Α.C.D.T. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσία Ασύλου, Υπόθεση Αρ. 1648/23, 14/4/2026
print
Τίτλος:
Α.C.D.T. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσία Ασύλου, Υπόθεση Αρ. 1648/23, 14/4/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

 

      Υπόθεση Αρ. 1648/23

 

14 Απριλίου, 2026

 

[X. ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Μεταξύ:

 

Α.C.D.T.

Αιτητή

 

-και-

 

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω

Υπηρεσία Ασύλου

 

Καθ' ων η αίτηση

 

 ..................................................

 

Ο αιτητής παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου

Γεωργία Καρατσιόλη για Χρύσα Ματθαίου, Δικηγόρος για τον αιτητή

Μαρίνα Φιλίππου για Αφροδίτη Αναστασιάδη, Δικηγόρος για τους Καθ’ ων η αίτηση

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η 

 

Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.:  Ο αιτητής προσφεύγει με την παρούσα αίτηση ακυρώσεως εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 12/04/2023, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.

 

Όπως προκύπτει από την Ένσταση που καταχωρήθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο που εκπροσωπεί τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, τα γεγονότα της υπό εξέταση περίπτωσης έχουν ως κατωτέρω: Ο αιτητής είναι υπήκοος του Καμερούν και υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας στις 27/03/2019, αφού εισήλθε παράτυπα στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές. Στις 27/03/2019 παρέλαβε Βεβαίωση Υποβολής Αιτήματος Διεθνούς Προστασίας («Confirmation of Submission of an Application for International Protection»).

 

Στις 20/03/2023 πραγματοποιήθηκε προφορική συνέντευξη του αιτητή από αρμόδιο λειτουργό του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο (στο εξής «EUAA»). Ο αρμόδιος λειτουργός ετοίμασε Έκθεση-Εισήγηση ημερομηνίας 03/04/2023 προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου εισηγούμενος την απόρριψη του αιτήματος του αιτητή. Στις 12/04/2023, συγκεκριμένος λειτουργός που δύναται δυνάμει σχετικής εξουσιοδότησης από τον Υπουργό Εσωτερικών να εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, υιοθέτησε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης. Στις 27/04/2023 η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε επιστολή, στην οποία συμπεριέλαβε την απορριπτική της απόφαση σχετικά με το αίτημα του αιτητή, η οποία παραλήφθηκε από τον ίδιο στις 02/05/2023. Στις 31/05/2023, ο αιτητής καταχώρισε στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας την υπό εξέταση προσφυγή εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου.

 

Η ευπαίδευτη συνήγορος του αιτητή με τη γραπτή της αγόρευση προώθησε τους πιο κάτω νομικούς ισχυρισμούς: 1) η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε κατόπιν μη δέουσας έρευνας από τον αρμόδιο λειτουργό, 2) η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε κατόπιν πλάνης περί τα πράγματα, κατάχρησης εξουσίας και κατά παράβαση του νόμου και 3) η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιτιολόγητη και εκδόθηκε από αναρμόδιο πρόσωπο. Κατά το στάδιο των διευκρινίσεων της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου η συνήγορος του αιτητή απέσυρε όλους τους ισχυρισμούς, προωθώντας μόνο τον νομικό ισχυρισμό περί έλλειψης δέουσας έρευνας εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου. Κατά συνέπεια, οι νομικοί ισχυρισμοί που αποσύρθηκαν, απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο κατά την ίδια δικάσιμο.

 

Η ευπαίδευτη συνήγορος των Καθ’ ων η αίτηση, μέσω της γραπτής της αγόρευσης, υποστηρίζει αφενός ότι οι προβληθέντες λόγοι ακύρωσης δεν εγείρονται σύμφωνα με τον Κανονισμό 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, καθότι παρατίθενται με τρόπο αόριστο, και αφετέρου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε ορθά και νόμιμα μετά από δέουσα έρευνα, χωρίς να εμφιλοχωρήσει ουδεμία πλάνη και είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη. Επιπροσθέτως, υποστηρίζει ότι ο αιτητής δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του που θεμελιώνουν το αίτημά του για παραχώρηση διεθνούς προστασίας, καθώς δεν απέδειξε βάσιμο φόβο δίωξης για κάποιον από τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου, ώστε να του αναγνωρισθεί το καθεστώς του πρόσφυγα, αλλά ούτε απέδειξε ότι δύναται να του χορηγηθεί καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας. Κατά συνέπεια, εισηγείται ότι η υπό εξέταση προσφυγή θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο και να επικυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.

 

Θα πρέπει να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με τον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018 (Ν. 73(Ι)/2018), το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση και επί της ουσίας.  Το γεγονός αυτό, οφείλεται στο ότι η υπό εξέταση υπόθεση αφορά αίτηση που χρονικά εμπίπτει στις προϋποθέσεις του άρθρου 11 του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), οι οποίες δίδουν στο Δικαστήριο την υποχρέωση ελέγχου νομιμότητας και ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.

 

Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ορθά απέρριψε το αίτημα του αιτητή για χορήγηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Θεωρώ χρήσιμο να καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που πρόβαλε ο αιτητής σε όλα τα στάδια της εξέτασης του αιτήματός του, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν το αρμόδιο όργανο αποφάσισε μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της σχετικής νομοθεσίας και αν εξέδωσε δεόντως αιτιολογημένη απόφαση.

 

Ο αιτητής, κατά την υποβολή του αιτήματος διεθνούς προστασίας, δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, καθώς, ως πάστορας στο Καμερούν, ο πόλεμος κατέστρεψε τα πάντα, συμπεριλαμβανομένης της περιουσίας του και της εκκλησίας του. Πρόσθεσε ότι καταζητείται από τις αρχές με την κατηγορία ότι έκρυβε αποσχιστές στην εκκλησία του και συνεργαζόταν μαζί τους, γεγονός που τον οδήγησε στην αναχώρηση του από τη χώρα.

 

Κατά τη διάρκεια της προφορικής του συνέντευξης ως προς τα προσωπικά του στοιχεία, ο αιτητής δήλωσε ότι γεννήθηκε στη Douala, διέμενε στην περιοχή Kye-Ossi από το 2012 μέχρι το 2014, στη συνέχεια έμεινε στη Yaoundé για εννέα μήνες και κατόπιν επέστρεψε στη Douala, όπου παρέμεινε μέχρι την αναχώρηση του από τη χώρα (ερυθρό 45 του διοικητικού φακέλου). Δήλωσε ότι είναι Χριστιανός Πεντηκοστιανός ως προς το θρήσκευμα του και Sawa ως προς την εθνοτική του καταγωγή (ερυθρό 47 1x του διοικητικού φακέλου). Ως προς την οικογενειακή του κατάσταση, δήλωσε ότι οι γονείς του, τα αδέλφια του, η σύντροφος του και ο γιος του διαβιούν στη Douala και ότι διατηρεί επικοινωνία μαζί τους (ερυθρό 45 2x του διοικητικού φακέλου).

 

Αναφορικά με το μορφωτικό του υπόβαθρο, δήλωσε ότι ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και ακολούθως φοίτησε σε επαγγελματική σχολή για δύο χρόνια και σε θρησκευτική σχολή για τρία χρόνια (ερυθρό 46 1x του διοικητικού φακέλου). Ως προς την εργασιακή του εμπειρία, ανέφερε ότι εργάστηκε ως εκτελωνιστής στο λιμάνι της Douala από το 2004 μέχρι το 2008 και ακολούθως, ως πάστορας, αφιερώνοντας τη ζωή του στην εκκλησία (ερυθρό 46 2x του διοικητικού φακέλου). Όσον αφορά το ταξίδι του προς τη Δημοκρατία, αξίζει να σημειωθεί ότι εγκατέλειψε τη χώρα του στις 24/03/2019 από το αεροδρόμιο της Douala χωρίς να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα (ερυθρό 44 1x του διοικητικού φακέλου). Τέλος, δήλωσε ότι ο ίδιος χρηματοδότησε το ταξίδι του (ερυθρό 43 1x του διοικητικού φακέλου).

 

Αναφορικά με τους λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του, ο αιτητής ανέφερε κατά τη διάρκεια της ελεύθερης αφήγησής του, ότι εργαζόταν ως πάστορας και αντιμετώπισε προβλήματα με την κυβέρνηση, επειδή ασκούσε κριτική στις κακές συνθήκες διαβίωσης, την κατάχρηση δημόσιων πόρων, τη διαφθορά, καθώς και την παραμονή του Προέδρου του Καμερούν στην εξουσία παρά την προχωρημένη του ηλικία. Πρόσθεσε ότι η κυβέρνηση τον θεωρούσε επαναστάτη και τον στοχοποίησε, συλλαμβάνοντας τον περισσότερες από έξι φορές, κατά τη διάρκεια των οποίων κρατούνταν για δύο εβδομάδες ή και περισσότερο, ενώ απειλήθηκε με θάνατο, γεγονός που τον οδήγησε να εγκαταλείψει τη χώρα αναζητώντας προστασία (ερυθρό 43 2x του διοικητικού φακέλου).

 

Πρόσθετα, ο αιτητής ανέφερε πως σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα του, μέλη της κυβέρνησης θα τον σκοτώσουν, καθώς έχουν ήδη καταστρέψει την περιουσία του και τον έχουν συλλάβει στο παρελθόν (ερυθρό 36 του διοικητικού φακέλου). Κατά το στάδιο των διευκρινιστικών ερωτήσεων, δόθηκε η ευκαιρία στον αιτητή, μέσω πρόσθετων ερωτήσεων, να εμπλουτίσει την επιχειρηματολογία του και του τέθηκαν ερωτήματα σχετικά με την εργασία του ως πάστορας. Σχετικά με αυτό, ανέφερε ότι έγινε πάστορας το 2013, αφού παρακολούθησε θρησκευτική σχολή (ερυθρό 41 του διοικητικού φακέλου). Ερωτηθείς ως προς τη διαδικασία που ακολούθησε προκειμένου να γίνει πάστορας, ανέφερε ότι απαιτείται φοίτηση σε θρησκευτική σχολή και αποφοίτηση, ακολουθούμενη από εργασία ως βοηθός πάστορα και, εν συνεχεία, ως πάστορας (ερυθρό 40 του διοικητικού φακέλου).

 

Όταν του ζητήθηκε να αναφέρει τον λόγο για τον οποίο αποφάσισε να γίνει πάστορας, απάντησε ότι αγαπά το έργο του Θεού, ενώ, όταν ερωτήθηκε ειδικότερα για τον Προτεσταντισμό, ανέφερε ότι οι Προτεστάντες προέρχονται από την Καθολική Εκκλησία, από την οποία αποσχίστηκαν ιδρύοντας την Προτεσταντική Εκκλησία (ερυθρό 40 του διοικητικού φακέλου) και δήλωσε ότι αυτό αποτελεί το θεμελιώδες στοιχείο του Προτεσταντισμού (ερυθρό 40 του διοικητικού φακέλου). Κληθείς να αναφέρει τη βασική διαφορά μεταξύ του Προτεσταντισμού και άλλων χριστιανικών εκκλησιών, απάντησε ότι ορισμένες εκκλησίες δεν θεωρούν τον Ιησού ως Υιό του Θεού, ενώ στον Προτεσταντισμό πιστεύεται ότι η βάπτιση τελείται στο όνομα του Πατέρα, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος (ερυθρό 40 του διοικητικού φακέλου). Όταν ερωτήθηκε για τον ιδρυτή του Προτεσταντισμού, απάντησε ότι έχει ξεχάσει το όνομα του (ερυθρό 40 του διοικητικού φακέλου). Ακολούθως, ανέφερε ότι εργαζόταν στην εκκλησία Deido στη Douala από το 2017 μέχρι και την αναχώρηση του από τη χώρα (ερυθρό 39 του διοικητικού φακέλου).

 

Ακολούθως, του τέθηκαν ερωτήματα αναφορικά με τα προβλήματα που αντιμετώπισε με την κυβέρνηση στο Καμερούν και ανέφερε ότι δέχθηκε απειλές από τον διοικητή της περιφέρειας Littoral. Όταν του ζητήθηκε να παράσχει λεπτομέρειες σχετικά με τις εν λόγω απειλές, απάντησε ότι επανειλημμένα έστελναν την αστυνομία να τον εντοπίσει, τον οδηγούσαν στο αστυνομικό τμήμα, όπου τον απειλούσαν ότι θα κινηθούν εναντίον του, τον κρατούσαν σε κελί για περίπου τρεις εβδομάδες και στη συνέχεια τον άφηναν ελεύθερο (ερυθρό 41 1x του διοικητικού φακέλου). Όταν του ζητήθηκε να παράσχει πιο συγκεκριμένες πληροφορίες αναφορικά με την εμπλοκή του διοικητή της περιφέρειας Littoral, απάντησε ότι εκείνος διέταξε τη σύλληψη του και την κράτηση του σε κελί, όπου έφεραν έναν σκύλο και του ζήτησαν να υπογράψει έγγραφο ότι δεν θα εργάζεται ως πάστορας, και όταν αρνήθηκε, ο σκύλος τον δάγκωσε, με αποτέλεσμα να τραυματιστεί (ερυθρό 41 1x του διοικητικού φακέλου). Ερωτηθείς πόσες φορές έλαβε απειλές, απάντησε ότι κάθε φορά που τον συλλάμβαναν τον απειλούσαν ότι θα τον σκοτώσουν, κάτι που, όπως ανέφερε, συνέβη περισσότερες από έξι φορές (ερυθρό 41 1x του διοικητικού φακέλου).

 

Σε σχέση με την τελευταία σύλληψη του, ανέφερε ότι αυτή έλαβε χώρα τον Φεβρουάριο του 2019 (ερυθρό 39 1x του διοικητικού φακέλου). Ερωτηθείς σχετικά με το εν λόγω περιστατικό, απάντησε ότι τελείωσε τη λειτουργία και δύο άνδρες χωρίς στολή ήρθαν προς το μέρος του καθώς έμπαινε στο αμάξι του και του είπαν ότι πρέπει να τους ακολουθήσει, στο οποίο τους απάντησε ότι έπρεπε να τον ενημερώσουν, διαφορετικά θα πρόκειται για απαγωγή. Πρόσθεσε ότι προσπάθησε να αντισταθεί, ωστόσο δύο άνδρες που επέβαιναν σε μαύρο όχημα τον πλησίασαν, του είπαν ότι είναι ανένδοτος και ότι έπρεπε να τους ακολουθήσει, μέχρι που τον ανάγκασαν να επιβιβαστεί στο όχημα και τον μετέφεραν στο αστυνομικό τμήμα (ερυθρό 39 1x του διοικητικού φακέλου). Ως προς τα άτομα που τον συνέλαβαν, ανέφερε ότι επρόκειτο για μέλη της πολιτικής αστυνομίας, ενώ, όταν ερωτήθηκε πως το γνωρίζει, απάντησε ότι του έδειξαν τις επαγγελματικές τους ταυτότητες (ερυθρό 39 1x του διοικητικού φακέλου).

 

Ακολούθως, ανέφερε ότι τον μετέφεραν στο βασικό αστυνομικό τμήμα της Douala, ενώ, όταν του ζητήθηκε να το περιγράψει, απάντησε ότι βρίσκεται στη γειτονιά Bonanjo. Σε επαναληπτική ερώτηση επί αυτού, ανέφερε ότι πρόκειται για την αστυνομική διεύθυνση με πολλά γραφεία και αστυνομικούς, καθώς είναι ένα από τα μεγαλύτερα αστυνομικά τμήματα στη Douala (ερυθρό 38 1x του διοικητικού φακέλου). Ανέφερε επίσης ότι κρατήθηκε εκεί για πέντε ημέρες και αφέθηκε ελεύθερος καθώς αιμορραγούσε και αφού υπέγραψε σχετικό έγγραφο με το οποίο δεσμεύτηκε ότι δεν θα μιλά για πολιτική και ότι δεν θα ξαναπάει στην εκκλησία (ερυθρό 38 1x του διοικητικού φακέλου). Όταν ερωτήθηκε αν διαθέτει αντίγραφο του εγγράφου που υπέγραψε, ανέφερε ότι έχει ένα αντίγραφο χειρόγραφου εγγράφου, το οποίο όμως δεν φέρει σφραγίδα (ερυθρό 38 1x του διοικητικού φακέλου).

 

Ακολούθως, του ζητήθηκε να περιγράψει το κελί στο οποίο κρατήθηκε και απάντησε ότι ήταν περίπου τεσσάρων τετραγωνικών μέτρων, χωρίς τουαλέτα, φωτισμό ή δυνατότητα επισκέψεων (ερυθρό 38 του διοικητικού φακέλου). Αναφορικά με την παρουσία άλλων ατόμων, ανέφερε ότι συνολικά βρίσκονταν έξι άτομα, τα οποία δεν γνώριζε (ερυθρό 38 του διοικητικού φακέλου). Ερωτηθείς ως προς την ημέρα που αφέθηκε ελεύθερος, απάντησε ότι του ζήτησαν να συνάψει μία συμφωνία, την οποία αποδέχθηκε χωρίς να γνωρίζει το περιεχόμενο της, και τον οδήγησαν στο γραφείο του διοικητή, ο οποίος του ανέφερε ότι η κυβέρνηση του Καμερούν δεν χρειάζεται πάστορες όπως εκείνον και ότι έχουν οδηγίες από τον Πρόεδρο να σταματούν πάστορες που μιλούν για πολιτικά ζητήματα (ερυθρό 37 του διοικητικού φακέλου).

 

Όταν του ζητήθηκε να παράσχει επιπλέον πληροφορίες, ανέφερε ότι ο διοικητής του ζήτησε να υπογράψει έγγραφο με το οποίο να δεσμεύεται ότι δεν θα εργαστεί ποτέ ξανά ως πάστορας και ότι δεν θα μιλά για πολιτικά ζητήματα, αλλά ο ίδιος αρνήθηκε και του είπαν ότι δεν επρόκειτο για διαπραγμάτευση και έπρεπε να συμμορφωθεί, οπότε τον επέστρεψαν στο κελί, έφεραν έναν σκύλο που τον δάγκωσε και τελικά αναγκάστηκε να υπογράψει για να αφεθεί ελεύθερος (ερυθρό 37 του διοικητικού φακέλου). Αναφορικά με την κατάσταση της υγείας του μετά το εν λόγω περιστατικό, ανέφερε ότι έμεινε στο νοσοκομείο για πέντε ημέρες καθώς οι πληγές ήταν μεγάλες και βαθιές και είχε χάσει πολύ αίμα (ερυθρό 37 του διοικητικού φακέλου). Ακολούθως, ανέφερε ότι έφυγε από το νοσοκομείο στις 9 Φεβρουαρίου και δεν αντιμετώπισε κάποιο άλλο πρόβλημα έως την αναχώρηση του (ερυθρό 37 του διοικητικού φακέλου).

 

Επιπλέον, ερωτήθηκε για τη διαφοροποίηση στις δηλώσεις του σε σύγκριση με την αίτηση καταγραφής του, στην οποία ανέφερε ότι παρείχε καταφύγιο σε αποσχιστές στην εκκλησία του και ότι οι αρχές τον κατηγορούσαν για συνεργασία μαζί τους. Επί αυτού, απάντησε ότι δεν πρόκειται για διαφορετικό λόγο, αλλά ότι δεν είχε την ευκαιρία να παράσχει αυτές τις πληροφορίες, προσθέτοντας ότι κατά την πρώτη του σύλληψη τον κατηγόρησαν για συνεργασία με αποσχιστές και ότι κάθε φορά που τον συλλάμβαναν του απέδιδαν διαφορετική κατηγορία (ερυθρό 42 2x του διοικητικού φακέλου). Ακολούθως, ανέφερε ότι περίπου οι μισοί από όσους προσέρχονταν στην εκκλησία του κατάγονταν από το βορειοδυτικό Καμερούν, καθώς παρείχαν υπηρεσίες πρόνοιας, προσφέροντας ρούχα και φαγητό σε όλους όσοι προέρχονταν από την εν λόγω περιοχή (ερυθρό 42 2x του διοικητικού φακέλου).

 

Τέλος, αναφορικά με τη δυνατότητα εγκατάστασης του σε άλλη πόλη του Καμερούν, απάντησε αρνητικά, καθώς, όπως ανέφερε, η κυβέρνηση βρίσκεται παντού (ερυθρό 36 του διοικητικού φακέλου). Να σημειωθεί ότι, κατά τη διάρκεια της προσωπικής του συνέντευξης, ο αιτητής κατέθεσε α) ένταλμα σύλληψης, το οποίο έλαβε από τον δικηγόρο του, ημερομηνίας 04/03/2019, β) βεβαίωση χειροτονίας σχετικά με την ιδιότητα του ως πάστορας, το οποίο έφερε μαζί του από το Καμερούν, καθώς και γ) την επαγγελματική του κάρτα, εκδοθείσα από λειτουργό του Ευαγγελίου, την οποία επίσης είχε μαζί του (ερυθρό 48, 34-31 του διοικητικού φακέλου, μεταφρασμένα στα ερυθρά 53-51 του διοικητικού φακέλου).

 

Ο αρμόδιος λειτουργός, αξιολογώντας τους ισχυρισμούς του αιτητή κατά τη συνέντευξή του, διέκρινε στην έκθεση-εισήγησή του δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς που αφορούν 1) τα προσωπικά του στοιχεία και 2) το ότι συνελήφθη και απειλήθηκε από την αστυνομία του Καμερούν επειδή κατήγγειλε τις κακές πρακτικές της κυβέρνησης.  Αναφορικά με τον πρώτο ισχυρισμό του αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός τον αξιολόγησε ως εσωτερικά και εξωτερικά αξιόπιστο και τον έκανε δεκτό, αποδεχόμενος τα στοιχεία του προφίλ του, καθώς έκρινε ότι οι δηλώσεις του ήταν συγκεκριμένες και συνεπείς, περιείχαν λεπτομέρειες, και επιβεβαιώνονται από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.

 

Αναφορικά με τον δεύτερο ισχυρισμό, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι οι δηλώσεις του αιτητή ήταν ασυνεπείς, γενικόλογες και δεν περιείχαν λεπτομερείς περιγραφές. Ως προς την εσωτερική αξιοπιστία, έκρινε ότι οι δηλώσεις του σχετικά με τον λόγο στοχοποίησης του ήταν γενικόλογες και ασυνεπείς, καθώς στην αίτηση καταγραφής ανέφερε στοχοποίηση λόγω παροχής καταφυγίου σε αποσχιστές, ενώ κατά την προσωπική συνέντευξη ανέφερε ότι στοχοποιήθηκε επειδή κατέκρινε τις κακές πρακτικές της κυβέρνησης. Επιπλέον, ο λειτουργός έκρινε ότι οι δηλώσεις περί σύλληψης του δεν περιείχαν συγκεκριμένες και λεπτομερείς πληροφορίες και παρουσίαζαν ασυνέπειες, καθώς όπως επισήμανε ο λειτουργός, ο αιτητής δεν παρείχε σαφείς πληροφορίες αναφορικά με τον λόγο σύλληψης του, δεν ήταν σε θέση να περιγράψει το αστυνομικό τμήμα στο οποίο μεταφέρθηκε ούτε και τις συνθήκες υπό τις οποίες αφέθηκε ελεύθερος.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, ο λειτουργός, κατόπιν έρευνας σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, επισήμανε ότι δεν ανευρέθηκαν πληροφορίες σχετικά με τη σύλληψη του αιτητή τον Φεβρουάριο του 2019. Αναφορικά με το κατατεθέν ένταλμα σύλληψης, επισήμανε ότι παρουσιάζει ορισμένες παρατυπίες, όπως το ότι η σφραγίδα φέρει ένδειξη της αστυνομίας της Yaoundé, ενώ ως τόπος αναγράφεται η Douala, καθώς και ότι υπογράφεται από αστυνομικό τμήμα ενώ γίνεται αναφορά σε δικαστική αστυνομία, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι το έγγραφο δεν είναι αυθεντικό και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Ακολούθως, στη βάση διαθέσιμων πηγών πληροφόρησης αναφορικά με τη στοχοποίηση θρησκευτικών ηγετών, ο λειτουργός συμπέρανε ότι, παρόλο που εξωτερικές πηγές εν μέρει επιβεβαιώνουν τις δηλώσεις του αιτητή, δεδομένου ότι η εσωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού δεν έχει θεμελιωθεί, δεν δύναται να θεμελιωθεί ούτε και η εξωτερική. Ως εκ τούτου, ο λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο εν λόγω ουσιώδης ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός.

 

Κατόπιν, ο αρμόδιος λειτουργός προέβη στην αξιολόγηση του κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής του αιτητή. Υπό το φως του μοναδικού αποδεκτού ισχυρισμού, ο οποίος αφορά τα προσωπικά στοιχεία του αιτητή, έκρινε ότι πρόκειται για νεαρό άνδρα, με προηγούμενη συνήθη διαμονή στη Douala, με υψηλό μορφωτικό επίπεδο, χωρίς σοβαρά προβλήματα υγείας, ικανό προς εργασία και με προηγούμενη εργασιακή εμπειρία, ο οποίος διαθέτει υποστηρικτικό περιβάλλον που εξακολουθεί να διαμένει στην περιοχή συνήθους διαμονής του χωρίς να διατρέχει κίνδυνο. Λαμβάνοντας υπόψη την κατάσταση ασφαλείας στη Douala και το προφίλ του εν λόγω αιτητή, ο λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν συντρέχουν εύλογοι λόγοι ώστε να γίνει δεκτό ότι, σε περίπτωση επιστροφής του, ο αιτητής θα υποστεί δίωξη ή σοβαρή βλάβη.

 

Κατά τη νομική ανάλυση στην οποία προέβη ο λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι ισχυρισμοί του αιτητή δεν δύνανται να αποτελέσουν λόγο παραχώρησης καθεστώτος πρόσφυγα ή καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, όπως προνοείται στα άρθρα 3 και 19 (1) και (2) του Περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000. Περαιτέρω, εξετάζοντας τον πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη υπό το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000, ο λειτουργός κατέληξε ότι στο Καμερούν δεν εντοπίζεται αδιάκριτη άσκηση βίας λόγω διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης. Ως εκ τούτου, συμπέρανε ότι ο αιτητής δεν δύναται να υπαχθεί ούτε σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας και, συνεπώς, το αίτημα του δεν έγινε αποδεκτό στο σύνολό του. Το περιεχόμενο της υπό αναφορά Έκθεσης-Εισήγησης υιοθετήθηκε από τον αρμόδιο, εξουσιοδοτημένο από τον Υπουργό Εσωτερικών, λειτουργό που εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος και δεν αποδέχτηκε το αίτημα του αιτητή.

 

Στα πλαίσια εξέτασης της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, προχωρώ να εξετάσω κατ' ουσίαν το αίτημα του αιτητή λαμβάνοντας υπόψη βεβαίως όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από τη συνήγορό του, αλλά και από τη συνήγορο που εκπροσωπεί τους καθ' ων η αίτηση. Με τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό, ο οποίος ορθά έγινε αποδεκτός, δεν θεωρώ αναγκαίο να ασχοληθώ.  Αναφορικά με το δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, θα πρέπει να αναφέρω πως διαφαίνεται από το αφήγημα του αιτητή, πως δεν ήταν σε θέση να προβάλει τον ισχυρισμό του με συνέπεια και λεπτομέρεια, αφού δεν παρουσίασε με τρόπο συνεκτικό και λεπτομερή τα όσα αφορούν τον πυρήνα του αιτήματός του.

 

Από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου διαφαίνεται πως όταν ο αιτητής κλήθηκε να παραθέσει περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τη σύλληψη και τη φυλάκιση του, παρείχε αρκετά γενικευμένες πληροφορίες.  Από τα πρακτικά που τηρήθηκαν διαφαίνεται πως ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου κατά τη διάρκεια της συνέντευξης, έδωσε τη δυνατότητα στον αιτητή να περιγράψει τη συνθήκη της σύλληψής του, το αστυνομικό τμήμα στο οποίο κρατήθηκε, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο αφέθηκε ελεύθερος, αλλά δεν ήταν σε θέση να δώσει ικανοποιητικές και επαρκείς πληροφορίες και προέβηκε σε γενικές και αόριστες αναφορές και δεν αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στα περιστατικά που ισχυρίστηκε ότι βίωσε. Στο αφήγημα του αιτητή παρουσιάζονται ελλείψεις όσον αφορά την συνοχή των γεγονότων καθώς επίσης και ελλείψεις πληροφοριών που στοιχειοθετούν και τεκμηριώνουν τα λεγόμενα και τους ισχυρισμούς του.  Κατά συνέπεια, η εσωτερική αξιοπιστία των δηλώσεων του δεν τεκμηριώθηκε.

 

Στα πλαίσια αξιολόγησης της εξωτερικής αξιοπιστίας του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού του αιτητή, περί στοχοποίησης του από την κυβέρνηση λόγω της ιδιότητας του ως πάστορα, εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφέρουν ότι, μια ομάδα προτεσταντών παστόρων στη συνέχεια ευθυγραμμίστηκε με την Καθολική Εκκλησία, έως ότου οι ηγέτες τους τούς απαγόρευσαν να ασκούν κριτική στον πρόεδρο.[1] Άλλες πηγές πληροφόρησης αναφέρουν ότι πάστορες και ιερείς έχουν συλληφθεί χωρίς κανένα δικαιολογημένο λόγο. Κτίρια που ανήκουν σε χριστιανούς και εκκλησιαστικές εγκαταστάσεις έχουν καταληφθεί για στρατιωτικούς σκοπούς. Οι χριστιανοί δεν μπορούν να εκφράζονται κατά των αδικιών που διαπράττει η κυβέρνηση χωρίς να αντιμετωπίζουν σοβαρά αντίποινα.[2] Πηγές πληροφόρησης για το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο αιτητής ανέφερε ότι συνελήφθη καταδεικνύουν ότι τον Φεβρουάριο [2019], η αστυνομία κράτησε για σύντομο χρονικό διάστημα έναν πάστορα της Cameroon Evangelical Church (CEC) και τον κατηγόρησε ότι υποκινούσε εξέγερση κατά τη διάρκεια κηρύγματος. Σε αρκετές περιπτώσεις, χριστιανοί στις Περιφέρειες Northwest και Southwest ανέφεραν ότι οι δυνάμεις ασφαλείας διέκοψαν εκκλησιαστικές λειτουργίες και τους εμπόδισαν να έχουν πρόσβαση σε χώρους λατρεία.[3]

 

Αναφορικά με το κατατεθέν ένταλμα σύλληψης, (“wanted notice” στα αγγλικά, “avis de recherches” στα γαλλικά), παρατίθενται εξωτερικές πηγές πληροφόρησης από τις οποίες προκύπτει πως σε σχέση με το νομικό πλαίσιο που διέπει τα εν λόγω έγγραφα, πηγές πληροφόρησης αναφέρουν ότι το Μέρος II του Νόμου του Καμερούν αριθ. 2005/007 της 27ης Ιουλίου 2005 περί Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, με τίτλο «Δικαστικές Πράξεις», και ειδικότερα το άρθρο 11, ορίζει τα ακόλουθα σχετικά με τους διαφορετικούς τύπους εγγράφων που συνιστούν «δικαστικές πράξεις»: «(1) Δικαστική πράξη είναι ένα έγγραφο με το οποίο ένας δικαστής ή ένα δικαστήριο διατάσσει είτε: την εμφάνιση ή προσαγωγή ενός ατόμου ενώπιον τους· ή την προφυλάκιση υπόπτου, κατηγορουμένου ή κατηγορούμενου, ή μάρτυρα που θεωρείται ότι παρεμποδίζει την αναζήτηση αποδεικτικών στοιχείων· ή τη φυλάκιση καταδικασθέντος· ή την έρευνα αντικειμένων που χρησιμοποιήθηκαν ή αποκτήθηκαν για τη διάπραξη αδικήματος. (2) Τα ακόλουθα συνιστούν δικαστικές πράξεις: κλήση, ένταλμα προσαγωγής, ένταλμα προφυλάκισης, διαταγή προσαγωγής, ένταλμα, ένταλμα έρευνας, ένταλμα σύλληψης και ένταλμα φυλάκισης».[4]

 

Όσον αφορά τις αρμόδιες αρχές για την έκδοση των εγγράφων που κατατάσσονται ως δικαστικές πράξεις, το άρθρο 12 ορίζει: «(1) (α) Ο Εισαγγελέας του Κράτους μπορεί να εκδίδει κλήσεις, εντάλματα σύλληψης, εντάλματα έρευνας ή εντάλματα προσαγωγής·(β) Σε περιπτώσεις αυτοφώρων αδικημάτων, μπορεί να εκδίδει εντάλματα προφυλάκισης. (2) Ο Ανακριτής μπορεί να εκδίδει κλήση, ένταλμα προσαγωγής, ένταλμα έρευνας, ένταλμα προφυλάκισης και ένταλμα προσαγωγής. (3) Το δικαστήριο που εκδικάζει την υπόθεση μπορεί να εκδίδει κλήση, ένταλμα προσαγωγής, ένταλμα έρευνας, ένταλμα προφυλάκισης, ένταλμα φυλάκισης και ένταλμα προσαγωγής».[5]

 

Αναφορικά με τα τυπικά χαρακτηριστικά των εν λόγω εγγράφων, πηγές πληροφόρησης αναφέρουν ότι το άρθρο 26 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ορίζει επίσης τα ακόλουθα σχετικά με τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στα εντάλματα: «με εξαίρεση το ένταλμα προσαγωγής, όλα τα εντάλματα ή οι κλήσεις πρέπει να αναφέρουν το πλήρες όνομα, την ημερομηνία και τον τόπο γέννησης, την καταγωγή, το επάγγελμα και τη διεύθυνση του προσώπου που κατονομάζεται σε αυτά και πρέπει να φέρουν ημερομηνία, σφραγίδα και υπογραφή του δικαστή που τα εκδίδει ή του προέδρου του δικαστηρίου που εκδικάζει την υπόθεση».[6] Δεν κατέστη δυνατός ο εντοπισμός επίσημων παραδειγμάτων ενταλμάτων σύλληψης και ανακοινώσεων καταζητούμενων μεταξύ των πηγών που εξέτασε η EUAA εντός των χρονικών περιορισμών του παρόντος ερωτήματος. Μη επαληθευμένες εικόνες ανακοινώσεων καταζητούμενων που εκδόθηκαν στο Καμερούν εντοπίστηκαν να δημοσιεύονται στα ακόλουθα άρθρα της Actu Cameroun, τοπικής εφημερίδας. Ως αρχή έκδοσης των ανακοινώσεων καταζητούμενων, τα προαναφερόμενα άρθρα αναφέρουν την αστυνομία σε περίπτωση διακεκριμένης κλοπής και τη χωροφυλακή σε περίπτωση τελωνειακής απάτης. Στη δεύτερη περίπτωση, η ανακοίνωση καταζητούμενου φέρει τον τίτλο «Message Radio-Porté».[7]

 

Παλαιότερες πηγές πληροφόρησης και συγκεκριμένα σε ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε στο «Journal du Cameroun», τον Μάρτιο του 2018, ανέφερε ότι η Διεύθυνση Δικαστικής Αστυνομίας, στην Περιφέρεια του Κεντρικού Καμερούν, εξέδωσε «ένταλμα έρευνας» εναντίον γνωστού πάστορα, κατηγορούμενου για «διακεκριμένη απάτη». Σύμφωνα με το άρθρο: «Στο ένταλμα έρευνας αναφέρεται ότι καταζητείται σε όλη τη χώρα και όποιος τον βρει καλείται να τον οδηγήσει στον πλησιέστερο αστυνομικό ή αστυνομικό σταθμό».[8] Σύμφωνα με το παναφρικανικό μέσο ενημέρωσης AfrikMag, το ένταλμα έρευνας που εκδόθηκε από τη Διεύθυνση Δικαστικής Αστυνομίας κατά του προαναφερόμενου πάστορα κυκλοφορούσε για μέρες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.[9]Θα συμφωνήσω με το αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου πως διαπιστώνονται ουσιώδεις παρατυπίες, ήτοι ότι η σφραγίδα φέρει ένδειξη της αστυνομίας της Yaoundé, ενώ ως τόπος έκδοσης αναγράφεται η Douala, καθώς και ότι το έγγραφο φέρεται να υπογράφεται από αστυνομικό τμήμα, ενώ ταυτόχρονα γίνεται αναφορά σε δικαστική αστυνομία. Οι εν λόγω ασυνέπειες πλήττουν την αξιοπιστία του εγγράφου.

 

Αναφορικά με τη βεβαίωση χειροτονίας σχετικά με την ιδιότητά του ως πάστορας και την επαγγελματική του κάρτα που κατέθεσε, δεν κατέστη δυνατή η ανεύρεση πηγών πληροφόρησης ως προς το περιεχόμενo τους, κατόπιν αναζήτησης στις πλατφόρμες ecoi.net, refworld.org, coi.euaa.europa.eu και μέσω ελεύθερης περιήγησης στο διαδίκτυο. Παρόλο που οι εξωτερικές πηγές πληροφόρησης επιβεβαιώνουν μέρος των λεγόμενων του αιτητή, το γεγονός ότι δεν έχει τεκμηριωθεί η εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού του, οδηγεί στην κατάληξη πως ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός.

 

Θα πρέπει να επισημανθεί πως ο αιτητής στην ενώπιον μου διαδικασία είχε τη δυνατότητα να παρουσιάσει τον πυρήνα του αιτήματός του, με το ορθό δικονομικό διάβημα, να αντικρούσει τις αναφορές της Υπηρεσίας Ασύλου επί του αφηγήματός της, να προσκομίσει νέα στοιχεία και να ενισχύσει τον ισχυρισμό του περί τον κίνδυνο που ο ίδιος ισχυρίζεται ότι διατρέχει σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του. Παρόλα αυτά ο αιτητής σε ουδεμία ενέργεια προέβη προς την κατεύθυνση αυτή, ούτε προσκόμισε νεότερα στοιχεία ή ισχυρισμούς. Όπως αναλύω ανωτέρω, το αφήγημα του αιτητή δεν παρατέθηκε με λεπτομέρεια και δεν πρόβαλε ισχυρισμούς ικανούς να στοιχειοθετήσουν την ανάγκη χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας.

 

Όλο το πιο πάνω ιστορικό στο οποίο στηρίζεται το αίτημα διεθνούς προστασίας που υπέβαλε ο αιτητής δεν παρουσιάζει οποιοδήποτε βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης στη χώρα καταγωγής της.  Το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 προβλέπει πως (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):  «Ως πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο που, λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγενείας του και δεν είναι σε θέση, ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής […]».

 

Είναι ξεκάθαρο τόσο από το άρθρο 3 του Ν.6(Ι)/2000, όσο και από το άρθρο 1 Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων, πως για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό, όσο και το αντικειμενικό στοιχείο, πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση (Βλ. σχ. παρ.37 και 38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών).

 

Ως νομολογιακά έχει κριθεί, γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί, καθώς και ισχυρισμοί για κίνδυνο ζωής χωρίς στοιχειοθετημένες και τεκμηριωμένες αναφορές, δεν θεμελιώνουν βάσιμο φόβο δίωξης ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, ώστε να ισοδυναμεί με εκείνη της προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση και δεν στοιχειοθετεί περιστάσεις, οι οποίες λαμβανομένης υπόψη της εξατομικευμένης κατάστασης του αιτητή να συνιστούν απειλή έτσι ώστε ευλόγως να δύναται να θεωρηθεί ότι ο αιτητής έχει βάσιμο φόβο δίωξης (βλ. απόφασή στην υπόθεση υπ' αριθμόν 121/20, A.S.R. v. Κυπριακή Δημοκρατία, ημερομηνίας 31/7/2020).

 

Βάσει της ανωτέρω ανάλυσης στο σύνολό της, κρίνω ότι δεν υπάρχει κάποιος βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης του αιτητή σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του. Κατά συνέπεια, προκύπτει πως ορθά αποφασίστηκε από την Υπηρεσία Ασύλου, ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτητή εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που στοιχειοθετούν δικαιολογημένο φόβο δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 3(1) του Περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000.

 

Όπως προκύπτει από τα στοιχεία που έχω αναλύσει ανωτέρω, ορθά κρίθηκε από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου ότι δεν στοιχειοθετούνται ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 του Ν. 6(Ι)/2000, για να παρασχεθεί στον αιτητή το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αναφορικά με τον κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.

 

Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1), του Ν. 6(Ι)/2000, «ουσιώδεις λόγοι». Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19, του Ν. 6 (Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής ή εκτέλεσης βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (Βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015), ECLI:CY:AD:2015:D619, ECLI:CY:AD:2015:D619).

 

Ο αρμόδιος λειτουργός, διεξήγαγε έρευνα για την κατάσταση ασφαλείας στον τόπο διαμονής του αιτητή, από την οποία προέκυψε ότι δεν υφίστατο εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετώπιζε δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης. Ως εκ τούτου, κρίθηκε πως δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για παραχώρηση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.  Σε κάθε περίπτωση, διεξήγαγα περαιτέρω έρευνα σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στον τόπο συνήθους διαμονής του αιτητή, σε πρόσφατες πηγές πληροφόρησης, στα πλαίσια βεβαίως της ex nunc δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου και προς εκπλήρωση της υποχρέωσης του Δικαστηρίου για έλεγχο της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.

  

Αναφορικά με τη γενική επικρατούσα κατάσταση στη χώρα καταγωγής του αιτητή, εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφέρουν ότι, τον Σεπτέμβριο του 2024, η Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες (UNHCR) ανέφερε ότι «το Καμερούν αντιμετωπίζει μια πολυδιάστατη ανθρωπιστική και προστατευτική κρίση που προκαλείται από συγκρούσεις, διακοινοτική βία και τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής».[10] Άλλες πηγές ανέφεραν ότι το Καμερούν συνέχιζε να επηρεάζεται από δύο κύριες συγκρούσεις: τη σύγκρουση στη Λίμνη Τσαντ στον Βορρά Άπω (Far North) και την εσωτερική κρίση στις περιοχές Northwest και Southwest (NWSW).[11] Η Human Rights Watch (HRW) έκανε αναφορές σε αυξανόμενη τάση περιορισμών στην ελευθερία της έκφρασης στο Καμερούν, η οποία αναδύεται ενόψει των προεδρικών εκλογών του 2025.[12] Ομοίως, μετά από επίσκεψη στο Καμερούν τον Αύγουστο του 2024, το Γραφείο της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα (OHCHR) εξέφρασε «σοβαρές ανησυχίες σχετικά με τους περιορισμούς στην ελευθερία της έκφρασης και του συνεταιρίζεσθαι, καθώς και στο δικαίωμα ειρηνικής συνάθροισης».[13]

 

Αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στην περιοχή καταγωγής του αιτητή, στη Douala, η οποία ανήκει στη Littoral Περιφέρεια, εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφέρουν ότι κατά το πρώτο τετράμηνο του 2025 σημειώθηκε ένα περιστατικό ασφαλείας, το οποίο δεν οδήγησε σε ανθρώπινες απώλειες.[14] Σύμφωνα με προσαρμοσμένη έρευνα στη βάση δεδομένων του ACLED για την πληρότητα της έρευνας κατά το προηγούμενο έτος (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης το έτος 2026) σημειώθηκαν τριάντα περιστατικά ασφαλείας στην Littoral περιφέρεια, οδηγώντας σε τριάντα τρεις ανθρώπινες απώλειες.[15] Να σημειωθεί ότι ο πληθυσμός της Littoral περιφέρειας το 2025 ανερχόταν σε 4,498,900 κατοίκους.[16]

 

Αποτιμώντας τα προαναφερόμενα δεδομένα, δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης, καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής όπου αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας του εκεί να τεθεί σε κίνδυνο η ζωή του. Εξετάζοντας περαιτέρω τις προσωπικές περιστάσεις του αιτητή, παρατηρώ ότι αυτός είναι ενήλικας υγιής, πλήρως ικανός προς εργασία, με προηγούμενη εργασιακή εμπειρία, χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας και με υποστηρικτικό/οικογενειακό δίκτυο στη χώρα καταγωγής του. Ο αιτητής δεν έχει θέσει οποιαδήποτε ατομικά χαρακτηριστικά στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία, που να υποδηλώνουν ότι μπορεί να έχει τεθεί με οποιονδήποτε τρόπο σε δυσμενή θέση ή σε κίνδυνο δίωξης ή βλάβης.

 

Κατά πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (Βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447).  Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (Βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Τουσούνα ν. Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2 Α.Α.Δ. 120).  Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (Βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για επαρκή και/ή δέουσα έρευνα. 

 

Οι καθ' ων η αίτηση συνεκτίμησαν και αξιολόγησαν όλα τα στοιχεία που είχαν ενώπιον τους προτού καταλήξουν στην προσβαλλόμενη απόφαση και ενόψει των ισχυρισμών που πρόβαλε ο αιτητής, προέβησαν στη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα. Από τα στοιχεία του φακέλου που έχω ενώπιον μου, μπορεί να λεχθεί ότι αυτά βρίσκονται αναπόφευκτα πίσω από την προσβαλλόμενη απόφαση και ούτως ή άλλως διαφαίνεται η αιτιολογία της απόφασης και από το κείμενό της (Ηλιόπουλος ν. Α.Η.Κ., Α.Ε. 2452, ημερομηνίας 21.7.2000, Χρυστάλλα Συμεωνύδου κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Προσφυγή αρ. 911/93 κ.α., ημερ. 18.4.97).  Από όσα έχω επεξηγήσει ανωτέρω προκύπτει ότι, το αρμόδιο όργανο έλαβε δεόντως και επαρκώς αιτιολογημένη απόφαση.  Συνεπώς, ο ισχυρισμός των ευπαίδευτων συνηγόρων του αιτητή περί έλλειψης δέουσας έρευνας των στοιχείων που σχετίζονται με την προσβαλλόμενη απόφαση εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου, απορρίπτεται στο σύνολό του.

 

Με βάση λοιπόν το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι το αίτημα του αιτητή εξετάστηκε με επάρκεια και επιμέλεια σε όλα τα στάδια και υπήρξε επαρκής αιτιολόγηση της προσβαλλόμενης απόφασης εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου. Το περιεχόμενο της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία συμπληρώνεται από την αιτιολογημένη Έκθεση-Εισήγηση της αρμόδιας λειτουργού, στην οποία εκτίθενται λεπτομερώς οι λόγοι της απόρριψης του αιτήματος, αποκαλύπτει ότι η απόφασή της είναι  απόλυτα ορθή και στα πλαίσια της σχετικής νομοθεσίας και των εξουσιών του αρμόδιου οργάνου.

 

Ως εκ τούτου, η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με έξοδα €1000 υπέρ των καθ' ων η αίτηση, και εναντίον του αιτητή.

 

 

Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 



[1] International Crisis Group, Preventing Unrest in the Run-up to Cameroon’s Presidential Poll, Αύγουστος 2025, διαθέσιμο σε: https://www.crisisgroup.org/brf/africa/central-africa/cameroon/b206-preventing-unrest-run-up-cameroons-presidential-poll

[2] Open Doors, Cameroon: Full Country Dossier, Φεβρουάριος 2024, σελ. 7-8, διαθέσιμο σε: https://www.opendoors.org/persecution/reports/Cameroon-Full_Country_Dossier-ODI-2024.pdf

[4] EUAA, COI Query, Cameroon, Arrest warrants and wanted notices, Ιούλιος 2025, σελ. 3, διαθέσιμο σε: https://www.euaa.europa.eu/publications/coi-query-cameroon-arrest-warrants-and-wanted-notices

[5] EUAA, COI Query, Cameroon, Arrest warrants and wanted notices, Ιούλιος 2025, σελ. 3, διαθέσιμο σε: https://www.euaa.europa.eu/publications/coi-query-cameroon-arrest-warrants-and-wanted-notices

[6] EUAA, COI Query, Cameroon, Arrest warrants and wanted notices, Ιούλιος 2025, σελ. 5, διαθέσιμο σε: https://www.euaa.europa.eu/publications/coi-query-cameroon-arrest-warrants-and-wanted-notices

[7] EUAA, COI Query, Cameroon, Arrest warrants and wanted notices, Ιούλιος 2025, σελ. 5, διαθέσιμο σε: https://www.euaa.europa.eu/publications/coi-query-cameroon-arrest-warrants-and-wanted-notices

[8] Journal du Cameroun, Renown Cameroonian preacher accused of “defrauding” followers, Μάρτιος 2018, διαθέσιμο σε: https://journalducameroun.com/en/renown-cameroonian-preacher-accused-defrauding-followers/

[9] AfrikMag, Cameroun: Le pasteur Dieunedort Kamdem recherché par la Police, Μάρτιος 2018, διαθέσιμο σε: https://www.afrikmag.com/cameroun-pasteur-dieunedort-kamdem-recherche-police/

[10] UNHCR, Fact Sheet; UNHCR Cameroon Refugee; July 2024, Σεπτέμβριος 2024, σελ. 1, διαθέσιμο σε: https://data.unhcr.org/en/documents/download/111089

[11] European Commission, Cameroon, διαθέσιμο σε: https://civil-protection-humanitarian-aid.ec.europa.eu/where/africa/cameroon_en; UNOCHA, Cameroon Humanitarian Needs Overview 2024, Απρίλιος 2024, p. 9, διαθέσιμο σε: https://reliefweb.int/attachments/32c8a7cb-5dac-4c5f-92ec-f232a7bed6d0/CMR_HNO_2024_EN_20240123_v2%20%281%29.pdf

[12] HRW, Another Troubling Decision For Free Speech in Cameroon, Οκτώβριος 2024, διαθέσιμο σε: https://www.hrw.org/news/2024/10/11/another-troubling-decision-free-speech-cameroon

[13] OHCHR, UN High Commissioner for Human Rights Volker Türk concludes official visit to Cameroon, Αύγουστος 2024, διαθέσιμο σε: https://www.ohchr.org/en/statements/2024/08/un-high-commissioner-human-rights-volker-turk-concludes-official-visit-cameroon

[14] ACLED, CAMEROON, FIRST QUARTER 2025: Update on incidents according to Armed Conflict Location & Event Data compiled by ACCORD, Αύγουστος 2025, διαθέσιμο σε: https://www.ecoi.net/en/file/local/2129153/2025q1Cameroon_en.pdf

[15] ACLED Explorer, προσαρμοσμένη έρευνα, διαθέσιμο σε: https://acleddata.com/platform/explorer

[16] City Population, Cameroon, διαθέσιμο σε: https://www.citypopulation.de/en/cameroon/cities/


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο