ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθ. Αρ.: 3619/2023
6 Απριλίου, 2026
[Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, ΔΔΔΔΠ.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ
1. V.R.K.T.
2. A. C. B.
3. C. K.
Αιτήτριες
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ’ ων η Αίτηση
Ε. Ταβλαρίδη (κα), για Κ. Κουπαρή (κα), Δικηγόροι για την Αιτήτρια
Α. Φιλίππου (κος), Δικηγόρος για τους Καθ’ ων η Αίτηση
ΑΠΟΦΑΣΗ
Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π: Με την παρούσα προσφυγή οι Αιτήτριες προσβάλλουν την απόφαση των Καθ’ ων η Αίτηση, ημερομηνίας 16/06/2023, η οποία τους κοινοποιήθηκε στις 21/09/2023 και με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά τους για διεθνή προστασία ως άκυρη και/ή στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος.
Τα ουσιώδη γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, ως έχουν τεθεί στην Ένσταση των Καθ’ ων η Αίτηση και υποστηρίζονται από τον διοικητικό φάκελο (στο εξής αναφερόμενος ως «δ.φ.») που κατατέθηκε ως Τεκμήριο Α κατά τις διευκρινίσεις, έχουν ως ακολούθως:
Η Αιτήτρια 1 είναι υπήκοος Καμερούν και εισήλθε παράνομα στην Κυπριακή Δημοκρατία. Στις 27/02/2019 συμπλήρωσε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας και την ίδια μέρα παρέλαβε σχετική βεβαίωση υποβολής της αίτησής της. Οι Αιτήτριες 2 και 3 είναι τα ανήλικα τέκνα της Αιτήτριας 1 τα οποία απέκτησε στην Κυπριακή Δημοκρατία.
Στις 16/02/2023 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη της Αιτήτριας 1 από εμπειρογνώμονα της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο - ΕΥΥΑ, (στο εξής αναφερόμενος ως «λειτουργός») προς εξέταση του αιτήματός τους για διεθνή προστασία. Μετά τη συνέντευξη, ο λειτουργός ετοίμασε Έκθεση-Εισήγηση ημερομηνίας 09/06/2023 προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου. Στις 16/06/2023, εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός να ασκεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, ενέκρινε την ανωτέρω εισήγηση και απέρριψε την αίτηση των Αιτητριών για διεθνή προστασία.
Στις 21/09/2023 ετοιμάστηκε απορριπτική επιστολή συνοδευόμενη με την αιτιολόγηση αυτής, η οποία επιδόθηκε στην Αιτήτρια 1 δια χειρός αυθημερόν, κατόπιν επεξήγησης του περιεχομένου της σε γλώσσα που δήλωσε ότι η Αιτήτρια 1 κατανοεί, ήτοι τη γαλλική.
Στις 04/10/2023 καταχωρήθηκε η υπό κρίση προσφυγή στο Δικαστήριο.
Η συνήγορος των Αιτητριών δια της γραπτής αγόρευσης της, προβάλλει ως λόγους ακύρωσης της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η Διοίκηση δεν προέβη σε επαρκή και/ή δέουσα έρευνα σύμφωνα με τον Περί Προσφύγων Νόμο, και ότι κατά την αξιολόγηση έπρεπε να ληφθεί υπόψη η κατάσταση της υγείας της καθότι ως η Αιτήτρια 1 ανέφερε στη συνέντευξή της έχει πρόβλημα υγείας. Είναι η θέση τους ότι η απόφαση λήφθηκε υπό πλάνη και/ή πεπλανημένα κριτήρια, με κατάχρηση εξουσίας και κατ’ αντίθεση με τον Περί Προσφύγων Νόμο, και τέλος υποστηρίζουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιτιολόγητη και/ή μη δεόντως αιτιολογημένη.
Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Καθ’ ων η Αίτηση αντικρούοντας τους ισχυρισμούς, εισηγείται δια της γραπτής του αγόρευσης ότι η Αιτήτρια 1 δεν ανέτρεψε το τεκμήριο της κανονικότητας και της νομιμότητας η οποία έφερε το σχετικού βάρος ανατροπής του τεκμηρίου και απόδειξης της βασιμότητας των ισχυρισμών της. Τέλος εισηγείται όπως η προσφυγή απορριφθεί ως παντελώς νομικά και ουσιαστικά αστήρικτη και η επίμαχη απόφαση επικυρωθεί.
Η Αιτήτρια με την απαντητική της αγόρευση εμμένει στους ισχυρισμούς της και απαραδέκτως εγείρει νέα ζητήματα τα οποία δεν δύναται να εξεταστούν από το Δικαστήριο.
Κατά το στάδιο των διευκρινίσεων της παρούσας υπόθεσης στις 09/10/2025, οι συνήγοροι των διαδίκων υιοθέτησαν το περιεχόμενο των αγορεύσεων τους.
Στο σημείο αυτό επισημαίνεται ότι το παρόν Δικαστήριο κέκτηται δικαιοδοσίας να εξετάσει και την ορθότητα της παρούσας υπόθεσης, η οποία απορρέει από τα εδάφια (2), (3) και (4) του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν. 73(Ι)/ 2018). Ως εκ τούτου, κρίνω αναγκαίο όπως αρχικά παρατεθούν οι ισχυρισμοί που προέβαλε η Αιτήτρια 1 κατά τη διαδικασία προώθησης της αίτησής της για διεθνή προστασία.
Κατά το στάδιο υποβολής της αίτησης διεθνούς προστασίας η Αιτήτρια 1 κλήθηκε να καταγράψει τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της. Η Αιτήτρια 1 κατέγραψε ότι διέμενε στην πόλη Douala μαζί με τους γονείς της. Ο πατέρας της ήταν στρατιωτικός και από τον Σεπτέμβριο 2018 βρισκόταν σε αποστολή. Αργότερα η μητέρα της Αιτήτριας 1 τον επισκέφθηκε και μετά από ένα χρόνο περίπου η Αιτήτρια 1 έλαβε ανώνυμο τηλεφώνημα από κάποιο φίλο του πατέρα της ο οποίος της ανακοίνωσε τον θάνατο των γονιών της και της ανέφερε ότι στρατιώτες του Καμερούν την αναζητούν αυτή έτσι ο θείος της την εμπιστεύτηκε σε κάποιο πρόσωπο που την συνόδευσε στο ταξίδι της (σε ελεύθερη μετάφραση, βλ. ερυθρό 1 και μετάφραση αυτού ερυθρό 8 του δ.φ.).
Κατά τη διάρκεια της συνέντευξής της για διεθνή προστασία, η Αιτήτρια 1 δήλωσε ότι είναι γαλλόφωνη υπήκοος του Καμερούν, γεννηθείσα στην πόλη Mbalmayo με τόπο συνήθους διαμονής την Douala. Περαιτέρω, ανέφερε ότι είναι ανύπανδρη μητέρα 2 τέκνων, Χριστιανή-Καθολική ως προς το θρήσκευμα και εθνοτική καταγωγή Bamileke. Οι γονείς της έχουν σκοτωθεί στις 30/11/2018 και δεν έχει αδέρφια. Σε σχέση με το μορφωτικό της υπόβαθρο, δήλωσε ότι είναι απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και ακολούθως παρακολούθησε μαθήματα ραπτικής∙ μητρική της γλώσσα είναι η bamelike και επίσης ομιλεί την γαλλική. Η Αιτήτρια 1 ανέφερε ότι στη χώρα της δεν εργάστηκε ποτέ και οικονομικά την στήριζαν οι γονείς της με τους οποίους διέμενε.
Ερωτηθείσα σχετικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια 1 κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησης ανέφερε ότι διαβιούσε στη περιοχή Bonamusade της πόλης Douala μαζί με τους γονείς της και ήταν μοναχοπαίδι. Ο πατέρας της ήταν στρατιωτικός και στις 27/09/2017 είχε μεταβεί σε αποστολή στη πόλη Buea. Ένα μήνα αργότερα, η μητέρα της πήγε να τον συναντήσει. Στις 30/11/2019, συνάδελφος του πατέρα της επικοινώνησε τηλεφωνικώς με την Αιτήτρια 1 και της ζήτησε να εγκαταλείψει το σπίτι γιατί ο πατέρας της σκοτώθηκε, εξηγώντας ότι επειδή ο πατέρας της ήθελε να εγκαταλείψει την αποστολή πριν ολοκληρωθεί, οι συνάδελφοί του τον πυροβόλησαν∙ την μητέρα της την σκότωσαν οι Ambazonian. Όπως περαιτέρω ανάφερε η Αιτήτρια 1, συνάδελφος του πατέρα της, της ζήτησε να εγκαταλείψει το σπίτι γιατί άλλοι στρατιωτικοί θα μετέβαιναν στο σπίτι τους. Η Αιτήτρια 1, αποφάσισε να πάρει το διαβατήριο της και μία φορητή συσκευή αποθήκευσης δεδομένων, USB (στο εξής «USB») και μετέβηκε στην οικία του θείου της όπου παρέμεινε για 2 μέρες.
Όμως, όπως η ίδια ανέφερε, ενώ επέστρεφαν στο σπίτι του από την αγορά, αντιλήφθηκαν ότι στρατιώτες το είχαν περικυκλώσει. Ο θείος της Αιτήτριας 1 την φυγάδευσε στο σπίτι ενός φίλου του στη περιοχή Kotor όπου παρέμεινε για ένα μήνα. Στη συνέχεια ο θείος της μετέφερε στο αεροδρόμιο όπου εκεί τους περίμενε κάποιος άγνωστος άνδρας με τον οποίο η Αιτήτρια 1 ταξίδεψε εγκαταλείποντας την χώρα.
Κατά το στάδιο των διευκρινίσεων δόθηκε η ευκαιρία στην Αιτήτρια 1 μέσω πρόσθετων ερωτήσεων να εμπλουτίσει την επιχειρηματολογία της και να αποσαφηνίσει τα κρίσιμα γεγονότα της αφήγησής της. Κληθείσα να επιβεβαιώσει αν ο λόγος που την ανάγκασε να εγκαταλείψει την χώρα της ήταν επειδή ο στρατός του Καμερούν ερχόταν στο σπίτι της, η Αιτήτρια 1 απάντησε αρνητικά και εξήγησε ότι ο στρατός προσπαθούσε να λάβει το USB που ανήκε στον πατέρα της και το οποίο περιείχε πληροφορίες για την εμπόλεμη ζώνη, καθότι δεν επιθυμούσαν να δημοσιευθεί ή να γίνει γνωστό το περιεχόμενο του. Επιπλέον η Αιτήτρια 1 ανέφερε ότι μέλη του στρατού κυνηγούσαν την ίδια, επειδή υποψιάζονταν ότι είχε γνώση του περιεχομένου του USB. Ανέφερε ακόμα ότι κάθε φορά που ο πατέρας της επέστρεφε στο σπίτι από αποστολή, συνήθιζε να περιγράφει τα πάντα στην Αιτήτρια 1 και τη μητέρα της και να τους πληροφορεί ότι κάποια μέρα θα αφήσει τη δουλειά του, επειδή «είχε δει πολύ αίμα να χύνεται» και ότι το περιεχόμενο του USB ήταν αυτό που θα τον βοηθούσε.
Ερωτηθείσα για το ποιος είναι ο ιδιοκτήτης του USB, η Αιτήτρια 1 αποκρίθηκε ότι ήταν ο πατέρας της και ως προς το περιεχόμενο του, ανέφερε ότι σε αυτό υπήρχε οπτικό υλικό (βίντεο) με βασανιστήρια, ανακρίσεις και δολοφονίες προσώπων. Εξήγησε ακόμα ότι δεν ήταν σίγουρη αν αυτές οι πληροφορίες ήταν μυστικά τα οποία δεν έπρεπε ούτε η Αιτήτρια 1 να γνωρίζει και για το αν ο πατέρας της είχε το δικαίωμα να το έχει στη κατοχή του. Αντιλήφθηκε τα πιο πάνω όταν η Αιτήτρια 1 το έδειξε στο θείο της και ο τελευταίος αποφάσισε ότι η Αιτήτρια 1 έπρεπε να εγκαταλείψει τη χώρα. Ερωτηθείσα ως προς το πως γνώριζαν τα μέλη του στρατού την ύπαρξη του εν λόγω USB, η Αιτήτρια 1 ανέφερε ότι δεν γνωρίζει αλλά από το περιεχόμενο του, κατάλαβε ότι ο πατέρας της βιντεοσκοπούσε όσα διαδραματίζονταν.
Εν συνεχεία, ζητήθηκε από την Αιτήτρια να επαναλάβει την συνομιλία μεταξύ του συναδέλφου του πατέρα της και της ίδας που έλαβε χώρα στις 30/11/2019, ανέφερε ότι το πρόσωπο αυτό λεγόταν Jean και της ανέφερε ότι ο πατέρας της σκοτώθηκε από τους συναδέλφους του γιατί είχε αποφασίσει να εγκαταλείψει την αποστολή τους. Την πληροφόρησε επίσης ότι η ίδια θα πρέπει να εγκαταλείψει το σπίτι γιατί θα έρχονταν για να ερευνήσουν, έτσι η Αιτήτρια 1 πήγε στο θείο της στην περιοχή Kotor. Κατόπιν σχετικής ερώτησης, η Αιτήτρια 1 ανέφερε ότι προτού εγκαταλείψει τη χώρα έκρυψε (« …I buried the USB at my uncle’s place…») το USB στο σπίτι του θείου της, ενημερώνοντάς τον για το μέρος που βρισκόταν.
Σε σχετικές ερωτήσεις για τον θείο της, η Αιτήτρια 1 ανέφερε ότι όταν αφίχθηκε στην Κυπριακή Δημοκρατία είχε επαφή με τον θείο της, όμως αργότερα έχασε κάθε επικοινωνία μαζί του και δεν γνωρίζει που βρίσκεται. Πρόσθεσε ότι τελευταία φορά που του μίλησε βρισκόταν στην πόλη Douala επειδή εγκατέλειψε το σπίτι του που βρισκόταν στην περιοχή Kotor της πόλης Douala επειδή μέλη του στρατού επισκέφθηκαν το σπίτι του.
Ερωτηθείσα η Αιτήτρια 1 πως γνώριζαν τα μέλη του στρατού που βρισκόταν το σπίτι της, η Αιτήτρια 1 απάντησε ότι την γνώριζαν καθότι ο πατέρας της εργαζόταν για τις αρχές. Η Αιτήτρια 1 δήλωσε ότι γνωρίζει ότι μέλη του στρατού επισκέφθηκαν το σπίτι της καθότι την επόμενη μέρα που επέστρεψε βρήκε το σπίτι ακατάστατο έτσι εικάζει ότι έψαχναν κάτι. Επιπλέον, όπως ανέφερε η Αιτήτρια 1 διαπίστωσε ότι μερικά από τα έγγραφα του πατέρα της δεν βρίσκονταν εκεί (ταυτότητα, τραπεζική του κάρτα).
Στη συνέχεια, ζητήθηκε από την Αιτήτρια 1 να διευκρινίσει προηγούμενη αναφορά της, ήτοι ότι οι γονείς της απεβίωσαν στις 30/11/20218 (ερ. 47/2Χ του δ.φ.) και ότι ο στρατός έφτασε στο σπίτι της στις 30/11/2019 με την Αιτήτρια 1 να εξηγεί ότι οι γονείς της απεβίωσαν στις 30/11/2018 και ότι ο στρατός έφτασε στο σπίτι της την επόμενη μέρα (το 2018). Η Αιτήτρια 1 εγκατέλειψε τη χώρα της τον Φεβρουάριο 2019 και εξήγησε ότι στο σπίτι του θείου της έμεινε για ένα μήνα, ήτοι από τον Νοέμβριο μέχρι τον Δεκέμβριο 2018 και ακολούθως ο θείος της την πήγε στο σπίτι του φίλου του όπου παρέμεινε για περίπου 1 μήνα και εν τέλει εγκατέλειψε τη χώρα.
Σε υποθετική ερώτηση για το τι πιστεύει ότι θα της συμβεί σε περίπτωση που επιστρέψει στη χώρα της, η Αιτήτρια 1 ανέφερε ότι ο στρατός του Καμερούν θα την σκοτώσει, εξηγώντας ότι μια εβδομάδα προηγουμένως σκότωσαν έναν δημοσιογράφο ο οποίος δημοσίευε για τις δράσεις της κυβέρνησης της χώρας.
Ερωτηθείσα αν συνέβη το οτιδήποτε στο Καμερούν που την κάνει να πιστεύει ότι ακόμα βρίσκεται σε κίνδυνο, αποκρίθηκε ότι η κρίση εξακολουθεί να μαίνεται («until today the Cameroonian military still kill people»). Ζητήθηκε από την Αιτήτρια 1 να απαντήσει αν συνέβη κάτι στην ίδια προσωπικά και αυτή επανέλαβε ότι ο στρατός σκότωσε τον πατέρα της και ότι αναζητούν την ίδια.
Επεξηγήθηκε στην Αιτήτρια 1 ότι τα περιστατικά αυτά συνέβησαν προτού εγκαταλείψει το Καμερούν και ρωτήθηκε ξανά αν συνέβη κάτι άλλο μετά την αναχώρησή της και η Αιτήτρια 1 αποκρίθηκε ότι αφού εγκατέλειψε τη χώρα της, είχε επαφή με τον θείο της, ενώ δύο χρόνια αργότερα παρά τις προσπάθειες να τον εντοπίσει, δεν τα κατάφερε έτσι πιστεύει ότι έχει σκοτωθεί. Ως προς το περιστατικό που έφτασαν στο σπίτι και αντίκρυσαν τα στρατιωτικά αυτοκίνητα, η Αιτήτρια 1 ανέφερε ότι ήταν πολλά πρόσωπα, στρατιωτικοί περίπου 5-6 στον αριθμό και κτυπούσαν την πόρτα.
Δεδομένου ότι σύμφωνα με τα λεγόμενά της, την αναζητούσε ο στρατός, ερωτήθηκε πως είναι δυνατό να κατάφερε να εγκαταλείψει τη χώρα χωρίς να αντιμετωπίσει κάποιο πρόβλημα, η Αιτήτρια 1 απάντησε ότι δεν γνωρίζει, γιατί κάποιος γνωστός του θείου της στον οποίο την σύστησε την συνόδευσε κατά την διαδικασία αποχώρησης από τη χώρα της στο αεροδρόμιο. Η Αιτήτρια 1 επίσης ανέφερε ότι τους τελευταίους τρεις μήνες πριν εγκαταλείψει την χώρα της δεν της συνέβη το οτιδήποτε γιατί παρέμενε εντός του σπιτιού και δεν είχε τηλεφωνικές επαφές.
Ακολούθως ζητήθηκε από την Αιτήτρια 1 να αναφερθεί στην ιδιότητα του πατέρα της και δήλωσε ότι αυτός ήταν αρχιλοχίας χωρίς όμως να γνωρίζει η ίδια τα καθήκοντα του. Ανέφερε ακόμα ότι ο πατέρας της βρισκόταν σε αποστολή στη πόλη Buea, για περίπου ένα χρόνο. Ερωτηθείσα για το πως σκότωσαν οι Ambazonian την μητέρα της, η Αιτήτρια 1 δήλωσε ότι η μητέρα της δεν αποτελούσε προσωπικό στόχο αλλά η περιοχή στην οποία βρισκόταν δέχτηκε επίθεση καίοντας σπίτια και πυροβολώντας πολίτες.
Μετέπειτα, τέθηκαν ερωτήματα προς την Αιτήτρια 1 σε σχέση με τα ανήλικα τέκνα της. Ειδικότερα ανέφερε ότι τα τέκνα της δεν αντιμετωπίζουν ιατρικά προβλήματα. Ως προς το πως θα είναι η ζωή τους σε περίπτωση που επιστρέψουν στο Καμερούν η Αιτήτρια 1 ανέφερε ότι αφού η δική της ζωή δεν είναι ασφαλής, κατά συνέπεια δεν θα έχουν ασφάλεια ούτε τα ανήλικα τέκνα της.
Τέλος ως προς το αν θα μπορούσαν οι Αιτήτριες να επιστρέψουν στο Καμερούν και να εγκατασταθούν σε κάποια άλλη περιοχή της χώρας όπως για παράδειγμα στη πρωτεύουσα Yaoundé, η Αιτήτρια 1 αποκρίθηκε ότι δεν έχει επισκεφθεί ποτέ την Yaoundé και δεν έχει ζήσει σε οποιαδήποτε άλλη περιοχή εκτός από την πόλη Douala.
Οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας 1 αξιολογήθηκαν από τον λειτουργό ο οποίος εντόπισε στην Έκθεση – Εισήγησή του δύο (2) ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι προκύπτουν από της δηλώσεις της Αιτήτριας 1:
1) Ταυτότητα, χώρα καταγωγής και προφίλ της Αιτήτριας 1.
2) Η Αιτήτρια 1 ισχυρίστηκε ότι ο πατέρας της ο οποίος ήταν δεκανέας («master corporal») δολοφονήθηκε από της συναδέλφους του επειδή επιθυμούσε να παραιτηθεί από την αποστολή που βρισκόταν στην πόλη Buea και η ίδια εγκατέλειψε τη χώρα επειδή ο στρατός του Καμερούν την αναζητούσε επειδή είχε στη κατοχή της ένα USB του πατέρα της το οποίο περιείχε βίντεο με βασανιστήρια και δολοφονίες πολιτών από τον στρατό.
Ως της τον πρώτο ισχυρισμό της Αιτήτριας 1, ο αρμόδιος λειτουργός αξιολόγησε αυτόν ως εσωτερικά και εξωτερικά αξιόπιστο και τον έκανε δεκτό, αποδεχόμενος τα στοιχεία του προφίλ της Αιτήτριας 1, καθώς απάντησε με συνέπεια και με επαρκείς λεπτομέρειες σε όλα τα ερωτήματα που της τέθηκαν σε ό,τι αφορά αυτό το ουσιώδες θέμα και οι δηλώσεις της επιβεβαιώθηκαν από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης. Η Αιτήτρια δήλωσε ως τόπο συνήθους διαμονής της την Douala, του Καμερούν.
Ως της τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, της δεν έγινε αποδεκτός από τον λειτουργό. Συγκεκριμένα, ως επεσήμανε, η Αιτήτρια 1 σε σχέση με τον πατέρα της, αν και ανέφερε την θέση που κατείχε ως δεκανέας, δεν ανέφερε με λεπτομέρεια και με συγκεκριμένο τρόπο τα καθήκοντά του.
Αναφορικά με το USB, το οποίο αποτελούσε το αντικείμενο των ζητημάτων που αντιμετώπιζε η Αιτήτρια 1, αν και η Αιτήτρια 1 ανέφερε με συγκεκριμένο τρόπο ότι αυτό περιείχε βίντεο ανακρίσεων, βασανιστηρίων σε πολίτες από τον στρατό, εντούτοις όταν της ζητήθηκε να αναφερθεί με περισσότερη λεπτομέρεια δεν ήταν σε θέση για να βελτιώσει της δηλώσεις της.
Ακόμα, κρίθηκε από το λειτουργό ότι η Αιτήτρια 1 δεν μπόρεσε να εξηγήσει πειστικά πώς οι στρατιωτικοί έμαθαν για την ύπαρξη του USB, το οποίο ανήκε στον πατέρα της και υποτίθεται ότι το κρατούσε μυστικό. Ο ισχυρισμός της ότι την αναζητούσαν επειδή υποψιάζονταν πως γνώριζε το περιεχόμενο του USB δεν στηρίζεται επαρκώς, αφού η μόνη αιτιολόγηση που έδωσε ήταν ότι ήταν μοναχοπαίδι.
Σχετικά με την πληροφόρησή της για της προθέσεις του στρατού από τον συνάδελφο του πατέρα της, ο οποίος την προειδοποίησε να φύγει από το σπίτι, κρίθηκε από τον λειτουργό ότι ήταν αόριστος, χωρίς σαφείς αναφορές στο USB ή σε υποψίες ότι τα μέλη του στρατού υποψιάζονταν ότι η Αιτήτρια 1 γνώριζε το περιεχόμενό του. Ο λειτουργός περαιτέρω κατέγραψε στην Έκθεση-Εισήγησή του ότι σχετικά με τα δύο περιστατικά στα οποία αναφέρθηκε για να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό της που αφορούσαν την επιδρομή του στρατού και αναζήτησή της στο σπίτι της μετά το θάνατο του πατέρα της, η μόνη πληροφορία που παρείχε η Αιτήτρια ήταν ότι όταν πήγε την επόμενη μέρα στο σπίτι το βρήκε ακατάστατο και ότι έλειπαν κάποια έγγραφα χωρίς να είναι σε θέση να αναφερθεί με περισσότερες λεπτομέρειες στο εν λόγω περιστατικό. Όσον αφορά το δεύτερο περιστατικό ομοίως ο λειτουργός έκρινε ότι η Αιτήτρια 1 αδυνατούσε να περιγράψει λεπτομερώς τί αντίκρυσαν όταν επέστρεψαν από τα ψώνια με τον θείο της στο σπίτι του τελευταίου, αναφερόμενη στο ότι είδε μέλη του στρατού που είχαν περικυκλώσει το σπίτι.
Ως εκ τούτου, ο λειτουργός κατέληξε ότι η Αιτήρια 1 δεν ήταν σε θέση να μεταφέρει και να εξηγήσει με τρόπο συνεκτικό και λεπτομερή την ένταση του γεγονότος που την ανάγκασε να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής της, καθώς και τον λόγο για τον οποίο έγινε προσωπικός στόχος του στρατού του Καμερούν.
Αξιολογώντας την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, ο λειτουργός προέβη σε έρευνα και διαπίστωσε ότι πράγματι οι αρχές του Καμερούν τιμωρούν μέλη οικογενειών για αδικήματα που φαίνεται να διέπραξαν συγγενείς του, όμως λόγω των ασυνεπειών στα λεγόμενα της Αιτήτριας 1 δεν αποδέχτηκε τον εν λόγω ουσιώδη ισχυρισμό.
Υπό το φως των ανωτέρω, στη βάση του μοναδικού αποδεδειγμένου πραγματικού ισχυρισμού της Αιτήτριας 1, σε σχέση με το προφίλ της, ο λειτουργός σημείωσε ότι η Αιτήτρια 1 διαθέτει επαρκή μορφωτικό επίπεδο, καθότι έχει ολοκληρώσει την δευτεροβάθμια εκπαίδευση, είναι ικανή προς εργασία και έλαβε όπως ανέφερε κατά τη διάρκεια της συνέντευξής της, μαθήματα ραπτικής στη χώρα της. Επιπρόσθετα λήφθηκε υπόψη και το γεγονός ότι η Αιτήτρια 1 είναι υγιής μητέρα δύο τέκνων.
Ακολούθως ο λειτουργός προέβη σε έρευνα για την γενική κατάσταση που επικρατεί στο Καμερούν και ειδικότερα στη πόλη Douala. Λαμβάνοντας υπόψη σχετικές πληροφορίες για τη γενική κατάστασης ασφαλείας στη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας 1, καθώς και σχετικές πληροφορίες για το γεγονός ότι η Αιτήτρια 1 ανύπανδρη μητέρα δύο ανήλικων τέκνων, διαπίστωσε ότι δεν υφίσταται εύλογη πιθανότητα οι Αιτήτριες να υποβληθούν σε μεταχείριση η οποία θα μπορούσε να ανέλθει σε επίπεδο δίωξης ή σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής τους στην πόλη Douala, της περιφέρειας Littoral του Καμερούν. Σύμφωνα δε με τις πηγές πληροφόρησης, ως περαιτέρω καταγράφει ο λειτουργός, οι ένοπλες συγκρούσεις στο Καμερούν λαμβάνουν χώρα κυρίως στις αγγλόφωνες περιοχές του Νοτιοδυτικού και Βορειοδυτικού Καμερούν, ενώ η Μπόκο Χαράμ δραστηριοποιείται στον Άπω Βορρά.
Τέλος ο λειτουργός καταλήγει όσον αφορά την κατάσταση των ανήλικων τέκνων της σε επιστροφή τους στη Douala και λαμβανομένου υπόψη του αποδεκτού ουσιώδους γεγονότος, το εκπαιδευτικό υπόβαθρο της Αιτήτριας 1, την ικανότητά της να εργαστεί και να μεγαλώσει τα ανήλικα παιδιά της καθώς και το γεγονός ότι τα παιδιά δεν αντιμετωπίζουν κανένα ιατρικό πρόβλημα, υπάρχει πιθανότητα να αντιμετωπίσουν δυσκολίες στη χώρα τους. Ωστόσο αυτές οι δυσκολίες δεν θα μπορούσαν εύλογα να οδηγήσουν σε μεταχείριση που θα μπορούσε να ισοδυναμεί με δίωξη ή σοβαρή βλάβη, σε περίπτωση επιστροφής τους στη χώρα τους.
Εν συνεχεία, κατά τη νομική ανάλυση, ο λειτουργός, λαμβάνοντας υπόψη τα όσα προέβαλε η Αιτήτρια 1, το προφίλ της και την αξιολόγηση κινδύνου, κατέληξε ότι δεν τεκμηριώθηκε φόβος δίωξης για έναν από τους πέντε λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης, του άρθρου 2(δ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (από τούδε και στο εξής, «η Οδηγία») και του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου και ως εκ τούτου η Αιτήτρια 1 δεν δικαιούτο να αναγνωριστεί ως πρόσφυγας.
Επιπλέον, κρίθηκε ότι βάσει του αποδεκτού ουσιώδους ισχυρισμού δεν προέκυψε πραγματικός κίνδυνος θανατικής ποινής ή εκτέλεσης σύμφωνα με το άρθρο 15(α) της Οδηγίας, ούτε πραγματικός κίνδυνος βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας δυνάμει του άρθρου 15(β) της Οδηγίας. Αναφορικά με το άρθρο 15(γ) της Οδηγίας, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, λαμβάνοντας υπόψη τις πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στη πόλη Douala, καταδεικνύεται ότι δεν υφίσταται κίνδυνος σοβαρής και ατομικής απειλής για τη ζωή ή την ασφάλεια των Αιτητριών. Βάσει της ανωτέρω ανάλυσης, κρίθηκε ότι δεν δύναται να παραχωρηθεί καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας στις Αιτήτριες.
Από τα πιο πάνω, συνάγεται ότι η έρευνα που είχε προηγηθεί της απόφασης για απόρριψη της αίτησης της Αιτήτριας 1 (η οποία εκπροσωπούσε και τα ανήλικα τέκνα της) ήταν επαρκής και είχαν συλλεγεί και διερευνηθεί όλα τα ουσιώδη στοιχεία σε συνάρτηση πάντα με τους ισχυρισμούς που είχε προβάλει η Αιτήτρια 1 κατά τη διάρκεια της συνέντευξής της. Είναι δε πάγια νομολογημένο ότι η έρευνα είναι επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το θέμα που εξετάζεται (βλ. Motorways Ltd v. Δημοκρατίας Α.Ε. 2371/25.6.99).
Αναφορικά με τους ισχυρισμούς της συνηγόρου της Αιτήτριας για έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας, από τα στοιχεία που έχω ενώπιον μου, θεωρώ ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι πλήρως αιτιολογημένη, καθότι αυτή συμπληρώνεται και από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, όπως αυτά έχουν αναλυθεί ανωτέρω (βλ. άρθρο 29 του Ν. 158 (Ι)/1999, Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου κ.α. ν Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 1171 και Διογένους ν. Δημοκρατίας (1999) 4 Α.Α.Δ., 371 Στέφανος Φράγκου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, (1998) 3 ΑΑΔ 270). Ως εκ τούτου, απορρίπτω τους ισχυρισμούς που προβλήθηκαν από την συνήγορο της Αιτήτριας περί έλλειψης δέουσας έρευνας και ανεπαρκούς αιτιολογίας.
Υπό το φως των ανωτέρω σημείων που έχω αναλύσει, κρίνω ότι ορθά και εμπεριστατωμένα οι Καθ' ων η Αίτηση αξιολόγησαν το αίτημα των Αιτητριών και κατέληξαν τόσο στα ευρήματα περί αναξιοπιστίας της Αιτήτριας 1, όσο και στη μη υπαγωγή τους σε προσφυγικό καθεστώς. Ειδικότερα, σημειώνεται ότι δεν ήταν σε θέση να τεκμηριώσει με επάρκεια, σαφήνεια και συνεκτικότητα τον ουσιώδη ισχυρισμό της ως προς το φόβο δίωξης της από τον στρατό του Καμερούν. Πέραν των γενικόλογων αναφορών της για το θάνατο των γονιών της, του μεν πατέρα της από συναδέλφους του και της μεν μητέρας της από τους Ambazonian, αλλά και της δικής της αναζήτησης από το στρατό του Καμερούν λόγω του USB του πατέρα της που είχε η ίδια στην κατοχή της, που επικαλείται, δεν παρέθεσε με λεπτομέρεια τα καμία πληροφορία ως προς τα ανωτέρω, ενώ όπως παρατηρείται στη συνέχεια των δηλώσεων της περιέχονται ασυνέπειες, γενικολογίες και αοριστίες.
Κατά την καταχώρηση της προσφυγής, επισυνάφθηκε επιπρόσθετη μαρτυρία από την Αιτήτρια 1, με τη μορφή γραπτής ένορκης δήλωσης. Έχοντας εξετάσει και τα όσα αναφέρει σε αυτήν, κρίνω ότι κατ’ουσίαν συνιστά επανάληψη της αφήγησής της χωρίς να προσθέτει συγκεκριμένες πληροφορίες ή αναφορές που θα μπορούσαν να ανατρέψουν τα ευρήματα των Καθ’ων η Αίτηση που οδήγησαν στην απόρριψη της αίτησής τους. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά ή στοιχείο που να αποδεικνύει ότι η Αιτήτρια 1 καταζητείται, ότι η ζωή ή σωματική της ακεραιότητα βρίσκεται σε κίνδυνο και εν πάση περιπτώσει ότι αν υπάρχει USB όπως η ίδια αναφέρει, ότι αυτό έχει ανευρεθεί από τις αρμόδιες αρχές.
Κατά συνέπεια, στην προκειμένη περίπτωση, κρίνω ότι δεν έχει στοιχειοθετηθεί οποιοσδήποτε ισχυρισμός που να καθιστά την επίδικη απόφαση παράνομη και να αποδεικνύει ότι συντρέχουν στο πρόσωπο των Αιτητριών εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που δικαιολογούν την θεμελίωση δικαιολογημένου φόβου δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 3(1) του Περί Προσφύγων Νόμου. Επίσης, με βάση το προσωπικό της προφίλ υπό το φως των ισχυρισμών που η ίδια προώθησε και σε σχέση με το άρθρο 19(1) και 19(2) (α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου, δεν θεωρώ ότι σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής τους, υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι οι Αιτήτριες θα αντιμετωπίσουν πραγματικό κίνδυνο να υποστούν σοβαρή βλάβη, υπό την μορφή θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ή βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας.
Αναφορικά με την υπαγωγή των Αιτητριών σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19(1) και 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, το οποίο προϋποθέτει ουσιώδεις λόγους να πιστεύεται ότι οι Αιτήτριες θα υποστούν σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής τους ακεραιότητας, λόγω αδιακρίτως ασκούμενης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, σε περίπτωση επιστροφής τους στη χώρα καταγωγής τους, υπάρχει ευρεία νομολογία τόσο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015, ECLI:CY:AD:2015:D619, ECLI:CY:AD:2015:D619, ECLI:CY:AD:2015:D619, ECLI:CY:AD:2015:D619) όσο και του ΔΕΕ (βλ. C-285/12, A. Diakité v. Commissaire general aux réfugiés et aux apatrides, 30/01/2014, C-465/07, Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie, 17/02/2009), καθώς επίσης και του ΕΔΔΑ (βλ. K.A.B. v. Sweden, 886/11, 05/09/2013 (final 17/02/2014), Sufi and Elmi v. The United Kingdom, 8319/07 and 11449/07, 28/11/2011) στις οποίες ερμηνεύεται η έννοια της «αδιακρίτως ασκούμενης βίας» και της «ένοπλης σύρραξης» και τίθενται κριτήρια ως προς τη σοβαρότητα του κινδύνου που προϋποτίθεται για την αξιολόγηση των περιπτώσεων στις οποίες εξετάζεται η πιθανότητα παραχώρησης συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.
Εν προκειμένω, για την εξέταση του άρθρου 19(2)(γ) του Περί Προσφύγων Νόμου, έπειτα από ενδελεχή εξέταση του φακέλου, διαπιστώνω ότι ο αρμόδιος λειτουργός προέβη σε δέουσα και ενδελεχή έρευνα, κάνοντας αναφορά σε αξιόπιστες πηγές σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στη πόλη Douala του Καμερούν, ήτοι ο τόπος συνήθους και τελευταίας διαμονής της Αιτήτριας 1.
Σχετικά με τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής της Αιτήτριας 1, ήτοι τη πόλη Douala η οποία ανήκει στην Littoral περιφέρεια του Καμερούν, το Δικαστήριο προχώρησε σε επικαιροποιημένη έρευνα αναφορικά με τις επικρατούσες εκεί συνθήκες.
Ως προς τη γενικότερη κατάσταση ασφαλείας στο Καμερούν, παρατηρώ ότι βάσει του portal Rule of Law in Armed Conflict (RULAC), πρωτοβουλία της Ακαδημίας της Γενεύης για το Διεθνές Ανθρωπιστικό Δίκαιο και τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, κρίνοντας με κριτήρια διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου, αναφέρει ότι το κράτος είναι εμπλεκόμενο σε διεθνή ένοπλη σύρραξη κατά της Boko Haram στον Άπω Βορρά (Far North), ενώ στη Βορειοδυτική (Northwest) και Νοτιοδυτική περιφέρεια (Southwest) αγγλόφωνες αποσχιστικές ομάδες μάχονται κατά της κυβέρνησης για την ανεξαρτησία της περιοχής.[1]
Αναφορικά με την γενικότερη κατάσταση ασφαλείας στο Καμερούν, το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ σε έκθεση αναφορικά με τις εξελίξεις στην κατάσταση ασφαλείας στην Κεντρική Αφρική, η οποία δημοσιεύτηκε στις 30 Νοεμβρίου 2023 σημειώνει ότι στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές του Καμερούν, μη κρατικοί ένοπλοι δρώντες συνέχισαν να βάζουν στο στόχαστρο κρατικούς αξιωματούχους, πολίτες, ιατρικό προσωπικό, κρατικά αμειβόμενους εκπαιδευτικούς και εργαζόμενους στην εκπαίδευση και να επιβάλλουν λουκέτα. Οι κυβερνητικές δυνάμεις συνέχισαν να στοχοποιούν αυτονομιστές διοικητές και να πραγματοποιούν επιδρομές σε πιθανά κρησφύγετα, με αποτέλεσμα να υπάρχουν απώλειες μεταξύ των αμάχων. Τα επιβληθέντα λουκέτα από αυτονομιστές στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές του Καμερούν και οι επιθέσεις εναντίον σχολείων και ιατρικών εγκαταστάσεων συνέχισαν να επηρεάζουν την ασφάλεια και τα μέσα διαβίωσης των πολιτών. Παραβιάσεις και καταχρήσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από τις δυνάμεις ασφαλείας και άμυνας και τις ένοπλες αυτονομιστικές ομάδες συνέχισαν να καταγράφονται στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιφέρειες, συμπεριλαμβανομένων υποτιθέμενων δολοφονιών, αυθαίρετων συλλήψεων, κρατήσεων και αναφερόμενων εκβιασμών.[2]
Σύμφωνα με το Human Rights Watch σε έκθεση για την χώρα η οποία καλύπτει το έτος 2023, αναφέρεται πως το 2023, ένοπλες ομάδες και κυβερνητικές δυνάμεις συνέχισαν τη διάπραξη παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων παράνομων δολοφονιών, στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν και στην περιοχή του Άπω Βορρά. Η βία στις δύο αγγλόφωνες βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές συνεχίστηκε για έκτη χρονιά, παρά το γεγονός ότι ο Πρόεδρος Paul Biya δήλωσε τον Ιανουάριο ότι πολλές ένοπλες αυτονομιστικές ομάδες είχαν παραδοθεί και ότι η απειλή που αποτελούσαν είχε μειωθεί σημαντικά. Μέχρι τα μέσα του έτους, υπήρχαν πάνω από 638.000 εσωτερικά εκτοπισμένοι στις αγγλόφωνες περιοχές και τουλάχιστον 1,7 εκατομμύρια άνθρωποι χρειάστηκαν ανθρωπιστική βοήθεια. Άμαχοι αντιμετώπισαν δολοφονίες και απαγωγές από ένοπλες ισλαμιστικές ομάδες στην περιοχή του Άπω Βορρά, συμπεριλαμβανομένης της Boko Haram και του Ισλαμικού Κράτους στην επαρχία της Δυτικής Αφρικής (ISWAP). Οι αυτονομιστές μαχητές συνέχισαν να στοχεύουν αμάχους, αναγκάζοντας τους να μένουν κλεισμένοι στα σπίτια τους και εξαπολύοντας επιθέσεις γύρω από μεγάλα γεγονότα, όπως των εκλογών καθώς και του ανοίγματος των σχολείων την περίοδο του Σεπτεμβρίου. Οι δυνάμεις ασφαλείας απάντησαν στις αυτονομιστικές επιθέσεις, αποτυχαίνοντας συχνά να προστατεύσουν τους αμάχους σε όλες τις αγγλόφωνες περιοχές».[3]
Ειδικότερα σε σχέση με την κατάσταση ασφαλείας στις γαλλόφωνες περιοχές, η οργάνωση International Crisis Group καταγράφει αναλυτικότερα ότι: «Αγγλόφωνοι αυτονομιστές αντάρτες την 1η Μαΐου διέσχισαν τα σύνορα από την αγγλόφωνη νοτιοδυτική περιοχή (SW) στη γαλλόφωνη περιοχή Littoral, επιτέθηκαν στο στρατιωτικό φυλάκιο στο χωριό Matouke, στο τμήμα Moungo, λιγότερο από 40 χιλιόμετρα από την οικονομική πρωτεύουσα Douala, σκοτώνοντας πέντε στρατιώτες και έναν πολίτη. Σε αντίποινα, οι κυβερνητικές δυνάμεις την ίδια μέρα φέρεται να σκότωσαν έξι πολίτες και συνέλαβαν 14 άτομα στο κοντινό χωριό Maumu, τμήμα Fako (SW). Εκρηκτικός μηχανισμός στις 16 Μαΐου σκότωσε τουλάχιστον τρεις στρατιώτες στην τοποθεσία Mabonji, στο τμήμα Meme (SW). Καθώς το Καμερούν γιόρταζε την Εθνική Ημέρα - η οποία γιορτάζει την ημερομηνία το 1972 όταν το δημοψήφισμα ακύρωσε την ομοσπονδία δύο κρατών, εγκαινιάζοντας το ενιαίο κράτος - ένοπλοι αυτονομιστές απήγαγαν περίπου 30 γυναίκες στο χωριό Kedjom-Keku (Big Babanki), στο τμήμα Mezam στη βορειοδυτική περιοχή (NW), αφού διαμαρτυρήθηκαν για τους φόρους που επιβλήθηκαν από τους αυτονομιστές. Όλες οι γυναίκες απελευθερώθηκαν στις 23 Μαΐου. Οι κυβερνητικές δυνάμεις 21 και 28 Μαΐου πολέμησαν ενέδρες στο χωριό Otu, στη διαίρεση Manyu (SW) και στο χωριό Bambalang, στη Ngo-Ketunjia (NW) αντίστοιχα, σκοτώνοντας τουλάχιστον τέσσερις αυτονομιστές. Εκρηκτικός μηχανισμός στις 31 Μαΐου φέρεται να σκότωσε πέντε στρατιώτες στην πόλη Mbengwi (NW)».[4]
Ως εκ των ανωτέρω, συμπεραίνεται ότι οι ένοπλες συγκρούσεις στο Καμερούν περιορίζονται στη βορειοδυτική και νοτιοδυτική περιοχή της χώρας καθώς και στον Άπω Βορρά και όχι στην Douala.
Η κατάσταση γενικευμένης βίας χαρακτηρίζεται από διαρκή, γενικά και παρατεταμένα επίπεδα βίας σε μια χώρα ή σε μια περιοχή. Δεν αρκεί για τη συνδρομή των προϋποθέσεων της παραπάνω διάταξης η διαπίστωση σποραδικών και μεμονωμένων περιστατικών τρομοκρατικών ενεργειών ή άλλων βίαιων επεισοδίων ούτε αυξημένης εγκληματικότητας, η οποία αντιμετωπίζεται στο πλαίσιο της έννομης τάξης και των μέτρων για τη δημόσια ασφάλεια κάθε οργανωμένου κράτους.
Για την πληρότητα της έρευνας θα παρατεθούν τα πλέον πρόσφατα ποσοτικά δεδομένα για την ένταση της ένοπλης σύρραξης. Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, για το τελευταίο έτος (με τελευταία πρόσβαση στις 24/10/2025) καταγράφηκαν στη Littoral περιφέρεια του Καμερούν 5 περιστατικά πολιτικής βίας ("Political violence", που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκε 1 θάνατος. Στην πόλη Douala, τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής της Αιτήτριας 1 καταγράφηκε 1 περιστατικό το οποίο είχε ως συνέπεια 1 απώλεια ανθρώπινης ζωής.[5] O πληθυσμός της Littoral περιφέρειας του Καμερούν ανέρχεται σε 4,498,400 κατοίκους και της πρωτεύουσας Douala σε 3,816,500 κατοίκους.[6] Τα εν λόγω στοιχεία, εξεταζόμενα συνδυαστικά με τον συνολικό πληθυσμό στην εν λόγω περιφέρεια δεικνύουν ότι δεν υπάρχουν συνθήκες αδιάκριτης βίας λόγω ένοπλης σύρραξης στην περιοχή υπό την έννοια του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.
Στο σημείο αυτό, διακρίνεται ότι σύμφωνα με το ιστορικό της η Αιτήτρια 1 διέμενε στην περιοχή όπου αναμένεται να επιστρέψει, στην οποία ζούσε προτού εγκαταλείψει την χώρα της. Επίσης, επισημαίνεται ότι, με βάση το προσωπικό προφίλ της Αιτήτριας 1, πρόκειται για ενήλικη γυναίκα, υγιή, μορφωμένη, έχει εργαστεί στο παρελθόν και είναι ακόμη και σήμερα ικανή προς εργασία. Επίσης, δεν εντοπίζονται στοιχεία ευαλωτότητας στο πρόσωπό της ή θέματα υγείας που να αυξάνουν το ρίσκο να υποστεί σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής της. Τέλος, δεν διαθέτει προφίλ πολιτικά ενεργού ανθρώπου ή ανθρώπου συνδεδεμένου με κάποια αντιμαχόμενη οργάνωση στην χώρα καταγωγής της, στοιχεία που θα ενίσχυαν τον κίνδυνο στοχοποίησής της σε καθεστώς ένοπλης βίας.
Ως εκ τούτου, με βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι οι Αιτήτριες δεν κατάφεραν να αποδείξουν ότι πάσχει η ορθότητα και νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης και ότι στο πρόσωπό τους πληρούνται οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή τους στο καθεστώς του πρόσφυγα ή για να τους παραχωρηθεί συμπληρωματική προστασία σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου.
Ως εκ τούτου, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Επιδικάζονται €800 έξοδα εναντίον των Αιτητριών και υπέρ των Καθ’ ων η Αίτηση. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.
Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] RULAC, 'Cameroon' (2021), https://www.rulac.org/browse/countries/cameroon (ημερομηνία πρόσβασης 05/11/2025)
[2] UN Security Council (Author): The situation in Central Africa and the activities of the United Nations Regional Office for Central Africa Report of the Secretary-General [S/2023/934], 30 November 2023, par. 20,21,38, file:///C:/Users/User/Desktop/rome/n2336753.pdf
(ημερομηνία πρόσβασης 05/112025)
[3] HRW - Human Rights Watch: World Report 2024 - Cameroon, 11 January 2024, https://www.hrw.org/world-report/2024/country-chapters/cameroon [ημερομηνίας πρόσβασης 05/11/2025]
[4] International Crisis Group, Tracking Conflict Worldwide, May 2023, διαθέσιμο σε: https://www.crisisgroup.org/crisiswatch/database?location%5B0%5D=4&page=2 (ημερομηνία πρόσβασης 05/11/2025)
[5] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων ανάρτησης: Country: Cameroon (Littoral, Douala), Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer
(ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 05/11/2025)
[6] Cameroon, Littoral, Douala https://citypopulation.de/en/cameroon/cities/?admid=6826 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 05/11/2025)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο