ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υποθ. Αρ.: 2540/2025
27 Απριλίου 2026
[Β. ΚΟΥΡΟΥΖΙΔΟΥ-KΑΡΛΕΤΤΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με τo άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
A.W.B. από την Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό
Αιτητής
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Κουπαρή Κασσάνδρα, Δικηγόρος για τον Αιτητή.
Γιάγκου Λουΐζα, Δικηγόρος για τους Καθ' ων η αίτηση.
Ο Αιτητής είναι παρών. Παρούσα και η Ζ. Αγαπίου (κα) για πιστή μετάφραση από Αγγλικά σε Ελληνικά και αντιστρόφως.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Με την υπό κρίση προσφυγή, ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, ημερομηνίας 18/08/2025, η οποία του κοινοποιήθηκε την 23/09/2025 και δια της οποίας απορρίφθηκε το αίτημά του για παροχή διεθνούς προστασίας, ως άκυρη, παράνομη, αντισυνταγματική και στερούμενη οιουδήποτε έννομου αποτελέσματος. Περαιτέρω αιτείται απόφασης του παρόντος δικαστηρίου με την οποία να αναγνωρίζεται στον Αιτητή το καθεστώς Διεθνούς Προστασίας.
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Σύμφωνα με τα στοιχεία του Διοικητικού Φακέλου (εφεξής Δ.Φ.) που βρίσκονται ενώπιόν μου, ο Αιτητής είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό (εφεξής ΛΔΚ) και στις 26/01/2022 υπέβαλε αίτηση χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας [σ.σ. Τα παρατιθέμενα γεγονότα στην Ένσταση αναφέρουν ως ημερομηνία αρχικής αίτησης την 26/01/2022. Ωστόσο, η αρχική αίτηση του διοικητικού φακέλου αναγράφει ως ημερομηνία την 26/01/2021. Από συνδυαστική αντιπαραβολή με την κατά δήλωση ημερομηνία αναχώρησης του Αιτητή από την ΛΔΚ, ήτοι την 24/09/2021 και την βεβαίωση καταχώρισης του αιτήματος από την υπηρεσία με ημερομηνία 26/01/2022, η χρονολογία 2021 ενδεχομένως καταγράφηκε εκ παραδρομής και δεν επηρεάζει την ουσία της υπόθεσης], η οποία καταχωρίστηκε στις 26/01/2022, από το Κέντρο Πρώτης Υποδοχής Πουρνάρα (ερ. 3-1 και 8 του Δ.Φ.).
Στις 22/05/2025 και στις 04/06/2025 πραγματοποιήθηκαν οι πρωτοβάθμιες συνεντεύξεις του Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο (εφεξής «EUAA»), προς εξέταση του αιτήματός του για διεθνή προστασία.
Στις 06/08/2025 ο αρμόδιος λειτουργός του EUAA συνέταξε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, εισηγούμενος την απόρριψη του αιτήματος του Αιτητή.
Στις 18/08/2025 εξουσιοδοτημένη από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός να ασκεί καθήκοντα Προϊστάμενου της Υπηρεσίας Ασύλου αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας και την έκδοση απόφασης επιστροφής του Αιτητή στην χώρα καταγωγής του.
Ακολούθως, στις 23/09/2025, η Υπηρεσία Ασύλου ετοίμασε σχετική απορριπτική επιστολή μαζί με αιτιολόγηση της σχετικής απόφασης, η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή αυθημερόν, παραλήφθηκε δε και υπογράφτηκε ιδιοχείρως από τον ίδιο, κατόπιν επεξήγησης του περιεχομένου σε γλώσσα την οποία κατανοεί.
Στη συνέχεια, στις 14/10/2025, ο Αιτητής καταχώρισε την υπό εξέταση προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας (Δ.Δ.Δ.Π.), προσβάλλοντας την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Η συνήγορος του Αιτητή, δια του εισαγωγικού της δικογράφου, προέβαλε πλείονες λόγους ακύρωσης προς υποστήριξη του αιτήματος για ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης. Ειδικότερα, ως προς την ουσία των ισχυρισμών του προσφεύγοντα, η συνήγορος υποστηρίζει ότι η Υπηρεσία Ασύλου δεν συνεκτίμησε ορθά την κοινωνική διάσταση του φόβου δίωξης του Αιτητή, αξιολόγησε εσφαλμένα την αξιοπιστία του και δεν έλαβε υπόψιν τον κίνδυνο δίωξης από μη κρατικούς φορείς, συνοψίζοντας περαιτέρω πως ο Αιτητής διατηρεί βάσιμο φόβο για την ζωή και την ελευθερία του λόγω των επαναλαμβανόμενων απειλών που δέχθηκε και της πολιτικοποιημένης ποινικής δίωξης που υπέστη. Επιπλέον, είναι θέση της συνηγόρου του Αιτητή ότι παραβιάστηκε η αρχή της αναλογικότητας και της δίκαιης κρίσης με την απόρριψη των τεκμηρίων που προσκομίστηκαν, χωρίς εξατομικευμένο έλεγχο της αυθεντικότητάς τους, ότι δεν ελήφθη υπόψη η αρχή της μη επαναπροώθησης και πως η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται επαρκούς αιτιολόγησης, κατατείνοντας σε λανθασμένη εφαρμογή του νομικού πλαισίου.
Δια της γραπτής αγόρευσης, η συνήγορος του Αιτητή περιορίζει το αιτητικό της προσφυγής και προωθεί τον νομικό ισχυρισμό περί μη διεξαγωγής δέουσας έρευνας. Συγκεκριμένα, ως προς την έλλειψη δέουσας έρευνας, η συνήγορος προβάλλει πως οι Καθ’ ων η αίτηση παραβίασαν την αρχή της in dubio pro refugio ερμηνείας, μη συνεκτιμώντας τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή και ειδικότερα την ψυχολογική του ευαλωτότητα, το μορφωτικό του επίπεδο και την έλλειψη προστατευτικού δικτύου στην χώρα καταγωγής του. Επιπλέον, διαπιστώνει έλλειψη διερεύνησης ως προς τις συνθήκες διαμονής του Αιτητή στο ορφανοτροφείο και εξίσου ανεπαρκή έρευνα ως προς το αδίκημα για το “outrage” και της ισχύουσας νομοθεσίας περί προσβολής δημοσίου λειτουργού στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό. Περαιτέρω, διατείνεται πως η Υπηρεσία παρέλειψε να συνεκτιμήσει τα προσκομισθέντα εντάλματα σύλληψης του Αιτητή χωρίς να αιτιολογήσει την αξιολόγηση πως στερούνται αποδεικτικής αξίας και καθίστανται ανεπίδεκτα ελέγχου. Καταληκτικά, η συνήγορος αιτείται την ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης ως στερούμενης νόμιμης βάσης, ως πλημμελώς αιτιολογημένης, χωρίς να προηγηθεί εξατομικευμένη και δέουσα στάθμιση και αξιολόγηση των στοιχείων της υπόθεσης, κατά παράβαση του διεθνούς και ενωσιακού δικαίου, εισηγείται δε την αναγνώριση του Αιτητή ως δικαιούχου διεθνούς, άλλως συμπληρωματικής προστασίας.
Οι Καθ' ων η Αίτηση κατά την Ένστασή τους υπεραμύνονται της ορθότητας και της νομιμότητας της προσβαλλόμενης απόφασης και αντιτείνουν ότι η προσβαλλόμενη πράξη έχει ληφθεί σύμφωνα με τις Διεθνείς Συμβάσεις, τις διατάξεις του Συντάγματος, των Νόμων και των Κανονισμών, μετά από δέουσα έρευνα και ορθή ενάσκηση της διακριτικής εξουσίας που παρέχει ο Νόμος στους Καθ' ων η Αίτηση και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά με την υπόθεση στοιχεία, γεγονότα και περιστατικά, είναι δε επαρκώς και/ ή δεόντως αιτιολογημένη.
Κατά την απαντητική της αγόρευση, η συνήγορος του Αιτητή αντικρούει και απορρίπτει τους ισχυρισμούς των Καθ’ ων η αίτηση, επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς της περί υπαγωγής του Αιτητή σε καθεστώς διεθνούς και/ή συμπληρωματικής προστασίας και υποστηρίζει συγκεκριμένα ότι: α. έχουν δικογραφηθεί δεόντως τα νομικά σημεία που εγείρονται με την εισαγωγική Αίτηση, σε συμφωνία με τον Κανονισμό 7, συνοδεύονται δε, από σαφή νομική θεμελίωση, β. δεν διαμοιράστηκε σύμφωνα με την Οδηγία το βάρος της απόδειξης, γ. αναφορικά με την δέουσα έρευνα, επαναφέρει πως η απόφαση στερείται εξατομικευμένης αξιολόγησης ουσιωδών ισχυρισμών του Αιτητή και πως, πέραν της έρευνας σε γενικές πηγές, δεν έγινε σύνδεση των πληροφοριών με το προφίλ του Αιτητή, δ. αναφορικά με την έλλειψη αξιοπιστίας του Αιτητή, δεν συνεκτιμήθηκαν οι προσωπικές του περιστάσεις και δεν χορηγήθηκε το ευεργέτημα της αμφιβολίας, ε. αναφορικά με τον ισχυρισμό περί επαρκούς προστασίας στην χώρα καταγωγής, η γενική κατάσταση ασφαλείας δεν αναιρεί τον ατομικό κίνδυνο, στ. δεν διενεργήθηκε έρευνα ως προς το ιδιαίτερο προφίλ του Αιτητή που τον εντάσσει στην ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα των ορφανών νεαρών ατόμων χωρίς οικογενειακή ή κρατική προστασία, τα οποία καθίστανται κοινωνικά ευάλωτα, ζ. από τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης προκύπτει η έλλειψη αποτελεσματικής κρατικής προστασίας για τον Αιτητή στην χώρα καταγωγής του και η προβαλλόμενη από τους Καθ’ ων δυνατότητα εσωτερικής μετεγκατάστασης δεν είναι ασφαλής, ούτε πρακτικά υλοποιήσιμη, δεδομένου ότι ο Αιτητής στερείται οικογενειακού και κοινωνικού δικτύου όπως και των πόρων που θα του επέτρεπαν την πραγματική εσωτερική του μετεγκατάσταση.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Καταρχάς πρέπει να λεχθεί ότι οι λόγοι ακύρωσης είναι με γενικότητα και αοριστία που εγείρονται στην παρούσα αίτηση. Η απλή καταγραφή κατά ιδιαίτερο συνοπτικό τρόπο στους λόγους ακύρωσης της νομικής βάσης της προσφυγής δεν ικανοποιεί την επιτακτική ανάγκη του Καν. 7 του Ανωτάτου Συνταγματικού Διαδικαστικού Κανονισμού του 1962, όπως οι νομικοί λόγοι αναφέρονται πλήρως.
Η αναφορά, για παράδειγμα, ότι «Η απόφαση πάσχει γιατί λήφθηκε χωρίς την δέουσα έρευνα» (το ίδιο αοριστόλογοι είναι και οι υπόλοιποι λόγοι ακύρωσης), δεν εξηγεί καθόλου, ούτε παραπέμπει σε συγκεκριμένα κατ' ισχυρισμόν δεδομένα που οδήγησαν σε μη έρευνα ή έλλειψη δέουσας έρευνας κλπ. Η συνήγορος του Αιτητή εν προκειμένω αναφέρεται με γενικό τρόπο στους λόγους χωρίς να τεκμηριώνει πως αυτοί υφίστανται και χωρίς να υποδεικνύει τα σημεία της διοικητικής διαδικασίας όπου αυτές οι αρχές καταπατώνται. Η προσφυγή θα μπορούσε να απορριφθεί για τους πιο πάνω διαδικαστικούς λόγους οι οποίοι αντανακλούν βεβαίως και επί της ουσίας. Αυστηρώς ομιλούντες τα όσα αναφέρονται στην αγόρευση της δικηγόρου του Αιτητή δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη, εφόσον παγίως αναγνωρίζεται ότι οι αγορεύσεις δεν αποτελούν μέσο για τη θεμελίωση γεγονότων. (δέστε Δημοκρατία ν. Κουκκουρή (1993) 3 Α.Α.Δ. 598, Ελισσαίου ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου (2004) 3 Α.Α.Δ. 412 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (2009) 3 Α.Α.Δ. 384) (δέστε Υπόθεση Αρ. 1119/2009 ημερ. 31 Ιανουαρίου 2012 FARHAN KHALIL, και Κυπριακής Δημοκρατίας).
Οι ισχυρισμοί για την ακύρωση μιας διοικητικής απόφασης πρέπει να είναι συγκεκριμένοι και να εξειδικεύουν ποια νομοθετική πρόνοια ή αρχή διοικητικού δικαίου παραβιάζεται. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Latomia Estate Ltd. v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672: «Η αιτιολόγηση των νομικών σημείων πάνω στα οποία βασίζεται μια προσφυγή είναι απαραίτητη για την εξέταση από ένα Διοικητικό Δικαστήριο των λόγων που προσβάλλουν τη νομιμότητα μιας διοικητικής πράξης».
Περαιτέρω δεν αρκεί η παράθεση των συγκεκριμένων διατάξεων της νομοθεσίας που κατ' ισχυρισμόν παραβιάζει η προσβαλλόμενη πράξη, αλλά θα πρέπει επίσης τα επικαλούμενα νομικά σημεία να αιτιολογούνται πλήρως. Οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια σε σχέση με αυτά μπορεί να έχει ως συνέπεια την απόρριψη της προσφυγής. (βλ. Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 AAΔ.598).
Επίσης είναι πλειστάκις νομολογημένο ότι, λόγοι ακύρωσης που δεν εγεί-ρονται στο δικόγραφο της προσφυγής δεν μπορούν να εξεταστούν με το να εγείρονται για πρώτη φορά στις γραπτές αγορεύσεις. Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την πρόσφατη απόφαση της Ολομέλειας στη Φλωρεντία Πετρίδου ν. Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, (2004) 3 Α.Α.Δ. 636: «Παρατηρούμε ότι στο κείμενο της προσφυγής δεν εγείρεται τέτοιος λόγος ακύρωσης, αν και σχετική επιχειρηματολογία πράγματι προβάλλεται στη γραπτή αγόρευση της εφεσείουσας. Έχει επανειλημμένα λεχθεί πως λόγος ακύρωσης που δεν εγείρεται στην προσφυγή δεν μπορεί να εξεταστεί σε μεταγενέστερο στάδιο, αφού οι γραπτές αγορεύσεις αποτελούν απλώς επιχειρηματολογία».
Σύμφωνα με την Μαραγκός ν. Δημοκρατίας (2006) 3 Α.Α.Δ. 671 : «Για να καταστεί το θέμα επίδικο, πρέπει αυτό να εγείρεται σύμφωνα με τις δικονομικές διατάξεις και να αποφασίζεται ύστερα από εξαντλητική επιχειρηματολογία.»
«Η αγόρευση αποτελεί το μέσο για την έκθεση της επιχειρηματολογίας υπέρ της αποδοχής των λόγων ακύρωσης και όχι υποκατάστατο της στοιχειοθέτησής τους. Βλ. Παπαδοπούλας ν. Ιωσηφίδη κ.ά. (2002) 3 Α.Α.Δ. 601 και Λεωφορεία Λευκωσίας Λτδ ν. Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 56.»
Τα όσα επομένως πιο κάτω εξετάζονται και αποφασίζονται τελούν υπό την πιο πάνω τοποθέτηση.
Έχω εξετάσει την προσβαλλόμενη απόφαση υπό το πρίσμα όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, κυρίως των όσων ο Αιτητής δήλωσε τόσο με την υποβολή της αίτησης διεθνούς προστασίας, όσο και κατά τη διάρκεια της προφορικής του συνέντευξης ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, αλλά και όσων προβάλλει με την παρούσα προσφυγή.
Κατά την υποβολή του αιτήματός του για διεθνή προστασία στις 26/01/2022, αναφορικά με τα προσωπικά του στοιχεία, ο Αιτητής κατέγραψε ότι είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, άγαμος, χριστιανός καθολικός στο θρήσκευμα, γεννηθείς την 14-01-1989 στο Kasongo, με μητρική του γλώσσα τα Lingala. Αναχώρησε από την χώρα καταγωγής του την 24/09/2021 και εισήλθε στην Κυπριακή Δημοκρατία την 25/11/2021, δια μέσου Τουρκίας και των μη ελεγχόμενων από την Kυπριακή κυβέρνηση περιοχών (ερυθρά 3-1 του Δ.Φ.). Αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτήν, ο Αιτητής κατέγραψε ότι εγκατέλειψε την Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό για δύο λόγους. Αρχικά δήλωσε πως αντιμετώπιζε απειλές κατά της ζωής του από την οικογένεια του πατέρα του και συγκεκριμένα από την σύζυγο του θείου του. Συγκεκριμένα, μετά τον θάνατο του πατέρα του, ο οποίος κληροδότησε στον ίδιο και στον μικρότερο αδερφό του τα ακίνητα που είχε στην ιδιοκτησία του, κατηγορήθηκαν τα δύο αδέρφια από τους συγγενείς του αποθανόντος ότι τον δολοφόνησαν, με σκοπό να προσποριστούν εκείνοι την περιουσία του. Ο Αιτητής πρόσθεσε πως εξαιτίας των προβλημάτων απεβίωσε και η μητέρα του και στη συνέχεια τα αδέρφια εκδιώχθηκαν από το σπίτι, από τους συγγενείς του πατέρα τους, και κατέφυγαν στον θείο τους που ζούσε στην Ακτή Ελεφαντοστού. Σύμφωνα με την καταγραφή του Αιτητή, ο θείος τους πρότεινε να επιστρέψουν στη ΛΔΚ και να τους φιλοξενήσει στο σπίτι του στην Κινσάσα. Μετά την επιστροφή τους, ο Αιτητής έλαβε εντάλματα από την αστυνομία χωρίς περαιτέρω έρευνα, και, ενώ οι απειλές εξακολουθούσαν, άφησε τα παιδιά του στο σπίτι της πεθεράς του και αποφάσισε να αναχωρήσει για την Κύπρο προκειμένου να αναζητήσει προστασία (ερυθρό 1 και ερ. 28 του «Δ.Φ.»).
Κατά τις συνεντεύξεις που διεξήχθησαν την 22/05/2025 και την 04/06/2025 από αρμόδιο λειτουργό του EUAA, ο Αιτητής επιβεβαίωσε τα προσωπικά στοιχεία που είχε δηλώσει κατά την καταγραφή του αιτήματός του, διευκρινίζοντας πως είναι διαζευγμένος από το 2014 και πως εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του στις 14/09/2021 (ερ. 52 Δ.Φ.). Επιπλέον δήλωσε πως ανήκει στην φυλή Soukou, πως γεννήθηκε στο Kasongo και μεγάλωσε στην Masina μέχρι την ηλικία των 25 ετών, ενώ στη συνέχεια μετέβη στην περιοχή Bandal και τέλος στην κοινότητα Kimbanseke όπου παρέμεινε από τον Μάιο του 2021 μέχρι να αναχωρήσει από την χώρα. Σημείωσε δε πως όλες οι περιοχές όπου έζησε ανήκουν στην επαρχία της Kinshasa (ερ. 49 1χ-2χ και ερ. 48 Δ.Φ.). Αναφορικά με την οικογενειακή του κατάσταση δήλωσε πως είναι πατέρας τριών παιδιών, γεννηθέντα το 2011, το 2013 και το 2015 αντίστοιχα, τα οποία ζουν με την πεθερά του Αιτητή στην Masina της ΛΔΚ και με τα οποία επικοινωνεί περιστασιακά. Οι γονείς του, όπως και ο μικρότερος αδελφός του έχουν αποβιώσει. (ερ. 46 Δ.Φ.). Ερωτηθείς σχετικά με άλλα μέλη της οικογένειάς του ο Αιτητής ανέφερε τον αδελφό της μητέρας του, τον θείο του στην Ακτή Ελεφαντοστού και πως η θεία του είχε επίσης αποβιώσει (ερ. 45 Δ.Φ.). Ως προς το εκπαιδευτικό του υπόβαθρο, ο Αιτητής δήλωσε πως έχει ολοκληρώσει τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και φοίτησε σε πανεπιστημιακή σχολή στην Gombe το έτος 2014-2015, την οποία εγκατέλειψε μετά τον θάνατο του πατέρα του επειδή αδυνατούσε να πληρώνει τα δίδακτρα. Στη συνέχεια εργάστηκε ως παιδαγωγός σε σχολείο της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης από το 2015 μέχρι και το 2020 (ερ. 45 2χ. ερ. 44 και ερ. 43 1χ του Δ.Φ.). Από την χώρα του αναχώρησε στις 14/09/2021 και εισήλθε στην Κυπριακή Δημοκρατία περνώντας από τις μη κυβερνητικά ελεγχόμενες περιοχές, όπου παρέμεινε από τον Σεπτέμβριο μέχρι τον Νοέμβριο του 2021 (ερ. 43-41 του Δ.Φ.).
Αναφορικά με τους λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής, κατά την διάρκεια της προφορικής του συνέντευξης, δήλωσε ότι εγκατέλειψε την Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό λόγω των απειλών που δέχθηκε από συγγενείς να παραδώσει το οίκημα στο οποίο διέμενε με τον αδερφό του, μετά τον θάνατο των γονέων του. Εξήγησε πως οι πιέσεις ξεκίνησαν μετά το 2017, έτος κατά το οποίο η μητέρα του κατέληξε από καρδιακό επεισόδιο και πρόσθεσε πως κατέφυγε στην αστυνομία αλλά χωρίς να λάβει βοήθεια. Στη συνέχεια, ο Αιτητής δήλωσε πως ζήτησε υποστήριξη από τον θείο του που ζει στην Ακτή Ελεφαντοστού και εκείνος επέτρεψε στα αδέρφια να φιλοξενηθούν από την σύζυγό του στο σπίτι του στο Bandal, δεδομένου ότι οι λοιποί συγγενείς είχαν εγκατασταθεί στο πατρικό τους σπίτι και τους απειλούσαν. Ο Αιτητής πρόσθεσε πως, σε διαπληκτισμό που είχε με την θεία του εξαιτίας της άσχημης αντιμετώπισης που τους επιφύλασσε, προσέβαλε την φυλή της, Luba, με αποτέλεσμα να εκδιωχθεί από το σπίτι της και να αναγκαστεί να αναζητήσει καταφύγιο στο ορφανοτροφείο μαζί με τον αδερφό του. Επειδή στο μεταξύ, όπως δήλωσε, τον αναζητούσε η αστυνομία και έστελνε εντάλματα αναζήτησης στην διεύθυνση του πατρικού του, αποφάσισε να αναχωρήσει από την χώρα το 2021 (ερ. 41 2χ και 40 1χ του Δ.Φ.).
Στην ερώτηση του λειτουργού σχετικά με το τι πιστεύει ο Αιτητής ότι θα μπορούσε να του συμβεί σε ενδεχόμενη επιστροφή του στην ΛΔΚ, ο Αιτητής απάντησε πως εκκρεμεί ένα ένταλμα σύλληψης εις βάρος του, συνεπώς φοβάται ότι η κατάσταση γι’ αυτόν θα είναι δυσμενής (ερ. 40 2χ Δ.Φ.). Στη συνέχεια εξειδίκευσε ότι το ένταλμα αφορούσε το αδίκημα της εξύβρισης της θείας του και του προέδρου της χώρας (ερ. 40 Δ.Φ.).
Ερωτηθείς σχετικά με το ένταλμα σύλληψης, ο Αιτητής εξήγησε πως έμαθε από τον γιο του εξαδέλφου του ότι παραδόθηκε ένα ένταλμα σύλληψης στο πατρικό του σπίτι και εξ αυτού ο Αιτητής κατάλαβε πως η θεία του τον είχε καταγγείλει στην αστυνομία (ερ. 39 1χ Δ.Φ.). Ειδικότερα, ο Αιτητής προσκόμισε φωτογραφίες εικονίζουσες τέσσερα εντάλματα, τις οποίες έλαβε στις 19 Ιανουαρίου 2025. Τα τρία αποτελούσαν εντάλματα σύλληψης και το τέταρτο ένταλμα αναζήτησης (ερ. 38 Δ.Φ.).
Σε ερωτήσεις σχετικά με την οικογενειακή διαφορά που οδήγησε τον Αιτητή να εγκαταλείψει την ΛΔΚ, διευκρίνισε πως οι διενέξεις ξεκίνησαν το 2015 από άγνωστα σε εκείνων μέλη της οικογένειας του πατέρα του, τα οποία ήρθαν σπίτι τους, τους απείλησαν και τους πίεσαν να φύγουν γιατί το οίκημα τους ανήκε. Περιέγραψε έπειτα την στιγμή που πρωτοήρθαν σπίτι τους και τους απείλησαν ότι θα τους σκοτώσουν εάν δεν εγκαταλείψουν την οικία. Απάντησε επίσης πως μετακόμισαν τελικά με τον αδερφό του τον Μάιο του 2015/2016, διευκρινίζοντας εν τέλει πως εννοούσε τον Μάιο του 2015, ενώ στο μεταξύ είχαν παρενοχληθεί από τους συγγενείς αυτούς περί τις πέντε φορές (ερ. 38 1χ-2χ Δ.Φ.). Όταν στη συνέχεια ερωτήθηκε από τον λειτουργό να προσδιορίσει ποια άτομα ήταν αυτά που διεκδικούσαν το σπίτι τους και τους απειλούσαν, ο Αιτητής, στις αλλεπάλληλες διευκρινιστικές ερωτήσεις δήλωσε πως δεν τα γνώριζε και πως δεν ήταν σίγουρος ότι ήταν συγγενείς του πατέρα του, απλά υπέθετε. Σε επισήμανση του λειτουργού πως είχε δηλώσει ρητά πως ήταν μέλη της οικογένειας του πατέρα του, ο Αιτητής του αρνήθηκε (ερ. 72 1χ Δ.Φ.).
Ζητηθείς στη συνέχεια να αποσαφηνίσει γιατί κατά την ελεύθερη αφήγηση δήλωσε πως η μητέρα του απεβίωσε το 2015 και οι περιουσιακές διενέξεις ξεκίνησαν από τότε, ενώ νωρίτερα είχε δηλώσει πως η μητέρα του απεβίωσε το 2017, ο Αιτητής επανέλαβε ότι έχασε την μητέρα του το 2015 και τότε ξεκίνησαν τα προβλήματά του (ερ. 72 Δ.Φ.).
Σχετικά με την καταγγελία που διατύπωσε στην αστυνομία αναφορικά με τις απειλές, ο Αιτητής απάντησε πως οι αστυνομικοί της Masina του ζήτησαν χρηματικό αντάλλαγμα προκειμένου να επέμβουν και επειδή δεν τους το έδωσε δεν εμφανίστηκαν (ερ. 36 1χ 2χ Δ.Φ.).
Σχετικά με τα γεγονότα που επακολούθησαν, ο Αιτητής απάντησε στις σχετικές ερωτήσεις του λειτουργού πως στη συνέχεια κατέφυγαν στο σπίτι του θείου του στο οποίο διέμενε η θεία τους, επειδή ο Αιτητής φοβόταν πως οι συγγενείς που τους απειλούσαν ενδεχομένως να τους επιτίθονταν κάποιο βράδυ. Το 2016 προσδιόρισε πως η θεία τους ξεκίνησε να τους μεταχειρίζεται άσχημα, εξηγώντας πως επέστρεφε από την δουλειά και έβρισκε τα πράγματά του στην είσοδο του σπιτιού, με αποτέλεσμα να αρχίσει και ο ίδιος να της μιλάει άσχημα (ερ. 36 3χ Δ.Φ.). Αναφορικά με την αιτία της συμπεριφοράς που εισέπρατταν από την θεία, ο Αιτητής απάντησε πως εκείνη δεν ήθελε να παραμείνουν εκεί γιατί φοβόταν πως θα κληρονομήσουν τα υπάρχοντά της από τον θείο τους, δεδομένου ότι δεν είχε δικά της παιδιά. Συμπλήρωσε δε πως κατά το διάστημα της παραμονής τους εκεί δεν δέχθηκε την οποιαδήποτε ενόχληση από τους συγγενείς που τους απειλούσαν, λόγω της απόστασης μεταξύ Masina και Bandal (ερ. 35 Δ.Φ.).
Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις του λειτουργού σχετικά με το τι ακριβώς είπε στην θεία του που επέσπευσε την αποπομπή τους από το σπίτι, ο Αιτητής απάντησε πως της είπε ότι έτσι φέρονται οι Luba, αναφερόμενος στην εθνοτική της καταγωγή «Why are you Lubas like that» (ερ. 71 1χ Δ.Φ.). Στη συνέχεια, όπως δήλωσε, η θεία του απάντησε πως θα κάνει τον Αιτητή και τον αδερφό του να υποφέρουν και πως θα επιδιώξει την σύλληψη του Αιτητή και, λίγο αργότερα άρχισε να λαμβάνει κλήσεις από την αστυνομία. Ο Αιτητής έδειξε τέσσερα έγγραφα στον λειτουργό, διευκρινίζοντας πως τα έλαβε από τον γιο του ξαδέρφου του από την πλευρά της μητέρας του, ο οποίος τα παρέλαβε από την πατρική του οικία, την οποία είχαν καταλάβει τα άγνωστα στον Αιτητή άτομα. (ερ. 70 2χ 3χ Δ.Φ.).
Αναφορικά με το τι συνέβη μετά την αναχώρησή του από το σπίτι της θείας του, ο Αιτητής δήλωσε πως κατέφυγε με τον αδερφό του στο ορφανοτροφείο στο Kimbanseke όπου διέμειναν από το 2017 μέχρι το 2021 που εγκατέλειψε την χώρα. Ερωτηθείς πώς φιλοξενήθηκε εκεί δεδομένου ότι ήταν άνω των 18 ετών, ο Αιτητής απάντησε πως βρισκόταν σε ανάγκη και εξαιτίας του προβλήματος που αντιμετώπιζε τους βοήθησε ο ιερέας της δομής (ερ. 35 Δ.Φ.). Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις του λειτουργού, ο Αιτητής πρόσθεσε πως κατά την διάρκεια της παραμονής τους εκεί δεν έβγαινε έξω από τον φόβο των αντιποίνων από την θεία και πως το ορφανοτροφείο φρόντιζε για την επιβίωσή τους, ενώ έμαθε για τα εντάλματα το 2021 από τον γιο του ξαδέρφου του (ερ. 70 1χ του Δ.Φ.).
Ερωτηθείς σε τι αφορούσαν τα εντάλματα, ο Αιτητής εξήγησε πως η φράση που είχε απευθύνει στην θεία του συνιστούσε προσβολή για την φυλή της και για τον λόγο αυτόν τον αναζητούσαν. Πρόσθεσε επίσης πως δεν είχε αντιμετωπίσει κάποια περαιτέρω όχληση από την θεία του κατά την παραμονή του στο ορφανοτροφείο (ερ. 69 2χ 3χ Δ.Φ.). Ζητηθείς περαιτέρω να εξηγήσει γιατί τα εντάλματα χρονολογούνταν το 2021, ενώ η προσβολή έλαβε χώρα το 2016, ο Αιτητής απάντησε πως πιθανώς τότε υπέβαλε η θεία του την καταγγελία (ερ. 69 1χ Δ.Φ.).
Ζητηθείς, τέλος, να εξηγήσει γιατί στην αρχή δήλωσε πως διέμεινε στο ορφανοτροφείο στο Kimbanseke μόνο τρεις μήνες το 2021 και στη συνέχεια δήλωσε πως παρέμεινε εκεί από το 2017 μέχρι το 2021, ο Αιτητής δήλωσε πως στην πραγματικότητα έμεινε εκεί μεταξύ 2017-2021 (ερ. 34 Δ.Φ.).
Σχετικά με την δυνατότητα εσωτερικής μετεγκατάστασης, ο Αιτητής επίσης δήλωσε πως θα συλληφθεί και δεν θα έχει κανέναν να τον φροντίσει σε οποιαδήποτε περιοχή της ΛΔΚ και να μεταβεί (ερ. 68 Δ.Φ.).
Κατά την αξιολόγηση της αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή ο αρμόδιος λειτουργός διέκρινε τρεις (3) ουσιώδεις ισχυρισμούς απορρέοντες από τις δηλώσεις του. Ο πρώτος αφορούσε τα προσωπικά στοιχεία του Αιτητή, το προφίλ, την ταυτότητα και την χώρα καταγωγής του, ο δεύτερος αφορούσε τις απειλές που δέχθηκε μετά τον θάνατο του πατέρα του, από μέλη της οικογένειας του πατέρα του, με σκοπό να ιδιοποιηθούν την πατρική του οικία, ενώ ο τρίτος αφορούσε το ένταλμα σύλληψης που ακολούθησε την προσβολή που εξαπέλυσε ο Αιτητής σχετικά με την φυλή της θείας του, στην οποία φυλή ανήκε και ο πρόεδρος της χώρας (ερ. 111 Δ.Φ.).
Ο λειτουργός παραθέτει, επίσης, τα προσκομισθέντα από τον Αιτητή έγγραφα, τα οποία απέστειλε με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο στην Υπηρεσία Ασύλου και προσκόμισε κατά την δεύτερη συνέντευξή του, ήτοι:
Α. Μια φωτογραφία εντάλματος αναζήτησης εκδοθέντος από το Εισαγγελικό Γραφείο της Κινσάσα στις 02/09/2021 (ερ. 63 και ερ. 81-80 του Δ.Φ.).
Β. Μια φωτογραφία κλήσης προς εμφάνιση εκδοθείσας από το Πρωτοδικείο της Kinshasa/N’djili στις 09/08/2021 (ερ. 62 και ερ. 79 του Δ.Φ.).
Γ. Μια φωτογραφία κλήσης προς εμφάνιση εκδοθείσας από το Πρωτοδικείο της Kinshasa/N’djili στις 13/08/2021 (ερ. 60 και ερ. 77 του Δ.Φ.).
Δ. Μια φωτογραφία κλήσης προς εμφάνιση εκδοθείσας από το Πρωτοδικείο της Kinshasa/N’djili στις 18/08/2021 (ερ. 61 και ερ. 78 του Δ.Φ.).
Ε. Φωτοτυπία της κάρτας εκλογέα που αναγράφει τα στοιχεία του Αιτητή και φέρει φωτογραφία (ερ. 32-31 και ερ. 76-75 -μετάφραση- του Δ.Φ.)
Αναφορικά με τον πρώτο ισχυρισμό, ο αρμόδιος λειτουργός αξιολόγησε τις δηλώσεις του Αιτητή ως προς την χώρα και περιοχή καταγωγής του, το προφίλ και τα προσωπικά του στοιχεία και έκρινε πως οι απαντήσεις του Αιτητή ήταν ακριβείς, επαρκώς λεπτομερείς και συνεκτικές και ως εκ τούτου διαπίστωσε πως πληρούται η εσωτερική αξιοπιστία των ισχυρισμών. Περαιτέρω, ο λειτουργός παρέθεσε εξωτερικές πηγές από την χώρα καταγωγής του Αιτητή οι οποίες επαληθεύουν τους ισχυρισμούς του και κατέληξε πως στοιχειοθετείται και η εξωτερική αξιοπιστία, συνεπώς έκανε τον εν λόγω ισχυρισμό αποδεκτό (ερ. 109 του Δ.Φ.).
Ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή ότι εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του εξαιτίας των απειλών που δέχθηκε μετά τον θάνατο του πατέρα του, από μέλη της οικογένειας του πατέρα του, με σκοπό να ιδιοποιηθούν την πατρική του οικία, ο λειτουργός εντόπισε ανακολουθίες στις δηλώσεις του Αιτητή, ως προς τα άτομα τα οποία διεκδικούσαν την περιουσία του και τον χρονικό προσδιορισμό των συμβάντων (ερ. 108 Δ.Φ.). Συγκεκριμένα, διαπίστωσε πως ο Αιτητής δεν παρείχε λεπτομέρειες για τα άτομα που διεκδικούσαν την περιουσία του ενώ οι ισχυρισμοί του για το εάν ήταν συγγενείς ή όχι ήταν αντικρουόμενοι. Περαιτέρω, δεν ήταν συνεπής ως προς την χρονολογία θανάτου της μητέρας του, η οποία ήταν και το εφαλτήριο των γεγονότων που ακολούθησαν, ενώ δεν κατόρθωσε να προσδιορίσει συνεκτικά πότε ακριβώς έφυγε από το πατρικό του σπίτι. Ακολούθως, σύμφωνα με τον λειτουργό, ο Αιτητής δεν παρείχε λεπτομέρειες ούτε σαφείς περιγραφές σχετικά με τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες δέχθηκε τις απειλές, σχετικά με την καταγγελία του στο αστυνομικό τμήμα, ούτε ήταν σε θέση να προσδιορίσει με σαφήνεια και συνεκτικότητα εάν υπήρξε συγκεκριμένο περιστατικό που τον ώθησε να εγκαταλείψει το σπίτι. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία ο λειτουργός σημείωσε πως, λόγω της ιδιωτικής φύσεως των περιστατικών που απαρτίζουν τον εν λόγω ισχυρισμό, δεν μπορούν να επαληθευθούν από εξωτερικές πηγές και συνεπώς, εξαιτίας της ανεπάρκειας σαφών και λεπτομερών περιγραφών από πλευράς Αιτητή και εξαιτίας των αντιφάσεων στις οποίες υπέπεσε, ο λειτουργός συμπεραίνει πως ο εν λόγω ισχυρισμός δεν στοιχειοθετείται και ως εκ τούτου τον απορρίπτει (ερ. 108-107 του Δ.Φ.).
Ως προς τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό ότι εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του κατόπιν του εντάλματος σύλληψης που ακολούθησε την προσβολή που εξαπέλυσε ο Αιτητής σχετικά με την φυλή της θείας του, στην οποία φυλή ανήκε και ο πρόεδρος της χώρας, ο λειτουργός έκρινε πως ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να στοιχειοθετήσει με ακρίβεια και επάρκεια πώς το ένταλμα συνδέεται αιτιωδώς με την δήλωσή του προς την θεία του η οποία εκλήφθη ως προσβολή για την φυλή της, στην οποία ανήκει και ο πρόεδρος της χώρας. Αντίθετα, ο Αιτητής περιορίστηκε στο να δηλώσει πως αποτελεί «άσχημη δήλωση, και για τον λόγο αυτόν εξέδωσαν ένταλμα αναζήτησης», χωρίς να εξηγήσει περαιτέρω. Επιπρόσθετα, ο λειτουργός εντόπισε αντίφαση ως προς τον συνολικό χρόνο που ο Αιτητής δήλωσε πως διέμεινε στο ορφανοτροφείο (3.5 μήνες και 4 χρόνια). Σημειώνει, επίσης, πως ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να εξειδικεύσει με επαρκείς λεπτομέρειες τις συνθήκες διαμονής του στο ορφανοτροφείο, ούτε εξήγησε γιατί τα εντάλματα εκδόθηκαν 4 έτη μετά το περιστατικό της αναφερόμενης προσβολής. Επιπλέον, διαπιστώνει πως ο Αιτητής ήταν μη λεπτομερής, μη συνεκτικός και ασαφής ως προς τις δηλώσεις που αφορούν το πώς ήρθαν στην κατοχή του τα εντάλματα σύλληψης μέσω του γιου του ξαδέρφου του και καταλήγει πως ο ισχυρισμός του ότι δεν αντιμετώπισε κανένα πρόβλημα όλα τα χρόνια της παραμονής του στο ορφανοτροφείο και πως αναχώρησε νόμιμα χωρίς προβλήματα από την ΛΔΚ δεν συνάδει με τον ισχυρισμό της έκδοσης αυτών των ενταλμάτων. (ερ. 107-106 Δ.Φ.). Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, μολονότι οι ισχυρισμοί αφορούν περιστατικά ιδιωτικής φύσεως, ο λειτουργός παραθέτει τα έγγραφα που προσκόμισε ο Αιτητής ως τεκμήρια προς υποστήριξη του αιτήματός του, σημειώνει πως το πρώτο έγγραφο, ήτοι το ένταλμα έρευνας, αναφέρει τα αδικήματα της εξέγερσης, της προσβολής του προσώπου του Αρχηγού του Κράτους και της απόδρασης κρατουμένων, παραθέτει γενικές πληροφορίες σχετικά με την επικράτηση του φαινομένου πλαστογράφησης εγγράφων στην ΛΔΚ από το Immigration and Refugee Board of Canada και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, δεδομένου ότι τα προσεπικαλούμενα έγγραφα αποτελούν απλές φωτογραφίες των πρωτότυπων εγγράφων, καθίσταται αδύνατη η επαλήθευση της γνησιότητάς τους. Επιπλέον, λόγω της πλημμελούς περιγραφής των περιστατικών από τον Αιτητή, κρίθηκε ότι τα έγγραφα δεν δύνανται να συνεισφέρουν περαιτέρω ή θετικά στην αξιολόγηση των ισχυρισμών του, συνεπώς, ο ισχυρισμός απορρίπτεται ελλείψει στοιχειοθέτησης της εσωτερικής του αξιοπιστίας (ερ. 105-104 του Δ.Φ).
Ακολούθως, ο αρμόδιος λειτουργός προχώρησε σε αξιολόγηση του μελλοντοστραφούς κινδύνου που ενδέχεται να αντιμετωπίσει ο Αιτητής στα πλαίσια του ισχυρισμού που έγινε δεκτός, ήτοι στη βάση του ισχυρισμού περί των προσωπικών του στοιχείων και της πρότερης συνήθους διαμονής του στην χώρα καταγωγής του, ήτοι την επαρχία της Kinshasa. Ο λειτουργός, συνεκτιμώντας την επικρατούσα κατάσταση ασφαλείας στην ΛΔΚ, σύμφωνα με συλλεγείσες πληροφορίες από την έκθεση “Final report of the Group of Experts on the Democratic Republic of the Congo” του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών από 04/07/2024, την έκθεση του USDOS “Country report on Human Rights Practices: Democratic Republic of the Congo” από 24/04/2024, και τα περιστατικά ασφαλείας όπως αποτυπώνονται σε έκθεση του ACCORD από 8/05/2024, κατέληξε ότι δεν υπάρχει εύλογος βαθμός πιθανότητας να θεωρηθεί ότι ο Αιτητής σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής του και ειδικότερα στην Kinshasa, θα αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, στη βάση του προφίλ του ή της επικρατούσας κατάστασης (ερ. 103-102 του Δ.Φ.).
Ενόψει των ανωτέρω ευρημάτων, των ισχυρισμών, του προφίλ του Αιτητή, της αξιολόγησης κινδύνου και της νομικής ανάλυσης, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι ο Αιτητής δεν δικαιούται προσφυγικού καθεστώτος, δεδομένου ότι στο πρόσωπό του δεν τεκμηριώθηκε ότι συντρέχουν εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης συνδεόμενο με έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951, στο άρθρο 10 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ και στο άρθρο 3 και 3Δ του Περί Προσφύγων Νόμου. (ερ. 101 Δ.Φ.)
Περαιτέρω, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι δεν δικαιολογείται αναγνώριση συμπληρωματικής προστασίας στο πρόσωπο του Αιτητή, δυνάμει του άρθρου 15, εδάφια (α) και (β), της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (αντίστοιχο άρθρο 19(2), εδάφια (α) και (β), του περί Προσφύγων Νόμου), καθότι δεν διαπιστώθηκε ότι σε περίπτωση επιστροφής του στη ΛΔΚ θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ή βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή/και εξευτελιστικής μεταχείρισης ή/και τιμωρίας. Επιπρόσθετα, η αρμόδια αρχή, έκρινε ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για χορήγηση συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (αντίστοιχο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου), καθότι δεν διαπιστώθηκε ότι υπάρχει λόγος να πιστεύεται ότι ο Αιτητής θα αντιμετωπίσει σοβαρή και προσωπική απειλή ως άμαχος πολίτης, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης κατά την επιστροφή του στην χώρα καταγωγής του. (ερ. 101 Δ.Φ.).
Στη βάση όλων των ανωτέρω, το αίτημα του Αιτητή για διεθνή προστασία απορρίφθηκε δια της προσβαλλόμενης απόφασης.
Στο σημείο αυτό πρέπει να τονίσω ότι η αξιολόγηση των ισχυρισμών του Αιτητή από τον λειτουργό είναι ορθή και στα πλαίσια του νόμου, η περαιτέρω υπαγωγή των αποδεκτών ισχυρισμών προς εξέταση του κατά πόσο πληρούνται οι εκ του νόμου προϋποθέσεις για την παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, ήτοι η αναγνώριση καθεστώτος πρόσφυγα σύμφωνα με το άρθρο 3 ή παραχώρηση συμπληρωματικής προστασίας σύμφωνα με το αρ. 19 του περί Προσφύγων Νόμου, ήταν αποτέλεσμα δέουσας έρευνας.
Σύμφωνα με τα στοιχεία τα οποία έχω ενώπιον μου συντάσσομαι με την αξιολόγηση κινδύνου στην οποία προέβη ο λειτουργός στη βάση του αποδεκτού ουσιώδους ισχυρισμού, καθώς και με το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε αναφορικά με την μη πλήρωση των προϋποθέσεων αναγνώρισης προσφυγικού καθεστώτος καθώς ο Αιτητής δεν κατάφερε να στοιχειοθετήσει βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης για ένα από τους πέντε λόγους που εξαντλητικά αναφέρονται στο Άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου και του Άρθρου 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων.
Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων και έχοντας ενώπιον μου το διοικητικό φάκελο της υπόθεσης καθώς και την ίδια την επίδικη απόφαση δεν διαπιστώνω να υφίσταται οποιαδήποτε πλημμέλεια σε σχέση με αυτήν, καθώς ο Αιτητής δεν προέβαλε οποιοδήποτε ισχυρισμό, ή στοιχείο το οποίο θα δικαιολογούσε την υπαγωγή του στο καθεστώς του πρόσφυγα όπως αυτό καθορίζεται στο άρθρο 3 του Νόμου πιο πάνω. Αναφορικά με τον ισχυρισμούς ότι ο Αιτητής ανήκει σε ευάλωτη ομάδα ως ορφανό κρίνω πως αυτός δεν ευσταθεί καθότι καμία σχέση με τα πραγματικά δεδομένα έχει εφόσον ο Αιτητής γεννηθείς το 1989 είναι σήμερα 37 ετών πατέρας 3ων παιδιών.
Επιπλέον, ορθά κρίθηκε ότι σε περίπτωση επιστροφής του στο τόπο καταγωγής του Αιτητή , δεν θα κινδυνεύσει με θανατική ποινή ή εκτέλεση σύμφωνα με το άρθρο 19 (2) (α), ούτε ενδέχεται να υποστεί βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία δυνάμει του άρθρου 19 (2) (β) του Περί Προσφύγων Νόμου του 2000.
Εν πάση περιπτώσει κρίνω ότι ο λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, στην έκθεση-εισήγηση, αξιολόγησε κάθε έκαστο ισχυρισμό του Αιτητή και για τους λόγους που εκτενώς καταγράφηκαν στην εισήγησή του, εύλογα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αξιοπιστία του δεν κρίνεται ως ικανοποιητική και ως εκ τούτου ορθά δεν παραχωρήθηκε το ευεργέτημα της αμφιβολίας, όπως αυτό καθορίζεται στην παράγραφο 204 του Εγχειριδίου για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων.
Έχει, πολλάκις, νομολογηθεί ότι κρίση επί της αξιοπιστίας του αιτητή και έγκριση κωλύματος έγκρισης αίτησης για το λόγο αναξιοπιστίας ως προς τα προβαλλόμενα από τον αιτητή είναι επιτρεπτή (AMIRI ΚΑΙ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ Κ.Α. (2009 3 Α.Α.Δ. 358). Υπενθυμίζεται εξάλλου ότι η συνοχή μεταξύ των δηλώσεων του Αιτητή συνιστά δείκτη της αξιοπιστίας των ισχυρισμών του[1]. Όταν ο Αιτητής κρίνεται αναξιόπιστος, δεν υπάρχουν περιθώρια περαιτέρω διερεύνησης (βλ. υπόθ. αρ. 1964/06, ημερ. 11.3.08 Obaidul Haque v. Δημοκρατίας).
Στην παράγραφο 204 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, "Το ευεργέτημα της αμφιβολίας πρέπει να δίνεται μόνο όταν έχουν προσκομισθεί και εξετασθεί όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία και όταν ο εξεταστής είναι γενικά ικανοποιημένος από την αξιοπιστία του αιτούντος. Οι ισχυρισμοί του αιτούντος πρέπει να παρουσιάζουν συνοχή και αληθοφάνεια και να μην έρχονται σε αντίφαση με γεγονότα που είναι γενικά γνωστά σε όλους".
Εξάλλου ο Αιτητής κατά την διαδικασία συνέντευξης δεν ήταν σε θέση να δώσει πειστικές και σαφείς απαντήσεις στις ερωτήσεις που υποβλήθηκαν από τον αρμόδιο λειτουργό.
Αναφορικά με τα προσεπικαλούμενα έγγραφα (εντάλματα) με τα οποία ο Αιτητής προσπάθησε να ενισχύσει το αφήγημα του κρίνω ότι πέραν του ότι αμφισβητείται η γνησιότητα τους κρίνω πως δεν συνάδουν με τους ισχυρισμούς του Αιτητή αλλά ούτε και χρονικά συμπίπτουν με τους εν λόγω ισχυρισμούς. Περαιτέρω τα οποιαδήποτε έγγραφα απλά ενισχύουν τους ισχυρισμούς του Αιτητή. Καθοριστικό της αξιοπιστίας είναι το αφήγημα των Αιτητών κατά την διάρκεια της συνέντευξης τους ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου και στην παρούσα ορθά κρίθηκαν αναξιόπιστοι και μη ικανοί να οδηγήσουν στην απόδοση καθεστώτος προστασίας στον Αιτητή.Το Δικαστήριο υιοθετεί τον συλλογισμό και τα ευρήματα της έρευνας τα οποία παρέθεσε ο αρμόδιος λειτουργός (βλ. ερυθρά 105 και 104 του Δ.Φ.).
Αναφορικά με την φιλοξενία ατόμων στα ορφανοτροφεία της ΛΔΚ, το Δικαστήριο σημειώνει πως, από την έρευνα που διενήργησε σχετικά με τα γενικώς ισχύοντα στην χώρα, διαπιστώνεται ότι το θεσμικό πλαίσιο της ΛΔΚ αναφέρεται στα δικαιώματα των παιδιών που έχουν απωλέσει τους γονείς τους, στη βάση του άρθρου 41 του Συντάγματος και του Νόμου 09/001. Μεταξύ των δικαιωμάτων των ανηλίκων που στερούνται οικογενειακού δικτύου ή είναι ορφανά από γονείς, αναφέρεται η ειδική προστασία την οποία δικαιούνται να απολαύουν και η οποία μπορεί να πάρει την μορφή της φιλοξενίας τους σε ιδρύματα μετά την ανάθεση σε αυτά κηδεμόνα εκ του κράτους.[2]
Σχετικά με την δυνατότητα φιλοξενίας ενήλικων ατόμων σε δομές ορφανοτροφείων, σημειώνεται ότι δεν βρέθηκαν πιο σχετικές πληροφορίες στις πλατφόρμες αναζήτησης ecoi-net, Refworld, EUAA COI Portal, καθώς και στο Διαδίκτυο, όπου αναφέρεται γενικά ότι οι ηλικίες φιλοξενίας δεν υπερβαίνουν το 18ο έτος της ενηλικίωσης. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ένα γεγονός/άτομο/θέμα επιβεβαιώνεται ή δεν επιβεβαιώνεται, υπάρχει ή δεν υπάρχει, σύμφωνα με το COI Report Methodology της EUAA.
Αναφορικά δε με την μη πλήρωση των προϋποθέσεων παροχής συμπληρωματικής προστασίας προς το πρόσωπο του Αιτητή υπό την έννοια του άρθρου 19 (2) (γ) του περί Προσφύγων Νόμου ή άλλως του άρθρου 15 (γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, κρίνω σκόπιμο να παρατεθούν αρχικά τα κάτωθι:
Το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου προϋποθέτει ουσιώδεις λόγους να πιστεύεται ότι ο Αιτητής θα υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, υπάρχει ευρεία νομολογία τόσο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015), ECLI:CY:AD:2015:D619 όσο και του ΔΕΕ (βλ. C-285/12, A. Diakité v. Commissaire général aux réfugiés et aux apatrides, 30/01/2014, C-465/07, Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie, 17/02/2009), καθώς επίσης και του ΕΔΔΑ (βλ. K.A.B. v. Sweden, 886/11, 05/09/2013 (final 17/02/2014), Sufi and Elmi v. the United Kingdom, 8319/07 and 11449/07, 28/11/2011) στις οποίες ερμηνεύεται η έννοια της «αδιακρίτως ασκούμενης βίας» και της «ένοπλης σύρραξης» και τίθενται κριτήρια ως προς τη σοβαρότητα του κινδύνου που προϋποτίθεται για την αξιολόγηση των περιπτώσεων στις οποίες εξετάζεται η πιθανότητα παραχώρησης συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.
Στην υπόθεση Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staats-secretarisvan Justitie παρ. 35, το ΔΕΕ αναφέρει ότι «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας[1]» ενώ στην παρ. 37 αναφέρει ότι «η απλή αντικειμενική διαπίστωση κινδύνου απορρέοντος από τη γενική κατάσταση μιας χώρας δεν αρκεί, καταρχήν, για να γίνει δεκτό ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, συντρέχουν ως προς συγκεκριμένο πρόσωπο, εντούτοις, καθόσον η αιτιολογική αυτή σκέψη χρησιμοποιεί τον όρο «συνήθως», αναγνωρίζει το ενδεχόμενο υπάρξεως μιας εξαιρετικής καταστάσεως, χαρακτηριζομένης από έναν τόσο υψηλό βαθμό κινδύνου, ώστε να υπάρχουν σοβαροί λόγοι να εκτιμάται ότι το πρόσωπο αυτό θα εκτεθεί ατομικώς στον επίμαχο κίνδυνο.» (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου). Περαιτέρω το ΔΕΕ στην εν λόγω υπόθεση αποφάσισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών την καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας» (παρ. 39).
Επιπλέον, σύμφωνα με το Εγχειρίδιο της ΕΥΥΑ σχετικά με τη δικαστική ανάλυση του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, ακόμη και αν ο αιτητής μπορεί να αποδείξει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης στην περιοχή καταγωγής του (ή καθ' οδόν προς τη συγκεκριμένη περιοχή καταγωγής), το δικαίωμα επικουρικής προστασίας μπορεί να κατοχυρωθεί μόνο εάν ο αιτητής δεν μπορεί να επιτύχει εγχώρια προστασία σε άλλο τμήμα της χώρας, καθώς επίσης, όταν αποφασίζεται η τοποθεσία της περιοχής καταγωγής ενός αιτητή ως προορισμός επιστροφής, απαιτείται η εφαρμογή προσέγγισης βασισμένης στα πραγματικά περιστατικά όσον αφορά την περιοχή του τελευταίου τόπου διαμονής και την περιοχή συνήθους διαμονής.
Αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στην Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, το Δικαστήριο υιοθετεί το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε ο αρμόδιος λειτουργός, ήτοι ότι η περιοχή της Kinshasa δεν φέρεται να επηρεάζεται από μη διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις (βλ. εισηγητική έκθεση σελ 12- ερυθρό 102 του Δ.Φ.). Περαιτέρω, το Δικαστήριο προέβη σε δική του έρευνα σχετικά με την επικρατούσα κατάσταση ασφαλείας, διαπιστώνοντας ότι το συμπέρασμα του λειτουργού επιβεβαιώνεται και από πιο πρόσφατες πηγές. Ειδικότερα, η έκθεση της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες (UNHCR) από τον Απρίλιο του 2025 επισημαίνει την επιδείνωση της κατάστασης ασφαλείας, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της ανθρωπιστικής κατάστασης στις περιοχές Βόρειο Kivu, Νότιο Kivu και Ituri της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, χωρίς να αναφέρει την περιοχή της Kinshasa στις πληττόμενες από τις ένοπλες συγκρούσεις περιοχές.[3]
Ειδικότερα σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, παρατίθενται τα πλέον πρόσφατα ποσοτικά δεδομένα αναφορικά με τα περιστατικά ασφαλείας στην επαρχία Kinshasa της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό(17/04/2025- 17/04/2026), στην οποία ανήκει διοικητικά o δήμος Kimbanseke που αποτέλεσε τον τόπο της τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή πριν εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής του. Συγκεκριμένα, όσον αφορά στην εν λόγω επαρχία, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 17/04/2026), καταγράφηκαν 154 περιστατικά ασφαλείας συνολικά, από τα οποία προκλήθηκαν 52 ανθρώπινες απώλειες.[4] Σημειώνεται δε πως ο πληθυσμός της επαρχίας Kinshasa για το έτος 2020 εκτιμήθηκε στους 14,565,700 κατοίκους[5] και για το 2026 εκτιμάται στους 18,552,800 κατοίκους.[6]
Τα εν λόγω στοιχεία καταδεικνύουν ότι δεν υπάρχουν συνθήκες αδιάκριτης βίας και γενικά δεν υφίσταται πραγματικός κίνδυνος για έναν πολίτη να επηρεαστεί προσωπικά μόνο από την παρουσία του στην εν λόγω πόλη, υπό την έννοια του άρθρου 15 (γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.
Εξετάζοντας περαιτέρω τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, παρατηρώ ότι αυτός είναι άνδρας νεαρής ηλικίας, υγιής και ικανός προς εργασία. Επομένως, λαμβάνοντας υπόψιν επίσης και τις ιδιαίτερες περιστάσεις του Αιτητή, οι οποίες δεν παρουσιάζουν δείκτες ευαλωτότητας, θεωρώ ότι δεν εγείρονται ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι αυτός θα διατρέξει κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης βάσει του άρθρου 19 (2) (γ).
Εν κατακλείδι επί τη βάσει όλων όσων παρατέθηκαν στην παρούσα απόφαση, το Δικαστήριο κρίνει ότι το αίτημα του Αιτητή για την παροχή του καθεστώτος διεθνούς προστασίας, εξετάστηκε επιμελώς σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου ήταν το αποτέλεσμα ορθής αξιολόγησης όλων των στοιχείων και δεδομένων, είναι επαρκώς αιτιολογημένη και λήφθηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου, το Σύνταγμα και τις Γενικές Αρχές του Διοικητικού Δικαίου.
Συνεπώς, κρίνω, με βάση τα ανωτέρω, ότι οι λόγοι ακυρώσεως της προσβαλλόμενης απόφασης δεν ευσταθούν.
Υπό το φως των πιο πάνω η προσφυγή απορρίπτεται με €1500 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση.
Βούλα Κουρουζίδου - Καρλεττίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] EASO, 'Practical Guide: Evidence Assessment, 2015, διαθέσιμο σε: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/public/EASO-Practical-Guide_-Evidence-Assessment.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 30/04/2025).
[2] EUAA (European Union Agency for Asylum), Democratic Republic of the Congo; Situation of orphaned children or children without support network, including legal framework, availability of state protection and access to support services [Q12-2024], 7 February 2024, διαθέσιμο σε: https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2024_02_EUAA_COI_Query_Response_Q12_Democratic_Republic_of_Congo_Orphaned_children.pdf, σελ. 3-4 (ημερομηνία πρόσβασης 23/04/2026)
[3] UN High Commissioner for Refugees (UNHCR), UNHCR Position on Returns to North Kivu, South Kivu and Ituri in the Democratic Republic of the Congo – Update IV (Revision 1), p. 2-6, April 2025, https://www.refworld.org/policy/countrypos/unhcr/2025/en/149580 (ημερομηνία πρόσβασης 23/04/2026).
[4] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Democratic Republic of Congo, Events / Fatalities, All Events, Past Year, Kinshasa, διαθέσιμη σε Democratic Republic of Congo | ACLED (ημερομηνία πρόσβασης 23/04/2026).
[5] City Population, Congo (Democratic Republic), Provinces, Kinshasa: διαθέσιμος σε: https://www.citypopulation.de/en/drcongo/cities/ (ημερομηνία πρόσβασης 23/04/2026)
[6] Ιστότοπος World Population Review/ DR Congo/ Kinshasa, διαθέσιμος σε: https://worldpopulationreview.com/cities/dr-congo/kinshasa (ημερομηνία πρόσβασης 23/04/2026)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο