όσων αναλύθηκαν ανωτέρω, ούτε αποδεδειγμένο περιστατικό παρελθούσας δίωξης, κρίνεται ότι, σε συνδυασμό με τις παρατεθείσες πληροφορίες από εξωτερικές πηγές σχετικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στον τόπο συνήθους διαμονής της στη χώρα καταγωγής της, δεν πιθανολογείται ότι, σε περίπτωση επιστροφής της εκεί, θα εκτεθεί ευλόγως σε κίνδυνο. Προς τούτο λαμβάνεται υπόψη η μακρά παραμονή της στην Kinshasa, η εξοικείωσή της με το περιβάλλον και τους τυχόν κινδύνους.
75. Με βάση την ανωτέρω ανάλυση, κρίνεται ότι δεν δικαιολογείται η υπαγωγή της Αιτήτριας στο καθεστώς του πρόσφυγα, καθώς δεν προβλήθηκε ισχυρισμός και κατ΄ επέκταση δεν τεκμηριώθηκε η συνδρομή βάσιμου φόβου δίωξης για κάποιον από τους λόγους που εξαντλητικά αναφέρονται στο άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου.
76. Ούτε επίσης τεκμηριώνεται υπαγωγή της στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας (άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου), καθώς η Αιτήτρια δεν επικαλείται κατά βάσιμο τρόπο, αλλά και από τα ενώπιον μου στοιχεία δεν προκύπτει ότι εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς της, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη.
77. Ειδικότερα, στην προκείμενη περίπτωση από το προαναφερόμενο ιστορικό της Αιτήτριας δεν προκύπτει, ότι ενόψει των προσωπικών της περιστάσεων, πιθανολογείται να εκτεθεί σε κίνδυνο βλάβης συγκεκριμένης μορφής [βλ. απόφαση της 17.2.2009, C-465/07, ECLI:EU:C:2009:94, Elgafaji, σκέψη 32)], ότι αυτή διατρέχει κίνδυνο σοβαρής βλάβης, λόγω θανατικής καταδίκης ή εκτέλεσης, βασανιστηρίων, απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της [βλ. άρθρο 19(2)(α) και (β)].
78. Ούτε εξάλλου, προκύπτει ότι συντρέχει αδιακρίτως ασκούμενη βία στον τελευταίο τόπο διαμονής της Αιτήτριας, ο βαθμός της οποίας να είναι τόσο υψηλός, ώστε να υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμηθεί ότι η Αιτήτρια ακόμα κι αν ήθελε υποτεθεί ότι θα επιστρέψει στη συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας της και μόνον στο έδαφος αυτής της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί στην εν λόγω απειλή (βλ. άρθρο 19(2)(γ) απόφαση της 17.2.2009, C-465/07, ECLI:EU:C:2009:94 Elgafaji, σκέψη 43).
79. Σημειώνεται συναφώς ότι «το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, αναγνωρίζεται σε οποιοδήποτε αιτητή, ο οποίος δεν αναγνωρίζεται ως πρόσφυγας ή σε οποιοδήποτε αιτητή του οποίου η αίτηση σαφώς δε βασίζεται σε οποιουσδήποτε από τους λόγους του εδαφίου (1) του άρθρου 3, αλλά σε σχέση με τον οποίο υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη και δεν είναι σε θέση ή, λόγω του κινδύνου αυτού, δεν είναι πρόθυμος, να θέσει τον εαυτό του υπό την προστασία της χώρας αυτής». Ως «σοβαρή» ή «σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη» ορίζεται δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) ως «σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης».
80. Ως προς τον όρο διεθνής ή εσωτερική ένοπλη σύρραξη, το ΔΕΕ, διευκρίνισε ότι της έννοιας της εσωτερικής ένοπλης συρράξεως, η σημασία και το περιεχόμενο των όρων αυτών πρέπει να καθορίζονται, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το σύνηθες νόημά τους στην καθημερινή γλώσσα, λαμβανομένου υπόψη του πλαισίου εντός του οποίου αυτοί χρησιμοποιούνται και των σκοπών που επιδιώκει η ρύθμιση στην οποία εντάσσονται (αποφάσεις της 22ας Δεκεμβρίου 2008, C‑549/07, Wallentin-Hermann, Συλλογή 2008, σ. I‑11061, σκέψη 17, και της 22ας Νοεμβρίου 2012, C‑119/12, Probst, σκέψη 20). Υπό το σύνηθες νόημά της στην καθημερινή γλώσσα, η έννοια της εσωτερικής ένοπλης συρράξεως αφορά κατάσταση στην οποία οι τακτικές δυνάμεις ενός κράτους συγκρούονται με μία ή περισσότερες ένοπλες ομάδες ή στην οποία δύο ή περισσότερες ένοπλες ομάδες συγκρούονται μεταξύ τους. (Βλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C-285/12, EU:C:2014:39, σκέψεις 27 και 28). Με βάση την ανωτέρω ανάλυση, δεν λαμβάνει χώρα ένοπλη σύρραξη στην Kinshasa, τόπο συνήθους διαμονής της Αιτήτριας.
81. Ακολούθως ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν κατά την αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: το ΔΕΕ) επεσήμανε ότι λαμβάνονται υπόψη «[.]μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (Βλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C-285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών.» (Βλ. C-901/19, ημερομηνίας 10.6.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland, σκέψη 43).
82. Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: το ΕΔΔΑ) στην απόφασή του Sufi and Elmi (ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών 8319/07 and 11449/07, ημερομηνίας 28.11.2011) αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.
83. Επιπλέον, όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας.» (απόφαση στην υπόθεση C-465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji κ. Staatssecretaris van Justitie, ημερ.17.2.2009). Ιδίως ως προς την εφαρμογή της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, το ΔΕΕ στην ως άνω απόφαση διευκρίνισε ότι «ότι όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας.».
84. Ενόψει των ανωτέρω ποιοτικών και ποσοτικών χαρακτηριστικών, δεν είναι δυνατό η επικρατούσα κατάσταση στον τόπο συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, ήτοι στην ευρύτερη επαρχία της Kinshasa, να χαρακτηριστεί ως κατάσταση αδιάκριτης βίας λόγω ένοπλης σύρραξης η οποία εξικνείται σε τέτοιο βαθμό ώστε η Αιτήτρια μόνο λόγω της παρουσίας της εκεί να έρχεται αντιμέτωπη με πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης εντός του πλαισίου του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου. Ενόψει της έλλειψης της ουσιώδους αυτής προϋπόθεσης εφαρμογής του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, δεν δικαιολογείται η υπαγωγή της Αιτήτριας στο αντίστοιχο καθεστώς.
85. Ως προς δε την απόφαση επιστροφής της, από τα ενώπιόν μου στοιχεία, δεν προκύπτει οποιοδήποτε άλλο ζήτημα συναφές με την αρχή της μη επαναπροώθησης και των προϋποθέσεων έκδοσης της απόφασης επιστροφής, πέραν των όσων ήδη εξετάστηκαν και αναλύθηκαν ανωτέρω (Βλ. απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 2024, υπόθεση C 156/23 [Ararat] K, L, M, N κατά Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid, ECLI:EU:C:2024:892, ιδίως σκέψεις 50 έως 51, Συνεκδικασθείσες υποθέσεις του ΔΕΕ C‑7/25 [Ramodi] και C‑8/25 [Karkik] κατά Minister van Asiel en Migratie , Προτάσεις της Γενικής Εισαγγελέα Capeta, ECLI:EU:C:2026:228, ημερ. 16.3.2025, σκέψεις 64-73).
86. Επιπροσθέτως, όπως έχει επισημάνει το παρόν Δικαστήριο σε σειρά αποφάσεών του, οι αξιολογήσεις σχετικά με το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού οφείλουν να λαμβάνονται υπόψη σε όλες τις αποφάσεις που αφορούν παιδιά, αμέσως ή εμμέσως (ΔΕΕ, απόφαση ημερ. 11.3.2021, M. A., C-112/20, σκέψεις 36 έως 38), ήτοι ακόμη και κατά την αξιολόγηση αίτησης διεθνούς προστασίας, καθώς και κατά την εξέταση απόφασης επιστροφής του γονέα. (Βλ. ενδεικτικώς απόφαση του ΔΔΔΠ στην υπόθεση αρ. 86/24, L.J.M.K v. Δημοκρατίας, ημερ. 5.9.2025, παρ. 77 έως 86). Εν προκειμένω, η Αιτήτρια, δια του συνηγόρου της, δεν προβάλλει οποιονδήποτε ισχυρισμό συναφή με την εν λόγω πτυχή.
87. Στη βάση των ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου δεδομένων από την έρευνα που πραγματοποίησε, διαπιστώνεται ότι δεν λαμβάνει χώρα ένοπλη σύρραξη στον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, ενώ ευλόγως αναμένεται, βάσει των ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένων, ότι αυτή θα εξακολουθήσει να λαμβάνει στήριξη από την εκκλησία, παροχές οι οποίες αναμένεται να επεκταθούν και στο ανήλικο τέκνο της. Επισημαίνεται, ωστόσο, ότι η Αιτήτρια, δια του συνηγόρου της, παρά τις σχετικές υποδείξεις του Δικαστηρίου, παρέλειψε να προσκομίσει πιστοποιητικό γέννησης του ανηλίκου τέκνου της.
88. Σε κάθε περίπτωση, ως προς τις συνθήκες επιστροφής και του ανηλίκου, το παρόν Δικαστήριο παραπέμπει, αφενός, στην απόφασή του στην Υπόθεση αρ. 256/25, G.M.N. και W.F. ν. Δημοκρατίας, ημερ. 20.1.2025 (βλ. παρ. 36), καθώς και, αφετέρου, στην απόφαση στην απόφασή του στην υπόθεση αρ. 86/24, L.J.M.K v. Δημοκρατίας, ημερ. 5.9.2025 (παρ. 77 έως 86), από τις οποίες, κατόπιν συνεκτίμησης των σχετικών πηγών, προκύπτει ότι δεν τεκμηριώνεται ότι το ανήλικο τέκνο της Αιτήτριας θα στερηθεί ουσιωδώς βασικών συνθηκών διαβίωσης ή πρόσβασης σε θεμελιώδεις υπηρεσίες. Ειδικότερα, παρά τις διαπιστωμένες πρακτικές δυσχέρειες, υφίσταται δυνατότητα πρόσβασης στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, ενώ το σύστημα υγείας, έστω και με περιορισμούς, παρέχει βασικές υπηρεσίες περίθαλψης. Ως προς δε τις συνθήκες ασφάλειας, δεν προκύπτει ύπαρξη γενικευμένου κινδύνου ικανού να επηρεάσει δυσμενώς την καθημερινή διαβίωση του ανηλίκου. Ως εκ τούτου δεν διαπιστώνεται εν προκειμένω παράβαση της αρχής της μη επαναπροώθησης.
89. Ως εκ τούτου, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση τροποποιείται ως ανωτέρω, με 500 έξοδα εναντίον της Αιτήτριας και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση, ένεκα των ιδιαίτερων πραγματικών και νομικών δεδομένων της παρούσας υπόθεσης.
Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Ως προς τους δείκτες αξιοπιστίας (λεπτομέρεια, συνοχή, ευλογοφάνεια) Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System Judicial analysis Second edition, EUAA https://euaa.europa.eu/publications/judicial-analysis-evidence-and-credibility-context-common-european-asylum-system, σ. 120-134 και επίσης UNHCR Handbook on Procedures and Criteria for Determining Refugee Status
[2] Coalition for the Convention on the Elimination of All Kinds of Discrimination Against Women (Author), published by CEDAW – UN Committee on the Elimination of Discrimination Against Women: Alternative report on the implementation of the Convention on the Elimination of All kinds of Discrimination against Women, March 2013, σ. 17-18
https://www.ecoi.net/en/file/local/1099724/1930_1375096570_ccedef-drc55-forthesession-en.pdf
[3] World Bank: Compendium of International and National Legal Frameworks on Female Genital Mutilation, Φεβρουάριος 2021
[4] iMMAP - Information Management and Mine Action Programs (Author), published by ReliefWeb: RDC : iMMAP/DFS COVID-19 Situation Analysis (mars 2021), March 2021 https://reliefweb.int/sites/reliefweb.int/files/resources/2904_21%20RDC_COVID-19%20%20Situation%20Analysis%20Report%20-%20MARCH%202021.pdf
[5] EASO – European Asylum Support Office: 1. Sexual and gender-based violence (SGBV), including: Conflict related sexual violence, sexual and domestic violence, trafficking, traditional harmful practices 2. Legal framework (national legislation and international instruments) and implementation 3. State actors of protection 4. Social perception and non-state actors of protection [Q12], 10 July 2019, σ. 6 https://www.ecoi.net/en/file/local/2012709/2019_06_DRC_COI_Query_SGBV_Q12.pdf
[6] Βλ. DRC, Loi no 16/008 du 15 juillet 2016 modifiant et complétant la loi no 87-010 du 1er août 1987 portant Code de la famille, 15 July 2016, https://www.leganet.cd/Legislation/Code%20de%20la%20famille/Loi.15.07.2016.html
Η αγγλική μετάφραση είναι διαθέσιμη σε: Canada, IRB, Responses to Information Requests, Democratic Republic of Congo, Early or forced marriages, 1 April 2021
https://www.irb-cisr.gc.ca/en/country-information/rir/Pages/index.aspx?doc=458327&pls=1
Βλ. EUAA, ‘COI Query: Congo, Democratic Republic of: Situation of single women: 1.2 Forced marriage: legislation and practices’, 25 June 2021
https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2021_06_EASO_COI_QUERY_DRC_SINGLE_WOMEN.pdf
[7] USDOS – US Department of State (Author): 2022 Country Report on Human Rights Practices: Democratic Republic of the Congo, 20 March 2023
https://www.ecoi.net/en/document/2089109.html
[8] Ό. π.
[9] USDOS – US Department of State: 2021 Country Report on Human Rights Practices: Democratic Republic of the Congo, 12/04/2022, σ. 51 – 52
https://www.state.gov/wp-content/uploads/2022/02/313615_CONGO-DEM-REP-2021-HUMAN-RIGHTS-REPORT.pdf
Βλ. και USDOS – US Department of State: 2022 Country Report on Human Rights Practices: Democratic Republic of the Congo, σ. 41 – 42
https://www.state.gov/wp-content/uploads/2023/03/415610_CONGO-DEM-REP-2022-HUMAN-RIGHTS-REPORT.pdf
[10] UK Home Office, Country Policy and Information Note: Democratic Republic of Congo (DRC): Gender Based Violence, V.2, September 2018, σ. 8-11
https://www.refworld.org/reference/countryrep/ukho/2018/en/39582
[11] International Journal of Environmental Research and Public Health, "I Don't Know where I Have to Knock for Support": A Mixed-Methods Study on Perceptions and Experiences of Single Mothers Raising Children in the Democratic Republic of Congo, October 2021
[12] EUAA – European Union Agency for Asylum (formerly: European Asylum Support Office, EASO) (Author): Situation of women without a support network in Kinshasa [Q28-2023], 25 August 2023
[13] Canada, IRB, Democratic Republic of Congo: Ability to resettle in Kinshasa, particularly for women without male support, including access to housing, jobs and public services (2016-August 2019), 3 September 2019 https://irb.gc.ca/en/country-information/rir/Pages/index.aspx?doc=458089&pls=1
[14] RFI, En RDC, la précarité des familles monoparentales, 11 August 2024
[15] USDOS, 2023 Country Report on Human Rights Practices: Democratic Republic of the Congo, 23 April 2024, σ. 42
https://www.state.gov/wp-content/uploads/2024/02/528267_CONGO-DEM-REP-2023-HUMAN-RIGHTS-REPORT.pdf
[16] Denmark, DIS, Democratic Republic of the Congo; Socioeconomic conditions in Kinshasa, 7 October 2022, σ. 45, 48
[17] ACCORD - Austrian Centre for Country of Origin & Asylum Research and Documentation: Anfragebeantwortung zu DR Kongo: Situation alleinstehender Frauen mit Kindern, insbesondere im Hinblick auf Arbeitsmarkt, Wohnversorgung und Sozialhilfe [a-11424], 25 November 2020
[18] DIS, 'Democratic Republic of the Congo- Socioeconomic Conditions in Kinshasa' (2022), σ. 48
https://www.ecoi.net/en/file/local/2079915/notat-drc-kinshasa.pdf
[19] L’ Avenir, Suzy Kibira Omari “Se muer en association partagée pour pallier aux besoins du ménage : une solution pour les femmes sans époux.”, 23 March 2017
[20] IRB – Immigration and Refugee Board of Canada (Author): Democratic Republic of Congo: Ability to resettle in Kinshasa, particularly for women without male support, including access to housing, jobs and public services (2016-August 2019) [COD106311.FE], 3 September 2019
[21] FIDH (2019), ‘Five priorities for a State that respects human rights’, σελ.13, διαθέσιμο στο: fidh_drc_five_priorities_for_a_state_that_respects_human_rights_march2019.pdf; UNDP, ‘Human Development Indices and Indicators: 2021 Statistical Update, Briefing note for countries on the 2021 Statistical Update, Congo (Democratic Republic of the)΄, διαθέσιμο στο Gender Inequality Index | Human Development Reports (undp.org)
[22] IRB – Immigration and Refugee Board of Canada (Author): Democratic Republic of Congo: Ability to resettle in Kinshasa, particularly for women without male support, including access to housing, jobs and public services (2016-August 2019) [COD106311.FE], 3 September 2019
[23] DIS, 'Democratic Republic of the Congo- Socioeconomic Conditions in Kinshasa' (2022), σ. 17 https://www.ecoi.net/en/file/local/2079915/notat-drc-kinshasa.pdf
[24] McLean Hilker, L., Modi, A. T., ‘’Empowerment’ of adolescent girls and young women in Kinshasa: research about girls, by girls’, Gender and Development, vol. 24, no. 3, 2016, https://core.ac.uk/download/pdf/77599772.pdf,σελ. 478
[25] The World Bank, Democratic Republic of Congo Systematic Country Diagnostic, Policy Priorities for Poverty Reduction and Shared Prosperity in a Post-Conflict Country and Fragile State, March 2018, σ. 1 https://openknowledge.worldbank.org/bitstream/handle/10986/30057/DRC-SCD-FINAL-ENGLISH-06132018.pdf?sequence=1&isAllowed=y
[26] Bertelsmann Stiftung, BTI 2024 Country Report: Congo, DR, 19 March 2024, σ. 8
https://bti-project.org/fileadmin/api/content/en/downloads/reports/country_report_2024_COD.pdf
[27] Bertelsmann Stiftung, BTI 2024 Country Report: Congo, DR, 19 March 2024, σ. 16
https://bti-project.org/fileadmin/api/content/en/downloads/reports/country_report_2024_COD.pdf
[28] Bertelsmann Stiftung, BTI 2024 Country Report: Congo, DR, 19 March 2024, σ. 22-23
https://bti-project.org/fileadmin/api/content/en/downloads/reports/country_report_2024_COD.pdf
[29] DIS - Danish Immigration Service: Democratic Republic of the Congo; Socioeconomic conditions in Kinshasa, October 2022, σ. 47-48
https://www.ecoi.net/en/file/local/2079915/notat-drc-kinshasa.pdf
[30] Ό.π., σ. 14
chrome-extension://efaidnbmnnnibpcajpcglclefindmkaj/https://us.dk/media/ofggkep0/notat-drc-kinshasa.pdf
[31] EUAA COI Query Response - DRC - Situation of women without a support network in Kinshasa,
25/08/2023, σ. 6
[32] https://www.vaticannews.va/fr/eglise/news/2022-09/projet-sisters-14-religieuse-congolaise-rdc.html
[33]EUAA COI Query Response - DRC Situation of women who have children out of wedlock, including legal framework, treatment by society, and access to support services, January 2022 to 9 February 2024, 12 February 2024
[34] USDOS - US Department of State, 'DEMOCRATIC REPUBLIC OF THE CONGO 2023 INTERNATIONAL RELIGIOUS FREEDOM REPORT' (26 June 2024) σ. 3
[35] RULAC (Rule of Law in Armed Conflict), Ακαδημία Γενεύης, 'Non-international Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo'
[36] Ό. π.
[37] UNSC, S/RES/2765 (2024)
[38] RULAC (Rule of Law in Armed Conflict), Ακαδημία Γενεύης, 'Non-international Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo'
[39] Βλ. σχετικά Global Protection Cluster, https://www.globalprotectioncluster.org/sites/default/files/2024-02/points_saillants-situation_de_protection_decembre_2023_vf.pdf, Παρουσία των ανωτέρω ομάδων στην Kinshasa δε μαρτυρείται ούτε κατά την πρόσφατη επιστολή ομάδας ειδικών στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κογκό προς τον Πρόεδρο του Συμβουλίου Ασφαλείας UNSC, 'Letter dated 15 December 2023 from the Group of Experts on the Democratic Republic of the Congo addressed to the President of the Security Council' (2023)
[40] EUAA, COI Query, DRC, Security Situation in Kinshasa, (2025)
[41] Belgium, CEDOCA, COI Focus, Republique Democratique du Congo: Situation securitaire [Democratic Republic of
the Congo: Security Situation], 25 February 2025, σ. 2
[42] Ό. π.
[43] Reuters, Congo protesters storm Kinshasa embassies over conflict in east, 28 January 2025
https://www.reuters.com/world/africa/congo-protesters-attack-kinshasa-embassies-over-conflict-east-2025-01-28/ ; Euro News, Protesters attack foreign embassies in DR Congo over M23 rebel advance, 28 January 2025, https://www.amnesty.org/en/location/africa/east-africa-the-horn-and-great-lakes/democratic-republic-of-the-congo/report-democratic-republic-of-the-congo/
[44] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Democratic Republic Congo-Kinshasa, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 24.3.2026)
[45] World Population Review,
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο