D.K.T. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υποθ. Αρ.: 1910/2025, 24/4/2026
print
Τίτλος:
D.K.T. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υποθ. Αρ.: 1910/2025, 24/4/2026


ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

                                                                                 Υποθ. Αρ.: 1910/2025

24 Απριλίου 2026

[Β. ΚΟΥΡΟΥΖΙΔΟΥ-KΑΡΛΕΤΤΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με τάρθρο 146 του Συντάγματος

 Μεταξύ:

D.K.T. από την Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό και τώρα στο Παραλίμνι

Αιτητής

και-

Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου

Καθ' ων η Αίτηση

 

Κυριάκου Διονυσία, Δικηγόρος για τον Αιτητή.

Θωμά Βασιλική, Δικηγόρος για τους Καθ' ων η αίτηση.

Ο Αιτητής είναι παρών.  Παρούσα  και  η Ζ. Αγαπίου  (κα) για πιστή μετάφραση από Αγγλικά σε Ελληνικά και αντιστρόφως και η M. Louise (κα) για πιστή μετάφραση από Lingala σε Αγγλικά και αντιστρόφως.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Με την υπό κρίση προσφυγή, ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, ημερομηνίας 30/05/2025, η οποία του κοινοποιήθηκε την 10/07/2025, και δια της οποίας απορρίφθηκε το αίτημά του για παροχή διεθνούς προστασίας και αποφασίστηκε η επιστροφή του στη χώρα καταγωγής του ως άκυρη, παράνομη, αντισυνταγματική και στερούμενη οιουδήποτε έννομου αποτελέσματος. Περαιτέρω αιτείται απόφασης του Δικαστηρίου με την οποία να αναγνωρίζεται στον Αιτητή καθεστώς διεθνούς προστασίας

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Σύμφωνα με τα στοιχεία του Διοικητικού Φακέλου (εφεξής Δ.Φ.) που βρίσκονται ενώπιόν μου, ο Αιτητής είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό (εφεξής ΛΔΚ)  και στις 22/05/2023 υπέβαλε αίτηση χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας, η οποία καταχωρίστηκε αυθημερόν από το Κέντρο Πρώτης Υποδοχής Πουρνάρα (ερ. 3-1 και 7 του Δ.Φ.).

Ακολούθως, ο Αιτητής κλήθηκε τηλεφωνικώς την 17/05/2024 και την 16/07/2024 ώστε να παρευρεθεί στην προγραμματισμένη συνέντευξή του από την Υπηρεσία Ασύλου, χωρίς να καταστεί δυνατός ο εντοπισμός του. Στις 20/08/2024 δε, κλήθηκε δια επιστολής στην τελευταία δηλωθείσα διεύθυνσή του να παρευρεθεί στην προγραμματισμένη συνέντευξή του την 13/09/2024, χωρίς, ομοίως, να καταστεί εφικτή η πραγματοποίηση της συνέντευξής του (ερ. 19, 24).

Εν συνεχεία, την 16/09/2024, ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε Εισηγητική Έκθεση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου σχετικά με το κλείσιμο του φακέλου του Αιτητή και την διακοπή της διαδικασίας εξέτασης του αιτήματος ασύλου του, στη βάση της τεκμαιρόμενης σιωπηρής απόσυρσης/ υπαναχώρησης του Αιτητή από αυτήν. (ερ. 31-29 Δ.Φ.). Στις 16/09/2024, ο δεόντως εξουσιοδοτημένος αρμόδιος λειτουργός να εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε την Εισήγηση και αποφάσισε το κλείσιμο του φακέλου και την επιστροφή του Αιτητή στην ΛΔΚ, δυνάμει των σχετικών άρθρων του Περί Προσφύγων Νόμου. (ερ. 32 Δ.Φ.). Ακολούθως, την 16/09/2024 εξεδόθη απορριπτική επιστολή από την Υπηρεσία Ασύλου με αιτιολόγηση της απόφασης περί κλεισίματος του φακέλου, η οποία απεστάλη ταχυδρομικώς στην δηλωθείσα διεύθυνση του Αιτητή την 25/09/2024. (ερ. 33, 42 Δ.Φ.).

Στη συνέχεια, την 07/03/2025 ο Αιτητής υπέβαλε αίτημα για επανάνοιγμα του φακέλου της αίτησής του για διεθνή προστασία και ο φάκελος επανανοίχθηκε αυτόματα στις 07/05/2025 από την Υπηρεσία Ασύλου.(ερ. 57 Δ.Φ.)

Την 22/05/2025 πραγματοποιήθηκε η πρωτοβάθμια συνέντευξη του Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, προς εξέταση του αιτήματός του για διεθνή προστασία. (ερ. 81-70 Δ.Φ.).

Την ίδια ημέρα, ήτοι στις 22/05/2025 ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου συνέταξε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, εισηγούμενος την απόρριψη του αιτήματος του Αιτητή. (ερ. 116-100 Δ.Φ.).

Εν συνεχεία, στις 30/05/2025, η δεόντως εξουσιοδοτημένη από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός να ασκεί καθήκοντα Προϊστάμενου της Υπηρεσίας Ασύλου, αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας και την έκδοση απόφασης επιστροφής του Αιτητή στην χώρα καταγωγής του. (ερ. 117 Δ.Φ.).

Ακολούθως, στις 10/07/2025,  η Υπηρεσία Ασύλου ετοίμασε σχετική απορριπτική επιστολή μαζί με αιτιολόγηση της σχετικής απόφασης, η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή αυθημερόν, παραλήφθηκε δε και υπογράφτηκε ιδιοχείρως από τον ίδιο, κατόπιν επεξήγησης του περιεχομένου σε γλώσσα την οποία κατανοεί (ερ. 118 Δ.Φ.).

Στη συνέχεια, στις 28/07/2025, ο Αιτητής καταχώρισε την υπό εξέταση προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας (Δ.Δ.Δ.Π.), προσβάλλοντας την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου. 

 

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

Η συνήγορος του Αιτητή, δια του εισαγωγικού της δικογράφου, προώθησε διάφορους λόγους ακύρωσης προς υποστήριξη του αιτήματος για ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης. Ειδικότερα, ως προς την ουσία των ισχυρισμών του προσφεύγοντα, υποστηρίζεται ότι ο φόβος δίωξης που επικαλέστηκε ο Αιτητής και ο κίνδυνος που διέτρεχε στην χώρα καταγωγής του δεν αποδόθηκαν ορθά κατά την μετάφρασή τους από τα Λινγκάλα στα Αγγλικά, ως προς το περιεχόμενό τους. Επιπρόσθετα,  αποτελεί θέση του Αιτητή ότι δεν αξιολογήθηκαν σωστά από τους Καθ’ ων η Αίτηση τα δεδομένα και τα αποδεικτικά στοιχεία που παρουσίασε ο Αιτητής κατά την συνέντευξή του, με αποτέλεσμα να μην διαμορφωθεί ορθή κρίση κατά την εισήγηση και να εκδοθεί απόφαση υπό πλάνη, κατόπιν ελλιπούς έρευνας και χωρίς να αιτιολογηθεί δεόντως η απόφαση, η οποία λήφθηκε με αυτοματοποιημένη και όχι εξατομικευμένη διαδικασία. Επιπλέον, προβάλλεται ότι δεν συνεκτιμήθηκαν οι προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, και συγκεκριμένα το ότι δεν διαθέτει υποστηρικτικό δίκτυο στην χώρα καταγωγής του. (παρ. 2- 6 Αίτησης).

Δια της γραπτής αγόρευσης, η συνήγορος του Αιτητή προβάλλει ως λόγους ακύρωσης την κατάχρηση και υπέρβαση εξουσίας κατά παράβαση της διαδικασίας, όπως και την συνδρομή πραγματικής και νομικής πλάνη κατά την έκδοση της απόφασης και την έλλειψη δέουσας έρευνας ως προς τους ουσιώδεις ισχυρισμούς του Αιτητή, εκ των οποίων, κατά το στάδιο των Διευκρινίσεων, διατηρεί και προωθεί τον νομικό λόγο περί μη διεξαγωγής δέουσας έρευνας. Συγκεκριμένα, ως προς τη δέουσα έρευνα, ο Αιτητής, δια της συνηγόρου του, υποστηρίζει πως κατά την αξιολόγηση της αίτησής του δεν ελήφθη υπόψη ότι η ΛΔΚ δεν ανήκει στις ασφαλείς χώρες καταγωγής, δυνάμει της ΚΔΠ 145/2025. Επιπλέον, διατυπώνεται πως εσφαλμένα και αναιτιολόγητα κρίθηκαν ως ανεπαρκείς οι πληροφορίες που παρείχε ο Αιτητής αναφορικά με την περιουσιακή του κατάσταση και τις απειλές που δεχόταν σχετικά με αυτήν, όπως και αναφορικά με την φυλάκισή του μετά από καταγγελία του θείου του, και τον φόβο που του προκλήθηκε μετά την δολοφονία ενός μέλους των Kulunas κατόπιν συμπλοκής των συμμοριών. (παρ. 2.4 και 2.5 Γραπτής Αγόρευσης). Περαιτέρω, προβάλλει ότι η αξιολόγηση του 2ου και 3ου ουσιώδους ισχυρισμού του από την λειτουργό ως αναξιόπιστων, έγινε καταχρηστικά και κατόπιν πρόχειρης έρευνας και πως, περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση παραβιάζει την αρχή της μη επαναπροώθησης. (παρ. 2.6 και 2.19 Γραπτής Αγόρευσης).

Οι Καθ' ων η Αίτηση κατά την Ένστασή τους υπεραμύνονται της ορθότητας και της νομιμότητας της προσβαλλόμενης απόφασης και αντιτείνουν ότι η προσβαλλόμενη πράξη έχει ληφθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του Συντάγματος, των Νόμων και ειδικότερα του Περί Προσφύγων Νόμου, μετά από δέουσα έρευνα και ορθή ενάσκηση των εξουσιών που παρέχει ο Νόμος στους Καθ' ων η Αίτηση, κατ’ εφαρμογή των αρχών του διοικητικού δικαίου και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά με την υπόθεση στοιχεία, γεγονότα και περιστατικά, είναι δε επαρκώς και/ ή δεόντως αιτιολογημένη.

Στην γραπτή τους αγόρευση, οι Καθ’ ων η αίτηση επαναλαμβάνουν την θέση τους περί ορθότητας και νομιμότητας της επίδικης απόφασης και αντικρούουν τους λόγους ακύρωσης που εκτέθηκαν από την συνήγορο του Αιτητή, υποστηρίζοντας πως ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να αποσείσει το βάρος απόδειξης και να θεμελιώσει την εσωτερική αξιοπιστία των ισχυρισμών του, μηδέ στοιχειοθέτησε βάσιμο φόβο δίωξης συναρτώμενο με έναν από τους λόγους του άρθρου 3 (1) του Ν. 6(Ι)/2000. Περαιτέρω, είναι θέση των Καθ’ ων η αίτηση ότι ο Αιτητής δεν τεκμηριώνει τις εκ του νόμου προϋποθέσεις του άρθρου 3Γ του Περί Προσφύγων Νόμου, και καταληκτικά εισηγούνται την απόρριψη των νομικών ισχυρισμών του Αιτητή ως αβάσιμων και/ή απαράδεκτων και/ή ατεκμηρίωτων και όπως η υπό εξέταση προσφυγή απορριφθεί ως νόμω και ουσία αβάσιμη.

 

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

Καταρχάς πρέπει να λεχθεί ότι οι λόγοι ακύρωσης είναι με γενικότητα και αοριστία που εγείρονται στην παρούσα αίτηση.  Η απλή καταγραφή κατά ιδιαίτερο συνοπτικό τρόπο στους λόγους ακύρωσης της νομικής βάσης της προσφυγής δεν ικανοποιεί την επιτακτική ανάγκη του Καν. 7 του Ανωτάτου Συνταγματικού Διαδικαστικού Κανονισμού του 1962, όπως οι νομικοί λόγοι αναφέρονται πλήρως.  

Οι ισχυρισμοί για την ακύρωση μιας διοικητικής απόφασης πρέπει να είναι συγκεκριμένοι και να εξειδικεύουν ποια νομοθετική πρόνοια ή αρχή διοικητικού δικαίου παραβιάζεται. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Latomia Estate Ltd. v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672: «Η αιτιολόγηση των νομικών σημεχίων πάνω στα οποία βασίζεται μια προσφυγή είναι απαραίτητη για την εξέταση από ένα Διοικητικό Δικαστήριο των λόγων που προσβάλλουν τη νομιμότητα μιας διοικητικής πράξης».

Περαιτέρω δεν αρκεί η παράθεση των συγκεκριμένων διατάξεων της νομοθεσίας που κατ' ισχυρισμόν παραβιάζει η προσβαλλόμενη πράξη, αλλά θα πρέπει επίσης τα επικαλούμενα νομικά σημεία να αιτιολογούνται πλήρως.  Οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια σε σχέση με αυτά μπορεί να έχει ως συνέπεια την απόρριψη της προσφυγής. (βλ. Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 AΑΔ 598).

Επίσης είναι πλειστάκις νομολογημένο ότι, λόγοι ακύρωσης που δεν εγεί­ρονται στο δικόγραφο της προσφυγής δεν μπορούν να εξεταστούν με το να εγείρονται για πρώτη φορά στις γραπτές αγορεύσεις. Σχετικό είναι η  απόφαση της Ολομέλειας στη Φλωρεντία Πετρίδου ν. Επιτρο­πής Δημόσιας Υπηρεσίας, (2004) 3 Α.Α.Δ. 636 . Σχετική είναι και  η υπόθεση Σπύρου και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Προσφ. 571/94 κ.α., ημερ. 22.11.1995, στη σελ. 4

Οι αγορεύσεις αποτελούν τη μόνη μέθοδο ανάπτυξης των λόγων ακύρωσης ή ισχυρισμών που ήδη προσβλήθηκαν με το δικόγραφο της προσφυγής.

Σύμφωνα με την  Μαραγκός ν. Δημοκρατίας (2006) 3 Α.Α.Δ. 671 : «Για να καταστεί το θέμα επίδικο, πρέπει αυτό να εγείρεται σύμφωνα με τις δικονομικές διατάξεις και να αποφασίζεται ύστερα από εξαντλητική επιχειρηματολογία.»

«Η αγόρευση αποτελεί το μέσο για την έκθεση της επιχειρηματολογίας υπέρ της αποδοχής των λόγων ακύρωσης και όχι υποκατάστατο της στοιχειοθέτησής τους. Βλ. Παπαδοπούλας ν. Ιωσηφίδη κ.ά. (2002) 3 Α.Α.Δ. 601 και Λεωφορεία Λευκωσίας Λτδ ν. Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 56

Η συνήγορος του Αιτητή γενικά και αόριστα παραθέτει τα νομικά σημεία στην αγόρευσή της και επικαλείται παραβιάσεις του  περί Προσφύγων Νόμου και των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου ωστόσο ελλείπει οποιαδήποτε επιχειρηματολογία υπέρ της αποδοχής των λόγων ακύρωσης. Εκλείπει δε και η υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στους λόγους ακύρωσης που κατ' ισχυρισμό παραβιάζονται. Ωστόσο η συνήγορος απέσυρε όλους του νομικούς ισχυρισμού πλην τον ισχυρισμό περί ελλιπούς δέουσας έρευνας.

Τα όσα επομένως πιο κάτω εξετάζονται και  αποφασίζονται τελούν υπό την πιο πάνω τοποθέτηση.

Αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι δεν έγινε επαρκής η δέουσα έρευνα  όπως έχει πλειστάκις νομολογηθεί  η έκταση, ο τρόπος και η διαδικασία που ακολουθείται κατά τη διενέργεια της έρευνας, ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης. 

Όσο αφορά τα επί της ουσίας ζητήματα που το δικαστήριο καλείται να εξετάσει και ειδικότερα αναφορικά με την έρευνα  αυτή είναι  επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το θέμα που εξετάζεται. Το κριτήριο για την πληρότητα της έρευνας έγκειται στη συλλογή και τη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων τα οποία παρέχουν ασφαλή συμπεράσματα (Βλ. Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.α., Α.Ε. 1518/1.11.96, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου, Α.Ε. 1575/14.7.97A.Ε.2371, Motorways Ltd ν Δημοκρατίας ημερ. 25/6/99).

Το Δικαστήριο στα πλαίσια ελέγχου της επίδικης προσβαλλόμενης απόφασης εξετάζει κατά πόσο το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκεινται στη διακριτική ευχέρεια του εν λόγω αποφασίζοντος διοικητικού οργάνου και διαφέρουν κατά περίπτωση (Βλ. απόφαση αρ. 128/2008 JAMAL KAROU v Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 1 Φεβρουάριου 2010).

Όπως καταδεικνύεται από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, οι Καθ' ων η αίτηση ενήργησαν σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου και εξέτασαν όλα τα ουσιώδη στοιχεία που είχαν ενώπιον τους. Ειδικότερα, στην αρχή της συνέντευξης του, ο Αιτητής, αφού ενημερώθηκε για τη διαδικασία και τα δικαιώματά του επιβεβαίωσε ότι βρίσκεται σε καλή κατάσταση και ότι μπορεί να απαντήσει, ως επίσης ότι δεν έχει οποιεσδήποτε απορίες σχετικά με τη διαδικασία. Επιβεβαίωσε επίσης ότι δεν έχει έγγραφα να υποβάλει και όσα αναγράφονται στην αίτηση του είναι αληθή.

Όπως διαφαίνεται από τα στοιχεία τα οποία εμπεριέχονται στον διοικητικό φάκελο, ο αρμόδιος λειτουργός προέβη σε ενδελεχή εξέταση του αιτήματος του Αιτητή για παροχή διεθνούς προστασίας, καθώς και όλων των στοιχείων που είχε ενώπιον του, ενώ εξάντλησε κατά τη συνέντευξη με τον Αιτητή όλες τις πτυχές των ισχυρισμών του και εν τέλει εκεί όπου θεώρησε σκόπιμο προέβη σε περαιτέρω ανάλυση των δεδομένων μέσω  έρευνας  σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.

Έχω εξετάσει την προσβαλλόμενη απόφαση υπό το πρίσμα όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, κυρίως των όσων ο  Αιτητής δήλωσε τόσο με την υποβολή της αίτησης διεθνούς προστασίας, όσο και κατά τη διάρκεια της προφορικής του συνέντευξης ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, αλλά και όσων προβάλλει με την παρούσα προσφυγή.

Κατά την υποβολή του αιτήματός του για διεθνή προστασία στις 22/05/2023, αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτήν, ο Αιτητής κατέγραψε ότι εγκατέλειψε την Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό λόγω απειλών κατά της ζωής του και δίωξης που υπέστη εξαιτίας της περιουσίας που κληρονόμησε από τον πατέρα του ως μοναχοπαίδι. Συγκεκριμένα, δήλωσε πως απειλήθηκε από συγγενή της μητέρας του πατέρα του, ο οποίος τον εξανάγκασε να πωλήσει το ήμισυ της κληρονομιάς του. Δήλωσε επίσης πως συνέπεια της αντίθεσής του στην πώληση της περιουσίας του ήταν η φυλάκισή του για έξι (6) μήνες, η αποβολή του από την περιουσία και η καταδίωξή του από την οργάνωση των Kulunas  (ερυθρό 1 του «Δ.Φ.»).  

Αναφορικά με τα προσωπικά του στοιχεία ο Αιτητής δήλωσε υπήκοος Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, γεννηθείς στο Matadi την 12/05/1997, χριστιανός στο θρήσκευμα, άγαμος και ομιλών την γλώσσα Λινγκάλα. Ένας θείος του βρίσκεται στην Γαλλία, όπως δήλωσε. Εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του την 10/02/2023 και έφτασε στη Κυπριακή Δημοκρατία την 12/05/2023, μέσω Τουρκίας και των μη ελεγχόμενων από την κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχών (ερ. 4-1 Δ.Φ.).

Κατά την συνέντευξη που διεξήχθη την 22/05/2025 από αρμόδια λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, ο Αιτητής επιβεβαίωσε τα προσωπικά στοιχεία που είχε δηλώσει κατά την καταγραφή του αιτήματός του, και επιπλέον δήλωσε πως ανήκει στην φυλή Muyombe, πως, ως προς το εκπαιδευτικό του υπόβαθρο, έχει ολοκληρώσει τις 5 τάξεις της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στην χώρα του και δεν συνέχισε τις σπουδές του και πως στη ΛΔΚ εργάστηκε ως μουσικός, στο δικό του μουσικό στούντιο (ερ. 79 2χ Δ.Φ.). Ως προς το οικογενειακό του περιβάλλον δήλωσε πως ζούσε με τον πατέρα του ο οποίος απεβίωσε, δεν γνώρισε την μητέρα του και έχει ακόμα έναν αδερφό ο οποίος ζει στο Μαρόκο και με τον οποίο διατηρεί επικοινωνία. (ερ. 79 3χ και 78 1χ του Δ.Φ.). Μετά την γέννησή του στο Matadi, μετακόμισαν στην Kinshasa όταν ο ίδιος ήταν 5 ετών και η κοινότητα Ndjili της Kinshasa αποτέλεσε τον τόπο της τελευταίας συνήθους διαμονής του πριν αναχωρήσει από την χώρα καταγωγής του (ερ. 78 2χ Δ.Φ.). Ως προς το ταξίδι του δήλωσε πως πέρασε από Αίγυπτο και Τουρκία, έμεινε στις μη κυβερνητικά ελεγχόμενες περιοχές της κυπριακής Δημοκρατίας για 4 μήνες εργαζόμενος στις οικοδομές και εισήλθε χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις στην Δημοκρατία έχοντας πωλήσει τον μουσικό του εξοπλισμό στη ΛΔΚ (ερ. 78 3χ Δ.Φ.).

Ερωτηθείς εάν συνελήφθη ή κρατήθηκε ποτέ στην χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής απάντησε πως κατηγορήθηκε επειδή συνεπλάκη με τον θείο του που ήταν στρατιωτικός και φυλακίστηκε για 6 μήνες, αποφυλακίστηκε δε με προεδρική αμνηστία το 2016 (ερ. 77 1χ του Δ.Φ.).

Αναφορικά με τους λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής, κατά την διάρκεια της προφορικής του συνέντευξης, προέβαλε ότι εγκατέλειψε την Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό λόγω του ότι ο θείος του που υπηρετούσε στις ένοπλες δυνάμεις, μετά τον θάνατο της γιαγιάς του Αιτητή που είχε κληροδοτήσει την οικογενειακή κατοικία στον πατέρα του Αιτητή, επεδίωξε να πωλήσει την κατοικία τους και ο Αιτητής του αντιτάχθηκε, γεγονός που πυροδότησε οικογενειακή σύγκρουση. Ο θείος του απείλησε την ζωή του και κατόπιν συμπλοκής με τον θείο του, τον μετέφεραν στο αστυνομικό τμήμα, φυλακίστηκε για 6 μήνες και αποφυλακίστηκε με προεδρική χάρη. Αργότερα, ο Αιτητής ανέφερε πως ο θείος του συνεννοήθηκε με μέλη της οργάνωσης Kuluna, τα οποία του επιτέθηκαν στο στούντιό του. Την επόμενη ημέρα, σύμφωνα με τον Αιτητή, προσήλθαν άλλα άτομα των Kulunas και συνεπλάκησαν με τα άτομα που του είχαν επιτεθεί, με αποτέλεσμα τον θάνατο ενός εκ των επιτιθέμενων. Ο Αιτητής δήλωσε πως με αφορμή αυτό το περιστατικό, ο θείος του τον κατηγόρησε για τον θάνατο του ατόμου αυτού, γεγονός που ανάγκασε τον Αιτητή να κρυφτεί για δύο μήνες στην συνοικία Kinkole της Kinshasa, προτού εγκαταλείψει την ΛΔΚ (ερ. 77 2χ Δ.Φ.).

Σε ερωτήσεις σχετικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς του σπιτιού, ο Αιτητής διευκρίνισε πως το σπίτι, στο οποίο μεγάλωσε ο ίδιος, κληροδοτήθηκε από την γιαγιά του στον πατέρα του. Ωστόσο η οικογένεια της γιαγιάς του, μετά τον θάνατό της το 2011, και αφού είχε προηγηθεί ο θάνατος του πατέρα του το 2009, επεδίωκαν να το εκποιήσουν, αλλά ο ίδιος αρνιόταν (ερ. 76 3χ-6χ Δ.Φ.). Στη συνέχεια πρόσθεσε πως το σπίτι είχε περάσει στην ιδιοκτησία την δική του και του αδερφού του, αφού ο πατέρας του δεν ζούσε, και πως οι τίτλοι ιδιοκτησίας ανέφεραν τα ονόματα της γιαγιάς του, του πατέρα του, του ίδιου και του αδερφού του. Ερωτηθείς με ποια νομιμοποίηση ζητούσαν τρίτα πρόσωπα να πωλήσουν το σπίτι που ήταν επίσημα στην κυριότητά του, ο Αιτητής εξήγησε πως στη χώρα του όποιος έχει επιρροή μπορεί να κάνει ό,τι επιθυμεί (ερ. 75 4χ- 7χ Δ.Φ.). Ζητηθείς επίσης να εξηγήσει γιατί ο θείος του ζητούσε από τον ίδιο να πωλήσει το σπίτι, αφού θα μπορούσε και ο ίδιος να το πράξει, ως πρόσωπο με επιρροή, ο Αιτητής απάντησε πως ο θείος του φοβόταν γιατί η γιαγιά του είχε πει πως όποιος το πωλήσει θα πεθάνει (ερ. 75 8χ-9χ Δ.Φ.).

Ερωτηθείς πότε ξεκίνησε να έχει προβλήματα με την οικογένεια της γιαγιάς του, ο Αιτητής απάντησε το 2011, μετά τον θάνατό της (ερ. 76 5χ Δ.Φ.). Ερωτηθείς στην συνέχεια εάν είχε την δυνατότητα να αντιμετωπίσει τους συγγενείς του το 2011 όντας ανήλικος και δη 15 ετών, ο Αιτητής απάντησε ότι η διαμάχη ξεκίνησε το 2020. Ζητηθείς να εξηγήσει τις χρονολογικές ανακολουθίες σχετικά με τις δηλώσεις του ότι φυλακίστηκε το 2016, ότι, όπως δήλωσε αρχικά η οικογενειακή διαφορά ξεκίνησε το 2011, αναφέροντας ωστόσο στη συνέχεια ότι όλα ξεκίνησαν το 2020 που είχε ενηλικιωθεί, ο Αιτητής απάντησε πως το 2011 η οικογένεια της γιαγιάς του εγκαταστάθηκε στο σπίτι όπου μέχρι τότε ζούσε ο Αιτητής με την γιαγιά του και την αδερφή της, ότι πράγματι η σωματική συμπλοκή συνέβη το 2016 και πως το 2020 έλαβε τις απειλές από τους Kuluna (ερ. 76 5χ -10χ Δ.Φ.). Σημειώνεται πως η λειτουργός στο ερυθρό 76-10χ εκ παραδρομής ρώτησε  τον Αιτητή λαμβάνοντας ως δεδομένο ότι ο Αιτητής ήταν 17 ετών το 2016, ωστόσο, σύμφωνα με την δηλωθείσα χρονολογία γέννησης ο Αιτητής ήταν 19 ετών, ήτοι ενήλικος κατά την σύλληψη και φυλάκισή του αυτός απάντησε :<<Yes  I got arrested and put me in the section of the minor >> Η απάντηση που έδωσε ο Αιτητής ενισχύει περαιτέρω την αναξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού.

Κληθείς να παράσχει περισσότερες πληροφορίες για τον θείο του, ο Αιτητής εξήγησε πως στην πραγματικότητα είναι ο μικρότερος αδερφός της γιαγιάς του και πως εργάζεται ως αστυνομικός στο τμήμα καταπολέμησης εγκλημάτων, προσθέτοντας πως ο πατέρας του δεν είχε καλές σχέσεις μαζί του, χωρίς ωστόσο να γνωρίζει τον λόγο (ερ. 76 11χ-12χ και ερ. 75 1χ-3χ Δ.Φ.).

Αναφορικά με το περιστατικό της συμπλοκής με τον θείο του, ο Αιτητής περιέγραψε πως συνέβη όταν ο θείος του ήλθε στο σπίτι με υποψήφιο αγοραστή, ο Αιτητής ζήτησε από τον αγοραστή να φύγει και τότε ο θείος του τον χαστούκισε και άρχισε να τον βρίζει, με αποτέλεσμα να πιαστούν στα χέρια, να τον ακινητοποιήσει ο θείος του και με την βοήθεια ενός ένστολου συναδέλφου του να μεταφέρουν τον Αιτητή στο αστυνομικό τμήμα, όπου του απαγγέλθηκαν κατηγορίες σωματικής επίθεσης σε αστυνομικό (ερ. 75 13χ-18χ Δ.Φ.).

Ερωτηθείς σχετικά με την διαδικασία της σύλληψης και της φυλάκισής του, ο Αιτητής απάντησε πως δεν ερωτήθηκε τίποτα στο αστυνομικό τμήμα, πως δεν μεσολάβησε δίκη πριν την προσωποκράτησή του και πως έμεινε 6 μήνες στην φυλακή Makala, στην πτέρυγα 10, των ανηλίκων. Ο Αιτητής αρχικά δήλωσε πως παρέμεινε υπό κράτηση από τον Μάρτιο 2016 μέχρι τον Ιούλιο-Αύγουστο του 2016, αμέσως μετά δήλωσε πως αποφυλακίστηκε τον Δεκέμβριο του 2016 και στη συνέχεια πως αποφυλακίστηκε τον Ιανουάριο-Δεκέμβριο του 2017 (ερ. 74 1χ-9χ Δ.Φ.).

Ζητηθείς να περιγράψει μια τυπική ημέρα στην φυλακή, ο Αιτητής ανέφερε πως οι νεοεισερχόμενοι έπρεπε να καθαρίζουν τις τουαλέτες και πως ο ίδιος, όπως όλοι όσοι δεν είχαν χρήματα, κατέληγαν να κοιμούνται στον διάδρομο, καθώς δεν είχαν δικό τους κελί/κρεβάτι (ερ. 74 1χ Δ.Φ.). Πρόσθεσε πως δόθηκε προεδρική χάρη σε περίπου 200 κρατούμενους τον Αύγουστο του 2016 και έτσι απελευθερώθηκε (ερ. 74 11χ-12χ Δ.Φ.).

Σχετικά με το τι επακολούθησε της απελευθέρωσής του, ο Αιτητής δήλωσε πως δεν γνωρίζει τον λόγο για τον οποίο ο θείος του στο μεταξύ δεν είχε πωλήσει το σπίτι, και πως ξεκίνησε να πηγαινοέρχεται στο Lufu για να προμηθεύεται πράγματα τα οποία μεταπωλούσε στην Kinshasa για να έχει κέρδος και να καταφέρει να εξοπλίσει το στούντιό του (ερ. 74 13χ- 17χ Δ.Φ.).

Ερωτηθείς τι γνωρίζει σχετικά με τους Kuluna, ο Αιτητής απάντησε πως είναι άτομα τα οποία ληστεύουν, κάνουν διαρρήξεις και βιάζουν, κάνοντας χρήση ναρκωτικών ουσιών. Πρόσθεσε δε πως ο ίδιος τους γνώριζε γιατί τραγουδούσε ως μουσικός για εκείνους έναντι αμοιβής και πως κάποιους από αυτούς τους είχε βοηθήσει όταν είχαν ανάγκη (ερ. 74 18χ και ερ. 73 1χ-5χ Δ.Φ.).

Σχετικά με το περιστατικό της επίθεσης από μέλη των Kuluna, ο Αιτητής δήλωσε πως συνέβη την 10/01/2023 στη 1 τα ξημερώματα ενόσω βρισκόταν στο στούντιό του, όταν μπήκαν χτυπώντας την πόρτα με κάτι βαρύ, έσπασαν μπουκάλια, τον απειλούσαν και τον τραυμάτισαν, ενώ ο θείος του βρισκόταν έξω από την πόρτα κρατώντας όπλο και δείχνοντας ευχαριστημένος, χωρίς να προστρέξει σε βοήθεια. Ερωτηθείς εάν κάλεσε την αστυνομία, απάντησε καταφατικά αλλά δήλωσε πως δεν ήρθαν γιατί δεν είχε χρήματα να τους δώσει (ερ. 73 6χ-10χ Δ.Φ.).

Ζητηθείς να περιγράψει πώς τον συνέδραμαν τα μέλη των Kuluna με τα οποία διατηρούσε καλές σχέσεις, ο Αιτητής ανέφερε πως το έμαθαν τη νύχτα, τον ρώτησαν τι έγινε και πως, επειδή δεν συνεργάζονταν με αυτούς που του επιτέθηκαν, έσπευσαν να τους βρουν για εκδίκηση, στην γειτονιά 12 της περιοχής LAIC, προσθέτοντας πως ο ίδιος δεν ήταν παρών, αλλά έμαθε την επόμενη ημέρα πως ένα παιδί από εκείνη την γειτονιά σκοτώθηκε και ακούστηκε πως ο ίδιος ήταν ο δράστης (ερ. 73 11χ-18χ Δ.Φ.).

Σχετικά με το τι επακολούθησε της συμπλοκής, ο Αιτητής δήλωσε πως η οικογένεια του θανόντος και περίοικοι που τον είχαν δει να συζητάει με μέλη των Kuluna τον κατηγορούσαν ως δράστη και πως ο θείος του εμπλεκόταν στην στοχοποίησή του καθώς ανήκε στην ομάδα που διερευνούσε το περιστατικό. Στη συνέχεια κρύφτηκε στην Kinkole, στο σπίτι μιας εκδιδόμενης κοπέλας, η οποία ήταν φίλη του και μέχρι να αναχωρήσει από την ΛΔΚ δεν κυκλοφορούσε ούτε εντοπίστηκε από κανέναν (ερ. 72 2χ- 13χ Δ.Φ.).

Ερωτηθείς τι θα του συνέβαινε σε περίπτωση επιστροφής στην χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής δήλωσε πως οι Kuluna θα προσπαθήσουν να τον σκοτώσουν επειδή πέθανε ένας από αυτούς, η δε αστυνομία θα τον συλλάβει, ο θείος του θα συνεχίσει να τον απειλεί και επιπρόσθετα δεν θα έχει κάπου να διαμείνει καθώς δεν γνωρίζει εάν το σπίτι του έχει στο μεταξύ πωληθεί (ερ. 71 6χ Δ.Φ.).

Σχετικά με την δυνατότητα εσωτερικής μετεγκατάστασης, ο Αιτητής επίσης δήλωσε πως δεν πιστεύει πως θα μπορούσε να ζήσει με ασφάλεια σε άλλη περιοχή της ΛΔΚ (ερ. 71 5χ Δ.Φ.).

Υπό το φως των ως άνω πληροφοριών, ως αυτές προκύπτουν από το πρακτικό της συνέντευξης και τα λοιπά στοιχεία του διοικητικού φακέλου, Κατά την αξιολόγηση της αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή η αρμόδια λειτουργός διέκρινε τρεις (3) ουσιώδεις ισχυρισμούς απορρέοντες από τις δηλώσεις του. Ο πρώτος αφορούσε τα προσωπικά στοιχεία του Αιτητή, το προφίλ, και την χώρα καταγωγής του, ο δεύτερος αφορούσε την φυλάκισή του για 6 μήνες ως αποτέλεσμα της διαμάχης με τον θείο του λόγω περιουσιακών διαφορών, ο δε τρίτος άπτεται της δήλωσης ότι αναζητείται από μέλη της οργάνωσης Kuluna επειδή τον θεωρούν υπεύθυνο για τον θάνατο ενός μέλους τους (ερ. 114 Δ.Φ.).

Αναφορικά με τον πρώτο ισχυρισμό, η αρμόδια λειτουργός αξιολόγησε τις δηλώσεις του Αιτητή ως προς την χώρα και περιοχή καταγωγής του, το προφίλ και τα προσωπικά του στοιχεία και έκρινε πως παρουσιάστηκαν με συνεκτικό τρόπο και πως πληρούν την εσωτερική αξιοπιστία.   Περαιτέρω, η λειτουργός παρέθεσε εξωτερικές πηγές από την χώρα καταγωγής του Αιτητή και έλαβε υπόψη το πρωτότυπο διαβατήριο που κατέθεσε, τα οποία επαληθεύουν τους ισχυρισμούς του και κατέληξε πως στοιχειοθετείται και η εξωτερική αξιοπιστία, συνεπώς έκανε τον εν λόγω ισχυρισμό αποδεκτό (ερ. 114-113 του Δ.Φ.).

Ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή ότι φυλακίστηκε συνεπεία της περιουσιακής διαμάχης που είχε με τον θείο του και της συμπλοκής τους, η λειτουργός έκρινε πως τα σχετικά περιστατικά παρουσιάστηκαν με μη συνεκτικό, μη λεπτομερή και ασυνεπή τρόπο. Συγκεκριμένα, αξιολογήθηκε πως ο Αιτητής περιέγραψε με αόριστο και μη βιωματικό τρόπο το περιουσιακό ζήτημα και την οικογενειακή διένεξη, χωρίς να εξειδικεύει πώς προέκυψε η κλιμάκωση που οδήγησε στην φυλάκισή του. Περαιτέρω, εντοπίστηκαν χρονικές ασυνέπειες σχετικά με το περιστατικό σύλληψης και φυλάκισης (βλ. και παραπάνω απαντήσεις σε ερυθρό 76 5χ -10χ Δ.Φ.) γεγονός που αποδυναμώνει τον ισχυρισμό ως προς το βιωματικό του στοιχείο, σύμφωνα με την λειτουργό. Κατά την λειτουργό, ο Αιτητής δεν παρείχε σαφείς και συνεκτικές απαντήσεις ως προς την εμπειρία της σύλληψής του, τις κατηγορίες που του απαγγέλθηκαν, την διαδικασία που ακολουθήθηκε, δεν προσδιόρισε με συγκεκριμένο τρόπο την διάρκεια της κράτησης και το χρονικό σημείο της αποφυλάκισής του, ενώ δεν παρείχε λεπτομερείς πληροφορίες ως προς τον λόγο της αποφυλάκισής του, στοιχεία που δεν συνάδουν, σύμφωνα με την λειτουργό, με βιωμένη εμπειρία. Ακολούθως, ως προς την εξωτερική αξιοπιστία η λειτουργός σημείωσε πως, κατ’ αρχάς, οι εν λόγω ισχυρισμοί του Αιτητή αποτελούνται από περιστατικά εγγενώς ιδιωτικής φύσεως, τα οποία, δεδομένου ότι δεν προσκομίστηκαν στοιχεία προς επιβεβαίωσή τους, αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός του και δεν συντρέχουν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν την περαιτέρω ανάλυσή τους μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης. Συμπερασματικά, η λειτουργός απορρίπτει τον εν λόγω ισχυρισμό, στη βάση του ότι δεν στοιχειοθετήθηκε η εσωτερική αξιοπιστία του (ερ. 112-110 του Δ.Φ.).

Ως προς τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό ότι εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του αφού μέλη της οργάνωσης Kuluna τον θεώρησαν υπεύθυνο για τον θάνατο ενός μέλους τους και τον αναζητούσαν, η λειτουργός διαπίστωσε ότι οι σχετικές δηλώσεις του Αιτητή δεν παρουσίασαν συνοχή, συνέπεια και επάρκεια λεπτομερειών. Ειδικότερα, η λειτουργός έκρινε πως το περιστατικό της επίθεσης από την ομάδα των Kuluna που οργάνωσε ο θείος του αποδόθηκε με μη συνεκτικό και αόριστο τρόπο, ενώ εύλογα θα αναμένονταν περισσότερες λεπτομέρειες λόγω του ότι αποτελεί τον πυρήνα του αιτήματος του Αιτητή. Εξίσου μη συγκεκριμένες και ασυνεπείς κρίθηκαν οι δηλώσεις του Αιτητή ως προς τι συνέβη μετά την απελευθέρωσή του και τι απέγινε η περιουσία του. Ως προς την δράση της οργάνωσης Kuluna, επίσης, οι απαντήσεις του Αιτητή κρίθηκαν ως  μη λεπτομερείς. Σχετικά με το περιστατικό της συμπλοκής των δύο επιμέρους ομάδων των Kuluna η λειτουργός αναφέρει πως θα αναμενόταν εύλογα από τον Αιτητή να είναι σε θέσει να παράσχει περισσότερες πληροφορίες, η έλλειψη των οποίων αποδυναμώνει τον βιωματικό χαρακτήρα του περιστατικού. Ομοίως, διαπιστώνει πως, σχετικά με τον ισχυρισμό ότι κατηγορήθηκε και τον αναζητούσε και η αστυνομία ως ύποπτο για τον θάνατο του ενός μέλους των Kuluna, ο Αιτητής δεν παρείχε συγκεκριμένες πληροφορίες για το πώς έμαθε ότι κατηγορείται και δεν εξήγησε πώς εγκατέλειψε την χώρα του χωρίς να αντιμετωπίσει κάποιο πρόβλημα. Επιπρόσθετα, δεν κατόρθωσε να εξηγήσει με εύλογο και σαφή τρόπο τις ανακολουθίες μεταξύ της αρχικής του αίτησης και της συνέντευξης αναφορικά με τις απειλές που δήλωσε ότι δέχθηκε και το ότι είχαν στο μεταξύ πωλήσει την μισή του περιουσία, ενώ κατά την συνέντευξη δήλωσε πως δεν είχε πωληθεί το σπίτι, διευκρινίζοντας έπειτα πως δεν γνώριζε εάν είχε πωληθεί. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, μολονότι οι ισχυρισμοί αφορούν περιστατικά ιδιωτικής φύσεως, η λειτουργός παραθέτει πληροφορίες σχετικά με την παρουσία και δράση των συμμοριών των Kulunas στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό από την πηγή Organized Crime and Corruption, οι οποίες διαπίστωσε πως αντιστοιχούν στα περιγραφόμενα από τον Αιτητή περιστατικά, επιβεβαιώνοντας πως οι ομάδες Kuluna αναλαμβάνουν σε ορισμένες περιστάσεις τον ρόλο του προστάτη σε γειτονιές της Kinshasa στη ΛΔΚ. Ωστόσο, η λειτουργός υποστηρίζει πως η εξωτερική επαλήθευση δεν δύναται να αντισταθμίσει την έλλειψη εσωτερικής αξιοπιστίας και ως εκ τούτου απορρίπτει τον υπό εξέταση ισχυρισμό, δεδομένου ότι τα περιστατικά δεν παρουσιάστηκαν με συνοχή, συνέπεια και επάρκεια λεπτομερειών (ερ. 109- 105 Δ.Φ.).

Ακολούθως, η αρμόδια λειτουργός προχώρησε σε αξιολόγηση του μελλοντοστραφούς κινδύνου που ενδέχεται να αντιμετωπίσει ο Αιτητής στα πλαίσια του ισχυρισμού που έγινε δεκτός, ήτοι στη βάση του ισχυρισμού περί των προσωπικών του στοιχείων και του προφίλ του. Η λειτουργός, συνεκτιμώντας τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, ήτοι ότι πρόκειται για νεαρό άνδρα, άγαμο, υγιή, με μέτριο μορφωτικό επίπεδο που όμως εργαζόταν στην χώρα καταγωγής του ως μουσικός, χωρίς υποστηρικτικό δίκτυο στην χώρα του και χωρίς να εμπίπτει σε κάποια ευάλωτη κοινωνική ομάδα, όπως και την επικρατούσα κατάσταση ασφαλείας στην ΛΔΚ και στην Kinshasa συγκεκριμένα παραθέτοντας σχετικές πηγές, κατέληξε ότι δεν υπάρχει εύλογος βαθμός πιθανότητας να θεωρηθεί ότι ο Αιτητής σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής του θα αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, στη βάση της επικρατούσας κατάστασης (ερ. 104-102 του Δ.Φ.).

Ενόψει των ανωτέρω ευρημάτων, των ισχυρισμών, του προφίλ του Αιτητή, της αξιολόγησης κινδύνου και της νομικής ανάλυσης, η αρμόδια λειτουργός κατέληξε ότι ο Αιτητής δεν δικαιούται προσφυγικού καθεστώτος, δεδομένου ότι στο πρόσωπό του δεν τεκμηριώθηκε ότι συντρέχουν εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης συνδεόμενο με έναν από τους λόγους που αναφέρονται  στο άρθρο 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951, στο άρθρο 10 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ και στο άρθρο 3 και 3Δ του Περί Προσφύγων Νόμου. (ερ. 94 Δ.Φ.)

Περαιτέρω, η αρμόδια λειτουργός κατέληξε ότι δεν δικαιολογείται αναγνώριση συμπληρωματικής προστασίας στο πρόσωπο του Αιτητή, δυνάμει του άρθρου 15, εδάφια (α) και (β), της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (αντίστοιχο άρθρο 19(2), εδάφια (α) και (β), του περί Προσφύγων Νόμου), καθότι δεν διαπιστώθηκε ότι σε περίπτωση επιστροφής του στη ΛΔΚ θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ή βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή/και εξευτελιστικής μεταχείρισης ή/και τιμωρίας.

Επιπρόσθετα, η λειτουργός έκρινε ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για χορήγηση συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (αντίστοιχο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου), καθότι δεν διαπιστώθηκε ότι υπάρχει λόγος να πιστεύεται ότι ο Αιτητής θα αντιμετωπίσει σοβαρή και προσωπική απειλή ως άμαχος πολίτης, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης κατά την επιστροφή του στην πολιτεία της Kinshasa στην χώρα καταγωγής του. (ερ. 93 Δ.Φ.).

Στη βάση όλων των ανωτέρω, το αίτημα του Αιτητή για διεθνή προστασία απορρίφθηκε δια της προσβαλλόμενης απόφασης.

Όπως διαφαίνεται από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου οι Καθ' ων η αίτηση ενήργησαν σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου και εξέτασαν όλα τα ουσιώδη στοιχεία που είχαν ενώπιον τους.

Έχω εξετάσει με προσοχή τις απαντήσεις που ο Αιτητής έδωσε κατά τη διάρκεια της συνέντευξης του ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου και έχω διαπιστώσει ότι ο αρμόδιος λειτουργός έκανε επαρκείς ερωτήσεις για να καλύψει, τόσο τον πυρήνα του αιτήματος, όσο και τα επιμέρους θέματα, ενώ ακολούθησε την ορθή διερευνητική διαδικασία.

Συγκεκριμένα, ορθά η Υπηρεσία Ασύλου έκανε αποδεκτό τον ισχυρισμό αναφορικά με τη χώρα καταγωγής και τον τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή αφού δεν προέκυψε κανένα στοιχείο περί του αντιθέτου.

Σε σχέση με τον δεύτερο και τρίτο  ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή ,ορθά και πάλι οι Καθ' ων η αίτηση έκριναν τον  Αιτητή εσωτερικά και εξωτερικά  αναξιόπιστο και απέρριψαν τον δεύτερο και τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό του, καθώς οι πλειονότητα των απαντήσεων του είναι διατυπωμένες με γενικότητα, χωρίς συνέπεια και συνοχή ενώ παράλληλα ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να δώσει λεπτομέρειες αναφορικά με τον πυρήνα του αιτήματός του. Περαιτέρω οι απαντήσεις του σε ουσιώδη ερωτήματα ορθά δεν έγιναν αποδεκτοί ως ευλογοφανείς από του Καθ΄ων η αίτηση. Αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού του  Αιτητή για ύπαρξη των συμμοριών επ΄ονοματι Kulunas στην Kinshasa και την κρατική αντιμετώπιση του φαινομένου το Δικαστήριο προέβηκε και σε δική του έρευνα σε εξωτερικές πήγες πληροφόρησης όπου εντόπισε πως το φαινόμενο των συμμοριών νεαρών ατόμων γνωστών ως Kuluna, πιστεύεται ότι εμφανίστηκε στην Κινσάσα περίπου το έτος 2000 και προέκυψε από μια γενική κατάσταση ανομίας.[1] Ο όρος kuluna χρησιμοποιείται για τις οργανωμένες εγκληματικές συμμορίες που δρουν στην Kinshasa.[2] Οι Kulunas περιγράφονται ως «κυρίως έφηβοι και νεαροί άνδρες σε οργανωμένες εγκληματικές συμμορίες περίπου 10 έως 20 μελών» που είναι γνωστό ότι κουβαλούν μαχαίρια, σπασμένα μπουκάλια ή μαχαίρια και ότι απειλούν ή αποσπούν δια της χρήσης βίας  χρήματα, κοσμήματα, κινητά τηλέφωνα και άλλα τιμαλφή. Αν και το φαινόμενο ήταν αρχικά περιορισμένο στις φτωχότερες συνοικίες της Κινσάσα, όπως το Yolo, το Limete, το Matete και το Makala Kinshasa, σταδιακά επεκτάθηκε στην υπόλοιπη πρωτεύουσα, καθώς και σε άλλες πόλεις.[3]

Ως προς την κρατική αντιμετώπιση του φαινομένου, έχουν σημειωθεί κατά καιρούς επιχειρήσεις, ονόματι «Operation Likofi». Η πρώτη αστυνομική επιχείρηση κατά των συμμοριών Kuluna, με την ονομασία αυτή, η οποία διήρκεσε από τον Νοέμβριο 2013 έως τον Φεβρουάριο 2014, είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο τουλάχιστον πενήντα ενός (51) ατόμων και την εξαναγκαστική εξαφάνιση τριάντα τριών (33) ακόμη στην Κινσάσα.[4] Σύμφωνα με το Global Initiative Against Transnational Organized Crime, δεξαμενή σκέψης με έδρα τη Γενεύη, κατά την περίοδο 2013–2018 πραγματοποιήθηκαν άλλες τέσσερις (4) επιχειρήσεις Likofi, όλες εκ των οποίων περιελάμβαναν στοχευμένες δολοφονίες μελών συμμοριών. [5]

Σύμφωνα με έκθεση της Human Rights Watch του Νοεμβρίου 2020: «υπό τη διοίκηση του Προέδρου Félix Tshisekedi, η αστυνομία έχει κατά το τρέχον έτος συλλάβει εκατοντάδες υπόπτους Kuluna εν μέσω ανανεωμένης ανασφάλειας στην πρωτεύουσα. Περίπου εκατό εξ αυτών έχουν μεταφερθεί, χωρίς απαγγελία κατηγοριών ή δίκη, σε παραστρατιωτικό εκπαιδευτικό κέντρο στη νότια επαρχία Haut-Lomami. Οι υπόλοιποι παραμένουν υπό κράτηση στην Κινσάσα εν αναμονή απαγγελίας κατηγοριών»[6] Μετά τη μεταφορά της πρώτης ομάδας μελών Kuluna στο παραστρατιωτικό εκπαιδευτικό κέντρο στο Kanyama Kasese για την εκτέλεση εθνικής υπηρεσίας, στις 3 Νοεμβρίου 2020, πραγματοποιήθηκαν άλλοι έξι γύροι μεταφορών από την αστυνομία έως τις 18 Αυγούστου 2021, ανεβάζοντας τον συνολικό αριθμό των μελών Kuluna στο Kanyama Kasese σε 2.100.[7] Συνεπώς προκύπτει πως ακόμα και αν ο ισχυρισμός του Αιτητή από την εν λόγω συμμορία κρινόταν αξιόπιστος ο Αιτητής ειχε την ευκαιρία να ζητήσει προστασία από τις αρχές της χώρας του .

Εν πάση περιπτώσει  κρίνω ότι ο λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, στην έκθεση-εισήγηση, αξιολόγησε κάθε έκαστο ισχυρισμό του Αιτητή  και για τους λόγους που εκτενώς καταγράφηκαν στην εισήγησή του, εύλογα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αξιοπιστία του δεν κρίνεται ως ικανοποιητική και ως εκ τούτου ορθά δεν παραχωρήθηκε το ευεργέτημα της αμφιβολίας, όπως αυτό καθορίζεται στην παράγραφο 204 του Εγχειριδίου για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων.

Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι σε κάθε περίπτωση και σύμφωνα με το άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, εναπόκειται στον εκάστοτε Αιτητή/Αιτήτρια να τεκμηριώσει την αίτησή του για διεθνή προστασία που στην συγκεκριμένη περίπτωση η ηλικία του το μορφωτικό του επίπεδο και γενικότερα το προφίλ του δεν τον εμπόδιζε προς τούτο. Στην υπό κρίση περίπτωση, για τους λόγους που αναλύθηκαν ανωτέρω, ο Αιτητής δεν κατάφερε τεκμηριώσει κάποια παρελθούσα πράξη δίωξης σε βάρος του ούτε κατά τη διάρκεια της προφορικής του συνέντευξης, αλλά  ούτε  κατά την ενώπιον μου διαδικασία. 

Έχει, πολλάκις, νομολογηθεί ότι κρίση επί της αξιοπιστίας του αιτητή και έγκριση κωλύματος έγκρισης αίτησης για το λόγο αναξιοπιστίας ως προς τα προβαλλόμενα από τον αιτητή είναι επιτρεπτή (AMIRI  ΚΑΙ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ Κ.Α. (2009 3 Α.Α.Δ. 358).

Επομένως, ορθά ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης του για διεθνή προστασία.

Περαιτέρω, συμφωνώ με την αξιολόγηση κινδύνου στην οποία προέβη ο λειτουργός στη βάση του αποδεκτού ουσιώδους ισχυρισμού, καθώς και με το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε αναφορικά με την μη πλήρωση των προϋποθέσεων αναγνώρισης προσφυγικού καθεστώτος καθώς ο Αιτητής δεν κατάφερε να στοιχειοθετήσει βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης για ένα από τους πέντε λόγους που εξαντλητικά αναφέρονται στο  Άρθρο  3(1) του περί Προσφύγων Νόμου και του Άρθρου 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων.

Σημειώνεται πως λόγω του ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή αναφορικά με τους λόγους που φέρεται να εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του απορρίφθηκαν στο σύνολό τους ως μη αξιόπιστοι, δεν πληρούνται και οι προϋποθέσεις υπαγωγής του Αιτητή στα άρθρα 19 (2) (α) και (β) περί συμπληρωματικής προστασίας, καθώς δεν προέκυψαν στοιχεία εκ των οποίων μπορεί να συναχθεί ότι σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής κινδυνεύει να αντιμετωπίσει θανατική ποινή ή εκτέλεση κατά την έννοια του άρθρου 19 (2) (α), ή άλλως βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία κατά την έννοια του άρθρου 19 (2) (β).

Αναφορικά δε με την μη πλήρωση των προϋποθέσεων παροχής συμπληρωματικής προστασίας προς το πρόσωπο του Αιτητή υπό την έννοια του άρθρου 19 (2) (γ) του Περί Προσφύγων Νόμου ή άλλως του άρθρου 15 (γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, κρίνω σκόπιμο να παρατεθούν αρχικά τα κάτωθι:

Το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου προϋποθέτει ουσιώδεις λόγους να πιστεύεται ότι ο Αιτητής θα υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, υπάρχει ευρεία νομολογία τόσο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου (βλ. Galina Bindioul v.Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία,Υποθ. Αρ.851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015όσο και του ΔΕΕ (βλ. C-285/12, A. Diakité v. Commissaire général aux réfugiés et aux apatrides, 30/01/2014, C-465/07, Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie, 17/02/2009), καθώς επίσης και του ΕΔΔΑ (βλK.A.B. v. Sweden, 886/11, 05/09/2013 (final 17/02/2014), Sufi and Elmi v. the United Kingdom, 8319/07 and 11449/07, 28/11/2011) στις οποίες ερμηνεύεται η έννοια της «αδιακρίτως ασκούμενης βίας» και της «ένοπλης σύρραξης» και τίθενται κριτήρια ως προς τη σοβαρότητα του κινδύνου που προϋποτίθεται για την αξιολόγηση των περιπτώσεων στις οποίες εξετάζεται η πιθανότητα παραχώρησης συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.

Στην υπόθεση Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretarisvan Justitie παρ. 35, το ΔΕΕ αναφέρει ότι «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας[1]» ενώ στην παρ. 37 αναφέρει ότι «η απλή αντικειμενική διαπίστωση κινδύνου απορρέοντος από τη γενική κατάσταση μιας χώρας δεν αρκεί, καταρχήν, για να γίνει δεκτό ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, συντρέχουν ως προς συγκεκριμένο πρόσωπο, εντούτοις, καθόσον η αιτιολογική αυτή σκέψη χρησιμοποιεί τον όρο «συνήθως», αναγνωρίζει το ενδεχόμενο υπάρξεως μιας εξαιρετικής καταστάσεως, χαρακτηριζομένης από έναν τόσο υψηλό βαθμό κινδύνου, ώστε να υπάρχουν σοβαροί λόγοι να εκτιμάται ότι το πρόσωπο αυτό θα εκτεθεί ατομικώς στον επίμαχο κίνδυνο.» (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου). Περαιτέρω το ΔΕΕ στην εν λόγω υπόθεση αποφάσισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών την καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας» (παρ. 39).

Επιπλέον, σύμφωνα με το Εγχειρίδιο της ΕΥΥΑ σχετικά με τη δικαστική ανάλυση του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, ακόμη και αν ο αιτητής μπορεί να αποδείξει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης στην περιοχή καταγωγής του (ή καθ' οδόν προς τη συγκεκριμένη περιοχή καταγωγής), το δικαίωμα επικουρικής προστασίας μπορεί να κατοχυρωθεί μόνο εάν ο αιτητής δεν μπορεί να επιτύχει εγχώρια προστασία σε άλλο τμήμα της χώρας, καθώς επίσης, όταν αποφασίζεται η τοποθεσία της περιοχής καταγωγής ενός αιτητή ως προορισμός επιστροφής, απαιτείται η εφαρμογή προσέγγισης βασισμένης στα πραγματικά περιστατικά όσον αφορά την περιοχή του τελευταίου τόπου διαμονής και την περιοχή συνήθους διαμονής.

Αναφορικά δε με τη γενική κατάσταση στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό σύμφωνα με το «War Watch»- World Assessment and Tracking of Civilian Harm (πρώην «RULAC»- Rule of Law in Armed Conflict), μιας πρωτοβουλίας της Ακαδημίας της Γενεύης για την καταγραφή των απωλειών αμάχων εν μέσω ενόπλων συγκρούσεων σε παγκόσμιο επίπεδο, αποτυπώνονται τα ακόλουθα αναφορικά με μη-διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις που λαμβάνουν χώρα στην Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό για την περίοδο Ιουλίου 2024- Ιουνίου 2025 τελευταία επικαιροποιημένη πηγή :

Η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (ΛΔΚ) πλήττεται από πολλαπλές, αλληλεπικαλυπτόμενες ένοπλες συγκρούσεις διεθνούς και μη διεθνούς χαρακτήρα. Σε αυτές περιλαμβάνονται ένοπλες συγκρούσεις διεθνούς χαρακτήρα με τη Ρουάντα, οι οποίες λαμβάνουν και την μορφή συγκρούσεων με την ένοπλη οργάνωση «Κίνημα της 23ης Μαρτίου (M23)», που δρα εξ ονόματος της Ρουάντα και έχει προβεί σε στρατιωτική κατάληψη περιοχών της ΛΔΚ. Παράλληλα, εξακολουθούν να σημειώνονται συγκρούσεις μη διεθνούς χαρακτήρα μεταξύ της ΛΔΚ και ποικίλων οργανωμένων ένοπλων ομάδων, ιδίως των Allied Democratic Forces (ADF) και της Cooperative for the Development of the Congo (CODECO), καθώς και μεταξύ μη κρατικών ένοπλων δρώντων.

Η εμπλοκή πολλαπλών μερών, η ξένη παρέμβαση, η επιβολή κατάστασης πολιορκίας στις επαρχίες Ituri και Βόρειο Kivu, οι αμφισβητούμενες εκλογές και η δημιουργία της Συμμαχίας Fleuve Congo (AFC) με τη συμμετοχή του M23, σε συνδυασμό με κατακερματισμένες ειρηνευτικές πρωτοβουλίες, την επέκταση περιφερειακών στρατιωτικών επιχειρήσεων και την αναζωπύρωση διεθνών προσπαθειών λογοδοσίας, συνέβαλαν περαιτέρω στην πόλωση και την αστάθεια της κατάστασης ασφαλείας.

Ως προς τον άμαχο πληθυσμό, κατά την εξεταζόμενη περίοδο, οι απώλειες αμάχων αυξήθηκαν σημαντικά. Ένοπλες ομάδες και κρατικές δυνάμεις προέβησαν σε εκτεταμένους βομβαρδισμούς, επιδρομές και επιθέσεις κατά χωριών, χώρων φιλοξενίας εσωτερικά εκτοπισμένων προσώπων, αγορών, κατοικιών και χώρων υγειονομικών και ανθρωπιστικών υπηρεσιών, κατά παράβαση των αρχών του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου. Τεκμηριώθηκαν μαζικές ανθρωποκτονίες, εθνοτικά στοχευμένες σφαγές, απαγωγές, εξαναγκαστικές εξαφανίσεις, λεηλασίες και καταναγκαστική εργασία, ορισμένα εκ των οποίων ενδέχεται να συνιστούν εγκλήματα πολέμου ή εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Σημειώνεται επίσης σοβαρή επισιτιστική ανασφάλεια και εκτεταμένος αναγκαστικός εκτοπισμός, όπως και συστηματική παρεμπόδιση της ανθρωπιστικής βοήθειας. Παράλληλα, η σχετιζόμενη με τις ένοπλες συγκρούσεις σεξουαλική βία έλαβε ευρείας κλίμακας διαστάσεις, η στρατολόγηση παιδιών χαρακτηρίστηκε ως άνευ προηγουμένου, ενώ οι δημοσιογράφοι αντιμετώπισαν διάχυτη βία, λογοκρισία, απειλές ή/και θανατική ποινή σε περιπτώσεις δημοσιογραφικής κάλυψης των συγκρούσεων.[8]

Οι συνέπειες της εκτεταμένης βίας στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (ΛΔΚ) αποτυπώνονται επίσης στον εκτοπισμό του άμαχου πληθυσμού, καθώς η χώρα συγκαταλέγεται μεταξύ εκείνων με τον μεγαλύτερο αριθμό εκτοπισμένων παγκοσμίως. Πάνω από δεκατρία εκατομμύρια άνθρωποι αντιμετωπίζουν οξεία επισιτιστική ανασφάλεια, ενώ περισσότεροι από πέντε εκατομμύρια έχουν αναγκαστεί να εγκαταλείψουν τις εστίες τους. Η κατάσταση στην Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό εξακολουθεί να συγκαταλέγεται μεταξύ των πλέον σοβαρών ανθρωπιστικών κρίσεων διεθνώς.[9]

Εν προκειμένω, αναφορικά με τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, ήτοι την Kinshasa, πρωτεύουσα της Λ.Δ. του Κονγκό το Δικαστήριο προχώρησε σε επικαιροποιημένη έρευνα αναφορικά με τις επικρατούσες εκεί συνθήκες.

Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, παρατίθενται τα πλέον πρόσφατα ποσοτικά δεδομένα αναφορικά με τα περιστατικά ασφαλείας στην επαρχία Kinshasa της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, (27/03/2025- 27/03/2026) στην εν λόγω επαρχία, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 27/03/2026), καταγράφηκαν 152 περιστατικά ασφαλείας συνολικά, από τα οποία προκλήθηκαν 52 ανθρώπινες απώλειες.[10]

Σημειώνεται δε πως ο πληθυσμός της επαρχίας Kinshasa για το έτος 2020 εκτιμήθηκε στους 14,565,700 κατοίκους[11] και για το 2026 εκτιμάται στους 18,552,800 κατοίκους.[12]

Περαιτέρω, όπως αναφέρεται και στην απάντηση που ετοίμασε ο EUAA σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στην Kinshasa από τον Ιούλιο του 2025,[13] παραπέμποντας στην έκθεση του Κέντρου Καταγραφής και Έρευνας (Centre for Documentation and Research -CEDOCA) για την κατάσταση ασφαλείας στη ΛΔΚ, σύμφωνα με το Γραφείο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών (United Nations Joint Human Rights Office): η επαρχία της Kinshasa είναι “μη επηρεαζόμενη από ένοπλη σύγκρουση” και ότι “από την επιδείνωση της κατάστασης ασφαλείας στα ανατολικά το 2025, πέραν διαδηλώσεων κατά δυτικών πρεσβειών, δεν έχουν αναφερθεί σημαντικά περιστατικά ασφάλειας στην Kinshasa.[14]

Λαμβάνοντας υπόψη την απουσία προσωπικών υποκειμενικών εξατομικευμένων στοιχείων στο προφίλ του  Αιτητή, ο οποίος είναι υγιής, ικανός προς εργασία, η αξιολόγηση του κινδύνου επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, γίνεται στη βάση της κατάστασης ασφαλείας στην περιοχή, όπου αναμένεται να επιστρέψει. Λαμβάνοντας υπόψη τα προαναφερθέντα δεδομένα όσον αφορά την κατάσταση ασφαλείας, στην πόλη Kinshasa,  συνάγεται εύλογα και με ασφάλεια το συμπέρασμα ότι η κατάσταση ασφαλείας μαζί με το ατομικό προφίλ του Αιτητή δεν συνεπάγονται την ύπαρξη ουσιωδών λόγων να πιστεύεται ότι θα κινδυνεύσει ως άμαχος πολίτης, σε περίπτωση επιστροφής στην περιοχή του, η κατάσταση της οποίας δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως κατάσταση αδιάκριτης βίας, κατά την έννοια του άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.

Επί τη βάσει όλων όσων παρατέθηκαν στην παρούσα απόφαση, το Δικαστήριο κρίνει ότι το αίτημα του Αιτητή για διεθνή προστασία εξετάστηκε επιμελώς σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου ήταν το αποτέλεσμα  δέουσας έρευνας  και ορθής αξιολόγησης όλων των στοιχείων και δεδομένων, είναι επαρκώς αιτιολογημένη και λήφθηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου, το Σύνταγμα και τις Γενικές Αρχές του Διοικητικού Δικαίου.

Υπό το φως των πιο πάνω η  προσφυγή απορρίπτεται με €1500 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση.

 

 

                                   

                                    Βούλα Κουρουζίδου - Καρλεττίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 



[1] Global Initiative, Criminals or vigilantes? The Kuluna gangs of the Democratic Republic of Congo, 17 June 2021, διαθέσιμο σε https://www.ecoi.net/en/file/local/2066333/2022_01_Q1_EASO_COI_Query_Response_DRC_LIKOFI_OPERATION.pdf, σελ. 3-4  (ημερομηνία πρόσβασης 07/04/2026)

[2] AI - Amnesty International: Operation Mbata ya Bakolo: Mass expulsions of foreign nationals in the  Republic of Congo [AFR 22/1951/2015], 1 July 2015, σελ. 9, (available at ecoi.net)
https://www.amnesty.org/fr/wp-content/uploads/2023/06/AFR2219512015ENGLISH.pdf  (ημερομηνία πρόσβασης 07/04/2026)

[3] HRW, Operation Likofi - Police Killings and Enforced Disappearances in Kinshasa, DRC, 17 November 2014, διαθέσιμο σε https://www.ecoi.net/en/file/local/2066333/2022_01_Q1_EASO_COI_Query_Response_DRC_LIKOFI_OPERATION.pdfσελ. 2 (ημερομηνία πρόσβασης 07/04/2026)

[4] HRW, DR Congo: Police Killed, ‘Disappeared’ 34 Youth, 21 February 2019, διαθέσιμο σε https://www.hrw.org/news/2019/02/21/dr-congo-police-killed-disappeared-34-youth και  HRW, Awaiting Justice for Police Killings in DR Congo, 16 November 2020, διαθέσιμο σε https://www.hrw.org/news/2020/11/16/awaiting-justice-police-killings-dr-congo (ημερομηνία πρόσβασης 07/04/2026)

[5] Global Initiative Against Transnational Organized Crime, Criminals or vigilantes? The Kuluna gangs of the Democratic Republic of Congo, May 2021, διαθέσιμο σε https://globalinitiative.net/wp-content/uploads/2021/06/Criminals-or-vigilantes-The-Kuluna-gangs-of-the-Democratic-Republic-of-Congo-GITOC.pdf σελ. 11, (ημερομηνία πρόσβασης 07/04/2026)

[6] HRW, Awaiting Justice for Police Killings in DR Congo, 16 November 2020, διαθέσιμο σε https://www.hrw.org/news/2020/11/16/awaiting-justice-police-killings-dr-congo (ημερομηνία πρόσβασης 07/04/2026)

[7] EUAA (European Union Agency for Asylum), State measures towards organised criminal networks, in particular diamond dealers and Kuluna gangs, and state response to their victims [Q28-2021], 31 August 2021, https://coi.easo.europa.eu/administration/easo/PLib/2021_08_Q28_EASO_COI_Query_Response_DRC_criminal_gangs.pdf, σελ. 3 (ημερομηνία πρόσβασης 07/04/2026)

[8] Ιστότοπος War Watch (World Assessment and Tracking of Civilian Harm -πρώην «RULAC»- Rule of Law in Armed Conflict), Armed Conflicts in Democratic Republic of the Congo, Reporting Period July 2024-June 2025: At a Glance/ The Armed Conflicts/ Civilian Harm, διαθέσιμο σε: https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-democratic-republic-of-the-congo/  (ημερομηνία πρόσβασης 07/04/2026).

[9] Ιστότοπος War Watch (World Assessment and Tracking of Civilian Harm -πρώην «RULAC»- Rule of Law in Armed Conflict), Armed Conflicts in Democratic Republic of the Congo, Reporting Period July 2024-June 2025: The Humanitarian Situation (last updated on 28 January 2026), διαθέσιμο σε: https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-democratic-republic-of-the-congo/violations/#attacks-on-civilians (ημερομηνία πρόσβασης 07/04/2026).

[10] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Democratic Republic of Congo, Events / Fatalities, All Events, Past Year, Kinshasa, διαθέσιμη σε Democratic Republic of Congo | ACLED (ημερομηνία πρόσβασης 07/04/2026)

[11] City Population, Congo (Democratic Republic), Provinces, Kinshasa: διαθέσιμος σε: https://www.citypopulation.de/en/drcongo/cities/  (ημερομηνία πρόσβασης 07/04/2026)

[12] Ιστότοπος World Population Review/ DR Congo/ Kinshasa, διαθέσιμος σε: https://worldpopulationreview.com/cities/dr-congo/kinshasa  (ημερομηνία πρόσβασης 07/04/2026)

[13] EUAA, Country of Origin Information Query, DRC, Security Situation in Kinshasa, 1 July 2025, διαθέσιμο σε https://www.ecoi.net/en/file/local/2126819/2025_07_EUAA_COI_Query_Response_Q13_DRC_Security_Situation_Kinshasa.pdf σελ. 4, (ημερομηνία πρόσβασης 03/04/2026)

[14] Belgium, CEDOCA, COI Focus: Republique Democratique du Congo: Situation sécuritaire [Democratic Republic of the Congo: Security Situation], 25 February 2025, https://www.cgrs.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_rdc._situation_securitaire_20250225_2.pdf σελ. 2, (ημερομηνία πρόσβασης 03/04/2026)


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο