ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπoθ. Αρ.: 15/2024
30 Απριλίου 2026
[Α. Α. ΑΓΡΟΤΗ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
Ρ. Ν. Ν., από το Καμερούν και τώρα στη Λευκωσία
Αιτήτριας
-και-
Κυπριακή Δημοκρατία,
μέσω Υπουργείου Εσωτερικών, Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Χρ. Παφίτη (κα) για Έλενα Μυριάνθους, Δικηγόρος για την Αιτήτρια
Α. Δημητριάδου (κα) για τους Καθ’ ων η αίτηση
Η Αιτήτρια παρούσα
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Α. Α. ΑΓΡΟΤΗ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την παρούσα προσφυγή, η Αιτήτρια προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία περιέχεται σε επιστολή ημερομηνίας 20/12/2023, σύμφωνα με την οποία το αίτημά της για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας απορρίφθηκε και καλεί το Δικαστήριο όπως κηρύξει αυτήν άκυρη, παράνομη, αντισυνταγματική και στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος.
Όπως προκύπτει τόσο από την Ένσταση αλλά και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, που αποτελεί τεκμήριο Α στην παρούσα διαδικασία, τα ουσιώδη γεγονότα που αφορούν την υπό εξέταση υπόθεση είναι τα ακόλουθα:
Η Αιτήτρια είναι ενήλικη, υπήκοος της Δημοκρατίας του Καμερούν (εφεξής «Καμερούν), κάτοχος διαβατηρίου, η οποία σύμφωνα με δηλώσεις της εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της στις 22/02/2019, μεταβαίνοντας μέσω Τουρκίας στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου, όπου διέμεινε για σχεδόν δύο χρόνια έχοντας εγγραφή στο πανεπιστήμιο όπου σπούδαζε. Ακολούθως, μη έχοντας ανανεώσει την άδεια παραμονής της, κατέστη παράνομη και αποφάσισε να εισέλθει στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές όπου και υπέβαλε, την 01/11/2021 αίτηση διεθνούς προστασίας.
Στις 29/09/2023 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη της Αιτήτριας από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου. Στις 20/10/2023, ο αρμόδιος λειτουργός συνέταξε Έκθεση/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, με την οποία εισηγείτο την απόρριψη του αιτήματος της Αιτήτριας. Αυθημερόν και κατόπιν εξέτασης της εισηγητικής έκθεσης από συγκεκριμένο λειτουργό δεόντως εξουσιοδοτημένο από τον Υπουργό Εσωτερικών να ασκεί καθήκοντα Προϊστάμενου της Υπηρεσίας Ασύλου, αποφασίστηκε η απόρριψη της αίτησης της Αιτήτριας, αποφασίζοντας παράλληλα και την επιστροφή της στο Καμερούν.
Η απορριπτική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου μαζί με την αιτιολογία αυτής, η οποία περιέχεται στην επιστολή ημερομηνίας 20/12/2023 παραλήφθηκε από την Αιτήτρια στις 22/12/2023, θέτοντας την υπογραφή της μετά από πλήρη επεξήγηση του περιεχομένου της σε γλώσσα κατανοητή από την Αιτήτρια, ήτοι την αγγλική.
Εμπρόθεσμα η Αιτήτρια, μέσω της συνηγόρου της, καταχώρησε την με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο προσφυγή εναντίον της απόφασης των Καθ' ων η αίτηση, προβάλλοντας σωρεία νομικών ισχυρισμών. Ωστόσο με την γραπτή της αγόρευση, η συνήγορος της Αιτήτριας ισχυρίστηκε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται δέουσας έρευνας, αιτιολογίας και είναι αποτέλεσμα πλάνης περί τα πραγματικά γεγονότα. Τους εν λόγω νομικούς ισχυρισμούς περιόρισε έτη περαιτέρω ενώπιον του Δικαστηρίου στο στάδιο των διευκρινήσεων, όπου προώθησε μόνο τον ισχυρισμό περί έλλειψης δέουσας έρευνας και τον ισχυρισμό περί της γενικότερης κατάστασης ασφαλείας στην χώρα καταγωγής της Αιτήτριας. Οι υπόλοιποι ισχυρισμοί αποσύρθηκαν και συνεπώς δεν θα αποτελέσουν αντικείμενο εξέτασης από το Δικαστήριο.
Επιπλέον, ενώπιον του Δικαστηρίου, κατά τις δικασίμους ημερομηνίας 10/10/2025 και 05/12/2025, όπου η υπόθεση είχε ορισθεί για διευκρινίσεις, η Αιτήτρια προέβαλε έναν νέο ισχυρισμό σχετικά με την κατάσταση της υγείας της. Συγκεκριμένα, μέσω της συνηγόρου της αναφέρθηκε ότι η Αιτήτρια είχε υποβληθεί σε μαγνητική τομογραφία εγκεφάλου (Brain MRI) και ότι λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. Στη συνέχεια προσκομίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ιατρικό πιστοποιητικό από τον ΟΚΥΠΥ καθώς και τα αποτελέσματα της μαγνητικής τομογραφίας. Ωστόσο, όπως επισημάνθηκε από το Δικαστήριο, από τα αποτελέσματα της εξέτασης δεν προέκυπταν παθολογικά ευρήματα, ενώ δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε ιατρική βεβαίωση που να εξηγεί τη διάγνωση, την πάθηση από την οποία πάσχει η Αιτήτρια ή τον τρόπο με τον οποίο η κατάσταση αυτή επηρεάζει την καθημερινότητά της. Ερωτηθείσα από το Δικαστήριο, η ίδια η Αιτήτρια ανέφερε ότι αντιμετωπίζει κρίσεις πανικού και έντονο στρες, τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς της, συνδέονται με τις εμπειρίες που είχε στη χώρα καταγωγής της. Δήλωσε ότι είχε επισκεφθεί νευρολόγο, ο οποίος της συνέστησε να απευθυνθεί σε ψυχολόγο, χωρίς ωστόσο να καταφέρει τελικά να λάβει σχετική ψυχολογική παρακολούθηση. Περαιτέρω ανέφερε ότι το 2023 επισκέφθηκε εκ νέου νευρολόγο, ο οποίος της χορήγησε αγχολυτική φαρμακευτική αγωγή, για την οποία δεν προσκομίστηκαν σχετικά ιατρικά έγγραφα.
Από την πλευρά τους οι Καθ' ων η αίτηση, μέσω της δικής τους γραπτής αγόρευσης, ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, μετά από δέουσα έρευνα και σωστή ενάσκηση των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους Καθ' ων η αίτηση και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης. Ως περαιτέρω υποστηρίζουν, η Αιτήτρια δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος απόδειξης και να αποδείξει βάσιμο λόγο δίωξης για ένα από τους λόγους που προνοεί το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε απεδείχθη ότι υφίσταται κίνδυνος να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της για να της παραχωρηθεί συμπληρωματική προστασία δυνάμει του άρθρου 19 (1) του ιδίου νόμου.
Έχω μελετήσει με μεγάλη προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από τους συνηγόρους των διαδίκων και δεδομένου ότι το παρόν Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018, Ν. 73(Ι)/2018, κέκτηται εξουσίας όπως εξετάζει πέραν από την νομιμότητα της προσβαλλόμενης πράξης και την ορθότητα αυτής, ήτοι εξέταση επί της ουσίας του αιτήματος της Αιτήτριας, κρίνω σκόπιμο όπως καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που αυτή προέβαλε σε όλα τα στάδια εξέτασης του αιτήματός της, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν οι Καθ' ων η αίτηση αποφάσισαν μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της διακριτικής τους ευχέρειας, έχοντας κατά νου τους προωθούμενους ισχυρισμούς.
Κατά την καταγραφή του αιτήματός της για διεθνή προστασία, η Αιτήτρια δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της, λόγω της κρίσης/ένοπλης σύγκρουσης που ξεκίνησε το 2016. Κατά τη διάρκεια του πολέμου σημειώνονταν πολλές και σοβαρές ένοπλες επιθέσεις στην πόλη όπου διαβιούσε, Mile 16–Buea. Ο αδελφός της σκοτώθηκε και η οικογένειά της εκτοπίστηκε σε ένα μικρό χωριό. Τα γεγονότα αυτά την επηρέασαν ψυχολογικά, σε σημείο που δεν μπορούσε να συνεχίσει να ζει μέσα στους συνεχείς ήχους πυροβολισμών, γεγονός που επηρέασε και τις σπουδές της. Εξαιτίας αυτής της κατάστασης, ο χρηματοδότης της αποφάσισε να τη μετακινήσει εκτός της χώρας.
Στο πλαίσιο της συνέντευξής της ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου και ως προς τα προσωπικά της στοιχεία, η Αιτήτρια δήλωσε ότι είναι υπήκοος του Καμερούν, γεννημένη στην πόλη Wum, του τμήματος Menchum, στην περιοχή North West του Καμερούν, όπου επίσης μεγάλωσε και διέμενε για έντεκα χρόνια. Στη συνέχεια, μετέβη και εγκαταστάθηκε στην περιοχή Mile 16 της πόλης Buea, στην περιοχή South West του Καμερούν, η οποία από το 2005 μέχρι και το 2019 αποτελούσε και τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής της. Κατά δήλωσή της άγαμη και άτεκνη. Αναφορικά με το μορφωτικό της επίπεδο, ανέφερε ότι είναι απόφοιτη τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, την οποία ολοκλήρωσε το έτος 2016 στο Πανεπιστήμιο της Buea. Σε σχέση με τα μέλη της οικογένειάς της, ανέφερε ότι ο πατέρας της διαμένει στο χωριό Esu, στην περιοχή North West του Καμερούν, μαζί με τη μητριά της. Η μητέρα της απεβίωσε το 2003, ενώ η μεγαλύτερη αδελφή της απεβίωσε το 2005. Επιπλέον, ένας από τους αδελφούς της απεβίωσε το 2017 λόγω της κρίσης στη χώρα, ενώ ένας άλλος αδελφός της, ηλικίας 43 ετών, διαμένει στη Δανία. Διαθέτει επίσης έναν αδελφό 35 ετών που διαμένει στο χωριό Kumba, ενώ ο μικρότερος αδελφός της απεβίωσε το 2007.
Αναφορικά με τους λόγους που την ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησης ισχυρίστηκε ότι εγκατέλειψε το Καμερούν λόγω της συνεχιζόμενης κρίσης και των συγκρούσεων μεταξύ των αγγλόφωνων και γαλλόφωνων πληθυσμών της χώρας. Ανέφερε ότι οι ένοπλες συγκρούσεις και οι πυροβολισμοί στην περιοχή όπου διέμενε επηρέασαν σοβαρά την ψυχολογική της κατάσταση, με αποτέλεσμα να αναπτύξει κρίσεις πανικού και άγχος. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, εξαιτίας της κατάστασης αυτής δεν μπορούσε πλέον να ζήσει με ασφάλεια στην περιοχή Mile 16 της πόλης Buea, στην ΝΔ περιοχή. Η Αιτήτρια δήλωσε ότι το 2018 εγκατέλειψε την περιοχή Mile 16 και μετέβη σε ένα μικρό χωριό, ονόματι Kombe, όπου παρέμεινε για περίπου δύο έως τρεις μήνες. Ωστόσο, όπως ανέφερε, οι συνθήκες διαβίωσης στο χωριό ήταν ιδιαίτερα δύσκολες, καθώς υπήρχαν προβλήματα με την ποιότητα του νερού, κακές υγειονομικές συνθήκες και μεγάλος αριθμός επικίνδυνων κουνουπιών, γεγονός που επιδείνωσε την κατάσταση της υγείας της. Υποστήριξε ότι οι συνθήκες αυτές έθεσαν σε κίνδυνο τη ζωή της και για τον λόγο αυτό επέστρεψε στην περιοχή Mile 16. Στην συνέχεια, με την συνδρομή του αδερφού της βρήκε ένα πρόγραμμα σπουδών στην Κύπρο.
Ακολούθως τέθηκαν στην Αιτήτρια διευκρινιστικής φύσεως ερωτήσεις, μέσω των οποίων της δόθηκε η δυνατότητα να εμπλουτίσει την επιχειρηματολογία της και να αποσαφηνίσει τα γεγονότα της αφήγησής της. Η Αιτήτρια ανέφερε ότι η κρίση στο Καμερούν ξεκίνησε το 2016 και συνεχίζεται μέχρι σήμερα, επηρεάζοντας κυρίως τις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές, όπου, όπως δήλωσε, λαμβάνουν χώρα οι συγκρούσεις. Υποστήριξε ότι οι αγγλόφωνοι κάτοικοι του Καμερούν ζητούν ανεξαρτησία από τη γαλλόφωνη κυβέρνηση, χωρίς όμως να έχει δοθεί κάποια λύση από την κυβέρνηση.
Αναφορικά με την προσωπική εμπλοκή της στα γεγονότα, η Αιτήτρια ανέφερε ότι συμμετείχε σε μία διαδήλωση υπέρ της ελευθερίας των αγγλόφωνων πληθυσμών την 1η Οκτωβρίου 2016 στην περιοχή Mile 16, κοντά στην οικία της. Κατά τη διάρκεια της διαδήλωσης η αστυνομία επενέβη προκειμένου να διαλύσει το πλήθος, κάνοντας χρήση δακρυγόνων, ενώ ανέφερε ότι ένας διαδηλωτής σκοτώθηκε, γεγονός που την φόβισε και την οδήγησε στην απόφαση να μην συμμετάσχει ξανά σε διαδηλώσεις.
Ερωτηθείσα γιατί αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα το 2019, ενώ τα περιστατικά που περιέγραψε έλαβαν χώρα νωρίτερα, η Αιτήτρια προέβαλε ότι η κρίση συνεχιζόταν, επηρέαζε τη λειτουργία των σχολείων όπου φοιτούσε και επιδείνωνε συνεχώς την κατάσταση ασφάλειας. Επιπλέον, δήλωσε ότι τον Μάρτιο του 2018 είδε πτώματα, γεγονός που επηρέασε περαιτέρω την ψυχολογική της κατάσταση. Ζητηθείσα να εξηγήσει τις συνθήκες που επικρατούσαν τον Μάρτιο του 2018, ανέφερε ότι εξακολουθούσαν να λαμβάνουν χώρα συγκρούσεις μεταξύ των λεγόμενων “Amba boys” και των κυβερνητικών δυνάμεων και υπήρχαν θύματα τόσο πολίτες όσο και μέλη των δυνάμεων ασφαλείας.
Επιπρόσθετα, η Αιτήτρια δήλωσε ότι ένας από τους αδελφούς της σκοτώθηκε το 2017 στην πόλη Kumba, ενώ εργαζόταν στη φάρμα. Ανέφερε ότι δεν κατέστη δυνατό να διαπιστωθεί εάν ο θάνατός του οφειλόταν σε ενέργειες των “Amba boys” ή των κυβερνητικών δυνάμεων, λόγω της γενικευμένης σύγκρουσης που επικρατούσε στην περιοχή.
Τέλος, ερωτηθείσα σχετικά με τις συνέπειες που θεωρεί ότι θα αντιμετωπίσει σε περίπτωση επιστροφής στο Καμερούν, η Αιτήτρια δήλωσε ότι η κρίση εξακολουθεί να βρίσκεται σε εξέλιξη, με συχνές επιβολές lockdown και συνεχιζόμενες συγκρούσεις μεταξύ των εμπλεκόμενων πλευρών. Υποστήριξε ότι οι “Amba boys” απαιτούν από τους πολίτες να τους υποστηρίζουν συμμετέχοντας στις εχθροπραξίες, ενώ σε αντίθετη περίπτωση προβαίνουν σε βίαιες ενέργειες, γεγονός που καθιστά αδύνατη την ασφαλή επιστροφή της.
Αξιολογώντας τις πιο πάνω δηλώσεις της Αιτήτριας, οι Καθ' ων η αίτηση διέκριναν δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς. Ο πρώτος αφορά τα προσωπικά στοιχεία και το προφίλ της Αιτήτριας, και ο δεύτερος αφορά τον ισχυρισμό ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της εξαιτίας του εμφυλίου πολέμου που επικρατεί το Καμερούν ανάμεσα στον αγγλόφωνο και στον γαλλόφωνο πληθυσμό.
Ο πρώτος ισχυρισμός έγινε αποδεκτός αφού δεν προέκυψαν στοιχεία περί του αντιθέτου και οι δηλώσεις της Αιτήτριας επιβεβαιώθηκαν από το προσκομισθέν διαβατήριο και από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.
Ομοίως, αποδεκτός έγινε όπως προκύπτει εν μέρει και ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός. Ειδικότερα, διαφαίνεται από το σχετικό πρακτικό που περιέχεται στο διοικητικό φάκελο, ότι οι Καθ’ων η αίτηση, αφού δέχτηκαν ότι οι αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν βιώνουν μια ένοπλη σύγκρουση, όπως την περιέγραψε η Αιτήτρια, εντούτοις δεν έκαναν αποδεκτό το ότι η Αιτήτρια συμμετείχε σε διαδήλωση ημερομηνίας 01/10/2016 και δεν ανέφερε οτιδήποτε που να αποτέλεσε κίνδυνο για την ίδια παρά μόνο αναφέρθηκε στην γενική κατάσταση που επικρατεί στην χώρα. Κυρίως ως προς τον ισχυρισμό της ότι συμμετείχε σε διαμαρτυρία την 01/10/2016 στην περιοχή Mile 16, σύμφωνα με τους Καθ’ ων διαπιστώθηκε ότι η ίδια δεν παρείχε ουσιαστικές πληροφορίες σχετικά με τη συμμετοχή της, ενώ η ημερομηνία που ανέφερε βρίσκεται σε αναντιστοιχία με εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, οι οποίες τοποθετούν τη διαδήλωση στις 06/10/2016. Επίσης, αναφορικά με την αποχώρησή της από το Καμερούν το 2019, η Αιτήτρια επικαλέστηκε τη συνεχιζόμενη κρίση και τη διατάραξη των σπουδών της εξαιτίας αυτής, ενώ ανέφερε ότι τον Μάρτιο του 2018 είχε δει νεκρούς ανθρώπους, χωρίς όμως να δώσει συγκεκριμένες πληροφορίες για το περιστατικό. Συνεπώς, οι Καθ’ ων έκριναν ότι οι αναφορές της περιορίζονταν κυρίως στη γενική κατάσταση ασφάλειας στη χώρα και στη δράση των “Amba boys”, χωρίς να προκύπτει κάποιος συγκεκριμένος ή εξατομικευμένος κίνδυνος εις βάρος της.
Προχωρώντας σε αξιολόγηση κινδύνου βάσει των αποδεδειγμένων ισχυρισμών, ήτοι της ταυτότητας, του προφίλ, και της χώρας καταγωγής της Αιτήτριας, και λαμβάνοντας υπόψη τη γενικότερη κατάσταση ασφαλείας στην Νοτιοδυτική περιφέρεια του Καμερούν, ο λειτουργός έκρινε ότι υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να γίνει αποδεκτό ότι σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της θα υποστεί δίωξη ή κίνδυνο σοβαρής βλάβης λόγω της γενικότερης κατάστασης ασφαλείας που επικρατεί στην περιοχή συνήθους διαμονής της.
Προχωρώντας στη νομική ανάλυση, ωστόσο, και λαμβανομένων υπόψη των προσωπικών περιστάσεων της Αιτήτριας, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι δεν προκύπτουν βάσιμοι λόγοι να πιστεύεται ότι σε περίπτωση επιστροφής της στην περιοχή Mile 16, της πόλης Buea, της Νοτιοδυτικής περιφέρειας του Καμερούν θα έλθει αντιμέτωπη με πραγματικό κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης. Αξιολογώντας τις προσωπικές της περιστάσεις, διαπίστωσαν πως πρόκειται για ενήλικη γυναίκα, μορφωμένη, με εργασιακή εμπειρία, χωρίς να αντιμετωπίσει οποιαδήποτε δίωξη ή κίνδυνο σοβαρής βλάβης. Επίσης, είναι άτομο ενήλικο, υγιές, το οποίο δεν παρουσιάζει θέματα ευαλωτότητας και διατηρεί συγγενικούς δεσμούς πρώτου βαθμού οι οποίοι εξακολουθούν να διαμένουν στην περιοχή και διατηρεί επικοινωνία μαζί τους. Ως εκ τούτου, οι Καθ' ων η αίτηση έκριναν ότι δεν προκύπτει βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης της Αιτήτριας σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της στο πλαίσιο του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης στο πλαίσιο του άρθρου 19 (1) και (2) του ίδιου Νόμου, το δε αρμόδιο, εξουσιοδοτημένο από τον Υπουργό Εσωτερικών πρόσωπο, να εκτελεί καθήκοντα Προϊστάμενου, υιοθέτησε την εισήγηση και απέρριψε το αίτημα της Αιτήτριας.
Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν.6(Ι)/2000, «πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο, που λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγένειας του και δεν είναι σε θέση ή λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής». Είναι καθόλα κατανοητό, ότι για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό, όσο και το αντικειμενικό στοιχείο πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση.
Περαιτέρω το άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000 προνοεί ότι «εναπόκειται στον αιτητή να τεκμηριώσει την αίτηση διεθνούς προστασίας», χωρίς να απαιτείται να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία. Ο/Η αιτητής/τρια έχει την ευθύνη να εκθέσει με την αίτησή του/της αλλά και μέσα από την ενώπιον της αρμόδιας αρχής συνέντευξη ακόμα και ενώπιον του Δικαστηρίου, μέσω της ορθής δικονομική διαδικασίας, με στοιχειώδη σαφήνεια, τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά τα οποία του/της προκαλούν, κατά τρόπο αντικειμενικό, δικαιολογημένο φόβο δίωξης υφιστάμενο στη χώρα καταγωγής του. Ο/Η αιτητής/τρια οφείλει να επικαλεστεί με λεπτομέρεια, σαφήνεια και αληθοφάνεια συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το υποβληθέν αίτημά του/της για διεθνή προστασία, το δε αρμόδιο όργανο εξετάζοντας την αίτηση, οφείλει να λάβει υπόψη του κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός.
Είναι πάγια νομολογημένο ότι δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447). Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Ττουσούνα ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2013) 3 Α.Α.Δ. 120, Α. Παπουτέ ν. Χρ. Κασάπη και Κυπριακής Δημοκρατίας, Συν. Αναθ. Έφεση 112/15 και 131/15 ημερομηνίας 13/07/2022). Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για επαρκή έρευνα.
Από το ιστορικό της Αιτήτριας όπως αυτό φαίνεται πιο πάνω, στη βάση των δεδομένων του διοικητικού φακέλου, αντίθετα στην θέση του συνηγόρου της, προκύπτει ότι οι Καθ' ων η αίτηση προέβησαν σε έρευνα όλων των ενώπιων τους ουσιωδών στοιχείων και δεδομένων. Ανατρέχοντας στο πρακτικό της συνέντευξης της και μελετώντας αυτό διαπιστώνω πως κατά τη συνέντευξη της Αιτήτριας τέθηκαν σε αυτήν επαρκείς ερωτήσεις ώστε να διευκρινίσει πτυχές της ιστορίας της, από τις οποίες, ενδεχομένως, να προέκυπτε κίνδυνος προσωπικής δίωξης σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής της. Ο αρμόδιος λειτουργός κατέγραψε τα γεγονότα της υπόθεσης, τους ισχυρισμούς που προέβαλε η Αιτήτρια κατά τη συνέντευξή της, καθώς και σε αντιστοίχιση των αποδεκτών ισχυρισμών με πληροφορίες από τη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας, επεξηγώντας τους λόγους αποδοχής κάθε ισχυρισμού αλλά και τον λόγο για τον οποίο εν τέλει απορρίφθηκε το αίτημα της Αιτήτριας.
Στο πλαίσιο ελέγχου της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, με βάση τα όσα προκύπτουν από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου και κυρίως το πρακτικό της διενεργηθείσας συνέντευξης ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου και της Έκθεσης/Εισήγησης, κρίνω ορθή την κατάληξη της αξιολόγησης των Καθ' ων η αίτηση βάσει των δηλώσεων που η ίδια η Αιτήτρια προέβαλε κατά την συνέντευξή της, ως προς τον ουσιώδη ισχυρισμό που αφορά την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και τα προσωπικά στοιχεία/προφίλ της.
Προχωρώντας στην αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού της Αιτήτριας, όπως διακρίθηκε από τους Καθ’ ων η αίτηση, ήτοι του εμφύλιου πολέμου που επικρατεί στο Καμερούν μεταξύ Αγγλόφωνων και γαλλόφωνων υπηκόων κατ΄αρχάς παρατηρώ ότι εσφαλμένα εξετάστηκε ως ενιαίος ισχυρισμός, ο οποίος μάλιστα κρίθηκε αξιόπιστος, εμπερικλείοντας σε αυτόν και την κατ’ ισχυρισμό εμπλοκή της Αιτήτριας σε διαδηλώσεις το 2016. Όφειλαν οι Καθ΄ων η αίτηση να διακρίνουν ως ανεξάρτητο και αυτοτελή ισχυρισμό την προσωπική της εμπλοκή στον αγώνα για ελευθερία του αγγλόφωνου μέρους του Καμερούν. Ωστόσο, το Δικαστήριο δεν κρίνει την πλημμέλεια αυτή καθοριστική για το τελικό αποτέλεσμα της αίτησης της Αιτήτριας, αφού σε κάθε περίπτωση εξετάστηκε από τους Καθ’ ων η αίτηση και κρίθηκε αναξιόπιστος. Σε κάθε περίπτωση ο εν λόγω ισχυρισμός θα εξεταστεί και από το Δικαστήριο έχοντας προς τούτο δικαιοδοσία για πλήρη και εξ υπαρχής εξέταση των ισχυρισμών της Αιτήτριας.
Τούτων λεχθέντων το Δικαστήριο, αποδέχεται τον ισχυρισμό της Αιτήτριας σχετικά με την κρίση που επικρατεί στο Καμερούν εφόσον οι δηλώσεις και αναφορές της κρίνονται σαφής και τεκμηριωμένες και επιπλέον επιβεβαιώνονται και από ανεξάρτητες και αξιόπιστες πληροφορίες από τη χώρα καταγωγής της[1], πέραν των όσων παραθέτουν με λεπτομέρεια οι Καθ΄ων η αίτηση και βρίσκονται στο διοικητικό φάκελο.
Ως προς τον ισχυρισμό της Αιτήτριας σε σχέση με την προσωπική της εμπλοκή στον αγώνα για ελευθερία και ειδικότερα, τη συμμετοχή της σε μια διαδήλωση που έλαβε χώρα την 1η Οκτωβρίου 2016, ανατρέχοντας στο πρακτικό της συνέντευξής της, το Δικαστήριο διαπιστώνει τα ακόλουθα: η Αιτήτρια ανέφερε ότι συμμετείχε σε μία διαδήλωση υπέρ των αγγλόφωνων πληθυσμών την 1η Οκτωβρίου 2016 στην περιοχή κατοικίας της, κατά τη διάρκεια της οποίας επενέβη η αστυνομία με χρήση δακρυγόνων και σημειώθηκε ένας θάνατος διαδηλωτή. Ωστόσο, η ίδια δήλωσε ότι το περιστατικό αυτό την φόβισε και δεν συμμετείχε εκ νέου σε οποιαδήποτε παρόμοια δραστηριότητα, γεγονός που καταδεικνύει ότι η εμπλοκή της υπήρξε μεμονωμένη και περιορισμένης έντασης. Περαιτέρω, δεν προκύπτει από τους ισχυρισμούς της ότι υπήρξε αντικείμενο σύλληψης, προσαγωγής, απειλών ή άλλης μορφής στοχοποίησης από κρατικές αρχές ή μη κρατικούς δρώντες, ούτε ότι οι αρχές ή άλλες ομάδες έχουν επιδείξει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το πρόσωπό της. Επιπλέον, δεν αναφέρει οποιαδήποτε περαιτέρω πολιτική δραστηριότητα, συμμετοχή σε οργανώσεις ή άλλες ενέργειες που θα μπορούσαν να την καταστήσουν στόχο. Ως εκ τούτου, δεν τεκμηριώνεται επαρκώς ότι έχει υποστεί ή ότι διατρέχει κίνδυνο να υποστεί εξατομικευμένη δίωξη λόγω προσωπικής της δράσης ή εμπλοκής στα επίμαχα γεγονότα.
Δεν μπορώ να παραγνωρίσω και λαμβάνω υπόψη ότι η μετακίνησή της από το Mile 16 στο Kombe και η επιστροφή της λόγω κακών συνθηκών διαβίωσης εκεί δείχνουν ότι οι δυσκολίες που αντιμετώπισε ήταν κυρίως βιοποριστικής φύσης και όχι άμεσης στοχοποίησης.
Η αξιοπιστία των ισχυρισμών της Αιτήτριας πλήττεται άλλωστε και από κάποιες περαιτέρω αντιφάσεις που έχω εντοπίσει στα λεγόμενά της. Παρατηρώ ότι η Αιτήτρια αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής της το 2019, τρία χρόνια μετά την κατ΄ισχυρισμό συμμετοχή της σε διαδήλωση όπου βίωσε τραυματικές εμπειρίες, ωστόσο μετέβη για σπουδές στην κατεχόμενη Κύπρο και μόνο όταν κατέστη εκεί παράνομη με την μη ανανέωση της άδειας παραμονής της, υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας, δύο χρόνια αργότερα. Από μόνο του το γεγονός αυτό αποδυναμώνει τον πυρήνα του αιτήματος της.
Έχει άλλωστε νομολογηθεί πως η υπέρμετρη καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος ασύλου χωρίς συγκεκριμένη αιτιολόγηση από τον αιτητή/τρια, είναι στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο καθώς σύμφωνα με τη νομολογία, η ταχύτητα με την οποία κινείται ένας αιτητής για υποβολή αίτησης ασύλου είναι ένδειξη της ενδεχόμενης γνησιότητας του προβλήματος που αντιμετωπίζει [2]. Αυτό βέβαια δεν είναι καθοριστικό κριτήριο, αλλά είναι στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη σε συνδυασμό με τη συνολική εικόνα που παρουσιάζει το πρόσωπο που αιτείται άσυλο. Το δεδομένο αυτό σε συνδυασμό με τα όσα έχουν ήδη προλεχθεί, ενισχύουν τη θέση ότι η Αιτήτρια δεν είναι γνήσιος αιτητής ασύλου που αντιμετωπίζει πραγματικό πρόβλημα στη χώρα καταγωγής της και επείγεται να υποβάλει αίτημα για πολιτικό άσυλο το συντομότερο δυνατό.
Ως εκ τούτου το μέρος αυτό των ισχυρισμών της Αιτήτριας απορρίπτεται ελλείψει εσωτερικής αξιοπιστίας.
Αναφορικά με τον καινοφανή ισχυρισμό της Αιτήτριας σχετικά με την κατάσταση της υγείας της και ειδικότερα την προσκόμιση ενώπιον του Δικαστηρίου γνωμάτευσης μαγνητικής τομογραφίας εγκεφάλου στην οποία υπεβλήθη το 10/01/2022, το Δικαστήριο, αξιολογώντας το σύνολο των εγγράφων, διαπιστώνει ότι τα προσκομισθέντα ιατρικά έγγραφα δεν επαρκούν για τη θεμελίωση συγκεκριμένης ιατρικής κατάστασης. Ειδικότερα το ιατρικό πιστοποιητικό και τα αποτελέσματα της μαγνητικής τομογραφίας που υποβλήθηκαν δεν καταδεικνύουν την ύπαρξη παθολογικών ευρημάτων, ενώ απουσιάζει οποιαδήποτε ιατρική γνωμάτευση που να προσδιορίζει σαφώς διάγνωση, φύση πάθησης ή τον βαθμό επίδρασης της κατάστασης αυτής στην καθημερινή λειτουργικότητά της Αιτήτριας.
Οι αναφορές της ίδιας της Αιτήτριας περί κρίσεων πανικού και έντονου στρες, αν και δεν απορρίπτονται ως προς την υποκειμενική τους διάσταση, δεν υποστηρίζονται από επαρκή και αντικειμενικά ιατρικά στοιχεία. Περαιτέρω, παρά τους ισχυρισμούς της περί ιατρικών επισκέψεων και σύστασης για ψυχολογική παρακολούθηση, δεν προσκομίστηκαν σχετικά αποδεικτικά έγγραφα, ούτε τεκμηριώθηκε η λήψη ή η αναγκαιότητα εξειδικευμένης θεραπευτικής αγωγής. Η δε αναφορά σε χορήγηση αγχολυτικής φαρμακευτικής αγωγής παραμένει ατεκμηρίωτη, ελλείψει σχετικών ιατρικών πιστοποιητικών ή συνταγογράφησης.
Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει ότι δεν αποδεικνύεται, κατά το απαιτούμενο αποδεικτικό μέτρο, η ύπαρξη σοβαρής ή κλινικά διαγνωσμένης κατάστασης υγείας που να δύναται να επηρεάσει ουσιωδώς την αξιολόγηση του αιτήματος διεθνούς προστασίας ή να στοιχειοθετήσει αυτοτελή λόγο προστασίας. Ως εκ τούτου, οι σχετικοί ισχυρισμοί της Αιτήτριας δεν γίνονται αποδεκτοί ως επαρκώς τεκμηριωμένοι.
Ως εκ τούτου, από το ιστορικό της Αιτήτριας όπως αυτό φαίνεται πιο πάνω, στη βάση των δεδομένων του διοικητικού φακέλου και από την ανωτέρω αξιολόγηση κινδύνου, προκύπτει ότι αυτή δεν στοιχειοθέτησε κανένα απολύτως ισχυρισμό που να εμπίπτει στις προϋποθέσεις αναγνώρισης προσώπου ως πρόσφυγα. Αντίθετα στη θέση του συνηγόρου της, το Δικαστήριο κρίνει πως τα όσα ανέφερε η Αιτήτρια κατά τη διάρκεια του συνόλου της διαδικασίας εξέτασης του αιτήματός της, δεν θα μπορούσαν να την εντάξουν στην έννοια του πρόσφυγα, όπως αυτή ερμηνεύεται από τη Σύμβαση της Γενεύης του 1951 και από το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000.
Ο «Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων» (Μάρτιος 2015) καθορίζει πως στη βάση της συλλογής πληροφοριών θα πρέπει να προσδιορίζονται τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, τα οποία στη συνέχεια θα πρέπει να συνδέονται με τις απαιτήσεις του ορισμού του πρόσφυγα και αν δεν υπάρχει κατάληξη ότι μπορεί να δοθεί προσφυγικό καθεστώς, τότε το αρμόδιο όργανο θα πρέπει να εκτιμήσει εάν τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά συνδέονται με τις απαιτήσεις του ορισμού του προσώπου που δικαιούται συμπληρωματική προστασία.
Περαιτέρω, εξετάζοντας πλήρως την υπόθεση, διαπιστώνω ότι ορθά και αιτιολογημένα, κρίθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση ότι δεν πληρούνται ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 του Ν.6(Ι)/2000 για να παρασχεθεί στην Αιτήτρια το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αναφορικά με τον κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής.
Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1), του Ν.6(Ι)/2000 «ουσιώδεις λόγοι». Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19, του Ν.6(Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/12 ημερομηνίας 22/09/2015), ECLI:CY:AD:2015:D619, ECLI:CY:AD:2015:D619).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, τόσο κατά τη διοικητική, όσο και κατά την παρούσα διαδικασία δεν προέκυψαν στοιχεία που να συνηγορούν στο ότι σε περίπτωση επιστροφής της στο Καμερούν και δη στη Buea, Νοτιοδυτικό Καμερούν που Καμερούν, τόπος τελευταίας συνήθους διαμονής της, η Αιτήτρια θα αντιμετωπίσει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας σύμφωνα με τις πρόνοιες των άρθρων 19 (2) (α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου.
Σε σχέση δε με το άρθρο 19(2)(γ) του ανωτέρω Νόμου, ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν προς αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: το ΔΕΕ) επεσήμανε σε πρόσφατη απόφασή του ότι συνιστούν «[.]μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (πρβλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών» (ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.6.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland, σκέψη 43).
Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: το ΕΔΔΑ) στην απόφασή του Sufi and Εlmi (ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών 8319/07 και 11449/07, ημερομηνίας 28.11.2011) αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών, οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.
Επιπλέον, όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ, «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας» (Βλ. Απόφαση στην υπόθεση C-465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji κ. Staatssecretaris van Justitie, ημερ.17.2.2009). Ιδίως ως προς την εφαρμογή της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, το ΔΕΕ στην ως άνω απόφαση διευκρίνισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας».
Εν προκειμένω, ως προς τον κίνδυνο που ενδέχεται να αντιμετωπίσει η Αιτήτρια λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, το Δικαστήριο προχώρησε σε επικαιροποιημένη έρευνα και ανέτρεξε σε πρόσφατες και έγκυρες πληροφορίες από εξωτερικές πηγές αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στη Νοτιοδυτική περιφέρεια του Καμερούν, όπου βρίσκεται ο τόπος τελευταίας συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, ήτοι η πόλη Buea.
Σε πρόσφατη έκθεση του Global Centre for the Responsibility to Protect που δημοσιεύθηκε το 2025, αναφέρεται ότι τον Οκτώβριο του 2017, οι αγγλόφωνοι αυτονομιστές διακήρυξαν την ανεξαρτησία τους και ανακήρυξαν ένα νέο κράτος, αυτό της «Ambazonia» στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές του Καμερούν, που συνιστούν τις αγγλόφωνες περιοχές. Έκτοτε, στις εν λόγω περιοχές, αυτονομιστές μαχητές και κρατικές δυνάμεις ασφαλείας εμπλέκονται σε συγκρούσεις, με αποτέλεσμα να λαμβάνουν χώρα εκτεταμένες φρικαλεότητες κατά του άμαχου πληθυσμού.[3]
Κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων, οι δυνάμεις ασφαλείας ευθύνονται για την πρόκληση αυθαίρετων δολοφονιών, για τη διάπραξη εκτεταμένων αδικημάτων σεξουαλικής βίας και βίας λόγω φύλου, για την καταστροφή αγγλόφωνων χωριών και για την υποβολή υπόπτων με αυτονομιστικούς δεσμούς σε αυθαίρετη κράτηση, βασανιστήρια και κακομεταχείριση. Επιπρόσθετα, ένοπλοι αυτονομιστές ευθύνονται για δολοφονίες και απαγωγές, ενώ διεκδικούν σταθερά τον έλεγχο σε μεγάλα τμήματα των αγγλόφωνων περιοχών. Οι αυτονομιστές και οι κυβερνητικές δυνάμεις έχουν διαπράξει στοχευμένες επιθέσεις σε εγκαταστάσεις υγείας και κατά εργαζομένων στον τομέα παροχής ανθρωπιστικής βοήθειας, περιορίζοντας την παροχή και την πρόσβαση σε ζωτικής σημασίας βοήθεια και αναγκάζοντας διάφορες διεθνείς ανθρωπιστικές οργανώσεις να αναστείλουν τις δραστηριότητές τους. Οι αυτονομιστές έχουν απαγορεύσει κιόλας την κρατική μόρφωση, συχνά επιτίθενται, τρομοκρατούν και απαγάγουν μαθητές και δασκάλους, ενώ καίνε, καταστρέφουν και λεηλατούν σχολεία.[4]
Σύμφωνα με πρόσφατη ανάλυση για την χώρα που εντοπίζεται στην ιστοσελίδα του ACAPS, αναφέρεται πως το Καμερούν βιώνει ποικίλες παρατεταμένες κρίσεις που συνεχίζουν να καθορίζουν τις πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές εξελίξεις στη χώρα[5]. Οι συγκρούσεις μεταξύ του στρατού και των αυτονομιστικών δυνάμεων έχουν εντείνει την ανασφάλεια στις περιοχές, αφήνοντας πάνω από 334.000 άτομα εσωτερικά εκτοπισμένα και περισσότερους από 76.000 να αναζητούν καταφύγιο στη γειτονική Νιγηρία, έως τον Φεβρουάριο του 2025[6].
Σε έκθεση του Γραφείου Συντονισμού Ανθρωπιστικών Υποθέσεων των Ηνωμένων Εθνών που δημοσιεύθηκε τον Ιανουάριο του 2024, αναφέρεται ότι οι πληθυσμοί στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές του Καμερούν συνέχισαν να υποφέρουν από καταχρήσεις, συμπεριλαμβανομένων δολοφονιών, καταστροφών περιουσιών, απαγωγών για λύτρα, παράνομης φορολογίας, αυθαίρετων συλλήψεων και εκβιασμών[7]. Σε έτερη έκθεση του 2025, αναφέρεται ότι η ανθρωπιστική κατάσταση στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές εξακολουθεί να επηρεάζεται από τη συνεχιζόμενη ένοπλη βία και την ανασφάλεια, ενώ ταυτόχρονα, η χρήση αυτοσχέδιων εκρηκτικών μηχανισμών (IED) σε δημόσιους χώρους και κατά μήκος των κύριων συγκοινωνιακών οδών, οι απαγωγές και οι δολοφονίες συνεχίζουν να επηρεάζουν τον άμαχο πληθυσμό[8]
Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 17/04/2026), στην Νοτιοδυτική περιφέρεια του Καμερούν (Southwest Region) καταγράφηκαν 1108 περιστατικά πολιτικής βίας (“Political violence”, που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 731 θάνατοι. Ειδικότερα στην πόλη Buea το ίδιο διάστημα καταγράφηκαν 13 περιστατικά πολιτικής βίας με 4 θανάτους[9]. Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της Νοτιοδυτικής περιφέρειας του Καμερούν, σύμφωνα με επίσημες εκτιμήσεις για το 2025, ανέρχεται στα 2,098,500 κατοίκους[10].
Εφαρμόζοντας την αναπροσαρμοζόμενη κλίμακα όπως αυτή απορρέει από τη νομολογία του ΔΕΕ και λαμβάνοντας υπόψη τις προσωπικές περιστάσεις της Αιτήτριας (ενήλικη γυναίκα, απόφοιτος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, ικανή προς εργασία, χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας, με ανδρικό υποστηρικτικό δίκτυο, τον αδελφό της), διαπιστώνεται ότι δεν προκύπτουν στοιχεία τα οποία να συνηγορούν υπέρ του ότι αυτή, λόγω των προσωπικών της περιστάσεων, θίγεται ειδικώς και αυξάνονται οι πιθανότητες να εκτεθεί σε περιστατικά αδιακρίτως ασκούμενης βίας κατά των αμάχων κατά το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.
Το Δικαστήριο καταλήγει, ότι δεν στοιχειοθετούνται ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19(2) (γ) του Ν.6(Ι)/2000 για να παρασχεθεί στην Αιτήτρια το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας υπό τις πρόνοιες του ανωτέρω άρθρου.
Ενόψει των ανωτέρω, κρίνω, υπό τις περιστάσεις, και μετά από κατ' ουσίαν εξέταση της αίτησης της Αιτήτριας, ότι η τελευταία δεν κατάφερε να τεκμηριώσει σε κανένα στάδιο της διαδικασίας τη βασιμότητα του αιτήματός της για αναγνώριση της ιδιότητας του πρόσφυγα, δυνάμει του περί Προσφύγων Νόμου και της Σύμβασης της Γενεύης, ούτε για την παραχώρηση συμπληρωματικής προστασίας που προβλέπεται στο άρθρο 19 του Νόμου.
Με βάση όλα τα πιο πάνω, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Επιδικάζονται έξοδα €1000 υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.
Α. Α. ΑΓΡΟΤΗ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Agence France Presse (18 June 2025) Leader's health, separatist violence loom over Cameroon vote, p.2 https://advance.lexis.com/bisnexishome/?pdmfid=1519360&crid=f622f71a-d4bf-473e-b202-7756346b0544
[1] Office of the Commissioner General for Refugees and Stateless Persons (11 June 2025) Cameroun: Regions anglophones: situation securitaire (Cameroon: English-speaking regions: security situation) [English summary], p.3 https://www.ein.org.uk/members/country-report/cameroun-regions-anglophones-situation-securitaire-cameroon-english-speaking.
[2] Mahfuja Akter ν. Δημοκρατίας,υπόθ. αρ. 1669/2011, ημερ. 22.3.2013, Md Jakir Hossain v. Δημοκρατίας, υπόθ. αρ. 2319/06, ημερ. 16.07.2008, Forhad Molla v. Δημοκρατίας, υπόθ. αρ. 2051/06, ημερ. 19.03.2008, Inram Ashraf v. Δημοκρατίας, υπόθ. αρ. 571/07, ημερ. 08.05.2008 και Postolachi Konstantin v. Δημοκρατίας, υπόθ. αρ. 1458/2009,ημερ.25.02.2011.
[3] Global Centre for the Responsibility to Protect, ‘Cameroon - Populations at risk’ (14 November 2025), διαθέσιμο σε https://www.globalr2p.org/countries/cameroon/ (ημερομηνία πρόσβασης 29/04/2026)
[4] Ό.π.
[5] ACAPS, ‘Country analysis – Cameroon’ διαθέσιμο σε https://www.acaps.org/en/countries/cameroon# (ημερομηνία πρόσβασης 29/04/2026)
[6] Ό.π.
[7] UN OCHA, ‘Cameroon: North-West and South-West - Situation Report No. 61 (January 2024)’ σελ. 2 διαθέσιμο σε https://www.unocha.org/publications/report/cameroon/cameroon-north-west-and-south-west-situation-report-no-61-january-2024 (ημερομηνία πρόσβασης 29/04/2026)
[8] UN OCHA, ‘CAMEROON: North-West and South-West Situation Report No.74’ (February 2025) σελ. 2 διαθέσιμο σε https://www.unocha.org/publications/report/cameroon/cameroon-north-west-and-south-west-situation-report-no74-february-2025 (ημερομηνία πρόσβασης 29/04/2026)
[9] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon, Southwest Region, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/04/2026).
[10] City population, Cameroon, διαθέσιμο σε https://www.citypopulation.de/en/cameroon/cities/ (ημερομηνία πρόσβασης 30/04/2026)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο