ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Αρ. Υπόθεσης: 1939/24
30 Απριλίου, 2026
[Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Δ ΔΔΔΠ]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
Y.M.M.
Αιτητής
-και-
ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ
Καθ' ων η Αίτηση
Ελ. Ταβλαρίδη (κα) για Κ. Κουπαρή (κα), Δικηγόρος για τον Αιτητή
Ραφ. Προδρόμου (κα) για Α. Φιλίππου (κο), Δικηγόρος για τους Καθ' ων η Αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Μ. Παπαντωνίου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π: Με την υπό εξέταση προσφυγή, ο Αιτητής αιτείται:
Α. Δήλωση και/ή Απόφαση του Δικαστηρίου ότι η πράξη και/ή απορριπτική των Καθ’ ων η Αίτηση ημερομηνίας 30/04/2024, η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή στις 23/05/2024 δια της οποίας οι Καθ’ ων η Αίτηση απέρριψαν το αίτημα του για παροχή καθεστώτος διεθνούς προστασίας είναι άκυρη και/ή στερείται οιουδήποτε έννομου αποτελέσματος.
Β. Έξοδα και Φ.Π.Α..
Τα ουσιώδη γεγονότα της παρούσας υπόθεσης έχουν εκτεθεί στην Ένσταση των Καθ’ ων η Αίτηση και υποστηρίζονται από σχετικά Παραρτήματα, ενώ κατατέθηκε και ο σχετικός διοικητικός φάκελος.
Ο Αιτητής, δια της γραπτής αγόρευσης της ευπαίδευτης συνηγόρου του, προβάλλει ως λόγους ακύρωσης της προσβαλλόμενης πράξης την παράβαση ουσιώδους τύπου λόγω αναρμοδιότητας του οργάνου που την εξέδωσε, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 13 του περί Προσφύγων Νόμου, την μη ορθή ταξινόμηση και εξέταση ουσιωδών ισχυρισμών, τη μη δέουσα έρευνα και την παραβίαση των άρθρων 9 και 15 του ίδιου Νόμου.
Από την πλευρά τους, οι Καθ’ ων η Αίτηση, μέσω της αγόρευσής τους, ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε ορθά και νόμιμα, κατόπιν δέουσας έρευνας και ορθής άσκησης των εξουσιών που τους παρέχει ο νόμος, αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης. Απορρίπτουν όλους τους προβαλλόμενους λόγους ακύρωσης, υποστηρίζοντας ότι κανένας από τους ισχυρισμούς του Αιτητή δεν ευσταθεί και ότι ενήργησαν ορθά, νόμιμα και καλόπιστα υπό τις περιστάσεις, επισημαίνοντας ότι αποφάσεις που λαμβάνονται καλόπιστα δεν δύνανται να ακυρωθούν από το Δικαστήριο.
Επιπλέον, προβάλλουν ότι ο Αιτητής δεν έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης που φέρει, ούτε προέβαλε ισχυρισμούς που να τεκμηριώνουν ότι εμπίπτει στις προϋποθέσεις αναγνώρισης καθεστώτος διεθνούς ή συμπληρωματικής προστασίας, και καλούν το Δικαστήριο να απορρίψει την προσφυγή και να επικυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση.
Καταρχάς, παρατηρώ ότι στη γραπτή αγόρευση του Αιτητή, οι πλείστοι λόγοι ακύρωσης εγείρονται με γενικότητα και αοριστία, δεδομένου ότι ελλείπει η οποιαδήποτε υπαγωγή στα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης, καθώς και η οποιαδήποτε επί της ουσίας τεκμηρίωση και διασαφήνιση του θεμελίου επί του οποίου οι εν λόγω ισχυρισμοί στηρίζονται, ενώ γίνεται αναφορά μόνο στη νομολογία και ουδόλως στα πραγματικά περιστατικά και στοιχεία που πλαισιώνουν την επίδικη υπόθεση.
Κατά την απαντητική του αγόρευση, ο Αιτητής, διά της συνηγόρου του, απορρίπτει τους ισχυρισμούς των Καθ’ ων η Αίτηση και επιμένει στους προβληθέντες λόγους ακύρωσης.
Έχω εξετάσει τους ισχυρισμούς που πρόβαλε ο Αιτητής κατά την συνέντευξη του, τα πρακτικά της οποίας είναι κατατεθειμένα ως (ερυθρά 53-35 του διοικητικού φακέλου) και παρατηρώ ότι ο αρμόδιος λειτουργός ορθά διαμόρφωσε τους εξής ουσιώδεις ισχυρισμούς:
1. Ταυτότητα, προφίλ, τόπος καταγωγής και τόπος συνήθους διαμονής.
2. Ο Αιτητής εγκατέλειψε τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό με σκοπό να σπουδάσει στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου, μέσω πρακτικής άσκησης (internship), πλην όμως δέχθηκε απειλές όταν επιχείρησε να καταγγείλει τον οργανισμό που τον είχε μεταφέρει στην Κύπρο, μετά τη μη πραγματοποίηση της εν λόγω πρακτικής άσκησης.
Με παραπομπές στις δηλώσεις του Αιτητή και αναφορές σε διαδικτυακές πηγές, ο αρμόδιος λειτουργός έκανε αποδεκτό το πρώτο και μοναδικό ουσιώδες περιστατικό, αφού κρίθηκε ως αξιόπιστο στο σύνολό του (ερυθρά 73 – 72 του διοικητικού φακέλου).
Αντιθέτως, το δεύτερο ουσιώδες περιστατικό απορρίφθηκε. Συγκεκριμένα, ο Αιτητής εξήγησε τη διαδικασία υπό την οποία μετέβη στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου για σπουδές, αναφέροντας ότι εκπρόσωποι ενός οργανισμού (agency) επισκέφθηκαν το σχολείο του και προώθησαν υποτροφίες που παρείχαν σε μαθητές οι οποίοι θα επιτύγχαναν στις εξετάσεις τους. Δήλωσε ότι έλαβε την υποτροφία και ότι μετέβη στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου τον Σεπτέμβριο του 2019, όπου και εγγράφηκε σε πανεπιστήμιο. Ωστόσο, οι πληροφορίες που παρείχε σχετικά με το πανεπιστήμιο και τον οργανισμό στερούνται ουσιωδών λεπτομερειών, όπως η ονομασία του πανεπιστημίου και του φορέα/οργανισμού που παρείχε την υποτροφία.
Ο λειτουργός κατέγραψε επίσης ότι ο Αιτητής ανέφερε ότι τον Μάρτιο του 2020 αποβλήθηκε από τον χώρο διαμονής του και δεν ήταν σε θέση να συνεχίσει τις σπουδές του, καθώς ο οργανισμός που τον είχε μεταφέρει στις κατεχόμενες περιοχές μέσω της υποτιθέμενης πρακτικής άσκησης σταμάτησε να καλύπτει τα έξοδα διαβίωσης. Επιπλέον, εξήγησε ότι οι σπουδές ήταν απάτη και ότι δέχθηκε απειλές όταν άρχισε να αντιπαρατίθεται με τον εν λόγω οργανισμό.
Όταν κλήθηκε να επεξηγήσει τον τρόπο με τον οποίο επιχείρησε να τον καταγγείλει, οι δηλώσεις του δεν ήταν συνεκτικές, καθώς ανέφερε ότι δημιούργησε ψεύτικο λογαριασμό στο Facebook και σχολίασε σε βίντεο που αναρτούσαν, με σκοπό την αποκάλυψή τους. Ωστόσο, δεν ήταν σε θέση να παράσχει συνεκτική εξήγηση ως προς τον τρόπο με τον οποίο οι εμπλεκόμενοι φέρονται να αντιλήφθηκαν την ταυτότητά του, παρά το γεγονός ότι χρησιμοποιούσε ανώνυμο λογαριασμό.
Ο Αιτητής δήλωσε ότι η Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών (ANR) της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό έχει πληροφορίες σχετικά με αυτόν, πλην όμως ο ισχυρισμός αυτός βασίζεται σε υποθετικές εκτιμήσεις και δεν τεκμηριώνεται από συγκεκριμένα στοιχεία ή ενδείξεις.
Αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία, οι διαθέσιμες εξωτερικές πηγές επιβεβαιώνουν τους ισχυρισμούς του Αιτητή σχετικά με την απάτη την οποία φέρεται να υπέστη στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου. Παρά τις πληροφορίες που παρέχουν οι διαθέσιμες εξωτερικές πηγές σχετικά με φαινόμενα απάτης στον εκπαιδευτικό τομέα στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου, ιδίως εις βάρος Αφρικανών φοιτητών, ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παράσχει επαρκώς λεπτομερείς πληροφορίες μέσω των δηλώσεών του.
Ως εκ τούτου, λαμβανομένης υπόψη της αοριστίας και έλλειψης εξειδίκευσης των ισχυρισμών του, και βάσει της αξιολόγησης που διενεργήθηκε, η συνολική αξιοπιστία των υπό εξέταση δηλώσεων, ο λειτουργός έκρινε ότι δεν έχει θεμελιωθεί. Συνεπώς, το ανωτέρω ουσιώδες περιστατικό απορρίφθηκε.
Υπό το φως των ανωτέρω, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι, επί τη βάσει του ουσιώδους περιστατικού που έγινε αποδεκτό, ήτοι την ταυτότητα, το προφίλ και την χώρα καταγωγής, λαμβάνοντας υπόψη σχετικές πληροφορίες για τη γενική κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής του Αιτητή, διαπίστωσε ότι δεν υφίστατο εύλογη πιθανότητα ο τελευταίος να υποβαλλόταν σε μεταχείριση η οποία θα μπορούσε να ανέλθει σε επίπεδο δίωξης η σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής του στην πόλη Κινσάσα.
Ακολούθως, ο αρμόδιος λειτουργός προέβη σε αξιολόγηση του νομοθετικού πλαισίου για το προσφυγικό καθεστώς, καθώς επίσης και αυτό της συμπληρωματικής προστασίας, σε συνάρτηση με τους ισχυρισμούς του Αιτητή, προκειμένου να εξακριβωθεί εάν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του Αιτητή σε οιοδήποτε καθεστώς διεθνούς προστασίας. Ως αναφέρεται στην έκθεση εισήγηση, βάσει των ισχυρισμών του Αιτητή, δεν τεκμηριώθηκε φόβος δίωξης για έναν από τους πέντε λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης, του άρθρου 2(δ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (από τούδε και στο εξής, «η Οδηγία») και του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου και ως εκ τούτου ο Αιτητής δεν δικαιούταν το καθεστώς του πρόσφυγα.
Επιπλέον, κρίθηκε ότι βάσει των αποδεκτών πραγματικών περιστατικών δεν προέκυψε πραγματικός κίνδυνος θανατικής ποινής ή εκτέλεσης σύμφωνα με το άρθρο 15(α) της Οδηγίας, ούτε μπορούσε να θεωρηθεί ως πραγματικός κίνδυνος βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας δυνάμει του άρθρου 15(β) της Οδηγίας. Αναφορικά με το άρθρο 15(γ) της Οδηγίας, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στο Κονγκό και ειδικότερα στην πόλη Κινσάσα, ο Αιτητής δεν θα αντιμετώπιζε πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, υπό την έννοια της σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας ως αμάχου λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης. Ως εκ τούτου, δεν μπορούσε να εκχωρηθεί στον Αιτητή ούτε το καθεστώς της συμπληρωματικής προστασίας.
Κατά συνέπεια, από τα ανωτέρω προκύπτει ότι έγινε δέουσα έρευνα πριν τη λήψη της επίδικης απόφασης, η αιτιολόγηση της οποίας συμπληρώνεται από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου ως ανωτέρω αναλύεται (βλ. άρθρο 29 του Ν.158(Ι)/1999, Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου κ.α. ν. Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 1171 και Διογένους ν. Δημοκρατίας (1999) 4 Α.Α.Δ. 371 και Στέφανος Φράγκου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 270). Είναι δε πάγια νομολογημένο ότι η έρευνα είναι επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το θέμα που εξετάζεται (βλ. Motorways Ltd v. Δημοκρατίας Α.Ε. 2371, ημερομηνίας 25/6/99). Εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός, μετά από μελέτη της εισηγητικής έκθεσης, ενέκρινε την εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού και ορθά και νόμιμα απορρίφθηκε το αίτημα του Αιτητή. Η έρευνα που είχε προηγηθεί ήταν επαρκής και είχαν συλλεγεί και διερευνηθεί όλα τα ουσιώδη στοιχεία σε συνάρτηση πάντα με τους ισχυρισμούς που είχε προβάλει ο Αιτητής, όπως αναλύεται ανωτέρω.
Πέραν των ανωτέρω, κατά τη διάρκεια της εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης, ο Αιτητής δεν προσκόμισε επιπρόσθετη μαρτυρία ώστε να ανατρέψει το εύρημα αναξιοπιστίας των Καθ’ ων η Αίτηση και ούτε ανέφερε ενώπιον μου οποιονδήποτε λόγο που να καταδεικνύει ότι έχει γνήσιο αίτημα διεθνούς προστασίας ή ότι η επίδικη απόφαση λήφθηκε παράνομα και/ή λανθασμένα. Τονίζω δε, ότι το βάρος απόδειξης του αιτήματός του βαραίνει αρχικά τον ίδιο τον Αιτητή (βλ. άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου).
Κατά συνέπεια, στην προκειμένη περίπτωση, κρίνω ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του Αιτητή εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που τεκμηριώνουν τη θεμελίωση δικαιολογημένου φόβου δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου (βλ. συναφώς παρ. 37-39 του Εγχειρίδιου για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων σύμφωνα με τη Σύμβαση του 1951 και το Πρωτόκολλο του 1967 για το Καθεστώς των Προσφύγων, της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες). Επίσης, με βάση το προσωπικό του προφίλ και υπό το φως των ισχυρισμών που ο ίδιος προώθησε, δεν θεωρώ ότι σε περίπτωση επιστροφής του υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι ο Αιτητής θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, όπως η εν λόγω έννοια ορίζεται στο άρθρο 19(2) του περί Προσφύγων Νόμου.
Αναφορικά με την υπαγωγή του Αιτητή σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, το οποίο προϋποθέτει ουσιώδεις λόγους να πιστεύεται ότι ο Αιτητής θα υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας, λόγω αδιακρίτως ασκούμενης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, έχω προβεί κατά την προετοιμασία της υπόθεσης σε επικαιροποιημένη κατάσταση ασφαλείας σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.
Εκ της συγκεκριμένης έρευνας προέκυψε ότι η κατάσταση ασφαλείας παραμένει ασταθής κυρίως στο ανατολικό τμήμα της χώρας, καθώς εκεί υπάρχουν ένοπλες ομάδες που προκαλούν διακοινοτική βία, η οποία μπορεί να επηρεάσει την πολιτική κατάσταση, την ασφάλεια και την ανθρωπιστική κατάσταση. Καταγράφονται επίσης συνεχείς αναφορές για πολλές πόλεις στο ανατολικό Κονγκό που δέχθηκαν επίθεση ή έπεσαν υπό τον προσωρινό έλεγχο ένοπλων ομάδων.[1]
Επιπροσθέτως, επισημαίνεται ότι, σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα της αυστριακής ACCORD που δημοσιεύτηκε στις 8 Απριλίου 2024 και αφορά όλο το έτος 2023, γίνεται αναφορά στα περιστατικά ασφαλείας που έλαβαν χώρα στην Kinshasa. Συγκεκριμένα, αναφέρθηκαν 132 περιστατικά στα οποία σκοτώθηκαν 71 άνθρωποι. Οι ακόλουθες τοποθεσίες ήταν μεταξύ των πληγεισών: Bita, Dumi, Iye, Kinshasa, Kinshasa – Camp Luka, Kinshasa - Gombe, Kinshasa - Kalamu, Kinshasa - Kimbanseke, Kinshasa - Limete, Kinshasa - Lingwala, Kinshasa - Maluku, Kinshasa - Masina, Kinshasa – Ndjili Airport, Kinshasa - Ngaliema, Matadi Mayo, Mbankana, Mbete, Menkao, Mongata, Yuo.[2]
Αναλύοντας τα κατωτέρω ποιοτικά και ποσοτικά δεδομένα που προέκυψαν κατόπιν περαιτέρω έρευνας αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας που επικρατεί συγκεκριμένα στην Κινσάσα, οι εξωτερικές πηγές ενισχύουν το συμπέρασμα περί του ασφαλούς της εν λόγω περιοχής. Ειδικότερα, σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία από τη βάση δεδομένων της ACLED («Armed Conflict Location and Event Data Project») για το διάστημα από 20/04/2025 έως 20/04/2026, καταγράφηκαν στην Κινσάσα 152 περιστατικά ασφαλείας, τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα το θάνατο 52 ανθρώπων.[3] Δεδομένου ότι ο εκτιμώμενος πληθυσμός της Κινσάσα ανέρχεται σε 17,032,322[4] καθίσταται κατανοητό ότι ο ανωτέρω αναφερόμενος αριθμός θανάτων στην εν λόγω περιοχή από περιστατικά ασφαλείας (52 θάνατοι) δεν ανέρχεται σε τέτοια επίπεδα που σε σχέση με τον συνολικό πληθυσμό της περιοχής μπορεί να χαρακτηρίσει την επικρατούσα κατάσταση ως ένοπλη σύρραξη επιφέρουσα συνθήκες αδιακρίτως ασκούμενης βίας.
Τα παραπάνω επιβεβαιώνουν στο σύνολό τους, ότι στην πόλη Κινσάσα, τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, δεν επικρατούν συνθήκες ένοπλης εσωτερικής σύγκρουσης και κατ’ επέκταση συνθήκες βίας ασκούμενης αδιακρίτως κατά αμάχων όπως το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου προνοεί. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο κρίνει ότι παρέλκει περαιτέρω διερεύνηση των προσωπικών περιστάσεων του Αιτητή για λόγους εφαρμογής της «αναπροσαρμοσμένης κλίμακας» όπως αυτή απορρέει από τη Νομολογία του ΔΕΕ.
Επομένως, στη βάση των όσων αναλύθηκαν ανωτέρω, κρίνω πως ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει ότι πάσχει η ορθότητα και νομιμότητα της επίδικης απόφασης και ότι στο πρόσωπό του πληρούνται οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στο καθεστώς του πρόσφυγα ή της παραχώρησης συμπληρωματικής προστασίας, σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου (Ν.6(Ι)/2000) και της Σύμβασης της Γενεύης του 1951.
Ως εκ τούτου, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Επιδικάζονται €800 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ’ ων η Αίτηση. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.
(Υπ.) ……………………………
Μ. Παπαντωνίου, Δ. Δ.Δ.Δ.Π.
Πιστό αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
/μη
[1] Gov.uk, Foreign travel advice Democratic Republic of the Congo, διαθέσιμο σε https://www.gov.uk/foreign-travel-advice/democratic-republic-of-the-congo/safety-and-security (ημερ. Τελευταίας πρόσβασης 20/04/2026)
[2] ACCORD - Austrian Centre for Country of Origin and Asylum Research and Documentation: Democratic Republic of Congo, year 2023: Update on incidents according to the Armed Conflict Location & Event Data Project (ACLED), 8 April 2024 https://www.ecoi.net/en/file/local/2107097/2023yDemocraticRepublicofCongo_en.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 20/04/2026)
[3] ACLED - DISAGGREGATED DATA COLLECTION - ANALYSIS & CRISIS MAPPING PLATFORM, The Armed Conflict Location & Event Data Project, διαθέσιμο στον ακόλουθο διαδικτυακό σύνδεσμο https://acleddata.com/explorer/ (βλ. Πλατφόρμα Explorer , με χρήση των ακόλουθων στοιχείων ανάλυσης: ΧΡΟΝΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ: 20/04/2025 - 20/04/2026, ΤΥΠΟΣ ΣΥΜΒΑΝΤΩΝ: Battles / Violence against civilians / Riots / Protests και ΠΕΡΙΟΧΗ: Congo - Kinshasa) (ημερ. τελευταίας πρόσβασης 20/04/2026).
[4] World Population, Congo, Kinshasa, https://worldpopulationreview.com/cities/dr-congo/kinshasa (ημερ. τελευταίας πρόσβασης 20/04/2026)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο