ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Αρ. Υπόθεσης: 2219/24
24 Απριλίου, 2026
[Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Δ ΔΔΔΠ]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
A.M.A.
Αιτητής
-και-
ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ
Καθ' ων η Αίτηση
Τζ. Μπετίτο (κος) για Δημήτριο Α. Παυλίδη και Συνεργάτες ΔΕΠΕ, Δικηγόρος για τον Αιτητή
Μ. Βασιλείου (κα), Δικηγόρος για τους Καθ' ων η Αίτηση
Αιτητής – παρών
Α Π Ο Φ Α Σ Η (ex-tempore)
Μ. Παπαντωνίου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π: Με την υπό εξέταση προσφυγή, ο Αιτητής αιτείται:
Α. Απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου ότι η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, που κοινοποιήθηκε και/ή γνωστοποιήθηκε στον Αιτητή με την επιστολή ημερομηνίας 29/05/2024, στις 12/06/2024, με την οποία η Αίτηση του Αιτητή για αναγνώριση του καθεστώτος του πρόσφυγα απορρίφθηκε, καθ’ ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 3(1) του Περί Προσφύγων Νόμου 2000 και του άρθρου 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης, είναι άκυρη και/ή παράνομη και/ή στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος.
Β. Απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου, ότι η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, ημερομηνίας 29/05/2024, με την οποία κρίθηκε ότι δεν συντρέχει κανένας λόγος παραχώρησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19(1) του Περί Προσφύγων Νόμου του 2000 καθότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 19(2), είναι άκυρη και/ή παράνομη και/ή στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος.
Γ. Απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου, ότι η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, ημερομηνίας 29/05/2024, με την οποία κρίθηκε ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του, Κονγκό κινδυνεύει να υποβληθεί σε βασανιστήρια ή σε απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία κατά παράβαση του άρθρου 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και/ή της αρχής της μη επαναπροώθησης, είναι άκυρη και/ή παράνομη και/ή στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος.
Δ. Οποιαδήποτε άλλη ή/και περαιτέρω θεραπεία το Σεβαστό Δικαστήριο κρίνει εύλογη ή/και δίκαιη υπό τις περιστάσεις.
Τα ουσιώδη γεγονότα της παρούσας υπόθεσης έχουν εκτεθεί στην Ένσταση των Καθ’ ων η Αίτηση και υποστηρίζονται από σχετικά Παραρτήματα, ενώ σήμερα κατατέθηκε και ο σχετικός διοικητικός φάκελος.
Ο Αιτητής με την γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου του, προβάλλει ως λόγους ακύρωσης της προσβαλλόμενης:
1. Η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει από έλλειψη έρευνας σε όλα τα στάδια της διοικητικής ενέργειας.
2. Η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε από τους Καθ' ων η Αίτηση υπό πλάνη περί τα πράγματα.
3. Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιτιολόγητη και/ή μη δεόντως αιτιολογημένη.
Ως προς την ουσία της υπόθεσης, ο συνήγορος του Αιτητή προβάλλει ότι ο τελευταίος δικαιούται την αναγνώριση καθεστώτος πρόσφυγα, καθόσον, κατά τους ισχυρισμούς του, στοιχειοθετείται βάσιμος φόβος δίωξης κατά την έννοια του άρθρου 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951.
Περαιτέρω, υποστηρίζει ότι εσφαλμένως δεν του έχει αναγνωριστεί το καθεστώς του πρόσφυγα και/ή δεν του έχει παραχωρηθεί καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.
Η ευπαίδευτη συνήγορος των Καθ' ων η Αίτηση απορρίπτει τους ισχυρισμούς του Αιτητή και αντιτείνει ότι η προσβαλλόμενη λήφθηκε ορθά και νόμιμα, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, κατόπιν δέουσας έρευνας και σωστής ενάσκησης των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους Καθ' ων η Αίτηση, αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης, είναι δε επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη, ενώ ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος της απόδειξης που του αναλογεί.
Με την απαντητική αγόρευση, ο συνήγορος του Αιτητή προβάλλει ότι ο τελευταίος εμμένει στο σύνολο των ισχυρισμών του. Παράλληλα, προβάλλει τη θέση ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση απέτυχαν να αποδείξουν ότι η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου είναι ορθή και/ή ότι λήφθηκε κατόπιν δέουσας έρευνας. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι δεν έχει αποδειχθεί πως ο ίδιος δεν διατρέχει οποιονδήποτε κίνδυνο σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, ούτε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι δεόντως και επαρκώς αιτιολογημένη. Ως εκ τούτου, είναι θέση του ότι η προσβαλλόμενη απόφαση θα πρέπει να ακυρωθεί, με επιδίκαση εξόδων υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ’ ων η Αίτηση.
Καταρχάς, παρατηρώ ότι στη γραπτή αγόρευση του Αιτητή, οι πλείστοι λόγοι ακύρωσης εγείρονται με γενικότητα και αοριστία, δεδομένου ότι ελλείπει η οποιαδήποτε υπαγωγή στα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης, καθώς και η οποιαδήποτε επί της ουσίας τεκμηρίωση και διασαφήνιση του θεμελίου επί του οποίου οι εν λόγω ισχυρισμοί στηρίζονται, ενώ γίνεται αναφορά μόνο στη νομολογία και ουδόλως στα πραγματικά περιστατικά και στοιχεία που πλαισιώνουν την επίδικη υπόθεση.
Έχω εξετάσει τους ισχυρισμούς που προέβαλε ο Αιτητής κατά την συνέντευξη του, τα πρακτικά της οποίας είναι κατατεθειμένα ως ερυθρά 50-39 του διοικητικού φακέλου και παρατηρώ ότι ο αρμόδιος λειτουργός ορθά διαμόρφωσε τους εξής ουσιώδεις ισχυρισμούς:
1) Ταυτότητα, προφίλ και χώρα καταγωγής του Αιτητή
2) Ο Αιτητής αρνήθηκε τον εξαναγκασμό της τέλεσης γάμου με την αδελφή του, με αποτέλεσμα να δεχθεί επίθεση από την οικογένεια των γονιών του.
Με παραπομπές στις δηλώσεις του Αιτητή και αναφορές σε διαδικτυακές πηγές, ο αρμόδιος λειτουργός έκανε αποδεκτό το πρώτο ουσιώδες περιστατικό, αφού κρίθηκε ως αξιόπιστο στο σύνολό του (ερυθρά 73 – 72 του διοικητικού φακέλου).
Αντιθέτως, το δεύτερο ουσιώδες περιστατικό δεν έγινε αποδεκτό. Ο Αιτητής δεν παρείχε συνεκτική ή επαρκώς λεπτομερή περιγραφή της παράδοσης, δηλώνοντας αόριστα ότι ο πρωτότοκος παντρεύεται τον δευτερότοκο και ότι η πρακτική αυτή συνεχίζεται από γενιά σε γενιά. Δήλωσε ότι οι γονείς του ήταν αδέλφια και παντρεύτηκαν σύμφωνα με αυτή την παράδοση, χωρίς όμως να γνώριζε το γεγονός πριν του το αποκαλύψουν. Δεν μπόρεσε να περιγράψει τα μέλη της οικογένειας των γονιών του ούτε τον αριθμό των αδελφών τους. Κατά την ανατροφή του, διατηρούσε επαφή με συγγενείς, αλλά ανέφερε ότι η μητέρα του ήταν αυστηρή και οξύθυμη, ενώ ήταν πιο κοντά στον πατέρα του.
Ο λειτουργός των Καθ’ ων η Αίτηση κατέληξε ότι δεν εξήγησε επαρκώς γιατί οι γονείς του τον βοήθησαν να φύγει από τη χώρα, δηλώνοντας μόνο ότι «δεν είχαν επιλογή». Οι δηλώσεις του για τον θάνατο του πατέρα του ήταν ασυνεπείς (5/5/2020 στη φόρμα εγγραφής και 22/04/2022 στη συνέντευξη), εξηγώντας ότι υπήρξε πίεση από την αστυνομία και παρανοήσεις λόγω μετάφρασης στα γαλλικά. Υπήρξαν επίσης ασυνέπειες σχετικά με τον λόγο φυγής του από τη χώρα: στη φόρμα ανέφερε ότι ο πατέρας του του άφησε περιουσία, αλλά τα αδέλφια του πατέρα του κατάσχεσαν τα πάντα και η μητέρα του πέθανε από το σοκ. Μετά τον θάνατό της, αυτός και η αδελφή του εκδιώχθηκαν από το σπίτι τους από τα αδέλφια του πατέρα του.
Τέλος, κατά τη συνέντευξη, ο Αιτητής ανέφερε διαφορετικό λόγο για τη συμπλήρωση της φόρμας εγγραφής, χωρίς συνεκτικότητα ή λεπτομέρεια. Παρά την αρχική επιβεβαίωση ότι ο ίδιος συμπλήρωσε και υπέγραψε τη φόρμα, στη συνέχεια δήλωσε ότι επιβεβαίωσε μόνο την υπογραφή και όχι το περιεχόμενο (ερυθρά 72 - 69 του διοικητικού φακέλου).
Όσον αφορά την εξωτερική αξιοπιστία, ο αρμόδιος λειτουργός κατέγραψε πληροφορίες σχετικά με τον γάμο μεταξύ συγγενών (incest marriage) και τη νομιμότητά του στη ΛΔΚ. Λαμβάνοντας υπόψη την έλλειψη συνοχής, σαφήνειας και λεπτομέρειας στις δηλώσεις του Αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η εσωτερική αξιοπιστία δεν έχει τεκμηριωθεί και συνεπώς, τα παρόντα πραγματικά περιστατικά πρέπει να απορριφθούν λόγω έλλειψης εσωτερικής αξιοπιστίας (ερυθρά 69 του διοικητικού φακέλου).
Υπό το φως των ανωτέρω, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι, επί τη βάσει του ουσιώδους περιστατικού που έγινε αποδεκτό, ήτοι την ταυτότητα, το προφίλ και την χώρα καταγωγής, λαμβάνοντας υπόψη σχετικές πληροφορίες για τη γενική κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής του Αιτητή, διαπίστωσε ότι δεν υφίστατο εύλογη πιθανότητα ο τελευταίος να υποβαλλόταν σε μεταχείριση η οποία θα μπορούσε να ανέλθει σε επίπεδο δίωξης ή σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής του στην πόλη Κινσάσα.
Ακολούθως, ο αρμόδιος λειτουργός προέβη σε αξιολόγηση του νομοθετικού πλαισίου για το προσφυγικό καθεστώς, καθώς επίσης και αυτό της συμπληρωματικής προστασίας, σε συνάρτηση με τους ισχυρισμούς του Αιτητή, προκειμένου να εξακριβωθεί εάν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του Αιτητή σε οποιοδήποτε καθεστώς διεθνούς προστασίας. Ως αναφέρεται στην έκθεση εισήγηση, βάσει των ισχυρισμών του Αιτητή, δεν τεκμηριώθηκε φόβος δίωξης για έναν από τους πέντε λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης, του άρθρου 2(δ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (από τούδε και στο εξής, «η Οδηγία») και του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου και ως εκ τούτου ο Αιτητής δεν δικαιούτο το καθεστώς του πρόσφυγα.
Επιπλέον, κρίθηκε ότι βάσει των αποδεκτών πραγματικών περιστατικών δεν προέκυψε πραγματικός κίνδυνος θανατικής ποινής ή εκτέλεσης σύμφωνα με το άρθρο 15(α) της Οδηγίας, ούτε μπορούσε να θεωρηθεί ως πραγματικός κίνδυνος βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας δυνάμει του άρθρου 15(β) της Οδηγίας. Αναφορικά με το άρθρο 15(γ) της Οδηγίας, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στο Κονγκό και ειδικότερα στην πόλη Κινσάσα, ο Αιτητής δεν θα αντιμετώπιζε πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, υπό την έννοια της σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας ως αμάχου λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης. Ως εκ τούτου, δεν μπορούσε να εκχωρηθεί στον Αιτητή ούτε το καθεστώς της συμπληρωματικής προστασίας.
Έχοντας μελετήσει και τις θέσεις του συνηγόρου του Αιτητή που καταγράφηκαν στην αγόρευσή του δεν υποδείχθηκε κανένα στοιχείο το οποίο λανθασμένα αξιολογήθηκε από τους Καθ’ ων η Αίτηση αλλά ούτε και διευκρινίστηκαν τα στοιχεία τα οποία μπορούσαν να οδηγήσουν σε ακύρωση και τροποποίηση της προσβαλλόμενης απόφασης αφού γενικά και αόριστα παρατίθενται ισχυρισμοί περί έλλειψης δέουσας έρευνας και αναιτιολόγητης απόφασης.
Κατά συνέπεια, από τα ανωτέρω προκύπτει ότι έγινε δέουσα έρευνα πριν τη λήψη της επίδικης απόφασης, η αιτιολόγηση της οποίας συμπληρώνεται από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου ως ανωτέρω αναλύεται (βλ. άρθρο 29 του Ν.158(Ι)/1999, Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου κ.α. ν. Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 1171 και Διογένους ν. Δημοκρατίας (1999) 4 Α.Α.Δ. 371 και Στέφανος Φράγκου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 270). Είναι δε πάγια νομολογημένο ότι η έρευνα είναι επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το θέμα που εξετάζεται (βλ. Motorways Ltd v. Δημοκρατίας Α.Ε. 2371, ημερομηνίας 25/6/99). Εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός, μετά από μελέτη της εισηγητικής έκθεσης, ενέκρινε την εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού και ορθά και νόμιμα απορρίφθηκε το αίτημα του Αιτητή. Η έρευνα που είχε προηγηθεί ήταν επαρκής και είχαν συλλεγεί και διερευνηθεί όλα τα ουσιώδη στοιχεία σε συνάρτηση πάντα με τους ισχυρισμούς που είχε προβάλει ο Αιτητής, όπως αναλύεται ανωτέρω.
Πέραν των ανωτέρω, κατά τη διάρκεια της εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης, ο Αιτητής δεν προσκόμισε επιπρόσθετη μαρτυρία ώστε να ανατρέψει το εύρημα αναξιοπιστίας των Καθ’ ων η Αίτηση και ούτε ανέφερε ενώπιον μου οποιονδήποτε λόγο που να καταδεικνύει ότι έχει γνήσιο αίτημα διεθνούς προστασίας ή ότι η επίδικη απόφαση λήφθηκε παράνομα και/ή λανθασμένα. Τονίζω δε, ότι το βάρος απόδειξης του αιτήματός του βαραίνει αρχικά τον ίδιο τον Αιτητή (βλ. άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου).
Κατά συνέπεια, στην προκειμένη περίπτωση, κρίνω ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του Αιτητή εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που τεκμηριώνουν τη θεμελίωση δικαιολογημένου φόβου δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 3(1) του Περί Προσφύγων Νόμου (βλ. συναφώς παρ. 37-39 του Εγχειρίδιου για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων σύμφωνα με τη Σύμβαση του 1951 και το Πρωτόκολλο του 1967 για το Καθεστώς των Προσφύγων, της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες). Επίσης, με βάση το προσωπικό του προφίλ και υπό το φως των ισχυρισμών που ο ίδιος προώθησε, δεν θεωρώ ότι σε περίπτωση επιστροφής του υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι ο Αιτητής θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, όπως η εν λόγω έννοια ορίζεται στο άρθρο 19(2) του περί Προσφύγων Νόμου.
Αναφορικά με την υπαγωγή του Αιτητή σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, το οποίο προϋποθέτει ουσιώδεις λόγους να πιστεύεται ότι ο Αιτητής θα υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας, λόγω αδιακρίτως ασκούμενης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, έχω προβεί κατά την προετοιμασία της υπόθεσης σε επικαιροποιημένη κατάσταση ασφαλείας σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.
Εκ της συγκεκριμένης έρευνας προέκυψε ότι η κατάσταση ασφαλείας παραμένει ασταθής κυρίως στο ανατολικό τμήμα της χώρας, καθώς εκεί υπάρχουν ένοπλες ομάδες που προκαλούν διακοινοτική βία, η οποία μπορεί να επηρεάσει την πολιτική κατάσταση, την ασφάλεια και την ανθρωπιστική κατάσταση. Καταγράφονται επίσης συνεχείς αναφορές για πολλές πόλεις στο ανατολικό Κονγκό που δέχθηκαν επίθεση ή έπεσαν υπό τον προσωρινό έλεγχο ένοπλων ομάδων.[1]
Επιπροσθέτως, επισημαίνεται ότι, σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα της αυστριακής ACCORD που δημοσιεύτηκε στις 8 Απριλίου 2024 και αφορά όλο το έτος 2023, γίνεται αναφορά στα περιστατικά ασφαλείας που έλαβαν χώρα στην Kinshasa. Συγκεκριμένα, αναφέρθηκαν 132 περιστατικά στα οποία σκοτώθηκαν 71 άνθρωποι. Οι ακόλουθες τοποθεσίες ήταν μεταξύ των πληγεισών: Bita, Dumi, Iye, Kinshasa, Kinshasa – Camp Luka, Kinshasa - Gombe, Kinshasa - Kalamu, Kinshasa - Kimbanseke, Kinshasa - Limete, Kinshasa - Lingwala, Kinshasa - Maluku, Kinshasa - Masina, Kinshasa – Ndjili Airport, Kinshasa - Ngaliema, Matadi Mayo, Mbankana, Mbete, Menkao, Mongata, Yuo.[2]
Αναλύοντας τα ανωτέρω ποιοτικά και ποσοτικά δεδομένα που προέκυψαν κατόπιν περαιτέρω έρευνας αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας που επικρατεί στην Κινσάσα, οι εξωτερικές πηγές ενισχύουν το συμπέρασμα περί του ασφαλούς της εν λόγω περιοχής. Ειδικότερα, σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία από τη βάση δεδομένων της ACLED («Armed Conflict Location and Event Data Project») για το διάστημα από 14/04/2025 έως 14/04/2026, καταγράφηκαν στην Κινσάσα 152 περιστατικά ασφαλείας, τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα το θάνατο 52 ανθρώπων.[3] Δεδομένου ότι ο εκτιμώμενος πληθυσμός της Κινσάσα ανέρχεται σε 17,032,322[4] άτομα καθίσταται κατανοητό ότι ο ανωτέρω αναφερόμενος αριθμός θανάτων στην εν λόγω περιοχή από περιστατικά ασφαλείας (52 θάνατοι) δεν ανέρχεται σε τέτοια επίπεδα που σε σχέση με τον συνολικό πληθυσμό της περιοχής μπορεί να χαρακτηρίσει την επικρατούσα κατάσταση ως ένοπλη σύρραξη επιφέρουσα συνθήκες αδιακρίτως ασκούμενης βίας.
Τα παραπάνω επιβεβαιώνουν στο σύνολό τους, ότι στην πόλη Κινσάσα, τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, δεν επικρατούν συνθήκες ένοπλης εσωτερικής σύγκρουσης και κατ’ επέκταση συνθήκες βίας ασκούμενης αδιακρίτως κατά αμάχων όπως το άρθρο 19 (2) (γ) του περί Προσφύγων Νόμου προνοεί. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο κρίνει ότι παρέλκει περαιτέρω διερεύνηση των προσωπικών περιστάσεων του Αιτητή για λόγους εφαρμογής της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας» όπως αυτή απορρέει από τη Νομολογία του ΔΕΕ.
Επομένως, στη βάση των όσων αναλύθηκαν ανωτέρω, κρίνω πως ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει ότι πάσχει η ορθότητα και νομιμότητα της επίδικης απόφασης και ότι στο πρόσωπό του πληρούνται οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στο καθεστώς του πρόσφυγα ή της παραχώρησης συμπληρωματικής προστασίας, σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου (Ν. 6(Ι)/2000) και της Σύμβασης της Γενεύης του 1951.
Ως εκ τούτου, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Επιδικάζονται €800 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.
(Υπ.) ……………………………
Μ. Παπαντωνίου, Δ. Δ.Δ.Δ.Π.
Πιστό αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
/μη
[1] Gov.uk, Foreign travel advice Democratic Republic of the Congo, διαθέσιμο σε https://www.gov.uk/foreign-travel-advice/democratic-republic-of-the-congo/safety-and-security (ημερ. Τελευταίας πρόσβασης 08/04/2026)
[2] ACCORD - Austrian Centre for Country of Origin and Asylum Research and Documentation: Democratic Republic of Congo, year 2023: Update on incidents according to the Armed Conflict Location & Event Data Project (ACLED), 8 April 2024 https://www.ecoi.net/en/file/local/2107097/2023yDemocraticRepublicofCongo_en.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 14/04/2026)
[3] ACLED - DISAGGREGATED DATA COLLECTION - ANALYSIS & CRISIS MAPPING PLATFORM, The Armed Conflict Location & Event Data Project, διαθέσιμο στον ακόλουθο διαδικτυακό σύνδεσμο https://acleddata.com/explorer/ (βλ. Πλατφόρμα Explorer , με χρήση των ακόλουθων στοιχείων ανάλυσης: ΧΡΟΝΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ: 14/04/2025 - 14/10/2026, ΤΥΠΟΣ ΣΥΜΒΑΝΤΩΝ: Battles / Violence against civilians / Riots / Protests και ΠΕΡΙΟΧΗ: Congo - Kinshasa) (ημερ. τελευταίας πρόσβασης 14/04/2026).
[4] World Population, Congo, Kinshasa, https://worldpopulationreview.com/cities/dr-congo/kinshasa (ημερ. τελευταίας πρόσβασης 14/04/2026)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο