ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ. 1198/2024
14 Απριλίου, 2026
[X. ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
C.T.M.
Αιτήτριας
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας
μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η αίτηση
..............................
Η αιτήτρια εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου
Ιωάννα Ιάσονος, Δικηγόρος για την αιτήτρια
Γαβριέλλα Ροδοθέου, Δικηγόρος για τους καθ' ων η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Η αιτήτρια προσφεύγει με την παρούσα αίτηση ακυρώσεως εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 28/02/2024, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά της για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
Όπως προκύπτει από την Ένσταση που καταχωρήθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο που εκπροσωπεί τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας τα γεγονότα της υπό εξέταση περίπτωσης έχουν ως κατωτέρω: Η αιτήτρια είναι υπήκοος Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό (στο εξής «Λ.Δ.Κ.») και υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας στις 24/10/2022, αφού εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές. Η αιτήτρια παρέλαβε βεβαίωση υποβολής αίτησης διεθνούς προστασίας αυθημερόν. Στις 27/10/2022, διενεργήθηκε συνέντευξη για εντοπισμό ευαλωτότητας της αιτήτριας και κατόπιν αξιολόγησης διαπιστώθηκε ότι η αιτήτρια ήταν χαμηλού κινδύνου.
Στις 13/02/2024, πραγματοποιήθηκε συνέντευξη της αιτήτριας από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος στις 20/02/2024 ετοίμασε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας σχετικά με τη συνέντευξη της αιτήτριας. Στη συνέχεια, ο αρμόδιος εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός που εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, αφού υιοθέτησε την Έκθεση-Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού απέρριψε το αίτημα της αιτήτριας στις 28/02/2024.
Στις 08/03/2024, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική του αιτήματος της αιτήτριας επιστολή στην οποία συμπεριέλαβε την αιτιολόγηση της απόφασής της σχετικά με το αίτημα του αιτητή, η οποία παραλήφθηκε ιδιοχείρως από την αιτήτρια αυθημερόν. Στη συνέχεια, η αιτήτρια καταχώρησε την υπό εξέταση προσφυγή στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας εναντίον της προαναφερόμενης απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου.
Η ευπαίδευτη συνήγορος της αιτήτριας κατά το στάδιο των διευκρινίσεων ενώπιον του Δικαστηρίου, απέσυρε όλους τους νομικούς ισχυρισμούς που προωθούσε μέσω της Γραπτής της Αγόρευσης και δήλωσε πως προωθεί το νομικό ισχυρισμό περί έλλειψης δέουσας έρευνας και δέουσας αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου. Κατά συνέπεια, οι νομικοί ισχυρισμοί που αποσύρθηκαν, απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο κατά την ίδια δικάσιμο.
Η ευπαίδευτη συνήγορος των καθ' ων η αίτηση, μέσω της Γραπτής της Αγόρευσης, υποστηρίζει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης και αναφέρει ότι λήφθηκε ορθά και νόμιμα, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, κατόπιν δέουσας έρευνας και σωστής ενάσκησης των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στο αρμόδιο όργανο και είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη. Επιπλέον, εισηγείται ότι η αιτήτρια φέρει το βάρος απόδειξης των λόγων ακυρώσεως και των ισχυρισμών της που θεμελιώνουν το αίτημά της για παραχώρηση διεθνούς προστασίας, το οποίο δεν κατάφερε να αποσείσει στην προκειμένη περίπτωση, καθώς δεν απέδειξε βάσιμο φόβο δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, όπως προβλέπεται από το άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000 έτσι ώστε να της αναγνωρισθεί το καθεστώς του πρόσφυγα, αλλά ούτε απέδειξε ότι δύναται να της χορηγηθεί το καθεστώς της συμπληρωματικής προστασίας, σύμφωνα με το άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000. Κατά συνέπεια, εισηγείται πως η υπό εξέταση προσφυγή θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο και να επικυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
Θα πρέπει να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με τον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση και επί της ουσίας. Το γεγονός αυτό, οφείλεται στο ότι η υπό εξέταση υπόθεση αφορά αίτηση που χρονικά εμπίπτει στις προϋποθέσεις του άρθρου 11 του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), οι οποίες δίδουν στο Δικαστήριο την υποχρέωση ελέγχου νομιμότητας και ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.
Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ορθά απέρριψε το αίτημα της αιτήτριας για χορήγηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Θεωρώ χρήσιμο να καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που πρόβαλε η αιτήτρια σε όλα τα στάδια της εξέτασης του αιτήματός της, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης αλλά και για να διαφανεί εάν το αρμόδιο όργανο αποφάσισε μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της σχετικής νομοθεσίας και αν εξέδωσε δεόντως αιτιολογημένη απόφαση.
Η αιτήτρια, στο πλαίσιο της αίτησής της για διεθνή προστασία, ανέφερε ότι μετά από έκτρωση στην οποία υποβλήθηκε η σύντροφος του αδελφού της, εκείνος τη μετέφερε στην οικία τους προκειμένου να αναρρώσει. Την ίδια ημέρα, η αιτήτρια εισήλθε στο δωμάτιο όπου βρισκόταν η εν λόγω γυναίκα και, αντιλαμβανόμενη την παρουσία αίματος, κάλεσε τον αδελφό της. Εκείνος προσήλθε αρχικά, πλην όμως στη συνέχεια αποχώρησε εσπευσμένα, αφήνοντάς την μόνη στον χώρο. Ακολούθως, στην οικία εμφανίστηκαν οι αρχές, οι οποίες τη συνέλαβαν και την κράτησαν σε φυλάκιση για χρονικό διάστημα τριών μηνών. Κατά τη διάρκεια της κράτησής της, λόγω επιδείνωσης της κατάστασης της υγείας της, μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο της φυλακής. Εκεί συνάντησε πρόσωπο, φίλο του πατέρα της, στον οποίο ανέφερε την ύπαρξη γης που είχαν αφήσει οι αποβιώσαντες γονείς της. Το εν λόγω πρόσωπο προέβη στην πώληση της γης και εν συνεχεία συνέδραμε στην αποφυλάκισή της. Η αιτήτρια, φοβούμενη νέα σύλληψη, αναχώρησε από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (ερυθρό 1 του διοικητικού φακέλου).
Κατά τη διάρκεια της συνέντευξής της, ως προς τα προσωπικά της στοιχεία, η αιτήτρια ανέφερε ότι κατάγεται από τη ΛΔΚ, γεννήθηκε και μεγάλωσε στην πρωτεύουσα της ΛΔΚ, την πόλη Kinshasa, η οποία αποτελεί και τον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής της (ερυθρό 31, 1χ του διοικητικού φακέλου). Είναι χριστιανή καθολική, έχει ολοκληρώσει τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και ομιλεί τη Lingala και τη γαλλική γλώσσα (ερυθρά 35, 7χ, 33, 1χ, 32 του διοικητικού φακέλου). Σε σχέση με την οικογενειακή της κατάσταση, η αιτήτρια δήλωσε ότι οι γονείς της έχουν αποβιώσει· συγκεκριμένα, η μητέρα της απεβίωσε το 2007 λόγω προβλημάτων υγείας, ενώ ο πατέρας της το 2010, καθώς δεν μπόρεσε να αντέξει τον θάνατό της. Ανέφερε, επίσης, ότι έχει έναν αδελφό, ο οποίος διαμένει στην Kinshasa (ερυθρά 32, 30 του διοικητικού φακέλου). Όσον αφορά την επαγγελματική της δραστηριότητα, δήλωσε ότι εργαζόταν περιστασιακά σε γαμήλιες δεξιώσεις, χωρίς ωστόσο να αναζητά συστηματικά εργασία, καθώς η οικονομική της συντήρηση καλυπτόταν κυρίως από τη θεία της (ερυθρό 32, 1χ του διοικητικού φακέλου).
Ως προς τους λόγους που την ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής της, η αιτήτρια, κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησής της, ανέφερε ότι, κατόπιν της έκτρωσης στην οποία υποβλήθηκε η σύντροφος του αδελφού της, η τελευταία απεβίωσε. Αμέσως μετά το συμβάν, ο αδελφός της τράπηκε σε φυγή. Τον Σεπτέμβριο, οι αρχές μετέβησαν στην οικία τους και αφού δεν εντόπισαν τον αδελφό της, προχώρησαν στη σύλληψη της αιτήτριας. Κατά τη διάρκεια της κράτησής της, η αιτήτρια ασθένησε και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο. Εκεί, η θεία της ήλθε σε επαφή με φίλο του πατέρα της, ο οποίος της υπέδειξε τρόπους προκειμένου να καταστεί δυνατή η αναχώρηση της αιτήτριας από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (ερυθρό 30, 1χ του διοικητικού φακέλου).
Κληθείσα να περιγράψει τη σύλληψή της, η αιτήτρια ανέφερε ότι, τον Σεπτέμβριο, ενώ βρισκόταν στην οικία της, εμφανίστηκαν αστυνομικοί με σκοπό τη σύλληψη του αδελφού της σε σχέση με τον θάνατο της συντρόφου του. Δεδομένου ότι εκείνος δεν εντοπίστηκε, οι αρχές προχώρησαν στη σύλληψη της αιτήτριας και τη μετέφεραν αρχικά στο κρατητήριο και, εντός της ίδιας ημέρας, στη φυλακή (ερυθρό 30, 5χ του διοικητικού φακέλου). Αναφορικά με τη σύντροφο του αδελφού της, δήλωσε ότι αυτή απεβίωσε στην οικία της στις αρχές Σεπτεμβρίου 2022. Διευκρίνισε ότι ο αδελφός της τη γνώρισε μέσω φίλου του και ότι το ίδιο αυτό πρόσωπο ήταν εκείνο που τον ενημέρωσε τηλεφωνικώς για τον θάνατό της (ερυθρά 30, 29 του διοικητικού φακέλου). Σε περαιτέρω ερωτήσεις σχετικά με τις συνθήκες κράτησής της, ανέφερε ότι στο κρατητήριο οι συνθήκες ήταν ικανοποιητικές, σε αντίθεση με τη φυλακή, όπου κρατείτο μαζί με ακόμη 19 άτομα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονταν άτομα κατηγορούμενα για κλοπές και άλλα εγκλήματα. Όπως δήλωσε, λόγω προβλημάτων υγείας μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο, όπου, μετά την πάροδο περίπου τριών εβδομάδων και ορισμένων ημερών, κατόρθωσε να διαφύγει (ερυθρά 29, 1χ, 28, 1χ του διοικητικού φακέλου).
Όταν της επισημάνθηκε ότι σε προγενέστερο στάδιο της διαδικασίας είχε αναφέρει διάρκεια κράτησης τριών μηνών, ενώ κατά τη συνέντευξη προέκυπτε χρονικό διάστημα μικρότερο του ενός μηνός, απάντησε ότι η κράτησή της δεν θα μπορούσε να είχε διαρκέσει τρεις μήνες, δεδομένου ότι η σύλληψη και η κράτησή της έλαβαν χώρα τον Σεπτέμβριο και, μετά την αποχώρησή της από το νοσοκομείο, η διαδικασία για την αναχώρησή της προς την Κύπρο ολοκληρώθηκε σε σύντομο χρονικό διάστημα, με τη συνδρομή πρακτορείου. Περαιτέρω, όταν της επισημάνθηκε ότι στην αίτηση διεθνούς προστασίας είχε αναφέρει πως η ίδια εντόπισε τη σύντροφο του αδελφού της αιμόφυρτη και ειδοποίησε τον αδελφό της, ενώ κατά τη συνέντευξη δήλωσε ότι η ενημέρωση έγινε από φίλο του και ότι ο θάνατος επήλθε στην οικία της εκλιπούσας, υποστήριξε ότι αληθή είναι τα όσα ανέφερε κατά τη συνέντευξη (ερυθρό 28, 3χ, 5χ του διοικητικού φακέλου).
Στη βάση των ανωτέρω ισχυρισμών, ο αρμόδιος λειτουργός σχημάτισε δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς οι οποίοι προκύπτουν από τις δηλώσεις της αιτήτριας. O πρώτος ισχυρισμός αφορά το ότι η αιτήτρια είναι υπήκοος της ΛΔΚ, με τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής της την πόλη Kinshasa. Ο δεύτερος ισχυρισμός αφορά το φόβο δίωξής της καθώς τη συνέλαβαν και τη φυλάκισαν λόγω του θανάτου της συντρόφου του αδελφού της.
Ο πρώτος ισχυρισμός έγινε αποδεκτός από τους καθ' ων η αίτηση, καθώς κρίθηκε ότι πληρείτο τόσο η εσωτερική όσο και η εξωτερική αξιοπιστία των δηλώσεών της, λαμβανομένου υπόψη και του διαβατηρίου της αιτήτριας. Ωστόσο, ο δεύτερος ισχυρισμός δεν έτυχε αποδοχής. Συγκεκριμένα, ο αρμόδιος λειτουργός διέκρινε ότι τα όσα δήλωσε η αιτήτρια δεν ήταν λεπτομερή και υποστήριξε πως υπήρχαν πολλά κενά και ανεπάρκειες στο αφήγημά της. Ο αρμόδιος λειτουργός κατέγραψε ότι η αιτήτρια δεν ανέφερε επαρκείς πληροφορίες για τη μέρα της σύλληψής της, αρκούμενη στις δηλώσεις ότι ενόσω ήταν στο σπίτι, ήρθαν κάποιοι αστυνομικοί, την συνέλαβαν και την μετέφεραν πρώτα στο κρατητήριο και έπειτα και εντός της ίδιας μέρας στη φυλακή. Κληθείσα να περιγράψει το περιβάλλον και τις συνθήκες κράτησής της, ανέφερε ότι οι στο κρατητήριο οι συνθήκες ήταν καλές κάτι που δεν ίσχυε για τη φυλακή, χωρίς ωστόσο να αναφερθεί σε κάποια συγκεκριμένη πληροφορία.
Περαιτέρω, διαπιστώθηκαν από τον αρμόδιο λειτουργό ουσιώδεις αντιφάσεις μεταξύ των ισχυρισμών που προέβαλε η αιτήτρια κατά τη συνέντευξη και εκείνων που είχε διατυπώσει σε προγενέστερα στάδια της διαδικασίας. Ειδικότερα, αρχικώς ανέφερε ότι ο αδελφός της εγκατέλειψε την οικία τον Ιούνιο, ενώ κατά τη συνέντευξη προσδιόρισε το εν λόγω γεγονός στον Σεπτέμβριο. Επιπλέον, ενώ σε αρχικό στάδιο είχε δηλώσει ότι η κράτησή της διήρκησε τρεις μήνες, μεταγενέστερα υποστήριξε ότι η σύλληψη και η κράτησή της έλαβαν χώρα τον Σεπτέμβριο του 2022 και ότι αναχώρησε από τη χώρα στις 02/10/2022, δηλαδή σε χρονικό διάστημα μικρότερο του ενός μηνός από τη σύλληψή της. Τέλος, παρατηρείται αντίφαση και ως προς τις συνθήκες θανάτου της συντρόφου του αδελφού της, καθόσον στην αίτηση διεθνούς προστασίας είχε αναφέρει ότι η ίδια εντόπισε τη γυναίκα αιμόφυρτη εντός της οικίας και ειδοποίησε τον αδελφό της, ενώ κατά τη συνέντευξη δήλωσε ότι η ενημέρωση του αδελφού της έγινε από φίλο του και ότι ο θάνατος επήλθε στην οικία της εκλιπούσας.
Κατά την εκτίμηση της εξωτερικής αξιοπιστίας των δηλώσεων της αιτήτριας, ο αρμόδιος λειτουργός επισήμανε ότι τα όσα ανέφερε η αιτήτρια αποτελούσαν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός της, και δεν υπήρχαν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούσαν την περαιτέρω ανάλυσή τους μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης. Ως εκ τούτου, ο υπό εξέταση ισχυρισμός δεν έγινε αποδεκτός και απορρίφθηκε στο σύνολό του.
Κατόπιν, ο αρμόδιος λειτουργός προέβη στην αξιολόγηση του κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής της αιτήτριας. Υπό το φως του μοναδικού αποδεκτού ισχυρισμού, ο οποίος αφορά τα προσωπικά στοιχεία της αιτήτριας, ο αρμόδιος λειτουργός έλαβε υπόψη το προσωπικό της προφίλ και την κατάσταση ασφαλείας στη ΛΔΚ και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν συνέτρεχαν εύλογοι λόγοι ώστε να γινόταν δεκτό ότι, σε περίπτωση επιστροφής της στη Kinshasa, η αιτήτρια θα υφίστατο δίωξη ή σοβαρή βλάβη λόγω της επικρατούσας κατάστασης ασφαλείας, καθώς οι ένοπλες συγκρούσεις περιοριορίζονταν στα ανατολικά της χώρας.
Κατά τη νομική ανάλυση στην οποία προέβη ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι ισχυρισμοί της αιτήτριας δεν μπορεί να αποτελούσαν λόγο παραχώρησης καθεστώτος πρόσφυγα ή καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, όπως προνοείται στα άρθρα 3 και 19 (1) και (2) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000. Περαιτέρω, εξετάζοντας τον πραγματικό κίνδυνο να υφίστατο σοβαρή βλάβη υπό το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι στην περιοχή καταγωγής της αιτήτριας δεν παρατηρείτο ένοπλη σύρραξη. Ως εκ τούτου, κατέληξε ότι η αιτήτρια δεν δύνατο να υπαχθεί ούτε σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας και συνεπώς, το αίτημά της δεν έγινε αποδεκτό στο σύνολό του. Το περιεχόμενο της υπό αναφορά Έκθεσης-Εισήγησης υιοθετήθηκε από τον αρμόδιο, εξουσιοδοτημένο από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργό, που εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος και δεν αποδέχτηκε το αίτημα της αιτήτριας.
Στα πλαίσια εξέτασης της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, προχωρώ να εξετάσω κατ' ουσίαν το αίτημα της αιτήτριας λαμβάνοντας υπόψη βεβαίως όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου από τη συνήγορό της, αλλά και από τη συνήγορο που εκπροσωπεί τους καθ' ων η αίτηση. Όσον αφορά τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό ο οποίος έγινε αποδεκτός από την Υπηρεσία Ασύλου και αφορά την ταυτότητα, το προφίλ και τη χώρα καταγωγής της αιτήτριας, δεν χρειάζεται περαιτέρω σχολιασμό, εφόσον προκύπτει πως ορθά έγινε αποδεκτός.
Αναφορικά με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, ήτοι τον κατ’ ισχυρισμόν φόβο δίωξής της λόγω της σύλληψης και κράτησής της σε συνάρτηση με τον θάνατο της συντρόφου του αδελφού της, διαπιστώνεται ότι οι δηλώσεις της αιτήτριας στερούνται της απαιτούμενης σαφήνειας, συνέπειας και επαρκούς λεπτομέρειας. Ειδικότερα, η αιτήτρια δεν κατόρθωσε να παραθέσει συνεκτική και πειστική αφήγηση ως προς τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τον επικαλούμενο κίνδυνο, ενώ οι απαντήσεις της χαρακτηρίζονται από γενικότητα και εσωτερικές αντιφάσεις. Περαιτέρω, οι ισχυρισμοί της δεν συνοδεύονται από συγκεκριμένα πραγματικά στοιχεία ικανά να καταδείξουν ότι υφίσταται εξατομικευμένος και πραγματικός κίνδυνος δίωξης σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της. Αντιθέτως, η περιγραφή των γεγονότων παραμένει αποσπασματική και αόριστη, χωρίς ουσιώδη αναφορά σε κρίσιμες πτυχές που θα επέτρεπαν την επαλήθευση ή έστω την εύλογη πιθανολόγηση των ισχυρισμών της.
Παρά τις επανειλημμένες σχετικές ερωτήσεις, η αιτήτρια δεν παρείχε συγκεκριμένες πληροφορίες αναφορικά με τις συνθήκες της σύλληψής της, όπως τον τρόπο διενέργειάς της, τα εμπλεκόμενα πρόσωπα ή τη συμπεριφορά των αρχών, ούτε και περιέγραψε με επάρκεια τα προσωπικά της βιώματα κατά τον κρίσιμο χρόνο. Ομοίως, ως προς την κράτησή της, περιορίστηκε σε γενικόλογες αναφορές, δηλώνοντας απλώς ότι οι συνθήκες στο κρατητήριο ήταν καλές, σε αντίθεση με τη φυλακή όπου συγκατοικούσε με άλλα 19 άτομα, χωρίς να παραθέτει περαιτέρω ουσιώδεις λεπτομέρειες. Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, κρίνεται ότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν πληροί τα κριτήρια εσωτερικής συνοχής και αξιοπιστίας, με αποτέλεσμα να μην τεκμηριώνεται επαρκώς ούτε η βασιμότητα ούτε και η σοβαρότητα του επικαλούμενου φόβου δίωξης.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία των δηλώσεων της αιτήτριας, θα συμφωνήσω με τους καθ’ ων η αίτηση πως τα ζητήματα προβάλλει η αιτήτρια είναι προσωπικά και δεδομένου του ότι δεν ανέφερε σχεδόν καμία πληροφορία για την κατ’ ισχυρισμόν σύλληψη και κράτησή της, αυτά δεν είναι δυνατόν να διασταυρωθούν από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης για τη χώρα καταγωγής της αιτήτριας. Κατά συνέπεια, με δεδομένο ότι η αιτήτρια δεν κατάφερε να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό της, εφόσον προέβη κατά το αφήγημά της σε γενικές, αόριστες και αντιφατικές αναφορές, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός.
Όπως προκύπτει από το πιο πάνω ιστορικό η αιτήτρια δεν έχει στοιχειοθετήσει οποιοδήποτε λόγο για τον οποίο θα μπορούσε να της δοθεί καθεστώς διεθνούς προστασίας. Το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 προβλέπει πως (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου): «Ως πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο που, λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγενείας του και δεν είναι σε θέση, ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής [.]».
Είναι ξεκάθαρο τόσο από το άρθρο 3 του Ν.6(Ι)/2000, όσο και από το άρθρο 1 Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων, πως για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό, όσο και το αντικειμενικό στοιχείο, πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση (Βλ. σχ. παρ.37 και 38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών).
Ως νομολογιακά έχει κριθεί, γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί, καθώς και ισχυρισμοί για κίνδυνο ζωής χωρίς στοιχειοθετημένες και τεκμηριωμένες αναφορές, δεν θεμελιώνουν βάσιμο φόβο δίωξης ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, ώστε να ισοδυναμεί με εκείνη της προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση και δεν στοιχειοθετεί περιστάσεις, οι οποίες λαμβανομένης υπόψη της εξατομικευμένης κατάστασης του αιτητή να συνιστούν απειλή έτσι ώστε ευλόγως να δύναται να θεωρηθεί ότι ο αιτητής έχει βάσιμο φόβο δίωξης (βλ. απόφασή στην υπόθεση υπ' αριθμόν 121/20, A.S.R. v. Κυπριακή Δημοκρατία, ημερομηνίας 31/7/2020).
Βάσει της ανωτέρω ανάλυσης στο σύνολό της, κρίνω ότι δεν υπάρχει κάποιος βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης της αιτήτριας σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της. Κατά συνέπεια, προκύπτει πως ορθά αποφασίστηκε από την Υπηρεσία Ασύλου, ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπο της αιτήτριας εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που στοιχειοθετούν δικαιολογημένο φόβο δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000.
Όπως προκύπτει από τα στοιχεία που έχω αναλύσει ανωτέρω, ορθά κρίθηκε από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου ότι δεν στοιχειοθετούνται ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 του Ν. 6(Ι)/2000, για να παρασχεθεί στην αιτήτρια το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αναφορικά με τον κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής της.
Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1), του Ν. 6(Ι)/2000, «ουσιώδεις λόγοι». Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19, του Ν. 6 (Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής ή εκτέλεσης βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (Βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία).
Ο αρμόδιος λειτουργός, διεξήγαγε έρευνα για την κατάσταση ασφαλείας στον τόπο διαμονής της αιτήτριας, από την οποία προέκυψε ότι δεν υφίστατο εύλογη πιθανότητα η αιτήτρια να αντιμετώπιζε δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης. Ως εκ τούτου, κρίθηκε πως δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για παραχώρηση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας. Σε κάθε περίπτωση, διεξήγαγα περαιτέρω έρευνα σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής της αιτήτριας, σε πρόσφατες πηγές πληροφόρησης, στα πλαίσια βεβαίως της ex nunc δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου και προς εκπλήρωση της υποχρέωσης του Δικαστηρίου για έλεγχο της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.
Αναφορικά με την επικρατούσα κατάσταση στη χώρα καταγωγής της αιτήτριας, επικαιροποιημένες πηγές πληροφόρησης αναφέρουν ότι, η σύγκρουση στις ανατολικές επαρχίες, ιδίως με τη συμμετοχή της αντάρτικης ομάδας M23 που υποστηρίζεται από τις αρχές της Rwanda, συνεχίστηκε καθ' όλη τη διάρκεια του έτους [2024]. Ο Διεθνής Οργανισμός Μετανάστευσης (IOM) ανέφερε ότι έως το τέλος Μαΐου, 1,77 εκατομμύρια άνθρωποι στο North Kivu είχαν εκτοπιστεί λόγω επιθέσεων της M23, ενώ σημείωσε αύξηση της σεξουαλικής βίας και της εκμετάλλευσης που στοχεύει γυναίκες και κορίτσια.[1] Τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται από άλλες διαθέσιμες πηγές πληροφόρησης στις οποίες αναφέρεται ότι οι επιθέσεις κατά αμάχων συνεχίστηκαν καθώς η σύγκρουση μεταξύ ένοπλων ομάδων και κυβερνητικών δυνάμεων κλιμακώθηκε. Τουλάχιστον 100 άμαχοι σκοτώθηκαν ως αποτέλεσμα αδιάκριτων βομβαρδισμών από κυβερνητικές δυνάμεις και ένοπλες ομάδες. Κυβερνητικές δυνάμεις προχώρησαν σε εξωδικαστικές εκτελέσεις 250 ατόμων.[2]
Αναφορικά με τη κατάσταση ασφαλείας στη περιοχή καταγωγής και προηγούμενης διαμονής του αιτητή, και συγκεκριμένα στην πόλη Kinshasa, πηγές πληροφόρησης αναφέρουν ότι, σποραδικά περιστατικά ασφαλείας αναφέρθηκαν κατά τη διάρκεια του 2024, συμπεριλαμβανομένων διαδηλώσεων, μιας απόπειρας πραξικοπήματος, μιας απόδρασης από τη φυλακή Makala, καθώς και ορισμένων περιστατικών στην αγροτική περιοχή της κοινότητας Maluku λόγω της σύγκρουσης που λαμβάνει χώρα στη γειτονική επαρχία Mai-Ndombe. Το Κοινό Γραφείο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών θεωρεί την επαρχία Kinshasa ως μη επηρεαζόμενη από ένοπλη σύγκρουση. Από την επιδείνωση της κατάστασης ασφάλειας στα ανατολικά το 2025, πέραν των διαδηλώσεων κατά δυτικών πρεσβειών, δεν έχουν αναφερθεί σοβαρά περιστατικά ασφαλείας στην Kinshasa.[3] Επιπροσθέτως, η Διεθνής Αμνηστία αναφέρει ότι [κατά τη διάρκεια του 2024] πραγματοποιήθηκαν διαδηλώσεις σε ολόκληρη τη χώρα, συμπεριλαμβανομένης της πρωτεύουσας, Kinshasa, σε σχέση με την ένοπλη σύγκρουση μεταξύ του March 23 Movement (M23), μιας ένοπλης ομάδας που φέρεται να υποστηρίζεται από τη Rwanda, και των κυβερνητικών δυνάμεων της Democratic Republic of the Congo (DRC) και των συμμάχων τους. Οι διαδηλώσεις αφορούσαν επίσης την φερόμενη υποστήριξη δυτικών χωρών, συμπεριλαμβανομένων της France, του UK και των USA, προς τη Rwanda.[4]
Εν προκειμένω, αναφορικά με τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, σύμφωνα με τα πρόσφατα δεδομένα της βάσης δεδομένων ACLED (The Armed Conflict Location & Event Data Project), ενός μη κερδοσκοπικού οργανισμού με έργο τη συλλογή, ανάλυση και χαρτογράφηση δεδομένων σχετικά με τις ημερομηνίες, τους δρώντες, τις τοποθεσίες, τους θανάτους και τους τύπους όλων των καταγεγραμμένων γεγονότων πολιτικής βίας και διαμαρτυρίας σε παγκόσμια κλίμακα, στη διάρκεια ενός έτους (Past year of ACLED Data) και συγκεκριμένα με ημερομηνία καταγραφής το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης το έτος 2026), όσον αφορά την πόλη Kinshasa της ΛΔΚ, τόπος καταγωγής και τελευταίας συνήθους διαμονής της αιτήτριας, έχουν καταγραφεί 54 περιστατικά πολιτικής βίας ("Political violence", που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 50 θάνατοι.[5] Σημειώνεται ότι σύμφωνα με εκτιμήσεις για το έτος 2020, ο πληθυσμός της ΛΔΚ ανέρχεται σε 101,935,800 κατοίκους[6], και ο πληθυσμός της Kinshasa ανέρχεται στα 14,565,700.[7]
Αποτιμώντας τα προαναφερόμενα δεδομένα, δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα η αιτήτρια να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή της κίνδυνο σοβαρής βλάβης, καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής όπου αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας της εκεί να τεθεί σε κίνδυνο η ζωή της. Εξετάζοντας περαιτέρω τις προσωπικές περιστάσεις της αιτήτριας, παρατηρώ ότι αυτή είναι ενήλικη, υγιής, πλήρως ικανή προς εργασία, χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας και με υποστηρικτικό/οικογενειακό δίκτυο στη χώρα καταγωγής της. Η αιτήτρια δεν έχει θέσει οποιαδήποτε ατομικά χαρακτηριστικά στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία, που να υποδηλώνουν ότι μπορεί να έχει τεθεί με οποιονδήποτε τρόπο σε δυσμενή θέση ή σε κίνδυνο δίωξης ή βλάβης.
Κατά πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (Βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447). Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (Βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Τουσούνα ν. Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2 Α.Α.Δ. 120). Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (Βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για επαρκή και/ή δέουσα έρευνα.
Οι καθ' ων η αίτηση συνεκτίμησαν και αξιολόγησαν όλα τα στοιχεία που είχαν ενώπιον τους προτού καταλήξουν στην προσβαλλόμενη απόφαση και ενόψει των ισχυρισμών που πρόβαλε η αιτήτρια, προέβησαν στη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα. Συνεπώς, ο ισχυρισμός της ευπαίδευτης συνηγόρου της αιτήτριας περί έλλειψης δέουσας έρευνας της προσβαλλόμενης απόφασης εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου, απορρίπτεται στο σύνολό του.
Η συνήγορος της αιτήτριας στα πλαίσια της Γραπτής της Αγόρευσης, προβάλλει πως η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται επαρκούς αιτιολογίας. Η συνήγορος των καθ' ων η αίτηση αντιτείνει ότι όλες οι ενέργειες των καθ' ων η αίτηση είναι πλήρως και επαρκώς αιτιολογημένες κατά τρόπο που καθίσταται εφικτός ο δικαστικός έλεγχος.
Η αιτιολόγηση των αποφάσεων της διοίκησης είναι επιβεβλημένη για να μπορεί το Δικαστήριο να ελέγξει εάν η απόφαση λήφθηκε σύμφωνα με το Νόμο και για να παρέχεται η δυνατότητα να αντιληφθεί το Δικαστήριο που βασίστηκε το αρμόδιο όργανο για να καταλήξει στην απόφασή του (Γρηγορόπουλος κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, (1997) 4 ΑΑΔ 1414).
Μέσα από την αιτιολογία του οργάνου θα πρέπει να διαφαίνεται ο συλλογισμός του, ο οποίος οδήγησε στην προσβαλλόμενη απόφαση ή τουλάχιστον να υπάρχουν στοιχεία στον φάκελο της υπόθεσης που να μπορούν να συμπληρώσουν την αιτιολογία της απόφασης του αρμόδιου οργάνου (βλ. Στέφανος Φράγκου v. Κυπριακή Δημοκρατίας, (1998) 3ΑΑΔ 270).
Η αιτιολογία της απόφασης του διοικητικού οργάνου συμπληρώνεται από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου (άρθρο 29 του Ν. 158 (Ι)/1999, Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου κ.α. ν. Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 1171 και Διογένους ν. Δημοκρατίας (1999) 4 Α.Α.Δ., 371). Η δυνατότητα αυτή υπάρχει όταν τα στοιχεία που βρίσκονται στο φάκελο του Δικαστηρίου συνδέονται με την απόφαση και αποκαλύπτουν τους λόγους που οδήγησαν στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Από τα στοιχεία του φακέλου που έχω ενώπιον μου, μπορεί να λεχθεί ότι αυτά βρίσκονται αναπόφευκτα πίσω από την προσβαλλόμενη απόφαση και ούτως ή άλλως διαφαίνεται η αιτιολογία της απόφασης και από το κείμενό της (Ηλιόπουλος ν. Α.Η.Κ., Α.Ε. 2452, ημερομηνίας 21.7.2000, Χρυστάλλα Συμεωνύδου κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Προσφυγή αρ. 911/93 κ.α., ημερ. 18.4.97). Συνεπώς, από όσα έχω επεξηγήσει ανωτέρω προκύπτει ότι, το αρμόδιο όργανο έλαβε δεόντως και επαρκώς αιτιολογημένη απόφαση και ως εκ τούτου ο προβαλλόμενος ισχυρισμός απορρίπτεται.
Με βάση λοιπόν το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι το αίτημα της αιτήτριας εξετάστηκε με επάρκεια και επιμέλεια σε όλα τα στάδια και υπήρξε επαρκής αιτιολόγηση της προσβαλλόμενης απόφασης εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου. Το περιεχόμενο της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία συμπληρώνεται από την αιτιολογημένη Έκθεση-Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού, στην οποία εκτίθενται λεπτομερώς οι λόγοι της απόρριψης του αιτήματος, αποκαλύπτει ότι η απόφαση είναι απόλυτα ορθή και στα πλαίσια της σχετικής νομοθεσίας και των εξουσιών του αρμόδιου οργάνου.
Ως εκ τούτου, η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με έξοδα €1000 υπέρ των καθ' ων η αίτηση, και εναντίον της αιτήτριας.
Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Freedom House, Democratic Republic of the Congo, 2025, διαθέσιμο στο: https://freedomhouse.org/country/democratic-republic-congo/freedom-world/2025
[2]Amnesty International, Democratic Republic of the Congo 2024, Απρίλιος 2025, διαθέσιμο στο: https://www.amnesty.org/en/location/africa/east-africa-the-horn-and-great-lakes/democratic-republic-of-the-congo/report-democratic-republic-of-the-congo/
[3]CEDOCA, COI Focus, Republique Democratique du Congo: Situation sécuritaire [Democratic Republic of the Congo: Security Situation], Φεβρουάριος 2025, σελ.2, διαθέσιμο στο: https://www.cgrs.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_rdc._situation_securitaire_20250225_2.pdf
[4]Amnesty International, Democratic Republic of the Congo 2024, Απρίλιος 2025, διαθέσιμο στο: https://www.amnesty.org/en/location/africa/east-africa-the-horn-and-great-lakes/democratic-republic-of-the-congo/report-democratic-republic-of-the-congo/
[5] Πλατφόρμα ACLED Explorer, Country: DRC, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη στο: https://acleddata.com/platform/explorer
[6] City Population, DRC, διαθέσιμο στο: https://www.citypopulation.de/en/drcongo/cities/
[7] City Population, DRC – Kinshasa, διαθέσιμο στο: https://www.citypopulation.de/en/drcongo/cities/
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο