A.K. κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 1633/2022, 30/4/2026
print
Τίτλος:
A.K. κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 1633/2022, 30/4/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθεση Αρ.:  1633/2022

30 Απριλίου, 2026

[Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

         Μεταξύ:

1. A.K. και

2.N.P.K, ανήλικος δια της μητέρας του Αιτήτριας 1

από Καμερούν

                                                   Αιτητές

-και-

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω

της Υπηρεσίας Ασύλου

                                                       Καθ' ων η Αίτηση

 

Δικηγόρος για Αιτητές: Ε. Χαραλάμπους (κα)

Δικηγόροι για Καθ' ων η αίτηση: Ε. Ιωάννου (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Ε. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: H απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 05.03.2022 με την οποίαν απορρίφθηκε το αίτημα των Αιτητών για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί (στο εξής αναφερόμενος ως «ο περί Προσφύγων Νόμος»), αποτελεί το αντικείμενο της υπό κρίση προσφυγής.

 

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

 

Προτού εξεταστούν οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί, επιβάλλεται η σκιαγράφηση των γεγονότων που περιβάλλουν την υπό κρίση υπόθεση, όπως αυτά προκύπτουν από την αίτηση της Αιτήτριας 1, την ένσταση των Καθ' ων η αίτηση αλλά και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, που κατατέθηκε στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 3 (στο εξής αναφερόμενος ως «ο δ.φ.» ή «ο διοικητικός φάκελος»).

 

Η Αιτήτρια 1 είναι υπήκοος Καμερούν και συμπλήρωσε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας στις 05.10.2019, αφού εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές, παραλαμβάνοντας στις 08.10.2019 την σχετική Βεβαίωση Υποβολής Αιτήματος Διεθνούς Προστασίας. Ο Αιτητής 2, είναι το ανήλικό τέκνο της Αιτήτριας 1, το οποίο γεννήθηκε στις 17.02.2021 στην Κύπρο, με τον πατέρα να αρνείται, σύμφωνα με την Αιτήτρια 1, να αναγνωρίσει το τέκνο του. Ο Αιτητής 2, συμπεριλήφθηκε στην αίτηση της Αιτήτριας 1. Στις 02.08.2021 πραγματοποιήθηκε η συνέντευξη της Αιτήτριας 1 από λειτουργό της E.U.A.A. (στο εξής αναφερόμενος ως «ο Λειτουργός») ο οποίος στις 04.02.2022 συνέταξε Έκθεση/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του αιτήματος της Αιτήτριας. Η εν λόγω εισήγηση εγκρίθηκε στις 05.03.2022 από δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών να ασκεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου με αποτέλεσμα την απόρριψη της αίτησής της. Την απόφαση αυτή προσβάλλει η Αιτήτρια δια της υπό εξέταση προσφυγής.

 

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

 

Οι Αιτητές καταχώρισαν αυτοπροσώπως την προσφυγή τους, αλλά με την έγκριση της αίτησής τους για νομική αρωγή η κα Χαραλάμπους διορίστηκε προς εκπροσώπησή τους. Με την τροποποιημένη προσφυγή, η οποία καταχωρίστηκε από την συνήγορο των Αιτητών κατόπιν του διορισμού της,  η Αιτήτρια και το ανήλικο τέκνο της προβάλλουν πλείονες λόγους ακυρώσεως καθώς και διάφορα έγγραφα. Πιο συγκεκριμένα επισυνάφθηκαν με την προσφυγή τα κάτωθι έγγραφα:

 

α. πιστοποιητικό σπουδών στη νοσηλευτική(παράρτημα 2),

β. ιατρικά έγγραφα που αναφέρονται -κατ’ ισχυρισμόν- στον βιασμό που υπέστη το 2014 και το 2016 λόγω του σεξουαλικού της προσανατολισμού (παράρτημα 3),

γ. έγγραφο της αστυνομίας κατά το οποίο αναγνωρίζεται η Αιτήτρια ως θύμα εμπορίας προσώπων (παράρτημα 4),

δ.  ιατρικό πιστοποιητικό σχετικά με την κατάσταση υγείας της σε σχέση με τον ιό HIV από την Γρηγόρειο Κλινική (παράρτημα 5) και

ε. πιστοποιητικό γέννησης του Αιτητή 2, ανήλικου τέκνου της, με ημερομηνία γέννησης του να καταγράφεται η 17.02.2021 (παράρτημα 6).

 

Στο πλαίσιο της γραπτής της αγόρευσης, η συνήγορος των Αιτητών παραθέτει, αρχικά, το νομικό πλαίσιο υπό το οποίο θα έπρεπε να εξεταστεί η αίτηση τους καθώς και το νομικό πλαίσιο στο οποίο θα έπρεπε να διεξαχθεί η συνέντευξη της και να συνεκτιμηθεί η αίτηση τους. Εν συνεχεία, υποστηρίζει πως οι Καθ’ων η αίτηση εσφαλμένα αξιολόγησαν το μοντέλο DSSH (Difference- Stigma- Shame- Harm), σχολιάζοντας τα σημεία εκείνα τα οποία, κατά την κρίση των Αιτητών, εσφαλμένως έκριναν οι Καθ’ων η αίτηση, αναφορικά με τις πτυχές της διαφορετικότητας, του στίγματος, της ντροπής και της βλάβης.  Περαιτέρω, είναι η θέση τους πως πρέπει να αναγνωρισθεί στην Αιτήτρια καθεστώς πρόσφυγα λόγω του σεξουαλικού της προσανατολισμού καθώς και λόγω της ιδιότητας της ως ατόμου που πάσχει από HIV, ένεκα των κοινωνικών διακρίσεων που υφίστανται αυτά τα άτομα στο Καμερούν, οι οποίες φθάνουν στο όριο της δίωξης. Επίσης, παρατέθηκαν πληροφορίες από την χώρα καταγωγής της Αιτήτριας 1 σχετικά με την διακριτική μεταχείριση που αντιμετωπίζουν τα άτομα με HIV στο Καμερούν. Επικουρικά, αιτείται την αναγνώριση στους Αιτητές καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας λόγω του πιθανού θανάτου της Αιτήτριας 1 ή/και εξευτελιστικής και ταπεινωτικής μεταχείρισης που θα προκύψει από την έλλειψη πρόσβασης σε θεραπεία στην χώρα καταγωγής της, παραθέτοντας προς τούτου πληροφορίες από τη χώρα καταγωγής της σε σχέση με την πρόσβαση σε θεραπεία ασθενών με HIV. Τέλος, υποστηρίζουν πως η απόφαση επιστροφής πρέπει να ακυρωθεί κατά παράβαση του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ καθότι δεν λήφθηκε υπόψη το βέλτιστο συμφέρον του τέκνου της καθώς και οι ατομικές περιστάσεις της Αιτήτριας 1 ως άτομο θύμα εμπορίας, ομοφυλόφιλη και οροθετική, μη δυνάμενη να φροντίσει το τέκνο της σε περίπτωση επιστροφής τους στο Καμερούν ένεκα του στίγματος, της ελλιπούς πρόσβασης σε εργασία, και της περιθωριοποίησης λόγω των ως άνω αναφερόμενων προσωπικών της περιστάσεων.

 

Οι Καθ' ων η αίτηση, με τη γραπτή τους αγόρευση, υποστηρίζουν ότι η επίδικη απόφαση έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος, των Νόμων και Κανονισμών, μετά από δέουσα έρευνα και ορθή ενάσκηση των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους Καθ' ων η αίτηση και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά στοιχεία, γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης, σύμφωνα με τις γενικές αρχές διοικητικού δικαίου και είναι δε επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη.

 

Με την απαντητικής τους αγόρευσης, οι Αιτητές  υιοθετούν το περιεχόμενο της γραπτής τους αγόρευσης, επισημαίνοντας ότι οι λόγοι ακύρωσης εξειδικεύονται επαρκώς στο δικόγραφο της προσφυγής και αναπτύσσονται πλήρως στην γραπτή τους αγόρευση. Υποστηρίζουν πως οι Καθ’ων η αίτηση στην αγόρευση τους επαναλαμβάνουν όσα καταγράφονται στην έκθεση εισήγησης του Λειτουργού. Εμμένουν στο ότι η Αιτήτρια 1 εξήγησε πλήρως και σαφώς πως ανακάλυψε τον σεξουαλικό της προσανατολισμό ενώ αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στα ζητήματα στίγματος, βλάβης και ντροπής. Υιοθετούν πλήρως το περιεχόμενο της γραπτής τους αγόρευσης ως προς την αξιολόγηση του στοιχείου της βλάβης. Ισχυρίζονται πως επρόκειτο για παραβίαση των διαδικασιών που αφορούν την εξέταση ζητημάτων σεξουαλικού προσανατολισμού, η έμφαση στο ότι η Αιτήτρια 1 δεν είχε ομοφυλοφιλικές σχέσεις κατά την διαμονή της στην Κύπρο. Τέλος, επαναλαμβάνουν ότι δεν λήφθηκαν υπόψη οι ατομικές περιστάσεις της Αιτήτριας και πως φοβάται δίωξη όχι μόνο λόγω του σεξουαλικού της προσανατολισμού αλλά και λόγω της κατάστασης της υγείας της.

 

Ακολούθως, η υπόθεση ορίστηκε σε πολλαπλές δικασίμους προς ολοκλήρωση της διαδικασίας των διευκρινήσεων. Στο πλαίσιο αυτό, στις 11.12.2024, οι Καθ’ ων η αίτηση υπέβαλαν υπόμνημα υιοθετώντας πλήρως το περιεχόμενο της γραπτής τους αγόρευσης, εμμένοντας πως η Αιτήτρια 1 δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος απόδειξης που φέρει, καθώς και ότι οι Καθ’ων η αίτηση ενήργησαν σύμφωνα με την αρχή της χρηστής διοίκησης και εντός των πλαισίων της διακριτικής τους ευχέρειας. Στο εν λόγω υπόμνημα επισύναψαν εξωτερικές πηγές πληροφόρησης οι οποίες επιβεβαιώνουν κατά τους Καθ’ ων η αίτηση: α) το εφικτό της ένταξης των γυναικών-θυμάτων βιασμού στην κοινωνία του Καμερούν(Παράρτημα 1), β) την πρόσβαση σε δημόσιες υπηρεσίες υγείας στις πόλεις Douala και Yaoundé(Παράρτημα 2,3), και γ) τη δυνατότητα αξιοποίησης εκ μέρους της Αιτήτριας του προγράμματος ΔΟΜ-ΕΕ για τον εθελούσιο επαναπατρισμό μεταναστών, με στόχο την ομαλή επανένταξή τους στη χώρα καταγωγής και την κάλυψη των οικονομικών, κοινωνικών και ψυχοκοινωνικών τους αναγκών (Παράρτημα 4). Περαιτέρω,  επαναλαμβάνουν τα ευρήματα της εισηγητικής έκθεσης κατά την αξιολόγηση του κινδύνου αναφορικά με τους αποδεκτούς ισχυρισμούς περί του ότι η Αιτήτρια είναι θύμα εμπορίας προσώπων, θετική στον HIV και πάσχουσα από καρκίνο της μήτρας.

 

Ακολούθως στις 09.04.2025, η συνήγορος των Αιτητών προσκόμισε ιατρικά πιστοποιητικά σχετικά με την παρούσα κατάσταση υγείας της Αιτήτριας 1. Συγκεκριμένα προσκομίστηκαν τα ακόλουθα:

 

(α) Πιστοποιητικό ΟΚΥπΥ, Νοσοκομείο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος Γ’, ημερομηνία έκδοσης 10 Ιανουαρίου 2025, με τίτλο Γυναικολογική έκθεση, το οποίο κατατέθηκε και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1. Το εν λόγω πιστοποιητικό περιγράφει το ιστορικό της Αιτήτριας όταν διεγνώσθη τον Οκτώβριο του 2019 με λειομύωμα και δυσπλασία του τραχήλου της μήτρας.  Υπεβλήθη δύο φορές, μια στις 20.02.2020 και μια στις 18.11.2021 σε ηλεκτροχειρουργική εκτομή βρόχου(αφαίρεση της προσβληθείσας περιοχής), οι οποίες αναλύθηκαν και έδειξαν παρόμοια αποτελέσματα, ήτοι η μεν πρώτη καρκίνο του τραχήλου σε πρώιμο στάδιο και η μεν δεύτερη δυσπλασία του τραχήλου CIN 1. Σύμφωνα με το πιστοποιητικό, η Αιτήτρια προσέρχεται από την Φεβρουάριο του 2023 σε επανέλεγχο κάθε έξι μήνες και κατά το στάδιο έκδοσης του πιστοποιητικού, τα αποτελέσματα ήταν φυσιολογικά.

 

(β) Ιατρική βεβαίωση ημερ. 16.12.2024 από το Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας, Γρηγόρειος Κλινική, το οποίο κατατέθηκε και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 2. Με το Τεκμήριο 2 βεβαιώνεται πως η Αιτήτρια παρακολουθείται στην Γρηγόρειο Κλινική από τις 14.11.2019 λόγω HIV λοίμωξης με άριστη συμμόρφωση, ιολογική και ανοσολογική ανταπόκριση. Βρίσκεται υπό την αγωγή:  Dolutegravir/ Abacavil/ Lamivudine την οποία πρέπει να λαμβάνει σε καθημερινή βάση εφ’όρου ζωής.

 

Η συνήγορος των Καθ’ων η αίτηση επισήμανε πως τα εν λόγω έγγραφα καταδεικνύουν πως η υγεία της Αιτήτριας 1 έχει βελτιωθεί σε σχέση με την εικόνα της κατά την αξιολόγηση του κινδύνου από τους Καθ’ων η αίτηση και υποστηρίζουν πως δεν διατρέχει κανέναν κίνδυνο λόγω της υγείας της κατά την επιστροφή της στην χώρα καταγωγής της. Από την πλευρά της η συνήγορος της Αιτήτριας 1 συμφώνησε ως προς την βελτίωση της κατάστασης της υγείας της Αιτήτριας 1, υποστηρίζει, ωστόσο, ότι δεν λήφθηκαν υπόψη οι ατομικές περιστάσεις της Αιτήτριας 1, ως θύμα εμπορίας με HIV και ένα ανήλικο τέκνο. Συνέχισε πως η Αιτήτρια 1 και το ανήλικο τέκνο της αποτελούν μέλη ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας βάσει των πηγών πληροφόρησης από την χώρα καταγωγής της, ως μονογονεϊκή γυναίκα χωρίς υποστηρικτικό δίκτυο. Από την πλευρά τους οι Καθ’ων η αίτηση αποκρίθηκαν πως δεν υπάρχουν στοιχεία που να χρήζουν περαιτέρω εξέτασης ως προς το τέκνο της Αιτήτριας 1, παραπέμποντας δε στις εξωτερικές πηγές πληροφόρησης του υπομνήματος τους, από το οποίο συμπεραίνεται πως η Αιτήτρια 1 δεν θα διατρέξει κάποιο κίνδυνο στην χώρα της λόγω του ότι είναι άγαμη μητέρα.

 

Το επανάνοιγμα της υπόθεσης:

 

Μετά την επιφύλαξη της απόφασης, το Δικαστήριο έκρινε ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης επέβαλλε το επανάνοιγμα της υπόθεσης αυτής, ενόψει της αναγκαιότητας για λήψη διευκρινίσεων επί ζητημάτων για τα οποία ανέκυψαν ερωτήματα και τα οποία θα έπρεπε να διερευνηθούν ενόψει των διευρυμένων εξουσιών του Δικαστηρίου, και στις 24.10.2025 αποφασίστηκε το επανάνοιγμα της υπόθεσης. 

 

Κατά το στάδιο λοιπόν συνέχισης των διευκρινήσεων στις 13.11.2025, η Αιτήτρια προσκόμισε πιστοποιητικό ΟΚΥπΥ, Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας, Γρηγόρειος Κλινική, ημερομηνία έκδοσης 6.11.2025, με τίτλο Ιατρική Βεβαίωση, υπογράφων ιατρός Δρ. Γεώργιος Σιακαλλής. Σύμφωνα με αυτό, η Αιτήτρια παρακολουθείται στη Γρηγόρειο Κλινική από 11/2019 λόγω HIV λοίμωξης, λαμβάνοντας αντιρετροϊκή αγωγή με άριστη συμμόρφωση. Βρίσκεται υπό την κάτωθι αγωγή Dolutegravir/Abacavil/Lamivudine την οποία πρέπει να λαμβάνει σε καθημερινή βάση εφ’όρου ζωής. Επιπλέον, αναφέρεται ως λοιπό ατομικό αναμνηστικό ο Έρπητας ζωστήρας και ευμεγέθες ινομύωμα μήτρας με παθολογικό test Παπανικολάου, κωνοειδή εκτομή, υπό γυναικολογική παρακολούθηση. Η Αιτήτρια χρήζει επισκέψεων στο Γ.Ν.Λάρνακας κατ’ ελάχιστον ανα τριμηνία για ανανέωση συνταγής ή και κλινικοεργαστηριακό έλεγχο.

 

Κατά την ακροαματική διαδικασία που έλαβε χώρα στις 11.12.2025 τέθηκαν διευκρινιστικές ερωτήσεις στην Αιτήτρια σχετικά με τους ισχυρισμούς της. Ειδικότερα:

 

Σχετικά με την γνωριμία της με τον Franc, η Αιτήτρια δήλωσε ότι όταν σταμάτησε να εργάζεται στο νοσοκομείο, ξεκίνησε να εργάζεται δίπλα από το πανεπιστήμιο, εκτυπώνοντας φωτοτυπίες για τους φοιτητές. Εκεί, πολλοί γνώριζαν τον σεξουαλικό της προσανατολισμό και εξ αιτίας αυτού δεχόταν απειλές και εξυβρίσεις. Όταν η επιχείρησή της βανδαλίστηκε, ο Franc, που εργαζόταν πλησίον της και γνώριζε την κατάσταση την προσέγγισε και την ρώτησε αν θέλει να εγκαταλείψει τη χώρα της και να την βοηθήσει, έναντι του ποσού των ενάμιση εκατομμυρίου φράγκων, ζητώντας της το αντίγραφο του διαβατηρίου της και ενημερώνοντάς την πως διαθέτει δίκτυο για να πετύχουν το στόχο τους. Σε ερώτηση αν το πρόσωπο αυτό είχε κάποιο όφελος οικονομικό ή μη, η Αιτήτρια δήλωσε ότι στην αρχή πίστευε πως ήθελε να την βοηθήσει, αλλά στην συνέχεια αντιλήφθηκε ότι μπλέχτηκε σε δίκτυο πορνείας.

 

Σχετικά με το δίκτυο που διέθετε ο Franc, ανέφερε πως γνώριζε κάποιο πρόσωπο που οργάνωνε ταξίδια. Αφού πλήρωσε και έδωσε αντίγραφο του διαβατηρίου, ενέταξε την Αιτήτρια σε ομάδα στο WhatsApp, ζητώντας της να στείλει ένα βίντεο που να απεικονίζεται η ίδια με τα ρούχα που θα φοράει κατά το ταξίδι. Στην ομάδα αυτή υπήρχαν πολλά μέλη, που βάσει της φωτογραφίας τους ήταν γυναίκες.

 

Πέραν του Franc, η Αιτήτρια είχε επικοινωνία με πρόσωπο αγνώστων στοιχείων που το αποκαλούσαν Boss. Το εν λόγω πρόσωπο τους έδωσε οδηγίες σχετικά με τις διαδικασία στο αεροδρόμιο, χωρίς ωστόσο να ιδωθεί ποτέ μαζί του. Σε ερώτηση σχετικά με τυχόν προσωπικά στοιχεία που γνώριζε αυτό το πρόσωπο , δήλωσε ότι μέσω του Franc, είχε πρόσβαση σε όλες τις προσωπικές της πληροφορίες, μεταξύ των οποίων το διαβατήριό της και η φωτογραφία της, στοιχεία που θεωρεί ότι ακόμα έχουν στην κατοχή τους. Περαιτέρω, δήλωσε ότι την ενημέρωσε ότι λόγω των σπουδών της, θα την παραλάβουν κατά την άφιξή της δύο πρόσωπα για να της εξεύρουν εργασία.

 

Η Αιτήτρια, δήλωσε ότι τόσο ο Franc, όσο και ο Boss γνωρίζουν το σπίτι που διέμενε στο Καμερούν και πως δεδομένου ότι πρόκειται για οργανωμένο δίκτυο με διασυνδέσεις σε τελωνείο και αστυνομία, θα την εντοπίσουν παραχρήμα μόλις επιστρέψει. Όταν ρωτήθηκε περαιτέρω γι’ αυτές τις διασυνδέσεις, δήλωσε πως η πεποίθησή της προέρχεται από το γεγονός ότι οι υπεύθυνοι του αεροδρομίου την άφησαν να περάσουν λόγω του Franc.

 

Αναφορικά με τα πρόσωπα που την παρέλαβαν στις μη ελεγχόμενες περιοχές και τη σύνδεσή τους με τον Franc και το Boss, ανέφερε πώς κατά την άφιξή της είχαν την φωτογραφία της στο κινητό τους, εξηγώντας πως κατά την πεποίθησή της επρόκειτο για ένα καλά οργανωμένο κύκλωμα. Μετά την παραλαβή της, την μετέφεραν σε ένα διαμέρισμα που βρισκόταν άλλες τέσσερις γυναίκες, ενώ στον χώρο δεν υπήρχαν κρεβάτια παρά μόνο στρώματα. Η Αιτήτρια αντέδρασε, ζητώντας το διαβατήριο και τις αποσκευές της πίσω, με αποτέλεσμα να την μεταφέρουν σε άλλο χώρο του διαμερίσμασττος, δεχόμενη σωματική βία, λόγω της άρνησής της να υπακούσει.

 

Σε σχέση με τυχόν αναζήτησή της από τα μέλη του κυκλώματος, σε περίπτωση επιστροφής της στο Καμερούν η Αιτήτρια δήλωσε ότι κατά τη συνέντευξη που είχε στην Αστυνομία σχετικά με την εμπορία, όπου ανέφερε αρκετές πληροφορίες σχετικά με τον Franc, παρίστατο και δύο Αστυνομικοί, ένας από το Καμερούν και ένας από το Κονγκό. Επίσης δήλωσε ότι το κύκλωμα συνεργάζεται με πρόσωπα που εργάζονται στο αεροδρόμιο της Douala, με αποτέλεσμα, σε περίπτωση επιστροφής της να γίνει άμεσα αντιληπτή.

 

Ερωτηθείσα σχετικώς, δήλωσε ότι σε περίπτωση επιστροφής της δεν έχει σπίτι να διαμείνει, ούτε κάποιο εισόδημα και λόγω της ασθένειάς της δεν θα μπορέσει να βρει εργασία. Αναφορικά δε με τυχόν υποστηρικτικό δίκτυο στο Καμερούν, δήλωσε πως ο πατέρας και δύο αδέρφια της βρίσκονται στο Καμερούν, με τους οποίους ωστόσο δεν έχουν επαφές, καθώς ουδέποτε αποδέχτηκαν τον σεξουαλικό της προσανατολισμό και δεν θα την δεχόντουσαν ούτε σήμερα. Επιπλέον, ανέφερε ότι δεν διαθέτει λοιπό οικείο περιβάλλον και πως λόγω της ασθένειάς της, αλλά και ως άγαμη μητέρα, τόσο η ίδια, όσο και το τέκνο της θα στιγματιστούν.

 

Τέλος, η Αιτήτρια δήλωσε ότι από την εμπειρία της λόγω της εργασίας της σε νοσοκομείο, γνωρίζει την υπερφόρτωση του συστήματος υγείας, την έλλειψη φαρμάκων κατά περιόδους, καθώς και ορατότητα που έχουν οι φορείς HIV.

 

Η συνήγορος των Καθ’ ων η αίτηση υιοθετώντας τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου μέσω της γραπτής τους αγόρευσης και του υπομνήματος, καθώς και το περιεχόμενο της έκθεσης/εισήγησης, ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια σε περίπτωση επιστροφής της στο Καμερούν δύναται να λάβει βοήθεια από την αδερφή της, παρότι διαμένει στον Καναδά. Επιπλέον, ισχυρίζεται ότι υπάρχουν διαθέσιμα φάρμακα για τον ιό HIV στο Καμερούν, ενώ αμφισβητεί την δύναμη των προσώπων που εμπλέκονται στο κύκλωμα trafficking.

 

Από τη μεριά της η συνήγορος της Αιτήτριας υποστηρίζει ότι βάσει του προφίλ της δεν δύναται να επιστρέψει στην χώρα καταγωγής της, απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς των Καθ’ ων περί ύπαρξης υποστηρικτικού δικτύου, καθώς η αδερφή της διαβιεί στον Καναδά.

 

 

ΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ ΤΗΣ ΑΙΤΗΤΡΙΑΣ ΚΑΙ Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ

ΤΩΝ ΚΑΘ’ ΩΝ Η ΑΙΤΗΣΗ

 

Δεδομένου ότι οι ισχυρισμοί που προβάλλει η Αιτήτρια είναι αλληλένδετοι και άρρηκτα συνυφασμένοι με την ουσία της υπόθεσης, και λαμβανομένης υπόψη της υποχρέωσης του παρόντος Δικαστηρίου να ελέγχει τόσο τη νομιμότητα όσο και την ορθότητα κάθε προσβαλλόμενης απόφασης, μέσω πλήρους και ex nunc εξέτασης των πραγματικών και νομικών ζητημάτων που την διέπουν [Βλ. άρθρο 11(3) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (N. 73(I)/2018)], θα προχωρήσω να εξετάσω τους λόγους ακυρώσεως σε συνάρτηση και με την ουσία της υπόθεσης αυτή.

 

Αναφορικά με τη θέση της Αιτήτριας περί έλλειψης δέουσας έρευνας επισημαίνεται ότι, το Δικαστήριο στα πλαίσια ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης, ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντας οργάνου και διαφέρει κατά περίπτωση[1].

 

Ως εκ τούτου, προσέγγισα το θέμα με βάση τα ενώπιόν μου στοιχεία και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου εξετάζοντας όλα τα ουσιώδη στοιχεία και πραγματικά περιστατικά που οι Καθ' ων η αίτηση είχαν ενώπιόν τους.

 

Ειδικότερα, παρατηρώ ότι η Αιτήτρια 1 στο πλαίσιο της υποβληθείσας αίτησής της για διεθνή προστασία και ως προς τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια 1 δήλωσε πως είναι ομοφυλόφιλη, η οικογένεια της, οι φίλοι της, και οι συνάδελφοί της την απέρριψαν και την αρνήθηκαν. Πρόσθεσε πως αισθάνεται εγκαταλελειμμένη και μόνη της και για αυτό το λόγο ήθελε να έρθει στην Ευρώπη επειδή της είπαν ότι η ομοφυλοφιλία είναι αποδεκτή (Ερ. 1 του δ.φ.).

 

Ακολούθως, κατά το κρίσιμο στάδιο της συνέντευξής της ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, η Αιτήτρια 1 επιβεβαίωσε πως είναι υπήκοος Καμερούν, γεννηθείσα στην Douala όπου και διέμενε μέχρι να εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής της. Είναι Χριστιανή και ομιλεί την γαλλική γλώσσα και την Bamileke. Είναι άγαμη και μητέρα ενός τέκνου, του Αιτητή 2, το οποίο γεννήθηκε στις 17.02.2021 στην Λάρνακα. Ο πατέρας του τέκνου αρνήθηκε να το αναγνωρίσει. Ως προς την οικογένειά της, δήλωσε πως ο πατέρας της ζει στο δυτικό Καμερούν, η μητέρα της στην Douala, η μια αδελφή της στον Καναδά και τα υπόλοιπα δύο αδέλφια της στην Douala. Έχει σπουδάσει φιλοσοφία και λογοτεχνία στο κολλέγιο Saint Michel στην Douala, και μετά την αποφοίτηση της παρακολούθησε εκπαιδευτικό πρόγραμμα ώστε να γίνει νοσοκόμα. Προτού αποχωρήσει από την χώρα καταγωγής της είχε επιχείρηση και παρείχε υπηρεσίες για υπολογιστές στους φοιτητές του πανεπιστημίου της Douala. Αναχώρησε από την χώρα καταγωγής της στις 05 Σεπτεμβρίου 2019, και μέσω της Τουρκίας έφθασε στις μη ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές όπου έμεινε μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου. Δήλωσε ότι, κατά την διαμονή της στις μη ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές, έπεσε θύμα εμπορίας προσώπων και εξαναγκάσθηκε στην πορνεία, με αποτέλεσμα να μολυνθεί με τον ιό του HIV.

 

Αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια 1 δήλωσε κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησης της πως όταν τελείωσε την πρακτική της ώστε να γίνει νοσηλεύτρια, μεταξύ 2012 -2013, οι γονείς της ήθελαν να την παντρέψουν. Τότε η Αιτήτρια 1 αρνήθηκε αποκαλύπτοντάς τους την σεξουαλική της ταυτότητα. Ο πατέρας της, της είπε ότι αυτό είναι ενάντια στον Χριστιανισμό και αντίθετο με τη φύση, ενώ στη συνέχεια, την έδιωξε από το σπίτι και από τότε δεν έχει επικοινωνία με την οικογένεια της. Η Αιτήτρια 1 πήγε να μείνει μόνη της, αλλά έκρυβε τον σεξουαλικό της προσανατολισμό. Κάποια στιγμή, σύναψε σχέση με μια κοπέλα, η οποία αποκάλυψε σε κάποιο άτομο την σχέση τους με αποτέλεσμα αυτό να διαδοθεί. Έκτοτε λάμβανε απειλές, οι φίλες της την απομάκρυναν, τα αγόρια την απειλούσαν με βιασμό προκειμένου να συμμορφωθεί. Πρόσθεσε πως δεν μπορούσε να απευθυνθεί στην αστυνομία επειδή η κυβέρνηση είναι ενάντια στην ομοφυλοφιλία και θα κινδύνευε να συλληφθεί. Δήλωσε πως βίωσε περιθωριοποίηση και στίγμα και για αυτό το λόγο ο άνδρας που δούλευε κοντά στην επιχείρηση της, ο οποίος είχε γίνει μάρτυρας αυτών των απειλών, την βοήθησε να φύγει από την χώρα. Πρόσθεσε πως ο πατέρας της, της έλεγε πως αυτό που κάνει είναι κακό και πως θα τιμωρηθεί από το θεό και για αυτό το λόγο όταν κόλλησε HIV και διεγνώσθη με καρκίνο θεώρησε ότι ο πατέρας της είχε δίκιο. Για αυτό το λόγο προσπάθησε να συνάψει σχέση με άνδρα την οποία διέκοψε μετά από δύο εβδομάδες επειδή ένιωθε ότι πρέπει να αποδεχτεί τον εαυτό της και να θεραπεύσει τα προβλήματα υγείας της (Ερ. 40 2χ του δ.φ.).

 

Ερωτηθείσα τι θα της συμβεί σε περίπτωση επιστροφής της στην χώρα καταγωγής της δήλωσε πως δεν θα έχει πρόσβαση σε θεραπεία για τον HIV και τον καρκίνο της μήτρας και πως φοβάται ότι θα κινδυνεύσει η ζωή της(με σύλληψη ή θάνατο λόγω του σεξουαλικού προσανατολισμού της (Ερ. 36 1χ-3χ, 37 5χ,  49 1χ του δ.φ.).

 

Εν συνεχεία τέθηκαν στην Αιτήτρια ερωτήσεις ώστε να αναπτύξει τον ισχυρισμό της περί του σεξουαλικού της προσανατολισμού (Ερυθρά 39-36 του δ.φ.). Κληθείσα να περιγράψει τον σεξουαλικό της προσανατολισμό, δήλωσε πως είχε σχέση με ένα αγόρι στο Λύκειο, για τον οποίο δεν ένιωθε όπως περιέγραφαν τα υπόλοιπα κορίτσια για τους συντρόφους τους. Δήλωσε ότι ένιωθε διαφορετικά, και πως όταν έβλεπε ταινίες, ένιωθε μεγαλύτερη έλξη με τις σκηνές  όπου εμπλέκονταν δύο γυναίκες μεταξύ τους.  Πρόσθεσε πως συνειδητοποίησε την έλξη της για τις γυναίκες σε ηλικία 22-23 ετών κατά την διάρκεια της πρακτικής της στη νοσηλευτική το 2009. Επεξήγησε πως το συνειδητοποίησε, όταν κατά την διάρκεια της βραδινής βάρδιας, έβγαιναν έξω από το δωμάτιο και έκαναν μπάνιο γυμνές επειδή δεν υπήρχε μπάνιο για το προσωπικό.

 

Δήλωσε ότι φοβόταν να εκφράσει τον σεξουαλικό της προσανατολισμό και πως απέφευγε να βγαίνει ή να γνωρίζει άτομα φοβούμενη μήπως την ρωτήσουν γιατί δεν έχει σύντροφο.  Σύναψε σχέση με άτομο του ιδίου φύλου το 2013. Η σχέση τους διήρκησε λιγότερο από έτος. Χώρισαν επειδή η σύντροφός της είχε έναν πιο ανοιχτό προς την σεξουαλική της ταυτότητα τρόπο ζωής. Κληθείσα να περιγράψει την σύντροφό της, δήλωσε ότι ονομάζεται Eva, πως ήταν ψηλότερη της,  είχε δύο παιδιά αλλά δεν γνώριζε εάν έμενε μαζί με τον πατέρα των τέκνων της.  Την γνώρισε στην παραλία στην περιοχή Limbe, όταν είχε πάει ένα Σαββατοκύριακο. Άρχισαν να μιλάνε και μετά συνειδητοποίησε πως και η ίδια μένει στην Douala. Δήλωσε πως συνήθως περνούσαν τις Κυριακές μαζί και πως η Eva πήγαινε στο σπίτι όπου ενοικίαζε. Δεν γνώριζε άλλα άτομα με τον ίδιο σεξουαλικό προσανατολισμό. Δεν είχε ενοχληθεί από την αστυνομία λόγω του σεξουαλικού της προσανατολισμού καθότι το έκρυβε και προσπαθούσε να μην τραβάει την προσοχή. Όταν όμως σύναψε σχέση με την Eva κάποιοι συνάδελφοί της αλλά και άτομα με τα οποία ήταν φίλοι το ανακάλυψαν και άρχισαν να την παρενοχλούν. Δήλωσε πως όταν διέσχιζε την διασταύρωση για να πάει στην εργασία της, τα άτομα την γνώριζαν και όταν ανακάλυψαν την σχέση της, άρχισαν να την προσβάλλουν και να την απειλούν με βιασμό προκειμένου να γίνει κανονική. Αυτή η κατάσταση δήλωσε ότι διήρκησε από το 2013 έως όταν έφυγε από την χώρα. Ερωτηθείσα με ποιο τρόπο η σεξουαλική της ταυτότητα επηρέασε τη ζωή της από το 2013 και έπειτα, δήλωσε πως δεν μπορεί να πει ότι κατέστρεψε της ζωή της αλλά πως χειροτέρευσε όταν επιβεβαίωσε τον σεξουαλικό της προσανατολισμό. Εξαιτίας αυτού δεν μπορούσε να συνεχίσει τις σπουδές της και κατέληξε να μένει μόνη της, χωρίς οικογένεια και φίλους.  Ερωτηθείσα σχετικά με το πως είναι η ζωή των ομοφυλόφιλων στο Καμερούν, δήλωσε πως οι άνθρωποι θεωρούν την ομοφυλοφιλία ως κακό.

 

Της τέθηκαν ακόμη διευκρινιστικές ερωτήσεις σχετικά με το περιστατικό κατά το οποίο οι γονείς της αποφάσισαν να την παντρέψουν καθώς και ερωτήσεις σχετικά με την αντίδραση των γονέων της. Η Αιτήτρια αποκρίθηκε πως αναγκάστηκε να τους αποκαλύψει την σεξουαλικότητα της επειδή δεχόταν πίεση να παντρευτεί και να κάνει παιδιά καθότι σύμφωνα με τις παραδόσεις της φυλής της, οι γυναίκες παντρεύονται σε νεαρή ηλικία και ο πατέρας της όταν του έγινε η πρόταση την αποδέχθηκε αμέσως (Ερ. 36 4χ του δ.φ.).  Η Αιτήτρια ανέφερε ότι μία ημέρα επισκέφθηκε την οικία της ένας άνδρας, ο οποίος παρέμεινε για σύντομο χρονικό διάστημα και στη συνέχεια αποχώρησε. Ακολούθως, η μητέρα της την ενημέρωσε ότι επρόκειτο για πρόσωπο με το οποίο προοριζόταν να συνάψει γάμο. Η Αιτήτρια εξέφρασε την αντίθεσή της στην προοπτική αυτή, πλην όμως οι γονείς της επέμειναν, γεγονός που την οδήγησε στο να αποκαλύψει τον σεξουαλικό της προσανατολισμό. Καθότι η συζήτηση έλαβε χώρα κατά τις απογευματινές ώρες, ο πατέρας της δεν κατανόησε πλήρως όσα του ανέφερε. Την επόμενη ημέρα επανήλθε στο ζήτημα, ζητώντας διευκρινίσεις, οπότε η Αιτήτρια επανέλαβε τα όσα είχε ήδη δηλώσει. Τότε, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, ο πατέρας της αντέδρασε έντονα, προβαίνοντας σε προσβλητικούς χαρακτηρισμούς εις βάρος της, αποκαλώντας την «διάβολο», και της πρότεινε να την οδηγήσει σε παραδοσιακούς θεραπευτές για σκοπούς «εξορκισμού». Η Αιτήτρια αρνήθηκε, με αποτέλεσμα ο πατέρας της να εισηγηθεί ως εναλλακτική την προσφυγή στην εκκλησία, πρόταση την οποία επίσης απέρριψε. Κατόπιν τούτου, ο πατέρας της την απέβαλε από την οικογενειακή οικία (Ερ. 36, 5χ του διοικητικού φακέλου).

 

Σε σχέση με το ταξίδι της προς την Κύπρο, δήλωσε πως όταν εργαζόταν στην επιχείρηση της ένας άνδρας ονόματι Franc ο οποίος εργαζόταν κοντά της και γνώριζε την ζωή της, την έφερε σε επαφή με έναν άλλο άνδρα, ο οποίος θα διευθετούσε το ταξίδι της στην Ευρώπη. Αυτός ο άνδρας της ζήτησε μια φωτογραφία του διαβατηρίου της, την οποία του έστειλε σε ιδιωτική ομάδα στο whatsup και χρήματα. Όταν η Αιτήτρια έφθασε στις μη ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές την παρέλαβαν δύο λευκοί άνδρες, οι οποίοι την μετέφεραν σε ένα σπίτι όπου την έκλεισαν σε ένα δωμάτιο μαζί με άλλες τρεις γυναίκες (δυο Αφρικανές και δύο Φιλιππινέζες). Το επόμενο πρωί η Αιτήτρια ζήτησε πίσω τα έγγραφα της τα οποία της είχαν πάρει όταν έφθασε στο αεροδρόμιο, και αυτοί την μετέφεραν και την κλείδωσαν σε ένα άλλο δωμάτιο στο οποίο υπήρχε ένα στρώμα στο πάτωμα και την εξανάγκασαν να έρθει σε συνουσία με 4 άνδρες. Όταν η Αιτήτρια αρνιόταν την χτυπούσαν με αποτέλεσμα να τραυματισθεί σε διάφορα σημεία του χεριού και του ποδιού της. Εξαιτίας του ξυλοδαρμού που υφίσταντο κάθε φορά που αντιστέκονταν, αρρώστησε. Αυτοί έφεραν μια λευκή γυναίκα ονόματι Andrea η οποία έβαλε μέλι στις πληγές της. Όμως το αριστερό της πόδι άρχισε να φουσκώνει,  η γυναίκα μίλησε στους διακινητές της οι οποίοι την έβαλαν στο αυτοκίνητο και μετά από πολλές ώρες οδήγησης, την πέταξαν έξω από το αυτοκίνητο σε άγνωστη τοποθεσία. Η αιτήτρια συνάντησε έναν Αφρικανό άνδρα και τον ρώτησε που είναι η αστυνομία. Οι αστυνομικές αρχές την ενημέρωσαν ότι βρίσκεται στην Πάφο, και την μετέφεραν στο νοσοκομείο.  Υπέβαλε αναφορά στις αστυνομικές αρχές και όταν πήγαν να την πάρουν από το νοσοκομείο της είπαν ότι έπεσε θύμα εμπορίας προσώπων. Στην συνέχεια μεταφέρθηκε σε καταφύγιο με θύματα εμπορίας προσώπων στην Λευκωσία(βλ.Ερ.45 2χ, 44 1χ του δ.φ.). 

 

Ερωτηθείσα εάν θα μπορούσε να βρεθεί ξανά στην ίδια κατάσταση σε περίπτωση επιστροφής της στην χώρα καταγωγής της δήλωσε πως νιώθει ασφαλής στην Κύπρο. Πρόσθεσε σε σχετική ερώτηση πως τόσο το άτομο που διευθέτησε το ταξίδι της, το οποίο είχε αποπληρώσει, όσο και τα άτομα που την παρέλαβαν στην Κύπρο δεν γνωρίζουν που βρίσκεται καθότι την άφησαν στην Πάφο και η αστυνομία την μετέφερε στην Λευκωσία αλλά και σε άλλους τόπους διαμονής.

 

Δεν γνωρίζει εάν θα αντιμετωπίσει στίγμα ως θύμα εμπορίας προσώπων κατά την επιστροφή της στο Καμερούν. Θεωρεί ότι θα περιθωριοποιηθεί επειδή είναι θετική στον HIV(Eρ.41 4χ του δ.φ.).

 

Σε σχέση με την κατάσταση της υγείας της, δήλωσε πως η αστυνομία την μετέφερε στο νοσοκομείο όπου έλαβε θεραπεία για τον HIV. Τον Φεβρουάριο του 2020 ανιχνεύτηκαν καρκινικά κύτταρα κατά τον γυναικολογικό της έλεγχο, και μετά από βιοψία ο γιατρός την κάλεσε τον Ιούνιο του 2020 και την ενημέρωσε πως διεγνώσθη με καρκίνο του τραχήλου πρώτου σταδίου. Ο ιατρός της είπε πως είναι τυχερή και πως μπορούν να αφαιρέσουν τα προσβεβλημένα με τον ιό τμήματα. Την ενημέρωσε πως αυτή η επέμβαση δεν γίνεται στην Κύπρο και πως πρέπει να πάει στην Ελλάδα. Πρόσθεσε πως έγινε όλη η επικοινωνία, με το Υπουργείο Υγείας και πως το νοσοκομείο στην Ελλάδα επικοινώνησε μαζί της για να επιβεβαιώσει την επέμβαση. Όμως τον Ιούλιο του 2020 διαπίστωσε ότι είναι έγκυος. Ο ιατρός της εξήγησε τους κινδύνους να συνεχίσει την κύηση, ωστόσο η Αιτήτρια αρνήθηκε να υποβληθεί σε άμβλωση και έτσι στις 17.02.2021 γέννησε το τέκνο τη στην Λάρνακα. Δήλωσε ακόμη ότι είχε προγραμματισμένη επέμβαση στις 22.06.2021 η οποία αναβλήθηκε λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού.

 

Η αξιολόγηση των ισχυρισμών της Αιτήτριας 1 ή από τους Καθ' ων η αίτηση

 

Έχοντας παραθέσει τους ισχυρισμούς του της Αιτήτριας 1 κατά τη διάρκεια της συνέντευξής της, προχωρώ τώρα στην αξιολόγηση που διενεργήθηκε επί αυτών από τον λειτουργό της EUAA, στο εξής αναφερόμενος ως «ο Λειτουργός»).

 

Κατά την αξιολόγηση της αίτησης ασύλου της Αιτήτριας 1, ο Λειτουργός σχημάτισε τέσσερις ουσιώδεις ισχυρισμούς ήτοι, ο πρώτος σχετικά με την ταυτότητα, το προφίλ και την χώρα καταγωγής της Αιτήτριας 1, ο δεύτερος περί του ότι η Αιτήτρια 1 είναι θύμα εμπορίας προσώπων, ο τρίτος περί του ότι η Αιτήτρια 1 είναι θετική στον ιό HIV και πάσχει από καρκίνο του τραχήλου της μήτρας και ο τέταρτος, περί του ότι η Αιτήτρια 1 είναι ομοφυλόφιλη.

 

Οι πρώτοι τρεις ισχυρισμοί έγιναν αποδεκτοί ως εσωτερικά και εξωτερικά αξιόπιστοι. Ειδικότερα, ως προς τον δεύτερο ισχυρισμό περί του ότι η Αιτήτρια 1 είναι θύμα εμπορίας προσώπων, κρίθηκε ότι η Αιτήτρια αποκρίθηκε με συνεκτικότητα, επάρκεια πληροφοριών, και σαφήνεια, αναφορικά με τη στρατολόγηση της και τη μεταφορά της στις μη ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές, την εκμετάλλευση της, τον εξαναγκασμό της στην πορνεία, καθώς και σε σχέση με τον τρόπο με τον  οποίο διέφυγε (Ερυθρά 149-148 του δ.φ). Επίσης, οι δηλώσεις της βρίσκουν έρεισμα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης στις οποίες ανέτρεξε ο Λειτουργός και από τις οποίες προκύπτει πως σύμφωνα με την Frontex το Καμερούν συγκαταλέγεται μεταξύ των μη ευρωπαϊκών ιθαγενειών των θυμάτων εμπορίας προσώπων στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Επίσης, αναφέρθηκε από το Λειτουργό πως η Αιτήτρια παραπέμφθηκε στο Γραφείο Καταπολέμησης Εμπορίας Προσώπων της Αστυνομίας της Κύπρου χωρίς να έχει ληφθεί κάποια απάντηση μέχρι την έκδοση της εισηγητικής έκθεσης.

 

Ως προς τον τρίτο ισχυρισμό της, περί της κατάστασης της υγείας της, κρίθηκε πως η Αιτήτρια 1 τεκμηρίωσε με συνεπή, συνεκτικό και επαρκή τρόπο την κατάσταση της υγείας της — πώς και πότε ενημερώθηκε για αυτή, τη σημερινή της κατάσταση και την ανταπόκρισή της στη φαρμακευτική αγωγή, καθώς και τις οδηγίες του θεράποντος ιατρού της. Επιπλέον, περιέγραψε με συγκεκριμένες πληροφορίες τη φαρμακευτική αγωγή που ακολουθεί για τον HIV, καθώς και τη θεραπευτική αγωγή που θα ακολουθούσε για τον καρκίνο της μήτρας. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, επισημάνθηκε από τον Λειτουργό πως αν και η Αιτήτρια 1 δήλωσε κατά την συνέντευξη της πως θα προσκομίσει σχετικά ιατρικά έγγραφα δεν το έκανε, παρά ταύτα ιατρικά έγγραφα που υπάρχουν στο διοικητικό της φάκελο δεικνύουν ότι είναι θετική στον HIV. Ως εκ τούτου, ο ισχυρισμός της έγινε αποδεκτός.

 

Εντούτοις, ο τέταρτος ισχυρισμός της Αιτήτριας 1 αναφορικά με τον σεξουαλικό της προσανατολισμό δεν έγινε αποδεκτός.  Ο Λειτουργός  χρησιμοποίησε το μεθοδολογικό μοντέλο DSSH (DifferenceShame, Stigma and Harm) το οποίο προωθείται από την UNHCR ως καλή πρακτική για την εξέταση αιτημάτων διεθνούς προστασίας που αφορούν τον σεξουαλικό προσανατολισμό και την ταυτότητα φύλου και έκρινε κατόπιν ανάλυσης των κριτηρίων του ανωτέρω μοντέλου σε συνάρτηση με τις δηλώσεις και αποκρίσεις της Αιτήτριας 1 ότι οι απαιτήσεις των ανωτέρω στοιχείων δεν πληρούνται.  Πιο συγκεκριμένα, ως προς το στοιχείο της διαφορετικότητας κρίθηκε πως η Αιτήτρια 1 δεν μπορούσε να απαντήσει με λεπτομέρειες και συγκεκριμένες πληροφορίες αναφορικά με την σεξουαλικότητα της. Δεν μπορούσε να παραθέσει πληροφορίες σχετικά  με το πως διαπίστωσε ότι δεν έλκεται από σχέσεις με αγόρια καθώς και να περιγράψει με συγκεκριμένο τρόπο πως ένιωσε όταν την άγγιξε μια φίλη της, ενώ έκανα μπάνιο στην πισίνα. Περαιτέρω, η Αιτήτρια 1 απέφυγε να απαντήσει όταν κλήθηκε να περιγράψει τις σκέψεις της και τα συναισθήματα της όταν διαπίστωσε ότι έλκεται από γυναίκες. Ούτε κατάφερε να παραθέσει πληροφορίες σχετικά με την σχέση που είχε συνάψει με μια κοπέλα ονόματι Eva στην χώρα καταγωγής της. Επισημάνθηκε από τον Λειτουργό πως η Αιτήτρια είχε σχέση με έναν άνδρα στην Κύπρο, ο οποίος είναι ο πατέρας του τέκνου της που γεννήθηκε στην Κύπρο. Κατέληξε δε πως η Αιτήτρια 1 γενικά δεν έκανε αναφορές σε γεγονότα που σχετίζονται με την σεξουαλικότητα της ως ομοφυλόφιλης γυναίκας.

 

Σε σχέση με το στίγμα και τη ντροπή, κρίθηκε πως η Αιτήτρια 1 δεν μπορούσε να παραθέσει λεπτομέρειες αναφορικά με το πως διαδόθηκε ότι είναι ομοφυλόφιλη, τι βίωσε εξαιτίας της ορατότητας της σεξουαλικής της ταυτότητας στην κοινωνία, καθώς και τι συνέπειες είχε στην ζωή της αυτή η αποκάλυψη. Ούτε ήταν σε θέση να περιγράψει με λεπτομέρειες την ημέρα κατά την οποία ο πατέρας της την σύστησε στον άνδρα με τον οποίο ήθελε να την παντρέψει. Ομοίως, δεν κατάφερε να περιγράψει με λεπτομερή τρόπο την αντίδραση των γονέων της όταν τους αποκάλυψε την σεξουαλική της ταυτότητα. Τέλος, κρίθηκε πως δεν μπορούσε να αποκριθεί με επάρκεια πληροφοριών αναφορικά με τις συνθήκες διαμονής των ομοφυλόφιλων ατόμων στο Καμερούν και την μεταχείριση τους από την κοινωνία και το κράτος.

 

Σε σχέση με το στοιχείο της βλάβης, κρίθηκε πως η Αιτήτρια 1 δεν μπορούσε να τεκμηριώσει τους ισχυρισμούς της περί της βλάβης που ως δήλωσε βίωσε λόγω της αποκάλυψης της σεξουαλικής ταυτότητας.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του υπό κρίση ισχυρισμού παρατέθηκαν πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σε σχέση με την μεταχείριση των ΛΟΑΤΚΙ ατόμων στο Καμερούν. Ωστόσο ενόψει του ότι δεν θεμελιώθηκε η εσωτερικής αξιοπιστία, ο υπό κρίση ισχυρισμός απορρίφθηκε στο σύνολο του.

 

Εν συνεχεία ο Λειτουργός προχώρησε στην αξιολόγηση κινδύνου επί τη βάσει των τριών αποδεκτών ουσιωδών ισχυρισμών.  Σε σχέση με τον πρώτο ισχυρισμό ήτοι την ταυτότητα, το προφίλ και την χώρα καταγωγής της Αιτήτριας 1, ο Λειτουργός ανέτρεξε σε πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σχετικά με τη γενική κατάσταση ασφαλείας στο Καμερούν αλλά και ειδικότερα στην  Douala (τόπο συνήθους διαμονής της Αιτήτριας 1 εκεί) καταλήγοντας πως επί τη βάση αυτών των πληροφοριών και του προσωπικού της προφίλ, δεν αναμένεται η Αιτήτρια κατά την επιστροφή της στην Douala να αντιμετωπίσει μεταχείριση που ισοδυναμεί με δίωξη ή σοβαρή βλάβη λόγω της κατάστασης ασφαλείας εκεί. Σε σχέση με το δεύτερο αποδεκτό ισχυρισμό της Αιτήτριας 1, ήτοι ότι είναι θύμα εμπορίας προσώπων, κρίθηκε πως η Αιτήτρια 1 δεν εξέφρασε κάποιο φόβο σε σχέση με τον υπό κρίση ισχυρισμό καθώς και ούτε ανέφερε ότι αντιμετώπισε δυσκολίες ή προβλήματα από τότε που την πέταξαν έξω από το αυτοκίνητο του διακινητή. Τέλος, σε σχέση με το τρίτο αποδεκτό ισχυρισμό της Αιτήτριας 1 περί της κατάστασης της υγείας της, παρατέθηκαν πληροφορίες από την χώρα καταγωγής της αναφορικά με την πρόσβαση σε θεραπεία ατόμων που νοσούν από HIV στο Καμερούν, καθώς και αναφορές για την ύπαρξη κοινωνικού στίγματος. Κρίθηκε πως από την στιγμή που η Αιτήτρια 1 διαγνώστηκε με HIV κατά την διαμονή της στην Κύπρο και από τη στιγμή που δεν αναζήτησε σχετική θεραπεία στο Καμερούν για να εξακριβωθεί εάν αντιμετώπισε προβλήματα κατά την πρόσβαση της σε θεραπεία, δεν είναι δυνατό να αξιολογηθεί αν θα κινδυνεύσει να μην τύχει πρόσβασης σε σχετική θεραπεία κατά την επιστροφή της στο Καμερούν.  Περαιτέρω, κρίθηκε ότι, από τη στιγμή που κανείς στο Καμερούν δεν γνωρίζει για την κατάσταση της υγείας της Αιτήτριας, δεν έχει υποστεί στο παρελθόν δίωξη ή σοβαρή βλάβη λόγω αυτής, και δεδομένου ότι έχει ήδη λάβει θεραπεία στην Κύπρο και έχει αναρρώσει, δεν μπορεί να συναχθεί ότι υπάρχουν εύλογοι λόγοι να θεωρηθεί πως θα αντιμετωπίσει στίγμα και διακρίσεις ως άτομο που φέρει τον ιό HIV στο Καμερούν.

 

Ακολούθως, κατά την νομική αξιολόγηση, ο Λειτουργός έκρινε ότι δεν προκύπτει βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης της σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της στο πλαίσιο του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης στο πλαίσιο του άρθρου 19 (1), (2) και (3) του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Η ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ

 

Λαμβάνοντας υπόψη ότι ολόκληρη η επιχειρηματολογία της συνηγόρου των Αιτητών ως προς την έλλειψη δέουσας έρευνας -που αποτελεί και τον πυρήνα της επιχειρηματολογίας τους- διαπλέκεται με τα ζητήματα ουσίας της υπόθεσης των Αιτητών, ήτοι κατά πόσο ορθά ή όχι αξιολογήθηκε ως αναξιόπιστος ο ισχυρισμός της Αιτήτριας 1, ως προς τον σεξουαλικό της προσανατολισμό, φρονώ πως είναι ευχερέστερη η εξέταση του ισχυρισμού αυτού, μαζί με την ουσία της υπόθεσης.

 

Μελετώντας επισταμένως τόσο την Εισηγητική Έκθεση της λειτουργού, όσο και τους λοιπούς ισχυρισμούς της Αιτήτριας 1 ως αυτοί παρουσιάστηκαν κατά τη διοικητική διαδικασία, καταλήγω στα εξής:

 

Αρχικά συντάσσομαι με την κρίση των Καθ' ων η αίτηση ως προς την αποδοχή των τριών πρώτων ουσιωδών ισχυρισμών της Αιτήτριας 1.  Ειδικότερα, οι που αφορούν την ταυτότητα και τη χώρα καταγωγής, τη θυματοποίηση της Αιτήτριας στο πλαίσιο εμπορίας προσώπων και την κατάσταση της υγείας της, θεμελιώνονται σε συνεκτική αφήγηση, επαρκή λεπτομέρεια και σε βαθμό που συνάδει με εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.

 

Πιο συγκεκριμένα ως προς τον πρώτο ισχυρισμό, δηλαδή την ταυτότητα και το προφίλ της Αιτήτριας 1, η αποδοχή του από την Υπηρεσία Ασύλου είναι επαρκώς  τεκμηριωμένη. Η Αιτήτρια παρουσίασε πλήρη, σταθερή και συνεπή εικόνα της προσωπικής της κατάστασης, περιλαμβανομένων των στοιχείων ταυτότητας, του τόπου καταγωγής της, των μελών της οικογένειάς της και της επαγγελματικής της δραστηριότητας πριν από την αναχώρηση της από το Καμερούν. Δεν εντοπίστηκαν αντιφάσεις ούτε ελλείψεις που να εγείρουν αμφιβολίες για τη γνησιότητα των στοιχείων αυτών, ενώ η παροχή τέτοιων πληροφοριών είναι αντικειμενικά επαληθεύσιμη και συνάδει με τα δεδομένα που προκύπτουν από τις δηλώσεις της και τον φάκελο της υπόθεσης. Συνεπώς, η εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού είναι υψηλή και η αποδοχή του από την Υπηρεσία ήταν απολύτως ορθή.

 

Η αποδοχή του δεύτερου ισχυρισμού, ότι δηλαδή η Αιτήτρια υπήρξε θύμα εμπορίας προσώπων, στηρίζεται σε ισχυρή επιχειρηματολογία και πληροί τα κριτήρια της εσωτερικής και εξωτερικής αξιοπιστίας. Η περιγραφή της Αιτήτριας 1 αναφορικά με τη στρατολόγησή της, τη μεταφορά της μέσω Τουρκίας στις μη ελεγχόμενες περιοχές της Κύπρου και την επακόλουθη εξαναγκαστική πορνεία, χαρακτηρίζεται από συνέπεια, λεπτομέρεια και ρεαλισμό. Η αφήγησή της περιλαμβάνει συγκεκριμένα περιστατικά, πρόσωπα, τοποθεσίες και ακολουθία γεγονότων, κάτι που ενισχύει την εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού. Παράλληλα, η ύπαρξη ιατρικών ενδείξεων τραυματισμών και η μετέπειτα παραπομπή της στο Γραφείο Καταπολέμησης Εμπορίας Προσώπων ενισχύει τη συνολική αξιολόγηση. Η αναφορά του Λειτουργού σε εξωτερικές πηγές, όπως οι εκθέσεις της Frontex που τεκμηριώνουν την ύπαρξη θυμάτων εμπορίας προσώπων από το Καμερούν, λειτουργεί συμπληρωματικά και προσδίδει στον ισχυρισμό εξωτερική αξιοπιστία. Στο πλαίσιο της διοικητικής πρακτικής, η αναφορά σε διεθνείς ή ευρωπαϊκές πηγές πληροφόρησης θεωρείται επαρκές μέτρο διασταύρωσης για την επιβεβαίωση της ευρύτερης κοινωνικοπολιτικής συνθήκης που καθιστά έναν ισχυρισμό εύλογο. Η Αιτήτρια, πέραν της συνεκτικότητας, έδειξε και συναισθηματική σταθερότητα κατά την περιγραφή των γεγονότων, κάτι που ενισχύει την αίσθηση αυθεντικότητας. Η αποδοχή του ισχυρισμού αυτού ήταν, επομένως, εύλογη, τεκμηριωμένη και σύμφωνη με τα κριτήρια του άρθρου 4 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, η οποία επιτάσσει την αξιολόγηση της αξιοπιστίας υπό το πρίσμα της συνολικής συνέπειας και της λογικής αλληλουχίας των γεγονότων.

 

Επισημαίνεται ότι το Δικαστήριο, υπέβαλε κατά το στάδιο του επανανοίγματος, πρόσθετα ερωτήματα στην Αιτήτρια, προκειμένου να εξετάσει τον μελλοντοστραφή κίνδυνο από τον ήδη αποδεκτό ισχυρισμό της. Τα πρόσθετα στοιχεία που προέκυψαν κατά το στάδιο των διευκρινίσεων, αναφορικά με τη δομή και τη λειτουργία του κυκλώματος, τον ρόλο των προσώπων «Franc» και «Boss», καθώς και τη χρήση ψηφιακών μέσων επικοινωνίας, κρίνονται ως συμβατά με τον ήδη αποδεκτό πυρήνα του ισχυρισμού και δεν αναιρούν την εσωτερική του συνοχή, αλλά αντιθέτως λειτουργούν ενισχυτικά ως προς την κατανόηση του τρόπου στρατολόγησης και μεταφοράς της Αιτήτριας.

 

Ως εκ τούτου, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός της Αιτήτριας, κρίνεται ως εσωτερικά και εξωτερικά αξιόπιστος.

 

Ως προς τον τρίτο ισχυρισμό, που αφορά την κατάσταση της υγείας της Αιτήτριας 1, η κρίση περί αξιοπιστίας είναι επίσης ορθή. Η Αιτήτρια 1 παρείχε συγκεκριμένα και αναλυτικά στοιχεία σχετικά με τη διάγνωση του HIV και του καρκίνου του τραχήλου της μήτρας, τη χρονική ακολουθία των γεγονότων, τις ιατρικές γνωματεύσεις, τη φαρμακευτική αγωγή και τις ιατρικές της εξετάσεις. Παρότι δεν προσκόμισε όλα τα έγγραφα που είχε υποσχεθεί, η Υπηρεσία ορθώς έλαβε υπόψη τα ιατρικά έγγραφα που ήδη περιλαμβάνονταν στον διοικητικό της φάκελο και επιβεβαίωναν την οροθετικότητά της. Η συνέπεια στις απαντήσεις της, η σαφήνεια με την οποία περιέγραψε τις θεραπείες και η γνώση που επέδειξε για την ιατρική της κατάσταση ενισχύουν την εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού. Επιπλέον, η συγκεκριμένη κατηγορία ισχυρισμών είναι αντικειμενικά επαληθεύσιμη, γεγονός που διαφοροποιεί την αξιολόγησή της από ισχυρισμούς που βασίζονται αποκλειστικά σε προσωπικές εμπειρίες. Η απόφαση του Λειτουργού να αποδεχθεί την κατάσταση υγείας της ως πραγματικό και αξιόπιστο γεγονός ήταν, συνεπώς ορθή.

 

Προχωρώ τώρα στον τέταρτο ουσιώδη ισχυρισμό της Αιτήτριας 1 αναφορικά με τον σεξουαλικό της προσανατολισμό, ο οποίος δεν έγινε αποδεκτός. 

 

Σε σχέση με τον ισχυρισμό αυτό, η συνήγορος της Αιτήτριας προβάλλει ότι η αξιολόγηση της Υπηρεσίας Ασύλου ήταν αυστηρή και στερεοτυπική, στηριζόμενη στο μοντέλο DSSH και αγνοώντας πολιτισμικούς και ψυχολογικούς παράγοντες.

 

Το Δικαστήριο, εξετάζοντας τα επιχειρήματα αυτά, αναγνωρίζει ότι η συνήγορος στηρίζεται σε ορθές αρχές του διεθνούς προσφυγικού δικαίου. Πράγματι, τόσο οι Οδηγίες της UNHCR («Guidelines on International Protection No. 9», 2012) όσο και η ανάλυση του EASO (“Judicial Analysis on Credibility Assessment”, 2018) επισημαίνουν ότι οι αιτούντες διεθνή προστασία λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού μπορεί να παρουσιάζουν ασυνέχειες ή συναισθηματικές ελλείψεις στις αφηγήσεις τους, εξαιτίας τραύματος, φόβου ή εσωτερικευμένης ντροπής. Η έλλειψη λεπτομερειών ή συναισθηματικής έκφρασης δεν πρέπει να ερμηνεύεται αυτόματα ως αναξιοπιστία.

 

Ωστόσο, το Δικαστήριο, εξετάζοντας το υλικό της συνέντευξης, διαπιστώνει ότι ο Λειτουργός δεν αρκέστηκε σε τυπική αναφορά στο DSSH, αλλά προέβη σε αναλυτική αξιολόγηση των δηλώσεων της Αιτήτριας υπό το πρίσμα των επιμέρους στοιχείων. Η απόρριψη του ισχυρισμού δεν βασίστηκε στην απουσία «δυτικής» περιγραφής ερωτικών εμπειριών ή συναισθηματικής εξωστρέφειας, αλλά στην ουσιαστική ασυνέπεια, την ελλιπή συγκεκριμενοποίηση και την έλλειψη εσωτερικής συνέχειας στην αφήγηση. Ο Λειτουργός επισήμανε ότι η Αιτήτρια παρέμεινε ασαφής ως προς το πώς διαπίστωσε ότι ελκύεται από γυναίκες, ποια ήταν η εξέλιξη της σχέσης της με την Eva, πώς έγινε γνωστός ο προσανατολισμός της, καθώς και ποια ήταν τα συγκεκριμένα περιστατικά απειλών ή βίας που επικαλείται. Οι ερωτήσεις αυτές, όπως προκύπτουν από το πρωτότυπο κείμενο της συνέντευξης, δεν ήταν ακατάλληλες ή υπερβολικά παρεμβατικές, αλλά στοχευμένες στη διαπίστωση της συνοχής και της πειστικότητας του ισχυρισμού.

 

Η συνήγορος της Αιτήτριας επιχειρεί να αντικρούσει αυτή τη διαπίστωση, υποστηρίζοντας ότι η Αιτήτρια έδωσε επαρκείς απαντήσεις στα κρίσιμα ερωτήματα, επικαλούμενη αποσπάσματα όπου η αιτήτρια αναφέρει ότι δεν ένιωθε φυσιολογική, ότι φοβόταν τον πατέρα της, ότι υπέστη απειλές και ότι κρυβόταν. Πλην όμως, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι οι αναφορές αυτές, αν και συναισθηματικά φορτισμένες, στερούνται χρονικού και αιτιακού πλαισίου. Δεν προκύπτει με σαφήνεια πότε ακριβώς έλαβαν χώρα τα περιστατικά, ποιο ήταν το άμεσο αποτέλεσμα των απειλών, ούτε πώς συνδέονται με την προσωπική της ιστορία πριν ή μετά τη σχέση με την Eva. Η συσσώρευση αποσπασματικών φράσεων δεν αρκεί για να υποκαταστήσει τη συνοχή που απαιτείται από μια πειστική αφήγηση.

 

Επιπλέον, η συνήγορος της Αιτήτριας αποδίδει στον Λειτουργό εσφαλμένη εκτίμηση του γεγονότος ότι η Αιτήτρια απέκτησε παιδί από άνδρα στην Κύπρο, υποστηρίζοντας ότι αυτό δεν αναιρεί τον ομοφυλοφιλικό της προσανατολισμό, αλλά αντιθέτως αποτελεί απόδειξη εσωτερικευμένου στιγματισμού και κοινωνικής πίεσης. Αν και το επιχείρημα αυτό είναι κατ’ αρχήν αποδεκτό — πράγματι, η ύπαρξη ετεροφυλοφιλικής σχέσης δεν αποκλείει τον ομοφυλοφιλικό προσανατολισμό — ωστόσο, το πρόβλημα δεν έγκειται στο γεγονός της σχέσης, αλλά στην απουσία πειστικής εξήγησης από την ίδια την Αιτήτρια για το πώς αυτή η σχέση εντάσσεται στο προσωπικό της αφήγημα. Οι σχετικές δηλώσεις της ότι η ασθένειά της ήταν «τιμωρία» και ότι ήθελε «να διορθωθεί» εμφανίζονται όψιμα, χωρίς οργανική σύνδεση με τα προηγούμενα στάδια της ιστορίας της. Συνεπώς, ο ισχυρισμός ότι ο Λειτουργός αγνόησε το πλαίσιο αυτό δεν ευσταθεί, καθώς το πρόβλημα δεν ήταν η λανθασμένη ερμηνεία, αλλά η έλλειψη εσωτερικής συνέπειας των δηλώσεων.

 

Εξετάζοντας το σύνολο των δηλώσεων της Αιτήτριας, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι ο υπό κρίση ισχυρισμός παρουσιάζει ουσιώδεις ελλείψεις ως προς την εσωτερική του συνοχή και πειστικότητα.

 

Ειδικότερα, ως προς τη γένεση και εξέλιξη της σεξουαλικής της ταυτότητας, η Αιτήτρια περιορίζεται σε γενικές και επαναληπτικές αναφορές περί «διαφορετικού αισθήματος» και «έλξης προς γυναίκες», χωρίς να αποδίδει συγκεκριμένο βιωματικό περιεχόμενο ή σταδιακή ανάπτυξη της αυτοαντίληψής της. Μεταξύ της αρχικής φερόμενης συνειδητοποίησης και της πρώτης αναφερόμενης σχέσης με γυναίκα μεσολαβεί σημαντικό χρονικό κενό, το οποίο δεν γεφυρώνεται με συγκεκριμένα περιστατικά ή εμπειρίες, στοιχείο που αποδυναμώνει τη λογική ακολουθία της αφήγησης.

 

Περαιτέρω, η περιγραφή της σχέσης με τη γυναίκα που κατονομάζει παραμένει επιφανειακή και περιορισμένη σε γενικά στοιχεία, χωρίς αναφορά σε χαρακτηριστικά γεγονότα, χρονικούς προσδιορισμούς ή ουσιαστική ανάπτυξη της δυναμικής της σχέσης. Αντίστοιχα, οι ισχυρισμοί περί απειλών και κοινωνικής στοχοποίησης διατυπώνονται με γενικόλογο τρόπο, χωρίς συγκεκριμενοποίηση ως προς τον χρόνο, τα πρόσωπα ή τις περιστάσεις, ώστε να καθίσταται δυνατή η εξατομίκευση του κινδύνου.

 

Ιδιαίτερη αντίφαση εντοπίζεται μεταξύ της προβληθείσας εικόνας «κρυφής» ζωής και της ταυτόχρονης επίκλησης ευρείας κοινωνικής έκθεσης και στοχοποίησης, χωρίς να παρέχεται σαφής εξήγηση ως προς το πώς και υπό ποιες συνθήκες κατέστη γνωστός ο προσανατολισμός της. Η έλλειψη αιτιακής σύνδεσης μεταξύ των επιμέρους ισχυρισμών δημιουργεί κενά στην εσωτερική συνοχή της αφήγησης.

Επιπλέον, η μεταγενέστερη σχέση της με άνδρα και η απόκτηση τέκνου, παρότι δεν αποκλείουν κατ’ αρχήν την ύπαρξη ομοφυλοφιλικού προσανατολισμού, δεν εντάσσονται πειστικά στο συνολικό αφήγημα, καθότι η εξήγηση που παρέχεται περί «διόρθωσης» εμφανίζεται αποσπασματικά και χωρίς να συνδέεται οργανικά με την προβαλλόμενη προηγούμενη πορεία αυτοαναγνώρισης.

 

Υπό το φως των ανωτέρω, και λαμβάνοντας υπόψη ότι η κρίση δεν στηρίζεται σε στερεοτυπικές προσδοκίες ως προς την έκφραση της σεξουαλικής ταυτότητας αλλά στην ίδια τη δομή και το περιεχόμενο των δηλώσεων της Αιτήτριας, το Δικαστήριο καταλήγει ότι ο ισχυρισμός στερείται του απαιτούμενου βαθμού συνοχής, συγκεκριμενοποίησης και εσωτερικής πειστικότητας. Ως εκ τούτου, δεν πληρούται το αναγκαίο κατώφλι εύλογης πιθανολόγησης και ο εν λόγω ισχυρισμός κρίνεται ως εσωτερικά  αναξιόπιστος.

 

Σχετικά με την εξωτερική αξιοπιστία του συγκεκριμένου ισχυρισμού, η έρευνα του λειτουργού της EUAA σε διεθνείς πηγές πληροφόρησης επιβεβαίωσε ότι η ομοφυλοφιλία διώκεται ποινικά στο Καμερούν, καθώς και ότι τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα αντιμετωπίζουν κοινωνικές διακρίσεις και βία. Η έρευνα που διεξήγε το Δικαστήριο επιβεβαιώνει τα ανωτέρω[2], γεγονός το οποίο θα ήταν δυνατό να θεωρηθεί ως θετικός δείκτης αξιοπιστίας του συναφούς ισχυρισμού, ωστόσο, ενόψει της μη στοιχειοθετηθείσας εσωτερικής αξιοπιστίας, ο ισχυρισμός δεν δύναται να γίνει αποδεκτός ως αξιόπιστος.

 

Σημειώνεται ότι η συνήγορος της Αιτήτριας προσκόμισε, ως Παράρτημα 3 στην προσφυγή της, ιατρικά έγγραφα τα οποία, κατ’ ισχυρισμόν, αναφέρονται σε περιστατικά βιασμού που φέρεται να υπέστη η Αιτήτρια κατά τα έτη 2014 και 2016 λόγω του σεξουαλικού της προσανατολισμού. Εντούτοις, τα εν λόγω έγγραφα υποβλήθηκαν αμετάφραστα και, ως εκ τούτου, δεν είναι δυνατόν να αξιολογηθούν ως προς το περιεχόμενό τους. Περαιτέρω, στη γραπτή της αγόρευση η Αιτήτρια περιορίστηκε να επιφυλάξει το δικαίωμα προσκόμισης σχετικής μαρτυρίας, χωρίς τελικώς να το πράξει, ενώ ούτε προκύπτει να προέβη σε συγκεκριμένη αναφορά των ισχυρισμών αυτών κατά το στάδιο της προσωπικής της συνέντευξης. Υπό τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί δεν έχουν τεθεί κατά τρόπο επαρκή, σαφή και υποστηριζόμενο από προσήκουσα αποδεικτική βάση, ώστε να δύνανται να ληφθούν υπόψη στη διαμόρφωση της κρίσης του.

 

Ως προς το προφίλ της Αιτήτριας

 

Με βάση τα ενώπιόν μου στοιχεία, το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου και τα όσα προέκυψαν κατά την ακροαματική διαδικασία, το Δικαστήριο κρίνει ότι το προφίλ της Αιτήτριας που δύναται να γίνει αποδεκτό περιλαμβάνει την ιδιότητά της ως υπηκόου Καμερούν, ενήλικης γυναίκας, άγαμης μητέρας ανηλίκου τέκνου, με εκπαιδευτικό και επαγγελματικό υπόβαθρο, η οποία υπήρξε θύμα εμπορίας προσώπων και είναι φορέας του ιού HIV, παρουσιάζοντας παράλληλα και πρόσθετα σοβαρά προβλήματα υγείας που απαιτούν συνεχή ιατρική παρακολούθηση και θεραπευτική αγωγή.

 

Ως προς το οικογενειακό της περιβάλλον, κατά τη συνέντευξή της ανέφερε ότι ο πατέρας της διαμένει στο δυτικό Καμερούν, η μητέρα της και δύο αδέλφια της στη Douala και μία αδελφή της στον Καναδά. Κατά την ακροαματική διαδικασία αναφέρθηκε κυρίως στον πατέρα της και στα αδέλφια της στο Καμερούν, εμμένοντας ότι δεν διατηρεί ουσιαστική επικοινωνία μαζί τους. Ωστόσο, το Δικαστήριο οφείλει να διακρίνει μεταξύ της τυπικής ύπαρξης οικογενειακών δεσμών και της πραγματικής λειτουργικότητας ενός υποστηρικτικού δικτύου.

 

Η αξιολόγηση της αξιοπιστίας της Αιτήτριας ως προς το ζήτημα αυτό δεν περιορίζεται στις δηλώσεις της κατά τη διοικητική διαδικασία, αλλά εκτείνεται και στα όσα ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου, τα οποία είναι πολύ πιο πρόσφατα, λαμβάνοντας μάλιστα υπόψη ότι η συνέντευξή της έλαβε χώρα το 2021 και έχουν έκτοτε παρέλθει σημαντικό χρονικό διάστημα. Από τη συνολική εκτίμηση των δηλώσεών της προκύπτει ότι υπήρξε συνεπής ως προς τον πυρήνα του ισχυρισμού της, ήτοι ότι, σε περίπτωση επιστροφής, δεν διαθέτει πρόσωπο ικανό να της παράσχει ουσιαστική στήριξη ως προς στέγη, εργασία ή βασικές συνθήκες διαβίωσης. Ειδικότερα, παρότι αναγνώρισε την ύπαρξη συγγενών, δήλωσε κατηγορηματικά ότι δεν διατηρεί πλέον ουσιαστική επικοινωνία με αυτούς και ότι δεν μπορεί να προσβλέπει σε βοήθειά τους, ενώ η μόνη πρόσφατη επικοινωνία με την αδελφή της στον Καναδά έλαβε χώρα υπό εξαιρετικές περιστάσεις και δεν καταδεικνύει ύπαρξη ενεργού και λειτουργικού δικτύου στήριξης.

 

Οι ισχυρισμοί αυτοί συνδέονται εν μέρει με λόγους αποξένωσης που δεν έγιναν αποδεκτοί (ήτοι τον σεξουαλικό της προσανατολισμό) και, ως εκ τούτου, δεν μπορούν να γίνουν δεκτοί στο σύνολό τους ως προς την αιτιολογία τους. Πλην όμως, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι η αξιολόγηση της ύπαρξης αποτελεσματικού υποστηρικτικού δικτύου δεν εξαντλείται στην αποδοχή ή μη του λόγου αποξένωσης, αλλά εστιάζει στο κατά πόσον, κατά τον χρόνο επιστροφής, υφίσταται στην πράξη διαθέσιμη και ουσιαστική στήριξη. Συναφώς, λαμβάνεται ιδιαιτέρως υπόψη ότι η Αιτήτρια έχει αποχωρήσει από τη χώρα καταγωγής της ήδη από το έτος 2019, γεγονός που συνεπάγεται μακρά περίοδο απομάκρυνσης από το οικογενειακό και κοινωνικό της περιβάλλον και ενισχύει την αποξένωση και την αποδυνάμωση τυχόν υφιστάμενων δεσμών. Οι απαντήσεις της στο ακροατήριο ως προς τα πρακτικά ζητήματα επιβίωσης ήταν άμεσες και σαφείς, χωρίς να προκύπτουν εσωτερικές αντιφάσεις, ενώ συνάδουν με την ευρύτερη εικόνα της ως προσώπου που ήδη πριν την αναχώρησή της από τη χώρα καταγωγής διέμενε χωρίς ουσιαστική οικογενειακή στήριξη.

 

Εν προκειμένω, δεν προκύπτουν συγκεκριμένα στοιχεία που να καταδεικνύουν ότι τα εν λόγω συγγενικά πρόσωπα είναι σε θέση ή πρόθυμα να παράσχουν άμεση και αποτελεσματική στήριξη στην Αιτήτρια, ιδίως λαμβάνοντας υπόψη τη μακρά απουσία της από τη χώρα, την ιδιαίτερη κατάσταση ευαλωτότητάς της (ως πρώην θύμα εμπορίας, μονογονέας, οροθετική και με πρόσθετα προβλήματα υγείας) και την ανάγκη συνεχούς πρόσβασης σε ιατροφαρμακευτική φροντίδα.

 

Υπό τα δεδομένα αυτά, και κατ’ εφαρμογή της αρχής του ευεργετήματος της αμφιβολίας, το Δικαστήριο κρίνει ότι, παρά την τυπική ύπαρξη συγγενικών δεσμών, η Αιτήτρια, σε περίπτωση επιστροφής της, θα βρεθεί ουσιαστικά χωρίς πραγματικό και αποτελεσματικό υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα καταγωγής της, γεγονός που ενισχύει περαιτέρω τη συνολική της ευαλωτότητα και την έκθεσή της σε κίνδυνο επαναθυματοποίησης.

 

Νομική εκτίμηση της εκπλήρωσης των ουσιαστικών προϋποθέσεων για τη χορήγηση διεθνούς προστασίας

 

Έχοντας αξιολογήσει τα αποδεικτικά στοιχεία που έχω ενώπιόν μου και εξακριβώσει τα πραγματικά περιστατικά που περιβάλλουν την υπό εξέταση υπόθεση, προχωρώ στη νομική αξιολόγηση των προϋποθέσεων χορήγησης διεθνούς προστασίας και κατά πόσον αυτές πληρούνται εν προκειμένω, λαμβάνοντας υπόψη τους αποδεκτούς ουσιώδεις ισχυρισμούς.

 

Χρήσιμη είναι η επαναφορά στη μνήμη των προνοιών του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, δυνάμει του οποίου:

 

«3.-(1) Ως πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο που, λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγενείας του και δεν είναι σε θέση, ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής, ή πρόσωπο, που δεν έχει ιθαγένεια, το οποίο, ενώ είναι εκτός της χώρας της προηγούμενης συνήθους διαμονής του ως αποτέλεσμα αυτών των καταστάσεων, δεν είναι σε θέση ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο να επιστρέψει σ' αυτή και στο οποίο δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 5».

 

Με βάση τα αποδεκτά πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, το νομικό ζήτημα δεν εξαντλείται στο κατά πόσον η Αιτήτρια έχει υποστεί σοβαρές δυσχέρειες ή αν ανήκει σε ευάλωτη κατηγορία, αλλά στο κατά πόσον τα στοιχεία αυτά, αξιολογούμενα σωρευτικά, θεμελιώνουν τον ειδικό τύπο κινδύνου που απαιτεί το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, ήτοι βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης. Ο φόβος αυτός είναι κατ’ εξοχήν μελλοντοστραφής και πρέπει να ερείδεται σε επαρκώς πιθανολογημένο και εξατομικευμένο κίνδυνο σε περίπτωση επιστροφής, για λόγο που συνδέεται αιτιωδώς με έναν από τους προστατευόμενους λόγους της Σύμβασης, περιλαμβανομένης της ιδιότητας μέλους ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας.

 

Η παρούσα υπόθεση απαιτεί την αξιολόγηση του κατά πόσον, βάσει του συνόλου των αποδεκτών πραγματικών περιστάσεων και των προσωπικών χαρακτηριστικών της Αιτήτριας, στοιχειοθετείται βάσιμος φόβος δίωξης κατά την έννοια του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, όπως ερμηνεύεται υπό το φως της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ και της συναφούς νομολογίας.

 

Κατά την εκτίμηση του αιτήματος διεθνούς προστασίας, το Δικαστήριο οφείλει να προβεί σε συνολική και εξατομικευμένη αξιολόγηση όλων των σχετικών στοιχείων και όχι σε αποσπασματική εξέταση μεμονωμένων ισχυρισμών. Η προσέγγιση αυτή επιβάλλεται τόσο από το άρθρο 4 της Οδηγίας όσο και από τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με την οποία ο κίνδυνος δίωξης πρέπει να εκτιμάται σε συνάρτηση με το σύνολο των προσωπικών περιστάσεων του αιτητή.

 

Εν προκειμένω, έχει γίνει αποδεκτό ότι η Αιτήτρια υπήρξε θύμα εμπορίας προσώπων στο πλαίσιο οργανωμένου κυκλώματος, το οποίο την στρατολόγησε, την μετέφερε και την υπέβαλε σε σεξουαλική εκμετάλλευση μέσω καταναγκασμού και κατάχρησης της ευάλωτης θέσης της. Η εμπειρία αυτή συνιστά σοβαρή βλάβη και παραβίαση θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων και, σύμφωνα με το άρθρο 4(4) της Οδηγίας, αποτελεί ισχυρή ένδειξη ότι η Αιτήτρια διατρέχει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί εκ νέου παρόμοια μεταχείριση, εκτός εάν αποδεικνύεται ότι οι συνθήκες που οδήγησαν στη βλάβη αυτή έχουν ουσιωδώς μεταβληθεί.

 

Πέραν του στοιχείου αυτού, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ότι η Αιτήτρια, κατά τον χρόνο εξέτασης της υπόθεσης, συγκεντρώνει σωρευτικά χαρακτηριστικά που εντείνουν την ευαλωτότητά της. Πρόκειται για γυναίκα, πρώην θύμα εμπορίας προσώπων, μονογονέα ανήλικου τέκνου, οροθετική, με πρόσθετα προβλήματα υγείας, χωρίς εξασφαλισμένη στέγη ή εισόδημα σε περίπτωση επιστροφής και χωρίς πραγματικό και αποτελεσματικό υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα καταγωγής της. Οι περιστάσεις αυτές δεν δύνανται να αξιολογηθούν μεμονωμένα, αλλά οφείλουν να εξεταστούν ως ενιαίο πλέγμα παραγόντων που καθορίζουν τη θέση της Αιτήτριας εντός της κοινωνίας του Καμερούν και δύνανται να τη διαφοροποιούν ως μέλος ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας.

 

Σαφώς, λαμβάνεται υπόψη και το εδάφιο 4 του άρθρου 18 του περί Προσφύγων Νόμου, σύμφωνα με το οποίο «το γεγονός ότι ο αιτητής έχει ήδη υποστεί δίωξη ή σοβαρή βλάβη ή άμεσες απειλές τέτοιας δίωξης ή βλάβης αποτελεί σοβαρή ένδειξη ότι είναι βάσιμος ο φόβος του ότι θα υποστεί δίωξη ή ότι διατρέχει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, εκτός εάν υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να πιστεύεται ότι η εν λόγω δίωξη ή η σοβαρή βλάβη δεν θα επαναληφθεί».

Προχωρώντας στην αξιολόγηση του κινδύνου που ενδέχεται να διατρέχει η Αιτήτρια στη βάση των αξιόπιστων ισχυρισμών της, έχοντας ενώπιόν μου τον διοικητικό φάκελο της υπόθεσης, την επίδικη απόφαση, καθώς και το σύνολο των δηλώσεών της τόσο κατά τη διοικητική διαδικασία όσο και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, προέβην σε ανεξάρτητη έρευνα αναφορικά με την εμπορία προσώπων στο Καμερούν, τη κοινωνικοοικονομική θέση μονογονεϊκών γυναικών χωρίς υποστηρικτικό δίκτυο καθώς και την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη ατόμων με HIV.

 

 

Η συγκεκριμένη έρευνα κατέληξε στα ακόλουθα ευρήματα:

 

·           Ως προς προφίλ τον ατόμων που στοχοποιούνται από τα δίκτυα εμπορίας προσώπων στο Καμερούν, η τελευταία έκθεση του Υπουργείου Εσωτερικών των Η.Π.Α. για το Καμερούν το 2024, η οποία πραγματεύεται τις συνθήκες που επικρατούσαν εκεί κατά τη διάρκεια του 2023, αναφέρει ότι ευάλωτοι πληθυσμοί όπως ορφανά, άτομα με αναπηρίες, θύματα έμφυλης βίας παρέμειναν σε κίνδυνο εμπορίας ανθρώπων. Οι διακινητές συχνά χρησιμοποιούν την υπόσχεση της εκπαίδευσης ή μιας καλύτερης ζωής σε αστικές περιοχές για να πείσουν τους γονείς στις αγροτικές περιοχές να εμπιστευτούν τα παιδιά τους σε μεσάζοντες, οι οποίοι στη συνέχεια τα εκμεταλλεύονται για σεξουαλική ή εργασιακή εμπορία. Οι διακινητές εκμεταλλεύονται Καμερουνέζους από μειονεκτούντα κοινωνικά στρώματα, ιδίως από αγροτικές περιοχές, για σεξουαλική και εργασιακή εμπορία στη Μέση Ανατολή (ειδικά στο Κουβέιτ και τον Λίβανο), την Ταϊλάνδη, την Ευρώπη (συμπεριλαμβανομένων της Ελβετίας και της Κύπρου), τις Ηνωμένες Πολιτείες και άλλες αφρικανικές χώρες (συμπεριλαμβανομένων του Μπενίν και της Νιγηρίας).

 

·           Η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Συνοριοφυλακής και Ακτοφυλακής (Frontex) ανέφερε ότι οι γυναίκες από το Καμερούν ήταν μεταξύ των εθνικοτήτων των μεταναστών που κατά την άφιξή τους στην Κύπρο «και σε χώρες της» νοτιοανατολικής Ευρώπης» φέρεται να διακινούνται και να εξαναγκάζονται σε «πορνεία σε ιδιωτικά διαμερίσματα, μπαρ και νυχτερινά κέντρα» από βίαιες αφρικανικές εγκληματικές ομάδες.[3]Διεθνείς εγκληματίες που  δραστηριοποιούνταν στο Καμερούν επέτρεπαν την εμπορία ανθρώπων παρέχοντας «βίζες με ελάχιστη εποπτεία»[4].

 

·           Η  Freedom House ανέφερε το 2023 ότι το Καμερούν ήταν χώρα προέλευσης για την καταναγκαστική εργασία και την πορνεία γυναικών στην Ευρώπη και «χώρα διέλευσης και προορισμού για την καταναγκαστική εργασία και την εμπορία παιδιών για σεξουαλική εκμετάλλευση»[5].

 

Ως προς την κρατική προστασία, οι ίδιες εξωτερικές πηγές καταδεικνύουν ότι, παρά την ύπαρξη ορισμένων θεσμικών και νομοθετικών μηχανισμών, η προστασία που παρέχεται από το κράτος του Καμερούν στα θύματα εμπορίας προσώπων παραμένει περιορισμένη και ανεπαρκής στην πράξη:

 

·                Ειδικότερα, η τελευταία έκθεση του Υπουργείου Εσωτερικών των Η.Π.Α. για το Καμερούν το 2024, η οποία πραγματεύεται τις συνθήκες που επικρατούσαν εκεί κατά τη διάρκεια του 2023, αναφέρει ότι «η κυβέρνηση του Καμερούν δεν πληροί πλήρως τα ελάχιστα πρότυπα για την εξάλειψη της εμπορίας ανθρώπων, αλλά καταβάλλει σημαντικές προσπάθειες προς αυτή την κατεύθυνση. Η κυβέρνηση επέδειξε συνολικά αυξανόμενες προσπάθειες σε σύγκριση με την προηγούμενη περίοδο αναφοράς. Συνεπώς, το Καμερούν παρέμεινε στο Επίπεδο 2. Αυτές οι προσπάθειες περιελάμβαναν αυξανόμενες έρευνες και καταδίκες εμπόρων. Η κυβέρνηση αύξησε τη διεθνή συνεργασία σε έρευνες για διασυνοριακή εμπορία ανθρώπων και συνέταξε ένα νέο Εθνικό Σχέδιο Δράσης (ΕΣΔ), το οποίο εκκρεμεί η τελική έγκριση. Η κυβέρνηση συνέταξε ένα πρωτόκολλο παράδοσης, σε συνεργασία με έναν διεθνή οργανισμό, για τη μεταφορά παιδιών που φέρονται να συνδέονται με ένοπλες ομάδες, συμπεριλαμβανομένων πιθανών θυμάτων εμπορίας ανθρώπων, σε φορείς προστασίας. Ωστόσο, η κυβέρνηση δεν πληρούσε τα ελάχιστα πρότυπα σε διάφορους βασικούς τομείς. Η κυβέρνηση άσκησε δίωξη κατά λιγότερων εμπόρων και δεν εντόπισε κανένα θύμα εμπορίας ανθρώπων. Οι υπηρεσίες προστασίας για τα θύματα παρέμειναν περιορισμένες. Η κυβέρνηση δεν τροποποίησε τον νόμο της κατά της εμπορίας ανθρώπων για να καταργήσει την απαίτηση βίας, απάτης ή εξαναγκασμού για την εμπορία παιδιών για σεξουαλική εκμετάλλευση και να διακρίνει σαφώς μεταξύ της εμπορίας ανθρώπων και των εγκλημάτων παράνομης διακίνησης μεταναστών. Παρά τις σοβαρές και συνεχείς καταγγελίες για επίσημη συνενοχή σε εγκλήματα εμπορίας ανθρώπων, η κυβέρνηση δεν ανέφερε καμία ενέργεια επιβολής του νόμου κατά φερόμενων ως συνεργών αξιωματούχων»[6].

 

Αναφορικά με τις κοινωνικό/οικονομικές συνθήκες που επικρατούν για τις γυναίκες στο Καμερούν:

 

·                Πλήθος πηγών καταγράφουν πως οι γυναίκες στο Καμερούν και ειδικότερα οι μόνες γυναίκες χωρίς ανδρικό υποστηρικτικό δίκτυο αντιμετωπίζουν εμπόδια και διακριτική μεταχείριση στην πρόσβαση τους στην εργασία, υγεία και στέγαση[7].

 

·                Περαιτέρω, έκθεση του Συμβουλίου Μεταναστών και Προσφύγων του Καναδά σχετικά με τις συνθήκες των γυναικών που ηγούνται ενός νοικοκυριού, αναφέρει πως είναι δυνατόν ανύπαντρες γυναίκες να ζήσουν μόνες τους στις μεγάλες πόλεις της Yaoundé και Douala εφόσον έχουν τους απαραίτητους πόρους και σημειώνεται πως το είδος της εργασίας που θα εξεύρουν εξαρτάται από τον βαθμό της εκπαίδευσης που κατέχουν. Είναι πιθανό οι μη έγγαμες γυναίκες που ζουν μόνες τους να αποκτήσουν μια αρνητική/κακή φήμη καθώς σύμφωνα με την παράδοση στο Καμερούν οι γυναίκες ζουν με τους γονείς τους μέχρι να παντρευτούν[8]. Επίσης, διεθνείς  πηγές σημειώνουν πως πολλές μόνες γυναίκες στις πόλεις Yaoundé και Douala και σε μεγάλο βαθμό πολλές εκτοπισθείσες μόνες γυναίκες στις ανωτέρω πόλεις καταφεύγουν στην πορνεία εξαιτίας της αδυναμίας τους να βρουν πόρους για να επιβιώσουν[9].

 

Ως προς την κοινωνική μεταχείριση των θυμάτων εμπορίας ανθρώπων και δίκτυα υποστήριξης/μη κυβερνητικές οργανώσεις

 

·                Αν και δεν αναφέρεται ρητά στο Καμερούν, η Ειδική Εισηγήτρια του ΟΗΕ για την Εμπορία Ανθρώπων τόνισε ότι τα θύματα εμπορίας, καθώς και τα παιδιά τους, συχνά αντιμετωπίζουν στιγματισμό και τιμωρία. Αυτό καθιστά ιδιαίτερα δύσκολη την κοινωνική τους επανένταξη. Η Εισηγήτρια εξήγησε ότι ο στιγματισμός έχει σοβαρές υλικές συνέπειες για τα θύματα, όπως η απομόνωσή τους από τις κοινότητες, η άρνηση παροχής προξενικής βοήθειας ή βοήθειας για τον επαναπατρισμό τους, καθώς και η δυσκολία απόκτησης εγγράφων ταυτοποίησης. Αυτό συχνά οδηγεί σε ανιθαγένεια και σε σοβαρές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. [10]

 

·                Σε μια μαρτυρία της, η Francisca Awah, πρώην θύμα εμπορίας και ιδρύτρια του Δικτύου Επιζησάντων (Survivors' Network), μιας ΜΚΟ που παρέχει υποστήριξη σε θύματα εμπορίας στο Καμερούν, αναφέρθηκε στις δυσκολίες που αντιμετώπισε κατά την επιστροφή της στη χώρα. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι η ίδια υπήρξε στόχος στιγματισμού ακόμα και από την οικογένειά της, γεγονός που επιδείνωσε την ήδη δύσκολη κατάσταση στην οποία βρισκόταν. [11]

 

Πληροφορίες σχετικά με την πρόσβαση και διαθεσιμότητα ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και την μεταχείριση(κοινωνική) των ατόμων που έχουν διαγνωσθεί και διαβιούν με HIV στο Καμερούν.

 

·           Άρθρο του WHO Africa(του Δεκεμβρίου 2023), το οποίο αναφέρεται στην πρόοδο που εμφανίζει το Καμερούν στον αγώνα κατά του HIV καταγράφει την  σημαντική μείωση του επιπολασμού του ιού στην χώρα και τις επιτυχημένες στρατηγικές της κυβέρνησης, όπως ο στόχος «95-95-95» για τον έλεγχο και τη θεραπεία του ιού HIV. Αναφέρει τέλος ως σημαντική πρόκληση το στίγμα και τις διακρίσεις γύρω από την ασθένεια[12].

 

·           Σε δημοσίευση στην ιστοσελίδα του USAID αναφέρεται πως από τον Απρίλιο του 2023 136.000 Καμερουνέζοι που ζουν με HIV έχουν πλέον δωρεάν πρόσβαση σε ένα ευρύ φάσμα βασικών υπηρεσιών για την θεραπεία του HIV σε δημόσιες εγκαταστάσεις υγείας της χώρας ενώ μέχρι τότε μόνο τα αντιρετροϊκά φάρμακα χορηγούνταν δωρεάν. Μάλιστα, ο Διευθυντής του περιφερειακού νοσοκομείου Biyem-Assi District Hospital  στην Yaoundé, τον οποίο επικαλείται η ανωτέρω πηγή, ανέφερε πως τώρα που το τεστ ιικού φορτίου προσφέρεται δωρεάν μέσω του προγράμματος Καθολικής Κάλυψης Υγείας (UHC), η ποιότητα της περίθαλψης για ασθενείς με HIV έχει φθάσει στο βέλτιστο επίπεδο[13].

 

·           Ωστόσο, έτερη  έκθεση της USAID για το Καμερούν αναφέρει πως ένα σημαντικό μέρος των υπηρεσιών υγείας -περίπου το 70% - χρηματοδοτείται από τους ίδιους τους ασθενείς, το οποίο δημιουργεί εμπόδια στην πρόσβαση, ειδικά για τις περιθωριοποιημένες κοινότητες. Για να αντιμετωπιστεί αυτό, έχουν ξεκινήσει πρωτοβουλίες όπως το πρόγραμμα Καθολικής Κάλυψης Υγείας (UHC) το οποίο υποστηρίζεται από την USAID. Από τον Αύγουστο του 2024, πάνω από 2,5 εκατομμύρια άτομα έχουν εγγραφεί στο πρόγραμμα, επωφελούμενοι από υπηρεσίες όπως δωρεάν συμβουλευτική για παιδιά[…] και μεταξύ άλλων συμπληρωματικής θεραπείας για ανθρώπους που ζουν με HIV […] . Σύμφωνα με το Εθνικό Στρατηγικό Σχέδιο του Καμερούν για την καταπολέμηση του HIV/AIDS και των σεξουαλικώς μεταδιδόμενων νοσημάτων (2021-2023), η χώρα έχει υιοθετήσει τη στρατηγική "Θεραπεία για Όλους" σε εθνικό επίπεδο, με αποτέλεσμα το 92% των ενηλίκων, εφήβων και παιδιών με HIV στη χώρα για το έτος 2023 να λαμβάνουν αντιρετροϊκή αγωγή .

 

·           Σε πρόσφατη εθνική αναφορά του Καμερούν στο Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών, καταγράφονται συγκεκριμένες ενέργειες προς την προαγωγή του τομέα της υγείας στην χώρα, ενώ γίνεται και ειδική αναφορά στην ίση πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη και καταπολέμηση των διακρίσεων σε βάρος των ατόμων που ζουν με HIV-AIDS στη χώρα . Ως προς το τελευταίο, καταγράφεται  (μεταξύ άλλων) συγκριμένα ότι: «Η ίση πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη είναι εγγυημένη. Ο Ποινικός Κώδικας τιμωρεί τις διακρίσεις λόγω κατάστασης υγείας (άρθρο 242). Η καταπολέμηση των διακρίσεων περιλαμβάνεται στο Εθνικό Στρατηγικό Σχέδιο Ελέγχου του HIV-AIDS και των ΣΜΝ (2021-2023). Οι προκλήσεις5που σχετίζονται με τον στιγματισμό και τις διακρίσεις βασικών πληθυσμών στις δομές υγείας οδήγησαν στο άνοιγμα κέντρων 'Drop-in', τα οποία προσφέρουν μια σειρά από υπηρεσίες πρόληψης και προσυμπτωματικού ελέγχου. Προκειμένου να προωθηθούν οι βέλτιστες πρακτικές με έμφαση στην καταπολέμηση του στιγματισμού και των διακρίσεων, το υγειονομικό προσωπικό και οι επιθεωρητές εργασίας ευαισθητοποιούνται και εκπαιδεύονται στις ηθικές και νομικές προκλήσεις που σχετίζονται με το HIV/AIDS».

 

·           Σε σχέση με την κοινωνική μεταχείριση όσων νοσούν από HIV/AIDS, έκθεση του USDOS για την χώρα η οποία καλύπτει το έτος 2023 αναφέρει πως τα άτομα με HIV συχνά υπέφεραν κοινωνικές διακρίσεις και απομόνωση από τις οικογένειές και την κοινωνία, εν μέρει λόγω έλλειψης εκπαίδευσης σχετικά με την ασθένεια. Όπως και το προηγούμενο έτος(2022), ενώ δεν βρέθηκαν διαθέσιμες αναφορές/καταγγελίες για διακριτική μεταχείριση στην εργασία, ανέκδοτες αναφορές τις οποίες επικαλείται η ανωτέρω έκθεση έδειξαν ότι σημειώθηκαν κάποιες διακρίσεις στο τομέα της εργασίας όσον αφορά την κατάσταση του HIV, ειδικά στον ιδιωτικό τομέα . Άλλη πηγή αναφέρει πως το στίγμα τείνει να είναι ισχυρότερο στις αγροτικές κοινότητες όπου οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν επίσης περιορισμένη πρόσβαση σε εξετάσεις/tests . Μια μελέτη που δημοσιεύθηκε τον Μάρτιο του 2023 διαπίστωσε ότι «οι κοινωνικές ανησυχίες που σχετίζονται με κουτσομπολιά ή απώλεια φίλων ήταν η μεγαλύτερη ανησυχία μεταξύ των ατόμων που ζουν με HIV . Ομοίως και σε έκθεση του ινστιτούτου Bertelsmann Stiftung για την χώρα η οποία καλύπτει το έτος 2023, επιβεβαιώνεται η ύπαρξη κοινωνικού στίγματος κατά ατόμων με HIV . Ως άνω αναφερόμενο άρθρο του WHO επαναλαμβάνει πως το στίγμα που περιβάλλει την ασθένεια αποτελεί σημαντική πρόκληση .

 

Επίσης, κατόπιν εξειδικευμένης ιατρικής έρευνας που διεξήχθη στην βάση δεδομένων (MedCOI portal) του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο (EUAA) βρέθηκε η υπόθεση με αριθμό ACC 8121[14], ημερομηνία απάντησης 27/03/2025, για την οποία ζητήθηκαν πληροφορίες αναφορικά με την ύπαρξη κυβερνητικού προγράμματος που να καλύπτει τον HIV και την φυματίωση. Σύμφωνα με την απάντηση που δόθηκε, κατόπιν επικοινωνίας με ιατρό από το Καμερούν, ένα κυβερνητικό πρόγραμμα βρίσκεται σε εφαρμογή που καλύπτει τον HIV και τη φυματίωση στη χώρα. Στο πλαίσιο αυτό, η κυβέρνηση παρέχει δωρεάν θεραπεία και φάρμακα για αυτές τις ασθένειες χωρίς να απαιτείται η εκπλήρωση οποιασδήποτε προϋπόθεσης εκ των προτέρων. Η πολιτική αυτή εφαρμόζεται εδώ και τουλάχιστον δέκα χρόνια.

 

Ως προς την αγωγή που λαμβάνει η Αιτήτρια (Dolutegravir/Abacavil/ Lamivudine), κατόπιν εξειδικευμένης έρευνας στην ανωτέρω βάση δεδομένων, εντοπίστηκε μια σχετική υπόθεση, με αριθμό AVA 17714[15], η οποία δημοσιεύτηκε στις 16/01/2024, και αφορά άνδρα ηλικίας 32 ετών στο Καμερούν ο οποίος λαμβάνει Biktarvy  (bictegravir + emtricitabine + tenofovir alafenamide). Εντούτοις έγινε έρευνα και σε πρόσθετα φάρμακα.  Βάσει της απόκρισης διαθεσιμότητα σε  Dolutegravir/Abacavil/Lamivudine βρέθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο της General Hospital of Yaounde, Pharmacy Hôpital Général de YaoundéNgousso, Yaounde ενώ δεν υπάρχει αναφορά  στην ανωτέρω απόκριση σχετικά με την διαθεσιμότητα των ανωτέρω φαρμάκων στην Douala.

 

Σε σχέση με την πρόσβαση σε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη,  έκθεση του Bertelsmann Stiftung για το Καμερούν δημοσιευθείσας το 2024 αναφέρει πως το Καμερούν ξοδεύει λιγότερο από το 5% του ΑΕΠ του στο σύστημα υγειονομικής περίθαλψης και απαιτεί την πληρωμή τελών από τους χρήστες αυτών των υπηρεσιών. Προσθέτει πως η πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας, ιδιαίτερα χωρίς ασφάλιση, δημιουργεί εμπόδια για τους περισσότερους. Οι περισσότεροι Καμερουνέζοι βασίζονται σε άτυπους μηχανισμούς κοινωνικής ασφάλισης, όπως στις οικογενειακές δομές, στα δίκτυα αλληλεγγύης και σε θρησκευτικά ιδρύματα[16].

 

 

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

 

Σε σχέση με τον μελλοντικό κίνδυνο που επικαλείται η Αιτήτρια αναφορικά με την πιθανότητα εντοπισμού της από το κύκλωμα εμπορίας προσώπων και επαναθυματοποίησής της, το Δικαστήριο προβαίνει στις ακόλουθες διαπιστώσεις:

 

Καταρχάς, γίνεται δεκτό ότι η Αιτήτρια παρείχε συνεκτική και λεπτομερή περιγραφή ως προς τον τρόπο στρατολόγησης και μεταφοράς της, καθώς και τη δομή και λειτουργία του κυκλώματος, περιλαμβανομένης της εμπλοκής των προσώπων «Franc» και «Boss», της χρήσης ψηφιακών μέσων (ομάδα WhatsApp), καθώς και της κατοχής προσωπικών της δεδομένων (αντίγραφο διαβατηρίου, φωτογραφία). Τα στοιχεία αυτά επιβεβαιώνουν ότι επρόκειτο για οργανωμένο δίκτυο με διασυνοριακή δράση, γεγονός που ενισχύει την αξιοπιστία του πυρήνα του ισχυρισμού της περί θυματοποίησης.

 

Ωστόσο, ως προς τον ειδικό ισχυρισμό περί άμεσου εντοπισμού της σε περίπτωση επιστροφής της στο Καμερούν, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι σχετικές δηλώσεις της Αιτήτριας παραμένουν σε σημαντικό βαθμό σε επίπεδο υποκειμενικής εκτίμησης. Η πεποίθησή της περί διασυνδέσεων του κυκλώματος με κρατικούς λειτουργούς και δυνατότητας άμεσης ανίχνευσής της στηρίζεται κυρίως σε ερμηνεία περιστατικών (όπως η διευκόλυνση διέλευσης στο αεροδρόμιο), χωρίς να συνοδεύεται από συγκεκριμένα και επαληθεύσιμα στοιχεία που να καταδεικνύουν ενεργή αναζήτησή της ή διαρκές ενδιαφέρον του κυκλώματος για το πρόσωπό της. Περαιτέρω, δεν προκύπτει ότι, μετά τη διαφυγή της και τη μεταφορά της από τις αρχές, υπήρξε οποιαδήποτε προσπάθεια εντοπισμού της από τα μέλη του κυκλώματος εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας.

 

Υπό τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν τεκμηριώνεται, με τον απαιτούμενο βαθμό πιθανολόγησης, εξατομικευμένος κίνδυνος στοχευμένης αναζήτησης και εντοπισμού της από το συγκεκριμένο κύκλωμα στη χώρα καταγωγής της.

 

Εντούτοις, η ανωτέρω διαπίστωση δεν εξαντλεί την αξιολόγηση του μελλοντικού κινδύνου. Το Δικαστήριο επισημαίνει ότι, σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής, τα άτομα που επιστρέφουν χωρίς υποστηρικτικό δίκτυο και βρίσκονται σε συνθήκες οικονομικής και κοινωνικής ευαλωτότητας συγκαταλέγονται στις κατηγορίες που στοχοποιούνται ευχερέστερα από δίκτυα εμπορίας προσώπων.

 

Στην περίπτωση της Αιτήτριας, το προφίλ της —ως γυναίκα, πρώην θύμα εμπορίας, άγαμη μητέρα, χωρίς εξασφαλισμένη στέγη ή εισόδημα και χωρίς λειτουργικό οικογενειακό δίκτυο— δημιουργεί αυξημένο κίνδυνο επαναθυματοποίησης, όχι κατ’ ανάγκην από το ίδιο κύκλωμα, αλλά στο πλαίσιο της ευρύτερης δράσης αντίστοιχων δικτύων εκμετάλλευσης.

 

Συνεπώς, το Δικαστήριο καταλήγει ότι, μολονότι δεν αποδεικνύεται συγκεκριμένος και άμεσος κίνδυνος εντοπισμού της Αιτήτριας από το ίδιο κύκλωμα εμπορίας προσώπων, υφίσταται επαρκώς πιθανολογημένος κίνδυνος επαναθυματοποίησής της, λόγω της ιδιαίτερης ευαλωτότητας του προσωπικού της προφίλ και των συνθηκών που επικρατούν στη χώρα καταγωγής της.

 

Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η Αιτήτρια εμπίπτει στην έννοια της ιδιότητας μέλους ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας κατά το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, ερμηνευόμενο υπό το φως του άρθρου 10(1)(δ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.

 

Ειδικότερα, οι γυναίκες στο Καμερούν που έχουν υπάρξει θύματα εμπορίας προσώπων και σεξουαλικής εκμετάλλευσης και επιστρέφουν στη χώρα καταγωγής τους χωρίς πραγματικό οικογενειακό ή κοινωνικό υποστηρικτικό δίκτυο συνιστούν ομάδα προσώπων με κοινό και αμετάβλητο παρελθόν. Η προηγούμενη θυματοποίηση αποτελεί καθοριστικό στοιχείο της προσωπικής τους ιστορίας, το οποίο δεν δύναται να μεταβληθεί, ενώ η κοινωνική τους θέση διαφοροποιείται περαιτέρω λόγω του στίγματος που συνδέεται με τη σεξουαλική εκμετάλλευση, την έμφυλη ευαλωτότητα, την απουσία ανδρικής ή οικογενειακής προστασίας και την κοινωνικοοικονομική περιθωριοποίηση.

 

Σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής, ως αυτές παρατέθηκαν ανωτέρω, τα πρόσωπα αυτά αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο στιγματισμού, κοινωνικού αποκλεισμού και επανεκμετάλλευσης. Στην περίπτωση της Αιτήτριας, ο κίνδυνος αυτός συνδέεται άμεσα με τα αποδεκτά προσωπικά της χαρακτηριστικά. Η απουσία πραγματικού υποστηρικτικού δικτύου, η οικονομική της επισφάλεια και η ευαλωτότητα που απορρέει από την προηγούμενη εμπειρία εμπορίας και σεξουαλικής εκμετάλλευσης την καθιστούν πρόσωπο ιδιαιτέρως εκτεθειμένο σε εκ νέου εκμετάλλευση και περιθωριοποίηση.

 

Η διαπίστωση αυτή εντάσσεται στη συνολική αξιολόγηση του κινδύνου και συνδέεται με τον προστατευόμενο λόγο, καθότι η αυξημένη έκθεση της Αιτήτριας σε επαναθυματοποίηση απορρέει ακριβώς από τα χαρακτηριστικά που συγκροτούν την ένταξή της στην ανωτέρω ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα.

 

Ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του προστατευόμενου λόγου και του κινδύνου δίωξης είναι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, επαρκώς τεκμηριωμένος. Στην περίπτωση της Αιτήτριας, η ένταξή της στην ως άνω κοινωνική ομάδα δεν προκύπτει αφηρημένα, αλλά από τα συγκεκριμένα αποδεκτά πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης. Έχει ήδη γίνει δεκτό ότι υπήρξε θύμα εμπορίας προσώπων, ότι υπέστη σεξουαλική εκμετάλλευση, ότι είναι οροθετική, ότι είναι άγαμη μητέρα ανηλίκου τέκνου και ότι, σε περίπτωση επιστροφής, δεν διαθέτει πραγματικό και αποτελεσματικό υποστηρικτικό δίκτυο, εξασφαλισμένη στέγη, εργασία ή εισόδημα. Τα στοιχεία αυτά, συνεκτιμώμενα, συγκροτούν ένα ιδιαίτερα ευάλωτο προφίλ, το οποίο την διαφοροποιεί ουσιωδώς από τον γενικό πληθυσμό.

 

Ο κίνδυνος που διατρέχει η Αιτήτρια δεν απορρέει απλώς από γενικές συνθήκες φτώχειας, ανεργίας ή δυσλειτουργίας του συστήματος υγείας στο Καμερούν. Αντιθέτως, απορρέει από τον τρόπο με τον οποίο τα ανωτέρω προσωπικά της χαρακτηριστικά —ως πρώην θύμα εμπορίας προσώπων, γυναίκα χωρίς προστατευτικό δίκτυο, άγαμη μητέρα και οροθετική— αλληλεπιδρούν με τις κοινωνικές και θεσμικές συνθήκες της χώρας καταγωγής της. Ακριβώς λόγω αυτών των χαρακτηριστικών, η Αιτήτρια είναι πιθανό να αντιμετωπιστεί ως πρόσωπο κοινωνικά εκτεθειμένο, ευάλωτο και εκμεταλλεύσιμο, εκτιθέμενο σε αυξημένο κίνδυνο στοχοποίησης, εκμετάλλευσης και αποκλεισμού.

 

Η προηγούμενη εμπειρία εμπορίας προσώπων δεν αποτελεί απλώς παρελθοντικό γεγονός, αλλά παράγοντα που επηρεάζει ουσιωδώς τον μελλοντικό κίνδυνο. Σύμφωνα με το άρθρο 18(4) του περί Προσφύγων Νόμου, το γεγονός ότι ο αιτητής έχει ήδη υποστεί δίωξη ή σοβαρή βλάβη αποτελεί σοβαρή ένδειξη βάσιμου φόβου, εκτός αν υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να θεωρηθεί ότι η βλάβη αυτή δεν θα επαναληφθεί. Στην παρούσα υπόθεση, δεν προκύπτουν τέτοιοι βάσιμοι λόγοι. Αντιθέτως, η απουσία στέγης, εισοδήματος και υποστηρικτικού δικτύου, σε συνδυασμό με το κοινωνικό στίγμα που συνοδεύει τα θύματα σεξουαλικής εκμετάλλευσης και τα άτομα που ζουν με HIV, ενισχύει τον κίνδυνο επαναθυματοποίησης.

 

Η οροθετικότητα της Αιτήτριας δεν εξετάζεται αυτοτελώς ως λόγος χορήγησης διεθνούς προστασίας λόγω έλλειψης θεραπείας, αλλά ως στοιχείο που επιτείνει τη συνολική της ευαλωτότητα και τον κοινωνικό αποκλεισμό. Παρότι οι πληροφορίες χώρας καταγωγής καταδεικνύουν ότι υφίσταται σε γενικές γραμμές διαθεσιμότητα αντιρετροϊκής θεραπείας στο Καμερούν, το κρίσιμο ζήτημα στην παρούσα υπόθεση δεν περιορίζεται στη θεωρητική ύπαρξη ιατρικών υπηρεσιών, αλλά αφορά την πραγματική, συνεχόμενη και απρόσκοπτη πρόσβαση της συγκεκριμένης Αιτήτριας σε αυτές.

 

Ειδικότερα, από τα ενώπιον μου στοιχεία και τις αξιόπιστες εξωτερικές πηγές πληροφόρησης προκύπτει ότι τεκμηριώνεται η διαθεσιμότητα της εξειδικευμένης φαρμακευτικής αγωγής που λαμβάνει η Αιτήτρια στη Yaoundé, χωρίς αντίστοιχη σαφή επιβεβαίωση ως προς τη Douala. Υπό τις περιστάσεις της Αιτήτριας, ήτοι ελλείψει οικονομικών πόρων, σταθερής στέγης και υποστηρικτικού δικτύου, η ανάγκη μετακίνησης ή εγκατάστασης σε άλλη πόλη για σκοπούς ιατρικής παρακολούθησης καθίσταται πρακτικά δυσχερής έως και ανέφικτη. Περαιτέρω, η οροθετικότητά της, σε συνδυασμό με το κοινωνικό στίγμα που εξακολουθεί να συνοδεύει τα άτομα που ζουν με HIV στο Καμερούν, περιορίζει ουσιωδώς τις δυνατότητές της να εξασφαλίσει εργασία, στέγη και κοινωνική αποδοχή. Κατά συνέπεια, η Αιτήτρια δεν αντιμετωπίζει απλώς δυσκολίες πρόσβασης σε υπηρεσίες υγείας, αλλά βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα σύνολο παραγόντων που, σωρευτικά, καθιστούν την πρακτική άσκηση του δικαιώματός της στην υγεία και την αξιοπρεπή διαβίωση ιδιαίτερα επισφαλή. Υπό το πρίσμα αυτό, η οροθετικότητά της λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής της ευαλωτότητάς της και ως στοιχείο που ενισχύει τον κίνδυνο περιθωριοποίησης και επαναθυματοποίησης σε περίπτωση επιστροφής της.

 

Αναφορικά με τους φορείς δίωξης, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ότι η αρχική βλάβη προήλθε από μη κρατικούς δρώντες, ήτοι οργανωμένο κύκλωμα εμπορίας προσώπων. Ωστόσο, κατά το άρθρο 6 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, η δίωξη δύναται να προέρχεται και από μη κρατικούς φορείς, όταν το κράτος ή οι φορείς που ελέγχουν το κράτος αδυνατούν ή δεν προτίθενται να παράσχουν αποτελεσματική προστασία. Από τις πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής προκύπτει ότι, παρά την ύπαρξη νομοθετικού πλαισίου, η προστασία των θυμάτων εμπορίας προσώπων στο Καμερούν παραμένει περιορισμένη, οι μηχανισμοί εντοπισμού και υποστήριξης των θυμάτων ανεπαρκείς και η κοινωνική επανένταξη ιδιαιτέρως δυσχερής. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η Αιτήτρια -λόγω των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της- θα μπορούσε ευλόγως και αποτελεσματικώς να προσφύγει στις αρχές της χώρας της για προστασία.

 

Περαιτέρω, το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσον ο κίνδυνος θα μπορούσε να αποφευχθεί μέσω εσωτερικής μετεγκατάστασης. Εντούτοις, η δυνατότητα αυτή δεν μπορεί να αξιολογείται θεωρητικά ή αφηρημένα. Πρέπει να είναι πρακτικά εφικτή, ασφαλής και εύλογη υπό το φως των προσωπικών περιστάσεων του αιτητή. Στην παρούσα υπόθεση, λαμβανομένης υπόψη της έλλειψης οικονομικών πόρων, της απουσίας πραγματικού υποστηρικτικού δικτύου, της ανάγκης συνεχούς ιατρικής παρακολούθησης και της ευθύνης φροντίδας ανηλίκου τέκνου, η εσωτερική μετεγκατάσταση δεν εμφανίζεται ως ρεαλιστική, εύλογη ή βιώσιμη εναλλακτική προστασίας.

 

Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται και στην ύπαρξη του ανήλικου τέκνου της Αιτήτριας. Το τέκνο εξαρτάται πλήρως από τη μητέρα του και η ασφάλεια, η υγεία και η ανάπτυξή του συνδέονται άμεσα με τη δυνατότητα της Αιτήτριας να εξασφαλίσει σταθερό, ασφαλές και αξιοπρεπές περιβάλλον διαβίωσης. Η έκθεση της μητέρας σε κίνδυνο κοινωνικού αποκλεισμού, εκμετάλλευσης και επαναθυματοποίησης συνεπάγεται αναπόφευκτα και την έκθεση του τέκνου σε αντίστοιχα επισφαλές περιβάλλον. Το στοιχείο αυτό δεν θεμελιώνει αυτοτελώς τον προσφυγικό χαρακτήρα του αιτήματος, αλλά ενισχύει τη σοβαρότητα και την εξατομίκευση του κινδύνου.

 

Συνεκτιμώντας το σύνολο των ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει ότι ο κίνδυνος που διατρέχει η Αιτήτρια δεν είναι υποθετικός, γενικός ή απορρέων αποκλειστικά από δυσμενείς κοινωνικοοικονομικές συνθήκες. Είναι συγκεκριμένος, εξατομικευμένος και συνδέεται αιτιωδώς με την ιδιότητά της ως μέλους ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας. Η σωρευτική επίδραση της προηγούμενης θυματοποίησής της, της έμφυλης και κοινωνικής της ευαλωτότητας, της οροθετικότητας, της μονογονεϊκότητας και της απουσίας πραγματικού υποστηρικτικού δικτύου δημιουργεί πραγματικό κίνδυνο μεταχείρισης που υπερβαίνει την απλή δυσχέρεια διαβίωσης και ανέρχεται σε δίωξη κατά την έννοια του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο κρίνει ότι η Αιτήτρια έχει βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης σε περίπτωση επιστροφής της στο Καμερούν, λόγω της ιδιότητάς της ως μέλους ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας, και ότι δεν δύναται να τύχει αποτελεσματικής προστασίας από τις αρχές της χώρας καταγωγής της. Κατά συνέπεια, πληρούνται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις αναγνώρισής της ως πρόσφυγα.

 

Δεδομένου ότι ο Αιτητής 2 είναι ανήλικο τέκνο της Αιτήτριας, εξαρτάται πλήρως από αυτήν και ο κίνδυνος που διατρέχει η μητέρα του επηρεάζει άμεσα και τη δική του ασφάλεια και διαβίωση, το Δικαστήριο κρίνει ότι και ο ίδιος υπάγεται στο καθεστώς προστασίας που αναγνωρίζεται στην Αιτήτρια.

 

Ως εκ των ανωτέρω, η προσφυγή επιτυγχάνει και η προσβαλλόμενη απόφαση τροποποιείται δυνάμει του άρθρου 146(4)(δ) του Συντάγματος και του άρθρου 11(3)(β) του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου (Ν. 73(Ι)/18) και οι Αιτητές αναγνωρίζονται ως πρόσφυγες δυνάμει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου

 

Επιδικάζονται υπέρ των Αιτητών και εις βάρος των Καθ’ ων η αίτηση τα δικαστικά έξοδα, πλέον ΦΠΑ, εφόσον εφαρμόζεται, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. 

                                        

 

 

Ε. Ρήγα, Δ. Δ.Δ.Δ.Π.

 



[1] Υπόθ. αρ. 128/2008, JAMAL KAROU v. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 01.02.2010

[2] Human Rights Watch (May 2020), 'Cameroon: Rising Violence Against LGBTI People', "security forces in Cameroon are failing to protect lesbian, gay, bisexual, transgender and intersex (LGBTI) people from violent attacks and instead are arresting the victims, Human Rights Watch said today. There has been an uptick in violence and abuse against LGBTI people in Cameroon in 2022, according to a leading civil society group.", available at: Cameroon: Rising Violence Against LGBTI People | Human Rights Watch (hrw.org) (last accessed on 06.02.2023).

[3] Frontex, Risk Analysis for 2023/2024, 18 September 2023, https://www.frontex.europa.eu/assets/Publications/Risk_Analysis/Risk_Analysis/ARA_2023.pdf, (σελ. 38) (28/08/2025)

[4] ISS, INTERPOL, Global Initiative Against Transnational Organized Crime, ENACT Organised Crime Index, Africa – Cameroon, 2023, https://africa.ocindex.net/assets/downloads/2023/english/ocindex_summary_cameroon.pdf, σελ. 5

[5] Freedom House, Freedom in the World 2023 – Cameroon, 2023, https://freedomhouse.org/country/cameroon/freedom-world/2023, (28/08/2025)

[6] Όπ.π.

[7] Freedom House (Author): Freedom in the World 2023 - Cameroon, 2023
https://www.ecoi.net/en/document/2094348.html, UN SDGs, UNITED NATIONS SUSTAINABLE DEVELOPMENT COOPERATION FRAMEWORK FOR CAMEROON 2022–2026 σελ. 16, https://unsdg.un.org/sites/default/files/2021-06/Cameroon_Cooperation_Framework_2022-2026-ENG.pdf, USDOS - US Department of State: 2023 Country Report on Human Rights Practices: Cameroon, 23 April 2024
https://www.ecoi.net/en/document/2107637.html, Cameroon: Situation and treatment of single women and women who head their own households, including their ability to live on their own and access housing, income, education, health care, and support services, particularly in Douala and Yaoundé; impact of COVID-19 (2020–May 2022) [CMR201034.E], 8 June 2022
https://www.ecoi.net/en/document/2074600.html , Bertelsmann Stiftung: BTI 2024 Country Report Cameroon, 19 March 2024
https://www.ecoi.net/en/file/local/2105824/country_report_2024_CMR.pdf , σελ.22

[8] Canada, IRB, Cameroon: Forced marriages; treatment of and protection available to women who try to flee a forced marriage; whether it is possible for a woman to live alone in the country’s large cities such as Yaoundé and Douala [CMR104129.FE], 20 September 2012, https://www.ecoi.net/en/document/1067526.html , EUAA – European Union Agency for Asylum (formerly: European Asylum Support Office, EASO) (Author): Cameroon; Situation of single women in Yaoundé and Douala [Q2-2022], 26 January 2022
https://www.ecoi.net/en/file/local/2067455/2022_01_Q2_EUAA_COI_Query_Response_CAMEROON_Single_Women.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 13.05.2025)

[9] Cameroon Intelligence Report, Forced into prostitution in Yaoundé: the nightmare of trying to survive in a divided Cameroon, 3 November 2020, https://www.cameroonintelligencereport.com/forced-into-prostitution-in-yaounde-the-nightmare-of-trying-to-survive-in-a-divided-cameroon/ , Freedom House: Freedom in the World 2022 - Cameroon, 24 February 2022 https://www.ecoi.net/en/document/2071860.html

(ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 13.05.2025)

[10] UN General Assembly, Trafficking in persons, especially women and children**, Note by the Secretary-General, 3 August 2021, Document Viewer, σελ. 3 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 12/05/2025)

[11] UNODC (United Nations Office on Drugs and Crime), Survival Stories, Survival Stories (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 12/05/2025)

[12] WHO, Cameroon, Cameroon making progress in the fight against HIV, 04 December 2023, https://www.afro.who.int/countries/cameroon/news/cameroon-making-progress-fight-against-hiv (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 12/05/2025).

[13] USAID, Universal Health Coverage to Revolutionize HIV Care in Cameroon with the U.S. Government's Contribution, https://www.usaid.gov/cameroon/news/universal-health-coverage-revolutionize-hiv-care-cameroon-us-governments-contribution (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 12/05/2025).

[14] EUAA MedCOI, ACC 8121, 27/03/2025, διαθέσιμο στη διεύθυνση: MedCOI - Detail (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 12/05/2025).

[15] EUAA MedCOI, AVA17714, 16/01/2024, διαθέσιμο στη διεύθυνση: MedCOI - Detail (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 12/05/2025).

[16] Bertelsmann Stiftung: BTI 2024 Country Report Cameroon, 19 Μαρτίου 2024
https://www.ecoi.net/en/file/local/2105824/country_report_2024_CMR.pdf((ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 13.05.2025)


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο