S. B. T. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 1416/24, 30/4/2026
print
Τίτλος:
S. B. T. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 1416/24, 30/4/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθεση Αρ.: 1416/24

30 Απριλίου, 2026

[Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

S. B. T.

Αιτήτριας,

και

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου

Καθ' ων η αίτηση

Η Αιτήτρια είναι παρούσα

Ρ. Χρυσάνθου (κ.), Δικηγόρος για τον Αιτητή

Κ. Ιμανίμης (κ.), Δικηγόρος για τους Καθ' ων η αίτηση

Παρών ο Ρ. Ευαγγέλου (κ.) για πιστή διερμηνεία από την ελληνική στην αγγλική και αντίστροφα

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Η Αιτήτρια με την παρούσα προσφυγή αιτείται την έκδοση απόφασης από το παρόν Δικαστήριο με την οποία να κηρύσσεται παράνομη, άκυρη, και στερούμενη οποιουδήποτε νομικού αποτελέσματος, η απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 7.3.2024, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά της για διεθνή προστασία, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2023.

 Γεγονότα

1.             Τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως ακολούθως: Η Αιτήτρια κατάγεται από τη  Δημοκρατία του Καμερούν (στο εξής: Καμερούν) και περί τις 24.10.2022 υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας. Στις 27.2.2024 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη της Αιτήτριας από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής: λειτουργός), ο οποίος υπέβαλε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής: Προϊστάμενος) για απόρριψη της αίτησης ασύλου της Αιτήτριας. Η Εισήγηση εγκρίθηκε από τον Προϊστάμενο στις 7.3.2024, ο οποίος εξέδωσε παράλληλα και απόφαση επιστροφής της Αιτήτριας στη χώρα καταγωγής της. Η εν λόγω απορριπτική απόφαση, η οποία κοινοποιήθηκε στην Αιτήτρια στις 28.3.2024, αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.

Νομικοί Ισχυρισμοί

2.             Η Αιτήτρια, δια του συνηγόρου της, κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας, προωθεί ως λόγους προσφυγής την έλλειψη δέουσας έρευνας, την παραβίαση του άρθρου 13 και την πλάνη περί τα πράγματα. Ειδικότερα, προβάλλει ότι η Αιτήτρια είχε χαρακτηριστεί μεσαίου ρίσκου ως θύμα βιασμού, γεγονός το οποίο επέβαλλε την παροχή κατάλληλων διαδικαστικών εγγυήσεων και ορθότερη αξιολόγηση. Υποστηρίζει ότι δεν λήφθηκε οποιαδήποτε περαιτέρω ενέργεια ή παραπομπή, παρά την υποχρέωση που προβλέπει το σχετικό έντυπο ευαλωτότητας. Περαιτέρω, ο συνήγορος της Αιτήτριας επισύναψε με τη Γραπτή του Αγόρευση πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας που επικρατεί στο Καμερούν.

3.             Από την πλευρά τους, οι Καθ' ων η αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας και της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης υποστηρίζοντας ότι αυτή λήφθηκε ορθά και νόμιμα και ότι αποτελεί προϊόν δέουσα έρευνας. Αναφορικά με την προβαλλόμενη παράβαση του άρθρου 13 υποστηρίζουν ότι δεν αποδεικνύεται τυχόν πλημμέλεια που να επηρέασε το αποτέλεσμα της διοικητικής πράξης. Αναφορικά με την ουσία του αιτήματος της Αιτήτριας, ως υποβάλλουν, δεν κατάφερε να προβάλει, κατά τρόπο αξιόπιστο, ισχυρισμό περί δίωξής της από τον στρατό και από τους αποσχιστές.

Το νομικό πλαίσιο

4.             Η Σύμβαση περί του καθεστώτος των προσφύγων, η οποία υπογράφηκε στη Γενεύη στις 28 Ιουλίου 1951 και τέθηκε σε ισχύ στις 22 Απριλίου 1954 [Recueil des traités des Nations Unies, τόμος 189, σ. 150, αριθ. 2545 (1954)], όπως συμπληρώθηκε με το Πρωτόκολλο περί του καθεστώτος των προσφύγων, το οποίο συνήφθη στη Νέα Υόρκη στις 31 Ιανουαρίου 1967 και τέθηκε σε ισχύ στις 4 Οκτωβρίου 1967 (στο εξής: Σύμβαση της Γενεύης), ορίζει, στο άρθρο 1, τμήμα Α, σημείο 2, πρώτο εδάφιο, ότι ο όρος «πρόσφυγας» εφαρμόζεται επί παντός προσώπου το οποίο, «συνεπεία δικαιολογημένου φόβου διώξεως λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητος, κοινωνικής τάξεως ή πολιτικών πεποιθήσεων, ευρίσκεται εκτός της χώρας της οποίας έχει την ιθαγένεια και δεν δύναται ή, λόγω του φόβου τούτου, δεν επιθυμεί να απολαύη της προστασίας της χώρας ταύτης».

5.             Ο Κανονισμός 2 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019, ως έχει τροποποιηθεί έχει ως ακολούθως:

«Ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962, και οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί (Αρ.1) Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2015, τυγχάνουν εφαρμογής σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας από 18.6.2019, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις που αναφέρονται στη συνέχεια και κατ' ανάλογη εφαρμογή των δικονομικών κανόνων και πρακτικής που ακολουθούνται και εφαρμόζονται στις ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου προσφυγές εκτός αν ήθελε άλλως ορίσει το Δικαστήριο.».

6.             Το άρθρο 11 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2026 (στο εξής: o περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμος) καθορίζει τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου.

7.             Το άρθρο 3 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2025 (στο εξής: ο περί Προσφύγων Νόμος) καθορίζει τις προϋποθέσεις αναγνώρισης προσώπου ως πρόσφυγα.

8.             Το άρθρο 16 του περί Προσφύγων Νόμου ορίζει τα εξής:

«Υποχρεώσεις Αιτητή κατά την εξέταση της αίτησης και συναφής υποχρέωση αρμόδιων αρχών

16.-(1) Κατά την εξέταση της αίτησής του, ο Αιτητής οφείλει να συνεργάζεται με την Υπηρεσία Ασύλου με σκοπό την εξακρίβωση της ταυτότητάς του και των υπόλοιπων στοιχείων που αναφέρονται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (2).

(2) Ιδίως, ο Αιτητής οφείλει-

(α) να υποβάλει το συντομότερο δυνατό όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την τεκμηρίωση της αίτησης, τα οποία στοιχεία συνίστανται σε δηλώσεις του Αιτητή και σε όλα τα έγγραφα που έχει ο Αιτητής στη διάθεσή του σχετικά με την ηλικία του, το προσωπικό του ιστορικό, καθώς και το ιστορικό των οικείων συγγενών του, την ταυτότητα, την ιθαγένεια, τη χώρα και το μέρος προηγούμενης διαμονής του, τις προηγούμενες αιτήσεις ασύλου, το δρομολόγιο που ακολούθησε, το δελτίο ταυτότητας και τα ταξιδιωτικά του έγγραφα και τους λόγους για τους οποίους ζητεί διεθνή προστασία∙ [...]».

9.             Το άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου καθορίζει τις προϋποθέσεις αναγνώρισης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.

Κατάληξη

10.          Αναφορικά με τον ισχυρισμό του συνηγόρου της Αιτήτριας ότι έπρεπε να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα λόγω της φερόμενης ευαλωτότητάς της ως θύμα βιασμού, σημειώνονται τα εξής: Από τα ενώπιόν μου στοιχεία προκύπτει ότι τηρήθηκαν οι προβλεπόμενες διαδικαστικές εγγυήσεις. Ειδικότερα, όπως συνάγεται από τα ερυθρά 27-13 του διοικητικού φακέλου, η Αιτήτρια αξιολογήθηκε κατά το στάδιο εκτίμησης ευαλωτότητας ως πρόσωπο «μεσαίου ρίσκου», βάσει του ισχυρισμού της ότι υπήρξε θύμα βιασμού. Περαιτέρω, κρίθηκε ότι χρήζει ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων και υποβλήθηκαν σχετικές εισηγήσεις για παραπομπή της στις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας (βλ. ερυθρά 27 και 20 του διοικητικού φακέλου).

11.          Από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτει ότι η Αιτήτρια είχε πραγματική και αποτελεσματική πρόσβαση στη διαδικασία, καθώς και τη δυνατότητα να εκθέσει πλήρως τους ισχυρισμούς της και να προσκομίσει τα αναγκαία στοιχεία προς τεκμηρίωση της αίτησής της. Επιπλέον, κατά τη διενεργηθείσα συνέντευξη εξετάστηκαν διεξοδικά οι λόγοι επί των οποίων θεμελιώνει το αίτημά της για διεθνή προστασία, σε συνδυασμό με το προσωπικό της προφίλ.

12.          Επισημαίνεται ότι η επίδικη πράξη συνίσταται στην απορριπτική απόφαση επί της αίτησής της για διεθνή προστασία. Συνεπώς, για τη λυσιτελή προβολή του εν λόγω ισχυρισμού, θα πρέπει αφενός να καταδεικνύεται η άμεση συνάφειά του με την αξιολόγηση της ουσίας της αίτησής της και αφετέρου να προκύπτει ότι το εύρος της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου, σε συνδυασμό με τα δικονομικά μέσα που είχε στη διάθεσή της η Αιτήτρια, δεν επαρκούσε για την κάλυψη τυχόν ελλείψεων ή κενών στο αφήγημά της.

13.          Εν προκειμένω, η Αιτήτρια δεν εξειδικεύει κατά τρόπο συγκεκριμένο με ποιον τρόπο η κατ’ ισχυρισμό ευαλωτότητά της επηρεάζει την εξέταση της αίτησής της, ενώ δεν μπορεί να παραβλεφθεί ότι, ως προς την ουσία των ισχυρισμών της, παραπέμπει γενικώς στις δηλώσεις της κατά το στάδιο της συνέντευξης, χωρίς περαιτέρω εξειδίκευση ή ουσιαστικό σχολιασμό των επιμέρους ευρημάτων της Διοίκησης.

14.          Περαιτέρω, ως προς τον συναφή ισχυρισμό περί μη παραπομπής της Αιτήτριας σε ψυχολογική εξέταση, επισημαίνεται ότι, σύμφωνα με το άρθρο 15 του περί Προσφύγων Νόμου, η παραπομπή σε ιατρικές ή/και ψυχολογικές εξετάσεις εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του αρμόδιου λειτουργού που εξετάζει την αίτηση. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι δεν ήταν αναγκαία η υποβολή της Αιτήτριας σε τέτοιες εξετάσεις, λαμβάνοντας υπόψη ότι οι ισχυρισμοί της κρίθηκαν μη αξιόπιστοι. Περαιτέρω, κατά την έναρξη της συνέντευξης, η ίδια δήλωσε ότι δεν αντιμετωπίζει οποιοδήποτε πρόβλημα υγείας. Από τα ενώπιόν μου στοιχεία δεν προκύπτει ότι συνέτρεχε υποχρέωση ή αναγκαιότητα παραπομπής της σε περαιτέρω ιατρικές ή ψυχολογικές εξετάσεις. Σε κάθε περίπτωση, η Αιτήτρια διατηρούσε τη δυνατότητα να επικαλεστεί ζήτημα υγείας και να προσκομίσει σχετικά αποδεικτικά στοιχεία προς υποστήριξη των ισχυρισμών της, πράγμα το οποίο δεν έπραξε. Ως εκ των ανωτέρω, ο υπό εξέταση ισχυρισμός προβάλλεται αλυσιτελώς και σε κάθε περίπτωση, με βάση τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία, αβασίμως.

15.          Ως προς τους λοιπούς εγειρόμενους λόγους προσφυγής, επισημαίνεται  ότι το παρόν Δικαστήριο εξετάζει την ενώπιον του προσφυγή αξιολογώντας εξ υπαρχής την αίτηση του Αιτητή για διεθνή προστασία, τόσο κατά το νόμο όσο και κατ' ουσίαν. Δεν περιορίζεται, συνεπώς, μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά εξετάζει την ουσιαστική ορθότητά της de novo και ex nunc. (Βλ. Απόφαση του ΔΕΕ της 3ης Απριλίου 2025, C 283/24 [Barouk], B. F. κατά Κυπριακής Δημοκρατίας, ECLI:EU:C:2025:236, απόφαση του ΔΕΕ ημερομηνίας 29 Ιουλίου 2019, Torubarov, C-556/17, EU:C:2019:626, σκέψεις 50 έως 53 (σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο πραγματοποιεί «πλήρη και ex nunc εξέταση τόσο των πραγματικών όσο και των νομικών ζητημάτων, ιδίως, κατά περίπτωση, εξέταση των αναγκών διεθνούς προστασίας) Έφεση κατά Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Aρ. 107/2023, Δημοκρατία ν. Q.B.T., απόφαση ημερ. 11.2.2025, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 17/2021 Janelidze ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 21.9.2021· Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 35/2023 Lubangamu ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 5.12.2024). Ο Αιτητής αναμένεται να προβάλει, στο πλαίσιο της διοικητικής ή και της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, τέτοιους συγκεκριμένους και ειδικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι εν δυνάμει θα δικαιολογούσαν την υπαγωγή του στο καθεστώς διεθνούς προστασίας. Εν προκειμένω, ο Αιτητής εκπροσωπούμενος και δια συνηγόρου, έχει την ευκαιρία να εκθέσει τους ισχυρισμούς του και να λάβει όλα τα δέοντα δικονομικά μέσα προς τεκμηρίωσή τους [Βλ. «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Επαμεινώνδας Π. Σπηλιωτόπουλος, 14ης Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 260, υποσημ. 72, «Εισηγήσεις Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου, Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, 2η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 247 και Π.Δ. Δαγτόγλου, (Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο), σελ. 552].

16.          Συναφές εν προκειμένω είναι και το άρθρο 16 του περί Προσφύγων Νόμου και ειδικότερα τα εδάφια (2) και (3) αυτών. Από τις εν λόγω διατάξεις απορρέει καταρχάς η υποχρέωση του Αιτητή να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια προς τεκμηρίωση της αίτησης ασύλου του. Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Βλ. ενδεικτικώς, Υπόθ. Αρ. 1721/2011, Ηοοman & Mahiab Khanbabaie v. Aναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 30.6.2016, ECLI:CY:AD:2016:D320) αποτελεί υποχρέωση του Αιτητή ασύλου να επικαλεστεί έστω και χωρίς να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία, συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που του προκαλούν κατά τρόπο αντικειμενικώς αιτιολογημένο, φόβο δίωξης στη χώρα του για κάποιον από τους λόγους που αναφέρει το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου (Βλ. επίσης νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, αποφάσεις αρ. 1093/2008, 817/2009 και 459/2010). Εν συνεχεία ωστόσο, λόγω ακριβώς της δυσχέρειας του αιτητή ασύλου να τεκμηριώσει με συγκεκριμένα στοιχεία την αίτησή του, γεννάται υποχρέωση της διοίκησης να συνδράμει τον αιτητή σε αυτήν την προσπάθεια προβολής και τεκμηρίωσης των ισχυρισμών του (Βλ. Εγχειρίδιο για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών παρ. 195 επ., Βλ. επίσης αναφορικά με την ενεργό συνεργασία Απόφαση του ΔΕΕ της 22ας Νοεμβρίου 2012, Υπόθεση C 277/11, M. M., ECLI: EU:C:2012:744, σκέψεις 63 έως 68).

17.          Προχωρώντας στην εξέταση της ουσίας των ισχυρισμών της Αιτήτριας, επισημαίνονται συναφώς τα ακόλουθα. Στην αίτησή της για διεθνή προστασία, η Αιτήτρια κατέγραψε ότι κατάγεται από την Bamenda, της Βορειοδυτικής περιφέρεια του Καμερούν. Ανέφερε ότι το 2016, όταν ξεκίνησε η κρίση στις αγγλόφωνες περιφέρειες της χώρας, ο πατέρας της εντάχθηκε στους αυτονομιστές, οι οποίοι αγωνίζονταν για την ανεξαρτησία της Αμπαζονίας. Εξαιτίας της συμμετοχής του, η δική της ζωή βρέθηκε σε κίνδυνο και για την ασφάλειά της ο πατέρας της την έστειλε στο Κουβέιτ το 2018. Πρόσθεσε ότι στις 8 Δεκεμβρίου 2022, ο πατέρας της συνελήφθη και σκοτώθηκε, γεγονός που προκάλεσε αργότερα και τον θάνατο της μητέρας της, εξαιτίας της θλίψης και της ψυχολογικής πίεσης. Ενόσω βρισκόταν η ίδια στο Κουβέιτ, ισχυρίστηκε ότι ο εργοδότης της, ο οποίος είχε ήδη τρεις συζύγους, άρχισε να την παρενοχλεί και της έκανε πρόταση να παντρευτούν, όμως εκείνη δεν μπορούσε να το δεχτεί, επειδή φοβόταν για τη ζωή και την ασφάλειά της. Εξαιτίας αυτής της κατάστασης, επέστρεψε στο Καμερούν. Με την επιστροφή της στη χώρα της, ισχυρίστηκε ότι άρχισε να αντιμετωπίζει σοβαρές δυσκολίες και απειλές τόσο από τον στρατό του Καμερούν, όσο και από τους αυτονομιστές. Ως εκ τούτου, με τη συνδρομή ενός φίλου του πατέρα της και ενός άλλου άνδρα εγκατέλειψε το Καμερούν με σκοπό να λάβει προστασία (ερυθρό 1 του διοικητικού φακέλου, στο εξής «δ. φ.»).

18.          Στις 26.10.2022 διενεργήθηκε αξιολόγηση ευαλωτότητας της Αιτήτριας, βάσει της οποίας κρίθηκε «μεσαίου ρίσκου». Στο πεδίο αναφορικά με τον λόγο που την ώθησε να εγκαταλείψει τη χώρα της, η Αιτήτρια αναφέρθηκε στην κρίση, στους αυτονομιστές και στο γεγονός ότι η ζωή της βρισκόταν σε κίνδυνο. Ισχυρίστηκε ότι το 2018 συνελήφθη από την αστυνομία επειδή ο πατέρας της ήταν αυτονομιστής μαχητής και ακολούθως μετέβη στο Κουβέιτ από όπου έστελνε χρήματα στον πατέρα της. Όταν επέστρεψε το 2022 ισχυρίστηκε ότι συνελήφθη εκ νέου από την αστυνομία διότι θεώρησαν ότι στήριζε οικονομικά τους αυτονομιστές και αφέθηκε ελεύθερη μετά από μία εβδομάδα. Εν συνεχεία, υποστήριξε ότι απήχθη από τους Ambazonians τον Ιούλιο του 2022 επειδή πίστευαν ότι είχε δώσει πληροφορίες στην αστυνομία. Σε ερώτηση εάν της συνέβη οτιδήποτε, η Αιτήτρια δήλωσε ότι υπήρξε θύμα βιασμού (ερυθρά 25-24 του δ. φ.).

19.          Κατά τη διάρκεια της συνέντευξής της, και ως προς τα προσωπικά της στοιχεία, η Αιτήτρια δήλωσε ότι γεννήθηκε το 1995 στο χωριό Kai Kumbo της Βορειοδυτικής περιφέρειας του Καμερούν όπου παρέμεινε μέχρι την έναρξη της κρίσης το 2016. Από το 2016 μέχρι το 2018 διέμενε στην Bamenda και ακολούθως μετέβη στο Κουβέιτ όπου εργάστηκε για τέσσερα χρόνια. Επέστρεψε στο Καμερούν και συγκεκριμένα στην Bamenda τον Ιούνιο του 2022 όπου παρέμεινε μέχρι την αναχώρησή της τον Σεπτέμβριο του ιδίου έτους. Δήλωσε ότι είναι Χριστιανή Καθολική ως προς το θρήσκευμα και ότι ως προς την οικογενειακή της κατάσταση είναι άγαμη.

20.          Ως προς το εκπαιδευτικό της υπόβαθρο, η Αιτήτρια δήλωσε ότι διέκοψε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευσή της τον Οκτώβριο του 2016 λόγω της κρίσης που ξέσπασε και ομιλεί την αγγλική και την αραβική γλώσσα. Ως προς την εργασιακή της εμπειρία δήλωσε ότι εργάστηκε για τέσσερα χρόνια στο Κουβέιτ. Αναφορικά με την πατρική της οικογένεια, η Αιτήτρια δήλωσε ότι ο πατέρας της απεβίωσε τον Δεκέμβριο του 2021 και η μητέρα της λίγους μήνες αργότερα. Πρόσθεσε ότι ένας αδερφός και μία αδερφή της βρίσκονται στο Καμερούν και ένας αδερφός της βρίσκεται στη Δημοκρατία. Σε διευκρινιστική ερώτηση η Αιτήτρια ανέφερε ότι διατηρεί επικοινωνία με τα μέλη της οικογένειάς της που διαμένουν στο Καμερούν.

21.          Ως προς τους λόγους που την ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα της, η Αιτήτρια προέβαλε ότι η ζωή της βρισκόταν σε κίνδυνο, τόσο από τις αρχές του Καμερούν όσο και από τους αυτονομιστές μαχητές. Σύμφωνα με την ίδια, ο πατέρας της εντάχθηκε στους αυτονομιστές τον Οκτώβριο ή Νοέμβριο του 2016, όταν ξεκίνησε η κρίση στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν. Όπως ανέφερε, ο πατέρας της συμμετείχε στον αγώνα για την ανεξαρτησία και την ελευθερία των Βορειοδυτικών και Νοτιοδυτικών περιφερειών. Εξαιτίας της συμμετοχής του, η ίδια θεωρεί ότι στοχοποιήθηκε και από τις δύο πλευρές.

22.          Η Αιτήτρια ανέφερε ότι μετέβη στο Κουβέιτ το 2018 κατόπιν απειλών που έλαβε η οικογένειά της και αποφάσισε να επιστρέψει επειδή ο εργοδότης της την παρενοχλούσε και ήθελε να την παντρευτεί. Δήλωσε ότι επέστρεψε στη χώρα της στις 16 Ιουνίου 2022 και εγκαταστάθηκε στην Bamenda. Λίγες ημέρες μετά την επιστροφή της, ισχυρίστηκε ότι συνελήφθη από τον στρατό του Καμερούν ενώ βρισκόταν μόνη της στον δρόμο, στην περιοχή Mile 4. Δεν γνωρίζει πώς οι στρατιωτικοί πληροφορήθηκαν ότι βρισκόταν εκεί, αλλά υπέθεσε ότι κάποιος μπορεί να τους έδωσε πληροφορίες.

23.          Μετά τη σύλληψή της, ισχυρίστηκε ότι οι στρατιωτικοί την οδήγησαν στο αστυνομικό τμήμα Mile 3 όπου την κατηγόρησαν ότι είχε στείλει χρήματα στον πατέρα της, ο οποίος ήταν μέλος των αυτονομιστών. Η ίδια παραδέχθηκε ότι είχε στείλει χρήματα στον πατέρα της, αλλά διευκρίνισε ότι τα χρήματα προορίζονταν αποκλειστικά για τους γονείς της και όχι για τους αυτονομιστές. Σε σχετική ερώτηση η Αιτήτρια δήλωσε ότι δεν γνωρίζει πώς οι αρχές έμαθαν για τα χρήματα.

24.          Αναφορικά με την κράτησή της στο αστυνομικό τμήμα, η Αιτήτρια ανέφερε ότι διήρκεσε περίπου μία εβδομάδα. Κατά τη διάρκεια της κράτησής της, περιέγραψε τις συνθήκες ως άσχημες και ισχυρίστηκε ότι την χτύπησαν. Τελικά αφέθηκε ελεύθερη, αφού εξήγησε ότι δεν είχε χρηματοδοτήσει τους αυτονομιστές, αλλά είχε βοηθήσει οικονομικά τους γονείς της.

25.          Μετά την απελευθέρωσή της, η Αιτήτρια, ως δήλωσε, μετέβη στο σπίτι ενός φίλου της και λίγο αργότερα, τον Ιούλιο του 2022, ισχυρίστηκε ότι απήχθη από τους αυτονομιστές. Όπως ανέφερε, οι αυτονομιστές πίστευαν ότι είχε δώσει πληροφορίες στον στρατό εναντίον τους. Ως περιέγραψε, οι αυτονομιστές την οδήγησαν σε στρατόπεδο, όπου την κράτησαν για τέσσερις ημέρες. Κατά τη διάρκεια της κράτησής της, δήλωσε ότι την χτύπησαν, την βασάνισαν και την βίασαν μία φορά. Για να την αφήσουν ελεύθερη, οι αυτονομιστές της ζήτησαν 3.000.000 φράγκα CFA. Η ίδια δήλωσε ότι κατάφερε να τους δώσει μόνο 3.000 και στη συνέχεια την άφησαν να φύγει. Τόνισε, ωστόσο, ότι δεν είχε πληρώσει ολόκληρο το ποσό που της είχαν ζητήσει.

26.          Μετά την απελευθέρωσή της από τους αυτονομιστές, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι αποτάθηκε στην αστυνομία για να καταγγείλει όσα της είχαν συμβεί. Ωστόσο, αντί να την βοηθήσουν, ανέφερε ότι τέθηκε εκ νέου υπό κράτηση, επειδή θεωρούσαν ότι είχε δώσει πληροφορίες στους αυτονομιστές. Αυτή ήταν ως δήλωσε η δεύτερη φορά που κρατήθηκε από τις αρχές και αφέθηκε ελεύθερη μετά από δύο μέρες, όταν ο φίλος της έδωσε χρήματα στην αστυνομία. Στην οικία του φίλου της, δήλωσε ότι την επισκέφθηκε ένας φίλος του πατέρα της, ο οποίος της είπε ότι έπρεπε να αναχωρήσει από τη χώρα επειδή η ζωή της βρισκόταν σε κίνδυνο.

27.          Η Αιτήτρια ανέφερε ότι από τον Ιούλιο του 2022 μέχρι τις 26 Σεπτεμβρίου 2022, ημερομηνία κατά την οποία εγκατέλειψε το Καμερούν, δεν της συνέβη άλλο περιστατικό. Παρ’ όλα αυτά, συνέχισε να φοβάται, καθώς ως δήλωσε δεν είχε πληρώσει ολόκληρο το ποσό που της είχαν ζητήσει οι αυτονομιστές και θεωρούσε ότι θα μπορούσαν να τη στοχοποιήσουν ξανά. Επίσης, ισχυρίστηκε ότι φοβόταν τις αρχές, επειδή είχε ήδη συλληφθεί και κατηγορηθεί λόγω της σχέσης της με τον πατέρα της. Η Αιτήτρια εξήγησε ότι αποφάσισε να εγκαταλείψει το Καμερούν επειδή αισθανόταν παγιδευμένη ανάμεσα στον στρατό και τους αυτονομιστές, καθότι από τη μία πλευρά, οι αρχές την υποπτεύονταν ότι βοηθούσε τους αυτονομιστές λόγω του πατέρα της και από την άλλη πλευρά, οι αυτονομιστές την κατηγορούσαν ότι είχε δώσει πληροφορίες στον στρατό..

28.          Σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα της η Αιτήτρια εξέφρασε φόβο ότι πιθανόν να την σκοτώσουν, αναφέροντας ότι δεν γνωρίζει πώς είναι σήμερα η κατάσταση στη χώρα της, αλλά πιστεύει ότι εξακολουθεί να κινδυνεύει.

29.          Αξιολογώντας τις δηλώσεις της Αιτήτριας, οι Καθ' ων η αίτηση διέκριναν δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς: ο πρώτος ισχυρισμός αφορά στην ταυτότητα, στη χώρα καταγωγής και στα προσωπικά στοιχεία της Αιτήτριας και ο δεύτερος ισχυρισμός αφορά στα προβλήματα που αντιμετώπισε η Αιτήτρια από τον στρατό του Καμερούν και από τους αυτονομιστές μαχητές.

30.          Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός του έγινε αποδεκτός, καθώς κρίθηκε ότι η Αιτήτρια απάντησε σε όλα τα ερωτήματα που της τέθηκαν με ακρίβεια και κατέβαλε πραγματική προσπάθεια να παράσχει όσο το δυνατόν περισσότερες λεπτομέρειες, ενώ επίσης οι πληροφορίες που παρείχε επιβεβαιώνονται από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, καθώς και από το προσκομισθέν από αυτήν διαβατήριο.

31.          Ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός της Αιτήτριας απορρίφθηκε, λόγω αντιφάσεων, έλλειψης επαρκών λεπτομερειών και συνοχής στο αφήγημά της. Συγκεκριμένα, οι Καθ' ων η αίτηση επεσήμαναν ότι η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να περιγράψει με επαρκή λεπτομέρεια την πρώτη σύλληψή της από τον στρατό. Ανέφερε μόνο ότι βρισκόταν στον δρόμο στην Bamenda, χωρίς να προσδιορίσει τις συνθήκες της σύλληψης ή τον τρόπο με τον οποίο την εντόπισαν οι αρχές. Περαιτέρω, δεν μπόρεσε να εξηγήσει πώς ο στρατός γνώριζε ότι είχε επιστρέψει στην Bamenda ή πώς πληροφορήθηκε ότι έστελνε χρήματα στον πατέρα της. Οι απαντήσεις της περιορίστηκαν στο ότι δεν γνωρίζει. Επιπρόσθετα, ως επεσήμαναν οι Καθ’ ων η αίτηση, οι  δηλώσεις της Αιτήτριας για την κράτησή της στο αστυνομικό τμήμα ήταν γενικές και ασαφείς, καθότι δεν έδωσε ουσιαστικές λεπτομέρειες για τις συνθήκες κράτησης ή τη μεταχείρισή της. Επιπλέον, εντόπισαν αντίφαση ως προς το κατά πόσο αντιμετώπισε εκ νέου προβλήματα από τον στρατό μετά την πρώτη της απελευθέρωση, αφού αρχικά ανέφερε ότι δεν συνέβη κάτι άλλο, ενώ στη συνέχεια δήλωσε ότι συνελήφθη για δεύτερη φορά όταν πήγε να καταγγείλει το περιστατικό με τους αυτονομιστές. Ως σημείωσαν οι Καθ’ ων η αίτηση, η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει με ακρίβεια τον χρόνο της ισχυριζόμενης απαγωγής της από τους αυτονομιστές, την ημερομηνία απελευθέρωσής της ή το πότε συνέβη η ισχυριζόμενη σεξουαλική κακοποίηση. Η περιγραφή της απαγωγής και της κράτησής της από τους Ambazonias κρίθηκε περιορισμένη και χωρίς ουσιαστικές λεπτομέρειες ως προς τον τρόπο απαγωγής, τον χώρο κράτησης, τα πρόσωπα που εμπλέκονταν και τις συνθήκες κράτησης. Μη ευλογοφανές κρίθηκε και το γεγονός ότι την άφησαν ελεύθερη παρά το ότι κατέβαλε μικρό μέρος των χρημάτων που της είχαν ζητήσει. Τέλος, οι Καθ’ ων η αίτηση επεσήμαναν ότι προκύπτουν ερωτηματικά από το γεγονός ότι η Αιτήτρια αναχώρησε νόμιμα από τη χώρα της, παρά τον ισχυρισμό της ότι ήταν στοχοποιημένη από τον στρατό.

32.          Αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία του ανωτέρω ουσιώδους ισχυρισμού, οι Καθ’ ων η αίτηση κατέγραψαν ότι τα όσα ανέφερε η Αιτήτρια στη συνέντευξή της αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός της. Ελλείψει εσωτερικής αξιοπιστίας στις δηλώσεις της, ο εν λόγω ισχυρισμός δεν έγινε αποδεκτός.

33.          Στη βάση του μοναδικού αποδεκτού ισχυρισμού της Αιτήτριας ήτοι της χώρας καταγωγής και του προφίλ της, κατόπιν αξιολόγησης του μελλοντοστραφούς κινδύνου, οι Καθ' ων η αίτηση παρέπεμψαν σε εξωτερικές πληροφορίες αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στη Βορειοδυτική περιφέρεια του Καμερούν, στην οποία ανήκει η Bamenda, τελευταίος τόπος συνήθους διαμονής της Αιτήτριας και κατέληξαν ότι καταρχήν υφίστανται εύλογοι λόγοι ώστε να πιστεύεται ότι σε περίπτωση επιστροφής της, αυτή θα κινδυνεύσει να υποστεί δίωξη ή σοβαρή βλάβη ως απόρροια της κατάστασης ασφαλείας στην περιοχή.

34.          Προχωρώντας στη νομική ανάλυση, οι Καθ' ων η αίτηση έκριναν ότι δεν τεκμηριώνεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης σε περίπτωση επιστροφής της Αιτήτριας στο Καμερούν για έναν από τους λόγους του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου και του άρθρου 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951. Στη συνέχεια, διαπίστωσαν πως δεν υπάρχει εύλογη πιθανότητα η Αιτήτρια να αντιμετωπίσει κίνδυνο σοβαρής βλάβης όπως αυτός καθορίζεται στο άρθρο 19 του προαναφερθέντος Νόμου και κατά συνέπεια, δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος παραχώρησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας. Ειδικά σε σχέση με το στοιχείο (γ) του εδαφίου (2) του άρθρου 19, οι Καθ' ων η αίτηση κατέγραψαν ότι παρά την έκρυθμη κατάσταση ασφαλείας στη Βορειοδυτική περιφέρεια (στην οποία βρίσκεται η Bamenda), το επίπεδο της αδιάκριτης βίας που επικρατεί στην περιοχή σε συνάρτηση με τις προσωπικές περιστάσεις της Αιτήτριας, δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι να πιστεύεται ότι εκ της παρουσίας της και μόνο διατρέχει σοβαρή και προσωπική απειλή. Αναφορικά με τις προσωπικές της περιστάσεις, οι Καθ’ ων η αίτηση επεσήμαναν ότι η Αιτήτρια είναι νεαρή γυναίκα, χωρίς προβλήματα υγείας, απόφοιτος πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, ομιλεί Αγγλικά και Αραβικά, είναι ικανή προς εργασία καθότι για τέσσερα χρόνια διέμενε και εργαζόταν στο εξωτερικό και διαθέτει υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα της.

35.          Κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου ακροαματική διαδικασία ημερομηνίας 20.4.2026 η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι απήχθη από τους αυτονομιστές στη Βορειοδυτική περιφέρεια του Καμερούν, τοποθετώντας χρονικά το περιστατικό μεταξύ Ιουλίου του 2016 και Σεπτεμβρίου του 2022. Δήλωσε ότι η στοχοποίησή της συνδέεται με την εμπλοκή του πατέρα της στους αυτονομιστές, ενώ κατά τη διάρκεια της απαγωγής της ισχυρίστηκε ότι υπέστη κακομεταχείριση και βιασμό. Επιπλέον, ανέφερε ότι οι απαγωγείς απαίτησαν την καταβολή χρηματικού ποσού για την απελευθέρωσή της, τα οποία καταβλήθηκαν, χωρίς ωστόσο να διευκρινίζει με ποιο τρόπο εξασφαλίστηκαν τα χρήματα αυτά.

36.          Προχωρώντας το Δικαστήριο σε de novo και ex nunc εξέταση των ενώπιόν του δεδομένων, όπως υπαγορεύουν τα εδάφια (3) και (4) του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου, το Δικαστήριο αξιολογεί τους προβληθέντες ισχυρισμούς στη βάση των κοινώς αποδεκτών δεικτών αξιοπιστίας.[1]

37.          Όσον αφορά στο διαχωρισμό των ουσιωδών ισχυρισμών επισημαίνεται ότι οι Καθ' ων η αίτηση διέκριναν δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς, ήτοι την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και τα  προσωπικά στοιχεία της Αιτήτριας αφενός, και αφετέρου τα ισχυριζόμενα προβλήματα από τον στρατό του Καμερούν και από τους αυτονομιστές μαχητές. Το Δικαστήριο κρίνει ότι οι Καθ’ ων η αίτηση δεν διέκριναν ορθά τους προς αξιολόγηση ουσιώδεις ισχυρισμούς που προέβαλε η Αιτήτρια. Συνολικά όφειλε να σχηματιστούν οι ακόλουθοι ουσιώδεις ισχυρισμοί: ως πρώτος, χώρα καταγωγής, προφίλ και τόπος συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, ως δεύτερος, ότι η Αιτήτρια κινδυνεύει από τον στρατό της χώρας, λόγω της εμπλοκής του πατέρα της στους αυτονομιστές και ως τρίτος ότι η Αιτήτρια κινδυνεύει από τους αυτονομιστές, οι οποίοι θεωρούν ότι έδωσε πληροφορίες στον στρατό.

38.          Αρχικά το Δικαστήριο συντάσσεται με το εύρημα των Καθ' ων η αίτηση περί αξιοπιστίας του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού. Ειδικότερα, διαπιστώνεται ότι η Αιτήτρια υπήρξε σαφής ως προς τα προσωπικά της στοιχεία. Η αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού εδραιώνεται περαιτέρω και από τις εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, οι οποίες συγκεντρώνονται στο διοικητικό φάκελο και από το διαβατήριό της. 

 

39.          Αναφορικά με τον δεύτερο νεοσχηματισθέντα ισχυρισμό, ήτοι ότι η Αιτήτρια κινδυνεύει από τον στρατό του Καμερούν λόγω της εμπλοκής του πατέρα της στους αυτονομιστές, παρατηρείται ότι η αφήγησή της παρουσιάζει ουσιώδεις ασάφειες και ελλείψεις σε ζητήματα που άπτονται του πυρήνα του ισχυρισμού της. Η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι συνελήφθη από τον στρατό λίγες ημέρες μετά την επιστροφή της από το Κουβέιτ, επειδή οι αρχές πίστευαν ότι έστελνε χρήματα στον πατέρα της, ο οποίος ήταν μέλος των αυτονομιστών. Ωστόσο, δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει με ποιο τρόπο οι αρχές πληροφορήθηκαν την επιστροφή της στην Bamenda, πώς γνώριζαν ότι βρισκόταν στο συγκεκριμένο σημείο όπου φέρεται να συνελήφθη, ούτε πώς έλαβαν γνώση των χρημάτων που ισχυρίζεται ότι έστελνε στον πατέρα της. Οι σχετικές απαντήσεις της περιορίστηκαν στο ότι δεν γνωρίζει ή ότι ενδεχομένως κάποιος έδωσε πληροφορίες. Περαιτέρω, η περιγραφή της πρώτης σύλληψης παρέμεινε γενική και αόριστη, καθώς ανέφερε μόνο ότι βρισκόταν στον δρόμο στην περιοχή Mile 4 της Bamenda και ότι οι στρατιωτικοί την οδήγησαν στο αστυνομικό τμήμα, χωρίς να παραθέσει λεπτομέρειες για τις συνθήκες της σύλληψης, τον αριθμό των στρατιωτικών, τον τρόπο με τον οποίο την προσέγγισαν, τη συμπεριφορά τους ή το περιεχόμενο της ανάκρισης. Αντίστοιχα, η περιγραφή της κράτησής της στο Mile 3 Police Station ήταν ιδιαιτέρως περιορισμένη, αφού, μολονότι ισχυρίστηκε ότι κρατήθηκε για περίπου μία εβδομάδα και ότι την χτύπησαν, όταν κλήθηκε να περιγράψει τις συνθήκες κράτησης περιορίστηκε να αναφέρει ότι «ο χώρος δεν ήταν καλός», χωρίς να παράσχει συγκεκριμένα στοιχεία για τον χώρο, τη μεταχείρισή της, τις συνθήκες διαβίωσης ή την εξέλιξη της κράτησης.

 

40.          Περαιτέρω, ο ισχυρισμός περί κινδύνου από τον στρατό παρουσιάζει εσωτερικές ασυνέπειες και κενά ως προς τη χρονική και πραγματική εξέλιξη των γεγονότων. Ειδικότερα, η Αιτήτρια αρχικά ανέφερε ότι μετά την πρώτη απελευθέρωσή της δεν της συνέβη κάτι άλλο από τον στρατό, ενώ σε άλλο σημείο ισχυρίστηκε ότι συνελήφθη για δεύτερη φορά όταν μετέβη στην αστυνομία για να καταγγείλει την απαγωγή της από τους αυτονομιστές. Η δεύτερη αυτή κράτηση δεν περιγράφηκε με επάρκεια, καθώς δεν διευκρίνισε ποιοι την ανέκριναν, γιατί οι αρχές θεώρησαν ότι είχε δώσει πληροφορίες στους αυτονομιστές, υπό ποιες συνθήκες κρατήθηκε, ποιο ποσό καταβλήθηκε για την απελευθέρωσή της και με ποιον τρόπο οργανώθηκε η πληρωμή από τον φίλο της. Επιπλέον, η ίδια ανέφερε ότι από τον Ιούλιο του 2022 μέχρι την αναχώρησή της τον Σεπτέμβριο του 2022 δεν αντιμετώπισε άλλο περιστατικό από τις αρχές, ενώ μπόρεσε να αναχωρήσει νόμιμα από το διεθνές αεροδρόμιο της Douala χωρίς να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα. Τα στοιχεία αυτά αποδυναμώνουν τον ισχυρισμό περί ενεργούς και συνεχιζόμενης στοχοποίησής της από τις κρατικές αρχές, ιδίως εφόσον η ίδια δεν παρείχε πειστική εξήγηση για το πώς παρέμεινε στη χώρα για περίπου δύο μήνες και εξήλθε από επίσημο σημείο ελέγχου χωρίς δυσκολία, παρά τις προηγούμενες ισχυριζόμενες συλλήψεις και την υποτιθέμενη υποψία των αρχών ότι υποστήριζε οικονομικά τους αυτονομιστές. Όπως εξηγείται στη συνέχεια δεν αμφισβητείται η ύπαρξη ένοπλης διαμάχης και εχθροπραξιών μεταξύ του τακτικού στρατού της χώρας και των αποσχιστικών δυνάμεων στο αγγλόφωνο τμήμα της χώρας. Οι πληροφορίες αναφορικά με τη γενικότερη ένοπλη σύρραξη δεν επαρκούν ωστόσο για να θεμελιώσουν τις προσωπικές περιστάσεις της Αιτήτριας, οι οποίες συνθέτουν τον υπό εξέταση ισχυρισμό. Ένεκα της μη θεμελίωσης της εσωτερικής της αξιοπιστίας της Αιτήτριας και ένεκα της μη ύπαρξης περαιτέρω στοιχείων απορρίπτεται ο υπό εξέταση ισχυρισμός.

 

41.           Ως προς τον τρίτο νεοσχηματισθέντα ισχυρισμό, ήτοι ότι η Αιτήτρια κινδυνεύει από τους αυτονομιστές μαχητές, οι οποίοι θεωρούν ότι έδωσε πληροφορίες στον στρατό, η αφήγησή της παρουσιάζει επίσης σημαντικές ασάφειες και ελλείψεις. Η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι μετά την πρώτη απελευθέρωσή της από τον στρατό απήχθη από τους Ambazonians από το σπίτι ενός φίλου της και οδηγήθηκε σε στρατόπεδο, όπου κρατήθηκε για τέσσερις ημέρες. Ωστόσο, δεν προσδιόρισε με σαφήνεια τον χρόνο της απαγωγής, αναφέροντας μόνο ότι νομίζει πως συνέβη τον Ιούλιο, χωρίς να θυμάται την ακριβή ημερομηνία, ενώ ενώπιον του Δικαστηρίου το περιστατικό φέρεται να τοποθετήθηκε σε ένα ευρύ χρονικό διάστημα μεταξύ Ιουλίου 2016 και Σεπτεμβρίου 2022. Επιπλέον, δεν περιέγραψε με ουσιώδεις λεπτομέρειες τον τρόπο της απαγωγής, τον αριθμό των προσώπων που συμμετείχαν, το πώς την εντόπισαν, το πώς μεταφέρθηκε στο στρατόπεδο, την τοποθεσία ή τις συνθήκες του στρατοπέδου, ούτε την καθημερινότητα ή την εξέλιξη της τετραήμερης κράτησης. Η αιτιώδης σύνδεση μεταξύ της προηγούμενης σύλληψής της από τον στρατό και της υποψίας των αυτονομιστών ότι ήταν πληροφοριοδότρια παραμένει επίσης ασαφής, αφού δεν εξήγησε πώς οι αυτονομιστές πληροφορήθηκαν τη σύλληψή της, ποια πληροφορία θεωρούσαν ότι είχε δώσει ή γιατί η ίδια, ως κόρη προσώπου που φέρεται να ήταν μέλος τους, θα στοχοποιείτο από αυτούς με τον τρόπο που περιέγραψε.

 

42.          Περαιτέρω, οι αναφορές της Αιτήτριας σε κακομεταχείριση και βιασμό από τους αυτονομιστές παρέμειναν γενικές και χωρίς επαρκή περιγραφή. Μολονότι πρόκειται για ιδιαίτερα σοβαρά περιστατικά, η Αιτήτρια δεν παρείχε συγκεκριμένες πληροφορίες για τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβαν χώρα, τα εμπλεκόμενα πρόσωπα, τη συχνότητα ή τις συνέπειες της κακομεταχείρισης. Ως προς τον ισχυριζόμενο βιασμό, παρότι λαμβάνεται υπόψη ότι τέτοια περιστατικά μπορεί να είναι δύσκολο να περιγραφούν λόγω τραύματος, η απουσία ακόμη και βασικών πληροφοριών, έστω και περιφεριακών του γεγονότων του επικαλούμενου συμβάντος, δεν μπορεί να οδηγήσει σε θετική αξιολόγηση του ισχυρισμού. Περαιτέρω, ασαφής παραμένει και ο τρόπος απελευθέρωσής της, καθώς ανέφερε ότι οι αυτονομιστές απαίτησαν 3.000.000 φράγκα CFA, πλην όμως η ίδια κατέβαλε μόνο 3.000 και αφέθηκε ελεύθερη, χωρίς να εξηγήσει από πού εξασφαλίστηκαν τα χρήματα, πώς καταβλήθηκαν ή για ποιο λόγο οι απαγωγείς αποδέχθηκαν τόσο μικρότερο ποσό. Τέλος, η ίδια δήλωσε ότι μετά την απελευθέρωσή της δεν της συνέβη άλλο περιστατικό από τους αυτονομιστές μέχρι την αναχώρησή της τον Σεπτέμβριο του 2022, παρά τον ισχυρισμό ότι δεν είχε πληρώσει ολόκληρο το ποσό των λύτρων. Το στοιχείο αυτό αποδυναμώνει τον ισχυρισμό περί συνεχιζόμενου κινδύνου από τους αυτονομιστές, εφόσον δεν ανέφερε μεταγενέστερη αναζήτηση, απειλή, επικοινωνία ή άλλη ενέργεια εις βάρος της.

 

43.           Το Δικαστήριο διαπιστώνει πως οι Καθ' ων η αίτηση κατά το στάδιο αξιολόγησης του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού, ως αυτός σχηματίστηκε από αυτούς, παρέλειψαν να διερευνήσουν την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού σε συνάρτηση με σχετικές πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης στη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας, επικαλούμενοι ότι τα όσα ανέφερε η Αιτήτρια στη συνέντευξή της αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός της. Ουδόλως παραγνωρίζεται η υποκειμενική φύση του αφηγήματος της Αιτήτριας, ωστόσο αυτό εντάσσεται στο γενικότερο πλαίσιο της αγγλόφωνης κρίσης στο Καμερούν και στις πρακτικές που χρησιμοποιούνται τόσο από τον στρατό της χώρας, όσο και από αυτονομιστές, τα οποία για την πληρότητα της αξιολόγησης δέον να εξεταστούν μέσω έρευνας σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.

 

44.          Σε έρευνα που προχώρησε το Δικαστήριο σε έγκυρες πηγές πληροφόρησης, ανευρέθηκαν τα εξής:  Σύμφωνα με τις πηγές, οι αυτονομιστές στο Αγγλόφωνο Καμερούν, οι Ambazonians, αγωνίζονται από το 2017 για να δημιουργήσουν ένα ανεξάρτητο, αγγλόφωνο κράτος με το όνομα Ambazonia, στις δυτικές περιοχές της εν γένει γαλλόφωνης χώρας.[2] Σύμφωνα με έκθεση της Amnesty International, η σύγκρουση στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν έχει οδηγήσει τον άμαχο πληθυσμό να βρίσκεται παγιδευμένος ανάμεσα στις κυβερνητικές δυνάμεις, τις ένοπλες αυτονομιστικές ομάδες και πολιτοφυλακές. Οι ένοπλοι αυτονομιστές προβαίνουν σε σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται απαγωγές, εκφοβισμοί, απειλές, δολοφονίες και επιθέσεις εναντίον προσώπων που θεωρούνται ότι συνεργάζονται με τις κρατικές αρχές ή αντιτίθενται στους αυτονομιστικούς σκοπούς. Οι πρακτικές αυτές, σε συνδυασμό με τη βία και τις αυθαιρεσίες και άλλων εμπλεκόμενων δρώντων, έχουν επιδεινώσει την ανασφάλεια και έχουν περιορίσει σοβαρά την καθημερινή ζωή των πολιτών στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν. [3]Αναφορικά με τα άτομα τα οποία γίνονται αντιληπτοί από την κυβέρνηση ως υποστηρικτές των αυτονομιστών, διαφαίνεται ότι στοχοποιούνται με συλλήψεις, κράτηση, εξωδικαστικές εκτελέσεις από τις αρχές/δυνάμεις ασφαλείας της χώρας.[4] Οι ανωτέρω πηγές επιβεβαιώνουν αφενός, τη διαμάχη μεταξύ του στρατού και των αποσχιστών και αφετέρου, την εκατέρωθεν δίωξη των υποστηρικτών τους.

 

45.          Παρόλο που επιμέρους πτυχές του αφηγήματος της Αιτήτριας δεν είναι εκ προοιμίου ασύμβατες με τις διαθέσιμες πληροφορίες περί της δράσης των αυτονομιστών μαχητών και του στρατού στο Καμερούν, η εξωτερική αυτή συμβατότητα δεν αρκεί, αφ’ εαυτής, για να καταστήσει αξιόπιστο το αφήγημα της Αιτήτριας. Συνολικά, οι δηλώσεις της δεν χαρακτηρίζονται από την εσωτερική συνοχή που θα ανέμενε κανείς από ένα άτομο το οποίο έχει βιώσει προσωπικά τα γεγονότα που επικαλείται. Οι ασάφειες ως προς κρίσιμες περιστάσεις των περιστατικών που περιέγραψε, η απουσία συγκεκριμένων και βιωματικών λεπτομερειών, καθώς και η έλλειψη ευλογοφάνειας σε αρκετά σημεία της αφήγησής της, υπονομεύουν την αξιοπιστία της. Ως εκ τούτου, οι υπό εξέταση ουσιώδεις ισχυρισμοί, οι οποίοι συνδέονται μεταξύ τους, απορρίπτονται στο σύνολό τους.

 

46.          Δεν παροράται, περαιτέρω, το γεγονός ότι, κατά τα λεγόμενα της Αιτήτριας, ο αδερφός και η αδερφή της εξακολουθούν να παραμένουν στην περιοχή, βιοπορίζονται μέσω πώλησης προϊόντων, χωρίς να αντιμετωπίζουν ιδιαίτερα προβλήματα και χωρίς να έχουν προκύψει περιστατικά αναζήτησης της Αιτήτριας μετά την αναχώρησή της από τη χώρα. Το στοιχείο αυτό συνδέεται άμεσα με την αξιολόγηση του μελλοντοστραφούς κινδύνου, αποδυναμώνοντας ταυτοχρόνως τον ισχυρισμό της περί στοχευμένης δίωξής της, καθότι θα αναμένετο για τον ίδιο λόγο και τα αδέρφια της, λόγω της κατ’ ισχυρισμό εμπλοκής του πατέρα τους στους αυτονομιστές μαχητές, να είχαν στοχοποιηθεί.

47.          Προχωρώντας στην αξιολόγηση του κινδύνου που ενδέχεται να διατρέχει η Αιτήτρια, πέραν των όσων η ίδια δήλωσε και τα οποία απορρίφθηκαν ανωτέρω, σημειώνεται ότι η Αιτήτρια δεν επικαλέστηκε οποιονδήποτε πρόσθετο ή ανεξάρτητο κίνδυνο απορρέοντα από το προσωπικό της προφίλ ή τις ιδιαίτερες περιστάσεις της. Δεν προκύπτει κίνδυνος καθαυτός από τα προσωπικά στοιχεία της Αιτήτριας, λαμβάνοντας υπόψη το προσωπικό προφίλ της, ως αυτό έγινε αποδεκτό και ειδικότερα ότι η Αιτήτρια είναι ενήλικη, υγιής, ικανοποιητικού μορφωτικού επιπέδου, ομιλεί την αγγλική και την αραβική γλώσσα, είναι ικανή προς εργασία και χωρίς οποιοδήποτε σημείο ευαλωτότητας ή αποδεδειγμένο περιστατικό παρελθούσας δίωξης και διαθέτει στην περιοχή όπου αναμένεται να επιστρέψει οικογενειακό υποστηρικτικό δίκτυο, καθότι εκεί διαμένουν δύο από τα αδέρφια της, θείοι, θείες και ξαδέρφια της. Αξίζει επίσης να επισημανθεί ότι η Αιτήτρια είναι ένα άτομο ανεξάρτητο, το οποίο διέμενε και εργαζόταν για τέσσερα χρόνια στο Κουβέιτ.

48.          Ειδικώς ως προς το θρησκευτικό προφίλ της Αιτήτριας ως Χριστιανής δεν προκύπτει κάποιος κίνδυνος. Πηγές αναφέρουν πως στο Καμερούν, οι Χριστιανοί αποτελούν την πλειοψηφία του πληθυσμού, με περίπου 70% να ανήκουν σε διάφορα χριστιανικά δόγματα. Ωστόσο, υπάρχουν περιοχές όπου οι Χριστιανοί αντιμετωπίζουν προκλήσεις. Στις βόρειες περιοχές, όπου κυριαρχεί το Ισλάμ, έχουν αναφερθεί περιστατικά  κοινωνικών εντάσεων μεταξύ χριστιανικών και μουσουλμανικών κοινοτήτων. Επιπλέον, η παρουσία εξτρεμιστικών ομάδων, όπως η Boko Haram, έχει οδηγήσει σε επιθέσεις κατά χριστιανικών κοινοτήτων στα βόρεια σύνορα με τη Νιγηρία και όχι στον τόπο συνήθους διαμονής της Αιτήτριας. Παρά τις προκλήσεις αυτές, οι Χριστιανοί στο Καμερούν γενικά ασκούν τη θρησκεία τους ελεύθερα.[5] Η ίδια η Αιτήτρια δεν προβάλλει σε κάθε περίπτωση οποιοδήποτε φόβο ένεκα αυτής της πτυχής του προφίλ της.

49.          Ως προς τη γενική κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας, αναφέρονται τα ακόλουθα, ως προκύπτουν από έγκυρες πηγές πληροφόρησης:

50.          Βάσει πληροφοριών από τον ανεξάρτητο οργανισμό ACAPS, η κρίση που ξέσπασε στις Αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν (ήτοι στις περιφέρειες Northwest και Southwest) περί τα τέλη του 2016 οδήγησε στην εμφάνιση διαφόρων αποσχιστικών ομάδων και σε ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ του κρατικού στρατού και των ενόπλων δυνάμεων των αυτονομιστών, που έχουν εντείνει την ανασφάλεια στις αγγλόφωνες περιοχές, «αφήνοντας πάνω από 334.000 άτομα εσωτερικά εκτοπισμένα και περισσότεροι από 76.000 να αναζητούν καταφύγιο στη γειτονική Νιγηρία, μέχρι τον Φεβρουάριο του 2025.».[6]

51.          Εκ των όσων επίσης αναφέρονται στην ίδια πηγή, οι απαρχές της σύγκρουσης εντοπίζονται στα μακροχρόνια προβλήματα στην αγγλόφωνη κοινότητα στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές της χώρας, λόγω της περιθωριοποίησης τους από τη γαλλόφωνη κυβέρνηση, «που κλιμακώθηκαν σε εκτεταμένες διαμαρτυρίες και απεργίες περί τα τέλη του 2016».[7]

52.          H έκθεση του Global Centre for the Responsibility to Protect (Μάρτιος του 2026), αναφέρει ότι η κρίση που ξέσπασε το 2016 έχει εξελιχθεί σε παρατεταμένη ένοπλη αντιπαράθεση, με χιλιάδες νεκρούς, εκατοντάδες χιλιάδες εκτοπισμένους και σοβαρές επιπτώσεις για τον άμαχο πληθυσμό. Η έκθεση τονίζει ότι σοβαρές παραβιάσεις διαπράττονται και από τις δύο πλευρές. Οι κυβερνητικές δυνάμεις κατηγορούνται για εξωδικαστικές εκτελέσεις, αυθαίρετες συλλήψεις, βασανιστήρια, σεξουαλική και έμφυλη βία, κακομεταχείριση κρατουμένων και καταστροφή χωριών. Από την άλλη πλευρά, οι ένοπλοι αυτονομιστές κατηγορούνται για δολοφονίες, απαγωγές, εκβιασμούς, παράνομη φορολόγηση, επιθέσεις σε σχολεία, νοσοκομεία και ανθρωπιστικούς εργαζομένους, καθώς και για χρήση αυτοσχέδιων εκρηκτικών μηχανισμών. Η κατάσταση έχει επιδεινώσει την ανθρωπιστική κρίση, καθώς μεγάλος αριθμός ανθρώπων χρειάζεται βοήθεια, ενώ πολλοί έχουν εγκαταλείψει τα σπίτια τους είτε στο εσωτερικό της χώρας είτε προς τη Νιγηρία.[8]

53.          Παράλληλα, η ανωτέρω έκθεση αναφέρει ότι η ανασφάλεια δεν περιορίζεται μόνο στις αγγλόφωνες περιοχές. Στην Άπω Βόρεια περιοχή του Καμερούν, οι άμαχοι συνεχίζουν να απειλούνται από ένοπλες εξτρεμιστικές ομάδες, οι οποίες δρουν στην ευρύτερη περιοχή της λεκάνης της λίμνης Τσαντ.[9]

54.          Η υπό εξέταση σύγκρουση έχει ήδη διάρκεια περίπου εννέα ετών και επηρεάζει τόσο τη Βορειοδυτική όσο και τη Νοτιοδυτική περιφέρεια του Καμερούν. Τα δεδομένα υποδηλώνουν ότι πρόκειται για μια μακροχρόνια και σταθερά εγκατεστημένη κρίση. Επιπλέον, δεν φαίνεται να υπάρχει καμία πρόθεση επίλυσής της στο άμεσο μέλλον, καθώς η σύγκρουση δεν συζητήθηκε ούτε στην πρόσφατη συνεδρίαση της Ομάδας Υπουργικής Δράσης της Κοινοπολιτείας του Καμερούν τον Μάρτιο του 2025.[10]

55.          Ως προς τα ποσοτικά δεδομένα της σύγκρουσης, σύμφωνα με τα πρόσφατα δεδομένα της βάσης δεδομένων ACLED (The Armed Conflict Location & Event Data Project), ενός μη κερδοσκοπικού οργανισμού με έργο τη συλλογή, ανάλυση και χαρτογράφηση δεδομένων σχετικά με τις ημερομηνίες, τους δρώντες, τις τοποθεσίες, τους θανάτους και τους τύπους όλων των καταγεγραμμένων γεγονότων πολιτικής βίας και διαμαρτυρίας σε παγκόσμια κλίμακα, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης τις 17.4.2026) στην Βορειοδυτική περιφέρεια (Nord - Ouest) του Καμερούν, καταγράφηκαν συνολικά 1940 περιστατικά πολιτικής βίας ("Political violence", που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 562 θάνατοι. Στην Bamenda, τόπο συνήθους διαμονής της Αιτήτριας καταγράφηκαν 35 περιστατικά ασφαλείας, τα οποία είχαν ως συνέπεια την απώλεια 34 ανθρώπινων ζωών.[11] Σημειωτέον ότι ο πληθυσμός της Βορειοδυτικής περιφέρειας εκτιμάται στους 2,428,200 κατοίκους (με εκτίμηση του 2025).[12]

56.          Με βάση τα ανωτέρω ποιοτικά και ποσοτικά δεδομένα της κατάστασης ασφαλείας σε συνάρτηση με το προφίλ της Αιτήτρια όπως προκύπτει ανωτέρω αλλά και στη συνέχεια, παρά την έκρυθμη κατάσταση που επικρατεί στον τόπο συνήθους διαμονής της, αυτή δεν διατρέχει ευλόγως κίνδυνο ως άμαχη.

57.          Υπό το φως της ανωτέρω ανάλυσης κινδύνου, δεν δικαιολογείται η υπαγωγή της Αιτήτριας στο καθεστώς του πρόσφυγα, καθώς δεν τεκμηριώθηκε η συνδρομή βάσιμου φόβου δίωξης για τους λόγους που εξαντλητικά αναφέρονται στο άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου.

58.           Ούτε επίσης τεκμηριώνεται, η υπαγωγή της στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας (άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου), καθώς η Αιτήτρια δεν τεκμηριώνει, αλλά και από τα ενώπιόν μου στοιχεία δεν προκύπτει ότι εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς της, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη.

59.          Ειδικότερα, στην προκειμένη περίπτωση από το προαναφερόμενο ιστορικό και δεδομένου ότι η Αιτήτρια δεν τεκμηρίωσε, ότι ενόψει των προσωπικών της περιστάσεων, πιθανολογείται να εκτεθεί σε κίνδυνο βλάβης συγκεκριμένης μορφής [βλ. απόφαση της 17.2.2009, C-465/07, ECLI:EU:C:2009:94, Elgafaji, σκέψη 32)] ότι αυτή διατρέχει κίνδυνο σοβαρής βλάβης, λόγω θανατικής καταδίκης ή εκτέλεσης, βασανιστηρίων, απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της [βλ. άρθρο 19(2)(α) και (β)].

60.          Επιπροσθέτως, δεδομένης της κατάστασης που επικρατεί στον τελευταίο τόπο διαμονής της Αιτήτριας και στην ευρύτερη περιφέρεια που αυτός εμπίπτει, δέον να εξεταστούν τα επιμέρους συστατικά στοιχεία του άρθρου 19(2)(γ) και ειδικότερα, κατά πόσον συντρέχει αδιακρίτως ασκούμενη βία στον τελευταίο τόπο διαμονής της Αιτήτριας, ο βαθμός της οποίας να είναι τόσο υψηλός, ώστε να υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμηθεί ότι η Αιτήτρια, ακόμα κι αν ήθελε υποτεθεί ότι θα επιστρέψει στη συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας της και μόνον στο έδαφος αυτής της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί στην εν λόγω απειλή [βλ. απόφαση της 17.2.2009, C-465/07, ECLI:EU:C:2009:94 Elgafaji, σκέψη 43].

61.          Σημειώνεται συναφώς ότι «το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, αναγνωρίζεται σε οποιοδήποτε αιτητή, ο οποίος δεν αναγνωρίζεται ως πρόσφυγας ή σε οποιοδήποτε αιτητή του οποίου η αίτηση σαφώς δε βασίζεται σε οποιουσδήποτε από τους λόγους του εδαφίου (1) του άρθρου 3, αλλά σε σχέση με τον οποίο υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη και δεν είναι σε θέση ή, λόγω του κινδύνου αυτού, δεν είναι πρόθυμος, να θέσει τον εαυτό του υπό την προστασία της χώρας αυτής». Ως  «σοβαρή» ή «σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη» ορίζεται δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) ως «σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης».

62.          Ως προς τον όρο διεθνής ή εσωτερική ένοπλη σύρραξη, το ΔΕΕ, διευκρίνισε ότι της έννοιας της εσωτερικής ένοπλης συρράξεως, η σημασία και το περιεχόμενο των όρων αυτών πρέπει να καθορίζονται, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το σύνηθες νόημά τους στην καθημερινή γλώσσα, λαμβανομένου υπόψη του πλαισίου εντός του οποίου αυτοί χρησιμοποιούνται και των σκοπών που επιδιώκει η ρύθμιση στην οποία εντάσσονται (αποφάσεις της 22ας Δεκεμβρίου 2008, C‑549/07, Wallentin-Hermann, Συλλογή 2008, σ. I‑11061, σκέψη 17, και της 22ας Νοεμβρίου 2012, C‑119/12, Probst, σκέψη 20). Υπό το σύνηθες νόημά της στην καθημερινή γλώσσα, η έννοια της εσωτερικής ένοπλης συρράξεως αφορά κατάσταση στην οποία οι τακτικές δυνάμεις ενός κράτους συγκρούονται με μία ή περισσότερες ένοπλες ομάδες ή στην οποία δύο ή περισσότερες ένοπλες ομάδες συγκρούονται μεταξύ τους. (Βλ.  απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C-285/12, EU:C:2014:39, σκέψεις 27 και 28).

63.          Ακολούθως ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν κατά την αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: το ΔΕΕ) επεσήμανε ότι λαμβάνονται υπόψη «[.]μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (Βλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C-285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών.» (Βλ. C-901/19, ημερομηνίας 10.6.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland, σκέψη 43).

64.          Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: το ΕΔΔΑ) στην απόφασή του Sufi and Elmi (ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών 8319/07 and 11449/07, ημερομηνίας 28.11.2011) αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.

65.          Επιπλέον, όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας.» (απόφαση στην υπόθεση C-465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji κ. Staatssecretaris van Justitie, ημερ.17.2.2009). Ιδίως ως προς την εφαρμογή της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, το ΔΕΕ στην ως άνω απόφαση διευκρίνισε ότι «ότι όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας.».

66.          Αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στη Βορειοδυτική περιφέρεια στην οποία, διαπιστώνεται ότι στην εν λόγω περιοχή εξελίσσεται εσωτερική ένοπλη σύρραξη μεταξύ των δυνάμεων του εθνικού στρατού και αποσχιστικών ομάδων που δραστηριοποιούνται εκεί. Εξωτερικές πηγές περαιτέρω καταδεικνύουν ότι στην περιοχή αυτή εκδηλώνονται φαινόμενα αδιάκριτης βίας, κατά την έννοια που επηρεάζει πρόσωπα ανεξαρτήτως των προσωπικών τους περιστάσεων (βλ. ανωτέρω Elgafaji, σκ. 34, ΔΕΕ· Diakité, απόφαση της 30.01.2014, C-285/12). Λαμβανομένων υπόψη των ποσοτικών και ποιοτικών χαρακτηριστικών της σύρραξης, όπως αναλύθηκαν ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η προερχόμενη από αυτήν αδιάκριτη βία κυμαίνεται σε μέτριο επίπεδο έντασης, χωρίς ωστόσο να ανέρχεται σε τέτοιο βαθμό ώστε, και μόνη η παρουσία ενός αμάχου στην περιοχή, να αρκεί για τη στοιχειοθέτηση πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης κατά την έννοια του 19(2)(γ), ανεξαρτήτως των προσωπικών του περιστάσεων. Ως προς τις περιστάσεις της Αιτήτριας, ως αναλύθηκε ανωτέρω, είναι γυναίκα ενήλικη, χωρίς εξαρτώμενα, χωρίς προβλήματα υγείας, με ικανοποιητικό μορφωτικό επίπεδο, γνώση αγγλικών και αραβικών, άτομο αυτόνομο και ικανό προς εργασία, καθότι για τέσσερα χρόνια εργάστηκε στο Κουβέιτ. Επιπλέον, στη χώρα καταγωγής της διαθέτει  οικογενειακό υποστηρικτικό δίκτυο, καθότι εκεί διαμένουν τα δύο αδέρφια της, θείες, θείοι και ξαδέρφια της, γεγονός που καταδεικνύει ότι διαθέτει ουσιαστικούς δεσμούς, δυνατότητες επανένταξης και ρεαλιστική προοπτική επιστροφής στη χώρα καταγωγής της. Επιπρόσθετα, η Αιτήτρια είναι εξοικειωμένη με την περιοχή, άρα σε θέση να γνωρίζει και να αξιολογεί επαρκώς τους κινδύνους, χωρίς αποδεκτό περιστατικό παρελθούσας δίωξης. Ως εκ τούτου, κρίνεται ότι η Αιτήτρια ως άμαχη δεν διατρέχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής της ακεραιότητας, ένεκα του επιπέδου των ένοπλων συγκρούσεων που λαμβάνουν χώρα στον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής της.

67.          Ως προς δε την απόφαση επιστροφής της, από τα ενώπιόν μου στοιχεία, δεν προκύπτει οποιοδήποτε άλλο ζήτημα συναφές με την αρχή της μη επαναπροώθησης και των προϋποθέσεων έκδοσης της απόφασης επιστροφής, πέραν των όσων ήδη εξετάστηκαν και αναλύθηκαν ανωτέρω (Βλ. απόφαση της της 17ης Οκτωβρίου 2024, υπόθεση C- 156/23 [Ararat] K, L, M, N κατά Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid, ECLI:EU:C:2024:892, ιδίως σκέψεις 50 έως 51).

Ως εκ τούτου, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση τροποποιείται ως ανωτέρω, με €1000 έξοδα εναντίον της Αιτήτριας και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση.

 

                                                                                                Κ. Κ. Κλεάνθους,  Δ.Δ.Δ.Δ.Π.    



[1] Ως προς τους δείκτες αξιοπιστίας (λεπτομέρεια, συνοχή, ευλογοφάνεια) Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System Judicial analysis Second edition, EUAA  https://euaa.europa.eu/publications/judicial-analysis-evidence-and-credibility-context-common-european-asylum-system, σ. 120-134 και επίσης UNHCR Handbook on Procedures and Criteria for Determining Refugee Status

[2] Voa News, 16 Dead in Latest Clashes in Cameroon Separatist Areas, 4 March 2020

 https://www.voanews.com/africa/16-dead-latest-clashes-cameroon-separatist-areas 

[3] Amnesty International, Cameroon: With or against us: People of the North-West region of Cameroon caught between the army, armed separatists and militias, 4 July 2023

https://www.amnesty.org/en/documents/afr17/6838/2023/en/

[4] HRW - Human Rights Watch (Author): World Report 2024 - Cameroon, 11 January 2024
https://www.ecoi.net/en/document/2103168.html ;

USDOS - US Department of State (Author): 2023 Country Report on Human Rights Practices: Cameroon, 23 April 2024
https://www.ecoi.net/en/document/2107637.html;

EUAA - European Union Agency for Asylum (formerly: European Asylum Support Office, EASO) (Author): Cameroon; Treatment of individuals perceived as separatists by the state [Q20-2024], 4 March 2024, σ. 4
https://www.ecoi.net/en/file/local/2105170/2024_03_EUAA_COI_Query_Response_Q20_Treatment_of_Individuals_Perceived_as_Separatists_by_the_State_Cameroon.pdf;

(EUAA - European Union Agency for Asylum (formerly: European Asylum Support Office, EASO): Cameroon's Army conduct in Bamenda and Kumba (2018-2020) [Q57-2024], 30 August 2024
https://www.ecoi.net/en/file/local/2114532/2024_8_EUAA_COI_Query_Response_Q57_Cameroon_Army's_Conduct_In_Bamenda_And_Kumba.pdf 

[5] USDOS - US Department of State: 2023 Report on International Religious Freedom: Cameroon, 26 June 2024

https://www.ecoi.net/en/document/2111838.html ;

USDOS - US Department of State: 2023 Country Report on Human Rights Practices: Cameroon, 23 April 2024

https://www.ecoi.net/en/document/2107637.html 

[6] ΑCAPS, Country analysis: Cameroon

 https://www.acaps.org/en/countries/cameroon# 

[7] Ό. π.

[8] Global Centre for the Responsibility to Protect, Cameroon, 16 March 2026

https://www.globalr2p.org/countries/cameroon/

[9] Ό. π.

[10] Taylor and Fransis, Cameroon, the Commonwealth, and crisis: Commonwealth intervention in Cameroon's Anglophone conflict, June 2025

https://www.tandfonline.com/doi/full/10.1080/00358533.2025.2516706?src=#abstract

[11] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon, Northwest (Nord-Ouest – Bamenda) Region, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 29.4.2026).

[12] City Population, Cameroon, North West (Nord-Ouest) Region

https://www.citypopulation.de/en/cameroon/cities/?admid=6823


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο