ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση αρ.Τ447/25
17 Μαρτίου 2026
[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
D. H. B.
Αιτητής
Και
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ’ ων η αίτηση
Αιτητής εμφανίζεται αυτοπροσώπως
Κος Ρ. Ευαγγέλου – μεταφραστής για πιστή μετάφραση από Ελληνικά σε Γαλλικά και αντίστροφα
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Με την προσφυγή ο αιτητής, αιτείται επανεξέταση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, ημ.04/09/25, η οποία κοινοποιήθηκε σ’ αυτόν στις 17/09/25, δια της οποίας απορρίφθηκε η μεταγενέστερη αίτηση διεθνούς προστασίας που υπέβαλε.
Ως εκτίθεται στο Υπόμνημα που καταχωρήθηκε από τους καθ’ ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του Διοικητικού Φάκελου (ΔΦ), ο αιτητής κατάγεται από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (ΛΔΚ), εισήλθε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές μέσω κατεχομένων στις 17/12/23 και υπέβαλε την 1η αίτηση διεθνούς προστασίας στις 27/12/23 (ερ.1-3, 35).
Στις 12/01/24 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη με τον αιτητή από την Υπηρεσία Ασύλου προς εξέταση του αιτήματός για διεθνή προστασία όπου δόθηκε η ευκαιρία στον αιτητή, μέσα από σχετικές ερωτήσεις, μεταξύ άλλων, να εκθέσει τους λόγους στους οποίους στηρίζει το αίτημα του (ερ.24-35). Μετά το πέρας της συνέντευξης, ετοιμάστηκε σχετική Έκθεση-Εισήγηση και στις 15/01/24 η αίτηση απορρίφθηκε (ερ.63-75).
Ακολούθως ετοιμάστηκε σχετική επιστολή ενημέρωσης του αιτητή για την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία του δόθηκε δια χειρός στις 26/01/24 (ερ.76, 3).
Κατά της ως άνω απόφασης της Υπηρεσίας ο αιτητής καταχώρισε στο Δικαστήριο την προσφυγή αρ.620/24, που απορρίφθηκε στις 14/05/24 λόγω μη προώθησης (ερ.95-116).
Στις 05/11/24 ο αιτητής υπέβαλε την επίδικη μεταγενέστερη αίτηση διεθνούς προστασίας η οποία και απορρίφθηκε στις 08/09/25 ως απαράδεκτη, βάσει του αρ.16 (Δ) του Νόμου (ερ.121-127 και 132-136). Ακολούθως ετοιμάστηκε επιστολή ενημέρωσης του αιτητή για την απόφαση της Υπηρεσίας, η οποία του δόθηκε δια χειρός και του μεταφράστηκε στη μητρική του γλώσσα στις 17/09/25 (ερ.115).
Επί της 1ης αιτήσεως ασύλου που υπέβαλε ο αιτητής καταγράφει ότι έφυγε από τη χώρα καταγωγής λόγω του ότι «η ζωή [του] βρισκόταν σε κίνδυνο», καθώς, ως αναφέρει, θα έπρεπε να αντικαταστήσει τον πατέρα του ως «εθνοτικός αρχηγός» (ethnic chief) και στις 20/06/20 απήχθη, χωρίς να γνωρίζει τον λόγο ή ποιος τον απήγαγε.
Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης στα πλαίσια της 1ης αιτήσεως ο αιτητής ανέφερε ότι γεννήθηκε και διέμενε όλη του τη ζωή στην Κινσάσα, ο πατέρας του απεβίωσε το 2017, έχει τρεις ετεροθαλείς αδελφές, οι οποίες διαμένουν στην Κινσάσα, η μητέρα του διαμένει στο Brazzaville, ο ίδιος έχει τελειώσει το Λύκειο, έκανε 6μηνη εκπαίδευση τεχνολογίας και εργαζόταν σε μικρές δουλειές (καθαριστής αυτοκινήτων, μπογιάτισμα).
Αναφορικά με τους λόγους που έφυγε από τη χώρα καταγωγής ο αιτητής ανέφερε ότι δεν ένιωθε ασφαλής, καθώς, ως ανέφερε, η απειλή ήταν «πνευματική αλλά μετατράπηκε σε φυσική». Ο πατέρας του, ως εξήγησε, ήταν αρχηγός της οικογένειας και την προστάτευε πνευματικά και σωματικά και όταν αυτός απεβίωσε ο γιός του (ο αιτητής) έπρεπε να τον αντικαταστήσει, όμως ο αιτητής αρνήθηκε, καθότι αυτό ήταν ενάντια στη θρησκεία του και τότε άρχισαν τα προβλήματα του. Ερωτώμενος για τα καθήκοντα του πατέρα του ανέφερε ότι συμβούλευε και αποφάσιζε για τα προβλήματα της οικογένειας και εξασκούσε μαγεία και ήταν καλός άνθρωπος. Ερωτώμενος πότε τον προσέγγισαν πρώτη φορά για να τον αντικαταστήσει ο αιτητής ανέφερε ότι ήταν στις 05/03/19 και σε επόμενη ερώτηση γιατί, με δεδομένο ότι ο πατέρας του, σύμφωνα με τα λεγόμενα του αιτητή, απεβίωσε στις 08/03/17, άργησαν τόσο να τον αναζητήσουν, ανέφερε ότι τότε ήταν σε ηλικία που μπορούσε να τον αντικαταστήσει. Τότε ο αιτητής είπε ότι θα το σκεφτεί αλλά του είπαν ότι πρέπει να γίνει. Στις 20/06/20, ως ανέφερε, τον απήγαγαν αλλά τον ελευθέρωσαν την ίδια μέρα και στις 11/09/19 τους είπε η αστυνομία να φύγουν από το σπίτι τους. Ερωτώμενος για το περιστατικό της απαγωγής ο αιτητής ανέφερε ότι στις 20/06/20 ένα άγνωστο αμάξι τον ρώτησε οδηγίες για ένα ξενοδοχείο, τον άρπαξαν και ξύπνησε δεμένος σε ένα μικρό σπίτι και τον χτυπούσαν και μετά τον πήραν με το αυτοκίνητο, του έκοψαν τα δεσμά και τον άφησαν. Ερωτώμενος γιατί τον άφησαν τελικά, πως τον εντόπισε ο θείος του, γιατί συνέχισε να ζει και να δουλεύει στο ίδιο μέρος και αν γνωρίζει τι απέγινε, το κατάστημα του πατέρα του, δεδομένου ότι δεν θέλει ο ίδιος να πάρει, δεν ήταν σε θέση να απαντήσει.
Ερωτώμενος αν θα μπορούσε να ζήσει με ασφάλεια σε άλλο μέρος τις ΛΔΚ ο αιτητής ανέφερε πως όχι, καθώς, ως εξήγησε, θα ήταν ασφαλής σωματικά αλλά όχι πνευματικά.
Όλοι οι ως άνω ισχυρισμοί του αιτητή εξετάστηκαν ενδελεχώς από τους καθ’ ων η αίτηση και απορρίφθηκαν ως στερούμενοι εσωτερικής και εξωτερικής συνοχής πλην του προφίλ του αιτητή. Κατόπιν αξιολόγησης κινδύνου, στη βάση των προσωπικών περιστάσεων του αιτητή, αλλά και της γενικής κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής του (Κινσάσα), οι καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι δεν υφίσταται κίνδυνος δίωξης ή και σοβαρής βλάβης και η 1η αίτηση διεθνούς προστασίας απορρίφθηκε και εκδόθηκε κατά του αιτητή απόφαση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.
Στα πλαίσια της επίδικης μεταγενέστερης αίτησης ο αιτητής κατάγραψε ότι «έφυγε από τη χώρα (σ.σ. ΛΔΚ) λόγω του ότι δεν [ήταν] ασφαλής εκεί, η ελευθερία [του] μειώθηκε στο μηδέν και [αναγκάστηκε] να [ζει] μια ζωή άλλη απ’ αυτήν που [ήθελε]». Στο σημείο 8 της επίδικης αιτήσεως αναφέρει ότι ο λόγος που υπέβαλε την εν λόγω αίτηση ήταν γιατί έχει στην του κατοχή φωτογραφίες, τις οποίες, ως αναφέρει στο σημείο 10 της αιτήσεως, τις έλαβε τον Φεβρουάριο 2024 από την μητέρα του, μέσω εφαρμογής μηνυμάτων και δεν τις είχε προσκομίσει προηγουμένως λόγω του ότι δεν τον είχαν ενημερώσει ότι μπορεί να το πράξει.
Οι καθ’ ων η αίτηση, κατά την εξέταση της επίδικης αίτησης, σημείωσαν ότι όσα αναφέρει ο αιτητής περί κινδύνου κατά της ζωής του δεν αποτελούν νέα στοιχεία, αφού τα ίδια είχε αναφέρει στα πλαίσια της 1ης αιτήσεως του, τα όσα δε καταγράφει περί φωτογραφιών που είχε στην κατοχή του, πέραν του ότι τελικά δεν τα προσκόμισε στα πλαίσια της εδώ επίδικης μεταγενέστερης αίτησης, δεν τα είχε αναφέρει στα πλαίσια της 1ης αιτήσεως που υπέβαλε, παρότι του επισημάνθηκε ότι μπορεί – αν επιθυμεί – να προσκομίσει έγγραφα προς υποστήριξη της αίτησης του (ερ.25) και απάντησε αρνητικά, η δε προσφυγή που είχε καταχωρίσει στο Δικαστήριο δεν προωθήθηκε, εκ των οποίων καταδεικνύεται ότι η μη προηγούμενη προσκόμιση των στοιχείων ανάγεται σε υπαιτιότητα του ιδίου.
Συνέπεια των ανωτέρω οι καθ’ ων η αίτηση απέρριψαν την επίδικη μεταγενέστερη αίτηση ως απαράδεκτη.
Κατά την ακρόαση της παρούσης ο αιτητής ανέφερε ότι κατά τη συνέντευξη δεν είχε μαζί του το τηλέφωνο του, το έχει μαζί του τώρα και ότι είναι ζήτημα ζωής και θανάτου.
Προχωρώ σε εξέταση των ενώπιον μου στοιχείων.
Σημειώνεται ότι, στα πλαίσια μεταγενέστερης αίτησης, αυτό που ερευνάται είναι το κατά πόσο «[…] υποβλήθηκαν από τον αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα τα οποία ο Προϊστάμενος δεν έλαβε υπόψη κατά την έκδοση της εκδοθείσας απόφασής του […]» [αρ.16Δ (3) (α) του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 (6(I)/2000)] και, εφόσον διαπιστωθεί τούτο, προχωρά σε εξέταση του κατά πόσο «[τ]α εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον/στην αιτητής διεθνούς προστασίας […]» [αρ.16Δ (3) (β) (i)] και του κατά πόσο «ικανοποιείται πως ο αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία» [αρ.16Δ (3) (β) (i)], [βλ. και αρ.40 (2),(3) και (4) Οδηγία 2013/32/ΕΕ].
Συνεπώς ο σκοπός της προκαταρτικής εξέτασης, η οποία κατέληξε στην προσβαλλόμενη δια της παρούσης απόφαση, είναι ο έλεγχος του κατά πόσο πληρούνται οι ως άνω εκ της νομοθεσίας τιθέμενες προϋποθέσεις, οι οποίες θα δικαιολογούσαν περαιτέρω εξέταση της μεταγενέστερης αίτησης και όχι επί της ουσίας έρευνα, ωσάν να επρόκειτο για πρώτη αίτηση ασύλου.
Στην απόφαση του ΔΕΕ στην C-921/19, LH, ημ.10/06/21 λέχθηκαν τα εξής:
«34. Επομένως, το άρθρο 40, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας 2013/32 προβλέπει την εξέταση των μεταγενέστερων αιτήσεων σε δύο στάδια. Το πρώτο στάδιο, προκαταρκτικής φύσεως, έχει ως αντικείμενο τον έλεγχο του παραδεκτού των αιτήσεων αυτών, ενώ το δεύτερο στάδιο αφορά την επί της ουσίας εξέταση των εν λόγω αιτήσεων.
35. Το πρώτο αυτό στάδιο πραγματοποιείται επίσης σε δύο στάδια, καθένα από τα οποία οδηγεί στην εξακρίβωση των διαφορετικών προϋποθέσεων παραδεκτού που θέτουν οι ίδιες αυτές διατάξεις.
36. Επομένως, πρώτον, το άρθρο 40, παράγραφος 2, της οδηγίας 2013/32 ορίζει ότι, προκειμένου να ληφθεί απόφαση σχετικά με το παραδεκτό αίτησης για διεθνή προστασία δυνάμει του άρθρου 33, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας αυτής, η μεταγενέστερη αίτηση για διεθνή προστασία υποβάλλεται κατ' αρχάς σε προκαταρκτική εξέταση, προκειμένου να καθοριστεί εάν προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτούντα νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του εάν ο αιτών πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για να χαρακτηρισθεί ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας δυνάμει της οδηγίας 2011/95.
37. Η εξέταση του παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης συνεχίζεται, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 40, παράγραφος 3, της οδηγίας αυτής, μόνον όταν πράγματι υφίστανται τέτοια νέα στοιχεία ή πορίσματα σε σχέση με την πρώτη αίτηση για διεθνή προστασία, προκειμένου να εξακριβωθεί αν τα νέα αυτά στοιχεία και πορίσματα αυξάνουν σημαντικά την πιθανότητα να πληροί ο αιτών τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για να του αναγνωρισθεί το καθεστώς αυτό.»
Στο αρ.16Δ (2) & (3) (α) αναφέρεται ρητώς ότι «[ο] Προϊστάμενος λαμβάνει υπόψη όλα τα στοιχεία των προαναφερόμενων περαιτέρω διαβημάτων χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη» και, περαιτέρω, ότι, «[…] σε περίπτωση που […] ο αιτητής δεν έχει προσκομίσει νέα στοιχεία ή πορίσματα, η μεταγενέστερη αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, με βάση την αρχή του δεδικασμένου, χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη.».
Σημειώνεται ότι η Δημοκρατία – ως είχε δικαίωμα στη βάση του αρ.40 (4) της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ («[τα] κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι η αίτηση εξετάζεται περαιτέρω μόνο εάν ο συγκεκριμένος αιτών, χωρίς υπαιτιότητά του, δεν μπόρεσε να επικαλεσθεί τα στοιχεία που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3 του παρόντος άρθρου κατά την προηγούμενη διαδικασία») – συμπεριέλαβε στην οικεία νομοθεσία την πρόνοια του αρ.16Δ (3) (β) (ii), βάσει της οποίας, προκειμένου μεταγενέστερη αίτηση να θεωρηθεί παραδεκτή και να εξεταστεί επί της ουσίας, θα πρέπει να «ικανοποιείται πως ο αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος».
Ενόψει των ως άνω παρατηρώ τα εξής.
Τα όσα καταγράφονται στο σημείο 10 του ερ.125 δεν αιτιολογούν την καθυστέρηση στην προσκόμιση των εγγράφων (τα οποία, πρέπει να σημειωθεί, δεν προσκομίστηκαν τελικά ούτε στα πλαίσια της επίδικης μεταγενέστερης αίτησης), αφού, αφενός, ως και οι καθ’ ων η αίτηση αναφέρουν, ο αιτητής είχε ερωτηθεί στα πλαίσια της 1ης αίτησης του (βλ. ερ.25) αν έχει έγγραφα που επιθυμεί να προσκομίσει και απάντησε αρνητικά, σύμφωνα δε με τους ισχυρισμούς του ιδίου (ερ.125), τα έγγραφα τα είχε στην κατοχή του ήδη από όταν καταχώρισε στο Δικαστήριο στην προσφυγή αρ.620/24 (ερ.95 – η καταχώρηση έγινε στις 21/02/24), χωρίς τελικώς να πράξει τα δέοντα προκειμένου να προωθήσει την εν λόγω προσφυγή και να προσκομίσει στο Δικαστήριο, ως θα μπορούσε, τα εν λόγω στοιχεία ή έγγραφα και, περαιτέρω, ουδέν έπραξε μέχρι που υπέβαλε την επίδικη μεταγενέστερη αίτηση στις 05/11/24, 9 μήνες αφότου – σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ιδίου – έλαβε τα έγγραφα που επιθυμεί να προσκομίσει και 6 μήνες αφότου η προσφυγή αρ.620/24 απορρίφθηκε από το Δικαστήριο. Συνεπώς δεν μπορεί εδώ να αμφισβητηθεί ότι του είχε δοθεί δεόντως η δυνατότητα «να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος».
Από τα ενώπιον μου στοιχειά, ως ανωτέρω αναφέρονται, θα συμφωνήσω με τα ευρήματα και την επί της επίδικης μεταγενέστερης αιτήσεως κατάληξη των καθ’ ων η αίτηση, ως αυτή καταγράφεται στην επίδικη έκθεση, επί των οποίων ουδέν χρειάζεται να προστεθεί.
Εν προκειμένω, δεδομένης της καταγραφής των ίδιων ισχυρισμών, ως καταγράφηκαν και εξετάστηκαν στα πλαίσια της 1ης αίτησης ασύλου (η δε προσφυγή που είχε καταχωρήσει κατά της απόφασης επί της 1ης αιτήσεως ασύλου δεν προωθήθηκε και απορρίφθηκε), τα δε έγγραφα που, ως καταγράφει, επιθυμούσε να προσκομίσει δεν τα προσκόμισε εν τέλει, ούτε καν στα πλαίσια της επίδικης αίτησης, ουδεμία άλλη κατάληξη ή τύχη θα μπορούσε να έχει η επίδικη.
Έπεται ότι τα ευρήματα των καθ’ ων η αίτηση επί της επίδικης αιτήσεως είναι επαρκώς τεκμηριωμένα, προϊόντα επαρκούς έρευνας του συνόλου των υποβληθέντων στοιχείων, υπαγωγής τους στο νομικό πλαίσιο και είναι πλήρως αιτιολογημένη η επίδικη απόφαση.
Καταλήγω λοιπόν ότι ορθώς απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η επίδικη αίτηση.
Για σκοπούς πληρότητας κρίνω σκόπιμο να προβώ σε μια αποτίμηση της κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής του αιτητή σε επικαιροποιημένη βάση (Κινσάσα, ΛΔΚ).
Σύμφωνα με την βάση δεδομένων ACLED, κατά το τελευταίο έτος (τελευταία ενημέρωση την 01/11/25) στην επαρχία της Κινσάσα, όπου βρίσκεται και η ομώνυμη πρωτεύουσα, καταγράφηκαν 42 περιστατικά πολιτικής βίας (“Political violence”, που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις - απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 54 θάνατοι. [1] Ο πληθυσμός της επαρχίας της Κινσάσα ανέρχεται περί τα 17 εκατομμύρια. [2]
Είναι κατάληξη μου, αποτιμώντας τις ως άνω πληροφορίες, ότι δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στην περιοχή όπου διέμενε, και στην οποία εύλογα αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας του στην περιοχή. Δεν μπορώ δε να εντοπίσω ιδιαίτερες περιστάσεις που επιτείνουν τον κίνδυνο ειδικώς για τον αιτητή σε σύγκρισή με τον γενικό πληθυσμό της περιοχής, στη βάση της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας»[3] (βλ. και απόφαση ΔΕΕ, ημ.10/06/21, C-901/19, CF and DN).
Τα ως άνω σφραγίζουν και την τύχη της προσφυγής, καθώς ουδέν ετέθη ενώπιον μου που θα μπορούσε να διαφοροποιήσει την ως άνω κατάληξη.
Η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με έξοδα €500 υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή.
Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: DRC, Kinshasa, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (πρόσβαση 17/12/2025).
[2] Macrotrends.net, Kinshasa population, 2024, διαθέσιμο σε https://www.macrotrends.net/global-metrics/cities/20853/kinshasa/population,
[3] Εγχειρίδιο EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική ανάλυση, σελ.26-28, διαθέσιμο εδώ: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο