ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υποθ. Αρ.: 2320/2025
28 Απριλίου 2026
[Β. ΚΟΥΡΟΥΖΙΔΟΥ-KΑΡΛΕΤΤΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με τo άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
Ν.Τ.Κ. από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό και τώρα στην ελεύθερη επαρχία Αμμοχώστου
Αιτήτρια
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υφυπουργείου Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας , Υπηρεσία Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Ορέστης Ηλιάδης για Αγγελική Λαζάρου, Δικηγόρος για την Αιτήτρια
Κατερίνα Μιχαηλίδου για Μιχαηλίδη και Χαραλάμπους Δ.Ε.Π.Ε., Δικηγόρος για τους Καθ' ων η αίτηση
Η Αιτήτρια είναι παρούσα. (Παρoύσα η διερμηνέας κα Ζωή Αγαπίου για πιστή μετάφραση από τα ελληνικά στα αγγλικά και αντίστροφα και η Μ.Louise από τα Λιγκάλα στα Αγγλικά και αντίστροφα)
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Με την υπό κρίση προσφυγή, η Αιτήτρια προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, ημερομηνίας 30/07/2025, η οποία της κοινοποιήθηκε την 09/09/2025 και δια της οποίας απορρίφθηκε το αίτημά της για παροχή διεθνούς προστασίας, ως άκυρη, παράνομη, αντισυνταγματική και στερούμενη οιουδήποτε έννομου αποτελέσματος Περαιτέρω αιτείται απόφασης του Δικαστηρίου με την οποία να αναγνωρίζεται στην Αιτήτρια καθεστώς προστασίας
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Σύμφωνα με τα στοιχεία του Διοικητικού Φακέλου (εφεξής Δ.Φ.) που βρίσκονται ενώπιόν μου, η Αιτήτρια είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό (εφεξής ΛΔΚ) και στις 24/01/2022 υπέβαλε αίτηση χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας, η οποία καταχωρίστηκε στις 25/01/2022 από Κέντρο Πρώτης Υποδοχής Πουρνάρα (ερ. 5-1, 13-12 και 23 του Δ.Φ.).
Στις 19/06/2025 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη της Αιτήτριας από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου προς εξέταση του αιτήματός της για διεθνή προστασία (ερ. 53- 34 Δ.Φ.).
Στη συνέχεια και δη στις 15/07/2025, ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου συνέταξε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του αιτήματος της Αιτήτριας. (ερ. 112-98 Δ.Φ.).
Στις 30/07/2025 εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός να ασκεί καθήκοντα Προϊστάμενου της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε την εισήγηση και αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας της Αιτήτριας (ερ. 113 Δ.Φ.).
Ακολούθως, στις 09/09/2025, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή μαζί με αιτιολόγηση της απόφασης σχετικά με το αίτημα της Αιτήτριας, η οποία παραλήφθηκε και υπογράφηκε ιδιοχείρως από την ίδια, ενώ το περιεχόμενο της απόφασης και της αιτιολόγησης τής επεξηγήθηκε σε γλώσσα που κατανοεί. (ερ. 182 Δ.Φ.).
Στη συνέχεια, στις 17/09/2025, η Αιτήτρια καταχώρισε την υπό εξέταση προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας (Δ.Δ.Δ.Π.), προσβάλλοντας την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Η Αιτήτρια, δια της συνηγόρου της, προβάλλει πλείονες λόγους ακύρωσης προς υποστήριξη του αιτήματος για ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης, οι περισσότεροι εκ των οποίων δεν προωθούνται δια της Γραπτής Αγόρευσης.
Ειδικότερα, δια της γραπτής αγόρευσης, η συνήγορος της Αιτήτριας προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη πράξη ελήφθη χωρίς να έχει προηγηθεί δέουσα έρευνα και χωρίς να ληφθούν υπόψιν όλα τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου. Αποτελεί επιπλέον θέση της Αιτήτριας πως η προσβαλλόμενη απόφαση αποτελεί προϊόν πλάνης περί τα πράγματα όσο και νομικής πλάνης, λόγω της αμέλειας των Καθ’ ων η αίτηση να προβούν στην υποδεικνυόμενη από τον νόμο δέουσα έρευνα των γεγονότων, στηρίζεται δε σε εσφαλμένη και/ή ελλιπή αιτιολογία. Προσθέτει, επίσης, πως δεν ακολουθήθηκε ορθή και/ή νόμιμη διαδικασία κατά την διεκπεραίωση της συνέντευξης, καθώς η συνέντευξη συνετάγη στα αγγλικά, ήτοι σε γλώσσα που δεν κατανοούσε η Αιτήτρια.
Ως προς την παράλειψη διεξαγωγής δέουσας έρευνας, ειδικότερα, η συνήγορος υποστηρίζει πως ο αρμόδιος λειτουργός δεν προέβη σε έρευνα αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας που επικρατεί στην χώρα καταγωγής της Αιτήτριας, ήτοι την Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, επισημαίνοντας περαιτέρω πως η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό δεν συγκαταλέγεται στις ασφαλείς χώρες καταγωγής, σύμφωνα και με το διάταγμα Κ.Δ.Π. 145/2025. Επιπλέον, κατά την συνήγορο, σημειώνεται απουσία εξειδικευμένης διερεύνησης των ισχυρισμών της Αιτήτριας στο πλαίσιο της εκτίμησης της εξωτερικής αξιοπιστίας, καθώς ο αρμόδιος λειτουργός δεν φέρεται να συμβουλεύτηκε πρόσφατες και επικαιροποιημένες εξωτερικές πηγές πληροφόρησης προκειμένου να τεκμηριώσει το συμπέρασμα περί μη υπαγωγής της Αιτήτριας σε καθεστώς διεθνούς και/ή συμπληρωματικής προστασίας.
Αποτελεί, περαιτέρω, θέση της Αιτήτριας, πως η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται επαρκούς αιτιολογίας, καθότι η έκθεση-εισήγηση που αποτελεί την κύρια αιτιολογική βάση της απόφασης κρίνεται ως ελλιπής και μη αναφέρουσα τα ουσιώδη γεγονότα και στοιχεία της υπόθεσης που οδήγησαν τους Καθ’ ων η αίτηση να απορρίψουν το αίτημα διεθνούς προστασίας της Αιτήτριας. Συμπερασματικά, για όλους τους ανωτέρω λόγους, η συνήγορος της Αιτήτριας εισηγείται την ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης.
Εν συνεχεία, κατά το στάδιο των Διευκρινίσεων, η συνήγορος της Αιτήτριας περιορίζει το αιτητικό της προσφυγής και προωθεί τους νομικούς ισχυρισμούς περί μη διεξαγωγής δέουσας έρευνας και περί ανεπαρκούς/μη δέουσας αιτιολογίας.
Οι Καθ' ων η Αίτηση κατά την Ένστασή τους υπεραμύνονται της ορθότητας και της νομιμότητας της προσβαλλόμενης απόφασης και αντιτείνουν ότι η προσβαλλόμενη πράξη έχει ληφθεί σύμφωνα με τις διεθνείς και ευρωπαϊκές συμβάσεις, τις διατάξεις του Συντάγματος, των Νόμων, των Κανονισμών και των γενικών αρχών του διοικητικού δικαίου, μετά από επαρκή και/ή δέουσα έρευνα και ορθή ενάσκηση της διακριτικής εξουσίας των Καθ' ων η Αίτηση και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης, είναι δε επαρκώς και/ή δεόντως αιτιολογημένη.
Ακολούθως, στην γραπτή τους αγόρευση, οι Καθ' ων η αίτηση επαναλαμβάνουν την θέση που ανέφεραν κατά την Ένστασή τους περί ορθότητας και νομιμότητας της προσβαλλόμενης πράξης και αντικρούουν τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς της Αιτήτριας. Συγκεκριμένα, υποστηρίζουν ότι οι λόγοι ακυρώσεως δεν εγείρονται σύμφωνα με το άρθρο 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Δικαστηρίου του 1962 και πως η ανάπτυξη των νομικών ισχυρισμών δεν ακολουθεί τον Κανονισμό 6 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019, καθώς δεν εξειδικεύονται ρητώς, εμπεριστατωμένα και αιτιολογημένα δια της αγορεύσεως. Περαιτέρω, προβάλλουν πως η Αιτήτρια δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος απόδειξης και να τεκμηριώσει βάσιμο λόγο δίωξης συνδεόμενο με έναν από τους λόγους του άρθρου 3(1) του Περί Προσφύγων Νόμου ή κίνδυνο σοβαρής βλάβης υπό το άρθρο 19 του Νόμου. Ως προς τον νομικό ισχυρισμό περί μη διεξαγωγής δέουσας έρευνας, αποτελεί θέση των Καθ’ων η αίτηση ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν ευσταθεί και δέον όπως απορριφθεί, ενώ παραθέτουν περαιτέρω πρόσφατη νομολογία με πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την επικρατούσα κατάσταση ασφαλείας. Ομοίως, εισηγούνται την απόρριψη του ισχυρισμού περί ύπαρξης πλάνης περί τα πράγματα ως απαράδεκτου, όπως και την απόρριψη του ισχυρισμού περί ελλιπούς/μη δέουσας αιτιολογίας ως ανυπόστατου, διατυπώνοντας πως όλες οι ενέργειες των Καθ’ ων η αίτηση είναι πλήρως και επαρκώς αιτιολογημένες με τρόπο που καθίσταται εφικτός και ευχερής ο δικαστικός έλεγχος. Τέλος, εισηγούνται την απόρριψη του ισχυρισμού περί μη εφαρμογής ορθής και/ή νόμιμης διαδικασίας κατά την διεκπεραίωση της συνέντευξης ως ανυπόστατου και ουσία αβάσιμου. Συμπερασματικά, εισηγούνται την απόρριψη της υπό εξέταση προσφυγής ως νόμω και ουσία αβάσιμης.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Καταρχάς πρέπει να λεχθεί ότι οι λόγοι ακύρωσης είναι με γενικότητα και αοριστία που εγείρονται στην παρούσα αίτηση. Η απλή καταγραφή κατά ιδιαίτερο συνοπτικό τρόπο στους λόγους ακύρωσης της νομικής βάσης της προσφυγής δεν ικανοποιεί την επιτακτική ανάγκη του Καν. 7 του Ανωτάτου Συνταγματικού Διαδικαστικού Κανονισμού του 1962, όπως οι νομικοί λόγοι αναφέρονται πλήρως.
Οι ισχυρισμοί για την ακύρωση μιας διοικητικής απόφασης πρέπει να είναι συγκεκριμένοι και να εξειδικεύουν ποια νομοθετική πρόνοια ή αρχή διοικητικού δικαίου παραβιάζεται. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Latomia Estate Ltd. v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672: «Η αιτιολόγηση των νομικών σημείων πάνω στα οποία βασίζεται μια προσφυγή είναι απαραίτητη για την εξέταση από ένα Διοικητικό Δικαστήριο των λόγων που προσβάλλουν τη νομιμότητα μιας διοικητικής πράξης».
Περαιτέρω δεν αρκεί η παράθεση των συγκεκριμένων διατάξεων της νομοθεσίας που κατ' ισχυρισμόν παραβιάζει η προσβαλλόμενη πράξη, αλλά θα πρέπει επίσης τα επικαλούμενα νομικά σημεία να αιτιολογούνται πλήρως. Οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια σε σχέση με αυτά μπορεί να έχει ως συνέπεια την απόρριψη της προσφυγής. (βλ. Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 AΑΔ 598).
Επίσης είναι πλειστάκις νομολογημένο ότι, λόγοι ακύρωσης που δεν εγείρονται στο δικόγραφο της προσφυγής δεν μπορούν να εξεταστούν με το να εγείρονται για πρώτη φορά στις γραπτές αγορεύσεις. Σχετικό είναι η απόφαση της Ολομέλειας στη Φλωρεντία Πετρίδου ν. Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, (2004) 3 Α.Α.Δ. 636 . Σχετική είναι και η υπόθεση Σπύρου και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Προσφ. 571/94 κ.α., ημερ. 22.11.1995, στη σελ. 4
Οι αγορεύσεις αποτελούν τη μόνη μέθοδο ανάπτυξης των λόγων ακύρωσης ή ισχυρισμών που ήδη προσβλήθηκαν με το δικόγραφο της προσφυγής.
Σύμφωνα με την Μαραγκός ν. Δημοκρατίας (2006) 3 Α.Α.Δ. 671 : «Για να καταστεί το θέμα επίδικο, πρέπει αυτό να εγείρεται σύμφωνα με τις δικονομικές διατάξεις και να αποφασίζεται ύστερα από εξαντλητική επιχειρηματολογία.»
«Η αγόρευση αποτελεί το μέσο για την έκθεση της επιχειρηματολογίας υπέρ της αποδοχής των λόγων ακύρωσης και όχι υποκατάστατο της στοιχειοθέτησής τους. Βλ. Παπαδοπούλας ν. Ιωσηφίδη κ.ά. (2002) 3 Α.Α.Δ. 601 και Λεωφορεία Λευκωσίας Λτδ ν. Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 56.»
Η συνήγορος του Αιτητή γενικά και αόριστα παραθέτει τα νομικά σημεία στην αγόρευσή της και επικαλείται παραβιάσεις του περί Προσφύγων Νόμου και των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου ωστόσο ελλείπει οποιαδήποτε επιχειρηματολογία υπέρ της αποδοχής των λόγων ακύρωσης. Εκλείπει δε και η υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στους λόγους ακύρωσης που κατ' ισχυρισμό παραβιάζονται. Ωστόσο η συνήγορος απέσυρε όλους του νομικούς ισχυρισμού πλην τον ισχυρισμό περί ελλιπούς δέουσας έρευνας.
Περαιτέρω υιοθετώ το απόσπασμα της απόφασης του αδελφού Δικαστή Μ.Στυλιανού στην υπ. αρ. 4544/22 προσφυγή O.P.L.O. ασυνόδευτου ανήλικου, από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κογκό, δια της Επιτρόπου Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού και Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου :
«Λαμβάνοντας υπόψη τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές που εφαρμόζονται και στην παρούσα υπόθεση, θεωρώ ότι οι ισχυρισμοί που εγείρονται σε σχέση με την μη τήρηση διαδικαστικών εγγυήσεων που προνοούνται από τον Νόμο δεν εξειδικεύονται ούτε αιτιολογούνται επαρκώς από τον συνήγορο του Αιτητή. Ενώ γίνεται εκτενής αναφορά με σχετικές παραπομπές στην νομοθεσία, τις σχετικές Οδηγίες της Ένωσης και Κατευθυντήριες Οδηγίες ως προς τον χειρισμό των αρμόδιων αρχών αναφορικά με ασυνόδευτους ανήλικους δεν γίνεται επαρκής υπαγωγή στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και πως αυτές οι τυχόν ισχυριζόμενες παραλείψεις επίδρασαν δυσμενώς την ουσία του αιτήματος του Αιτητή» -
Περαιτέρω λαμβάνω υπόψη μου ότι η συνήγορος του Αιτητή κατά την εναρκτήρια αίτηση επιφύλαξε το δικαίωμα του Αιτητή να εξειδικεύσει τους λόγους ακύρωσης ωστόσο δεν το έπραξε.
Τα όσα επομένως πιο κάτω εξετάζονται και αποφασίζονται τελούν υπό την πιο πάνω τοποθέτηση.
Αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι δεν έγινε επαρκής η δέουσα έρευνα κρίνω ότι είναι γενικός και αόριστος και δεν γίνεται οποιοδήποτε υπαγωγή στα πραγματικά γεγονότα που αφορούν τον Αιτητή.
Όπως έχει πλειστάκις νομολογηθεί η έκταση, ο τρόπος και η διαδικασία που ακολουθείται κατά τη διενέργεια της έρευνας, ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης.
Καταρχάς το παρόν Δικαστήριο και σε σχέση με τα πιο πάνω θα εξετάσει την παρούσα υπόθεση σύμφωνα με τα δεδομένα που έχει ενώπιον του κατά το κρίσιμο χρόνο που θα εκδώσει την απόφαση του .
Όσο αφορά τα επί της ουσίας ζητήματα που το δικαστήριο καλείται να εξετάσει και ειδικότερα αναφορικά με την έρευνα αυτή είναι επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το θέμα που εξετάζεται. Το κριτήριο για την πληρότητα της έρευνας έγκειται στη συλλογή και τη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων τα οποία παρέχουν ασφαλή συμπεράσματα (Βλ. Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.α., Α.Ε. 1518/1.11.96, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου, Α.Ε. 1575/14.7.97, A.Ε.2371, Motorways Ltd ν Δημοκρατίας ημερ. 25/6/99).
Το Δικαστήριο στα πλαίσια ελέγχου της επίδικης προσβαλλόμενης απόφασης εξετάζει κατά πόσο το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκεινται στη διακριτική ευχέρεια του εν λόγω αποφασίζοντος διοικητικού οργάνου και διαφέρουν κατά περίπτωση (Βλ. απόφαση αρ. 128/2008 JAMAL KAROU v Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 1 Φεβρουάριου 2010).
Περαιτέρω, όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση Πολυξένη Γεωργίου ν. Δημοκρατίας, Υπόθεση αρ. 606/91, ημερομηνίας 22.9.92, στις σελ. 2-3: «Το τι αποτελεί επαρκή έρευνα, εξαρτάται από τα γεγονότα και περιστατικά της κάθε υπόθεσης (KNAI ν. THE REPUBLIC OF CYPRUS (1987) 3 CLR 1534). Η έκταση της έρευνας που ένα διοικητικό όργανο διεξάγει για τη λήψη απόφασης εξαρτάται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης (Κυπριακή Δημοκρατία ν. Ανδρέα Γιαλλουρίδη κ.α., Αναθεωρητικές Εφέσεις 868 και 869, ημερομηνίας 13.12.90).».
Όπως καταδεικνύεται από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, οι Καθ' ων η αίτηση ενήργησαν σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου και εξέτασαν όλα τα ουσιώδη στοιχεία που είχαν ενώπιον τους. Ειδικότερα, στην αρχή της συνέντευξης της, η Αιτήτρια, αφού ενημερώθηκε για τη διαδικασία και τα δικαιώματά της επιβεβαίωσε ότι βρίσκεται σε καλή κατάσταση και ότι μπορεί να απαντήσει, ως επίσης ότι δεν έχει οποιεσδήποτε απορίες σχετικά με τη διαδικασία. Επιβεβαίωσε επίσης ότι δεν έχει έγγραφα να υποβάλει και όσα αναγράφονται στην αίτηση της είναι αληθή.
Όπως διαφαίνεται από τα στοιχεία τα οποία εμπεριέχονται στον διοικητικό φάκελο, ο αρμόδιος λειτουργός προέβη σε ενδελεχή εξέταση του αιτήματος της Αιτήτριας για παροχή διεθνούς προστασίας, καθώς και όλων των στοιχείων που είχε ενώπιον του, ενώ εξάντλησε κατά τη συνέντευξη με την Αιτήτρια όλες τις πτυχές των ισχυρισμών της και εν τέλει εκεί όπου θεώρησε σκόπιμο προέβη σε περαιτέρω ανάλυση των δεδομένων μέσω έρευνας σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.
Κατά την υποβολή του αιτήματός της για διεθνή προστασία στις 24/01/2022, η Αιτήτρια κατέγραψε, αναφορικά με τα προσωπικά της στοιχεία, πως είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, γεννηθείσα την 21/07/1991 στην Κινσάσα, άγαμη, με μητρική της γλώσσα τα Λινγκάλα. Αναχώρησε από την χώρα καταγωγής της την 24/10/2021 και εισήλθε στην Κυπριακή Δημοκρατία την 01/12/2021, δια μέσου Κωνσταντινούπολης και των μη ελεγχόμενων από την κυπριακή κυβέρνηση περιοχών (ερυθρά 5-1 του Δ.Φ.).
Κατά την συνέντευξη που πραγματοποιήθηκε την 19/06/2025 από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, η Αιτήτρια επιβεβαίωσε την εθνικότητα, την γλώσσα και την ημερομηνία γέννησής της και περαιτέρω δήλωσε πως ανήκει στην εθνοτική ομάδα των Muluba (ερ. 46 Δ.Φ.) και πως ζούσε στην περιοχή Kalamu μέχρι την ηλικία των 17 ετών, οπότε και μετακόμισε μαζί με τον πατέρα της στην κοινότητα Lemba. Η κοινότητα Lemba αποτέλεσε τον τόπο της τελευταίας συνήθους διαμονής της πριν αναχωρήσει από την ΛΔΚ. (ερ. 47 4χ Δ.Φ.). Η Αιτήτρια αποτελεί το νεαρότερο παιδί της οικογένειάς της, έχοντας άλλους τρεις μεγαλύτερους αδελφούς, εκ των οποίων ο ένας ζει στην Kinshasa και οι άλλοι δύο στις ΗΠΑ και στην Νότια Αφρική αντίστοιχα. (ερ. 50 Δ.Φ.). Η μητέρα της εξακολουθεί να διαμένει στην συνοικία Kalamu, στο σπίτι της οικογένειάς της (ερ. 49 3χ Δ.Φ.). Η Αιτήτρια στη συνέχεια δήλωσε πως είναι άγαμη και μητέρα δύο παιδιών, ενός αγοριού γεννηθέντος το 2014 και ενός κοριτσιού γεννηθέντος το 2015 (ερ. 53 Δ.Φ.), τα οποία είναι αναγνωρισμένα εκτός γάμου από τον πατέρα τους ο οποίος τα υποστήριζε οικονομικά περιστασιακά (ερ. 48 2χ Δ.Φ.). Πριν την αναχώρησή της η Αιτήτρια άφησε τα παιδιά της στην μητέρα της, αφού ενημέρωσε τον πατέρα τους ο οποίος δραστηριοποιούνταν ως έμπορος κοσμημάτων στην Kampela της Κινσάσα (ερ. 48 2x Δ.Φ.). [σ.σ. οι ημερομηνίες αναχώρησης από την χώρα καταγωγής και άφιξης στην Κυπριακή Δημοκρατία που αναγράφονται στο ερυθρό 53 των εισαγωγικών στοιχείων της συνέντευξης δεν διασταυρώνονται από σχετικές απαντήσεις της Αιτήτριας κατά την συνέντευξη, ενώ επίσης δεν συμπίπτουν με τις ημερομηνίες που δήλωσε η Αιτήτρια κατά την αρχική υποβολή του αιτήματός της -βλ. ερ. 5-1 Δ.Φ.] Αναφορικά με το εκπαιδευτικό της υπόβαθρο, η Αιτήτρια απάντησε πως παρακολούθησε μέχρι και την 4η τάξη της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, χωρίς να αποφοιτήσει. (ερ. 51 2χ και ερ. 48 3χ Δ.Φ.).
Αναφορικά με τους λόγους που την ώθησαν να εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια, κατά την διάρκεια της προφορικής της συνέντευξης, προέβαλε ότι εγκατέλειψε την Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό εξαιτίας της πίεσης που δέχθηκε προκειμένου να παντρευτεί έναν φίλο του πατέρα της. Εξήγησε πως ο πατέρας της διατηρούσε φιλικές σχέσεις με έναν έμπορο διαμαντιών, ο οποίος ήταν 74 ετών, του επισκεπτόταν συχνά και η Αιτήτρια και τα ξαδέλφια της τον αποκαλούσαν «θείο» λόγω της ηλικίας του. Ο εν λόγω άνδρας, αφού έμαθε για την πρώτη εγκυμοσύνη της Αιτήτριας στο πλαίσιο της σχέσης που διατηρούσε με τον σύντροφό της, τον οποίον στο μεταξύ δεν είχε αποδεχθεί ο πατέρας της για σύζυγό της, ενοχλήθηκε και της δήλωσε πως θα την παντρευτεί. Η Αιτήτρια αρνήθηκε και εξακολούθησε την σχέση που είχε με τον σύντροφό της, με αποτέλεσμα να επέλθει και δεύτερη εγκυμοσύνη. Με την γνωστοποίηση της δεύτερης εγκυμοσύνης, ο άνδρας αυτός συμφώνησε με τον πατέρα της Αιτήτριας να του παραδώσει προίκα προκειμένου να μετακομίσει η Αιτήτρια στο ίδιο σπίτι μαζί του. Όπως δήλωσε η Αιτήτρια, αυτό ήταν το γεγονός που την ώθησε να ζητήσει βοήθεια από τον ευρισκόμενο στις ΗΠΑ αδελφό της, να αφήσει τα παιδιά της στην μητέρα της και να αναχωρήσει από την χώρα (ερ. 45- 44 του Δ.Φ.).
Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις του λειτουργού σχετικά με τον άνδρα τον οποίο την πίεζαν να νυμφευθεί, η Αιτήτρια διευκρίνισε πως ο άνδρας αυτός είχε ήδη δύο συζύγους και δώδεκα τέκνα και πως εκείνος επιθυμούσε η Αιτήτρια να γίνει η τρίτη του σύζυγος (ερ. 43 1χ- 3χ Δ.Φ.).
Ερωτηθείσα σχετικά με το πώς της επικοινωνήθηκε η επιθυμία του άνδρα να την παντρευτεί, η Αιτήτρια απάντησε πως της το ανακοίνωσε ο ίδιος για πρώτη φορά στις 6 Ιανουαρίου όταν το ένα της παιδί ήταν περίπου δεκαοχτώ μηνών, ενώ συνολικά την προσέγγισε τρεις φορές. Στη συνέχεια δήλωσε ότι τελευταία φορά την προσέγγισε στις 6 Ιανουαρίου 2017, όταν το δεύτερο παιδί της ήταν δύο ετών (ερ. 43 5χ και 6χ και ερ. 42 1χ- 3χ του Δ.Φ.).
Αναφορικά με την άρνηση του πατέρα της να δώσει την συγκατάθεσή του ώστε η Αιτήτρια να παντρευτεί τον σύντροφό της, η Αιτήτρια δήλωσε πως ο πατέρας της προτιμούσε ως σύζυγό της τον ηλικιωμένο φίλο του, επειδή ήταν εύπορος και του είχε υποσχεθεί να του δώσει προίκα αποτιμητέα σε χρήματα και είδη. Όπως συμπλήρωσε η Αιτήτρια, ο πατέρας της έλαβε τελικά την προίκα ως αντάλλαγμα για τον γάμο στις 23 Οκτωβρίου του 2021, μία ημέρα πριν η ίδια αναχωρήσει από την χώρα. (ερ. 42 5χ και 41 1χ-4χ Δ.Φ.).
Αναφορικά με το περιστατικό της παράδοσης της προίκας από τον άνδρα προς τον πατέρα της Αιτήτριας, η Αιτήτρια δήλωσε πως βρισκόταν στο σπίτι, αλλά είχε φυγαδεύσει τα παιδιά της με την βοήθεια μιας φίλης της στις 2 μ.μ., ενώ ο άνδρας ήλθε στις 4 μ.μ. και όταν τον είδε έτρεξε και η ίδια να διαφύγει από την πίσω πόρτα, αφού όμως είχε δει την παράδοση του φακέλου με τα χρήματα στον πατέρα της. Πρόσθεσε πως η ίδια πήρε μεταφορικό μέσο και πήγε στην μητέρα της και στη συνέχεια δεν απαντούσε στις κλήσεις του πατέρα της (ερ. 41 Δ.Φ.).
Στην ερώτηση γιατί δεν είχε φύγει νωρίτερα από το σπίτι του πατέρα της, η Αιτήτρια απάντησε πως θα ήταν περίπλοκο να επιστρέψει στην μητέρα της, γιατί σύμφωνα με τα έθιμα της φυλής τους, ο πατέρας συνηθίζεται να παίρνει τα παιδιά μαζί του, ωστόσο πρόσθεσε πως πήγε να μείνει μαζί του στην ηλικία των 17 γιατί νωρίτερα δεν θα μπορούσε να την φροντίσει (ερ. 40-39 1χ Δ.Φ.).
Ερωτηθείσα για ποιον λόγο δεν έφυγε από το 2017 που έμαθε για πρώτη φορά για την πρόθεση του πατέρα της να την παντρέψει με τον ηλικιωμένο φίλο του, η Αιτήτρια απάντησε πως οργάνωνε με τον αδερφό της την αναχώρησή της μέχρι να νιώσει έτοιμη να φύγει από το σπίτι. Σχετικά με το εάν αντιμετώπισε κάτι περαιτέρω μεταξύ 2017 και 2021 που αναχώρησε οριστικά, η Αιτήτρια δήλωσε πως δεν της συνέβη κάτι άλλο, απλά ο πατέρας της είχε θέσει πιο αυστηρούς περιορισμούς στις εξόδους της και στην ελευθερία μετακίνησής της (ερ. 39 2χ-3χ Δ.Φ.).
Ερωτηθείσα για ποιον λόγο δεν έμεινε με τον σύντροφό της, η Αιτήτρια εξήγησε πως δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να υποστηρίξει την ίδια και τα παιδιά, ενώ ενόσω έμενε στο σπίτι του πατέρα της, τα ξαδέρφια της είχαν την δυνατότητα να φροντίζουν τα παιδιά της όσο εκείνη εργαζόταν. Στις ερωτήσεις σχετικά με τον σύντροφό της η Αιτήτρια δήλωσε πως ο σύντροφός της επισκέφθηκε τον πατέρα της πρώτη φορά το 2013 και τελευταία το 2017, αλλά ο πατέρας της ήταν ψυχρός μαζί του και τον αγνοούσε, καθώς είχε οργανώσει ήδη τον γάμο της με τον φίλο του (ερ. 38 3χ και 37 1χ-3χ του Δ.Φ.).
Στην ερώτηση τι θα της συνέβαινε σε περίπτωση επιστροφής της, η Αιτήτρια δήλωσε πως θα εξαναγκαζόταν να ολοκληρώσει τον συμφωνημένο γάμο, δεδομένου ότι ήδη είχαν δοθεί τα χρήματα της προίκας στον πατέρα της και σε περίπτωση που μετακόμιζε στο σπίτι της μητέρας της, θα άρχιζαν να την παρενοχλούν και εκείνη (ερ. 35 Δ.Φ.).
Υπό το φως των ως άνω πληροφοριών, ως αυτές προκύπτουν από το πρακτικό της συνέντευξης και τα λοιπά στοιχεία του διοικητικού φακέλου, ο αρμόδιος λειτουργός διέκρινε δύο (2) ουσιώδεις ισχυρισμούς απορρέοντες από τις δηλώσεις της. Ο πρώτος αναφορικά με τα προσωπικά στοιχεία της Αιτήτριας, το προφίλ, την χώρα καταγωγής και την ταυτότητά της, ο δεύτερος αναφορικά με τον επικαλούμενο λόγο για τον οποίο εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής της, ήτοι την άρνησή της να εισέλθει σε αναγκαστικό γάμο με τον φίλο του πατέρα της (ερ. 110 και ερ. 108 του Δ.Φ.).
Αναφορικά με τον πρώτο ισχυρισμό, ο αρμόδιος λειτουργός παρέθεσε τις δηλώσεις της ως προς την χώρα καταγωγής της, τον τόπο της πρότερης συνήθους διαμονής της, ήτοι την συνοικία Kalamu της Κινσάσα και τον τόπο της τελευταίας συνήθους διαμονής της, ήτοι την περιοχή Lemba της επαρχίας Κινσάσα, όπως και τα προσωπικά στοιχεία του προφίλ της, το εκπαιδευτικό της υπόβαθρο και την εργασία της και έκρινε πως οι απαντήσεις της Αιτήτριας επαληθεύονται από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης και το προσκομισθέν από την ίδια διαβατήριο της ΛΔΚ, και ως εκ τούτου έκανε τον εν λόγω ισχυρισμό αποδεκτό (ερ. 109-108 του Δ.Φ.).
Ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό της Αιτήτριας ότι εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής της εξαιτίας της άρνησής της να εισέλθει σε αναγκαστικό γάμο με τον φίλο του πατέρα της, ο λειτουργός έκρινε πως η Αιτήτρια δεν κατόρθωσε να παράσχει επαρκείς λεπτομέρειες σχετικά με τον ισχυρισμό που άπτεται του πυρήνα του αιτήματός της. Συγκεκριμένα, διαπιστώθηκε ότι η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει χρονικά ποιο έτος της γνωστοποιήθηκε η πρόταση γάμου, παρά μόνο μέσω της ηλικίας του παιδιού της εκείνη την περίοδο (ερ. 107 Δ.Φ.). Ο λειτουργός διέκρινε αντιφάσεις ως προς το πλήθος των προτάσεων γάμου που δέχθηκε η Αιτήτρια, καθώς στην αρχή είχε δηλώσει πλείονες των τριών φορές, ενώ στη συνέχεια δήλωσε πως της έκανε πρόταση τρεις φορές, χωρίς να τις προσδιορίζει χρονικά. Επίσης, ως προς το διάστημα μεταξύ 2017 και 2021 που δήλωσε ότι δεν της συνέβη το οτιδήποτε σχετικό με τον εξαναγκασμό της σε γάμο και ως προς τα προικώα που δέχθηκε ο πατέρας της, διαπιστώθηκε από τον λειτουργό έλλειψη συνοχής και συνέπειας, υπογραμμίζοντας ότι η Αιτήτρια δεν ανέφερε οποιαδήποτε πράξη που θα μπορούσε να προκαλέσει κίνδυνο βλάβης στην ίδια (ερ. 107-106 Δ.Φ.). Περαιτέρω, ο λειτουργός έκρινε πως οι δηλώσεις της Αιτήτριας σχετικά με τον λόγο που παρέμεινε στην κατοικία του πατέρα της μετά την πρόθεσή του να την εξαναγκάσει σε γάμο, όπως και σχετικά με τον λόγο για τον οποίον δεν μετακόμισε στον σύντροφό της, στερούνται ευλογοφάνειας και πλήττουν την αξιοπιστία της (ερ. 106 Δ.Φ.). Τέλος, ο λειτουργός διαπίστωσε πως η Αιτήτρια δεν παρείχε ικανοποιητικές πληροφορίες σχετικά με το τι απέγινε η προίκα που δόθηκε στον πατέρα της, σε αντίθεση με τα ευλόγως αναμενόμενα, δεδομένου ότι το γεγονός αυτό αποτέλεσε τον λόγο για τον οποίον εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής της (ερ. 105 Δ.Φ.). Ακολούθως, στο πλαίσιο εκτίμησης της εξωτερικής αξιοπιστίας, ο λειτουργός σημειώνει πως η Αιτήτρια υπέπεσε σε αντιφάσεις και παρείχε ανεπαρκείς πληροφορίες και ως εκ τούτου απέρριψε τον υπό κρίση ισχυρισμό (ερ. 105 του Δ.Φ.).
Ακολούθως, ο λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου προχώρησε σε αξιολόγηση του μελλοντοστραφούς κινδύνου που ενδέχεται να αντιμετωπίσει η Αιτήτρια στα πλαίσιο του ισχυρισμού που έγινε δεκτός. Ο λειτουργός, συνεκτιμώντας τις προσωπικές περιστάσεις της Αιτήτριας όπως αναλύθηκαν προηγουμένως, όπως και το μορφωτικό της επίπεδο στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, την απουσία κάποιου εμφανούς προβλήματος υγείας ή ευαλωτότητας και την ικανότητά της να εργαστεί, διαπιστώνει πως σε περίπτωση επιστροφής της θα είναι σε θέση να εξασφαλίσει ένα επαρκές επίπεδο διαβίωσης και οικονομικής επιβίωσης. Περαιτέρω, επισκοπώντας την επικρατούσα κατάσταση ασφαλείας στην Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, παρέθεσε εξωτερικές πηγές και διαπίστωσε ότι οι ένοπλες δραστηριότητες περιορίζονται στις κεντρικές και ανατολικές επαρχίες της χώρας και δεν επικεντρώνονται στην επαρχία της Kinshasa όπου αναμένεται να εγκατασταθεί η Αιτήτρια σε περίπτωση επιστροφής της στην ΛΔΚ (ερ. 100 Δ.Φ.).
Ενόψει των ανωτέρω ευρημάτων, των ισχυρισμών, του προφίλ της Αιτήτριας, της αξιολόγησης κινδύνου και της νομικής ανάλυσης, η αρμόδια λειτουργός κατέληξε ότι η Αιτήτρια δεν δικαιούται προσφυγικού καθεστώτος, δεδομένου ότι στο πρόσωπό της δεν τεκμηριώθηκε ότι συντρέχουν εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης συνδεόμενο με έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951, στο άρθρο 10 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ και στο άρθρο 3 και 3Δ του Περί Προσφύγων Νόμου. (ερ. 99 Δ.Φ.)
Περαιτέρω, ως προς την αναγνώριση συμπληρωματικής προστασίας στο πρόσωπο της Αιτήτριας, η αρμόδια λειτουργός κατέληξε στο ότι:
Α) Σε περίπτωση επιστροφής στην Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, η Αιτήτρια δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί θανατική ποινή ή εκτέλεση, σύμφωνα με το άρθρο 19 (2) (α).
Β) Σε περίπτωση επιστροφής στην Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, η Αιτήτρια δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, σύμφωνα με το άρθρο 19 (2) (β).
Γ) Σε περίπτωση επιστροφής στην Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, η Αιτήτρια δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, ως το άρθρο 19 (2) (γ) προνοεί, αφού η χώρα καταγωγής της, και συγκεκριμένα η περιοχή της πρότερης συνήθους διαμονής της, η Kinshasa, δεν βρίσκεται σε συνθήκες διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης. (ερ. 99 Δ.Φ.).
Στη βάση όλων των ανωτέρω, το αίτημα της Αιτήτριας για διεθνή προστασία απορρίφθηκε δια της προσβαλλόμενης απόφασης.
Έπειτα από ενδελεχή εξέταση του διοικητικού φακέλου και όπως προκύπτει από τα στοιχεία που βρίσκονται σε αυτόν, δέον να αναφερθούν τα ακόλουθα:
Καταρχάς, κρίνω ως ορθή την αποδοχή από τους Καθ' ων η αίτηση του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού, ο οποίος και αφορά την ταυτότητα και τα προσωπικά στοιχεία της Αιτήτριας.
Ομοίως βάσει της αξιολόγησης τόσο της εσωτερικής, όσο και της εξωτερικής αξιοπιστίας του δεύτερου ισχυρισμού, το Δικαστήριο καταλήγει στο ίδιο συμπέρασμα με τον λειτουργό και ο υπό εξέταση ισχυρισμός απορρίπτεται στο σύνολό του ως μη αξιόπιστος .
Εν πάση περιπτώσει κρίνω ότι ο λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, στην έκθεση-εισήγηση, αξιολόγησε κάθε έκαστο ισχυρισμό της Αιτήτριας και για τους λόγους που εκτενώς καταγράφηκαν στην εισήγησή του, εύλογα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αξιοπιστία της δεν κρίνεται ως ικανοποιητική και ως εκ τούτου ορθά δεν παραχωρήθηκε το ευεργέτημα της αμφιβολίας, όπως αυτό καθορίζεται στην παράγραφο 204 του Εγχειριδίου για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων.
Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι σε κάθε περίπτωση και σύμφωνα με το άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, εναπόκειται στον εκάστοτε Αιτητή/Αιτήτρια να τεκμηριώσει την αίτησή του για διεθνή προστασία που στην συγκεκριμένη περίπτωση η ηλικία της το μορφωτικό της επίπεδο και γενικότερα το προφίλ της δεν την εμπόδιζε προς τούτο. Στην υπό κρίση περίπτωση, για τους λόγους που αναλύθηκαν ανωτέρω, η Αιτήτρια δεν κατάφερε τεκμηριώσει κάποια παρελθούσα πράξη δίωξης σε βάρος της ούτε κατά τη διάρκεια της προφορικής της συνέντευξης, αλλά ούτε κατά την ενώπιον μου διαδικασία.
Έχει, πολλάκις, νομολογηθεί ότι κρίση επί της αξιοπιστίας του αιτητή και έγκριση κωλύματος έγκρισης αίτησης για το λόγο αναξιοπιστίας ως προς τα προβαλλόμενα από τον αιτητή είναι επιτρεπτή (AMIRI ΚΑΙ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ Κ.Α. (2009 3 Α.Α.Δ. 358).
Επομένως, ορθά ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης της για διεθνή προστασία.
Σημειώνεται πως λόγω του ότι οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας αναφορικά με τους λόγους που φέρεται να εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της απορρίφθηκαν στο σύνολό τους ως μη αξιόπιστοι, δεν πληρούνται και οι προϋποθέσεις υπαγωγής της Αιτήτριας στα άρθρα 19 (2) (α) και (β) περί συμπληρωματικής προστασίας, καθώς δεν προέκυψαν στοιχεία εκ των οποίων μπορεί να συναχθεί ότι σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια κινδυνεύει να αντιμετωπίσει θανατική ποινή ή εκτέλεση κατά την έννοια του άρθρου 19 (2) (α), ή άλλως βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία κατά την έννοια του άρθρου 19 (2) (β).
Προς τούτο το Δικαστήριο προέβη σε δική του έρευνα αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία των ισχυρισμών της Αιτήτριας αναφορικά με τον καταναγκαστικό γάμο στην ΛΔΚ.
Σύμφωνα με πληροφορίες που συνέλεξε ο Οργανισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο (EUAA) σε απάντηση που συνέταξε στις 23 Ιουνίου 2025 σχετικά, μεταξύ άλλων, με την πρακτική του εξαναγκαστικού γάμου στην Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό,[1] η νομοθεσία στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό ορίζει ως ελάχιστη ηλικία γάμου τα 18 έτη, εντούτοις, πολλές γυναίκες φέρεται να παντρεύονται σε μικρότερη ηλικία, σύμφωνα και με την Freedom House.[2] Το Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ (USDOS) επισημαίνει ότι η σχετική νομοθεσία δεν εφαρμόζεται αποτελεσματικά από την κυβέρνηση και ότι πολλοί γάμοι ανηλίκων εξακολουθούν να πραγματοποιούνται, εν μέρει λόγω της “συνεχιζόμενης κοινωνικής αποδοχής.[3]
Παρότι ο καταναγκαστικός γάμος απαγορεύεται σε θεσμικό επίπεδο από τον νόμο στην Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό[4] εντούτοις, η πρακτική αυτή εξακολουθεί να απαντάται στην χώρα, σύμφωνα με έκθεση του US Department of State του 2023 που αφορά το έτος 2022.[5] Επιπλέον, η ίδια πηγή αναφέρει ότι «ενώ ο νόμος απαιτεί συναίνεση και απαγορεύει το γάμο αγοριών και κοριτσιών κάτω των 18 ετών, πολλοί γάμοι ανήλικων παιδιών πραγματοποιήθηκαν, εν μέρει λόγω της συνεχιζόμενης κοινωνικής αποδοχής. Το Σύνταγμα ποινικοποιεί τον αναγκαστικό γάμο. Η ποινή διπλασιάζεται όταν το παιδί είναι μικρότερο των 15 ετών. Ωστόσο, η επιβολή της ποινής είναι περιορισμένη. Οι διατάξεις του νόμου δεν διευκρινίζουν ποιος έχει δικαίωμα να αναφέρει τον καταναγκαστικό γάμο ως έγκλημα ή εάν ο δικαστής έχει την εξουσία να το πράξει.»[6] Παλαιότερη έκθεση του USDOS αναφέρει ότι «Το UNFPA [Ταμείο Πληθυσμού των Ηνωμένων Εθνών] ανέφερε ότι οι γάμοι παιδιών ήταν ευρέως διαδεδομένοι, με περίπου 37% των κοριτσιών που παντρεύτηκαν μέχρι την ηλικία των 18 ετών και το 10% των γυναικών ηλικίας 20-24 ετών είχαν παντρευτεί πριν από την ηλικία των 15 ετών. Οι πληρωμές προίκας ενθάρρυναν σε μεγάλο βαθμό τους γάμους ανηλίκων, καθώς οι γονείς πάντρευαν βίαια κόρες για να εισπράξουν προίκες ή για να χρηματοδοτήσουν προίκες για γιους.».[7]
Το Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών ανέφερε ότι ο εκτοπισμός “λόγω συγκρούσεων και ανασφάλειας” και η ανεπαρκής πρόσβαση σε ανθρωπιστική βοήθεια έχουν οδηγήσει σε αυξημένη καταφυγή του άμαχου πληθυσμού σε “αρνητικούς μηχανισμούς αντιμετώπισης”, οι οποίοι περιλαμβάνουν την αύξηση και “κανονικοποίηση” του πρόωρου και εξαναγκαστικού γάμου.[8]
Ειδικότερα, η Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών για την Εξάλειψη των Διακρίσεων κατά των Γυναικών (UN CEDAW) ανέφερε ότι ο εσωτερικός εκτοπισμός και η έλλειψη πόρων “αυξάνουν σημαντικά” τον κίνδυνο γάμου ανηλίκων, συμπεριλαμβανομένου του φαινομένου των λεγόμενων “νυφών της πείνας”, κατά το οποίο οικογένειες κανονίζουν γάμους για κορίτσια λόγω οικονομικής ανέχειας, σε αντάλλαγμα χρημάτων, τροφίμων ή άλλων αγαθών, πρακτική που επηρεάζει συχνά κορίτσια με αναπηρίες.[9]
Υπό το φως των πιο πάνω δεν προκύπτει ωστόσο από το αφήγημα της Αιτήτριας, δίωξη της ή ότι αντιμετώπισε οποιοδήποτε κίνδυνο από τον πατέρα της ή την οικογένειας της λόγω της άρνησης της να προχωρήσει σε γάμο με τον φίλο του πατέρα της .
Αναφορικά δε με την μη πλήρωση των προϋποθέσεων παροχής συμπληρωματικής προστασίας προς το πρόσωπο του Αιτητή υπό την έννοια του άρθρου 19 (2) (γ) του περί Προσφύγων Νόμου ή άλλως του άρθρου 15 (γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, κρίνω σκόπιμο να παρατεθούν αρχικά τα κάτωθι:
Το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου προϋποθέτει ουσιώδεις λόγους να πιστεύεται ότι ο Αιτητής θα υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, υπάρχει ευρεία νομολογία τόσο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ.851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015) όσο και του ΔΕΕ (βλ. C- 285/12, A. Diakité v. Commissaire général aux réfugiés et aux apatrides,30/01/2014, C-465/07, Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie, 17/02/2009), καθώς επίσης και του ΕΔΔΑ (βλ. K.A.B. v. Sweden, 886/11, 05/09/2013 (final 17/02/2014), Sufi and Elmi v. the United Kingdom, 8319/07 and 11449/07, 28/11/2011) στις οποίες ερμηνεύεται η έννοια της «αδιακρίτως ασκούμενης βίας» και της «ένοπλης σύρραξης» και τίθενται κριτήρια ως προς τη σοβαρότητα του κινδύνου που προϋποτίθεται για την αξιολόγηση των περιπτώσεων στις οποίες εξετάζεται η πιθανότητα παραχώρησης συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.
Στην υπόθεση Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v.Staatssecretarisvan Justitie παρ 35, το ΔΕΕ αναφέρει ότι «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας» ενώ στην παρ. 37 αναφέρει ότι «η απλή αντικειμενική διαπίστωση κινδύνου απορρέοντος από τη γενική κατάσταση μιας χώρας δεν αρκεί, καταρχήν, για να γίνει δεκτό ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, συντρέχουν ως προς συγκεκριμένο πρόσωπο, εντούτοις, καθόσον η αιτιολογική αυτή σκέψη χρησιμοποιεί τον όρο «συνήθως», αναγνωρίζει το ενδεχόμενο υπάρξεως μιας εξαιρετικής καταστάσεως, χαρακτηριζομένης από έναν τόσο υψηλό βαθμό κινδύνου, ώστε να υπάρχουν σοβαροί λόγοι να εκτιμάται ότι το πρόσωπο αυτό θα εκτεθεί ατομικώς στον επίμαχο κίνδυνο.» (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου). Περαιτέρω το ΔΕΕ στην εν λόγω υπόθεση αποφάσισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών την καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας» (παρ. 39).
Επιπλέον, σύμφωνα με το Εγχειρίδιο της ΕΥΥΑ σχετικά με τη δικαστική ανάλυση του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, ακόμη και αν ο αιτητής μπορεί να αποδείξει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης στην περιοχή καταγωγής του (ή καθ' οδόν προς τη συγκεκριμένη περιοχή καταγωγής), το δικαίωμα επικουρικής προστασίας μπορεί να κατοχυρωθεί μόνο εάν ο αιτητής δεν μπορεί να επιτύχει εγχώρια προστασία σε άλλο τμήμα της χώρας, καθώς επίσης, όταν αποφασίζεται η τοποθεσία της περιοχής καταγωγής ενός αιτητή ως προορισμός επιστροφής, απαιτείται η εφαρμογή προσέγγισης βασισμένης στα πραγματικά περιστατικά όσον αφορά την περιοχή του τελευταίου τόπου διαμονής και την περιοχή συνήθους διαμονής.
Αναφορικά με την γενική Κατάσταση Ασφαλείας - Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό κατά την περίοδο Ιούλιου 2024- Ιούνιου 2025 ,σύμφωνα με το «War Watch»- World Assessment and Tracking of Civilian Harm (πρώην «RULAC»- Rule of Law in Armed Conflict), μιας πρωτοβουλίας της Ακαδημίας της Γενεύης για την καταγραφή των απωλειών αμάχων εν μέσω ενόπλων συγκρούσεων σε παγκόσμιο επίπεδο, αποτυπώνονται τα ακόλουθα αναφορικά με μη-διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις που λαμβάνουν χώρα στην Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό για την περίοδο Ιουλίου 2024- Ιουνίου 2025:
Η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (ΛΔΚ) πλήττεται από πολλαπλές, αλληλεπικαλυπτόμενες ένοπλες συγκρούσεις διεθνούς και μη διεθνούς χαρακτήρα. Σε αυτές περιλαμβάνονται ένοπλες συγκρούσεις διεθνούς χαρακτήρα με τη Ρουάντα, οι οποίες λαμβάνουν και την μορφή συγκρούσεων με την ένοπλη οργάνωση «Κίνημα της 23ης Μαρτίου (M23)», που δρα εξ ονόματος της Ρουάντα και έχει προβεί σε στρατιωτική κατάληψη περιοχών της ΛΔΚ. Παράλληλα, εξακολουθούν να σημειώνονται συγκρούσεις μη διεθνούς χαρακτήρα μεταξύ της ΛΔΚ και ποικίλων οργανωμένων ένοπλων ομάδων, ιδίως των Allied Democratic Forces (ADF) και της Cooperative for the Development of the Congo (CODECO), καθώς και μεταξύ μη κρατικών ένοπλων δρώντων.
Ως προς τον άμαχο πληθυσμό, κατά την εξεταζόμενη περίοδο, σημειώνεται πως οι απώλειες αμάχων αυξήθηκαν σημαντικά. Ένοπλες ομάδες και κρατικές δυνάμεις προέβησαν σε εκτεταμένους βομβαρδισμούς, επιδρομές και επιθέσεις κατά χωριών, χώρων φιλοξενίας εσωτερικά εκτοπισμένων προσώπων, αγορών, κατοικιών και χώρων υγειονομικών και ανθρωπιστικών υπηρεσιών, κατά παράβαση των αρχών του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου. Τεκμηριώθηκαν μαζικές ανθρωποκτονίες, εθνοτικά στοχευμένες σφαγές, απαγωγές, εξαναγκαστικές εξαφανίσεις, λεηλασίες και καταναγκαστική εργασία, ορισμένα εκ των οποίων ενδέχεται να συνιστούν εγκλήματα πολέμου ή εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Σημειώνεται επίσης σοβαρή επισιτιστική ανασφάλεια και εκτεταμένος αναγκαστικός εκτοπισμός, όπως και συστηματική παρεμπόδιση της ανθρωπιστικής βοήθειας. Παράλληλα, η σχετιζόμενη με τις ένοπλες συγκρούσεις σεξουαλική βία έλαβε ευρείας κλίμακας διαστάσεις, η στρατολόγηση παιδιών χαρακτηρίστηκε ως άνευ προηγουμένου, ενώ οι δημοσιογράφοι αντιμετώπισαν διάχυτη βία, λογοκρισία, απειλές ή/και θανατική ποινή σε περιπτώσεις δημοσιογραφικής κάλυψης των συγκρούσεων.[10]
Οι συνέπειες της εκτεταμένης βίας στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (ΛΔΚ) αποτυπώνονται επίσης στον εκτοπισμό του άμαχου πληθυσμού, καθώς η χώρα συγκαταλέγεται μεταξύ εκείνων με τον μεγαλύτερο αριθμό εκτοπισμένων παγκοσμίως. Πάνω από δεκατρία εκατομμύρια άνθρωποι αντιμετωπίζουν οξεία επισιτιστική ανασφάλεια, ενώ περισσότεροι από πέντε εκατομμύρια έχουν αναγκαστεί να εγκαταλείψουν τις εστίες τους. Η κατάσταση στην Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό εξακολουθεί να συγκαταλέγεται μεταξύ των πλέον σοβαρών ανθρωπιστικών κρίσεων διεθνώς.[11]
Αναφορικά με την Κατάσταση Ασφαλείας- Kinshasa σύμφωνα με τις επικαιροποιημένες πηγές στις οποίες το Δικαστήριο ανέτρεξε για την περίοδο σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, παρατίθενται τα πλέον πρόσφατα ποσοτικά δεδομένα αναφορικά με τα περιστατικά ασφαλείας στην επαρχία Kinshasa της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, στην οποία ανήκει διοικητικά η κοινότητα Lemba που αποτέλεσε τον τόπο της τελευταίας συνήθους διαμονής της Αιτήτριας πριν αναχωρήσει από την χώρα καταγωγής της. Συγκεκριμένα, όσον αφορά στην εν λόγω επαρχία, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 27/03/2026), καταγράφηκαν 152 περιστατικά ασφαλείας συνολικά, τα οποία συνετέλεσαν σε 52 ανθρώπινες απώλειες, ενώ ως προς την κοινότητα Lemba συγκεκριμένα, κατά την περίοδο αναφοράς καταγράφηκε 1 περιστατικό ασφαλείας, το οποίο προξένησε μία (1) ανθρώπινη απώλεια.[12]
Σημειώνεται δε πως ο πληθυσμός της επαρχίας Kinshasa για το έτος 2020 εκτιμήθηκε στους 14,565,700 κατοίκους[13] και για το 2026 εκτιμάται στους 18,552,800 κατοίκους.[14]
Περαιτέρω, όπως αναφέρεται και στην απάντηση που ετοίμασε ο EUAA σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στην Kinshasa από τον Ιούλιο του 2025,[15] παραπέμποντας στην έκθεση του Κέντρου Καταγραφής και Έρευνας (Centre for Documentation and Research -CEDOCA) για την κατάσταση ασφαλείας στη ΛΔΚ, σύμφωνα με το Γραφείο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών (United Nations Joint Human Rights Office): η επαρχία της Kinshasa είναι “μη επηρεαζόμενη από ένοπλη σύγκρουση” και ότι “από την επιδείνωση της κατάστασης ασφαλείας στα ανατολικά το 2025, πέραν διαδηλώσεων κατά δυτικών πρεσβειών, δεν έχουν αναφερθεί σημαντικά περιστατικά ασφάλειας στην Kinshasa.[16]
Λαμβάνοντας υπόψη την απουσία προσωπικών υποκειμενικών εξατομικευμένων στοιχείων στο προφίλ της Αιτήτριας, η οποία είναι νέα, υγιής, ικανή προς εργασία, με υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα καταγωγής της (αδέλφια, η μητέρα της και πατέρας των τέκνων της) η αξιολόγηση του κινδύνου επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της, γίνεται στη βάση της κατάστασης ασφαλείας στην περιοχή, όπου αναμένεται να επιστρέψει. Λαμβάνοντας υπόψη τα προαναφερθέντα δεδομένα όσον αφορά την κατάσταση ασφαλείας, στην πόλη συνήθους συνάγεται εύλογα και με ασφάλεια το συμπέρασμα ότι η κατάσταση ασφαλείας μαζί με το ατομικό προφίλ της Αιτήτριας δεν συνεπάγονται την ύπαρξη ουσιωδών λόγων να πιστεύεται ότι θα κινδυνεύσει ως άμαχη πολίτης, σε περίπτωση επιστροφής στην περιοχή της, η κατάσταση της οποίας δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως κατάσταση αδιάκριτης βίας, κατά την έννοια του άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.
Επί τη βάσει όλων όσων παρατέθηκαν στην παρούσα απόφαση, το Δικαστήριο κρίνει ότι το αίτημα της Αιτήτριας για διεθνή προστασία εξετάστηκε επιμελώς σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου ήταν το αποτέλεσμα δέουσας έρευνας και ορθής αξιολόγησης όλων των στοιχείων και δεδομένων, είναι επαρκώς αιτιολογημένη και λήφθηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου, το Σύνταγμα και τις Γενικές Αρχές του Διοικητικού Δικαίου.
Υπό το φως των πιο πάνω η προσφυγή απορρίπτεται με €1500 έξοδα εναντίον της Αιτήτριας και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση.
Βούλα Κουρουζίδου - Καρλεττίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] EUAA (European Union Agency for Asylum), Democratic Republic of the Congo; Sexual and gender-based violence (SGBV) against women, including sexual and domestic violence, conflict-related sexual violence, trafficking for sexual exploitation, traditional harmful practices, and early and forced marriage; legislation; social attitudes; state protection; access to support services [Q11-2025], 23 June 2025, https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2025_06_EUAA_COI_Query_Response_Q11_Democratic_Republic_of_Congo_DRC_Sexual_and_Gender_Based_Violence_against_Women_SGBV.pdf, σελ. 7-8 (ημερομηνία πρόσβασης 21/04/2026)
[2] Freedom House, Freedom in the World 2024 - Democratic Republic of the Congo, 2024, διαθέσιμο σε https://freedomhouse.org/country/democratic-republic-congo/freedom-world/2024 σελ.
[3] USDOS, 2023 Country Report on Human Rights Practices: Democratic Republic of the Congo, 23 April 2024, διαθέσιμο σε https://www.state.gov/wp-content/uploads/2024/02/528267_CONGO-DEM-REP-2023-HUMAN-RIGHTS-REPORT.pdf σελ. 49
[4] Βλ. DRC, Loi no 16/008 du 15 juillet 2016 modifiant et complétant la loi no 87-010 du 1er août 1987 portant Code de la famille, 15 July 2016, διαθέσιμο στο: https://www.leganet.cd/Legislation/Code%20de%20la%20famille/Loi.15.07.2016.html. Η αγγλική μετάφραση είναι διαθέσιμη σε: Canada, IRB, Responses to Information Requests, Democratic Republic of Congo, Early or forced marriages, 1 April 2021, διαθέσιμο στο: https://www.irb-cisr.gc.ca/en/country-information/rir/Pages/index.aspx?doc=458327&pls=1. Βλ. EUAA, ‘COI Query: Congo, Democratic Republic of: Situation of single women: 1.2 Forced marriage: legislation and practices’, 25/06/2021, διαθέσιμο στο: https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2021_06_EASO_COI_QUERY_DRC_SINGLE_WOMEN.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 21/04/2026)
[5] USDOS – US Department of State (Author): 2022 Country Report on Human Rights Practices: Democratic Republic of the Congo, 20 March 2023, διαθέσιμο στο: https://www.ecoi.net/en/document/2089109.html (ημερομηνία πρόσβασης 21/04/2026)
[6] USDOS – US Department of State (Author): 2022 Country Report on Human Rights Practices: Democratic Republic of the Congo, 20 March 2023 https://www.ecoi.net/en/document/2089109.html (ημερομηνία πρόσβασης 21/04/2026)
[7] USDOS – US Department of State: 2021 Country Report on Human Rights Practices: Democratic Republic of the Congo, 12/04/2022, σσ. 51 - 52, https://www.state.gov/wp-content/uploads/2022/02/313615_CONGO-DEM-REP-2021-HUMAN-RIGHTS-REPORT.pdf Βλ. και USDOS – US Department of State: 2022 Country Report on Human Rights Practices: Democratic Republic of the Congo, σσ. 41 – 42, διαθέσιμο στο: https://www.state.gov/wp-content/uploads/2023/03/415610_CONGO-DEM-REP-2022-HUMAN-RIGHTS-REPORT.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 21/04/2026)
[8] UN Human Rights Council, Human rights situation and the activities of the United Nations Joint Human Rights Office in the Democratic Republic of the Congo; Report of the United Nations High Commissioner for Human Rights, A/HRC/57/76, 30 September 2024, διαθέσιμο σε https://docs.un.org/en/a/hrc/57/76 παρα. 35 (ημερομηνία πρόσβασης 21/04/2026)
[9] UN CEDAW, Concluding observations on the report of the Democratic Republic of the Congo submitted under the exceptional reporting procedure, 27 February 2025, διαθέσιμο σε: https://docs.un.org/en/CEDAW/C/COD/EP/CO/1 παρ. 43 (ημερομηνία πρόσβασης 21/04/2026)
[10] Ιστότοπος War Watch (World Assessment and Tracking of Civilian Harm -πρώην «RULAC»- Rule of Law in Armed Conflict), Armed Conflicts in Democratic Republic of the Congo, Reporting Period July 2024-June 2025: At a Glance/ The Armed Conflicts/ Civilian Harm, διαθέσιμο σε: https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-democratic-republic-of-the-congo/ (ημερομηνία πρόσβασης 03/04/2026).
[11] Ιστότοπος War Watch (World Assessment and Tracking of Civilian Harm -πρώην «RULAC»- Rule of Law in Armed Conflict), Armed Conflicts in Democratic Republic of the Congo, Reporting Period July 2024-June 2025: The Humanitarian Situation (last updated on 28 January 2026), διαθέσιμο σε: https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-democratic-republic-of-the-congo/violations/#attacks-on-civilians (ημερομηνία πρόσβασης 21/04/2026).
[12] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Democratic Republic of Congo, Events / Fatalities, All Events, Past Year, Kinshasa/Lemba διαθέσιμη σε Democratic Republic of Congo | ACLED και https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία πρόσβασης 21/04/2026).
[13] City Population, Congo (Democratic Republic), Provinces, Kinshasa: διαθέσιμος σε: https://www.citypopulation.de/en/drcongo/cities/ (ημερομηνία πρόσβασης 21/04/2026)
[14] Ιστότοπος World Population Review/ DR Congo/ Kinshasa, διαθέσιμος σε: https://worldpopulationreview.com/cities/dr-congo/kinshasa (ημερομηνία πρόσβασης 21/04/2026)
[15] EUAA, Country of Origin Information Query, DRC, Security Situation in Kinshasa, 1 July 2025, διαθέσιμο σε https://www.ecoi.net/en/file/local/2126819/2025_07_EUAA_COI_Query_Response_Q13_DRC_Security_Situation_Kinshasa.pdf σελ. 4, (ημερομηνία πρόσβασης 21/04/2026)
[16] Belgium, CEDOCA, COI Focus: Republique Democratique du Congo: Situation sécuritaire [Democratic Republic of the Congo: Security Situation], 25 February 2025, https://www.cgrs.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_rdc._situation_securitaire_20250225_2.pdf σελ. 2, (ημερομηνία πρόσβασης 21/04/2026)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο