Α. S. E. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθ. Αρ.: 1339/2023, 20/4/2026
print
Τίτλος:
Α. S. E. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθ. Αρ.: 1339/2023, 20/4/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθ. Αρ.: 1339/2023

20 Απριλίου, 2026

[Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, ΔΔΔΔΠ.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ

Α. S. E.   

Αιτήτρια

-και-

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

Καθ’ ων η Αίτηση

 

Κ. Κουπαρή (κα), Δικηγόρος για την Αιτήτρια

Λ. Γιάγκου (κα), για Αντ. Παπαδοπούλου (κα), Δικηγόρος για τους Καθ’ ων η Αίτηση

Η Αιτήτρια είναι παρούσα

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π:  Με την παρούσα προσφυγή η Αιτήτρια προσβάλλει την απόφαση των Καθ’ ων η Αίτηση, ημερομηνίας 27/03/2023, η οποία της κοινοποιήθηκε στις 25/04/2023 και με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά της για διεθνή προστασία ως άκυρη και στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος.

 

Τα ουσιώδη γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, ως έχουν τεθεί στην Ένσταση των Καθ’ ων η Αίτηση και υποστηρίζονται από τον διοικητικό φάκελο (στο εξής αναφερόμενος ως «δ.φ.») που κατατέθηκε ως Τεκμήριο Α κατά τις διευκρινίσεις, έχουν ως ακολούθως:

 

Η Αιτήτρια είναι υπήκοος Καμερούν και εισήλθε παράνομα στην Κυπριακή Δημοκρατία. Στις 11/06/2021 συμπλήρωσε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας και στις 16/06/2021 παρέλαβε σχετική βεβαίωση υποβολής της αίτησής της.

 

Στις 21/02/2023 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη της Αιτήτριας από εμπειρογνώμονα της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο - ΕΥΥΑ, (στο εξής αναφερόμενος ως «λειτουργός») προς εξέταση του αιτήματός της για διεθνή προστασία. Μετά τη συνέντευξη, ο λειτουργός ετοίμασε Έκθεση-Εισήγηση ημερομηνίας 21/03/2023 προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου. Στις 27/03/2023, εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός να ασκεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου,  ενέκρινε την ανωτέρω εισήγηση και απέρριψε την αίτηση της Αιτήτριας για διεθνή προστασία.

 

Στις 25/04/2023 ετοιμάστηκε απορριπτική επιστολή συνοδευόμενη με την αιτιολόγηση αυτής, η οποία επιδόθηκε στην Αιτήτρια δια χειρός αυθημερόν, κατόπιν επεξήγησης του περιεχομένου της στη μητρική γλώσσα της Αιτήτριας, ήτοι την αγγλική.

 

Στις 04/05/2023 καταχωρήθηκε η υπό κρίση προσφυγή στο Δικαστήριο.

 

Η Αιτήτρια δια της γραπτής αγόρευσης της ευπαίδευτης συνηγόρου της, προώθησε ως λόγο προς ακύρωσης της απόφασης ότι η προσβαλλόμενη δεν ελήφθη σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του  περί Προσφύγων Νόμου (6(Ι)/2000), κατά παράβαση των άρθρων 9ΚΔ, 15, 18(2)(ιι),(3)(α)(β)(γ), (4), (5), (6), (7Α)(α). Καταγράφει επίσης ότι δεν έγινε η δέουσα έρευνα από τους Καθ’ων η Αίτηση πριν την λήψη της επίδικης απόφασης και ότι από τη στιγμή που η Αιτήτρια έδωσε λεπτομέρειες σχετικά με την κακοποίηση που υπέστη, θα έπρεπε να ερευνηθούν οι επιπτώσεις, ιδιαίτερα ως κακοποιημένη γυναίκα με ανήλικο τέκνο. 

 

Η ευπαίδευτη συνήγορος των Καθ’ ων η Αίτηση αντικρούοντας τους ισχυρισμούς, εισηγείται δια της γραπτής της αγόρευσης ότι η Αιτήτρια δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος της απόδειξης και  να στοιχειοθετήσει  βάσιμο λόγο δίωξης  αποδείξει βάσιμους λόγους δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, έτσι ώστε να αναγνωριστεί ως πρόσφυγας, όπως προβλέπεται από το άρθρο 3 (1) του περί Προσφύγων Νόμου ούτε απέδειξε ότι μπορεί να τύχει του καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, όπως προβλέπεται στο άρθρο 19 (2) του ιδίου Νόμου.

 

Με την απαντητική γραπτή της αγόρευση, η συνήγορος της Αιτήτριας επεσήμανε ότι οι λόγοι ακυρώσεως έχουν αναπτυχθεί δεόντως στην αγόρευσή της και ότι ο λόγος που η Αιτήτρια εγκατέλειψε τη χώρα της ήταν ο εξαναγκασμός της σε γάμο από τη μητέρα της και ενώ η ίδια ήταν ακόμη ανήλικη και η κακοποίησή της από τον σύζυγο της.

 

Κατά το στάδιο των διευκρινίσεων της παρούσας υπόθεσης στις 21/10/2025, η συνήγορος της Αιτήτριας αναφέρθηκε σε θέματα υγείας της Αιτήτριας, χωρίς όμως να τα συνδέει με οποιοδήποτε φόβο δίωξης παρά μόνο για να αποδείξει την ευαλωτότητα της.  Πρόσθεσε δε την εγκυμοσύνη της Αιτήτριας ως νέο στοιχείο.

 

Στο σημείο αυτό επισημαίνεται ότι το παρόν Δικαστήριο κέκτηται δικαιοδοσίας να εξετάσει και την ορθότητα της παρούσας υπόθεσης, η οποία απορρέει από τα εδάφια (2), (3) και (4) του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν. 73(Ι)/ 2018). Ως εκ τούτου, κρίνω αναγκαίο όπως αρχικά παρατεθούν οι ισχυρισμοί που προέβαλε η Αιτήτρια κατά τη διαδικασία προώθησης της αίτησής της για διεθνή προστασία.

 

Κατά το στάδιο υποβολής της αίτησης διεθνούς προστασίας η Αιτήτρια κλήθηκε να καταγράψει τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της. Συγκεκριμένα ως κατέγραψε εγκατέλειψε τη χώρα λόγω ενός αναγκαστικού γάμου. Η Αιτήτρια όταν ήταν 18 ετών ερωτεύτηκε ένα αγόρι στην ίδια ηλικία μαζί της. Ο πατέρας της απεβίωσε και ως πολυμελής οικογένεια υπήρχε φτώχεια. Έτσι η μητέρα της την ανάγκασε να παντρευτεί ένα άνδρα μεγαλύτερης ηλικίας από αυτήν επειδή αυτός ήταν πλούσιος. Ο άνδρας αυτός κακοποιούσε σεξουαλικά την Αιτήτρια∙  η  Αιτήτρια κυοφόρησε και γέννησε την κόρη τους. Λόγω των σεξουαλικών κακοποιήσεων που υπέστη, η Αιτήτρια υποβλήθηκε σε δύο χειρουργικές επεμβάσεις. Παρά τα πιο πάνω η μητέρα της την εξανάγκαζε να παραμένει στο γάμο, υπό τις κακές συνθήκες που διαβιούσε, καθότι δεν μπορούσε να επιστρέψει τα χρήματα που έλαβε από τον γάμο της Αιτήτριας, ως η παράδοση προστάζει. Λόγω των ανωτέρω, η Αιτήτρια διέφυγε για να είναι ασφαλής (βλ. ερυθρό 11 του δ.φ., σε ελεύθερη μετάφραση).

 

Η Αιτήτρια κατά την συνέντευξή της, προσκόμισε τα ακόλουθα έγγραφα:

-      Αντίγραφο φωτογραφίας που απεικονίζει τον σύντροφο της Αιτήτριας, μέλος των «Ambazonian», νεκρό (ερυθρό 30 του δ.φ.).

-      Αντίγραφα 2 εντάλματα σύλληψης επ’ ονόματι της Αιτήτριας ότι είναι καταζητούμενο πρόσωπο (ερυθρά 34-32, 55-57 του δ.φ.).

-      Κυβερνητικό ένταλμα σύλληψης ότι ο σύντροφος της Αιτήτριας είναι καταζητούμενο πρόσωπο (ερυθρό 31 του δ.φ.).

-      Αντίγραφο πιστοποιητικού γέννησης της Αιτήτριας, (ερυθρά, 35 και 58 του δ.φ.).

-      3 αντίγραφα φωτογραφιών του σπιτιού της στη Kokobuma (ερυθρά 29-27 του δ.φ.).

 

Κατά τη διάρκεια της συνέντευξής της για διεθνή προστασία, η Αιτήτρια δήλωσε ότι είναι υπήκοος του Καμερούν, γεννηθείσα στο χωριό Koko Buma της Νοτιοδυτικής περιφέρειας του Καμερούν το 1988. Ακολούθως μετακόμισε στη πόλη Kumba και παρέμεινε για περίοδο περίπου 10 χρόνων. Επέστρεψε στο χωριό της, Koko Buma και στην ηλικία των 16 ετών (όταν και τέλεσε παραδοσιακό εξαναγκαστικό γάμο) μαζί με τον σύζυγό της διέμενε για περίπου 12 χρόνια στην πόλη Yaounde. Η Αιτήτρια δήλωσε ότι είναι χριστιανή καθολική, ανήκουσα στη φυλή Bafaw, μητρική της γλώσσα είναι η Bafaw και επίσης ομιλεί την αγγλική. Ως προς το μορφωτικό της υπόβαθρο η Αιτήτρια ανέφερε ότι είναι απόφοιτος πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης και σχετικά με την εργασιακή της εμπειρία ανέφερε ότι στη χώρα της εργάστηκε για ένα χρόνο στον τομέα της ιχθυοκαλλιέργειας και επίσης πωλούσε περιστασιακά προϊόντα όπως ρούχα και λαχανικά, στην πόλη Yaoundé. Η Αιτήτρια είναι μητέρα ενός κοριτσιού που γεννήθηκε το  2010, το οποίο βρίσκεται στη πόλη Kumba του Καμερούν μαζί με την αδερφή της.  Ως προς την πατρική της οικογένεια, η Αιτήτρια ανέφερε ότι ο πατέρας της έχει αποβιώσει, η μητέρα της διαμένει στο χωριό Mile 1 κοντά στην πόλη Kumba. Διαθέτει 5 αδέρφια τα οποία όλα κρύβονται σε διαφορετικά χωριά της Νοτιοδυτικής περιφέρειας του Καμερούν και με τα οποία η Αιτήτρια διατηρεί επικοινωνία.

 

Ερωτηθείσα σχετικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησης ανέφερε ότι την εξανάγκασαν να τελέσει παραδοσιακό γάμο. Μετά τον εξαναγκαστικό γάμο της, ο σύζυγός της την κακοποιούσε σωματικά, γεγονός που της προκαλούσε έντονη δυσφορία και φόβο. Σύμφωνα με τα λεγόμενά της, υπέστη δύο χειρουργικές επεμβάσεις ως συνέπεια των χτυπημάτων και των βιασμών. Αποφάσισε να επιστρέψει στο πατρικό της σπίτι και εκεί την συμβούλευσαν ότι δεν έπρεπε να εγκαταλείψει το γάμο της γιατί εκείνοι (τα μέλη της οικογένειάς της) δυσκολεύονταν λόγω της φτώχειας και δεν είχαν φαγητό. Όταν τα βασανιστήρια έγιναν αφόρητα, η Αιτήτρια εγκατέλειψε τον γάμο της και κατέφυγε ξανά στο πατρικό της.

 

Ωστόσο, η μητέρα της επέμενε ότι δεν έπρεπε να επιστρέψει εκεί. Περί το 2019–2020, η Αιτήτρια αποφάσισε ότι δεν θα γύριζε πίσω στο σύζυγό της. Η Αιτήτρια συνάντησε νεαρό αγόρι από το χωριό της που ζούσε σε ένα άλλο χωριό, το Gipenda. Πήγε να ζήσει μαζί του, ώστε να της προσφέρει προστασία και καταφύγιο. Η Αιτήτρια δήλωσε ότι δεν γνώριζε πως ο νεαρός ήταν αυτονομιστής με συμμετοχή στον αγώνα της χώρας. Όταν ο νεαρός διέπραξε ένα έγκλημα, ο στρατός εισέβαλε στο σπίτι για έρευνα, με την Αιτήτρια να μην γνωρίζει τι συνέβαινε. Όπως περαιτέρω εξήγησε, στη χώρα της, όταν κάποιος συζεί με άτομο που είναι μέλος ένοπλης ομάδας, θεωρείται ύποπτος και συνεργός. Οι χωρικοί, ανέφερε, θα την υπέδειχναν ως μέλος, απλώς και μόνο λόγω της συμβίωσης μαζί του. Έτσι όταν ο νεαρός έφυγε για να σωθεί («run away»), έφυγε και η Αιτήτρια. Ο στρατός έκαψε μέρος του σπιτιού και ακολούθως (ο στρατός) μετέβη στο χωριό της Αιτήτριας για να την εντοπίσει. Τα μέλη της οικογένειά της, έχοντας πληροφορία ότι πλησίαζαν, εγκατέλειψαν το σπίτι πριν την άφιξή τους. Το σπίτι της, όπως αναφέρει και σύμφωνα με φωτογραφίες, κάηκε από τον στρατό. Ο θείος της Αιτήτριας τής συνέστησε να απευθυνθεί σε φίλο του δικηγόρο, ώστε να βρεθεί λύση στα προβλήματά της. Ο δικηγόρος, πρότεινε ότι η ασφαλέστερη επιλογή για την Αιτήτρια ήταν να ταξιδέψει στην Κυπριακή Δημοκρατία και να ζητήσει διεθνή προστασία, καθώς, σύμφωνα με τον ίδιο, η κυβέρνηση της χώρας της την αναζητούσε. Η Αιτήτρια δήλωσε ότι οι αρχές αναζητούν αυτή και το νεαρό αγόρι. Αργότερα η Αιτήτρια ενημερώθηκε από την αδελφή της ότι ο νεαρός είχε σκοτωθεί από τον στρατό. Ο θείος της ανέφερε ότι ενδέχεται να αντιμετώπιζε την ίδια μοίρα εάν επέστρεφε, έτσι η Αιτήτρια κατέληξε ότι δεν επιθυμεί να επιστρέψει στη χώρα της, καθώς φοβάται για τη ζωή της.

 

Κατά το στάδιο των διευκρινίσεων δόθηκε η ευκαιρία στην Αιτήτρια μέσω πρόσθετων ερωτήσεων να εμπλουτίσει την επιχειρηματολογία της και να αποσαφηνίσει τα κρίσιμα γεγονότα της αφήγησής της. Αρχικά, η Αιτήτρια επιβεβαίωσε ότι ο λόγος που εγκατέλειψε τη χώρα της ήταν γιατί ο στρατός του Καμερούν την αναζητεί. Για το αν συνέβη κάτι συγκεκριμένο το οποίο την ώθησε να εγκαταλείψει τη χώρα της συγκεκριμένη στιγμή, η Αιτήτρια ανέφερε ότι την αναζητούν και όταν πληροφορήθηκε τον θάνατο του νεαρού, αποφάσισε ότι δεν μπορεί να επιστρέψει στη χώρα της. Σε περίπτωση που επιστρέψει να χώρα της η Αιτήτρια αυτό που φοβάται ότι θα της συμβεί είναι ότι θα την δολοφονήσουν όπως έγινε και με τον σύντροφό της, γιατί ως επαναστάτης («rebel»), κάτοχος όπλων, ο στρατός θα υποθέτει ότι η Αιτήτρια γνωρίζει πληροφορίες, παρά το ότι αυτή όπως δήλωσε δεν έχει καμία πληροφορία. Ερωτηθείσα για το αν συνέβη κάτι στην οικογένεια της από τότε που η ίδια εγκατέλειψε τη χώρα, αποκρίθηκε ότι από τότε τα μέλη της οικογένειά της δεν επέστρεψαν ποτέ στο χωριό τους, εξακολουθούν να κρύβονται και επίσης πρόσθεσε ότι αντιμετωπίζουν πολλές δυσκολίες λόγω φτώχειας.  Κληθείσα η Αιτήτρια να αναφέρει αν θα μπορούσε κάποιος να την προστατεύσει όπως για παράδειγμα η φυλή της ή η οικογένειά της, η Αιτήτρια αποκρίθηκε ότι όταν ο θείος της επισκέφθηκε το χωριό για να τους εξηγήσει ότι δεν ανήκει (η Αιτήτρια) στην ομάδα των αυτονομιστών οι χωρικοί είπαν ότι αυτό είναι θέμα μεταξύ της Αιτήτριας και της κυβέρνησης.

 

Στη συνέχεια κληθείσα να εξηγήσει γιατί κατά την υποβολή της αίτησής της και την καταγραφή της η Αιτήτρια αναφέρθηκε στον εξαναγκαστικό γάμο χωρίς να αναφερθεί στην ομάδα των αυτονομιστών και στην αναζήτησή της από τον στρατό, εξήγησε ότι της υποδείχτηκε να είναι συνοπτική κατά την καταγραφή και ότι θα μπορεί να αναφερθεί για τους λόγους εγκατάλειψης κατά την διάρκεια της συνέντευξης. Η Αιτήτρια ωστόσο πρόσθεσε ότι  λόγος που σύναψε σχέση με τον νεαρό αυτονομιστή ήταν εξαιτίας του εξαναγκαστικού γάμου.  

 

Στη συνέχεια τέθηκαν διευκρινιστικά ερωτήματα ως προς τον γάμο που παραδοσιακά τελέστηκε παρά την θέληση της Αιτήτριας. Ειδικότερα, η Αιτήτρια, ανέφερε ότι όταν βρισκόταν στην ηλικία των 16 ετών η μητέρα της ήταν το πρόσωπο που την ανάγκασε να παντρευτεί τον μεγαλύτερο σε ηλικία άνδρα, γιατί δεν μπορούσε να την φροντίζει. Κληθείσα να αναφερθεί σε περισσότερες πληροφορίες για αυτό τον άνδρα, η Αιτήτρια ανέφερε ότι ονομάζεται «Eseme» και ότι εργάζεται σε εταιρεία κατασκευής και συντήρησης οδικού δικτύου. Ανέφερε ακόμα ότι κατάγεται από το ίδιο χωριό με αυτή όμως μεγάλωσε και διέμενε στην Yaoundé. Τον χαρακτήρισε αλαζόνα, ότι προέβαινε σε πράξεις κατά της Αιτήτριας χωρίς τη θέλησή της και ασκούσε πάνω της εξουσία. Η Αιτήτρια δήλωσε ότι το 2003 αυτός ο άνδρας επισκέφθηκε το πατρικό τους σπίτι και η μητέρα της την πληροφόρησε ότι πρόκειται να είναι ο σύζυγός της.

 

Ερωτηθείσα να αναφερθεί στο διάστημα που ήταν «παντρεμένη» με το πρόσωπο αυτό δήλωσε ότι διέφυγε από αυτόν το 2020. Κληθείσα να αναφέρει πως ήταν η ζωή μαζί του και τον τρόπο που της συμπεριφερόταν, η Αιτήτρια δήλωσε ότι την εξανάγκαζε να κοιμάται μαζί του παρά την θέλησή της, την κτυπούσε και επισκεπτόταν το νοσοκομείο και η πρώτη φορά που νοσηλεύτηκε ήταν το 2014. Ερωτηθείσα αν την κτυπούσε μετά την γέννηση της κόρης τους, η Αιτήτρια δήλωσε ότι απέναντί της ήταν βίαιος από την αρχή. Η Αιτήτρια δήλωσε ότι αν και υπέβαλε καταγγελία στις αστυνομικές αρχές, δεν την βοήθησαν καθότι δεν είχε πιστοποιητικό γάμου. Ακολούθως, η Αιτήτρια δήλωσε ότι ζήτησε τη βοήθεια του θείου της, ο τελευταίος μίλησε στο σύζυγό της, χωρίς όμως κάποιο αποτέλεσμα, έτσι η Αιτήτρια αποφάσισε να φύγει.  

 

Ερωτηθείσα αν οι αρχές του Καμερούν μπορούν να προστατεύσουν τις γυναίκες και για το αν υπάρχει νομοθεσία σχετικά με την οικογενειακή βία, η Αιτήτρια αποκρίθηκε ότι δεν γνωρίζει, ίσως όπως πρόσθεσε αν η γυναίκα εν τέλει δολοφονηθεί, μπορεί να ψάξουν και να τιμωρήσουν τον θύτη. Σχετικά με την νομοθεσία η Αιτήτρια αποκρίθηκε ότι σίγουρα υπάρχει, αλλά στην πράξη δεν εφαρμόζεται. Στη συνέχεια, η Αιτήτρια κλήθηκε να απαντήσει γιατί δεν εγκατέλειψε τον εν λόγω παραδοσιακό γάμο, αφού δεν ήταν νόμιμα παντρεμένη και αποκρίθηκε ότι αν και αποπειράθηκε να ξεφύγει όμως τα μέλη της οικογένειάς της την έστειλαν και πάλι πίσω στο σύζυγό της.

 

Κληθείσα η Αιτήτρια να εξηγήσει προηγούμενη αναφορά της, ήτοι ότι  αναγκαζόταν να εργάζεται για να συντηρεί τον εαυτό της και την θυγατέρα της αφού ο σύζυγός της ήταν οικονομικά ευκατάστατος, η Αιτήτρια αποκρίθηκε ότι ο σύζυγός της δεν την φρόντιζε και δεν της έδινε χρήματα. Η Αιτήτρια δήλωσε ότι μετά από 17 χρόνια μαζί με τον σύζυγό της επειδή η μητέρα της δεν την δέχτηκε, κατέληξε στη περιοχή Gipenda. Ο σύζυγός της αναζητούσε αυτή και την κόρη τους στο χωριό κακολογώντας την στη μητέρα της και ζητώντας από αυτή (τη μητέρα της Αιτήτριας) τα χρήματα που ξόδεψε για την Αιτήτρια. Όταν η Αιτήτρια επισκεπτόταν τη μητέρα της στο χωριό τους, η τελευταία επέμενε να επιστρέψει στο σύζυγό της.

 

Η Αιτήτρια ανέφερε ότι ο σύζυγός της 2 φορές προσπάθησε να την αναζητήσει. Ακόμα ο σύζυγός της την πληροφόρησε ότι ακόμα και αν πεθάνει εκτός της χώρας τους, θα φροντίσει να επιστρέψει στη χώρα το νεκρό της σώμα γιατί του ανήκει αφού την έχει «αγοράσει» και ότι έχει ήδη ζητήσει από την οικογένειά της χρήματα.  Ακολούθησαν ερωτήματα σχετικά με τον μετέπειτα σύντροφό της. Ειδικότερα, ανέφερε ότι όταν εγκατέλειψε τη Yaoundé, επέστρεψε πίσω στο χωριό της και τον συνάντησε∙ όπως εξήγησε ήταν φίλοι από όταν ήταν παιδιά. Η Αιτήτρια δήλωσε ότι ήταν ζευγάρι με το νεαρό αγόρι για περίπου χρονική περίοδο 6 μηνών και ότι αυτός ήταν γεωργός. Η Αιτήτρια, όπως ανέφερε δεν γνώριζε ότι ήταν μέλος των αυτονομιστών, πρόσθεσε όταν του εξιστόρησε την ιστορία της ήταν μαζί της προστατευτικός.   Ερωτηθείσα για το πως πληροφορήθηκε ότι είναι μέλος των αυτονομιστών, η Αιτήτρια αποκρίθηκε ότι ξεκίνησαν να τον αναζητούν γιατί διέπραξε έγκλημα και οι στρατιωτικές αρχές ότι επίσης αναζητούν την Αιτήτρια.

 

Ερωτηθείσα για την θέση που κατείχε ο σύντροφος της, αποκρίθηκε ότι δεν γνωρίζει. Ως προς το τι ακριβώς συνέβη την μέρα που ο στρατός τον αναζητούσε, η Αιτήτρια δήλωσε ότι ο νεαρός, μετέβη για να πολεμήσει τον στρατό και ο στρατός αφίχθηκε στο χωριό πυροβολώντας, συλλαμβάνοντας αθώους πολίτες κατηγορώντας τους ότι προκαλούν προβλήματα. Η πληροφορία ότι ο σύντροφός της ήταν μέλος των αυτονομιστών ξεκίνησε από τους χωρικούς οι οποίοι το διέδωσαν και έτσι κατάφεραν να διαφύγουν μακριά. Περιέγραψε ότι έφυγε από το σπίτι το απόγευμα, λέγοντας στην Αιτήτρια ότι θα επισκεπτόταν τους φίλους του, όμως μαζί με την υπόλοιπη ομάδα πολεμούσαν προκαλώντας προβλήματα και έτσι οι χωρικοί την πληροφόρησαν ότι τον αναζητεί ο στρατός αφού είναι μέλος των αυτονομιστών.

 

Η Αιτήτρια εξήγησε επίσης ότι όταν τα μέλη του στρατού δεν κατάφερναν να εντοπίσουν το πρόσωπο που αναζητούσαν, προσέγγιζαν την σύντροφό του για να πληροφορηθούν που βρίσκεται. Η ίδια όμως ανέφερε ότι δεν τους είδε ποτέ, και από τότε δεν ξαναείδε τον σύντροφό της. Μετά το περιστατικό αυτό, η Αιτήτρια δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα έπειτα διάστημα περίπου 2-3 μηνών.

 

Σε σχέση με τα εντάλματα σύλληψης η Αιτήτρια ανέφερε ότι της τα έστειλε η αδερφή της τα οποία έλαβε από τον ξάδερφό τους∙ ο στρατός τα άφησε στο χωριό όταν την αναζητούσαν. Όταν ρωτήθηκε για τα υπόλοιπα πρόσωπα που αναφέρονται στα εντάλματα, η Αιτήτρια αποκρίθηκε ότι πρόκειται για άλλα πρόσωπα που επίσης αναζητούνται, χωρίς η ίδια να τα γνωρίζει. Σχετικά με το περιεχόμενο των εγγράφων, κληθείσα να εξηγήσει γιατί αναφέρεται ότι τα προβλήματα ξεκίνησαν τον Δεκέμβριο 2021, ενώ η ίδια είχε ήδη εγκαταλείψει τη χώρα, απάντησε ότι δεν γνωρίζει και υποθέτει ότι το έγγραφο ίσως συντάχθηκε τότε. Πρόσθεσε ότι το περιστατικό συνέβη στις αρχές του 2021 και ότι τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους άρχισαν να την αναζητούν. Σε ότι αφορά την αναφορά της ότι θεωρείται «επαναστάτης» («rebel»), εξήγησε ότι αυτό οφείλεται στο ότι ήταν η σύντροφος ενός «επαναστάτη», με αποτέλεσμα να κατηγορείται και η ίδια. Επίσης ανέφερε ότι, με τη βοήθεια του θείου της, χωρίς η ίδια να γνωρίζει με ποιον τρόπο, κατάφερε να εγκαταλείψει τη χώρα παρότι οι αστυνομικές αρχές την αναζητούσαν.

 

Κληθείσα να εξηγήσει πως πέρασε τον έλεγχο ασφαλείας κατά την έξοδό της από την χώρα, απάντησε ότι τη συνόδευε ένας άνδρας ο οποίος της κρατούσε το χέρι και περπατούσαν μαζί. Αν και ο άνδρας δεν φορούσε στολή, εργαζόταν στο αεροδρόμιο και ο θείος της μαζί με τον δικηγόρο διευθέτησαν τη διέλευσή της από τον έλεγχο. Σε ερώτηση για το αν τα αδέρφια της κινδυνεύουν, απάντησε θετικά προσθέτοντας ότι επειδή οι αρχές εξακολουθούν να την αναζητούν, κινδυνεύουν και εκείνα. Για την θυγατέρα της, δεν γνωρίζει αν διατρέχει κίνδυνο και ότι δεν την πήρε μαζί της γιατί δεν είχε την οικονομική δυνατότητα. Ερωτηθείσα γιατί η κατάσταση ήταν τόσο σοβαρή για την ίδια, αποκρίθηκε ότι αυτό συνέβαινε λόγω του συντρόφου της και επειδή  υπέθεταν ότι συνεργάζονταν.

 

Ακολούθησαν ερωτήσεις για τις γνώσεις της Αιτήτριας σχετικά με τους αυτονομιστές. Αρχικά απάντησε ότι ονομάζονται «Ambazonian», αντιτίθενται στην κυβέρνηση και επιθυμούν να μην διοικούνται από τους γαλλόφωνους. Δήλωσε ότι δεν γνωρίζει ποιος είναι ο ιδρυτής της ομάδας και ότι αγωνίζονται πολιτικά ζητήματα χωρίς όμως η Αιτήτρια να γνωρίζει περισσότερες πληροφορίες. Στόχος τους όπως είπε είναι η χώρα να χωριστεί σε δύο διαφορετικές πολιτείες. Ανέφερε επίσης ότι πρόεδρος της χώρας είναι ο Paul Biya.

 

Ερωτηθείσα η Αιτήτρια για το αν θα μπορούσε να επιστρέψει στη χώρα της και να εγκατασταθεί για παράδειγμα στη Douala, αποκρίθηκε ότι εκεί ζουν γαλλόφωνοι και πιστεύει ότι θα την σκοτώσουν. Εξήγησε ότι κατά την άποψη της ο στρατός και ο πρώην σύζυγός της έχουν παντού διασυνδέσεις, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να κρυφτεί πουθενά.

 

Οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας αξιολογήθηκαν από τον λειτουργό ο οποίος εντόπισε στην Έκθεση - Εισήγησή του τρεις (3) ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι προκύπτουν από τις δηλώσεις της Αιτήτριας:

1) Ταυτότητα, χώρα καταγωγής και προφίλ της Αιτήτριας,

2) η Αιτήτρια εξαναγκάστηκε να παντρευτεί μεγαλύτερο σε ηλικία άνδρα, απειλήθηκε από τη σύζυγο του πρώην συντρόφου της, λόγω της σχέσης που διατηρούσε μαζί του και

3) η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι την αναζητεί ο στρατός γιατί ο σύντροφός της ήταν μέλος των αποσχιστών.

 

Ως προς τον πρώτο ισχυρισμό της Αιτήτριας, ο αρμόδιος λειτουργός αξιολόγησε αυτόν ως εσωτερικά και εξωτερικά αξιόπιστο και τον έκανε δεκτό, αποδεχόμενος τα στοιχεία του προφίλ της Αιτήτριας, καθώς η Αιτήτρια απάντησε με συνέπεια και με επαρκείς λεπτομέρειες σε όλα τα ερωτήματα που της τέθηκαν σε ό,τι αφορά αυτό το ουσιώδες θέμα και οι δηλώσεις της επιβεβαιώθηκαν από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.

 

Ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, δεν έγινε αποδεκτός από τον λειτουργό. Συγκεκριμένα, ως επεσήμανε, η Αιτήτρια αν και ήταν σε θέση να αναφερθεί με επαρκείς λεπτομέρειες για τον σύζυγό της σε αρκετά σημεία, εντούτοις όταν ρωτήθηκε πότε τελέστηκε ο γάμος, υπέπεσε σε αντίφαση αφού κατά την καταγραφή της αίτησης της για άσυλο και κατά την διάρκεια της προσωπικής της συνέντευξης, αναφέρθηκε στη μεν πρώτη περίπτωση ότι παντρεύτηκε όταν ήταν 18 χρονών ενώ κατά τη συνέντευξη ανέφερε ότι παντρεύτηκε σε ηλικία 16 ετών. Όταν της επισημάνθηκε η εν λόγω διαφοροποίηση από το λειτουργό, δήλωσε ότι δεν θυμάται, όμως σίγουρα ήταν μικρό παιδί. Ο λειτουργός περαιτέρω επεσήμανε στην έκθεση του ότι παρά το ότι η Αιτήτρια περιέγραψε τον σύζυγό της ως βίαιο και κακοποιητικό εις βάρος της, εντούτοις δεν εξήγησε γιατί παρέμεινε μαζί του για 17 χρόνια και ακόμα ότι παρά το ότι αυτός βρισκόταν σε καλή οικονομική κατάσταση η Αιτήτρια αναγκαζόταν να εργάζεται για να κερδίσει χρήματα για να συντηρεί τον εαυτό της και την κόρη της. Ακόμα, ο λειτουργός κατέγραψε ότι προσπάθησε να ξεφύγει από το γάμο όμως η μητέρα της δεν το αποδέχτηκε γιατί σύμφωνα με την παράδοση ο άνδρας καταβάλλει χρηματικό ποσό για να νυμφευτεί και ως εκ τούτου η γυναίκα του ανήκει, ωστόσο, ως προς το σημείο αυτό, ο λειτουργός καταλήγει ότι αφού η Αιτήτρια ήταν σε θέση να εργάζεται και να είναι ανεξάρτητη και επίσης γνώριζε ότι ο γάμος της δεν ήταν έγκυρος δεδομένου ότι δεν υπήρχε πιστοποιητικό και επίσημη τελετή, θα ήταν ευλόγως αναμενόμενο να απομακρυνθεί από τον εν λόγω άνδρα.

 

Τέλος, ο λειτουργός έκρινε ότι η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να τεκμηριώσει τον κίνδυνο που διέτρεχε από τον σύζυγό της, αφού ερωτηθείσα τι της συνέβη από την στιγμή που εν τέλει απομακρύνθηκε από το σύζυγό της (2020), μέχρι που εγκατέλειψε τη χώρα (2021), αποκρίθηκε ότι ο σύζυγός της την έψαξε μόνο δύο φορές για να της ζητήσει να επιστρέψει και να έχει επαφή με την θυγατέρα τους. 

 

Αξιολογώντας την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, ο λειτουργός προέβη σε έρευνα σχετικά με τους εξαναγκαστικούς γάμους στο Καμερούν, όπου εντόπισε πληροφορίες που αναφέρουν ότι βάση την νομοθεσία στο Καμερούν τα κορίτσια πρέπει να είναι 15 χρονών και τα αγόρια 18 για να είναι σε θέση να τελέσουν γάμο. Όμως, σύμφωνα με αξιόπιστες πηγές,  αναγκαστικοί γάμοι  κοριτσιών και αγοριών σε νεαρότερες ηλικίες είναι συνηθισμένοι στις βόρειες και αγροτικές περιοχές του Καμερούν. Επιπλέον, από εξωτερικές πηγές εντοπίστηκαν επίσης πληροφορίες ότι γονείς κοριτσιών σε ορισμένες περιοχές, τα παντρεύουν χωρίς τη συγκατάθεσή τους  και συχνά, οι γονείς της νύφης λαμβάνουν «προίκα» από τον σύζυγο, ο οποίος μερικές φορές είναι πολλά χρόνια μεγαλύτερος από το κορίτσι και επειδή έχει καταβληθεί «προίκα», το κορίτσι θεωρείται ιδιοκτησία του συζύγου.

 

Ωστόσο λαμβάνοντας υπόψη ότι οι αναφορές της Αιτήτριας ήταν ασυνεπείς και από το αφήγημα της εξέλειπαν πληροφορίες και λεπτομέρειες, ο λειτουργός απέρριψε τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό της.

 

Σχετικά με τον τρίτο ισχυρισμό, ήτοι ότι ο στρατός αναζητεί την Αιτήτρια γιατί ο σύντροφός της ήταν μέλος των αποσχιστών, επίσης δεν έγινε αποδεκτός από τον λειτουργό. Συγκεκριμένα, ο λειτουργός επεσήμανε στην Έκθεση-Εισήγησή του ότι τέθηκαν αρκετές ερωτήσεις στην Αιτήτρια αναφορικά με τον σύντροφό της όμως δεν ήταν σε θέση να απαντήσει σχετικά με αυτόν και την σύνδεση του με τους «Ambazonian». Οι απαντήσεις της σχετικά με το σύντροφό της ήταν γενικές, αναφερόμενη ότι ήταν ερωτευμένη μαζί του από το σχολείο. Ο λειτουργός επεσήμανε ότι για το χρονικό διάστημα των 6 μηνών που ήταν ζευγάρι, η Αιτήτρια δεν υποψιάστηκε ότι ο σύντροφός της συνδεόταν με τους Ambazonian, αν και πολλές φορές έφευγε από το σπίτι. Κρίθηκε ακόμα από το λειτουργό ότι η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να παρέχει καμία πληροφορία για τη θέση του συντρόφου της στην ομάδα των μαχητών, ούτε αντιλήφθηκε ποτέ την στολή του ή τα όπλα.  

 

Σχετικά με το περιστατικό της επίθεσης του στρατού στο χωριό και στο σπίτι που διέμενε, στις αρχές του 2021, η Αιτήτρια περιέγραψε ότι δημιουργήθηκε χάος και υπήρξαν ανησυχίες μεταξύ των χωρικών. Ακόμα από τις αναφορές τις Αιτήτριας διαφαίνεται ότι οι χωρικοί-γείτονες φαίνεται να γνώριζαν ότι ο στρατός αναζητούσε τον σύντροφό της, ενώ η ίδια δεν αντιλήφθηκε κάτι. Η απλή απάντησή της ότι «δεν γνώριζε» δημιουργεί αμφιβολίες, σύμφωνα με τον λειτουργό για το πώς η Αιτήτρια παρέμεινε σε άγνοια, όταν η υπόλοιπη κοινότητα ήταν ενήμερη.

 

 

Ο λειτουργός έκρινε ότι η Αιτήτρια εξακολούθησε να απαντά με ασυναρτησίες, καθότι παρά το ότι ρωτήθηκε για το πως κατάφερε να εγκαταλείψει τη χώρα ενώ ήταν καταζητούμενη από τον στρατό, αποκρίθηκε ότι δεν γνώριζε τον τρόπο, όμως το πέτυχε με τη βοήθεια του θείου της. Όταν ρωτήθηκε αν εξακολουθεί να βρίσκεται σε κίνδυνο, δεδομένου ότι κανείς δεν την έψαξε τους τελευταίους μήνες, καθώς έμενε στην Kumba, είπε ότι εξακολουθούν να την αναζητούν, καθώς και τα αδέλφια της, τα οποία επίσης κρύβονται. Όταν ρωτήθηκε αν η αδελφή της, η οποία έχει μόνιμη κατοικία στην πόλη Kumba και έχει επίσης υπό την φροντίδα της την κόρη της Αιτήτριας, βρίσκεται σε κίνδυνο, απάντησε αρνητικά, καθώς όπως ανέφερε είναι παντρεμένη.

 

Τέλος ο λειτουργός επεσήμανε στην Έκθεση-Εισήγησή του την άγνοια της Αιτήτριας σχετικά με τους Ambazonian, καθότι όπως η ίδια ανέφερε δεν γνωρίζει τα πολιτικά, γνωρίζει όμως ότι επιθυμία των Ambazonian είναι να χωριστεί η χώρα.

 

Υπό το σκέλος της εξωτερικής αξιοπιστίας, αρχικά ο λειτουργός κατέγραψε ότι δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί αν ο σύντροφος της Αιτήτριας ήταν μέλος των Ambazonian. Ακολούθως, προχώρησε στην αξιολόγηση των εγγράφων τα οποία η Αιτήτρια προσκόμισε. Αναφορικά με το αντίγραφο φωτογραφίας ενός νεκρού προσώπου που η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι απεικονίζεται ο σύντροφός της (ερυθρό 30 του δ.φ.), ο λειτουργός κατέγραψε ότι δεν μπορεί να αξιολογηθεί περαιτέρω καθότι δεν τεκμηριώνεται ότι πρόκειται για τον σύντροφο της Αιτήτριας, όπως ομοίως κατέγραψε για το αντίγραφο εντάλματος σύλληψης που προσκόμισε η Αιτήτρια και που ισχυρίζεται ότι αφορά τον σύντροφό της (ερυθρό 31 του δ.φ.).

 

Σχετικά με τα αντίγραφα ενταλμάτων σύλληψης της ίδια (ερυθρά 34-32 του δ.φ.), ο λειτουργός από τις αναφορές της Αιτήτριας έκρινε ότι αυτή δεν ήταν σε θέση να παρέχει λεπτομέρειες σχετικά με αυτά, όπως το περιεχόμενό τους, το πως βρέθηκαν στη κατοχή της αδερφής της και κατ’ επέκταση στην κατοχή της ίδιας, χωρίς να γνωρίζει που βρίσκονται τα αυθεντικά. Σχετικά με το περιεχόμενο τους, ερωτηθείσα η Αιτήτρια για το λόγο που  κατηγορείται η ίδια για αδικήματα τα οποία διαπράχθηκαν μετά τον Δεκέμβριο του 2021, ενώ είχε ήδη εγκαταλείψει τη χώρα, η Αιτήτρια σύμφωνα με τον λειτουργό δεν έδωσε απάντηση. Ακόμα, ο λειτουργός επεσήμανε ότι κληθείσα η Αιτήτρια να εξηγήσει γιατί καταζητείται και χαρακτηρίζεται ως «επαναστάτης» και επίσης κατηγορείται για μια σειρά εγκλημάτων, η Αιτήτρια απλά αναφέρθηκε στη σχέση της με τον σύντροφό της.

 

Ο λειτουργός έκρινε ότι τα προσκομισθέντα έγγραφα δεν αρκούν από μόνα τους για να τεκμηριώσουν τον ισχυρισμό της Αιτήτριας. Σε συνδυασμό με την αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας των ισχυρισμών της, τα υποβληθέντα έγγραφα θα μπορούσαν να τεκμηριώσουν τους ισχυρισμούς της, όμως λόγω του ότι η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να παράσχει επαρκείς πληροφορίες και κρίθηκε αναξιόπιστη, τα έγγραφα δεν αρκούσαν για να τεκμηριώσουν τους ισχυρισμούς της.

 

Επιπρόσθετα, ο λειτουργός προέβη σε έρευνα η οποία επιβεβαίωσε τη δράση των Ambazonian και τις συγκρούσεις με το στρατό, με επιπτώσεις στους πολίτες και στις κοινότητες, ο λειτουργός κατέληξε ότι αν και η εξωτερική αξιοπιστία τεκμηριώνεται μερικώς από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, ωστόσο δεδομένης της έλλειψης εσωτερικής αξιοπιστίας στο αφήγημα της Αιτήτριας, ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός της απορρίφθηκε.  

 

Υπό το φως των ανωτέρω, στη βάση του μοναδικού αποδεδειγμένου πραγματικού ισχυρισμού της Αιτήτριας, σε σχέση με το προφίλ της και την χώρα καταγωγής της αλλά και λαμβανομένων υπόψιν πληροφοριών από τη χώρα καταγωγής της για την κατάσταση ασφαλείας στο Καμερούν και στη πόλη Kumba στην Νοτιοδυτική Περιφέρεια και στη πόλη Yaounde του Καμερούν όπου διέμενε η Αιτήτρια, λαμβανομένων υπόψιν και των προσωπικών της περιστάσεων, ήτοι υγιής ενήλικη γυναίκα, ικανή προς εργασία, μητέρα  ενός κοριτσιού 12 ετών, διαπιστώθηκε ότι υπάρχουν εύλογοι λόγοι να πιστεύεται ότι συντρέχει εύλογη πιθανότητα να αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, σε περίπτωση επιστροφής της στην χώρα καταγωγής της και ειδικότερα στην πόλη Kumba στην Νοτιοδυτική περιοχή.

 

Εν συνεχεία, κατά τη νομική ανάλυση, ο λειτουργός, λαμβάνοντας υπόψη τα όσα προέβαλε η Αιτήτρια, το προφίλ της και την αξιολόγηση κινδύνου, κατέληξε ότι δεν τεκμηριώθηκε φόβος δίωξης για έναν από τους πέντε λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης, του άρθρου 2(δ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (από τούδε και στο εξής, «η Οδηγία») και του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου και ως εκ τούτου η Αιτήτρια δεν δικαιούτο να αναγνωριστεί ως πρόσφυγας.

 

Επιπλέον, κρίθηκε ότι βάσει του αποδεκτού ουσιώδους ισχυρισμού δεν προέκυψε πραγματικός κίνδυνος θανατικής ποινής ή εκτέλεσης σύμφωνα με το άρθρο 15(α) της Οδηγίας, ούτε πραγματικός κίνδυνος βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας δυνάμει του άρθρου 15(β) της Οδηγίας.  Αναφορικά με το άρθρο 15(γ) της Οδηγίας, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, λαμβάνοντας υπόψη τις πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στις περιοχές του Νοτιοδυτικού και Βορειοδυτικού Καμερούν, καταδεικνύεται ότι δεν υφίσταται κίνδυνος σοβαρής και ατομικής απειλής για τη ζωή ή την ασφάλεια της Αιτήτριας λόγω αδιάκριτης βίας απλώς και μόνο λόγω της παρουσίας της στις αγγλόφωνες περιοχές, εφόσον λήφθηκε υπόψη ότι η Αιτήτρια δεν απέδειξε ότι οι προσωπικές της περιστάσεις  αυξάνουν τις πιθανότητες να διατρέξει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής και ατομικής απειλής για τη ζωή ή την ασφάλειά της σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα της.

 

Συγκεκριμένα, ως προς τις προσωπικές περιστάσεις της Αιτήτριας, επισημαίνουν ότι πρόκειται για άμαχο πολίτη, γυναίκα νεαρής ηλικίας, μητέρα ενός κοριτσιού, ικανή να εργαστεί με προηγούμενη περιοχή διαμονής τη Νοτιοδυτική Περιφέρεια χωρίς να αντιμετωπίσει δίωξη ή κίνδυνο σοβαρής βλάβης και δεν παρουσιάζει  δείκτες ευαλωτότητας.  Βάσει της ανωτέρω ανάλυσης, κρίθηκε ότι δεν δύναται να παραχωρηθεί καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας στην Αιτήτρια.

 

Εξετάζοντας τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας, καθώς και τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, θα συμφωνήσω με την κατάληξη των Καθ’ ων η Αίτηση. Η  αφήγηση της Αιτήτριας δεν φτάνει τον απαιτούμενο αλλά και ενδεδειγμένο βαθμό σαφήνειας και επάρκειας λεπτομερειών, που εύλογα αναμένει κανείς από άτομο που εξιστορεί βιωματικές εμπειρίες. Παρά την πληθώρα ερωτήσεων που τέθηκαν στην Αιτήτρια από τον αρμόδιο λειτουργό και τις ευκαιρίες που της δόθηκαν για να εξηγήσει, να περιγράψει, και να σχολιάσει τα όσα η ίδια πρόβαλε, το Δικαστήριο αξιολογεί ότι οι δηλώσεις της Αιτήτριας δεν δύνανται να θεμελιώσουν την εσωτερική αξιοπιστία του δεύτερου και τρίτου ουσιώδους ισχυρισμού. Η Αιτήτρια υπέπεσε σε  αντιφάσεις, ενώ οι απαντήσεις της στερούνταν συνοχής και ευλογοφάνειας. Η Αιτήτρια προέβαλε ένα συγκεχυμένο αφήγημα, χωρίς να είναι σε θέση να παρουσιάσει τα γεγονότα με συνέπεια και υπήρξε αόριστη.

 

Τονίζω δε ότι το βάρος απόδειξης του αιτήματός της βαραίνει αρχικά την ίδια την Αιτήτρια (Άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου). Σύμφωνα δε με την παράγραφο 205 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια του Καθεστώτος των Προσφύγων:

«(α) Ο αιτών πρέπει:

(Ι) Να λέει την αλήθεια και να παρέχει κάθε βοήθεια στον εξεταστή για τη διαπίστωση των στοιχείων της υπόθεσής του.

(ΙΙ) Να προσπαθεί να τεκμηριώσει τους ισχυρισμούς του με κάθε διαθέσιμο αποδεικτικό μέσο και να δώσει ικανοποιητική εξήγηση για τυχόν ελλείψεις τους. Εάν παρουσιασθεί ανάγκη, πρέπει να προσπαθήσει να προσκομίσει πρόσθετα αποδεικτικά μέσα.

(ΙΙΙ) Να δώσει όλες τις σχετικές πληροφορίες που αφορούν τον ίδιο και τις προηγούμενες εμπειρίες του, τόσο λεπτομερειακά όσο είναι αναγκαίο, ώστε να δοθεί στον εξεταστή η δυνατότητα να διαπιστώσει τη συνδρομή των σχετικών γεγονότων. Πρέπει ακόμη να κληθεί να δώσει μια συναφή εξήγηση ως προς όλους τους λόγους που επικαλείται για να υποστηρίξει την αίτηση για το καθεστώς του πρόσφυγα και να απαντήσει σε όσες ερωτήσεις του τεθούν

 

Πέραν των ανωτέρω, ούτε κατά τη διάρκεια της εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης, η Αιτήτρια προσκόμισε επιπρόσθετη μαρτυρία ή στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι λανθασμένα κρίθηκε η αξιοπιστία της και ότι έχει γνήσιο αίτημα διεθνούς προστασίας.

 

Από τα πιο πάνω, συνάγεται ότι η έρευνα που είχε προηγηθεί της απόφασης για απόρριψη της αίτησης της Αιτήτριας ήταν επαρκής και είχαν συλλεγεί και διερευνηθεί όλα τα ουσιώδη στοιχεία σε συνάρτηση πάντα με τους ισχυρισμούς που είχε προβάλει η Αιτήτρια καθ’ όλη τη διαδικασία εξέτασης του αιτήματός της.  Είναι δε πάγια νομολογημένο ότι η έρευνα είναι επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το θέμα που εξετάζεται (βλ. Motorways Ltd v. Δημοκρατίας Α.Ε. 2371/25.6.99).  

 

Κατά συνέπεια, στη προκειμένη περίπτωση, κρίνω ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπο της Αιτήτριας εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που δικαιολογούν την θεμελίωση δικαιολογημένου φόβου δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου. Κατά τα παραπάνω, δεν μπορεί να παραχωρηθεί στην Αιτήτρια, ούτε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας επί τη βάσει των άρθρων 19(2), (α) και (β) του Περί Προσφύγων Νόμου, καθώς δεν έχει στοιχειοθετηθεί πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης υπό τις εκεί προβλεπόμενες μορφές.

 

Αναφορικά με την υπαγωγή της Αιτήτριας σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, το οποίο προϋποθέτει ουσιώδεις λόγους να πιστεύεται ότι η Αιτήτρια θα υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής της ακεραιότητας, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της, υπάρχει ευρεία νομολογία τόσο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015, ECLI:CY:AD:2015:D619) όσο και του ΔΕΕ (βλ. C-285/12, A. Diakité v. Commissaire général aux réfugiés et aux apatrides, 30/01/2014, C-465/07, Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie, 17/02/2009), καθώς επίσης και του ΕΔΔΑ (βλ. K.A.B. v. Sweden, 886/11, 05/09/2013 (final 17/02/2014), Sufi and Elmi v. the United Kingdom, 8319/07 and 11449/07, 28/11/2011) στις οποίες ερμηνεύεται η έννοια της αδιακρίτως ασκούμενης βίας και της ένοπλης σύρραξης και τίθενται κριτήρια ως προς τη σοβαρότητα του κινδύνου που προϋποτίθεται για την αξιολόγηση των περιπτώσεων στις οποίες εξετάζεται η πιθανότητα παραχώρησης συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Από επικαιροποιημένη έρευνα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης στην οποία προέβη το Δικαστήριο, σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στο Καμερούν προκύπτουν τα ακόλουθα:

 

Ως προς τη γενικότερη κατάσταση ασφαλείας στο Καμερούν, το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ σε έκθεση αναφορικά με τις εξελίξεις στην κατάσταση ασφαλείας στην Κεντρική Αφρική, η οποία δημοσιεύτηκε στις 31 Μαΐου 2023 σημειώνει ότι στις Βορειοδυτικές και Νοτιοδυτικές Περιφέρειες του Καμερούν, συνέχισαν οι αναφορές και καταγγελίες για παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που διαπράχθηκαν από δυνάμεις ασφαλείας και άμυνας και ένοπλες αυτονομιστικές ομάδες εναντίον αμάχων, συμπεριλαμβανομένων των δολοφονιών και της καταστροφής περιουσίας. Επιπλέον, η αναγκαστική απαγόρευση κυκλοφορίας, η χρήση αυτοσχέδιων εκρηκτικών μηχανισμών και η απαγωγή αμάχων από ένοπλες ομάδες περιόρισαν την διανομή της απαραίτητης ανθρωπιστικής βοήθειας.[1] 

 

Σύμφωνα με το Human Rights Watch σε έκθεση για την χώρα η οποία καλύπτει το έτος 2023, αναφέρεται πως το 2023, ένοπλες ομάδες και κυβερνητικές δυνάμεις συνέχισαν τη διάπραξη παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων παράνομων δολοφονιών, στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν και στην περιοχή του Άπω Βορρά. Η βία στις δύο αγγλόφωνες βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές συνεχίστηκε για έκτη χρονιά, παρά το γεγονός ότι ο Πρόεδρος Paul Biya  δήλωσε τον Ιανουάριο ότι πολλές ένοπλες αυτονομιστικές ομάδες είχαν παραδοθεί και ότι η απειλή που αποτελούσαν είχε μειωθεί σημαντικά. Μέχρι τα μέσα του έτους, υπήρχαν πάνω από 638.000 εσωτερικά εκτοπισμένοι στις αγγλόφωνες περιοχές και τουλάχιστον 1,7 εκατομμύρια άνθρωποι χρειάστηκαν ανθρωπιστική βοήθεια. Άμαχοι αντιμετώπισαν δολοφονίες και απαγωγές από ένοπλες ισλαμιστικές ομάδες στην περιοχή του Άπω Βορρά, συμπεριλαμβανομένης της Μπόκο Χαράμ και του Ισλαμικού Κράτους στην επαρχία της Δυτικής Αφρικής (ISWAP). Οι αυτονομιστές μαχητές συνέχισαν να στοχεύουν αμάχους, αναγκάζοντας τους να μένουν κλεισμένοι στα σπίτια τους και εξαπολύοντας επιθέσεις γύρω από μεγάλα γεγονότα, όπως των εκλογών καθώς και του ανοίγματος των σχολείων την περίοδο του Σεπτεμβρίου. Οι δυνάμεις ασφαλείας απάντησαν στις αυτονομιστικές επιθέσεις, αποτυχαίνοντας συχνά να προστατεύσουν τους αμάχους σε όλες τις αγγλόφωνες περιοχές»[2].

 

Σύμφωνα με πρόσφατη ανάλυση για τη χώρα στην ιστοσελίδα του ACAPS της χώρας αναφέρεται πως το Καμερούν βιώνει διάφορες κρίσεις. Οι μακροχρόνιες δυσαρέσκειες της αγγλόφωνης κοινότητας στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές, μετά από δεκαετίες περιθωριοποίησης των μειονοτικών αγγλόφωνων περιοχών από τη γαλλόφωνη κυβέρνηση, κλιμακώθηκαν σε εκτεταμένες διαμαρτυρίες και απεργίες στα τέλη του 2016. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την εμφάνιση διαφορετικών αυτονομιστικών ομάδων να διαδηλώνουν υπέρ της αυτοαποκαλούμενης Δημοκρατίας της Ambazonia στα βορειοδυτικά και νοτιοδυτικά. Οι συγκρούσεις μεταξύ του στρατού και των αυτονομιστικών δυνάμεων έχουν εντείνει την ανασφάλεια στις ανωτέρω περιοχές, οδηγώντας 638.400 ανθρώπους σε εκτοπισμό  στο εσωτερικό της χώρας και 64.000 σε αναζήτηση καταφυγίου στη γειτονική Νιγηρία μέχρι τις 9 Φεβρουαρίου 2024. Επίσης, η εξέγερση της Boko Haram  στα βορειοανατολικά της Νιγηρίας έχει επίσης εξαπλωθεί στην περιοχή του Άπω Βορρά (extreme Nord), όπου 120.869 Νιγηριανοί πρόσφυγες έχουν καταφύγει στον Άπω Βορρά του Καμερούν, ενώ η βία από την Boko Haram και το Ισλαμικό Κράτος έχει εκτοπίσει εσωτερικά περισσότερους από 453.600 ανθρώπους[3].

 

Εν προκειμένω, αναφορικά με τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, ήτοι τη Νοτιοδυτική περιφέρεια του Καμερούν, το Δικαστήριο προχώρησε σε επικαιροποιημένη έρευνα αναφορικά με τις επικρατούσες εκεί συνθήκες.

 

Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων RULAC (Rule of Law in Armed Conflict) της Ακαδημίας της Γενεύης παρατηρείται ότι το Καμερούν εμπλέκεται σε μη διεθνή ένοπλη σύρραξη με την Boko Haram στο Βορρά (περιοχή Far North)[4] ενώ στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές (Northwest και Southwest) αναφέρεται ότι αριθμός αγγλόφωνων αποσχιστικών ομάδων μάχεται έναντι της κυβέρνησης για την ανεξαρτησία των περιοχών. Ωστόσο, η βία δεν ισοδυναμεί με μη διεθνή ένοπλή σύρραξη.[5]  

 

Στις περιοχές Βορειοδυτικού και Νοτιοδυτικού Καμερούν, γνωστές και ως Αγγλόφωνες περιοχές[6], οι συγκρούσεις μεταξύ των κυβερνητικών δυνάμεων και των αποσχιστών συνεχίζονται από το 2017, όταν οι αποσχιστές επιχείρησαν να ιδρύσουν ένα ανεξάρτητο κράτος[7]. Το Armed Conflict Location & Event Data Project (ACLED) ανέφερε ότι το 2023, οι εσωτερικές διαφωνίες μεταξύ των ηγετών των αποσχιστών χώρισαν τις αυτοανακηρυχθείσες αγγλόφωνες κυβερνήσεις σε περισσότερες από 50 αποσχιστικές ομάδες, αποδυναμώνοντας τις πολιτικές τους απαιτήσεις και την ικανότητά τους να αντισταθούν στις κυβερνητικές επιθέσεις[8]. Το ACLED περαιτέρω έδειξε ότι η συνεχιζόμενη σύγκρουση και οι ανταγωνιστικές εδαφικές διεκδικήσεις μεταξύ αυτονομιστικών ομάδων και της κεντρικής κυβέρνησης έχουν μετατρέψει τις αγγλόφωνες περιοχές σε ένα κατακερματισμένο σύστημα φορολογίας, ασφάλειας και δημόσιων υπηρεσιών, τις οποίες διαχειρίζονται διάφοροι ασυντόνιστοι παράγοντες, μεταξύ των οποίων αυτονομιστές, η κυβέρνηση, ιδιωτικές εταιρείες και ανθρωπιστικές οργανώσεις[9].

 

Τον Ιανουάριο του 2024, το UNOCHA ανέφερε ότι οι πληθυσμοί στις περιοχές Βορειοδυτικού και Νοτιοδυτικού Καμερούν «συνεχίζουν να υφίστανται κακομεταχείριση, συμπεριλαμβανομένων των δολοφονιών, της καταστροφής περιουσιών, των απαγωγών για λύτρα, της παράνομης φορολόγησης, των αυθαίρετων συλλήψεων και των εκβιασμών»[10]. Η κατάσταση ασφάλειας παρέμεινε «εξαιρετικά ασταθής» καθ' όλη τη διάρκεια του 2024[11], με αύξηση της εγκληματικότητας, επιδρομές από NSAGs (Μη Κρατικές Ένοπλες Ομάδες) σε αστικά κέντρα, επιθέσεις στις δυνάμεις ασφαλείας του κράτους, απειλές κατά των πολιτών και χρήση αυτοσχέδιων εκρηκτικών συσκευών (IEDs) από τις NSAGs[12]. Σύμφωνα με το ACLED, «η σύγκρουση στην Αγγλόφωνη περιοχή αυξάνεται κάθε χρόνο, με τα βίαια περιστατικά να αυξάνονται κατά μέσο όρο 49% ετησίως από το 2020 έως το 2023»[13]. Η ίδια πηγή ανέφερε ότι οι αποσχιστές επέβαλαν κλεισίματα και απεργίες στις σχολικές δραστηριότητες και ήταν υπεύθυνοι για το 89% των σχεδόν 50 βίαιων περιστατικών που στόχευαν δασκάλους το 2023[14].

 

Στην επικαιροποιημένη της έκθεση που καλύπτει την περίοδο Ιουλίου - Σεπτεμβρίου 2024, η Global Protection Cluster ανέφερε αύξηση των παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων τον Ιούλιο του 2024, με τις SSF (Δυνάμεις Ασφάλειας του Κράτους) να εκτελούν «επιχειρήσεις αποκλεισμού και έρευνας» που οδήγησαν σε επτά περιστατικά αυθαίρετων συλλήψεων, με 303 θύματα, ενώ οι NSAGs εγκαθίδρυσαν περισσότερα παράνομα σημεία ελέγχου για εκβιασμό χρημάτων και απαγωγή πολιτών για λύτρα[15]. Οι πιο συχνές παραβιάσεις που καταγράφηκαν ήταν αυθαίρετες συλλήψεις και κρατήσεις, σωματικές επιθέσεις ή κακοποίηση και δολοφονίες[16]. Ο μεγαλύτερος αριθμός παραβιάσεων μεταξύ Ιουλίου και Σεπτεμβρίου 2024 «καταγράφηκε στην Buea (457 θύματα) και την Muyuka (199 θύματα), και οι δύο στη νοτιοδυτική περιοχή του Fako, ακολουθούμενες από την Meme επίσης στη νοτιοδυτική περιοχή και έπειτα τη Mezam στην βορειοδυτική περιοχή»[17].

 

Το Δανέζικο Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες (DRC) διεξήγαγε μηνιαίες δραστηριότητες παρακολούθησης προστασίας στη νοτιοδυτική περιοχή μεταξύ Ιανουαρίου 2024 και Ιουνίου 2024 σε οκτώ κοινότητες των διαμερισμάτων Fako, Kupe Muanenguba και Meme[18]. Σύμφωνα με πηγές που συμβουλεύτηκε το DRC, μεταξύ Ιανουαρίου και Μαρτίου 2024, οι βασικές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων που αναφέρθηκαν από τον τοπικό πληθυσμό περιλάμβαναν αυθαίρετες συλλήψεις και παράνομες κρατήσεις, βασανιστήρια και απάνθρωπη μεταχείριση, κλοπές, οικονομικές απαγωγές, trafficking, και έμφυλη βία (GBV)[19]. Το DRC κατέγραψε 55 περιστατικά προστασίας και 428 θύματα μεταξύ Απριλίου και Ιουνίου 2024[20]. Οι παραβιάσεις που αναφέρθηκαν από τον τοπικό πληθυσμό περιλάμβαναν αυθαίρετες συλλήψεις, δολοφονίες, επιθέσεις και κακοποίηση, βασανιστήρια / απάνθρωπη μεταχείριση και έμφυλη βία, που διαπράχθηκαν από τις SSF και τις NSAGs[21].

 

Για την πληρότητα της έρευνας θα παρατεθούν τα πλέον πρόσφατα ποσοτικά δεδομένα για την ένταση της ένοπλης σύρραξης. Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, για το τελευταίο έτος (με τελευταία ενημέρωση στις 14/11/2025) καταγράφηκαν στη Νοτιοδυτική περιφέρεια (Sud-Ouest) του Καμερούν 434 περιστατικά πολιτικής βίας (“Political violence”, που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 352 θάνατοι. Στην πόλη Kumba, τόπος ο οποίος αναμένεται να επιστρέψει η Αιτήτρια, καταγράφηκαν 4 περιστατικά τα οποία δεν επέφεραν ανθρώπινες απώλειες.[22]

 

Από τις ανωτέρω πληροφορίες προκύπτει ότι στη Νοτιοδυτική περιφέρεια του Καμερούν λαμβάνει χώρα εσωτερική ένοπλη σύρραξη μεταξύ των κρατικών δυνάμεων και των αυτονομιστών, που συμπαρασύρει τον άμαχο πληθυσμό, σημειώνοντας αρκετές απώλειες. Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη τα περιστατικά ασφαλείας, ως αναλύθηκαν ανωτέρω, συνάγεται ότι η ένοπλη σύρραξη που συντελείται, δεν επηρεάζει την περιοχή Kumba σε τέτοιο βαθμό ώστε μόνη η παρουσία κάποιου άμαχου πολίτη εκεί να τον εκθέτει σε κίνδυνο.

 

Κατά τις διευκρινήσεις, ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε από τη συνήγορο της Αιτήτριας στο γεγονός της εγκυμοσύνης της και επικείμενης γέννησης του παιδιού της.  Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψιν από το Δικαστήριο ως μέρος του προφίλ της Αιτήτρια, ήτοι ότι κατά την επιστροφή της θα έχει υπό τη φροντίδα της και ανήλικο τέκνο.  Από τα στοιχεία που έχουν προσκομιστεί στο Δικαστήριο, διαφαίνεται ότι η Αιτήτρια είναι ενήλικη, χωρίς σοβαρά προβλήματα υγείας και ικανή προς εργασία. Επιπλέον, διαθέτει ικανοποιητικό μορφωτικό επίπεδο, ομιλεί την αγγλική γλώσσα και διαθέτει υποστηρικτικό δίκτυο στον τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής της, καθότι στη Kumba διαμένει η αδερφή της ενώ τα υπόλοιπα αδέρφια της στην γύρω περιοχή.  Επιπλέον, έχει ζήσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της στο Καμερούν και συγκεκριμένα στην πόλη Kumba, και επομένως γνωρίζει πολύ καλά την περιοχή ενώ και στο παρελθόν δεν προκύπτει οποιαδήποτε στοχοποίηση της. Επομένως, δεν εντοπίζονται στοιχεία ευαλωτότητας που να αυξάνουν το ρίσκο να υποστεί η Αιτήτρια σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής, έστω έχουσα υπό τη φροντίδα της και ανήλικο τέκνο. Τέλος, η Αιτήτρια δεν διαθέτει προφίλ πολιτικά ενεργού ανθρώπου ή ανθρώπου συνδεδεμένου με κάποια αντιμαχόμενη οργάνωση στην χώρα καταγωγής της, στοιχεία  που θα ενίσχυαν τον κίνδυνο στοχοποίησής της σε καθεστώς ένοπλης βίας.

 

Ως εκ τούτου, με βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι η Αιτήτρια δεν κατάφερε να αποδείξει ότι πάσχει η ορθότητα και νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης και ότι στο πρόσωπό της πληρούνται οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της στο καθεστώς του πρόσφυγα ή για να της παραχωρηθεί καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Ως εκ τούτου, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται.  Επιδικάζονται €800 έξοδα εναντίον της Αιτήτριας και υπέρ των Καθ’ ων η Αίτηση. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται. 

 

  Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[1] UN Security Council (Author): The situation in Central Africa and the activities of the United Nations Regional Office for Central Africa; Report of the Secretary-General [S/2023/389], 31 May 2023 https://www.ecoi.net/en/file/local/2093063/N2313778.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 19/11/2025)

[2] HRW – Human Rights Watch (Author): World Report 2024 - Cameroon, 11 January 2024
https://www.ecoi.net/en/document/2103168.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 19/11/2025)

[3] ACAPS, Country analysis, CAMEROON, February 2024

  https://www.acaps.org/en/countries/cameroon# (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 19/11/2025)

[4] RULAC (Rule of Law in Armed Conflict), Ακαδημία Γενεύης, Τελευταία Ενημέρωση: 21/01/2021 https://www.rulac.org/browse/countries/cameroon (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 19/11/2025)

[5] Ibid.

[6] International Crisis Group, A Second Look at Cameroon’s Anglophone Special Status, 31 March 2023, https://www.crisisgroup.org/africa/central-africa/cameroon/b188-second-look-cameroons-anglophone-special-status (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 19/11/2025).

[7] GCR2P, Cameroon – Population at risk, 15 July 2025, https://www.globalr2p.org/countries/cameroon/;  ACLED, Non-State Armed Groups and Illicit Economies, September 2024, https://acleddata.com/acleddatanew/wp-content/uploads/2024/09/d4248905-7022-462d-a85a-5d2645fc5b22.pdf, p. 10 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 19/11/2025)

[8] ACLED and GI-TOC - Global Initiative against Organized Crime, Non-State Armed Groups and Illicit Economies in West Africa: Anglophone separatists, September 2024, https://acleddata.com/acleddatanew/wp-content/uploads/2024/09/d4248905-7022-462d-a85a-5d2645fc5b22.pdf, pp. 3, 13 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 19/11/2025).

[9] ACLED and GI-TOC - Global Initiative against Organized Crime, Non-State Armed Groups and Illicit Economies in West Africa: Anglophone separatists, September 2024, https://acleddata.com/acleddatanew/wp-content/uploads/2024/09/d4248905-7022-462d-a85a-5d2645fc5b22.pdf, p. 3 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 19/11/2025). 

[10] UNOCHA, Cameroon: North-West and South-West - Situation Report No. 61 (January 2024), 8 March 2024, https://www.unocha.org/publications/report/cameroon/cameroon-north-west-and-south-west-situation-report-no-61-january-2024 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 19/11/2025).

[11] GCR2P, Cameroon – Population at risk, 15 July 2025, https://www.globalr2p.org/countries/cameroon/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 19/11/2025).

[12] GPC, Protection Monitoring Update; July - September 2024, 30 October 2024, https://globalprotectioncluster.org/sites/default/files/2024-10/pm_quarterly_update_jul-sept.pdf, p. 1 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 19/11/2025).

[13] ACLED and GI-TOC - Global Initiative against Organized Crime, Non-State Armed Groups and Illicit Economies in West Africa: Anglophone separatists, September 2024, https://acleddata.com/acleddatanew/wp-content/uploads/2024/09/d4248905-7022-462d-a85a-5d2645fc5b22.pdf, p. 13 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 19/11/2025). 

[14] ACLED and GI-TOC - Global Initiative against Organized Crime, Non-State Armed Groups and Illicit Economies in West Africa: Anglophone separatists, September 2024, https://acleddata.com/acleddatanew/wp-content/uploads/2024/09/d4248905-7022-462d-a85a-5d2645fc5b22.pdf, p. 28 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 19/11/2025). 

[15] GPC, Protection Monitoring Update; July - September 2024, 30 October 2024, https://globalprotectioncluster.org/sites/default/files/2024-10/pm_quarterly_update_jul-sept.pdf, p. 3 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 19/11/2025).

[16] GPC, Protection Monitoring Update; July - September 2024, 30 October 2024, https://globalprotectioncluster.org/sites/default/files/2024-10/pm_quarterly_update_jul-sept.pdf, p. 4 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 19/11/2025).

[17] GPC, Protection Monitoring Update; July - September 2024, 30 October 2024, https://globalprotectioncluster.org/sites/default/files/2024-10/pm_quarterly_update_jul-sept.pdf, p. 4 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 19/11/2025).

[18] DRC, 2024 Protection Monitoring Quarterly Report in Southwest Cameroon - Q1, 13 December 2024, https://reliefweb.int/attachments/14eff56a-24a7-4da9-a1a9-dca02f2b864e/DRC_Quarterly%20Protection%20Report%202024_Q1_Southwest%20Cameroon.pdf, p. 5; DRC, 2024 Protection Monitoring Quarterly Report in Southwest Cameroon - Q2, 13 December 2024, https://reliefweb.int/attachments/1bbbb7ba-42c9-4016-90b3-3a8ea2dff679/DRC_Quarterly%20Protection%20Report%202024_Q2_Southwest%20Cameroon.pdf, p. 5 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 19/11/2025).

[19] DRC, 2024 Protection Monitoring Quarterly Report in Southwest Cameroon - Q1, 13 December 2024, https://reliefweb.int/attachments/1bbbb7ba-42c9-4016-90b3-3a8ea2dff679/DRC_Quarterly%20Protection%20Report%202024_Q2_Southwest%20Cameroon.pdf, p. 13 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 19/11/2025).

[20] DRC, 2024 Protection Monitoring Quarterly Report in Southwest Cameroon - Q2, 13 December 2024, https://reliefweb.int/attachments/1bbbb7ba-42c9-4016-90b3-3a8ea2dff679/DRC_Quarterly%20Protection%20Report%202024_Q2_Southwest%20Cameroon.pdf, p. 10 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 19/11/2025).

[21] DRC, 2024 Protection Monitoring Quarterly Report in Southwest Cameroon - Q2, 13 December 2024, https://reliefweb.int/attachments/1bbbb7ba-42c9-4016-90b3-3a8ea2dff679/DRC_Quarterly%20Protection%20Report%202024_Q2_Southwest%20Cameroon.pdf, p. 11 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 19/11/2025).

[22] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon (Sud-Ouest - Kumba), Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 19/11/2025)


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο