Β. Ν. Ν. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.2877/23, 30/4/2026
print
Τίτλος:
Β. Ν. Ν. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.2877/23, 30/4/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ 

                                                                                      Υπόθεση αρ.2877/23

 

30 Απριλίου 2026

 

[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

Β. Ν. Ν.

                                                                                                                        Αιτήτρια

Και

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

                                                                                                                        Καθ’ ων η αίτηση

 

Κος Π, Πιερίδης, Δικηγόρος για Αιτήτρια

Κα Ε. Ιωάννου, Δικηγόρος για τους καθ’ ων η αίτηση

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Με την προσφυγή η αιτήτρια αιτείται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου η οποία της κοινοποιήθηκε στις 26/07/23, δια της οποίας απορρίφθηκε η αίτηση διεθνούς προστασίας που υπέβαλε, ως άκυρης, αντισυνταγματικής, παράνομης και στερούμενης νομικού αποτελέσματος.

Ως εκτίθεται στην Ένσταση που καταχωρήθηκε από τους καθ’ ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φάκελου που κατατέθηκε στα πλαίσια των διευκρινήσεων, η αιτήτρια κατάγεται από τη Λ. Δ. του Κονγκό (στο εξής ΛΔΚ), εισήλθε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές μέσω κατεχομένων στις 04/05/23 και υπέβαλε την επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας στις 24/05/23 (ερ.1-3, 50).

Στις 03/07/23 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη με την αιτήτρια προς εξέταση του αιτήματός για διεθνή προστασία όπου της δόθηκε η ευκαιρία, μέσα από σχετικές ερωτήσεις, μεταξύ άλλων, να εκθέσει τους λόγους στους οποίους στηρίζει το αίτημα της (ερ.25-33, 47-51). Μετά τη συνέντευξη ετοιμάστηκε σχετική Έκθεση - Εισήγηση και στις 22/07/23 η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε (ερ.69-77).

Ακολούθως ετοιμάστηκε σχετική επιστολή ενημέρωσης της αιτήτριας για την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία της δόθηκε διά χειρός 16/11/23 και της μεταφράστηκε σε γλώσσα την οποία κατανοεί (ερ.78, 3).

Σημειώνεται ότι στις 02/06/23 διεξήχθη, παρουσία κοινωνικής λειτουργού, συνέντευξη με την αιτήτρια προκειμένου να εξεταστεί κατά πόσο η αιτήτρια ήταν, ως ανέφερε, ανήλικη κατά τον χρόνο υποβολής της επίδικης αιτήσεως, όπου της υποβλήθηκαν σχετικές με τούτο ερωτήσεις και κατά το πέρας αυτής η αιτήτρια ενημερώθηκε δεόντως ότι, δεδομένου ότι υφίσταντο ενδείξεις προς αμφισβήτηση της ανηλικότητας της, θα παραπεμπόταν σε ιατρικές εξετάσεις επί τούτου (ερ.25-33), όπερ και εγένετο. Στα πλαίσια ιατρικής εξέτασης η αιτήτρια καθορίστηκε ως ενήλικη και ενημερώθηκε σχετικώς (ερ.34-45).

Στην επίδικη αίτηση η αιτήτρια καταγράφει ότι έφυγε από τη χώρα καταγωγής της λόγω του ότι «οι γονείς [της] προσπάθησαν να [την] εξαναγκάσουν αν [παντρευτεί] μεγαλύτερο άνδρα […] [η ίδια] δεν [ήθελε] και ο δεσμός [της] (boyfriend) τη βοήθησε να φύγει από τη χώρα πριν από το γάμο». Η αιτήτρια, ως αναφέρει, πήγε στα κατεχόμενα και εργαζόταν ως κομμώτρια για να επιβιώσει.

Κατά τη συνέντευξη η αιτήτρια ανέφερε ότι γεννήθηκε και διέμενε στην Κινσάσα, μέχρι που ο πατέρας της έχασε τη δουλειά του, σε χρόνο που δεν θυμάται η αιτήτρια, όταν και μετοίκησαν οικογενειακώς στο Congo Central, όπου διαμένουν οι γονείς, οι δύο αδελφοί και δύο αδελφές της (στην πόλη Matadi). Η αιτήτρια δεν θυμάται πότε και πόσα χρόνια φοίτησε σε σχολείο ακριβώς και εργαζόταν ως κομμώτρια στη ΛΔΚ.

Αναφορικά με τους λόγους που έφυγε από τη χώρα καταγωγής της η αιτήτρια ανέφερε ότι το έπραξε λόγω εξαναγκαστικού γάμου, αφού, ως ανέφερε, οι γονείς της την πίεζαν να παντρευτεί έναν άνδρα μεγαλύτερης ηλικίας, ενάντια στη θέληση της. Η αιτήτρια ήταν «υπό πίεση και γι’ αυτό δεν [είχε] επιλογή» και γι’ αυτό έφυγε από τη ΛΔΚ. Ερωτώμενη σχετικά ανέφερε ότι αυτός είναι ο μόνο λόγος που έφυγε, η πίεση που δεχόταν.

Ερωτώμενη σχετικά η αιτήτρια ανέφερε ότι η οικογένεια της μητέρας δεν έχει εξουσία στα πλαίσια της ευρύτερης οικογένειας της και έτσι ο πατέρας της της έλεγε ότι υπάρχει ένας άνδρας με τον οποίο θα την παντρέψει και η οικογένεια της ετοιμαζόταν για τον γάμο. Σε σχετική ερώτηση ανέφερε ότι αυτό συνέβη το 2020 και είχε αποφασιστεί ότι ο γάμος θα γινόταν στις 30/04/21 και της ασκούσαν πίεση. Η αιτήτρια δεν μπορούσε να αναχθεί αυτή την κατάσταση και έτσι έφυγε από τη ΛΔΚ πριν την ημερομηνία του γάμου. Ως εξήγησε, ο σύντροφος της (boyfriend) τη βοήθησε και την πήρε στην Κινσάσα, όπου, μετά από 2 βδομάδες, που ήταν ο χρόνος που χρειάστηκε για να τη βοηθήσει «να [πάρει] τα έγγραφα και το διαβατήριο προκειμένου να φύγει από τη χώρα».

Ερωτώμενη για την πίεση που δεχόταν η αιτήτρια ανέφερε ότι δεν της έδιναν φαγητό και δεν εκπλήρωναν τις υποχρεώσεις τους ως γονείς και – μερικές φορές, ως ανέφερε – έμενε χωρίς φαγητό για όλη τη μέρα. Ο πατέρας της, όταν η αιτήτρια αρνήθηκε να παντρευτεί τον άνδρα που ήθελε ο ίδιος, ήταν θυμωμένος και φώναζε, όμως συζητούσε μαζί της το ζήτημα και θύμωνε όταν η αιτήτρια του αρνείτο. Ερωτώμενη αν θα μπορούσε να πείσει τον πατέρα της για την άρνηση της, δεδομένου ότι συζητούσε μαζί του, η αιτήτρια ανέφερε ότι προσπάθησε όμως, καθώς ήταν έθιμο που γινόταν συχνά, ο πατέρας της δεν δεχόταν την άρνηση της. Όταν ρωτήθηκε, αν, δεδομένου του ότι ο εξαναγκαστικός γάμος είναι παράνομος στη ΛΔΚ, κατάγγειλε το συμβάν στις Αρχές, η αιτήτρια ανέφερε ότι δεν το σκέφτηκε και ότι στον τόπο διαμονής της θεωρούσαν το ζήτημα ως οικογενειακή υπόθεση και γι’ αυτό δεν το έκανε ούτε αναζήτησε βοήθεια από τρίτους όταν πήγε στην Κινσάσα, όπου -ως ανέφερε – μόνο ο φίλος της τη βοήθησε. Ερωτώμενη αν ένιωθε ασφαλής στην Κινσάσα, η αιτήτρια απάντησε αρνητικά, αφού - ως ανέφερε – μόλις το μάθαιναν οι γονείς της θα έκαναν «οτιδήποτε δυνατό για να [την] πάρουν πίσω εκεί» και πως, δεδομένου ότι έχουν συγγενείς στην Κινσάσα, θα μπορούσε κάποιος να την εντοπίσει και να ενημερώσει τους γονείς της.

Ερωτώμενη τη φοβάται σε περίπτωση επιστροφής της η αιτήτρια αποκρίθηκε ότι αν αυτή επιστρέψει θα την εξαναγκάσουν αν παντρευτεί τον μεγαλύτερο της άνδρα και ερωτώμενη αν, δεδομένου ότι παρήλθαν (κατά τη συνέντευξη - 2023) 2 χρόνια από τότε που έφυγε, πιστεύει ότι την αναζητούν ακόμα, η αιτήτρια ανέφερε ότι δεν διατηρεί επικοινωνία με την οικογένεια της και δεν γνωρίζει τη συμβαίνει. Σε ερώτηση αν θα μπορούσε να επιστρέψει και να διαμείνει σε άλλο μέρος στη ΛΔΚ η αιτήτρια ανέφερε ότι δεν γνωρίζει την υπόλοιπη ΛΔΚ και δεν γνωρίζει τι μπορεί να συμβεί.

Οι καθ’ ων η αίτηση, εξετάζοντας τα όσα ανέφερε η αιτήτρια εντόπισαν και αξιολόγησαν δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς, ως ακολούθως.

1.    Ταυτότητα, προφίλ, χώρα καταγωγής και τόπο διαμονής της αιτήτριας

  1. Ισχυριζόμενος φόβος δίωξης της αιτήτριας από την οικογένεια της, καθώς την πίεζαν να παντρευτεί

 

Οι καθ’ ων η αίτηση αποδέχθηκαν τον 1ο εκ των ως άνω ισχυρισμών, απέρριψαν όμως τον 2ο ουσιώδη ισχυρισμό ως αναξιόπιστο.

Αναφορικά με τον 2ο ουσιώδη ισχυρισμό, κρίθηκε ότι όσα ανέφερε η αιτήτρια ήταν στο σύνολό τους γενικές, αόριστες, επιπόλαιες και ανεπαρκείς, αφού οι δηλώσεις της σχετικά με την πίεση που ασκήθηκε από τους γονείς της και τον τρόπο που επιχείρησαν να την εξαναγκάσουν σε γάμο, την αντίδρασή της στην πίεση των γονέων της και την αντίδραση των τελευταίων στην άρνηση της ίδιας, ήταν γενικές και αόριστες, στερούμενες εύλογα αναμενόμενων πληροφοριών και βιωματικών στοιχείων. Αξιολογήθηκε επίσης αρνητικά η αδράνεια της αιτήτριας να αναζητήσει βοήθεια από τις αρχές της χώρα καταγωγής της, δεδομένου ότι ο εξαναγκαστικός γάμος συνιστά αδίκημα. Τέλος κρίθηκε ότι οι δηλώσεις της αιτήτριας σχετικά με το φόβο της κατά τη περίοδο που διέμενε στην Κινσάσα και τον τυχόν εντοπισμό της σε περίπτωση επιστροφής της, ήταν υποθετικές και γενικές, αφού, ερωτώμενη σχετικά, δεν ανέφερε κάποια πράξη στην οποία προέβη ο πατέρας της μετά που αυτή έφυγε. Δεν κρίθηκε σκόπιμο να αναζητηθούν πληροφορίες αναφορικά με όσα η αιτήτρια ανέφερε και ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίφθηκε ως αναξιόπιστος, συνεπεία ελλείψεως εσωτερικής συνοχής.

Στη βάση των ως άνω ευρημάτων, δεδομένου και αξιολογούμενου και του προφίλ της αιτήτριας, οι καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι δεν υφίσταται εύλογος βαθμός πιθανότητας αυτή να υποστεί δίωξη ή σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής της. Αναφορικά ειδικώς με το αρ.19 (2) (γ) του Νόμου, ομοίως, κατέληξαν ότι δεν υφίσταται κίνδυνος κατά της ζωής ή της σωματικής της ακεραιότητας η αιτήτρια κατά την επιστροφή, καθώς στην Κινσάσα (η οποία καθορίστηκε ως τόπος διαμονής της) δεν παρατηρείται αδιάκριτη βία σε υψηλό επίπεδο, με βάση τις διαθέσιμες πληροφορίες.    

Συνεπεία των ανωτέρω η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε ως αβάσιμη και εκδόθηκε κατά της αιτήτριας απόφασης επιστροφής της στη χώρα καταγωγής.

Στην αγόρευση ο ευπαίδευτος συνήγορος της αιτήτριας εισηγείται ότι η επίδικη απόφαση είναι προϊόν εσφαλμένης αξιολόγησης, συνεπεία ανεπαρκούς έρευνας, δεδομένου του ότι, ως αναφέρει, δεν έγιναν οι δέουσες και επαρκείς ερωτήσεις και δεν αξιολογήθηκαν σε βάθος τα λεγόμενα της και δεν αιτιολογείται επαρκώς, δεδομένου ότι, ως αναφέρει, αυτή παρέθεσε πλήρεις και συνεκτικούς ισχυρισμούς, στους οποίους και κάνει αναφορά, που στηρίζουν την επίδικη αίτηση. Προς υποστήριξη των ως άνω γίνονται παραπομπές και παρατίθενται αποσπάσματα από διαθέσιμες πληροφορίες (ΠΧΚ), εκ των οποίων, ως εισηγείται, δεικνύεται ότι η κατάσταση στη ΛΔΚ είναι επισφαλής και ότι οι αναγκαστικοί γάμοι, ακόμα και ανήλικων παιδιών, είναι φαινόμενο που απαντάται στη χώρα. Τέλος, ως αναφέρει, δεν προκύπτει εκ των στοιχείων του διοικητικού φακέλου, αν η λειτουργός που διενέργησε την επίδικη συνέντευξη και συνέταξε την επίδικη έκθεση διαθέτει τα προσόντα και κατάλληλη κατάρτιση.

Οι καθ' ων η αίτηση αντιτάσσουν ότι η επίδικη απόφαση είναι προϊόν δέουσας έρευνας και εξέτασης, επαρκώς αιτιολογημένη και ουδεμία πλάνη έχει παρεισφρήσει κατά τη λήψη αυτής. Σχετικά με τα ευρήματα τους επί της αναξιοπιστίας των ισχυρισμών της αιτήτριας, ανατρέχοντας στη συνέντευξη, υπεραμύνονται του εύλογου και της ορθότητας τους και λέγουν ότι ουδεμία πλημμέλεια εντοπίζεται στην επίδικη αίτηση και διαδικασία εξέτασης της και ότι η επίδικη απόφαση είναι ορθή και απολύτως αιτιολογημένη.

Ξεκινώντας από τους ισχυρισμούς περί ανεπάρκειας της συνέντευξης σημειώνω ότι, με δεδομένο ότι στην αιτήτρια εξηγήθηκαν δεόντως η διαδικασία της συνέντευξης και τα όσα καλείτο να αναφέρει, τις υποβλήθηκαν πολλές διευκρινιστικές ερωτήσεις επί των όσων η ίδια ανέφερε και, καλούμενη σχετικά, επιβεβαίωσε την ορθότητα και ακρίβεια των όσων καταγράφονται στο πρακτικό της επίδικης συνέντευξης, δεν διαπιστώνω πλημμέλεια ή άλλη παρατυπία κατά την εξέταση της επίδικης αίτησης. Άλλωστε, δεδομένης της φύσης και έκτασης ελέγχου που ασκεί το Δικαστήριο θα μπορούσε να προσκομίσει νέα στοιχεία ή και μαρτυρία προς υποστήριξη της παρούσας αλλά ουδέν έπραξε.

Αναφορικά με τον ισχυρισμό περί μη κατοχής κατάλληλων προσόντων και κατάρτισης από τον λειτουργό που διεξήγαγε τη συνέντευξη και συνέταξε την επίδικη έκθεση, ενόψει και των ως άνω διαπιστώσεων μου για την πληρότητα της διαδικασίας, αρκεί επί τούτου να παραπέμψω στην Ε. Δ. Δ. Δ. Π. αρ.95/2023, B. E. J. ν. Δημοκρατίας, ημ.27/02/25, όπου, επί πανομοιότυπου ισχυρισμού, αναφέρθηκε ότι «ούτε […] τα όσα προβάλλονται σε σχέση με την ταυτότητα και τα προσόντα του λειτουργού που διενήργησε  τη συνέντευξη θα μπορούσαν να γίνουν αποδεκτά, αφού στη βάση του τεκμηρίου της κανονικότητας, του οποίου επίκληση έγινε από το πρωτόδικο Δικαστήριο, τεκμαίρεται ότι η διοίκηση λειτούργησε σύμφωνα με τον Νόμο.  Δεν έχει δε υποδειχθεί οτιδήποτε από τον Εφεσείοντα ικανό να ανατρέψει το πιο πάνω τεκμήριο.»

Δεδομένου ότι οι λοιποί προωθούμενοι από την αιτήτρια ισχυρισμοί άπτονται της ουσίας της υπόθεσης, προχωρώ με την επί της ουσίας εξέταση των ενώπιον μου στοιχείων, εξ υπαρχής, η οποία και τελείται σε κάθε περίπτωση (βλ. Ε.Δ.Δ.Δ.Π. Αρ.107/2023, Q. B. T. v. Κυπριακής Δημοκρατίας, ημ.11/02/25).

Στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», Δικαστική ανάλυση, 2018, σελ.98 του εγχειριδίου, αναφέρεται ότι «[…] απαιτείται ισορροπημένη και αντικειμενική αξιολόγηση του αν η αφήγηση του αιτούντος αντικατοπτρίζει την αφήγηση που αναμένεται από ένα πρόσωπο στην κατάσταση του αιτούντος το οποίο αφηγείται μια πραγματική προσωπική εμπειρία.».

Στη σελ.102 του ιδίου εγχειριδίου, αναφέρονται τα εξής:

«[Οι] δείκτες αξιοπιστίας είναι απλοί δείκτες και δεν συνιστούν αυστηρά κριτήρια ή προϋποθέσεις. Παρότι οι τέσσερις δείκτες που προσδιορίστηκαν ανωτέρω (εσωτερική και εξωτερική συνέπεια, επαρκώς λεπτομερείς πληροφορίες και ευλογοφάνεια) αποτυπώνουν τους δείκτες που εφαρμόζουν στην πράξη τα δικαστήρια, κανένας από αυτούς δεν μπορεί να θεωρηθεί καθοριστικός. Η σημασία τους από υπόθεση σε υπόθεση ποικίλλει σημαντικά. Σε κάθε περίπτωση είναι αναγκαία η εξέταση του σωρευτικού τους αντίκτυπου (305).  […]

Από την ανωτέρω ανάλυση προκύπτει ότι δεν υπάρχει απλή απάντηση στο ερώτημα που αφορά τον τρόπο αξιολόγησης της αξιοπιστίας σε υποθέσεις διεθνούς προστασίας. Το μόνο που μπορεί να ειπωθεί είναι ότι η αξιολόγηση πρέπει να διενεργείται με βάση το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, λαμβανομένων υπόψη των αρχών, των μεθόδων και των δεικτών που αναφέρονται στην παρούσα ανάλυση. Οι αρχές, οι μέθοδοι και οι δείκτες αυτοί θα πρέπει να εφαρμόζονται με προσοχή (307), αντικειμενικότητα και αμεροληψία, ώστε να αποφευχθεί τυχόν εσφαλμένη και απλοϊκή απόρριψη, ή αφελής και ανεπιφύλακτη αποδοχή μιας συγκεκριμένης αφήγησης.» 

Εν προκειμένω θα συμφωνήσω με το σύνολο των ευρημάτων και της κατάληξης των καθ’ ων η αίτηση επί του 2ου ουσιώδους ισχυρισμού της αιτήτριας ως επαρκώς και ενδελεχώς τεκμηριωμένα αυτά καταγράφονται στα ερ.72-73 της επίδικης έκθεσης (και παρατίθενται πιο πάνω, στα πλαίσια της παρούσης), καθώς τα λεγόμενα της αιτήτριας παρουσιάζουν πλήθος κενών, σημαντικές ελλείψεις, αντιφάσεις και στερούνται, σε όλη τους την έκταση, χρονικής συνέχειας και ευλογοφάνειας, εκ των οποίων διαβρώνεται αναπόφευκτα και η συνολική αξιοπιστία των δηλώσεων της. Ενδεικτικά σημειώνω ότι η αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να αναφέρει το παραμικρό ψήγμα συνεκτικής και πλήρους αφήγησης σχετικά τόσο με τις κατ’ ισχυρισμό πιέσεις που δεχόταν από τον πατέρα της, πως εξελίχθηκαν τα όσα ανέφερε, τι ακριβώς διημείφθη με την ιδία και την οικογένεια της και απέτυχε παντελώς από του να περιγράψει – ούτε κατ’ ελάχιστο – έστω και ένα συμβάν με λεπτομέρεια και παραθέτοντας εύλογα αναμενόμενα βιωματικά στοιχεία. Κατά τα τ’ άλλα αρκεί θεωρώ να υιοθετήσω τα όσα σχετικά σημειώνουν οι καθ’ ων η αίτηση στην επίδικη έκθεση, τα οποία παραθέτω πιο πάνω, και τα οποία δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω στο σημείο αυτό, παρά μόνο να σημειώσω ότι, διερχόμενος με προσοχή του πρακτικού της συνέντευξης, δεν διατηρώ αμφιβολία περί του ότι το όλο αφήγημα της αιτήτριας, ως αόριστα αυτή το παρέθεσε, πρόκειται για επινόημα της ιδίας προκειμένου να στηρίξει, εδώ ανεπιτυχώς, την επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας.

Είναι εκ των ως άνω κατάληξη μου ότι αποδοχή των ισχυρισμών της αιτήτριας, πολύ απλά, θα συνιστούσε αφελή και ανεπιφύλακτη αποδοχή ενός αφηγήματος το οποίο στερείται σε όλη του την έκταση κάθε ψήγματος εσωτερικής συνοχής και θα έβαινε ενάντια σε κάθε εύλογη κριτική θεώρηση. Δεδομένης δε της παντελούς έλλειψης εσωτερικής συνοχής των λεγομένων της αιτήτριας δεν θεωρώ ότι ήταν εδώ απαραίτητη η αναζήτηση πληροφορίων αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία των ισχυρισμών της και ορθώς θεωρώ δεν έγινε εν προκειμένω. Σημειώνω σχετικώς ότι, ως στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», σελ.132, αναφέρεται, η αναζήτηση πληροφοριών για τη χώρα καταγωγής «ενδέχεται να μην είναι απαραίτητ[η] σε περίπτωση αρνητικής διαπίστωσης περί της αξιοπιστίας βάσει καταφανούς έλλειψης εσωτερικής συνοχής ή μη ικανοποιητικής επεξήγησης αποκλίσεων ή παραλλαγών σε ό,τι αφορά τα ουσιώδη στοιχεία μιας αίτησης ή, ακόμη περισσότερο, σε περίπτωση απόρριψης προσφυγής ως απαράδεκτης.».

Παρά την ως άνω κατάληξη μου, για σκοπούς πληρότητας κρίνω σκόπιμο να παρεμβάλω ότι δεν παραγνωρίζω βεβαίως ότι από διαθέσιμες πληροφορίες (ΠΧΚ) προκύπτει ότι η πρακτική αναγκαστικού γάμου είναι δυστυχώς φαινόμενο που απαντάται στη ΛΔΚ.[1] Δεν αμφισβητείται λοιπόν ότι το φαινόμενο του αναγκαστικού γάμου ασκείται ακόμα στη χώρα καταγωγής, παρότι ο αναγκαστικός γάμος απαγορεύεται δια νομοθεσίας, ως προκύπτει και από πηγές που παραθέτει και ο συνήγορος της αιτήτριας στην αγόρευση του.

Όμως η έλλειψη εσωτερικής συνοχής των ισχυρισμών της αιτήτριας, ως ανωτέρω εξηγώ, είναι τέτοια που, στα πλαίσια συνολικής αξιολόγησης και αποτίμησης των στοιχείων που απαρτίζουν την υπόθεση, δεν μπορεί παρά να αποβεί μοιραία για τη γενική και συνολική αξιοπιστία των ισχυρισμών της, ενόψει της συνολικής θεώρησης και αποτίμησης των δεικτών αξιοπιστίας, ως και στο πιο πάνω απόσπασμα από το εγχειρίδιο του EASO επί τούτου εξηγείται. Οιαδήποτε άλλη προσέγγιση θα οδηγούσε σε ανεπιφύλακτη αποδοχή, ενάντια, πολλές φορές, σε κάθε εύλογη κριτική θεώρηση ενός αφηγήματος. Άλλωστε, ως στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», σελ.97, αναφέρεται, «[…] είναι αναγκαία η επαγρύπνηση για καταστάσεις στις οποίες ορισμένοι αιτούντες μπορεί να προσαρμόσουν τους ισχυρισμούς τους ώστε να είναι συνεπείς με συναφείς ΠΧΚ, οι οποίες κατά την άποψή τους θα στηρίξουν την αίτησή τους.»

Στην απουσία λοιπόν περαιτέρω μαρτυρίας που θα συμπλήρωνε τα κενά και τις ελλείψεις, ως ανωτέρω καταγράφονται, είναι η κατάληξη μου ότι τα τρωτά σημεία του αφηγήματος της αιτήτριας παραμένουν και δεν αφήνουν περιθώριο αποδοχής του.

Σημειώνω ότι στην επίδικη έκθεση ορίστηκε ως τόπος διαμονής της αιτήτριας η Κινσάσα και η αξιολόγηση κινδύνου έγινε σ’ αυτή τη βάση. Διαφωνώ με το συγκεκριμένο εύρημα των καθ’ ων η αίτηση, καθώς, ως στο ερ.29 (1Χ) καταγράφεται, η αιτήτρια, πλην σύντομης διαμονής της στην Κινσάσα, προτού φύγει από τη ΛΔΚ, διέμενε μαζί με την οικογένεια της στο Congo Central (στην πόλη Matadi), όπου είχαν μετοικήσει (ερ.27-1Χ, ερ.28-2χ).

Σημειώνω εδώ ότι, ως αναφέρεται, με αναφορά και στην προηγούμενη νομολογία, στην Ε.Δ.Δ.Δ.Π. αρ.41/2024, Μ. Α. ν. Δημοκρατίας, ημ.29/05/25, «ο έλεγχος ουσίας στην οποία το [παρόν] Δικαστήριο […] είναι θετικά διαπλαστικός». Ορίζω λοιπόν ως ορθό τόπο διαμονής της αιτήτριας (και της οικογένειας της) την πόλη Matadi.

Απομένει μια επικαιροποιημένη εκτίμηση κινδύνου στη βάση του ορθού τόπου διαμονής της αιτήτριας, σύμφωνα με τα όσα πιο πάνω αναφέρω σχετικώς, ήτοι της πόλης Matadi, στο Congo Central.

Στη βάση δεδομένων ACLED (τελευταία ενημέρωση στις 17/04/26), στην περιοχή Congo Central (όπου υπάγεται και η πόλη Matadi), έχουν καταγραφεί 20 περιστατικά ασφαλείας που είχαν ως αποτέλεσμα 20 θανάτους, τα οποία κατατάσσονται ως ακολούθως: 8 περιστατικά διαδηλώσεων με 2 θανάτους, 9 περιστατικά πολιτικής βίας με 18 θανάτους, 1 περιστατικό σύρραξης με 5 θανάτους, 5 περιστατικά καταστολής με και 1 περιστατικό εξωτερικής στρατιωτικής επέμβασης με 5 θανάτους. Ειδικώς στην πόλη Matadi έχουν καταγραφεί για την πιο πάνω αναφερόμενη περίοδο 7 περιστατικά ασφαλείας που είχαν ως αποτέλεσμα τρείς θανάτους, τα οποία κατατάσσονται ως ακολούθως: 4 περιστατικά διαδηλώσεων χωρίς θανάτους, 2 περιστατικά πολιτικής βίας, με 2 θανάτους, και 2 περιστατικά καταστολής, χωρίς θανάτους. [2] Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της περιοχής Kongo Central ανέρχεται περί τα  6,8 εκατομμύρια κατοίκων [3] και της πόλης Matadi περί τις 485,000 [4].

Είναι κατάληξη μου, αποτιμώντας τις ως άνω πληροφορίες, ότι δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα η αιτήτρια να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στην περιοχή όπου διέμενε, και στην οποία εύλογα αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας της στην περιοχή. Δεν μπορώ δε να εντοπίσω ιδιαίτερες περιστάσεις που θα μπορούσαν να επιτείνουν τον κίνδυνο ειδικώς για την αιτήτρια, ενόψει της απόρριψης του αφηγήματος της, σε σύγκρισή με τον γενικό πληθυσμό της περιοχής, στη βάση της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας»[5] (βλ. απόφαση ΔΕΕ, ημ.10/06/21, C-901/19, CF and DN).

Εν προκειμένω λαμβάνω υπόψη και συνυπολογίζω ότι η αιτήτρια είναι περί των 21 ετών σήμερα (βλ. ερ.40-41,45), υγιής, με επαρκή μόρφωση αλλά και προηγούμενη εργασιακή εμπειρία και διαθέτει, στη βάση όσων η ίδια ανέφερε, ευρύτατο υποστηρικτικό δίκτυο στον τόπο διαμονής της, ήτοι γονείς και αδέλφια. Σημειώνω εδώ ότι, στη βάση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δεδομένης και της πληθώρας των σύγχρονων μέσων επικοινωνίας αλλά και κοινωνικής δικτύωσης και ενόψει του ότι το αφήγημα περί εξαναγκαστικού γάμου δεν έγινε αποδεκτό, δεν θεωρώ ότι η αιτήτρια στερείται των μέσων να επικοινωνήσει με την οικογένεια της, σε περίπτωση επιστροφής. Τα δεδομένα τούτα αρκούν για να γίνει δεκτό ότι η αιτήτρια αναμένεται να λάβει στήριξη και στέγαση κατά την επιστροφή της μέχρι να ορθοποδήσει και βιοποριστεί.

Έπεται λοιπόν ότι η αιτήτρια δεν κατάφερε να τεκμηριώσει βάσιμο φόβο «καταδίωξης [της] για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων» και δεν υφίστανται «ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς [της], θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη», ως αμφότερες αυτές οι έννοιες ορίζονται στα αρ.3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου. Δεδομένων δε των ως άνω διαπιστώσεων μου δεν θεωρώ ότι η επιστροφή της αιτήτριας θα είναι σε παράβαση του εκ των αρ.2 και 3 της ΕΣΔΑ δικαιώματος του στην μη επαναπροώθηση.

Η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με έξοδα €1000 υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας.

 

 

Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[1] IRB – Immigration and Refugee Board of Canada (Author): Democratic Republic of the Congo: Early or forced marriages, including among women and girls; prevalence, related legislation, and the ability to refuse such a marriage; state protection and support services (2019–March 2021) [COD200506.FE], https://www.ecoi.net/en/document/2050986.html (accessed on 02/07/25)

[4] DR Congo Population 2026 διαθέσιμο στο: https://worldpopulationreview.com/countries/dr-congo

 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 29/04/2026)

 

[5] Εγχειρίδιο EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική ανάλυση, σελ.26-28, διαθέσιμο εδώ: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο