ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθ. Αρ.: T364/25
16 Μαρτίου, 2026
[Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
J.C.N.
Αιτητής
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Εμφανίσεις:
Ο Αιτητής παρών.
Ε. Ζαχαρούδη (κα) παρούσα για διερμηνεία από Λιγκάλα στην Αγγλική και αντίστροφα.
M. Katchatrian (κα) παρούσα για διερμηνεία από την Αγγλική στην Ελληνική και αντίστροφα.
ΑΠΟΦΑΣΗ
Με την παρούσα προσφυγή ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, επιστολής ημερομηνίας 16/07/25 (του κοινοποιήθηκε 31/07/25) με την οποία απορρίφθηκε η μεταγενέστερη αίτηση του ως απαράδεκτη.
Με βάση τα γεγονότα, όπως αυτά προκύπτουν από το διοικητικό φάκελο, ο Αιτητής καταχώρησε πρώτη μεταγενέστερη αίτηση στις 03/04/25, ακολούθησε σημείωμα/εισήγηση του λειτουργού και απόφαση για απόρριψη της μεταγενέστερης αίτησης του ως απαράδεκτης, απόφαση που αποτελεί και το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.
Με την προσφυγή του καταγράφει ο Αιτητής ότι φοβάται για την ζωή του εάν επιστρέψει στην χώρα του, επειδή ανήκει στην φυλή Banyamulenge η οποία θεωρείται από τους συμπατριώτες του φυλή της Ρουάντα που βρίσκεται σε πόλεμο με την χώρα του (στις ανατολικές περιοχές). Μαζί με την προσφυγή του υπέβαλε και πιστοποιητικό γέννησης του παιδιού του και έκθεση του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γεννητικής που τεκμηριώνει ως αναφέρει ότι είναι παιδί του ο Corneil Kanga (ημερ.γέννησης 01/04/22) το οποίο απέκτησε με την σύντροφο του αναγνωρισμένη πρόσφυγα (Eliana Loizou Fembo). Κατά την ενώπιον μου διαδικασία, υιοθέτησε τα όσα κατέγραψε στην μεταγενέστερη του αίτηση και εστίασε στο γεγονός ότι είναι πατέρας και θα αποκτήσει και δεύτερο παιδί με την σύντροφο του η οποία ως ισχυρίστηκε έχει μετεγκατασταθεί στη Γαλλία.
Η παρούσα υπόθεση αφορά απόρριψη πρώτου μεταγενέστερου αιτήματος το οποίο εξετάστηκε από την Υπηρεσία Ασύλου στη βάση του Άρθρου 12Βτετράκις και Άρθρου 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000). Όπως ορίζεται στο σχετικό Άρθρο 16Δ του Νόμου, δεν θεωρείται οτιδήποτε το οποίο υποβλήθηκε ως νέα αίτηση αλλά ως περαιτέρω διαβήματα στα πλαίσια της αποφασισθείσας αίτησης. Αυτό το οποίο πρωτίστως αξιολογείται από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου στα πλαίσια παραδεκτού μεταγενέστερης αίτησης είναι κατά πόσο ο αιτών υπέβαλε νέα στοιχεία ή πορίσματα τα οποία δεν λήφθηκαν υπόψη κατά την έκδοση της απόφασης επί του αρχικού αιτήματος του. Σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώσει ότι ο αιτών δεν έχει προσκομίσει νέα στοιχεία ή πορίσματα, η μεταγενέστερη αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, με βάση την αρχή του δεδικασμένου, χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη. Εάν δε διαπιστωθεί ότι ο αιτών υπέβαλε νέα στοιχεία, δεν καθίσταται υποχρεωτικό για τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου να προβεί πάντα σε νέα κλήση του ενδιαφερόμενου σε συνέντευξη, καθότι θα πρέπει τα στοιχεία αυτά (α) να αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης σ΄ αυτόν του καθεστώτος διεθνούς προστασίας και (β) ο αιτών-ενδιαφερόμενος προκύπτει να αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη και/ή αρχική διαδικασία εξέτασης ασύλου.
Οι πιο πάνω πρόνοιες του Νόμου ενσωματώθηκαν στην εθνική νομοθεσία σε σύμπνοια με τις διατάξεις του Άρθρου 40 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ[1]. Η μεθοδολογία προκαταρκτικής αξιολόγησης επί των μεταγενέστερων αιτήσεων και/ή οι προϋποθέσεις για απόφαση επί του παραδεκτού μεταγενέστερης αίτησης επιβεβαιώνονται και στην απόφαση ΔΕΕ C-921/19, LH v Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid, ημερ.10/06/2021, ήτοι:
«34 Επομένως, το άρθρο 40, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας 2013/32 προβλέπει την εξέταση των μεταγενέστερων αιτήσεων σε δύο στάδια. Το πρώτο στάδιο, προκαταρκτικής φύσεως, έχει ως αντικείμενο τον έλεγχο του παραδεκτού των αιτήσεων αυτών, ενώ το δεύτερο στάδιο αφορά την επί της ουσίας εξέταση των εν λόγω αιτήσεων.
35 Το πρώτο αυτό στάδιο πραγματοποιείται επίσης σε δύο στάδια, καθένα από τα οποία οδηγεί στην εξακρίβωση των διαφορετικών προϋποθέσεων παραδεκτού που θέτουν οι ίδιες αυτές διατάξεις.
36 Επομένως, πρώτον, το άρθρο 40, παράγραφος 2, της οδηγίας 2013/32 ορίζει ότι, προκειμένου να ληφθεί απόφαση σχετικά με το παραδεκτό αίτησης για διεθνή προστασία δυνάμει του άρθρου 33, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας αυτής, η μεταγενέστερη αίτηση για διεθνή προστασία υποβάλλεται κατ’ αρχάς σε προκαταρκτική εξέταση, προκειμένου να καθοριστεί εάν προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτούντα νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του εάν ο αιτών πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για να χαρακτηρισθεί ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας δυνάμει της οδηγίας 2011/95.
37 Η εξέταση του παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης συνεχίζεται, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 40, παράγραφος 3, της οδηγίας αυτής, μόνον όταν πράγματι υφίστανται τέτοια νέα στοιχεία ή πορίσματα σε σχέση με την πρώτη αίτηση για διεθνή προστασία, προκειμένου να εξακριβωθεί αν τα νέα αυτά στοιχεία και πορίσματα αυξάνουν σημαντικά την πιθανότητα να πληροί ο αιτών τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για να του αναγνωρισθεί το καθεστώς αυτό.
38 Κατά συνέπεια, οι δύο αυτές προϋποθέσεις παραδεκτού, μολονότι πρέπει αμφότερες να πληρούνται για να συνεχιστεί η εξέταση της μεταγενέστερης αίτησης, σύμφωνα με το άρθρο 40, παράγραφος 3, της εν λόγω οδηγίας, εντούτοις είναι διακριτές και δεν πρέπει να συγχέονται.»
(ο τονισμός δικός μου)
Πρόσθετα των πιο πάνω, σημαντικότατη πρόνοια που περιλαμβάνεται στο Άρθρο 42 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ και τυγχάνει εφαρμογής στις μεταγενέστερες αιτήσεις προβλέπει ότι (α) ο αιτών έχει υποχρέωση να αναφέρει τα γεγονότα και να παρέχει αποδεικτικά στοιχεία που να δικαιολογούν τη νέα διαδικασία, και (β) επιτρέπεται η διεξαγωγή της προκαταρκτικής εξέτασης μόνο βάσει γραπτών παρατηρήσεων χωρίς να απαιτείται η εκ νέου προσωπική συνέντευξη του αιτούντα.
Ο λειτουργός που εξέτασε το μεταγενέστερο αίτημα του Αιτητή ετοίμασε σημείωμα/εισήγηση όπως η μεταγενέστερη αίτηση του κριθεί ως απαράδεκτη. Γίνεται εκτενής περιγραφή στο σχετικό σημείωμα τόσο των όσων επικαλέστηκε ο Αιτητής με το μεταγενέστερο του όσο και αναφορικά με την αρχική διαδικασία ασύλου. Συγκεκριμένα, καταγράφεται από τον εξεταστή ότι με την μεταγενέστερη του αίτηση δεν πρόβαλε νέους ισχυρισμούς αλλά επανέλαβε τους ίδιους - ήτοι ότι σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής θα δεχτεί απειλές κατά της ζωής του λόγω της καταγωγής του. Δήλωσε επίσης πως επικρατεί πολιτική αστάθεια στην πόλη του Beni, πως καταζητείται από τον στρατό ύστερα από κατηγορία εγκληματικής συνεργασίας με την οργάνωση Μ23. Κατά την υποβολή της αρχικής αίτησης του, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω του πολέμου που επικρατούσε στην περιοχή Beni όπου διέμενε, γεγονός το οποίο εκτόπισε την οικογένειά του. Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης του, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι εγκατέλειψε τη χώρα του λόγω των συνεχιζόμενων συγκρούσεων και της ανασφάλειας η οποία επικρατούσε. Δήλωσε ότι αρχικά, κατά το έτος 2016, διέφυγε του πολέμου κατευθυνόμενος προς την Ουγκάντα, ότι το 2021 επέστρεψε στη χώρα, όμως οι συγκρούσεις συνεχίστηκαν και αναγκάστηκε να φύγει από τη χώρα εκ νέου και να μετοικήσει αρχικά στην Kampala, πρωτεύουσα της Ουγκάντα, και στη συνέχεια στην Κινσάσα. Δήλωσε ότι ξεκίνησε να παίζει για μία ποδοσφαιρική ομάδα και κάποια στιγμή δέχτηκε απειλές από μέλη της συμμορίας Kuluna τα οποία έχασαν χρήματα σε στοιχήματα εξαιτίας της απόδοσης της ομάδας στην οποία έπαιζε. Ο Αιτητής δήλωσε ότι φοβήθηκε για τη ζωή του και διέφυγε από τη χώρα καταγωγής με προορισμό τη Δημοκρατία. Μετά την απορριπτική απόφαση της πρώτης αίτησης ασύλου ο Αιτητής καταχώρησε εμπρόθεσμα διοικητική προσφυγή (717/23) ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας στις 06/03/23, η οποία απορρίφθηκε λόγω του Κανονισμού 12 στις 05/03/25. Στις 03/04/25 υπέβαλε μεταγενέστερη αίτηση προβάλλοντας τους ίδιους λόγους που είχε καταγράψει στην αρχική του αίτηση, η οποία συνεπακόλουθα κρίθηκε απαράδεκτη με έκδοση απόφασης επιστροφής. Ο Αιτητής με την μεταγενέστερη αίτησή του κατέθεσε πλήθος εγγράφων (ερυθρά 150-134 του διοικητικού φακέλου ΔΦ) τα οποία όμως κρίθηκε από τον λειτουργό ότι δεν αποτελούν νέα στοιχεία, δεν αυξάνουν τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας και δεν μεταβάλλουν ουσιωδώς τα πραγματικά δεδομένα που αξιολογήθηκαν στο αρχικό αίτημα. Επί αυτού του σημείου, όπως προκύπτει από την έκθεση τα έγγραφα εξετάστηκαν δεόντως από την αρμόδια αρχή προτού καταλήξει στην απορριπτική απόφαση της και ορθά σημειώνει ο λειτουργός στην έκθεση του ότι τα έγγραφα έχουν υποστηρικτικό χαρακτήρα. Ειδικότερα όπως προκύπτει από την έκθεση:
«Αναφορικά με τον ισχυρισμό του πως καταζητείτο από τις αστυνομικές αρχές, ύστερα από κατηγορία του εγκληματικής συνεργασίας με Μ23, ο αλλοδαπός προσκόμισε ένα αντίγραφο ένταλμα σύλληψης του. Ως προς το παραπάνω, παρατηρούνται τα εξής:
-Το έγγραφο δεν φέρει αυθεντική σφραγίδα με ανάγλυφο, επίσημο αριθμό μητρώου που να διασφαλίζουν τη διοικητική του προέλευση και εγκυρότητα.
- Δεν συνοδεύεται από καμία επίσημη βεβαίωση επικύρωσης ούτε προκύπτει εάν έχει εκδοθεί μέσω διαύλων διεθνούς δικαστικής συνδρομής ή Interpol.
-Το έγγραφο φέρει ημερομηνία 17/01/2025, δηλαδή μεταγενέστερη της αρχικής αίτησης του αιτητή, κάτι που γεννά ερωτήματα κατά πόσο πρόκειται για πραγματική εν εξελίξει δίωξη ή για έγγραφο κατασκευασμένο εκ των υστέρων με σκοπό την ενίσχυση μιας ήδη απορριφθείσας αίτησης.
-Δεν υπάρχει καμία αναφορά στο εν λόγω πρόσωπο ή τη συγκεκριμένη υπόθεση σε προγενέστερα στάδια της διαδικασίας, κάτι που πλήττει σοβαρά τη συνέπεια και αξιοπιστία των ισχυρισμών του αιτητή.
-Οι κατηγορίες περί «συμμετοχής σε εγκληματική ομάδα» ή «στρατολόγησης μέσω ποδοσφαίρου» εμφανίζονται γενικές και αόριστες, χωρίς να περιέχουν κανένα συγκεκριμένο ποινικό στοιχείο, ημερομηνία πράξης, αριθμό δικογραφίας ή εμπλεκόμενα πρόσωπα.
Το έγγραφο δεν συνδέεται τεκμηριωμένα με την προσωπική ιστορία του αιτητή, καθώς απουσιάζει κάθε προηγούμενη αναφορά στη φερόμενη υπόθεση.
Αναφορικά με το προσκομισθέν πιστοποιητικό γέννησης του ισχυριζόμενου τέκνου του αλλοδαπού, που εκδόθηκε από τον Έπαρχο Λευκωσίας στις 07/06/2022, (Π.Β. ερ. 147), αφορά τέκνο με όνομα ΚΟΡΝΕΪΛ ΚΑΓΚΑ (Cornel Kanga), γεννημένο την 01/04/2022 στον Στρόβολο, Λευκωσία.
Ο αιτητής φέρεται να προσκομίζει το έγγραφο ως απόδειξη της πατρικής του ιδιότητας στην Κυπριακή Δημοκρατία. Ωστόσο, το περιεχόμενο του εγγράφου δεν επιβεβαιώνει επαρκώς τον ισχυρισμό του για τους ακόλουθους λόγους:
-Το πεδίο “Όνομα Πατέρα” και “Επώνυμο Πατέρα” είναι κενό (ΑΡΡΕΝ). Το γεγονός αυτό είναι σαφής ένδειξη ότι ο πατέρας δεν είχε αναγνωριστεί επισήμως κατά την έκδοση του πιστοποιητικού ή δεν δηλώθηκε ως νόμιμος πατέρας κατά την καταχώρηση του παιδιού. Συνεπώς, δεν προκύπτει από το έγγραφο οποιαδήποτε διοικητική ή νομική αναγνώριση του αιτητή ως πατέρα του τέκνου.»
Σε σχέση με την έννοια «νέων στοιχείων και πορισμάτων» όπως τονίστηκε στην απόφαση ΔΕΕ C 18/20, XY ν Bundesamt für Fremdenwesen und Asyl ημερ.09/09/21:
«η έννοια 'νέα στοιχεία ή πορίσματα', τα οποία 'έχουν προκύψει ή υποβληθεί από τον αιτούντα', κατά τη διάταξη αυτή, περιλαμβάνει τα στοιχεία ή τα πορίσματα που προέκυψαν μετά την οριστική περάτωση της διαδικασίας που είχε ως αντικείμενο προγενέστερη αίτηση διεθνούς προστασίας, καθώς και τα στοιχεία ή τα πορίσματα τα οποία υφίσταντο μεν ήδη πριν από την περάτωση της διαδικασίας, αλλά δεν προβλήθηκαν από τον αιτούντα»
Παρόλο που τα ευρήματα του λειτουργού-εξεταστή είναι ορθά στο σύνολο τους, το Δικαστήριο έχει διαπιστώσει και τα εξής ευρήματα όσον αφορά το αίτημα του Αιτητή[2]. Όπως προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης (και σε πλήρη σύμπνοια μέρους των ευρημάτων του λειτουργού) το αρχικό αίτημα του Αιτητή χρονολογείται από το 2022, είχε διενεργηθεί ενδελεχής συνέντευξη κατά την αρχική διαδικασία όπου το αίτημα του απορρίφθηκε κατά το έτος 2023. Στην καταγραφή του αιτήματος του καταγράφει μόνο ότι έφυγε λόγω πολέμου (χωρίς αναφορές για προσωπική δίωξη), οι ισχυρισμοί του που ανέφερε για προσωπική δίωξη ηγέρθησαν κατά την συνέντευξη και απορρίφθηκαν λόγω εσωτερικής αναξιοπιστίας, η προσφυγή του Αιτητή επί της πρώτης απορριπτικής απόφασης απορρίφθηκε στις 05/03/25 και ένα μήνα μετά (03/04/25) καταχωρίστηκε η μεταγενέστερη του αίτηση όπου επανέλαβε τους ισχυρισμούς του (συμπεριφορά που δεικνύει κατάχρηση της διαδικασίας ασύλου). Είχε δε την ευκαιρία ο Αιτητής μέσω της προσφυγής του 717/23 να προσκομίσει επιπλέον έγγραφα/υποστηρικτικά στοιχεία αλλά δεν το έπραξε μέχρι και την 05/03/25, όπου απορρίφθηκε από το Δικαστήριο, αναφορικά δε με τα έγγραφα τα οποία προσκομίστηκαν αποτελούν υποστηρικτικά στοιχεία του αιτήματος του αφού η εσωτερική αξιοπιστία του κρίνεται κατ’ ουσία από τις δηλώσεις του ιδίου. Σε σχέση τώρα με το σημείο που έδωσε περισσότερη βαρύτητα ο Αιτητής ότι απόκτησε τέκνο με αναγνωρισμένη πρόσφυγα, καταρχάς δεν αμφισβητείται κατά πόσο ο Αιτητής είναι πατέρας του ΚΟΡΝΕΪΛ ΚΑΓΚΑ (Cornel Kanga), γεννημένο την 01/04/22 στον Στρόβολο, Λευκωσία (ως τα σχετικά πιστοποιητικά/βεβαιώσεις που υποβλήθηκαν κατά την δικαστική διαδικασία). Αυτό, όμως, που αμφισβητείται είναι οι λόγοι που αποκάλυψε αυτό το γεγονός 3 έτη μετά και/ή μετά την αναγνώριση της συζύγου του ως πρόσφυγα και/ή μετεγκατάσταση της στη Γαλλία (ως οι αναφορές του ιδίου). Από την αίτηση διεθνούς προστασίας ημερομηνίας 07/12/22, το πρακτικό της συνέντευξης διεθνούς προστασίας ημερομηνίας 10/01/23, το έντυπο της προσφυγής του στο Δικαστήριο ημερομηνίας καταχώρησης 06/03/23 και την διαδικασία στο Δικαστήριο στα πλαίσια της 717/23 - δεν προκύπτουν μέλη οικογενείας αυτού ενώ το τέκνο του αποκτήθηκε την 01/04/22. Συνεπώς, υπάρχει υπαιτιότητα του ιδίου που δεν αποκάλυψε αυτό το γεγονός έστω σε ένα από τα πιο πάνω στάδια εξέτασης της αίτησης διεθνούς προστασίας, εξάλλου, ούτε αυτό το δεδομένο αυξάνει τις πιθανότητες χορήγησης σε αυτόν προσωπικά καθεστώς διεθνούς προστασίας.
Ως εκ των ανωτέρω κρίνεται ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης του Αιτητή και ορθώς η επίδικη μεταγενέστερη αίτηση έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Συνεπώς, δεν ήτο αναγκαία η κλήση του Αιτητή σε συνέντευξη διότι δεν προσκομίστηκαν στην ουσία οποιαδήποτε στοιχεία που να δικαιολογούν το παραδεκτό της μεταγενέστερης αίτησής του και επανάληψη της εξέτασης επί της ουσίας του αιτήματός του. Σχετική επί αυτού του σημείου είναι και η απόφαση ΔΕΕ C-651/19, JP v Commissaire général aux réfugiés et aux apatrides, ημερ.02/09/20, στην οποία αποφασίστηκαν, μεταξύ άλλων, και στην έκταση που μας ενδιαφέρει τα εξής:
«58. Στο πλαίσιο αυτό επισημαίνεται, πρώτον, αφενός, ότι πριν από κάθε μεταγενέστερη αίτηση διεθνούς προστασίας προηγείται μια πρώτη αίτηση η οποία έχει οριστικώς απορριφθεί, στο πλαίσιο της οποίας η αρμόδια αρχή διενήργησε εξαντλητική εξέταση προκειμένου να διαπιστώσει αν ο αιτών πληρούσε τις προϋποθέσεις για την παροχή διεθνούς προστασίας. Αφετέρου, πριν καταστεί απρόσβλητη η απορριπτική απόφαση, ο αιτών έχει δικαίωμα άσκησης προσφυγής κατά της απόφασης αυτής.
59. Σημειώνεται συναφώς ότι, όπως προκύπτει από το άρθρο 40 της οδηγίας 2013/32, η μεταγενέστερη αίτηση διεθνούς προστασίας αποσκοπεί στην υποβολή, από τον ενδιαφερόμενο αιτούντα, νέων στοιχείων ή πορισμάτων σε σχέση με εκείνα που εξετάστηκαν στο πλαίσιο της προηγούμενης αίτησης, τα οποία αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χαρακτηρισμού του αιτούντος ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας. Όταν η προκαταρκτική εξέταση στην οποία υποβάλλεται μια τέτοια αίτηση καταλήγει στο συμπέρασμα ότι προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτούντα τέτοια νέα στοιχεία ή πορίσματα, τότε η αίτηση εξετάζεται περαιτέρω σύμφωνα με τις διατάξεις του κεφαλαίου II της οδηγίας αυτής. Αντιθέτως, όταν από την προκαταρκτική εξέταση δεν προκύπτουν τέτοια στοιχεία ή πορίσματα, η εν λόγω αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 33, παράγραφος 2 στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2013/32.
60. Επομένως, το δικαστήριο που επιλαμβάνεται προσφυγής κατά απόφασης με την οποία απορρίπτεται ως απαράδεκτη μεταγενέστερη αίτηση διεθνούς προστασίας πρέπει να ελέγξει μόνον κατά πόσον, αντιθέτως προς ό,τι αποφάσισε η αρμόδια αρχή, από την προκαταρκτική εξέταση της αίτησης αυτής προέκυψαν νέα στοιχεία ή πορίσματα, κατά τα διαλαμβανόμενα στην προηγούμενη σκέψη. Εξ αυτού συνάγεται ότι, στο δικόγραφο της προσφυγής του ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, ο αιτών πρέπει, κατ' ουσίαν, απλώς να αποδείξει ότι βασίμως θεώρησε ότι υφίστανται νέα στοιχεία ή πορίσματα σε σχέση με εκείνα που εξετάστηκαν στο πλαίσιο της προηγούμενης αιτήσεώς του.»
(ο τονισμός δικός μου)
Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η παρούσα προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται, η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται. Επιδικάζονται €800 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση.
Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας (αναδιατύπωση).
[2] Βλέπε C-585/16, Serin Alheto κατά Zamestnik-predsedatel na Darzhavna agentsia za bezhantsite §115) «[.] η πλήρης και ex nunc εξέταση εκ μέρους του δικαστή δεν απαιτείται κατ' ανάγκη να αφορά την επί της ουσίας εξέταση των αναγκών διεθνούς προστασίας και ότι μπορεί, συνεπώς, να αφορά το παραδεκτό της αίτησης διεθνούς προστασίας, εφόσον το εθνικό δίκαιο επιτρέπει κάτι τέτοιο κατ' εφαρμογήν του άρθρου 33, παράγραφος 2, της οδηγίας 2013/32» και Άρθρο 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2023 (Ν.73(Ι)/2018).
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο