ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθ. Αρ.: 654/2025
16 Μαρτίου, 2026
[Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
C.M. ARCXXX, από Κογκό και τώρα Λάρνακα
Αιτητής
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Διευθυντού Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Αίτηση για Προσαγωγή Μαρτυρίας ημερομηνίας 23/10/25
Εμφανίσεις:
Π. Μπενέτης (κος) για ΑΛ ΤΑΧΕΡ ΜΠΕΝΕΤΗΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΕΠΕ, Δικηγόροι για τον Αιτητή
Κ. Ιμανίμης (κος) για Ν. Νικολάου (κος), Δικηγόροι για Καθ΄ ων η αίτηση.
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Με την παρούσα προσφυγή ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου επιστολής ημερομηνίας 19/02/25, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, ως άκυρη, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος και/ή ζητά απόφαση του Δικαστηρίου για την παραχώρηση σε αυτόν καθεστώτος πρόσφυγα ή δικαιούχου συμπληρωματικής προστασίας και/ή ότι αν επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του θα παραβιαστεί το άρθρο 2 ή 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και/ή οποιαδήποτε άλλη θεραπεία υπό τις περιστάσεις.
H αίτηση για προσαγωγή μαρτυρίας υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του ιδίου του Αιτητή ημερομηνίας 23/10/24 (συνταγμένη στην Αγγλική Γλώσσα). Ως ισχυρίζεται o ομνύοντας με την προτεινόμενη μαρτυρία η οποία προέρχεται και πάλι από τον ίδιο τον Αιτητή (επίσης συνταγμένη στην Αγγλική Γλώσσα), επιχειρείται η προσαγωγή μαρτυρίας που αφορά Τεκμήρια 1, 2Γ, 5 (που αποτελούν κατ΄ ισχυρισμό έγγραφα/κλήση/εντάλματα ημερομηνιών 04/03/19, 26/06/19, 14/02/21 από αρχές της χώρας καταγωγής) Τεκμήρια 2Α, 2Β, 3Α (που αποτελούν κατ΄ ισχυρισμό κάρτες/ταυτότητες μέλους πολιτικής δράσης/ πολιτικών δραστηριοτήτων/ μέλους κόμματος) Τεκμήρια 2Δ, 2Ε, 3Β, 4Α, 4Β (δέσμη φωτογραφιών από σχετικές δραστηριότητες του Αιτητή) Τεκμήριο 6 επιστολή του δικηγορικού γραφείου του Αιτητή προς την Υπηρεσία Ασύλου ημερομηνίας 28/01/25. Αναφέρεται ότι σκοπός της μαρτυρίας είναι προς απόδειξη/τεκμηρίωση λόγων δίωξης στη χώρα καταγωγής του, της παραβίασης διαδικασιών κατά τη διενέργεια της συνέντευξης του και/ή τεκμηρίωση ή και απόδειξη της αξιοπιστίας των ισχυρισμών του Αιτητή και/ή εισαγωγής νέων λόγων δίωξης που συνδέονται με ισχυρισμούς που αναχώρησε από τη χώρα καταγωγής του. Επί της Αίτησης επισυνάπτεται και Ένορκη Δήλωση του Ιωάννη Γιάννη (ημερομηνίας 23/10/25) με την οποία ορκίζεται ότι είναι δικηγόρος στο γραφείο που εκπροσωπεί τον Αιτητή, ότι ομιλεί απταίστως την Αγγλική και Γαλλική Γλώσσα και μπορεί να διενεργήσει μετάφραση στην Ελληνική, ότι έχει μεταφράσει την Αγγλική Ένορκη Δήλωση και την Προτεινόμενη Αγγλική Ένορκη Δήλωση του Αιτητή στα Ελληνικά και ότι έχει μεταφράσει τα επισυναπτόμενα σε αυτές έγγραφα/κλήση/εντάλματα και κάρτες μέλους από την Γαλλική στην Ελληνική ως επισυνάπτονται.
Οι Καθ΄ ων η αίτηση φέρουν ένσταση ημερομηνίας 27/11/25 στην αίτηση για προσαγωγή μαρτυρίας και υποστηρίζουν ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των διαδικαστικών κανονισμών, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, η μαρτυρία που επιδιώκεται να προσαχθεί δεν αποδεικνύει κανένα λόγο που να δικαιολογεί την έγκριση της αίτησης, δεν είναι συναφής με τα επίδικα θέματα, δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε λόγος για την καθυστέρηση της υποβληθείσας μαρτυρίας, υποβάλλεται καθυστερημένα και/ή καταχρηστικά, ούτε αυξάνουν τις πιθανότητες χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
Προς υποστήριξη των θέσεων τους οι συνήγοροι και των δύο πλευρών αγόρευσαν προφορικά υιοθετώντας αντίστοιχα το περιεχόμενο αίτησης ή δε άλλη πλευρά το περιεχόμενο της ένστασης. Ο δικηγόρος για τον Αιτητή υποστήριξε ότι τα στοιχεία τα οποία ο Αιτητής προσπαθεί να προσαγάγει στην υπόθεση του είναι τα στοιχεία που είχε την ημέρα της συνέντευξης και δεν τον άφησαν να τα δώσει, δεν του έδωσε το δικαίωμα η λειτουργός να προχωρήσει σε οποιοδήποτε διάβημα και/ή του έκλεισαν τη συνέντευξη μέσα σε μισή ώρα. Ο συνήγορος για τους Καθ΄ ων η αίτηση σημείωσε ότι στην έκθεση ευαλωτότητας ο Αιτητής δήλωσε διώκεται από την κυβέρνηση της χώρας του για περιουσιακούς λόγους, αργότερα, όμως, ανασκεύασε τις δηλώσεις του στο έντυπο για διεθνή προστασία και ανέφερε ότι συνελήφθηκε και κατηγορήθηκε ως συνένοχος εγκληματία, ότι ήταν ενεργό μέλος και πρόεδρος νεολαίας και ότι αργότερα συνελήφθη επειδή εντάχθηκε στο αντίπαλο κόμμα. Σημειώνει, όμως, ότι στην έκθεση ευαλωτότητας δηλώνει ότι είναι για περιουσιακούς λόγους που διώκεται από την κυβέρνηση διότι ήταν γραμμένο το όνομα του στις περιουσίες του ανιψιού του και επειδή αυτός ήταν μέλος εγκληματικής οργάνωσης κατά συνέπεια διώκεται και ο Αιτητής για την περιουσία του θείου του, δήλωση που είναι σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς του ως ενεργό μέλος κόμματος – με αποτέλεσμα οι ανασκευασθέντες του αυτοί οι ισχυρισμοί να είναι αντιφατικοί και δεν θα πρέπει να γίνει αποδεκτή η σκοπούμενη προσαγωγή μαρτυρίας.
Έχω εξετάσει όσα έχουν προβληθεί και καταλήγω ως ακολούθως:
«2. Ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, και οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί (Αρ.1) Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2015, τυγχάνουν εφαρμογής τηρουμένων των αναλογιών σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας από 18.6.2019, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις/προσθήκες που αναφέρονται στη συνέχεια και κατ΄ ανάλογη εφαρμογή των δικονομικών κανόνων και πρακτικής που ακολουθούνται και εφαρμόζονται στις ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου προσφυγές εκτός αν ήθελε άλλως ορίσει το Δικαστήριο.»
Ο Κανονισμός 3 των περί τις Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 έως 2022 (3/2019) ορίζει ότι:
«3. (α) Κάθε προσφυγή καταχωρείται στο αρμόδιο Πρωτοκολλητείο με έγγραφη αίτηση, ως το Έντυπο Αρ. 1 συνοδευόμενη από την προσβαλλομένη απόφαση και τα υποστηρικτικά αυτής στοιχεία που επιδόθηκαν στον αιτητή καθώς και οποιαδήποτε νέα έγγραφα ή στοιχεία ή πρόσθετη μαρτυρία ήθελε προσκομίσει ο αιτητής.
(β) Νέα έγγραφα ή στοιχεία ή οποιαδήποτε πρόσθετη μαρτυρία που προσκομίζονται κατά την καταχώριση της προσφυγής, παρατίθενται ή επισυνάπτονται ως τεκμήρια, ανάλογα, σε ένορκη δήλωση από τον Αιτητή. Ο ενόρκως δηλών εξηγεί το λόγο για τον οποίο δεν προσκομίστηκαν τα έγγραφα ή στοιχεία ή πρόσθετη μαρτυρία κατά την εξέταση της προσβαλλόμενης πράξης καθώς και τη συνάφειά τους με τα επίδικα θέματα.»
Ο Κανονισμός 8 των περί τις Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 έως 2022 (3/2019) ορίζει ότι:
«8. Το Δικαστήριο δύναται να καθορίζει τη διαδικασία και να εκδίδει οδηγίες κατά περίπτωση αναφορικά με τη λήψη γραπτής ή προφορικής μαρτυρίας ή άλλων αποδεικτικών μέσων, όπως ήθελε κρίνει ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις.»
Επίσης, ο Κανονισμός 10 του περί τις Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμού του 2019 έως 2022 (3/2019) ορίζει ότι:
«10. (α) Μετά την καταχώρηση της προσφυγής, νέα έγγραφα και/ή στοιχεία και/ή οποιαδήποτε πρόσθετη μαρτυρία προσκομίζεται μόνον κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, μετά από προφορικό αίτημα του αιτητή, νοουμένου ότι το Δικαστήριο ικανοποιείται-
(i) ότι πρόκειται για έγγραφα ή στοιχεία ή μαρτυρία, τα οποία άνευ δικής του υπαιτιότητας, ο αιτητής αδυνατούσε να υποβάλει κατά το προηγούμενο στάδιο εξέτασης της αιτήσεως διεθνούς προστασίας ή κατά την καταχώρηση της προσφυγής του σύμφωνα με τον κανονισμό 3(β), και
(ii) είναι συναφή με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης.
(β) Πληροφορίες για την χώρα καταγωγής του αιτητή (ΠΧΚ) δύνανται να υποβληθούν σε έντυπη ή/και ηλεκτρονική μορφή, με σχετικό υπόμνημα, το οποίο επισυνάπτεται στην αγόρευση του μέρους που επιθυμεί να την υποβάλει. Στο υπόμνημα περιλαμβάνονται τα ακόλουθα στοιχεία:
(i) κατάλογος των σχετικών ΠΧΚ,
(ii) καταγραφή της πηγής τους (για διαδικτυακές πηγές υποδεικνύεται ο ιστότοπος και παρατίθεται ο σύνδεσμος της σχετικής ιστοσελίδας),
(iii) επεξήγηση της συνάφειας της υποβληθείσας μαρτυρίας με συγκεκριμένο ισχυρισμό ή/ και επίδικο ζήτημα,
(iv) υπόδειξη του συναφούς αποσπάσματος των ΠΧΚ.»
Ο δε Κανονισμός 19 των Διαδικαστικών Κανονισμών του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962 ορίζει ότι:
«Καθ΄ οιονδήποτε στάδιον της διαδικασίας το Δικαστήριον ή Δικαστής δύναται να εκδώσει τοιαύτας οδηγίας, αι οποίαι απαιτούνται προς το συμφέρον της δικαιοσύνης.».
Παρόλο που το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας, μπορεί στα πλαίσια προσφυγής να λάβει υπόψη και να προβεί σε πλήρη και ex-nunc εξέταση τόσο των πραγματικών σημείων όσο και των νομικών και να λάβει υπόψη γεγονότα/στοιχεία που δεν λήφθηκαν υπόψη από την αρμόδια αρχή στα πλαίσια της αξιολόγησης της αίτησης ασύλου εξακολουθούν να ισχύουν οι κανόνες του διοικητικού δικονομικού δικαίου όπου είναι ο Δικαστής, και όχι οι διάδικοι, που διευθύνει την έρευνα. Στην Δημοκρατία ν. Kassinos Constructions (1990) 3 Α.Α.Δ. 3835, αναφέρθηκαν από την Ολομέλεια, τα ακόλουθα:
«Ο ρυθμιστικός ρόλος του δικαστηρίου σε θέματα διαδικασίας και απόδειξης στη διοικητική δίκη είναι διάφορος και ευρύτερος από αυτόν που επιτρέπει το δικονομικό σύστημα που επικρατεί στην πολιτική δίκη. Η διαφορά εκπηγάζει από την ύπαρξη και εφαρμογή της αρχής της νομιμότητας σε συνδυασμό με τη φύση του ανακριτικού συστήματος. Σε αντίθεση με το σύστημα της αντιδικίας, που διέπει την πολιτική δίκη και που η ευθύνη για την εισαγωγή μαρτυρίας βαρύνει τους διαδίκους, στο ανακριτικό σύστημα η πρωτοβουλία ανήκει και στο δικαστή. Οι αρχές αυτές είναι διάχυτες στο διαδικαστικό κανονισμό του 1962. Στον Γ. Παπαχατζή 'Μελέται επί του Δικαίου των Διοικητικών Διαφορών' στη σελ. 36 συναντούμε την ακόλουθη εύστοχη παρατήρηση επί του θέματος:
'Ο Δικαστής, ουχί δ΄ οι διάδικοι, διευθύνει την έρευναν του πραγματικού μέρους της υποθέσεως.'».
Οι βασικοί κανόνες που διαμορφώθηκαν διαχρονικώς από τη νομολογία επί του θέματος, είναι πολύ γνωστοί και καταγράφονται στην απόφαση της Sportsman Betting Co. Limited v. Κυπριακής Δημοκρατíaς (2000) 3 Α.Α.Δ. 591, 595 στην οποία λέχθηκαν τα εξής:
«Από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου προκύπτει σαφώς η αρχή ότι προϋπόθεση για την προσαγωγή μαρτυρίας στην αναθεωρητική διαδικασία είναι η σχετικότητα της μαρτυρίας προς τα επίδικα θέματα [.] Στην αναθεωρητική του δικαιοδοσία το Ανώτατο Δικαστήριο έχει την διακριτική ευχέρεια να ελέγχει το δικαίωμα των διαδίκων να προσαγάγουν μαρτυρία σχετική με τα γεγονότα που θέλουν να αποδείξουν, με γνώμονα πάντοτε τη σχετικότητα της μαρτυρίας με τα επίδικα θέματα. Ο διάδικος που ζητά την έκδοση οδηγιών για προσαγωγή μαρτυρίας, είτε προφορικής είτε υπό μορφή ένορκης δήλωσης, οφείλει να προσδιορίσει με εύλογη λεπτομέρεια τα γεγονότα τα οποία επιδιώκει να αποδείξει και να ικανοποιήσει επίσης το Δικαστήριο ότι τα γεγονότα αυτά είναι σχετικά με τα επίδικα θέματα που εγείρονται στην προσφυγή, λαμβανομένων υπόψη των νομικών σημείων και των γεγονότων πάνω στα οποία βασίζεται η προσφυγή. Επιτρέπεται η προσκόμιση γεγονότων με μαρτυρία μόνο όταν είναι σχετικά με τα επίδικα θέματα και όταν η απόδειξη τους δυνατό να τεκμηριώσει οποιονδήποτε από τους λόγους ακύρωσης της προσβαλλόμενης διοικητικής απόφασης. (Βλέπε: Sunrise Industry Clothing Ltd., v. Δημοκρατίας, Υπόθ. Αρ. 999/91, ημερ. 24/9/92, Νικολαϊδης ν. Δημοκρατίας, Υπόθ. Αρ. 374/92, ημερ. 19/3/93, Lordos Hotels Holdings Ltd v. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Παραλιμνίου, Υποθ. αρ. 71/97, ημερ. 18/11/99).»
(ο τονισμός δικός μου)
Οι δε βασικοί κανόνες προσαγωγής μαρτυρίας που διαμορφώθηκαν από τη πάγια νομολογία συνεχίζουν να ισχύουν κατ΄ αναλογία και στις υποθέσεις που εκδικάζονται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ήτοι τη σχετικότητα της μαρτυρίας με τα επίδικα θέματα, την αποδεικτικότητα οποιουδήποτε επίδικου θέματος που μπορεί ή όχι να βοηθήσει το Δικαστήριο στην απονομή δικαιοσύνης στη συγκεκριμένη περίπτωση (Α.Ε. 49/2012, Σάββα ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 07/02/2018), την αναγκαιότητα να προσδιορίζονται από τον ενδιαφερόμενο διάδικο με ανάλογη λεπτομέρεια τα γεγονότα που επιδιώκει να προσκομίσει - με μόνη, όμως, εξαίρεση αυτής που αφορά μαρτυρία που διαφοροποιεί ή αλλοιώνει ή μεταβάλλει το περιεχόμενο των στοιχείων που λήφθηκαν υπόψη προς έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (Kyriakides v. The Republic (1961)1 R.S.C.C. 66, Skourides v. Attorney General (1967) 3 C.L.R. 518, Lambrakis v. Republic (1970) 3 C.L.R. 72, Ζαβρός ν. Δημοκρατίας (1989) 3 Α.Α.Α. 106, Κωνσταντίνου v. Συμβουλίου Υδατοπρομήθειας Λεμεσού (1992) 4 A.A.Δ. 3330, Νικολαΐδη v. Δημοκρατίας (1993) 4 A.A.Δ. 609, Θαλασσινός ν. Δημοκρατίας (2003) 3 Α.Α.Δ. 507) λόγω του εύρους των εξουσιών του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας να λαμβάνει υπόψη πραγματικά στοιχεία και/ή γεγονότα που δεν λήφθηκαν υπόψη από την αρμόδια αρχή στα πλαίσια της αξιολόγησης αρχικής αίτησης ασύλου και/ή στοιχεία που δεν εμπεριέχονται στο διοικητικό φάκελο της υπόθεσης. Αρχικά, όμως, αξιολογείται κατά πόσο τα προτεινόμενα νέα στοιχεία δεν ήτο διαθέσιμα στον αιτούντα για να υποβληθούν κατά την πρωτοβάθμια εξέταση της αίτησης του, ενώ αυτά αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης σε αυτόν του καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
Προτού, όμως, εξεταστούν οι σχετικές προϋποθέσεις για αποδοχή ή απόρριψη της αίτησης προκύπτει ζήτημα παρατυπίας τόσο σε σχέση με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση προσαγωγής μαρτυρίας όσο και σε σχέση με την προτεινόμενη ένορκη δήλωση του Αιτητή. Ως αναφέρθηκε ανωτέρω είναι συνταγμένες και οι δύο στην Αγγλική γλώσσα, ενώ από την αίτηση διεθνούς προστασίας προκύπτει ότι ο Αιτητής ομιλεί την Γαλλική/Lingala και «little English» (ερυθρό 36 διοικητικού φακέλου στο εξής «ΔΦ»), η γλώσσα επικοινωνίας στην συνέντευξη ήταν στην Lingala (ερυθρό 50 ΔΦ), η διερμηνεία επί του περιεχομένου της επιστολής γνωστοποίησης της απόφασης διενεργήθηκε επίσης στην Lingala (ερυθρό 89 ΔΦ), συνεπώς δεν αιτιολογούνται οι λόγοι που συντάχθηκαν οι ένορκες δηλώσεις του Αιτητή στην Αγγλική γλώσσα (την οποία έχει ως ο ίδιος δήλωσε και προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου περιορισμένη γνώση) γεγονός που αφήνει αμφιβολίες για το περιεχόμενο αυτής. Υπό τύπο σχολίου σημειώνεται ότι ούτε προκύπτει από πουθενά και/ή τεκμηριώνεται η γνώση του κύριου Ιωάννη Γιάννη ότι δηλαδή ομιλεί και/ή γράφει την Αγγλική και Γαλλική Γλώσσα και/ή από που αυτό το δεδομένο τεκμηριώνεται για μετάφραση των ένορκων δηλώσεων και/ή τεκμηρίων που επισυνάπτονται στην Ελληνική γλώσσα.
Επί αυτού του σημείου θα υιοθετήσω σχετική αναφορά επί του θέματος από την αδελφή κα Α. Αγρότου στην ενδιάμεση απόφαση Υποθ. Αρ. 2705/2024, V.M.T. v. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, ημερομηνίας 31/12/25 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα τα οποία εφαρμόζονται και στην παρούσα![]()
«Το θέμα της σύνταξης ένορκων δηλώσεων από άτομα που δεν ομιλούν και κατανοούν την ελληνική γλώσσα, απασχόλησε κατ’ επανάληψη τα Δικαστήρια, και αποτελεί πάγια πλέον νομολογιακή αρχή ότι η ένορκη δήλωση οποιουδήποτε προσώπου, πρέπει να γίνεται σε γλώσσα κατανοητή σ' αυτόν και αυτή να συνοδεύεται με τη μετάφραση της, καθώς επίσης και με σχετική ένορκη δήλωση του μεταφραστή, δια της οποίας να βεβαιώνει το πιστό και αληθές του περιεχομένου της. Επομένως η ενδεδειγμένη και ορθή διαδικασία σύμφωνα με το Annual Practice 1995, σελ. 683, περιλαμβάνει την κατάθεση ένορκης δήλωσης μεταφραστή.
Στην υπο εξέταση περίπτωση, έχουμε ένορκη δήλωση συνταγμένη στην ελληνική γλώσσα από πρόσωπο το οποίο από πουθενά δεν διαφαίνεται ότι γνωρίζει ελληνικά.
Το Εφετείο στην απόφασή του Ε.Κ. ν. D.K. Έφεση 10/22 ημερομηνίας 26/02/2024 αναφέρει τα ακόλουθα σχετικά, με το υπο εξέταση θέμα, στα οποία παραπέμπω:
«Είναι αυτονόητο ότι η μαρτυρία ενός μάρτυρα και, κατ' επέκταση, η ένορκη δήλωση, η οποία συνιστά μαρτυρία, θα πρέπει να δίνεται σε γλώσσα κατανοητή στον συγκεκριμένο μάρτυρα. Ως προς μαρτυρία μέσω ένορκης δήλωσης, σαφής είναι η νομολογία. Ως εξηγείται στην GANNA MAKOVETSKA-GRYNEVYCH v.SERGII GRYNEVYCH, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε57/2017, ημερομηνίας 4.10.2023:
«Είναι ορθή η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου για την Εφεσείουσα ότι, με βάση τη σχετική νομολογία, μία ένορκη δήλωση προσώπου θα πρέπει να γίνεται σε γλώσσα κατανοητή από τον ομνύοντα και αυτή να συνοδεύεται από μετάφραση στην ελληνική καθώς, επίσης, και από σχετική ένορκη δήλωση του μεταφραστή δια της οποίας να βεβαιώνεται το πιστό και αληθές της μετάφρασης. Κατά συνέπεια η ενδεδειγμένη και ορθή διαδικασία σε τέτοια περίπτωση περιλαμβάνει ουσιαστικά την κατάθεση τριών ενόρκων δηλώσεων (βλ. Annual Practice 1995, σελ. 683).
Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Saab Abbas Nazar (2003) 1 Α.Α.Δ. 772:
«Η ένορκη δήλωση συνιστά μαρτυρία και συνεπώς θα πρέπει να είναι συνταγμένη σε γλώσσα κατανοητή στον ενόρκως δηλούντα. Η ένορκη δήλωση θα έπρεπε να γίνεται στη γλώσσα του και να συνοδεύεται με μετάφρασή της, καθώς και από ένορκη δήλωση του μεταφραστή που να βεβαιώνει τη μετάφραση και να ενσωματώνει ως τεκμήριο, τόσο την πρωτότυπη ένορκη δήλωση, όσο και τη μετάφρασή της (Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 17, παραγρ. 321).»
(Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου)
Λίγο μετά την υπόθεση Nazar (ανωτέρω) ακολούθησε και η υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Μάριου Φωτίου και της Bianca Bos (2003) 1 Α.Α.Δ. 782, η οποία αφορούσε ένορκη δήλωση που συνόδευε αίτηση για άδεια για καταχώριση αίτησης για έκδοση Certiorari, η οποία είχε συνταχθεί στα ελληνικά από μέρους Ολλανδής υπηκόου η οποία δεν γνώριζε ελληνικά. Και σ' εκείνη την υπόθεση το Δικαστήριο έκρινε ότι η συγκεκριμένη ένορκη δήλωση δε συνιστούσε ένορκη δήλωση εντός της εννοίας του νόμου, επαναλαμβάνοντας τα εξής:
«Η ένορκη δήλωση θα πρέπει να γίνεται στη γλώσσα που αντιλαμβάνεται ο ενόρκως δηλών και να συνοδεύεται από μετάφρασή της στα ελληνικά από πρόσωπο το οποίο γνωρίζει τη συγκεκριμένη γλώσσα και το οποίο με δική του ένορκη δήλωση επιβεβαιώνει την ακρίβεια της μετάφρασης. Ένορκες δηλώσεις που είναι συντεταγμένες στα ελληνικά από πρόσωπα που δεν γνωρίζουν τη γλώσσα, δεν συνιστούν, κατά τη γνώμη μου, μαρτυρία και δεν θα πρέπει να λαμβάνονται υπ' όψιν (Αναφορικά με τον Saab Abbas Nazar (2003) 1 Α.Α.Δ. 772).»
Το ότι η ένορκη δήλωση πρέπει να γίνεται στη γλώσσα που αντιλαμβάνεται ο ενόρκως δηλών και να συνοδεύεται από μετάφραση της στα ελληνικά από πρόσωπο το οποίο γνωρίζει τη συγκεκριμένη γλώσσα και το οποίο με τη δική του ένορκη δήλωση επιβεβαιώνει την ακρίβεια της μετάφρασης, επαναλήφθηκε και στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Sangaralingam Κrishnakanthan (2011) 1 Α.Α.Δ. 7 .. »
Στην υπό κρίση υπόθεση, δεν τηρήθηκαν τα πιο πάνω. Ο εφεσίβλητος αναγνώρισε μη καλή αντίληψη της γλώσσας στην οποία συντάχθηκε η ένορκη δήλωση της μαρτυρίας του, μάλιστα δεν μπορούσε να καταλάβει τι αναφερόταν σε τυχαίο απόσπασμα της ένορκης του δήλωσης. Ο ίδιος, προφανώς αμυνόμενος στις σχετικές ερωτήσεις, παρέπεμψε σε συνομιλίες του, στο παρελθόν, στη ρωσική γλώσσα. Η αναφορά ότι αντιλαμβάνεται αγγλικά σε απλή μορφή δεν απαντά το ζητούμενο, το οποίο πάντοτε είναι η επιβεβαίωση ότι η ένορκη δήλωση/μαρτυρία είναι σε γλώσσα κατανοητή στον μάρτυρα, ώστε τα αναφερόμενα στη μαρτυρία αυτή να είναι προϊόν του μάρτυρα. Κι αυτό, δηλαδή η κατανόηση από τον εφεσίβλητο των όσων καταγράφονται στην ένορκη δήλωση του, με κάθε σεβασμό προς το πρωτόδικο Δικαστήριο, υπό τας περιστάσεις, δεν μπορούσε να διαπιστωθεί. Ενώ, υπήρχαν οι δικονομικοί μηχανισμοί, κατά την επανεξέταση, να διαπιστωθεί τέτοια αντίληψη, εφόσον υφίστατο».
Το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση Valentina Stoeva v. Δημοκρατίας, αρ. προσφυγής 1405/09, ημερομηνίας 10/11/09, εξετάζοντας προδικαστική ένσταση σε ενδιάμεση αίτηση, ανέφερε τα ακόλουθα:
«Η ύπαρξη του πραγματικού υποβάθρου είναι ένα άλλο βασικό προαπαιτούμενο για την προώθηση της αίτησης.
[.]
Οι θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας δεν έχουν σχετική πρόνοια για την αντίκριση περιπτώσεων αναγκαιότητας παροχής ένορκης δήλωσης σε ξένη γλώσσα. Καταφεύγουμε για το σκοπό στην αγγλική πρακτική και ιδιαίτερα στους παλιούς αγγλικούς θεσμούς στο Annual Practice 1995 σελ.683 που περιγράφει την αναγκαία διαδικασία. Αυτή περιλαμβάνει την κατάθεση ουσιαστικά τριών ενόρκων δηλώσεων. Αρχικά την ένορκη δήλωση στη γλώσσα του δηλούντα, στη συνέχεια επισύναψη μετάφρασης της ενόρκου δηλώσεως και τέλος μια ένορκη δήλωση του μεταφραστή. Η διαδικασία αυτή επιβεβαιώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ως ορθή και αναγκαία να εφαρμόζεται σε περιπτώσεις αντιμετώπισης ενόρκων δηλώσεων από άτομα που δεν γνωρίζουν την ελληνική γλώσσα, και αναφέρομαι στην υπόθεση Φωτίου κ.α. (2003)1(Β) Α.Α.Δ. 782.» (o τονισμός του παρόντος Δικαστηρίου)»
Ως αναφέρθηκε ανωτέρω όλη διαδικασία στην Υπηρεσία Ασύλου διενεργήθηκε στην Lingala και ο Αιτητής κατά την αίτηση του δήλωσε ότι γνωρίζει την Lingala/Γαλλική με πολύ περιορισμένη αυτή της Αγγλικής, συνεπώς το στοιχείο αυτό υποδεικνύει σαφώς ότι δεν θα ήτο σε θέση ο ίδιος να προβεί σε ένορκη δήλωση στην Αγγλική. Σύμφωνα με τα όσα αναλύθηκαν πιο πάνω, ένορκη δήλωση που δεν είναι συνταγμένη σε γλώσσα που γνωρίζει επαρκώς ο ομνύοντας δεν συνιστά μαρτυρία και δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη.
Για τους λόγους που αναφέρω πιο πάνω, θεωρώ ότι δεν έχει ακολουθηθεί η σωστή διαδικασία, δεν δικαιολογούνται οι λόγοι που δεν καταχωρίστηκε ένορκη δήλωση του Αιτητή στην μητρική Γαλλική γλώσσα του (λαμβάνοντας υπόψη την δυσκολία σύνταξης της στην Lingala, αλλά ταυτόχρονα την πολύ περιορισμένη γνώση του Αιτητή επί της αγγλικής) και κατά συνέπεια δεν υπάρχει οποιοδήποτε πραγματικό υπόβαθρο το οποίο θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει εκ πρώτης όψεως βάσιμο λόγο για να προχωρήσει το Δικαστήριο σε περαιτέρω εξέταση της αίτησης.
Η αίτηση απορρίπτεται, με έξοδα (όπως αυτά θα υπολογιστούν στο τέλος της διαδικασίας) εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση.
Η υπόθεση ορίζεται για Διευκρινίσεις/ Ακρόαση στις 19/05/26 και ώρα 8:30 π.μ. Η Γραπτή Αγόρευση Αιτητή (με ρήτρα απόρριψης) να καταχωριστεί μέχρι τις 09/04/26, η Γραπτή Αγόρευση των Καθ΄ ων μέχρι τις 07/05/26, τυχόν Απαντητική Αγόρευση μέχρι την 18/05/26.
Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο