M.R.K.N. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 4353/2023, 30/4/2026
print
Τίτλος:
M.R.K.N. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 4353/2023, 30/4/2026

 ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθεση Αρ.:  4353/2023

30 Απριλίου, 2026

[Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

M.R.K.N.,

εκ Καμερούν

                                            Αιτητής

-και-

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω

της Υπηρεσίας Ασύλου

                                            Καθ' ων η Αίτηση

 

Δικηγόρος για Αιτητή: Ε. Ταβλαρίδη (κα) για Κ. Κουπαρή (κα)

Δικηγόρος για Καθ' ων η αίτηση: Ρ. Προδρόμου (κα) για Α. Φιλίππου (κος), για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας 

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Αντικείμενο της παρούσας προσφυγής αποτελεί η απόφαση των Καθ’ ων η αίτηση ημερομηνίας 02.11.2023, με την οποία απορρίφθηκε η αίτησή του Αιτητή για διεθνή προστασία και αποφασίστηκε η επιστροφή του στο Καμερούν, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί (στο εξής αναφερόμενος ως «ο περί Προσφύγων Νόμος»).

 

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

 

Προτού εξεταστούν οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί, επιβάλλεται η σκιαγράφηση των γεγονότων που περιβάλλουν την υπό κρίση υπόθεση, όπως αυτά προκύπτουν από την αίτηση του Αιτητή, την ένσταση των Καθ' ων η αίτηση αλλά και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου ο οποίος κατατέθηκε στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1 (στο εξής αναφερόμενος ως «ο δ.φ.» ή «ο διοικητικός φάκελος»).

 

Ο Αιτητής είναι υπήκοος του Καμερούν, το οποίο εγκατέλειψε στις 12.06.2023 και αφίχθηκε παράνομα στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας περιοχές στις 15.06.2023. Αίτηση ασύλου υπέβαλε στις 28.06.2023 και ακολούθως προσήλθε σε συνέντευξη με λειτουργό του Ευρωπαϊκού Οργανισμού για το (EUAA) (στο εξής αναφερόμενος ως «ο Λειτουργός»). Κατόπιν εξέτασης της ουσίας της υπόθεσής του, η αίτηση απορρίφθηκε στις 02.11.2023. Εναντίον της απόφασης αυτής ο Αιτητής καταχώρισε την υπό κρίση προσφυγή στο παρόν Δικαστήριο.

 

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

 

Ο Αιτητής, μέσω της συνηγόρου του προέβαλε στα πλαίσια τόσο του εισαγωγικού δικογράφου της διαδικασίας όσο και της γραπτής του αγόρευσης πλείονες λόγους ακυρώσεως, τους οποίους ωστόσο απέσυρε κατά το στάδιο των Διευκρινίσεων και περιορίστηκε μόνο στην προώθηση των λόγων ακυρώσεως περί έλλειψης δέουσας έρευνας.

 

Από την πλευρά τους οι Καθ' ων η αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας της επίδικης πράξης, εξετάζοντας και αντικρούοντας τον ισχυρισμό του Αιτητή υποβάλλοντας ότι αυτή έχει ληφθεί ορθώς και νομίμως, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, κατόπιν δέουσας έρευνας και ορθής ενάσκησης των εξουσιών που παρέχει ο Νόμος, αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης καθώς και ότι η επίδικη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη.

 

Αναφορικά με τη δέουσα έρευνα, οι Καθ’ ων η αίτηση υποστηρίζουν ότι όλοι οι ισχυρισμοί του Αιτητή εξετάσθηκαν ένας προς έναν μέσω της ανάλυσης του λειτουργού κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του. Επιπλέον, οι Καθ’ ων η Αίτηση προωθούν ότι από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει πως η έρευνα που έγινε για την έκδοση αυτής ήταν ορθή και πλήρης με τη συλλογή όλων των στοιχείων και τη διερεύνηση όλων των ουσιωδών παραμέτρων υπό το φως των όσων παρέθεσε ο Αιτητής.

 

Τέλος προωθούν πως οι ισχυρισμοί του Αιτητή δεν αποσείουν το βάρος απόδειξης, το οποίο ο ίδιος φέρει, τόσο ως προς τους λόγους ακυρώσεως που προωθεί με την προσφυγή, όσο και προς την ύπαρξη βάσιμου φόβου δίωξης.

 

Αξιολόγηση εκατέρωθεν ισχυρισμών

 

Αναφορικά με τη θέση του Αιτητή, ως αυτή προωθείται με την κατ' ισχυρισμό  έλλειψη δέουσας έρευνας επισημαίνεται ότι, το Δικαστήριο στα πλαίσια ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης, ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντας οργάνου και διαφέρει κατά περίπτωση.

 

Ως εκ τούτου, προσέγγισα το θέμα με βάση τα ενώπιόν μου στοιχεία και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου.

 

Σύμφωνα με τα όσα ο ίδιος κατέγραψε στην αίτησή του για διεθνή προστασία, εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του διότι δεχόταν απειλές κατά της ζωής του από τους αυτονομιστές μαχητές Ambazonians. Ανέφερε ότι, μετά τον θάνατο της μητέρας του, μετέβη στη Muea όπου διέμενε με τον πατέρα του, ο οποίος υπηρετούσε ως αστυνομικός. Στη συνέχεια, μέλη των Ambazonians δολοφόνησαν τον πατέρα του Αιτητή και απείλησαν τον ίδιο ότι όφειλε να ενταχθεί στις τάξεις τους, διαφορετικά θα προχωρούσαν στη θανάτωσή του και της οικογένειάς του. Υπό το βάρος των απειλών αυτών, ο Αιτητής εγκατέλειψε την περιοχή και κατέφυγε στη θεία του στη Βορειοδυτική Περιφέρεια, όπου εργάστηκε για κάποιο χρονικό διάστημα. Ωστόσο, εντοπίστηκε εκ νέου από κατασκόπους των Ambazonians, οι οποίοι τον απείλησαν εκ νέου. Κατόπιν τούτου, ο Αιτητής έλαβε την απόφαση να εγκαταλείψει το Καμερούν και να μεταβεί στη Δημοκρατία, αναζητώντας ασφάλεια και προοπτική για το μέλλον του (βλ. ερυθ. 1 δ.φ.).

 

Ακολούθως, κατά το κρίσιμο στάδιο της συνέντευξης, ο Αιτητής επιβεβαίωσε ότι είναι υπήκοος Καμερούν, γεννημένος στην περιοχή Loum της Douala της  Επαρχίας Littoral και κάτοικος της περιοχής Bonaberi της Douala κατά την αναχώρησή του από τη χώρα καταγωγής. Είναι Καθολικός Χριστιανός στο θρήσκευμα και, ως ο ίδιος ανέφερε, είναι άγαμος και άτεκνος. Ο γονείς του απεβίωσαν και δεν είχε αδέρφια, ενώ στο Καμερούν ζει η μητριά του και οι δύο κόρες της με τις οποίες δεν έχει επικοινωνία από το 2021. Ως προς το εκπαιδευτικό του υπόβαθρο δήλωσε πως είναι απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και πως ομιλεί την αγγλική. Αναφορικά με την επαγγελματική του εμπειρία δήλωσε ότι εργαζόταν ως πωλητής ρούχων και τροφίμων και υπάλληλος σε πλυντήριο αυτοκινήτων (βλ. ερυθ. 47-45 δ.φ.).

 

Αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησης δήλωσε ότι έφυγε από το Καμερούν εξαιτίας των απειλών κατά της ζωής του από τους αυτονομιστές μαχητές Ambazonians. Ο Αιτητής ανέφερε ότι διέμενε με τη μητέρα του μέχρι τον Μάρτιο του 2021, οπότε εκείνη απεβίωσε (βλ. ερυθ. 44 δ.φ.). Μετά τον θάνατό της, μετέβη στη Muea, όπου διέμεινε με τον πατέρα του, τη σύζυγο του πατέρα του και τις δύο θυγατέρες τους. Σύμφωνα με τα λεγόμενά του, η σχέση του με τη μητριά του ήταν προβληματική, καθώς εκείνη φέρεται να τον αντιλαμβανόταν ως απειλή σε σχέση με την πατρική περιουσία, λόγω του ότι ο ίδιος ήταν ο μοναδικός άρρεν απόγονος. Ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι η μητριά του ορισμένες φορές δεν του παρείχε φαγητό και γενικά δεν του συμπεριφερόταν καλά. Αντιθέτως, περιέγραψε τη σχέση του με τον πατέρα του ως πολύ καλή. Περαιτέρω, ανέφερε ότι ο πατέρας του του είχε αναθέσει τη διαχείριση του καταστήματός του, ενώ ο ίδιος απέφευγε να παραμένει στην οικία όταν ο πατέρας του απουσίαζε (βλ. ερυθ. 43 1Χ δ.φ.).

 

Ο Αιτητής ανέφερε ότι, σε κάποια χρονική στιγμή, ο πατέρας του ενεπλάκη σε ανταλλαγή πυρών με αυτονομιστές μαχητές Ambazonians, κατά την οποία απώλεσε τη ζωή του. Πρόσθεσε ότι, μετά τον θάνατο του πατέρα του, η συμπεριφορά της μητριάς του επιδεινώθηκε περαιτέρω, ισχυριζόμενος ότι τον κλείδωνε εκτός της οικίας και τον ανάγκαζε να διανυκτερεύει εκτός αυτής. Περαιτέρω, περιέγραψε περιστατικό που φέρεται να έλαβε χώρα περίπου δύο εβδομάδες μετά τον θάνατο του πατέρα του, κατά το οποίο άτομο που αυτοπροσδιορίστηκε ως μέλος των Ambazonians επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τη μητριά του, απειλώντας την, λόγω του ότι ο πατέρας του είχε φονεύσει μέλη της οργάνωσης. Σύμφωνα με τον Αιτητή, το εν λόγω άτομο της έθεσε προθεσμία μίας εβδομάδας να παραδώσει τον ίδιο προκειμένου να ενταχθεί στις δυνάμεις τους, άλλως απείλησε ότι θα απαγάγουν τις δύο θυγατέρες της και θα τη βιάσουν. Ο Αιτητής ανέφερε ότι η μητριά του αντέδρασε έντονα, φώναξε προς τους συνομιλητές της και τερμάτισε την κλήση.

 

Επιπλέον, δήλωσε ότι τρεις ημέρες αργότερα δέχθηκε νέα τηλεφωνική κλήση από διαφορετικό αριθμό, κατά την οποία της δόθηκε νέα, συντομότερη προθεσμία δύο ημερών για την παράδοση του Αιτητή. Τέλος, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι, περί τις 20 Οκτωβρίου 2021, παρατήρησε μεταβολή στη συμπεριφορά της μητριάς του, η οποία κατέστη, κατά τα λεγόμενά του, ασυνήθιστη, ιδίως μετά από επίσκεψη δύο ανδρών στην οικία, με τους οποίους εκείνη συνομίλησε χωρίς ο ίδιος να δύναται να αντιληφθεί το περιεχόμενο της συζήτησης. Πρόσθεσε ότι τον επόμενο μήνα, ήτοι τον Νοέμβριο, η μητριά του του ανέφερε ότι θα μετέβαινε με τις κόρες της στη Douala για ολιγοήμερη επίσκεψη σε φίλη της, πλην όμως δεν επέστρεψαν (βλ. ερυθ. 43 δ.φ.).

Top of Form

 

Bottom of Form

Ο Αιτητής ανέφερε ότι επιχείρησε να επικοινωνήσει με τη μητριά του για διάστημα τριών ημερών, χωρίς αποτέλεσμα. Στη συνέχεια, οι δύο άνδρες που είχε προηγουμένως δει να συνομιλούν μαζί της επισκέφθηκαν την οικία και του δήλωσαν ότι είναι δικηγόροι, ενημερώνοντάς τον ότι τόσο η οικία όσο και το κατάστημα είχαν πωληθεί και ότι όφειλε να τα εκκενώσει εντός δύο ημερών.

 

Ακολούθως, ο Αιτητής επικοινώνησε με θεία του στη Bamenda και μετέβη εκεί για να διαμείνει μαζί της, συνδράμοντας την στο εμπόριο τροφίμων. Κατά τα λεγόμενά του, περίπου μία εβδομάδα αργότερα, η θεία του τον ενημέρωσε ότι προσεγγίστηκε από μέλη των Ambazonians, τα οποία της ανέφεραν ότι ο νεαρός άνδρας που είχε εμφανιστεί στο κατάστημά της όφειλε να ενταχθεί στις δυνάμεις τους, καθότι, όπως ισχυρίστηκαν, όλοι οι άνδρες στην Bamenda έπρεπε να συμμετέχουν στον αγώνα τους. Μετά από δεύτερη προσέγγιση των εν λόγω προσώπων, η θεία του αποφάσισε να του παράσχει χρηματική βοήθεια και να διευκολύνει την αναχώρησή του προς την Κινσάσα.

 

Ο Αιτητής δήλωσε ότι, μετά την άφιξή του στην Κινσάσα, εργάστηκε σε διάφορα πλυντήρια αυτοκινήτων, έως ότου γνώρισε τον κ. Kenneth, πελάτη στο τελευταίο πλυντήριο όπου εργαζόταν, και ξεκίνησε να εργάζεται για αυτόν. Σύμφωνα με τον ίδιο, λόγω της αφοσίωσής του, ο εργοδότης του επιθυμούσε να τον στηρίξει, αναλαμβάνοντας τη διευθέτηση της συνέχισης των σπουδών του στο εξωτερικό. Προς τούτο, τον βοήθησε αρχικά να εκδώσει διαβατήριο και στη συνέχεια να ταξιδέψει με προορισμό τη Δημοκρατία. Επιπλέον, ανέφερε ότι, περίπου μία εβδομάδα πριν από την αναχώρησή του, επικοινώνησε με τη θεία του στο Καμερούν, η οποία τον ενημέρωσε ότι μέλη των Ambazonians πυρπόλησαν την οικία και το κατάστημά της, λόγω της μη συμμόρφωσής της με τις απαιτήσεις τους και της άρνησής της να τον παραδώσει (βλ. ερυθ. 42 και 41 δ.φ.).

 

Ερωτηθείς σχετικά με το τι εκτιμά ότι θα του συμβεί σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής απάντησε ότι δεν διαθέτει πλέον οικογενειακό ή υποστηρικτικό δίκτυο στο Καμερούν και ότι θα του ήταν εξαιρετικά δύσκολο να κρυφτεί. Πρόσθεσε ότι οι Ambazonians διαθέτουν, κατά τους ισχυρισμούς του, εκτεταμένο δίκτυο πληροφοριοδοτών και ότι θα μπορούσαν να τον εντοπίσουν οπουδήποτε, εξαναγκάζοντάς τον είτε να ενταχθεί στις τάξεις τους είτε θέτοντας σε κίνδυνο τη ζωή του. Ως αιτία των ανωτέρω, επικαλέστηκε τη δράση και τη φήμη του πατέρα του (βλ. ερυθ. 41 2Χ δ.φ.).

 

Τέλος, ο Αιτητής δήλωσε ότι εκτιμά πως τα μέλη των Ambazonians πληροφορήθηκαν την ταυτότητά του ως υιού του πατέρα του λόγω της έντονης φυσιογνωμικής τους ομοιότητας, καθώς και επειδή συνήθιζαν να μεταβαίνουν μαζί σε κατάστημα εστίασης πλησίον της περιοχής όπου ο πατέρας του εκτελούσε καθήκοντα περιπολίας. Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι ουδέποτε δέχθηκε άμεσες απειλές προσωπικά, αλλά μόνο έμμεσες μέσω της μητριάς και της θείας του. Επιπλέον, ανέφερε ότι οι αυτονομιστές στην περιοχή της θείας του δεν γνώριζαν τον πατέρα του, αλλά τον εντόπισαν στο κατάστημά της και, για τον λόγο αυτό, επιδίωξαν τη στρατολόγησή του. Τέλος, σημείωσε ότι πραγματοποιήθηκαν συνολικά δύο τηλεφωνικές κλήσεις προς τη μητριά του και ότι ουδέποτε προσεγγίστηκε ο ίδιος απευθείας (βλ. ερυθ. 40 δ.φ.).Top of Form

 

Bottom of Form

 

Ερωτηθείς σχετικά με τη δράση του πατέρα του, ο Αιτητής δήλωσε ότι εκείνος δραστηριοποιείτο στη συλλογή πληροφοριών για τους αυτονομιστές, προέβαινε στη σύλληψή τους και, κατά τους ισχυρισμούς του, στη θανάτωσή τους, επισημαίνοντας ότι είχε αποκτήσει σχετική φήμη τόσο στη Buea όσο και στη Douala. Διευκρίνισε ότι ο πατέρας του είχε εμπλακεί σε περιστατικά θανάτωσης αυτονομιστών μαχητών και πριν από τον θάνατό του, αναφέροντας ότι ο ίδιος γνώριζε τουλάχιστον ένα τέτοιο περιστατικό. Πρόσθεσε ότι δεν είναι σε θέση να γνωρίζει εάν ο πατέρας του είχε δεχθεί απειλές, καθότι διέμειναν μαζί για περιορισμένο χρονικό διάστημα (περίπου πέντε μήνες) και εκείνος δεν συνήθιζε να συζητά ζητήματα που άπτονταν της εργασίας του, πέραν γενικών συστάσεων προς τον ίδιο να επιδεικνύει προσοχή στις συναναστροφές του και ιδίως απέναντι στους Ambazonians, δεδομένου ότι αποτελούσε στόχο λόγω της ιδιότητάς του ως αστυνομικού (βλ. ερυθ. 39 1Χ δ.φ.).

 

Σε σχέση με τις απειλές που φέρεται να δέχθηκε η μητριά του, ο Αιτητής ανέφερε ότι ενημερώθηκε σχετικά από τις ετεροθαλείς αδελφές του, οι οποίες του μετέφεραν ότι μέλη των Ambazonians είχαν επικοινωνήσει τηλεφωνικώς με τη μητέρα τους σε δύο περιπτώσεις, ζητώντας να παραδοθεί ο Αιτητής προκειμένου να ενταχθεί στις δυνάμεις τους. Κατά τα λεγόμενά τους, το εν λόγω αίτημα συνδεόταν με πράξεις αντεκδίκησης για τους μαχητές που φέρεται να είχε σκοτώσει ο πατέρας του (βλ. ερυθ. 39 2Χ δ.φ.). Ο Αιτητής πρόσθεσε ότι δεν συζήτησε το ζήτημα με τη μητριά του, επικαλούμενος τη δυσχερή μεταξύ τους σχέση και την πεποίθησή του ότι εκείνη δεν θα τον ενημέρωνε σχετικά (βλ. ερυθ. 39 3Χ δ.φ.).

 

Αναφορικά με τον ρόλο του πατέρα του στην αστυνομία, ο Αιτητής δήλωσε ότι έφερε τον βαθμό του επιθεωρητή και ότι δεν ανήκε σε ειδικές μονάδες αντιμετώπισης των Ambazonians, αλλά στο τακτικό σώμα της αστυνομίας. Επιπλέον, ανέφερε ότι κατά τη συμπλοκή της 20ής Αυγούστου, στην οποία ενεπλάκη, ο πατέρας του φέρεται να θανάτωσε άγνωστο αριθμό μαχητών πριν χάσει τη ζωή του (βλ. ερυθ. 39 4Χ και 38 δ.φ.).

Ερωτηθείς περαιτέρω, ο Αιτητής διευκρίνισε ότι ο πατέρας του απεβίωσε στις 20 Αυγούστου 2021, ημέρα Τρίτη, και ότι η πρώτη τηλεφωνική επικοινωνία των Ambazonians προς τη μητριά του έλαβε χώρα περί τις 4 Σεπτεμβρίου, ενώ οι άνδρες που παρουσιάστηκαν ως δικηγόροι τον επισκέφθηκαν περί τις 20 Οκτωβρίου, ενημερώνοντάς τον ότι όφειλε να εκκενώσει την οικία. Στο σημείο αυτό, ο Λειτουργός επισήμανε στον Αιτητή ανακολουθία στους ισχυρισμούς του, καθότι προηγουμένως είχε δηλώσει ότι οι Ambazonians επικοινώνησαν με τη μητριά του περίπου μία εβδομάδα μετά τον θάνατο του πατέρα του, ενώ στη συνέχεια ανέφερε ως ημερομηνία την 4η Σεπτεμβρίου, και τον κάλεσε να παράσχει σχετικές διευκρινίσεις.

 

Σε απάντηση, ο Αιτητής ανέφερε ότι ο πατέρας του απεβίωσε στις 20.08.2021 και ότι η πρώτη επικοινωνία των Ambazonians πραγματοποιήθηκε περίπου μία εβδομάδα αργότερα, ενώ ακολούθησε δεύτερη επικοινωνία τρεις ημέρες μετά, σε χρονικό σημείο εντός του Σεπτεμβρίου 2021, χωρίς να είναι σε θέση να προσδιορίσει επακριβώς την ημερομηνία. Καταληκτικά, ο Αιτητής δήλωσε ότι η μητριά του δεν τον είχε ενημερώσει σχετικά με τις εν λόγω επικοινωνίες και ότι η συμπεριφορά της του φαινόταν ασυνήθιστη, αναφέροντας ότι τον απέστελλε συχνά εκτός οικίας για διάφορες εργασίες σε προχωρημένες ώρες της νύχτας. Πρόσθεσε, τέλος, ότι η μητριά του δεν γνώριζε πως οι θυγατέρες της τον είχαν ενημερώσει για τα ανωτέρω περιστατικά (βλ. ερυθ. 38 δ.φ.).

 

Top of Form

Bottom of Form

Αναφορικά με τις απειλές που φέρεται να δέχθηκε η θεία του, ο Αιτητής, ερωτηθείς σχετικά, δήλωσε ότι μέλη των Ambazonians επικοινώνησαν μαζί της δύο φορές κατά τον μήνα Νοέμβριο, ήτοι κατά τη δεύτερη εβδομάδα μετά την άφιξή του στη Bamenda. Εξήγησε ότι τα εν λόγω πρόσωπα ζήτησαν από τη θεία του να ενταχθεί στις δυνάμεις τους ο νεαρός άνδρας που εργαζόταν στο κατάστημά της (βλ. ερυθ. 38 δ.φ.). Περαιτέρω, ανέφερε ότι δεν διέθετε συγκεκριμένες πληροφορίες αναφορικά με τον τόπο συνάντησης, τον αριθμό των εμπλεκομένων προσώπων ή τον τρόπο με τον οποίο η θεία του τους αναγνώρισε ως μέλη των Ambazonians, προσθέτοντας ότι η παραμονή του μαζί της διήρκεσε συνολικά περίπου δύο εβδομάδες, προτού εκείνη του παράσχει χρηματική βοήθεια για την αναχώρησή του (βλ. ερυθ. 37 δ.φ.).

Ο Αιτητής περιέγραψε ότι, μετά την ενημέρωσή του για τις απειλές προς τη θεία του, διέκοψε την εργασία του, επικαλούμενος φόβο, καθώς, όπως ανέφερε, είχε ακούσει για παρόμοια περιστατικά και στη Νοτιοδυτική Περιφέρεια. Επιπλέον, δήλωσε ότι η θεία του τον συμβούλευσε να μην ενταχθεί στις τάξεις των Ambazonians, επισημαίνοντάς του ότι σε μια τέτοια περίπτωση δεν θα μπορούσε να αποχωρήσει στο μέλλον και ότι οποιαδήποτε απόπειρα διαφυγής θα έθετε σε κίνδυνο τη ζωή του (βλ. ερυθ. 37 και 36 δ.φ.).

 

Περαιτέρω, ο Αιτητής δήλωσε ρητά ότι δεν δέχθηκε ο ίδιος άμεσες απειλές από τους Ambazonians, αλλά μόνο έμμεσα μέσω τρίτων προσώπων. Υποστήριξε ότι τα μέλη της οργάνωσης γνωρίζουν την ταυτότητά του λόγω της ιδιότητας του πατέρα του, καθώς και μέσω πληροφοριών που λαμβάνουν από γείτονες και δίκτυα πληροφοριοδοτών. Πρόσθεσε ότι η αναχώρησή του από τη χώρα συνδέεται και με την πρόθεση του εργοδότη του, κ. Kenneth, να τον στηρίξει και να τον βοηθήσει να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό (βλ. ερυθ. 36 δ.φ.).

 

Τέλος, ερωτηθείς κατά πόσο θα μπορούσε να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του και να μετεγκατασταθεί με ασφάλεια στη Douala, ο Αιτητής απάντησε αρνητικά, υποστηρίζοντας ότι οι Ambazonians διαθέτουν εκτεταμένο δίκτυο πληροφοριοδοτών και ότι θα μπορούσαν να τον εντοπίσουν, ιδίως λόγω της, κατά τους ισχυρισμούς του, επιθυμίας τους για αντεκδίκηση έναντι του πατέρα του, ο οποίος υπηρετούσε στην αστυνομία (βλ. ερυθ. 36 δ.φ.).

 

Προσκομισθέντα Έγγραφα

Ο Αιτητής κατά τη συνέντευξη ασύλου προσκόμισε τα ακόλουθα έγγραφα:

  • Πρωτότυπο πιστοποιητικό γεννήσεως (βλ. ερυθ. 30 δ.φ.)
  • Φωτογραφία του ιδίου στο εμπορικό κατάστημα όπου εργαζόταν (βλ. ερυθ. 31 δ.φ.)
  • Φωτογραφία του πατέρα του (βλ. ερυθ. 32 δ.φ.)
  • Φωτογραφία της μητέρας του (βλ. ερυθ. 33 δ.φ.)
  • Φωτογραφία του σπιτιού της θείας του να καίγεται (βλ. ερυθ. 34 δ.φ.)

 

 

 

Η εκτίμηση των Καθ’ ων η αίτηση

 

Προχωρώντας στην αξιολόγηση που διενεργήθηκε, επί των όσων ο Αιτητής παρέθεσε κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του από τους Καθ' ων η αίτηση, διαφαίνεται ότι ο Λειτουργός εντόπισε και εξέτασε τρεις ισχυρισμούς:

 

Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός αφορούσε την ταυτότητα, το προφίλ και τον τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής του Αιτητή και έγινε αποδεκτός. Ως τελευταίος τόπος διαμονής του Αιτητή στη χώρα καταγωγής κρίθηκε η Douala της Littoral Region του Καμερούν.

 

Ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός αφορούσε τις ισχυριζόμενες απειλές τις οποίες δέχτηκε η μητριά του Αιτητή για να ενταχθεί ο ίδιος στις δυνάμεις των αυτονομιστών, εξαιτίας του πατέρα του ο οποίος ήταν αστυνομικός και είχε σκοτώσει αυτονομιστές μαχητές. Ο Λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής παρείχε γενικές και αόριστες απαντήσεις στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν αναφορικά με τις απειλές που φέρεται να δέχθηκε. Ειδικότερα, επεσήμανε ότι ο Αιτητής δήλωσε πως δεν διερεύνησε το ζήτημα με τη μητριά του, γεγονός που, κατά την κρίση του Λειτουργού, δεν συνάδει με την αναμενόμενη συμπεριφορά, λαμβανομένης υπόψη της σοβαρότητας των απειλών και του ότι διέμεναν στην ίδια οικία, ανεξαρτήτως της μεταξύ τους δυσχερούς σχέσης.

 

Περαιτέρω, ο Λειτουργός έκρινε ότι οι δηλώσεις του Αιτητή σχετικά με τις δραστηριότητες του πατέρα του στο πλαίσιο της αστυνομικής του ιδιότητας δεν χαρακτηρίζονταν από επαρκή σαφήνεια και λεπτομέρεια. Συναφώς, θεώρησε ότι ο Αιτητής θα ανέμενε κανείς να διαθέτει πληρέστερη γνώση των εν λόγω δραστηριοτήτων, ιδίως δεδομένου ότι ο ίδιος ανέφερε πως υπήρχαν μεταξύ τους συζητήσεις σχετικές με τους Ambazonians. Επιπλέον, ο Λειτουργός επισήμανε ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παράσχει επαρκείς και συγκεκριμένες πληροφορίες αναφορικά με τις απειλές που φέρεται να στρέφονταν προσωπικά εναντίον του, λόγω των ενεργειών του αποβιώσαντος πατέρα του.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, ο Λειτουργός αναφέρθηκε αρχικά στις φωτογραφίες των γονέων του Αιτητή που υποβλήθηκαν, καταλήγοντας ότι δεν προσδίδουν ουσιαστική αποδεικτική αξία σε σχέση με τον εξεταζόμενο ισχυρισμό. Στη συνέχεια, επικαλούμενος πληροφορίες από εξωτερικές πηγές, σημείωσε ότι δεν εντοπίστηκαν στοιχεία που να επιβεβαιώνουν πρακτικές αναγκαστικής στρατολόγησης ενηλίκων από τους αυτονομιστές Ambazonians, και, βάσει των ανωτέρω, προέβη σε απόρριψη του ουσιώδους ισχυρισμού.

 

Ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός αφορούσε τις ισχυριζόμενες απειλές τις οποίες δέχτηκε η θεία του Αιτητή για να αναγκάσουν τον Αιτητή να φύγει από τον τόπο εργασίας και κατοικίας του, μετά από την αναχώρηση του οποίου κάψανε το σπίτι και το κατάστημα της θείας του. Ο Λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής απάντησε με γενικό και αόριστο τρόπο στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν αναφορικά με το περιστατικό κατά το οποίο οι αυτονομιστές προσέγγισαν για πρώτη φορά τη θεία του. Συγκεκριμένα, επεσήμανε ότι ο Αιτητής περιορίστηκε να αναφέρει πως οι αυτονομιστές επιθυμούσαν να τον εντάξουν στις τάξεις τους, επικαλούμενοι ότι όλοι οι άνδρες στη Bamenda οφείλουν να συμμετέχουν, χωρίς να παράσχει περαιτέρω ουσιώδεις λεπτομέρειες. Περαιτέρω, ο Λειτουργός σημείωσε ότι, ακόμη και κατόπιν διευκρινιστικής ερώτησης, ο Αιτητής επανέλαβε τον ίδιο ισχυρισμό, χωρίς να εμπλουτίσει την απάντησή του με συγκεκριμένα στοιχεία, γεγονός που ενίσχυσε την κρίση περί αοριστίας των δηλώσεών του.

 

Επιπλέον, επισημάνθηκε ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παράσχει πληροφορίες σχετικά με τον τόπο και τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η προσέγγιση της θείας του, ούτε για τον αριθμό των εμπλεκομένων προσώπων, αναφέροντας απλώς ότι εκείνη βρισκόταν εκτός οικίας, χωρίς να γνωρίζει το ακριβές σημείο. Κατά την εκτίμηση του Λειτουργού, ο Αιτητής θα ανέμενε κανείς να είναι σε θέση να παράσχει περισσότερες και συγκεκριμένες πληροφορίες αναφορικά με ένα γεγονός τέτοιας σημασίας.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, ο Λειτουργός καταρχάς αναφέρθηκε στις φυτογραφίες του ιδίου και ενός οικήματος το οποίο καίγεται τις οποίες υπέβαλε ο Αιτητής, καταλήγοντας ότι δεν σχετίζονται με τον ουσιώδη ισχυρισμό. Στη συνέχεια ο Λειτουργός παρέθεσε πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, με βάση τις οποίες οι αυτονομιστές μαχητές Ambazonians στοχοποιούν πολίτες, όμως καθώς δε θεμελιώθηκε η εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού του Αιτητή, ο ουσιώδης ισχυρισμός απορρίφθηκε στο σύνολό του.

 

Εν συνεχεία, στο πλαίσιο της αξιολόγησης κινδύνου, ενόψει του ισχυρισμού, ο οποίος έγινε αποδεκτός, ήτοι των προσωπικών στοιχείων του Αιτητή, ο Λειτουργός έκρινε, αφού έλαβε υπόψη τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή και την κατάσταση ασφαλείας στην επαρχία Littoral του Καμερούν, ότι δε συντρέχει εύλογη πιθανότητα να αντιμετωπίσει δίωξη ή κίνδυνο σοβαρής βλάβης, σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής του και στον τόπο συνήθους διαμονής του την Douala.

 

Ακολούθως, κατά τη νομική ανάλυση κρίθηκε πως δεν προκύπτει βάσιμος φόβος δίωξης βάσει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, αλλά ούτε και πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης στο πλαίσιο του άρθρου 19 του Περί Προσφύγων Νόμου. Ειδικότερα, κατά την αξιολόγηση των προϋποθέσεων του άρθρου 19 (2) (α) και (β) του Περί Προσφύγων Νόμου, κρίθηκε πως ο Αιτητής κατά την επιστροφή του στο Καμερούν, δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας. Κατά την αξιολόγηση των προϋποθέσεων του άρθρου 19 (2) (γ) του Περί Προσφύγων Νόμου, ο λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Αιτητής δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης σε περίπτωση επιστροφής του στον τόπο συνήθους διαμονής του, την Yaounde της επαρχίας Central του Καμερούν.

 

Επισημαίνεται ότι η αναφορά στην πόλη Yaoundé είναι προδήλως εσφαλμένη και οφείλεται σε εκ παραδρομής καταγραφή. Ωστόσο, λαμβανομένου υπόψη ότι, στο πλαίσιο της εκτίμησης κινδύνου, ο Λειτουργός αξιολόγησε την κατάσταση ασφαλείας στην πόλη Douala (βλ. ερ. 63), η εν λόγω ανακρίβεια δεν επηρεάζει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης.

 

Η εκτίμηση του Δικαστηρίου

 

Αξιολογώντας τα όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν, υπό το φως των νομοθετημένων προνοιών και μελετώντας επισταμένως τόσο την Εισηγητική Έκθεση του Λειτουργού όσο και τους ισχυρισμούς του Αιτητή, καταλήγω στα ακόλουθα:

 

Αρχικά, συντάσσομαι με την κρίση των Καθ’ ων η αίτηση ως προς την αποδοχή του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού, ο οποίος αφορά την ταυτότητα, την ιθαγένεια, το προσωπικό προφίλ και τον τόπο καταγωγής/συνήθους διαμονής του Αιτητή. Οι δηλώσεις του Αιτητή ως προς τα στοιχεία αυτά κρίνονται, στον πυρήνα τους, σαφείς, συνεκτικές και επαρκώς λεπτομερείς. Ο Αιτητής δήλωσε σταθερά ότι είναι υπήκοος Καμερούν, γεννημένος στην περιοχή Loum, ότι διέμενε κατά την αναχώρησή του στην Douala, και ειδικότερα στην περιοχή Bonaberi, ενώ παρείχε βασικά στοιχεία αναφορικά με το θρήσκευμα, την οικογενειακή του κατάσταση, το μορφωτικό του επίπεδο και την επαγγελματική του εμπειρία.

 

Περαιτέρω, τα ως άνω στοιχεία δεν παρουσιάζουν ουσιώδεις αντιφάσεις ή κενά ικανά να πλήξουν την αξιοπιστία του συγκεκριμένου ισχυρισμού. Αντιθέτως, πρόκειται για πληροφορίες που παρατίθενται με επάρκεια και συνέπεια, ενώ υποστηρίζονται και από το προσκομισθέν πιστοποιητικό γεννήσεως. Ως εκ τούτου, ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός δύναται να γίνει αποδεκτός, με τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή την Douala της επαρχίας Littoral του Καμερούν.

 

Αναφορικά με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, ήτοι τις κατ’ ισχυρισμό απειλές που δέχθηκε η μητριά του Αιτητή από μέλη των Ambazonians, προκειμένου ο ίδιος να ενταχθεί στις δυνάμεις τους λόγω της δράσης του πατέρα του ως αστυνομικού, συντάσσομαι με την απορριπτική κρίση των Καθ’ ων η αίτηση. Οι δηλώσεις του Αιτητή επί του σημείου αυτού δεν κρίνονται επαρκώς σαφείς, συνεκτικές και ευλογοφανείς.

 

Ειδικότερα, ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παράσχει επαρκείς και συγκεκριμένες πληροφορίες αναφορικά με τις φερόμενες απειλές. Αν και οι απειλές, κατά τους ισχυρισμούς του, ήταν εξαιρετικά σοβαρές και στρέφονταν εμμέσως αλλά σαφώς κατά της ίδιας της ζωής του, ο ίδιος δήλωσε ότι δεν συζήτησε το ζήτημα με τη μητριά του, παρότι διέμεναν στην ίδια οικία. Η εξήγησή του ότι η σχέση τους ήταν κακή και ότι δεν πίστευε πως εκείνη θα τον ενημέρωνε δεν κρίνεται επαρκής, ιδίως λαμβανομένης υπόψη της σοβαρότητας του επικαλούμενου κινδύνου.

 

Περαιτέρω, ο Αιτητής φαίνεται να στηρίζει τον ισχυρισμό του κυρίως σε πληροφορίες που, κατά τα λεγόμενά του, έλαβε από τις ετεροθαλείς αδελφές του, χωρίς να έχει ο ίδιος άμεση γνώση των τηλεφωνικών απειλών. Ο ίδιος μάλιστα δήλωσε ρητά ότι ουδέποτε προσεγγίστηκε προσωπικά από τους Ambazonians και ότι οι απειλές διαβιβάστηκαν αποκλειστικά μέσω τρίτων προσώπων. Το στοιχείο αυτό, χωρίς να αποκλείει αφ’ εαυτού την ύπαρξη κινδύνου, καθιστά αναγκαία την παροχή πιο συγκεκριμένων και πειστικών λεπτομερειών, οι οποίες εν προκειμένω απουσιάζουν.

 

Επιπλέον, εντοπίζονται ασάφειες και ανακολουθίες ως προς το χρονικό πλαίσιο των φερόμενων απειλών. Ο Αιτητής αρχικώς ανέφερε ότι η πρώτη επικοινωνία των Ambazonians με τη μητριά του έλαβε χώρα περίπου μία ή δύο εβδομάδες μετά τον θάνατο του πατέρα του, ενώ στη συνέχεια αναφέρθηκε στην 4η Σεπτεμβρίου 2021 και, κατόπιν σχετικής επισήμανσης του Λειτουργού, δήλωσε ότι δεν θυμόταν την ακριβή ημερομηνία. Η εξήγηση αυτή δεν αίρει πλήρως την ασάφεια, ιδίως δεδομένου ότι τα γεγονότα αυτά παρουσιάζονται ως κομβικά για την αναχώρησή του από την οικία και, εν τέλει, από τη χώρα καταγωγής του.

 

Περαιτέρω, οι δηλώσεις του σχετικά με τη δράση του πατέρα του ως αστυνομικού παραμένουν γενικές. Ο Αιτητής ανέφερε ότι ο πατέρας του συνέλεγε πληροφορίες, συνελάμβανε και σκότωνε αυτονομιστές, καθώς και ότι είχε αποκτήσει φήμη στη Buea και στη Douala. Ωστόσο, δεν ήταν σε θέση να παραθέσει συγκεκριμένες πληροφορίες για τη δράση αυτή, πέραν γενικών αναφορών, ούτε να τεκμηριώσει με σαφήνεια πώς και γιατί οι Ambazonians θα τον στοχοποιούσαν προσωπικά ως μέσο αντεκδίκησης. Η περιορισμένη χρονική συμβίωση με τον πατέρα του δύναται να εξηγήσει εν μέρει την έλλειψη γνώσης, πλην όμως δεν αίρει την ανάγκη ο ισχυρισμός να παρουσιάζεται με στοιχειώδη συνοχή και επαρκή πραγματολογική βάση.

 

Ιδίως, ο Αιτητής δεν παρείχε πειστική και συγκεκριμένη εξήγηση ως προς τον τρόπο με τον οποίο οι Ambazonians τον ταυτοποίησαν ως υιό του πατέρα του. Η αναφορά του σε φυσιογνωμική ομοιότητα, κοινές μεταβάσεις σε μπαρ και γενικόλογη ύπαρξη γειτόνων ή πληροφοριοδοτών παραμένει αόριστη και δεν επαρκεί, από μόνη της, για να θεμελιώσει την εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού περί προσωπικής στοχοποίησης.

 

Σημαντικό είναι επίσης ότι, παρά την κατ’ ισχυρισμό σοβαρότητα των απειλών, οι Ambazonians δεν προσέγγισαν ποτέ τον ίδιο άμεσα, ούτε προκύπτει από την αφήγησή του ότι υπέστη οποιαδήποτε προσωπική επίθεση ή απόπειρα εντοπισμού του κατά το διάστημα που παρέμεινε στη Muea. Η απουσία άμεσης επαφής δεν είναι καθοριστική από μόνη της, πλην όμως, σε συνδυασμό με την έλλειψη συγκεκριμένων λεπτομερειών και τις ασάφειες ως προς το χρονικό των γεγονότων, αποδυναμώνει την εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού.

 

Συνεπώς, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν δύναται να γίνει αποδεκτός, καθότι οι δηλώσεις του Αιτητή χαρακτηρίζονται από γενικότητα, ελλιπή λεπτομέρεια, περιορισμένη προσωπική γνώση, ασάφειες ως προς τη χρονική αλληλουχία και ανεπαρκή ευλογοφάνεια ως προς την προσωπική στοχοποίησή του λόγω της δράσης του πατέρα του.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού αυτού, το Δικαστήριο προχώρησε σε έρευνα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης από τις οποίες εντόπισε τα  ακόλουθα:

 

·                Αναφορικά με τις απαγωγές / συλλήψεις που διαπράττονται από τους Ambazonians, οι συνεχιζόμενες συγκρούσεις μεταξύ ενόπλων ομάδων και κυβερνητικών δυνάμεων σε όλες τις Αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν επηρέασαν σοβαρά τους αμάχους, με περιπτώσεις παράνομων δολοφονιών, απαγωγών και επιδρομών σε χωριά να αυξάνονται κατά το δεύτερο εξάμηνο του έτους 2023, σύμφωνα με την πιο πρόσφατη αναφορά του Παρατηρητηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Human Rights Watch) για το Καμερούν η οποία εκδόθηκε τον Ιανουάριο του 2024.[1]

·                Ρητή και λεπτομερής τεκμηρίωση της αναγκαστικής στρατολόγησης νέων ανδρών απαντάται στην έκθεση Global Protection Cluster Protection Analysis Update η οποία εκδόθηκε το Μάρτιο του 2025 από την UNHCR και τους εταίρους της. Σύμφωνα με την έκθεση οι αυτονομιστές μαχητές παρενοχλούν συνεχώς τους νέους με σκοπό να τους στρατολογήσουν βίαια ως μαχητές. Οι νέοι θεωρούνται κύριοι ύποπτοι (συχνά χωρίς αποδείξεις) για την τέλεση εγκληματικών δραστηριοτήτων εντός των κοινοτήτων και τίθενται έτσι σε πολύ επισφαλή θέση[2]. Η ίδια έκθεση προσδιορίζει τους νέους άνδρες ηλικίας 18–25 ετών ως ιδιαίτερα ευάλωτη δημογραφική ομάδα και εκτεθειμένη προς κακοποίηση τόσο από τις κυβερνητικές δυνάμεις όσο και από τους αυτονομιστές[3].

 

Από τις διαθέσιμες πληροφορίες προκύπτει μεν ότι οι Ambazonians εμπλέκονται σε πράξεις βίας κατά αμάχων, ωστόσο δεν προκύπτουν συγκεκριμένα στοιχεία που να τεκμηριώνουν πρακτικές στοχευμένης αντεκδίκησης κατά συγγενών μελών των δυνάμεων ασφαλείας, μέσω απειλών με σκοπό την εξαναγκαστική στρατολόγηση. Ειδικότερα, δεν αναδεικνύεται ως συστηματική πρακτική η απαίτηση παράδοσης συγγενών προσώπων ως μορφή αντιποίνων για προηγούμενες ενέργειες κρατικών λειτουργών. Συνεπώς, το ειδικό και εξατομικευμένο στοιχείο του ισχυρισμού του Αιτητή, δηλαδή η στοχοποίησή του λόγω του πατέρα του, δεν επιβεβαιώνεται από τις εξωτερικές πηγές και παραμένει ανυποστήρικτο.

 

Ως προς τις προσκομισθείσες φωτογραφίες του πατέρα και της μητέρας του Αιτητή, καθώς και η φωτογραφία του ιδίου στο εμπορικό κατάστημα, δεν δύνανται να τεκμηριώσουν τους ουσιώδεις ισχυρισμούς περί απειλών ή προσωπικής στοχοποίησής του από τους Ambazonians. Ομοίως, η φωτογραφία οικήματος το οποίο φέρεται να καίγεται δεν συνοδεύεται από στοιχεία ικανά να επιβεβαιώσουν τον τόπο, τον χρόνο, τις συνθήκες του περιστατικού ή τη σύνδεσή του με τον Αιτητή και τις κατ’ ισχυρισμό απειλές προς τη θεία του. Ως εκ τούτου, τα εν λόγω έγγραφα/τεκμήρια δεν μεταβάλλουν την ανωτέρω κρίση περί έλλειψης αξιοπιστίας του ισχυρισμού αυτού.

 

Ενόψει των πιο πάνω, ο δεύτερος ισχυρισμός του Αιτητή απορρίπτεται ως εσωτερικά και εξωτερικά αναξιόπιστος.

 

Αναφορικά με τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό, ήτοι τις κατ’ ισχυρισμό απειλές που δέχθηκε η θεία του Αιτητή από μέλη των Ambazonians, καθώς και τα επακόλουθα γεγονότα που οδήγησαν στην αναχώρησή του από τον τόπο διαμονής του και εν τέλει από τη χώρα καταγωγής του, συντάσσομαι με την απορριπτική κρίση των Καθ’ ων η αίτηση, καθότι οι σχετικές δηλώσεις του Αιτητή δεν πληρούν τα απαιτούμενα κριτήρια εσωτερικής αξιοπιστίας.

 

Ειδικότερα, ο Αιτητής παρείχε γενικές και αόριστες περιγραφές ως προς το βασικό περιστατικό προσέγγισης της θείας του από τους αυτονομιστές. Περιορίστηκε να αναφέρει ότι τα εν λόγω πρόσωπα της ζήτησαν να ενταχθεί στις τάξεις τους «ο νεαρός άνδρας που εργαζόταν στο κατάστημά της», επικαλούμενοι ότι όλοι οι άνδρες στην περιοχή Bamenda οφείλουν να συμμετέχουν στον αγώνα τους, χωρίς να παραθέσει περαιτέρω ουσιώδεις λεπτομέρειες ως προς το περιεχόμενο των απειλών ή τις συγκεκριμένες περιστάσεις υπό τις οποίες αυτές διατυπώθηκαν.

 

Περαιτέρω, ακόμη και κατόπιν διευκρινιστικών ερωτήσεων, ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να εμπλουτίσει την αφήγησή του με συγκεκριμένα στοιχεία, επαναλαμβάνοντας ουσιαστικά τον ίδιο γενικό ισχυρισμό. Η αδυναμία αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία, δεδομένου ότι πρόκειται για γεγονός το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του, αποτέλεσε καθοριστικό λόγο για τη διακοπή της εργασίας του και την άμεση αναχώρησή του από τον τόπο διαμονής του.

 

Επιπλέον, ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παράσχει πληροφορίες σχετικά με κρίσιμες παραμέτρους του περιστατικού, όπως ο ακριβής τόπος συνάντησης της θείας του με τους φερόμενους αυτονομιστές, ο αριθμός των εμπλεκομένων προσώπων ή ο τρόπος με τον οποίο εκείνη τους αναγνώρισε ως μέλη των Ambazonians. Η αναφορά του ότι η θεία του «βρισκόταν έξω» χωρίς να γνωρίζει το πού ακριβώς, δεν συνάδει με την αναμενόμενη γνώση που θα είχε κάποιος για ένα γεγονός τέτοιας σοβαρότητας, ιδίως όταν αυτό αποτέλεσε το έναυσμα για την άμεση φυγή του.

 

Σημειώνεται επίσης ότι ο Αιτητής διέμεινε με τη θεία του για ιδιαίτερα σύντομο χρονικό διάστημα (περίπου δύο εβδομάδες), γεγονός που, σε συνδυασμό με την περιορισμένη και αόριστη πληροφόρηση που επικαλείται, δεν επιτρέπει τη διαμόρφωση μιας συνεκτικής και πειστικής εικόνας περί στοχευμένης και συστηματικής αναζήτησής του από τους αυτονομιστές.

 

Περαιτέρω, ο ισχυρισμός περί πυρπόλησης της οικίας και του καταστήματος της θείας του διατυπώνεται επίσης χωρίς συγκεκριμένα στοιχεία ως προς τον χρόνο, τις συνθήκες ή τον τρόπο με τον οποίο συνδέεται το περιστατικό αυτό με την άρνηση παράδοσης του Αιτητή. Ο Αιτητής στηρίζεται αποκλειστικά σε πληροφορία που έλαβε τηλεφωνικώς από τη θεία του, χωρίς να είναι σε θέση να παράσχει οποιαδήποτε επιπρόσθετη λεπτομέρεια ή να τεκμηριώσει την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ των γεγονότων.

 

Επιπλέον, ο ίδιος δήλωσε ρητά ότι ουδέποτε δέχθηκε άμεσες απειλές από τους Ambazonians, αλλά μόνο έμμεσα μέσω τρίτων προσώπων, στοιχείο το οποίο, σε συνδυασμό με τις ανωτέρω ασάφειες και την έλλειψη συγκεκριμένων περιστατικών προσωπικής στοχοποίησης, αποδυναμώνει περαιτέρω την αξιοπιστία του ισχυρισμού.

 

Συνεπώς, λαμβανομένων υπόψη της γενικότητας των δηλώσεων, της έλλειψης ουσιωδών λεπτομερειών, της περιορισμένης προσωπικής γνώσης του Αιτητή, καθώς και της απουσίας σαφούς και συνεκτικής χρονικής και πραγματολογικής αλληλουχίας, ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός δεν δύναται να γίνει αποδεκτός, καθότι δεν πληροί τα κριτήρια εσωτερικής αξιοπιστίας.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού αυτού, οι διαθέσιμες πληροφορίες χώρας καταγωγής -ως αυτές παρατέθηκαν στο πλαίσιο αξιολόγησης του δεύτερου ισχυρισμού του Αιτητή- καταδεικνύουν ότι οι αυτονομιστικές ομάδες προβαίνουν σε απαγωγές, επιθέσεις κατά αμάχων και επιδρομές σε οικισμούς, ενώ τεκμηριώνεται και η άσκηση πίεσης ή και βίαιης στρατολόγησης νεαρών ανδρών, ιδίως σε περιοχές των Αγγλόφωνων περιφερειών. Ως εκ τούτου, ο γενικός πυρήνας του ισχυρισμού, δηλαδή η πιθανότητα παρενόχλησης ή πίεσης προς ένταξη νεαρών ανδρών στις ένοπλες ομάδες, συνάδει με τις εξωτερικές πληροφορίες.

 

Ωστόσο, η εξωτερική αυτή επιβεβαίωση αφορά το γενικό πλαίσιο και όχι τα ειδικά περιστατικά όπως περιγράφονται από τον Αιτητή. Δηλαδή, δεν δύναται να επιβεβαιωθεί ειδικώς ότι τα γεγονότα έλαβαν χώρα υπό τις ακριβείς περιστάσεις που περιγράφει ή ότι ο ίδιος αποτέλεσε προσωπικό στόχο. Συνεπώς, ενώ ο τρίτος ισχυρισμός εμφανίζει συμβατότητα με το γενικό προφίλ κινδύνου που προκύπτει από τις εξωτερικές πηγές, η τελική αξιολόγησή του εξακολουθεί να εξαρτάται καθοριστικά από την εσωτερική αξιοπιστία του Αιτητή, η οποία, όπως έχει ήδη αναλυθεί, δεν κρίνεται επαρκής.

 

Κατά τούτο, ούτε ο τρίτος ισχυρισμός του Αιτητή δύναται να γίνει αποδεκτός και συνεπώς απορρίπτεται.

 

Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνω ότι οι Καθ’ ων η αίτηση προέβησαν σε επαρκή και δέουσα έρευνα των ουσιωδών πτυχών της υπόθεσης. Από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου προκύπτει ότι ο Λειτουργός εντόπισε τους κρίσιμους ισχυρισμούς του Αιτητή, υπέβαλε σχετικές και επαρκείς ερωτήσεις προς διερεύνησή τους, αξιολόγησε τόσο την εσωτερική όσο και την εξωτερική τους αξιοπιστία και συνεκτίμησε τα προσκομισθέντα έγγραφα. Το γεγονός ότι το Δικαστήριο προέβη σε συμπληρωματική έρευνα επί επικαιροποιημένων πληροφοριών χώρας καταγωγής δεν αναιρεί τη νομιμότητα της διοικητικής έρευνας, αλλά εντάσσεται στο πλαίσιο της πλήρους και εξ υπαρχής εξέτασης της υπόθεσης από το παρόν Δικαστήριο. Συνεπώς, ο προβαλλόμενος λόγος ακυρώσεως περί έλλειψης δέουσας έρευνας απορρίπτεται ως αβάσιμος.

 

Νομική αξιολόγηση υπό το φως των αποδεκτών ισχυρισμών

 

Υπό το φως των προλεχθέντων και των ισχυρισμών του Αιτητή που έχουν γίνει αποδεκτοί από το παρόν Δικαστήριο, κρίνω ότι δεν δικαιολογείται η υπαγωγή του Αιτητή στο καθεστώς του πρόσφυγα, καθώς δεν διαπιστώνονται δείκτες κινδύνου έναντι της ζωής του, σε περίπτωση επιστροφής του στο Καμερούν, ιδιαιτέρως υπό τον ορισμό και προϋποθέσεις του προφίλ του πρόσφυγα, άρθρο 1Α της Συνθήκης της Γενεύης και άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Ως εκ τούτου, απομένει να εξεταστεί το κατά πόσο υπάρχει δυνατότητα υπαγωγής της στο καθεστώς της επικουρικής προστασίας, ή αλλιώς συμπληρωματικής προστασίας, σύμφωνα με το άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου. Το άρθρο 19(1) προβλέπει ότι επικουρική προστασία αναγνωρίζεται σε αιτητή, ο οποίος, μολονότι δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 3, αντιμετωπίζει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.

 

Η έννοια της «σοβαρής βλάβης» περιορίζεται εξαντλητικά στις περιπτώσεις του άρθρου 19(2), ήτοι στη θανατική ποινή ή εκτέλεση, στα βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, και στη σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου λόγω αδιάκριτης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.

 

Λαμβάνοντας υπόψη τα πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση υπόθεσης, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των περιπτώσεων (α) και (β) του άρθρου 19(2). Συνεπώς, εξετάζεται αποκλειστικά η εφαρμογή της περίπτωσης (γ).

 

Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για την εκτίμηση της ύπαρξης αδιάκριτης βίας λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, η ένταση και η διάρκεια της ένοπλης σύρραξης, ο βαθμός οργάνωσης των εμπλεκομένων δυνάμεων, η γεωγραφική έκταση της βίας, καθώς και η ύπαρξη επιθέσεων κατά αμάχων (βλ. απόφαση ΔΕΕ, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland[4]). Περαιτέρω, όπως έχει κριθεί στην υπόθεση Meki Elgafaji, Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie[5] η σοβαρή και προσωπική απειλή κατά την έννοια του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ προϋποθέτει εξαιρετική κατάσταση, στην οποία το επίπεδο της αδιάκριτης βίας είναι τόσο υψηλό ώστε η απλή παρουσία του αμάχου στην οικεία περιοχή να συνεπάγεται πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.

 

Στη βάση της νομολογίας αυτής, προς τον σκοπό εξέτασης των προϋποθέσεων που διαλαμβάνει το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ως αυτός ενσωματώνει το άρθρο 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ[6] και λαμβάνοντας υπόψη ότι έχει παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα από την πρωτοβάθμια εξέταση της αίτησης του Αιτητή, προχώρησα σε έρευνα σε διεθνείς πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, ήτοι την πόλη Douala, της περιφέρειας Littoral του Καμερούν.  

 

·           Ως προς την εξέλιξη της κρίσης στο Καμερούν μέσα στα χρόνια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανέφερε σε δημοσίευση του Απριλίου του 2025 ότι η κατάσταση ασφαλείας στις περιοχές που πλήττονται από συγκρούσεις παρουσίασε ανησυχητική επιδείνωση, με σημαντική αύξηση των περιστατικών βίας τα τελευταία έτη.[7],[8],[9]

 

·           Σύμφωνα με το Protection Monitoring Update για το πρώτο τρίμηνο (Ιανουάριος-Μάρτιος) του 2025 του Global Protection Cluster[10] κατά το πρώτο τρίμηνο του 2025, «η ασφάλεια και η απόλαυση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στις περιοχές Northwest (NW) και Southwest (SW) διαταράχθηκε από την αυξημένη χρήση αυτοσχέδιων εκρηκτικών μηχανισμών (IEDs) από Μη Κρατικές Ένοπλες Ομάδες (NSAGs), καθώς και από παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως απαγωγές με σκοπό την καταβολή λύτρων, αυθαίρετες συλλήψεις και κρατήσεις, και κλοπές ή καταστροφή προσωπικής περιουσίας».[11]

 

·           Έτερες πηγές επιβεβαιώνουν ότι η βία εμφανίζεται εντονότερη στις περιοχές Northwest και Southwest, ιδίως σε πόλεις όπως η Bamenda, όπου καταγράφονται τακτικά εκρήξεις, επιθέσεις αντιποίνων και απαγωγές, ενώ η δραστηριότητα των αυτονομιστών είναι εντονότερη σε αγροτικές και απομακρυσμένες περιοχές.[12],[13],[14], [15],[16],[17]

 

·           Περαιτέρω, από την πιο επίκαιρη έκθεση του Global Protection Cluster (Μάρτιος 2025) προκύπτει ότι το περιβάλλον προστασίας παραμένει ασταθές, με συνεχιζόμενες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων επιθέσεων, απαγωγών, αυθαίρετων συλλήψεων και καταστροφής ιδιωτικής περιουσίας.[18],[19],[20]

 

·           Σημειώνεται συναφώς ότι κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 27.03.2026) στη Περιφέρεια Littoral του Καμερούν καταγράφηκαν συνολικά 13 περιστατικά ασφαλείας πολιτικής βίας (“Political violence”, η οποία περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες) από τα οποία επήλθε ο θάνατος συνολικά 14 πολιτών.[21] Την ίδια περίοδο, στην πόλη της Douala καταγράφηκαν συνολικά 7 περιστατικά ασφαλείας πολιτικής βίας (“Political violence”, η οποία περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες) από τα οποία επήλθε ο θάνατος συνολικά 11 πολιτών[22]. Επισημαίνεται ότι ο πληθυσμός της Περιφέρειας Littoral με βάση την εκτίμηση του 2025 υπολογίζεται σε 4,498,900 κατοίκους[23] και ο πληθυσμός της Douala με βάση την καταμέτρηση του 2005 ανέρχεται σε 1,906,962 κατοίκους[24].

 

Αποτιμώντας τα προαναφερόμενα δεδομένα, δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο Αιτητής να αντιμετωπίσει, σε περίπτωση επιστροφής του στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του, ήτοι την πόλη Douala, κίνδυνο σοβαρής βλάβης, ούτε προκύπτει ότι διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας του στην εν λόγω περιοχή.

 

Εξετάζοντας περαιτέρω τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, προκύπτει ότι πρόκειται για ενήλικα άνδρα, ο οποίος, κατά τις δηλώσεις του, είναι υγιής, άγαμος και άτεκνος, έχει ολοκληρώσει τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και διαθέτει επαρκές μορφωτικό επίπεδο, ενώ ομιλεί την αγγλική γλώσσα. Περαιτέρω, είναι πλήρως ικανός προς εργασία, έχοντας αποκτήσει επαγγελματική εμπειρία ως πωλητής ρούχων και τροφίμων, καθώς και ως εργαζόμενος σε πλυντήριο αυτοκινήτων, γεγονός που καταδεικνύει την ικανότητά του να ενταχθεί εκ νέου στην αγορά εργασίας.

 

Δεν προκύπτουν στοιχεία ευαλωτότητας ή ιδιαίτερα προσωπικά χαρακτηριστικά που να τον καθιστούν εκτεθειμένο σε αυξημένο κίνδυνο σοβαρής βλάβης. Επιπλέον, λαμβανομένου υπόψη ότι οι ισχυρισμοί του περί στοχοποίησής του από τους Ambazonians δεν κρίθηκαν αξιόπιστοι, δεν θεμελιώνεται εξατομικευμένος κίνδυνος εις βάρος του. Ο Αιτητής δεν επικαλέστηκε ούτε τεκμηρίωσε οποιοδήποτε συγκεκριμένο ατομικό στοιχείο που να υποδηλώνει ότι, σε περίπτωση επιστροφής του, θα τεθεί σε δυσμενή θέση ή θα αντιμετωπίσει προσωπικό και άμεσο κίνδυνο.

 

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

 

Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα ανωτέρω αναπτύχθηκαν, είναι η κατάληξη μου  ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεών του. Περαιτέρω, δεν κατάφερε να τεκμηριώσει την ύπαρξη ουσιωδών λόγων να πιστεύεται ότι εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, ως αμφότερες αυτές οι έννοιες ορίζονται από την οικεία νομοθεσία (άρθρα 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου).

 

Με βάση το σύνολο των ενώπιόν μου δεδομένων, όπως έχω αναλύσει ανωτέρω, η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με έξοδα €1000 υπέρ των Καθ' ων η αίτηση, και εναντίον του Αιτητή. 

 

 

Ε. Ρήγα,  Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[1] HRW – Human Rights Watch (Author): World Report 2024 - Cameroon, 11/01/2024, https://www.ecoi.net/en/document/2103168.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 31/03/2026)

[2] GlobalProtectionCluster, Cameroon, Protection Analysis Update, March 2025, https://globalprotectioncluster.org/sites/default/files/2025-04/pau25_protection_analysis_update_cameroon_march2025_final.pdf σελ 4 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 31/03/2026)

[3] GlobalProtectionCluster, Cameroon, Protection Analysis Update, March 2025, https://globalprotectioncluster.org/sites/default/files/2025-04/pau25_protection_analysis_update_cameroon_march2025_final.pdf σελ 7 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 31/03/2026)

[4] ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.06.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland

[5] Απόφαση στην υπόθεση C465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji ;κ. Staatssecretaris van Justitie, ημερ.17.02.2009

[6] ΟΔΗΓΙΑ 2011/95/ΕΕ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 13ης Δεκεμβρίου 2011 σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας (αναδιατύπωση).

[7] European Commission, Cameroon, https://civil-protection-humanitarian-aid.ec.europa.eu/where/africa/cameroon_en (ημερομηνία πρόσβασης 31/03/2026)

[8] European Commission, Cameroon, last updated 25 April 2025, https://civil-protection-humanitarian-aid.ec.europa.eu/where/africa/cameroon_en (ημερομηνία πρόσβασης 31/03/2026)

[9] European Commission, Cameroon, last updated 25 April 2025, https://civil-protection-humanitarian-aid.ec.europa.eu/where/africa/cameroon_en (ημερομηνία πρόσβασης 31/03/2026)

[10] To Global Protection Cluster είναι ένα δίκτυο μη κυβερνητικών οργανώσεων (ΜΚΟ), διεθνών οργανισμών και υπηρεσιών των Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ), οι οποίοι δραστηριοποιούνται στον τομέα της προστασίας σε ανθρωπιστικές κρίσεις, συμπεριλαμβανομένων ένοπλων συγκρούσεων και φυσικών καταστροφών. https://globalprotectioncluster.org/about (ημερομηνία πρόσβασης 31/03/2026)

[11] GPC (Global Protection Cluster), Protection Monitoring Update; January - March 2025, 15/05/ 2025, https://globalprotectioncluster.org/sites/default/files/2025-05/pm_quarterly_update_jan-mar_2025.pdf, σελ. 1 (ημερομηνία πρόσβασης 31/03/2026)

[12] CGRS-CEDOCA (Office of the Commissioner General for Refugees and Stateless Persons (Belgium), COI unit), Cameroun; Régions anglophones : situation sécuritaire, 11 June 2025, https://www.cgra.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_cameroun._regions_anglophones._situation_securitaire_20250611.pdf, σελ. 7 (ημερομηνία πρόσβασης 31/03/2026)

[13] CGRS-CEDOCA (Office of the Commissioner General for Refugees and Stateless Persons (Belgium), COI unit), Cameroun; Régions anglophones : situation sécuritaire, 11 June 2025, https://www.cgra.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_cameroun._regions_anglophones._situation_securitaire_20250611.pdf, σελ. 4 (ημερομηνία πρόσβασης 31/03/2026)

[14] CGRS-CEDOCA (Office of the Commissioner General for Refugees and Stateless Persons (Belgium), COI unit), Cameroun; Régions anglophones : situation sécuritaire, 11 June 2025, https://www.cgra.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_cameroun._regions_anglophones._situation_securitaire_20250611.pdf, σελ. 4 (ημερομηνία πρόσβασης 31/03/2026)

[15] CGRS-CEDOCA (Office of the Commissioner General for Refugees and Stateless Persons (Belgium), COI unit), Cameroun; Régions anglophones : situation sécuritaire, 11 June 2025, https://www.cgra.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_cameroun._regions_anglophones._situation_securitaire_20250611.pdf, σελ. 4 (ημερομηνία πρόσβασης 31/03/2026)

[16] CGRS-CEDOCA (Office of the Commissioner General for Refugees and Stateless Persons (Belgium), COI unit), Cameroun; Régions anglophones : situation sécuritaire, 11 June 2025, https://www.cgra.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_cameroun._regions_anglophones._situation_securitaire_20250611.pdf, σελ. 4 (ημερομηνία πρόσβασης 31/03/2026)

[17] CGRS-CEDOCA (Office of the Commissioner General for Refugees and Stateless Persons (Belgium), COI unit), Cameroun; Régions anglophones : situation sécuritaire, 11 June 2025, https://www.cgra.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_cameroun._regions_anglophones._situation_securitaire_20250611.pdf, σελ. 4 (ημερομηνία πρόσβασης 31/03/2026)

[18] Global Protection Cluster, Cameroon: Protection Analysis Update - Update on Protection Risks Caused by Protracted Armed Conflicts, and Climatic Hazards, Μάρτιος 2025, https://globalprotectioncluster.org/index.php/publications/2223/reports/protection-analysis-update/cameroon-protection-analysis-update, σελ. 2 (ημερομηνία πρόσβασης 31/03/2026)

[19] Global Protection Cluster, Cameroon: Protection Analysis Update - Update on Protection Risks Caused by Protracted Armed Conflicts, and Climatic Hazards, Μάρτιος 2025, https://globalprotectioncluster.org/index.php/publications/2223/reports/protection-analysis-update/cameroon-protection-analysis-update, σελ. 2 (ημερομηνία πρόσβασης 31/03/2026)

[20] Global Protection Cluster, Cameroon: Protection Analysis Update - Update on Protection Risks Caused by Protracted Armed Conflicts, and Climatic Hazards, Μάρτιος 2025, https://globalprotectioncluster.org/index.php/publications/2223/reports/protection-analysis-update/cameroon-protection-analysis-update, σελ. 2 (ημερομηνία πρόσβασης 31/03/2026)

[21] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon, Littoral Region, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer  (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 31/03/2026)

[22] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon, Littoral Region, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer  (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 31/03/2026)

[23] City Population, Cameroon: Littoral Region, https://citypopulation.de/en/cameroon/cities/?admid=6821 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 23/03/2026)

[24]City Population, Cameroon: Douala, https://citypopulation.de/en/cameroon/cities/?cityid=1195  (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 31/03/2026)


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο