ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
24 Απριλίου 2026
[Β. ΚΟΥΡΟΥΖΙΔΟΥ - ΚΑΡΛΕΤΤΙΔΟΥ Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
Η.Β., ARC 058ΧΧΧΧΧΧΧ από τη Γουινέα και τώρα στην Λάρνακα
Αιτητής
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Zωή Ποντίκη (κα) για Αλταχέρ Μπενέτης και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., Δικηγόρος για τον Αιτητή
Α. Πάλλη (κα), Δικηγόρος για τους Καθ' ων η αίτηση
Ο Αιτητής είναι παρών
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Με την υπό εξέταση προσφυγή, ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση των Καθ’ ων η Αίτηση ημερομηνίας 30/04/2025, η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή στις 19/05/2025, με την οποία τον πληροφορούν ότι το αίτημα του για διεθνή προστασία ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου απορρίπτεται καθότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 3 και 19 του Περί Προσφύγων Νόμου και ο Αιτητής δεν απέδειξε οποιονδήποτε λόγο για να του παραχωρηθεί το καθεστώς πρόσφυγα ή της συμπληρωματικής προστασίας.
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Ο Αιτητής είναι υπήκοος της Δημοκρατίας της Γουινέας (εφεξής «Γουινέα»). Εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του στη 01/10/2022 και εισήλθε παράνομα από τις κατεχόμενες από την Τουρκία και μη ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας περιοχές, όπου υπέβαλε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας στις 05/12/2022. Αυθημερόν, ο Αιτητής παρέλαβε την Βεβαίωση Υποβολής Αιτήματος Διεθνούς Προστασίας από την Υπηρεσία Ασύλου. Ακολούθως, στις 20/03/2025, πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο (εφεξής «EUAA») και στις 14/04/2025 ο λειτουργός ετοίμασε Έκθεση – Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου σχετικά με την συνέντευξη του Αιτητή, εισηγούμενος την απόρριψη του αιτήματός του. Στις 30/04/2025, ο εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου να ασκεί καθήκοντα Προϊσταμένου, ενέκρινε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης ασύλου του Αιτητή. Εν συνεχεία, στις 19/05/2025, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή σχετικά με το αίτημα του Αιτητή, η οποία αυθημερόν παραλήφθηκε και υπογράφτηκε ιδιοχείρως από τον Αιτητή κατόπιν διερμηνείας του περιεχομένου της σε γλώσσα πλήρως κατανοητή από τον ίδιο (Γαλλικά).
Κατά της ως άνω απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, ημερομηνίας 30/04/2025, ο Αιτητής, στις 18/06/2025, καταχώρισε εμπρόθεσμα προσφυγή ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (Δ.Δ.Δ.Π.).
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Δια της αίτησης ακυρώσεώς του, ο Αιτητής, μέσω των συνηγόρων του, προβάλλει πλείονες λόγους ακυρώσεως. Κατά την γραπτή του αγόρευση, ο Αιτητής προβάλλει αρχικά ότι η επίδικη απόφαση στερείται δέουσας έρευνας καθότι η Υπηρεσίας Ασύλου απέτυχε να συνδέσει τα πραγματικά περιστατικά με τον ορθό λόγο δίωξης και ότι κατά την αξιολόγηση περιορίστηκε σε γενικές αναφορές περί πολιτικής αστάθειας στη χώρα καταγωγής του.
Από την πλευρά τους οι Καθ’ ων η Αίτηση αντιτάσσουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι καθ’ όλα νόμιμη και ορθή και ότι ο Αιτητης δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος απόδειξης που έφερε στους ώμους του. Υποστηρίζουν περαιτέρω ότι η επίδικη απόφαση έχει ληφθεί σύμφωνα με τις σχετικές νομοθετικές διατάξεις, κατόπιν δέουσας έρευνας και σωστής ενάσκησης των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους ίδιους και ότι αυτή είναι δεόντως αιτιολογημένη. Προβάλλουν καταληκτικά ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο δίωξης ή κίνδυνο σοβαρής βλάβης ώστε να του χορηγηθεί καθεστώς πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας.
Κατά τις διευκρινίσεις ημερ. 03/02/2026, η συνήγορος που εκπροσώπησε τον Αιτητή προώθησε τον ισχυρισμό περί μη δέουσας έρευνας. Από την πλευρά τους οι Καθ’ ων η Αίτηση υιοθέτησαν την θέση τους.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Καταρχάς πρέπει να λεχθεί ότι οι λόγοι ακύρωσης είναι με γενικότητα και αοριστία που εγείρονται στην παρούσα αίτηση. Η απλή καταγραφή κατά ιδιαίτερο συνοπτικό τρόπο στους λόγους ακύρωσης της νομικής βάσης της προσφυγής δεν ικανοποιεί την επιτακτική ανάγκη του Καν. 7 του Ανωτάτου Συνταγματικού Διαδικαστικού Κανονισμού του 1962, όπως οι νομικοί λόγοι αναφέρονται πλήρως.
Οι ισχυρισμοί για την ακύρωση μιας διοικητικής απόφασης πρέπει να είναι συγκεκριμένοι και να εξειδικεύουν ποια νομοθετική πρόνοια ή αρχή διοικητικού δικαίου παραβιάζεται. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Latomia Estate Ltd. v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672: «Η αιτιολόγηση των νομικών σημείων πάνω στα οποία βασίζεται μια προσφυγή είναι απαραίτητη για την εξέταση από ένα Διοικητικό Δικαστήριο των λόγων που προσβάλλουν τη νομιμότητα μιας διοικητικής πράξης».
Περαιτέρω δεν αρκεί η παράθεση των συγκεκριμένων διατάξεων της νομοθεσίας που κατ' ισχυρισμόν παραβιάζει η προσβαλλόμενη πράξη, αλλά θα πρέπει επίσης τα επικαλούμενα νομικά σημεία να αιτιολογούνται πλήρως. Οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια σε σχέση με αυτά μπορεί να έχει ως συνέπεια την απόρριψη της προσφυγής. (βλ. Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 AΑΔ 598).
Επίσης είναι πλειστάκις νομολογημένο ότι, λόγοι ακύρωσης που δεν εγείρονται στο δικόγραφο της προσφυγής δεν μπορούν να εξεταστούν με το να εγείρονται για πρώτη φορά στις γραπτές αγορεύσεις. Σχετικό είναι η απόφαση της Ολομέλειας στη Φλωρεντία Πετρίδου ν. Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, (2004) 3 Α.Α.Δ. 636 . Σχετική είναι και η υπόθεση Σπύρου και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Προσφ. 571/94 κ.α., ημερ. 22.11.1995, στη σελ. 4
Οι αγορεύσεις αποτελούν τη μόνη μέθοδο ανάπτυξης των λόγων ακύρωσης ή ισχυρισμών που ήδη προσβλήθηκαν με το δικόγραφο της προσφυγής.
Σύμφωνα με την Μαραγκός ν. Δημοκρατίας (2006) 3 Α.Α.Δ. 671 : «Για να καταστεί το θέμα επίδικο, πρέπει αυτό να εγείρεται σύμφωνα με τις δικονομικές διατάξεις και να αποφασίζεται ύστερα από εξαντλητική επιχειρηματολογία.»
«Η αγόρευση αποτελεί το μέσο για την έκθεση της επιχειρηματολογίας υπέρ της αποδοχής των λόγων ακύρωσης και όχι υποκατάστατο της στοιχειοθέτησής τους. Βλ. Παπαδοπούλας ν. Ιωσηφίδη κ.ά. (2002) 3 Α.Α.Δ. 601 και Λεωφορεία Λευκωσίας Λτδ ν. Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 56.»
Τα όσα επομένως πιο κάτω εξετάζονται και αποφασίζονται τελούν υπό την πιο πάνω τοποθέτηση.
Αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι δεν έγινε επαρκής η δέουσα έρευνα έχει πλειστάκις νομολογηθεί η έκταση, ο τρόπος και η διαδικασία που ακολουθείται κατά τη διενέργεια της έρευνας, ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης.
Περαιτέρω, η έρευνα είναι επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το θέμα που εξετάζεται. Το κριτήριο για την πληρότητα της έρευνας έγκειται στη συλλογή και τη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων τα οποία παρέχουν ασφαλή συμπεράσματα (Βλ. Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.α., Α.Ε. 1518/1.11.96, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου, Α.Ε. 1575/14.7.97, A.Ε.2371, Motorways Ltd ν Δημοκρατίας ημερ. 25/6/99).
Το Δικαστήριο στα πλαίσια ελέγχου της επίδικης προσβαλλόμενης απόφασης εξετάζει κατά πόσο το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα.
Όπως καταδεικνύεται από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, οι Καθ' ων η αίτηση ενήργησαν σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου και εξέτασαν όλα τα ουσιώδη στοιχεία που είχαν ενώπιον τους. Ειδικότερα, στην αρχή της συνέντευξης του, o Αιτητής αφού ενημερώθηκε για τη διαδικασία και τα δικαιώματά του επιβεβαίωσε ότι βρίσκεται σε καλή κατάσταση και ότι μπορεί να απαντήσει, ως επίσης ότι δεν έχει οποιεσδήποτε απορίες σχετικά με τη διαδικασία. Επιβεβαίωσε επίσης ότι δεν έχει έγγραφα να υποβάλει και όσα αναγράφονται στην αίτηση της είναι αληθή.
Κατά το στάδιο υποβολής της αίτησής του, ο Αιτητής προέβαλε ότι ήταν μέλος μίας ένωσης που τασσόταν κατά της πρακτικής Ακρωτηριασμού Γυναικείων Γεννητικών Οργάνων (ΑΓΓΟ). Ο Αιτητής κατέγραψε ότι στην Γουινέα, το 90% των γυναικών υποβάλλονται σε ΑΓΓΟ από την ηλικία των 5 έως 11 ετών και η οικογένεια και ορισμένοι γείτονες του που αντιτίθενται των απόψεων του ξεκίνησαν να τον απειλούν, δηλώνοντας του πως η πρακτική ΑΓΓΟ είναι μέρος της κουλτούρας τους. Το πρόβλημα ξεκίνησε όταν η αδελφή του Αιτητή, στην ηλικία των 6 ετών και έπρεπε να υποβληθεί σε ΑΓΓΟ, ωστόσο ο Αιτητής έφερε αντίρρηση, δίχως αποτέλεσμα. Αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής ώστε να προστατευθεί από εκείνους (ερ.1 Δ.Φ.).
Ο Αιτητής υπέβαλε κατά την αίτησή του για διεθνή προστασία την πολιτική του ταυτότητα, εκδοθείσα από τις αρχές της χώρας καταγωγής του (ερ. 9, 8 Δ.Φ.).
Κατά τη διάρκεια της προφορικής του συνέντευξης, ο Αιτητής επιβεβαίωσε ότι γεννήθηκε στην πόλη Conakry και μία εβδομάδα προτού εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής διέμεινε στο Dar Salam (ερ. 43, 42 Δ.Φ.). Ο Αιτητής ολοκλήρωσε σπουδές πολιτικού μηχανικού το 2021 και μεταξύ 2018 και 2020 ήταν μέλος μίας φοιτητικής ένωσης, ονόματι Agil, που είχε σκοπό την κινητοποίηση των ανθρώπων ενάντια στο πρόβλημα της καταστροφής των δασών και της πρακτικής Ακρωτηριασμού Γυναικείων Γεννητικών Οργάνων (εφεξής «ΑΓΓΟ») και υπέρ του ζητήματος της εκπαίδευσης ενώ από το 2020 έως το 2022 διετέλεσε γενικός γραμματέας της εν λόγω ένωσης (ερ. 43 Δ.Φ.). Δεν εργαζόταν στη χώρα καταγωγής, ωστόσο, στα τέλη του 2021 παρακολούθησε πρακτική εκπαίδευση ως βοηθός μηχανικού στα πλαίσια των σπουδών του (ερ. 43 Δ.Φ.). Οι γονείς και τα αδέλφια του διαμένουν στην περιοχή Wanidara της πόλης Conakry, όμως δεν έχει επικοινωνία με την οικογένειά του λόγω του προβλήματος που αντιμετώπισε στη χώρα του (ερ. 45, 44 Δ.Φ.). Ο Αιτητής ανήκει στην εθνοτική ομάδα Peul, είναι άγαμος και άτεκνος και ασπάζεται το Ισλάμ (ερ. 44 Δ.Φ.).
Αναφορικά με τους κατ' ιδίαν λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής υποστήριξε ότι ήταν μέλος μίας ένωσης που είχε στόχο την ενημέρωση των ατόμων σε σχέση με την καταστροφή των δασών και κυρίως σχετικά με την πρακτική ΑΓΓΟ. Τα προβλήματα του Αιτητή ξεκίνησαν όταν η μητέρα και αδελφή του μετέφεραν την ανιψιά του στο χωριό Ley Miro ώστε να την υποβάλλουν σε ΑΓΓΟ· ο Αιτητής πληροφορήθηκε από τον αδελφό του ότι η μητέρα και αδελφή του είχαν μεταβεί εκεί. Λίγες ημέρες αργότερα, ο Αιτητής πληροφορήθηκε μέσω ενός φίλου του που διέμενε στο εν λόγω χωριό τον σκοπό για τον οποίο είχαν μεταβεί εκεί και τηλεφώνησε στην μητέρα του, ζητώντας από εκείνη να μην προχωρήσει περαιτέρω, το οποίο εκείνη αρνήθηκε καθότι, ως του δήλωσε, επρόκειτο για παραδοσιακό έθιμο. Ο Αιτητής κατήγγειλε το περιστατικό στις αστυνομικές αρχές και ακολούθως η μητέρα και αδελφή του συνελήφθησαν οπότε και η οικογένεια του ξεκίνησε να τον κατηγορεί ότι είχε δημιουργήσει προβλήματα στην οικογένεια. Ακολούθως, ο Αιτητής τηλεφώνησε στον αδελφό του, εξήγησε τις συνέπειες της πρακτικής ΑΓΓΟ και δήλωσε πως δεν μπορούσε να παραμείνει σιωπηλός, όντας δη μέλος μίας ένωσης που τασσόταν κατά της πρακτικής. Ο Αιτητής άρχισε να λαμβάνει απειλές από τον αδελφό και τους γείτονές του. Μία μέρα διαπληκτιζόταν με τον αδελφό του στην οικία τους με αποτέλεσμα να τραυματιστεί στο δάχτυλό του· όταν οι γείτονες εισήλθαν στην οικία τους, ο Αιτητής τους εξήγησε ότι η πρακτική ΑΓΓΟ ότι είναι μία παραδοσιακή πρακτική που δεν είναι δυνατόν να παύσει διότι εκτιμάται πολύ από τους παραδοσιακούς ανθρώπους. Καθότι ο Αιτητής ξεκίνησε να λαμβάνει απειλές από τον αδελφό του, εγκατέλειψε την οικογενειακή οικία και την χώρα καταγωγής του. Καταληκτικά δήλωσε ότι ακόμα και τώρα, είναι δύσκολο για εκείνον να επικοινωνήσει με την μητέρα του (ερ. 40 Δ.Φ.).
Ο Αιτητής συμπλήρωσε πως ήταν πολύ δύσκολο για εκείνον να παραμείνει σε μία χώρα όπου το 85% του γυναίκειου πληθυσμού συνεχίζει να βλάπτεται μέσω της πρακτικής ΑΓΓΟ (ερ. 40 Δ.Φ.).
Ο Αιτητής δήλωσε πως η ένωση στην οποία ήταν μέλος ονομαζόταν Agil και συνδέεται με μία ΜΚΟ ονόματι Alternative Trafique, η οποία είναι αναγνωρισμένη από τις κρατικές αρχές· στόχος της ένωσης Agil είναι η κινητοποίηση των ανθρώπων κατά της πρακτικής ΑΓΓΟ (ερ. 39 Δ.Φ.). Ο Αιτητής δήλωσε ότι ήταν μέλος της οργάνωσης Alternative Trafique και μετέπειτα έλαβε τη θέση του γενικού γραμματέα στην ένωση Agil (ερ. 39 Δ.Φ.). Ο Αιτητής δήλωσε ότι η οικογένειά του ήταν κατά της συμμετοχής του στην οργάνωση διότι αυτή σήμαινε ότι ο Αιτητής αντέκειτο στις παραδοσιακές πρακτικές και στην κουλτούρα, για τα οποία όφειλε να αισθάνεται υπερήφανος (ερ. 38 Δ.Φ.). Ερωτηθείς σχετικά με την πρακτική ΑΓΓΟ στη χώρα του, ο Αιτητής δήλωσε ότι από το 2010 θεωρείται παράνομη (ερ. 37 Δ.Φ.). Ερωτηθείς πως ο φίλος του γνώριζε τον σκοπό για τον οποίο είχαν μεταβεί στο χωριό η μητέρα και αδελφή του, απάντησε ότι συνηθίζεται με το πέρας της τελετής να διοργανώνονται εορτές για το άτομο που έχει υποβληθεί σε ΑΓΓΟ και πιθανώς ο φίλος του να είχε ενημερωθεί για την γιορτή και περαιτέρω, το άτομο που υποβάλλεται σε ΑΓΓΟ συνηθίζεται να φέρει επί της κεφαλής ένα κόσμημα σε κόκκινο χρώμα ώστε να γνωρίζουν οι υπόλοιποι άνθρωποι ότι το εν λόγω υποβλήθηκε σε ΑΓΓΟ (ερ. 36 Δ.Φ.).
Ο Αιτητής δήλωσε ότι κατήγγειλε τη μητέρα του στις αστυνομικές αρχές του χωριού και κατόπιν ορισμένων ημερών εκείνη και η αδελφή του συνελήφθησαν (ερ. 35 Δ.Φ.). Αναφορικά με τις απειλές που έλαβε, δήλωσε ότι κατόπιν της καταγγελίας, ενεπλάκη σε αντιπαράθεση με τον αδελφό του στην οικία τους την οποία διέκοψαν οι γείτονες· ζήτησαν να μάθουν τον λόγο της αντιπαράθεσης και του δήλωσαν πως δεν έπρεπε να καταγγείλει την οικογένειά του, ο αδελφός του δε του δήλωσε πως δεν μπορούσαν πλέον να διαμείνουν μαζί και πως είτε θα τον σκότωνε είτε ο Αιτητής θα έπρεπε να τον σκοτώσει (ερ. 34 Δ.Φ.). Ο Αιτητής μετοίκησε σε έναν φίλο του στο Dar Salam και ξεκίνησε να λαμβάνει απειλητικά κατά της ζωής του τηλεφωνήματα από την θεία και τους γείτονές του για διάστημα περί της μίας εβδομάδας, δεν εξήλθε δε διόλου από την οικία του φίλου του έως ότου εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του (ερ. 34, 33 Δ.Φ.). Ερωτηθείς εάν ο αδελφός του επιχείρησε να επικοινωνήσει μετέπειτα μαζί του, απάντησε αποφατικά (ερ. 33 Δ.Φ.). Η τελευταία φορά που έλαβε απειλές ήταν η ημέρα που εγκατέλειψε τη χώρα και δήλωσε ότι έλαβε μονάχα λεκτικές απειλές από την θεία, τον θείο, αδελφό και τους γείτονες του (ερ. 33 Δ.Φ.). Δεν κατήγγειλε τις απειλές που λάμβανε διότι δεν εξερχόταν εκτός της οικίας από φόβο μην τον εντοπίσουν (ερ. 33 Δ.Φ.). Ερωτηθείς για τον λόγο που δεν αποτάθηκε στην ένωση ώστε να τον στηρίξουν με την καταγγελία, απάντησε ότι δεν το σκέφθηκε διότι η κουλτούρα φέρει μεγαλύτερη βαρύτητα από τους νόμους και συμπλήρωσε ότι είναι πιο δύσκολο όταν η καταγγελία αφορά πολλά άτομα (ερ. 33 Δ.Φ.).
Σε περίπτωση επιστροφής δήλωσε πως φοβάται ότι κινδυνεύει να τον σκοτώσουν και θα επηρεαστεί ψυχικά όταν συναντήσει την μητέρα του την οποία κατήγγειλε και συμπλήρωσε ότι σε περίπτωση που αποκτήσει κόρη στο μέλλον, φοβάται μην απαχθεί εκείνη από κάποιον και υποβληθεί σε ΑΓΓΟ (ερ. 32 Δ.Φ.). Ερωτηθείς εάν μπορεί να αποταθεί στις κρατικές αρχές για προστασία, απάντησε αποφατικά και συμπλήρωσε ότι η παράδοση και κουλτούρα είναι ανώτερες των νόμων (ερ. 32 Δ.Φ.). Σε σχέση με την δυνατότητα εσωτερικής μετεγκατάστασης δήλωσε ότι δεν είναι εφικτή και ανέφερε ότι δεν είχε επιχειρήσει στο παρελθόν να μετεγκατασταθεί διότι θα μπορούσε να συναντήσει οπουδήποτε τον αδελφό και τους γείτονες του, οι οποίοι θα τον έβλαπταν (ερ. 32 Δ.Φ.).
Υπό το φως των ως άνω πληροφοριών, ως αυτές προκύπτουν από το πρακτικό της συνέντευξης του Αιτητή και τα λοιπά στοιχεία του διοικητικού φακέλου, ο αρμόδιος λειτουργός σχημάτισε την Έκθεση – Εισήγησή του επί τη βάσει των εξής τεσσάρων (4) ουσιωδών ισχυρισμών: (1) Ταυτότητα, υπηκοότητα, προφίλ και θρησκεία του Αιτητή, (2) Ο Αιτητής ήταν μέλος της ένωσης και οργάνωσης Alternative Trafique και Agel που τάσσονταν κατά της πρακτικής ΑΓΓΟ, (3) Ο Αιτητής κατήγγειλε την μητέρα του στις αστυνομικές αρχές διότι υπέβαλε την ανιψιά του σε ΑΓΓΟ, και (4) Ο Αιτητής απειλήθηκε από τον αδελφό και τους γείτονές του.
Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός έγινε δεκτός, καθώς στοιχειοθετήθηκε τόσο η εσωτερική όσο και η εξωτερική αξιοπιστία του σε συνάρτηση με πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης και με την προσκομισθείσα κατά την υποβολή της αίτησής του για διεθνή προστασία αυθεντική πολιτική ταυτότητα του Αιτητή, εκδοθείσα από τις αρχές της χώρας καταγωγής του.
Ο δεύτερος ισχυρισμός του Αιτητή έγινε δεκτός από τον αρμόδιο λειτουργό καθότι οι δηλώσεις του κρίθηκαν επαρκώς λεπτομερείς, συγκεκριμένες και συνεχείς. Ειδικότερα, ο Αιτητής ήταν σε θέση να επεξηγήσει την δομή της ΜΚΟ στην οποία ήταν μέλος, τον τρόπο που κατέστη μέλος, τα καθήκοντά του, και την διαφορά μεταξύ της ένωσης Agil και της οργάνωσης Alternative Trafique. Περαιτέρω, ήταν λεπτομερής στις δηλώσεις του όσον αφορά τις απόψεις της οικογένειάς του για την συμμετοχή του στις οργανώσεις, τις ενδεχόμενες επιφυλάξεις αυτού προτού γίνει μέλος εξαιτίας των απόψεων της οικογένειάς του και τις επιφυλάξεις που διατηρούσε η οικογένειά του λόγω της ιδιότητας του ως μακροχρόνιο μέλος στις εν λόγω.
Επί της εξωτερικής αξιοπιστίας του ισχυρισμού, ο αρμόδιος λειτουργός κατέγραψε ότι δεν κατέστη εφικτός ο εντοπισμός πληροφοριών αναφορικά με την οργάνωση Alternative Trafique, ωστόσο, επιβεβαίωσε την ύπαρξη της οργάνωσης Agil, παραπέμποντας σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, καταλήγοντας, σε συνάρτηση με την στοιχειοθετηθείσα εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, στην αποδοχή του ισχυρισμού.
Ομοίως, ο τρίτος ισχυρισμός του Αιτητή έγινε δεκτός από τον λειτουργό ο οποίος κατέγραψε ότι οι δηλώσεις του Αιτητή ήταν λεπτομερείς και συνεπείς. Συγκεκριμένα, ο Αιτητής επεξήγησε λεπτομερώς την δυναμική της οικογένειάς του και τις πεποιθήσεις τους σε σχέση με τις παραδόσεις και παρέθεσε πλείστες πληροφορίες σχετικά με την πρακτική ΑΓΓΟ στη χώρα του και το νομικό καθεστώς αυτής. Ο Αιτητής αναφέρθηκε με συνέπεια στον χρόνο που πληροφορήθηκε ότι η ανιψιά του θα υποβαλλόταν σε ΑΓΓΟ και με λεπτομέρεια και συνέπεια στον τρόπο που ενημερώθηκε ότι η μητέρα του είχε μεταβεί στο χωριό όπου θα πραγματοποιούνταν η τελετή, στα βήματα που ακολούθησε ώστε να εξακριβώσει τον σκοπό της επίσκεψής της εκεί και τον λόγο και τρόπο που ο φίλος του γνώριζε τον σκοπό της επίσκεψης της στο χωριό. Ομοίως λεπτομερής και συνεπής ήταν στις δηλώσεις του όσον αφορά τις σκέψεις και ενδεχόμενες επιφυλάξεις του σχετικά με την καταγγελία της μητέρας του στις αστυνομικές αρχές και την διαδικασία της καταγγελίας ενώ παράλληλα, ήταν σε θέση να επεξηγήσει με συνοχή και ευλογοφάνεια τον λόγο που δεν γνώριζε περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την αποφυλάκιση της μητέρας του και να παραθέσει με λεπτομέρεια το περιεχόμενο της συζήτησής του με εκείνη αφότου εκείνος είχε βρισκόταν ήδη στις μη ελεγχόμενες από την Δημοκρατία περιοχές.
Όσον αφορά την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, ο αρμόδιος λειτουργός παρέπεμψε σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την επικράτηση της πρακτικής ΑΓΓΟ στην χώρα καταγωγής του Αιτητή και δη στην εθνοτική του ομάδα, τις ηλικιακές ομάδες και το προφίλ των γυναικών που υποβάλλονται σε ΑΓΓΟ, την υποστήριξη της πρακτικής από την κοινωνία και το νομοθετικό πλαίσιο· ωστόσο, ο λειτουργός δεν ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει μέσω έρευνας σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης τις δηλώσεις του Αιτητή αναφορικά με την διαδικασία καταγγελιών και συλλήψεων. Καταληκτικά, ο αρμόδιος λειτουργός έκανε αποδεχτό τον ισχυρισμό στο σύνολό του, εφόσον στοιχειοθετήθηκε η εσωτερική και εξωτερική αξιοπιστία του.
Ο τέταρτος ουσιώδης ισχυρισμός του Αιτητή δεν έγινε δεκτός από τον αρμόδιο λειτουργό καθότι οι δηλώσεις του Αιτητή αξιολογήθηκαν ως ασαφείς και μη λεπτομερείς. Ειδικότερα, ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να περιγράψει το περιστατικό κατά το οποίο ήλθε σε ρήξη με τον αδελφό του, το περιεχόμενο των απειλών που έλαβε από την θεία και τους γείτονές του, το χρονικό διάστημα κατά το οποίο έλαβε απειλές και το είδος των απειλών ενώ παράλληλα ο ίδιος δήλωσε ότι έλαβε μονάχα λεκτικές απειλές. Ο λειτουργός κατέγραψε ότι θα αναμενόταν από τον Αιτητή να παράσχει περισσότερες λεπτομέρειες σε σχέση με τις απειλές καθότι αυτές ήταν ο λόγος που εγκατέλειψε τη χώρα του και κατέληξε ότι η εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού δεν στοιχειοθετείται.
Όσον αφορά την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, ο αρμόδιος λειτουργός κατέγραψε ότι λόγω της εγγενώς υποκειμενικής φύσης των ισχυρισμών του Αιτητή δεν καθίσταται δυνατή η διασταύρωση αυτών με πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, καταλήγοντας στην απόρριψη του ισχυρισμού στο σύνολό του.
Ακολούθως, ο αρμόδιος λειτουργός προχώρησε σε αξιολόγηση του κινδύνου με ανάλυση του βάσιμου φόβου δίωξης και κινδύνου σοβαρής βλάβης του Αιτητή, στον οποίο ενδέχεται να εκτεθεί σε περίπτωση επιστροφής της στη Γουινέα κατά το οποίο εξετάζεται ο μελλοντικός κίνδυνος με βάση τα αποδεδειγμένα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά τα οποία έχουν γίνει αποδεκτά στην ανωτέρω ανάλυση. Επί τούτου, ο αρμόδιος λειτουργός, παραπέμποντας σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την πολιτική κατάσταση και την κατάσταση ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην χώρα καταγωγής και συνυπολογίζοντας ότι ο Αιτητής ήταν μέλος των οργανώσεων Alternative Trafique και Agel για πλείστα έτη δίχως να αντιμετωπίσει κάποιο πρόβλημα, επισήμανε πως δεν υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να πιστεύεται ότι σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του και ειδικότερα στην πόλη Conakry, θα υποστεί δίωξη ή κίνδυνο σοβαρής βλάβης.
Εν συνεχεία, κατά τη νομική ανάλυση, εφόσον διαπιστώθηκε πως δεν πληρούνται τα αναγκαία υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του φόβου δίωξης, κρίθηκε πως δεν προκύπτει βάσιμος φόβος δίωξης βάσει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, αλλά ούτε και πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης στο πλαίσιο του άρθρου 19 του Περί Προσφύγων Νόμου. Ειδικότερα, κατά την αξιολόγηση των προϋποθέσεων του άρθρου 19 (2) (γ) του Περί Προσφύγων Νόμου, κρίθηκε πως ο Αιτητής κατά την επιστροφή του στην χώρα καταγωγής του και ειδικότερα στην Koloma, Conakry, δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης καθώς στην χώρα καταγωγής του δεν επικρατούν συνθήκες διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης. Ως συνέπεια, η αίτηση διεθνούς προστασίας του Αιτητή απορρίφθηκε.
Αναφορικά με την πρακτική ΑΓΓΟ στη Γουινέα, κατόπιν έρευνας σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, ανευρέθησαν οι κάτωθι πληροφορίες.
Σύμφωνα με τον οργανισμό UNICEF, η επικράτηση της πρακτικής Ακρωτηριασμού Γυναικείων Γεννητικών Οργάνων (ΑΓΓΟ) διαφέρει σημαντικά από χώρα σε χώρα, με τα υψηλότερα επίπεδα να καταγράφονται στη Σομαλία, τη Γουινέα και το Τζιμπουτί.[1]
Κατόπιν έρευνας σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης κατέστη εφικτός ο εντοπισμός της οργάνωσης Agil στη Γουινέα. Καταρχάς ο ακτιβισμός στη χώρα δεν απαγορεύεται και οργώσεις ειδικότερα που δεν ασκούν αντικυβερνητική η πολιτική δραστηριότητα δεν φαίνεται να διώκονται . Σύμφωνα με πληροφορίες από την επίσημη ιστοσελίδα της οργάνωσης, «[η] AGIL ιδρύθηκε στις 22 Σεπτεμβρίου 2006 από πρώην εκπαιδευτές και στελέχη αναπτυξιακών και διεθνών προγραμμάτων […] Αρχικός της στόχος ήταν η υλοποίηση δράσεων ευαισθητοποίησης των τοπικών πληθυσμών, τόσο για τη συμμετοχή τους στη διαχείριση των εσόδων από την εξορυκτική δραστηριότητα όσο και για ζητήματα υγείας, εκπαίδευσης, πολιτότητας και κράτους δικαίου […] Κατά τη Γενική Συνέλευση του Σεπτεμβρίου 2009, η AGIL επαναπροσδιόρισε την αποστολή της, εστιάζοντας στην προώθηση της χρηστής διακυβέρνησης στους τομείς των βασικών κοινωνικών υπηρεσιών (υγεία, εκπαίδευση, προστασία παιδιών, νερό, υγιεινή και αποχέτευση, ανθρωπιστική βοήθεια και ανάκαμψη κοινοτήτων), σε συνεργασία με το κράτος, δίνοντας παράλληλα έμφαση στη συνηγορία υπέρ των ευάλωτων ομάδων του πληθυσμού.»[2]
Από την ερευνά προκύπτει ότι η εν λόγω οργάνωση δεν βρίσκεται στο στόχαστρο της κυβέρνησης και δεν έχουν προκύψει στοιχεία δίωξης των μελών της .
Σημειώνεται ότι δεν ανευρέθησαν πληροφορίες στις πλατφόρμες αναζήτησης ecoi-net, Refworld, EUAA COI Portal, καθώς και στο Διαδίκτυο σχετικά με την οργάνωση Alternative Trafique. Σημειώνεται περαιτέρω ότι αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι η οργάνωση υπάρχει ή δεν υπάρχει, επιβεβαιώνεται ή δεν επιβεβαιώνεται, σύμφωνα με το COI Report Methodology της EUAA.
Καταρχάς κρίνω ότι, ορθά ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου διαπίστωσε και κατέγραψε στην έκθεση-εισήγησή του, η οποία υιοθετήθηκε από τον εξουσιοδοτημένο από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, ότι οι ισχυρισμοί τoυ Αιτητή δεν εμπίπτουν στους λόγους του Άρθρου 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων, ούτε στο άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου.
Συγκεκριμένα, ορθά η Υπηρεσία Ασύλου έκανε αποδεκτό τον ισχυρισμό αναφορικά με τη χώρα καταγωγής και τον τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή αφού δεν προέκυψε κανένα στοιχείο περί του αντιθέτου. Συντάσσομαι επίσης με την κρίση της Υπηρεσίας Ασύλου όσο αφορά τον 2ο και 3ο ισχυρισμό του Αιτητή.
Σε σχέση με τον τέταρτο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή περί φόβου δίωξης, από τους συγγενείς του ορθά και πάλι οι Καθ' ων η αίτηση έκριναν τον Αιτητή εσωτερικά αναξιόπιστο και τον απέρριψαν καθώς οι πλειονότητα των απαντήσεων του είναι διατυπωμένες με γενικότητα, χωρίς συνέπεια και συνοχή ενώ παράλληλα ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να δώσει λεπτομέρειες αναφορικά με τον πυρήνα του αιτήματός του αναφορικά με τον εν λόγω ισχυρισμό που είναι και ο καθοριστικός για να του αποδοθεί διεθνή προστασία.
Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι σε κάθε περίπτωση και σύμφωνα με το άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, εναπόκειται στον εκάστοτε Αιτητή/Αιτήτρια να τεκμηριώσει την αίτησή του για διεθνή προστασία. Στην υπό κρίση περίπτωση, για τους λόγους που αναλύθηκαν ανωτέρω, ο Αιτητής δεν κατάφερε τεκμηριώσει κάποια παρελθούσα πράξη δίωξης σε βάρος της ούτε κατά τη διάρκεια της προφορικής της συνέντευξης, αλλά ούτε κατά την ενώπιον μου διαδικασία.
Εν πάση περιπτώσει κρίνω ότι ο λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, στην έκθεση-εισήγηση, αξιολόγησε κάθε έκαστο ισχυρισμό του Αιτητή και για τους λόγους που εκτενώς καταγράφηκαν στην εισήγησή του, εύλογα κατέληξε στο συμπέρασμα να εισηγηθεί την απόρριψης της αίτησης της για διεθνή προστασία και επομένως, ορθά ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου αποφάσισε να υιοθετήσει την εν λόγω εισήγηση.
Σημειώνεται πως λόγω του ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή αναφορικά με τους λόγους που φέρεται να εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του απορρίφθηκαν στο σύνολό τους ως τέτοιοι που δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις υπαγωγής του στα άρθρα 19 (2) (α) και (β) περί συμπληρωματικής προστασίας, καθώς δεν προέκυψαν στοιχεία εκ των οποίων μπορεί να συναχθεί ότι σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής κινδυνεύει να αντιμετωπίσει θανατική ποινή ή εκτέλεση κατά την έννοια του άρθρου 19 (2) (α), ή άλλως βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία κατά την έννοια του άρθρου 19 (2) (β).
Αναφορικά δε με την μη πλήρωση των προϋποθέσεων παροχής συμπληρωματικής προστασίας προς το πρόσωπο του Αιτητή υπό την έννοια του άρθρου 19 (2) (γ) του περί Προσφύγων Νόμου ή άλλως του άρθρου 15 (γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, κρίνω σκόπιμο να παρατεθούν αρχικά τα κάτωθι:
Το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου προϋποθέτει ουσιώδεις λόγους να πιστεύεται ότι ο Αιτητής θα υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, υπάρχει ευρεία νομολογία τόσο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ.851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015) όσο και του ΔΕΕ (βλ. C- 285/12, A. Diakité v. Commissaire général aux réfugiés et aux apatrides, 30/01/2014, C465/07, Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie, 17/02/2009), καθώς επίσης και του ΕΔΔΑ (βλ. K.A.B. v. Sweden, 886/11, 05/09/2013 (final 17/02/2014), Sufi and Elmi v. the United Kingdom, 8319/07 and 11449/07, 28/11/2011) στις οποίες ερμηνεύεται η έννοια της «αδιακρίτως ασκούμενης βίας» και της «ένοπλης σύρραξης» και τίθενται κριτήρια ως προς τη σοβαρότητα του κινδύνου που προϋποτίθεται για την αξιολόγηση των περιπτώσεων στις οποίες εξετάζεται η πιθανότητα παραχώρησης συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.
Στην υπόθεση Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v.Staatssecretarisvan Justitie παρ. 35, το ΔΕΕ αναφέρει ότι «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας» ενώ στην παρ. 37 αναφέρει ότι «η απλή αντικειμενική διαπίστωση κινδύνου απορρέοντος από τη γενική κατάσταση μιας χώρας δεν αρκεί, καταρχήν, για να γίνει δεκτό ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, συντρέχουν ως προς συγκεκριμένο πρόσωπο, εντούτοις, καθόσον η αιτιολογική αυτή σκέψη χρησιμοποιεί τον όρο «συνήθως», αναγνωρίζει το ενδεχόμενο υπάρξεως μιας εξαιρετικής καταστάσεως, χαρακτηριζομένης από έναν τόσο υψηλό βαθμό κινδύνου, ώστε να υπάρχουν σοβαροί λόγοι να εκτιμάται ότι το πρόσωπο αυτό θα εκτεθεί ατομικώς στον επίμαχο κίνδυνο.» (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου). Περαιτέρω το ΔΕΕ στην εν λόγω υπόθεση αποφάσισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών την καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας» (παρ. 39).
Επιπλέον, σύμφωνα με το Εγχειρίδιο της ΕΥΥΑ σχετικά με τη δικαστική ανάλυση του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, ακόμη και αν ο Αιτητής μπορεί να αποδείξει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης στην περιοχή καταγωγής της (ή καθ' οδόν προς τη συγκεκριμένη περιοχή καταγωγής), το δικαίωμα επικουρικής προστασίας μπορεί να κατοχυρωθεί μόνο εάν ο αιτητής δεν μπορεί να επιτύχει εγχώρια προστασία σε άλλο τμήμα της χώρας, καθώς επίσης, όταν αποφασίζεται η τοποθεσία της περιοχής καταγωγής ενός αιτητή ως προορισμός επιστροφής, απαιτείται η εφαρμογή προσέγγισης βασισμένης στα πραγματικά περιστατικά όσον αφορά την περιοχή του τελευταίου τόπου διαμονής και την περιοχή συνήθους διαμονής.
Αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στο Conakry παρατίθενται τα εξής ποσοτικά δεδομένα. Σύμφωνα με τα πρόσφατα δεδομένα της βάσης δεδομένων ACLED (The Armed Conflict Location & Event Data Project), κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 30/01/2026), στo Conakry, τόπος προηγούμενης συνήθους διαμονής του Αιτητή, καταγράφηκαν 25 περιστατικά πολιτικής βίας (“Political violence”, που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 8 θάνατοι.[3] Σημειώνεται πως ο πληθυσμός για το Conakry σύμφωνα με εκτιμήσεις του 2026 ανέρχεται σε 2,329,710 κατοίκους.[4]
Λαμβάνοντας υπόψη την απουσία προσωπικών υποκειμενικών εξατομικευμένων στοιχείων στο προφίλ του Αιτητή, ο οποίος είναι υγιής, μορφωμένος ,ικανός να εργαστεί, η αξιολόγηση του κινδύνου επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, γίνεται στη βάση της κατάστασης ασφαλείας στην περιοχή, όπου αναμένεται να επιστρέψει. Λαμβάνοντας υπόψη τα προαναφερθέντα δεδομένα όσον αφορά την κατάσταση ασφαλείας στο τόπο καταγωγής του, συνάγεται εύλογα και με ασφάλεια το συμπέρασμα ότι η κατάσταση ασφαλείας μαζί με το ατομικό προφίλ του δεν συνεπάγονται την ύπαρξη ουσιωδών λόγων να πιστεύεται ότι θα κινδυνεύσει ως άμαχος πολίτης, σε περίπτωση επιστροφής στην περιοχή της, η κατάσταση της οποίας δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως κατάσταση αδιάκριτης βίας, κατά την έννοια του άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.
Επί τη βάσει όλων όσων παρατέθηκαν στην παρούσα απόφαση, το Δικαστήριο κρίνει ότι το αίτημα του Αιτητή για διεθνή προστασία εξετάστηκε επιμελώς σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου ήταν το αποτέλεσμα δέουσας έρευνας και ορθής αξιολόγησης όλων των στοιχείων και δεδομένων, είναι επαρκώς αιτιολογημένη και λήφθηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου, το Σύνταγμα και τις Γενικές Αρχές του Διοικητικού Δικαίου.
Υπό το φως των πιο πάνω η προσφυγή απορρίπτεται με €1500 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση.
Βούλα Κουρουζίδου - Καρλεττίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] UNICEF, Female Genital Mutilation: A global concern, 2024 Update, σελ. 4, https://data.unicef.org/wp-content/uploads/2024/03/FGM-Data-Brochure-v13.4.pdf?client_id=33870004.1770651143&session_id=1491334219 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 09/02/2026)
[2] Agil, Histoire, https://agilinternationale.org/histoire/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 09/02/2026)
[3] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Guinea, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11/02/2026)
[4] World Population Review, Guinea – Conakry, https://worldpopulationreview.com/cities/guinea/conakry (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11/02/2026)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο