D.N.K. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπoθ. Αρ.: 4355/2024, 20/4/2026
print
Τίτλος:
D.N.K. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπoθ. Αρ.: 4355/2024, 20/4/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ 

Υπoθ. Αρ.: 4355/2024 

20 Aπριλίου 2026

[Α.Α.ΑΓΡΟΤΗ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.] 

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος 

Μεταξύ: 

D.N.K.

Αιτητής 

-και- 

Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω

Υπηρεσίας Ασύλου 

Καθ' ων η Αίτηση 

 

Τζ. Μπετίτο (κος) για Πιερίδη & Πιερίδη, Δικηγόροι για τον Αιτητή

Λ. Νικολάου (κος) για Χ.Καστάνα, Δικηγόρος της Δημοκρατίας για τους Καθ' ων η Αίτηση.

[Παρούσα: E.Zacharoudes (κα) για πιστή μετάφραση από ελληνικά σε Lingala και αντίστροφα]

Ο Αιτητής Παρών

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Α.Α. ΑΓΡΟΤΗ, Δ. ΔΔΔΠ: Με την παρούσα προσφυγή, o Αιτητής προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου η οποία περιέχεται σε επιστολή ημερομηνίας 07/10/2024, σύμφωνα με την οποία το αίτημά του για παραχώρηση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας ή και συμπληρωματικής προστασίας απορρίφθηκε και καλεί το Δικαστήριο όπως κηρύξει αυτήν άκυρη, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος.  Με δεύτερη αιτούμενη θεραπεία, ζητείται η αναγνώριση του Αιτητή ως πρόσφυγα ή δικαιούχου συμπληρωματικής προστασίας.

 

Όπως προκύπτει τόσο από την Ένσταση, αλλά και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, που αποτελεί τεκμήριο «Α» στην παρούσα διαδικασία, τα ουσιώδη γεγονότα που αφορούν την υπό εξέταση υπόθεση είναι τα ακόλουθα:

 

Ο Αιτητής είναι ενήλικας, υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, κάτοχος διαβατηρίου, ο οποίος σύμφωνα με δηλώσεις του εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του στις 26/12/2021, μεταβαίνοντας μέσω Τουρκίας στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου. Ακολούθως εισήλθε παράτυπα στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές υποβάλλοντας στις 16/03/2022 αίτηση διεθνούς προστασίας.

 

Στις 23/08/2024 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, παρέχοντάς του δωρεάν βοήθεια διερμηνέα και την 28/08/2024, ο αρμόδιος λειτουργός συνέταξε Εισηγητική Έκθεση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, με την οποία εισηγείται την απόρριψη του αιτήματος του Αιτητή, ενώ στις 31/08/2024, συγκεκριμένος λειτουργός δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών να ασκεί καθήκοντα Προϊστάμενου της Υπηρεσίας Ασύλου, κατόπιν εξέτασης της εισηγητικής έκθεσης αποφάσισε την απόρριψη του αιτήματος του Αιτητή, αποφασίζοντας παράλληλα την επιστροφή του στην Λαϊκή Δημοκρατία του Κόγκο.

 

Η απορριπτική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου η οποία περιέχεται σε επιστολή ημερομηνίας 07/10/2024, μαζί με την αιτιολογία αυτής, παραλήφθηκε από τον Αιτητή αυθημερόν, θέτοντας o τελευταίος την υπογραφή του, αφού προηγουμένως του επεξηγήθηκε το περιεχόμενο της στη μητρική του γλώσσα.

Εμπρόθεσμα ο Αιτητής, με τη βοήθεια συνηγόρου καταχώρησε την με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο προσφυγή εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, προβάλλοντας πλήθος νομικών ισχυρισμών, προς ακύρωση αυτής, ωστόσο με την στην συνέχεια καταχωρηθείσα γραπτή του αγόρευση, ο συνήγορος του Αιτητή ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση θα πρέπει να ακυρωθεί εφόσον αυτή λήφθηκε χωρίς να προηγηθεί δέουσα έρευνα επί των ισχυρισμών του Αιτητή και κατά συνέπεια πάσχει η αιτιολογία της.

 

Από την πλευρά τους οι Καθ' ων η αίτηση, υπεραμύνονται της νομιμότητας και της ορθότητας της υπό εξέταση απόφασης, ισχυριζόμενοι ότι η επίδικη απόφαση των Καθ’ ων η αίτηση έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, κατόπιν δέουσας έρευνας και επαρκούς αιτιολογίας και ότι ο Αιτητής δεν έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης. Ως εκ των πιο πάνω, καλούν το Δικαστήριο όπως απορρίψει την προσφυγή του Αιτητή ως νόμω και ουσία αβάσιμη και επικυρώσει την επίδικη απόφαση.   

 

Ενώπιον του Δικαστηρίου, κατά τις διευκρινήσεις οι συνήγοροι των μερών υιοθέτησαν τους προβαλλόμενους μέσω των αγορεύσεων τους ισχυρισμούς.

 

Έχω μελετήσει με μεγάλη προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από τους συνήγορους των διαδίκων και δεδομένου ότι το Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018, Ν. 73(Ι)/2018 κέκτηται εξουσίας όπως εξετάζει πέραν από την νομιμότητα της προσβαλλόμενης πράξης και την ορθότητα αυτής, ήτοι εξέταση επί της ουσίας του αιτήματος του Αιτητή, κρίνω σκόπιμο όπως καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που αυτός πρόβαλε σε όλα τα στάδια εξέτασης του αιτήματός του, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν οι Καθ' ων η αίτηση αποφάσισαν μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της διακριτικής τους ευχέρειας.

 

Με την αίτηση του για παροχή διεθνούς προστασίας, ο Αιτητής δήλωσε πως ο λόγος που τον ώθησε να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του αφορά σε οικογενειακή διαμάχη η οποία οδήγησε στο θάνατο τόσο της μητέρας του όσο και του αδελφού του. Ο υπήρξε θύμα απειλών από τον θείο του.

    

Στο πλαίσιο της συνέντευξης του, ο Αιτητής δήλωσε υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό (ΛΔΚ) γεννηθείς και διαμένων στην  Kinshasa.. Κατά δήλωσή του άγαμος και άτεκνος, οι γονείς του απεβίωσαν, η μεν μητέρα του το 2020 ο δε πατέρας του το 2023 και έχει ένα αδελφό ο οποίος διαμένει στην Kinshasa και διατηρούν επαφή. Απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης με εργασιακή εμπειρία στο χώρο της εστίασης.

 

Αναφορικά με τους λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής κατά την ελεύθερη αφήγηση του  αναφέρθηκε σε οικογενειακά προβλήματα που αντιμετώπιζε στη χώρα του. Ειδικότερα, δήλωσε πως όλα ξεκίνησαν με την σχέση των γονέων του καθώς τα αδέλφια της μητέρας του ήταν εναντία σε αυτήν. Κατά δήλωσή του μεγάλωσε μέσα σε συνεχείς καυγάδες μεταξύ των δύο οικογενειών. Η μητέρα του ήταν επιχειρηματίας και όταν απεβίωσε τα αδέλφια της απαίτησαν την περιουσία της δημιουργώντας διαμάχες μεταξύ των οικογενειών. Συνεχίζοντας το αφήγημά του ο Αιτητής, δήλωσε πως η ζωή του στην Kinshasa έγινε επικίνδυνη καθώς υπήρχαν άτομα που τον παρακολουθούσαν και για τον λόγο αυτό μετακινήθηκε σε άλλη κοινότητα εντός της Kinshasa, για να βρει ασφάλεια στην θεία του, ωστόσο ούτε εκεί ένοιωθε ασφαλής καθώς κατά τον ισχυρισμό του συνέχιζαν να τον παρακολουθούν και ένοιωθε στόχος. Με την οικονομική βοήθεια της θείας του κατάφερε να μεταβεί στην Κύπρο.

 

Στην προσπάθεια του λειτουργού να αποσαφηνίσει τα λεγόμενα του Αιτητή, υποβλήθηκαν στον Αιτητή ερωτήσεις σχετικά με τις ισχυριζόμενες απειλές που δεχόταν, με τον τελευταίο να αναφέρεται σε απειλές αναφορικά με την περιουσία της αποβιωσάσης μητέρας του η οποία συνίστατο σε ακίνητη περιουσία. Προέβαλε ότι μετά τον θάνατο της μητέρας του τα αδέλφια της μητέρας του, απαίτησαν την περιουσία και ειδικά τα μετρητά που η μητέρα του είχε.. Όταν ο Αιτητής τους εξήγησε ότι δεν γνωρίζει κάτι  για μετρητά τα οποία ως ισχυρίζονται οι συγγενείς, αυτός τα είχε αποκρύψει, δεν τον πίστεψαν και τον απείλησαν ότι θα τον σκοτώσουν. Ο Αιτητής ανέφερε ότι το επόμενο διάστημα παρατήρησε ότι άγνωστα άτομα τον ακολουθούσαν, γι’ αυτό αποφάσισε να φύγει από το σπίτι του και να μείνει με την θεία του στην γειτονική περιοχή της Lemba, όμως ούτε εκεί ένιωσε ασφαλής. Κατά τα λεγόμενα του, ένιωθε ότι και εκεί τον ακολουθούσαν άγνωστα άτομα. Σημείωσε ότι ο αδελφός του εξακολουθεί να διαμένει με την θεία τους και διατηρούν επικοινωνία.

 

Τέλος δήλωσε πως φοβάται να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του καθότι κινδυνεύει από τους συγγενείς του οι οποίοι θα τον βλάψουν.

 

Αξιολογώντας τις πιο πάνω δηλώσεις του Αιτητή, οι Καθ' ων η αίτηση διήκριναν δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς. Ο πρώτος αφορά τα προσωπικά στοιχεία και προφίλ του Αιτητή και ο δεύτερος αφορά τα προβλήματα τα οποία ισχυρίστηκε ο Αιτητής ότι αντιμετώπισε από συγγενικά πρόσωπα εξαιτίας της κληρονομιάς της αποβιώσασας μητέρας του.  

 

Ο πρώτος ισχυρισμός έγινε αποδεκτός αφού δεν προέκυψαν στοιχεία περί του αντιθέτου και οι δηλώσεις του Αιτητή επιβεβαιώθηκαν από το προσκομισθέν διαβατήριο και από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.

 

Αντιθέτως, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός απορρίφθηκε από τον αρμόδιο λειτουργό καθότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να δώσει ικανοποιητικές και επαρκείς πληροφορίες σε θέματα που άπτονται του πυρήνα του αιτήματος του. Ειδικότερα, ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να δώσει συγκεκριμένες πληροφορίες αναφορικά με την επιτακτικότητα της αναχώρησής του από τη χώρα, εφόσον δεν εξήγησε με λεπτομέρεια τα προβλήματα που του δημιούργησαν οι συγγενείς του.  Ερωτηθείς δε για το τι άλλο του συνέβη ο Αιτητής απάντησε με ασάφεια και χωρίς επαρκείς πληροφορίες ότι κάποιοι άνθρωποι των ακολουθούσαν..

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του συγκεκριμένου ισχυρισμού, ο λειτουργός έκρινε ότι τα όσα ο Αιτητής ανέφερε στη συνέντευξη του αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός του και δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν την οποιαδήποτε ανάλυση των εν λόγω δεδομένων μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης. Ως εκ τούτου, ο υπό εξέταση ισχυρισμός απορρίφθηκε στο σύνολό του.

 

Προχωρώντας σε αξιολόγηση κινδύνου βάσει των αποδεκτών ισχυρισμών, ήτοι των προσωπικών στοιχείων του Αιτητή, οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι, επί τη βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών από εξωτερικές πηγές αναφορικά με την χώρα καταγωγής του Αιτητή, δεν προκύπτει εύλογη πιθανότητα ότι σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής του, και συγκεκριμένα στην Kinshasa της ΛΔΚ, θα αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο βλάβης.

 

Ως εκ τούτου, οι Καθ' ων η αίτηση έκριναν ότι δεν προκύπτει βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης του Αιτητή σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του στο πλαίσιο του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης στο πλαίσιο του άρθρου 19 (1) και (2) του ίδιου Νόμου, το δε αρμόδιο, εξουσιοδοτημένο από τον Υπουργό Εσωτερικών πρόσωπο, να εκτελεί καθήκοντα Προϊστάμενου, υιοθέτησε την εισήγηση και απέρριψε το αίτημα του Αιτητή.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν.6(Ι)/2000, «πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο, που λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγένειας του και δεν είναι σε θέση ή λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής».

 

Είναι καθόλα κατανοητό, ότι για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό όσο και το αντικειμενικό στοιχείο πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση.

 

Περαιτέρω το άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000 προνοεί ότι «εναπόκειται στον αιτητή να τεκμηριώσει την αίτηση διεθνούς προστασίας», χωρίς να απαιτείται να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία.   Ο/Η αιτητής/τρια  έχει την ευθύνη να εκθέσει με την αίτησή του/της αλλά και μέσα από την ενώπιον της αρμόδιας αρχής συνέντευξη του/της ακόμα και ενώπιον του Δικαστηρίου, μέσω της ορθής δικονομική διαδικασίας, με στοιχειώδη σαφήνεια, τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά τα οποία του/της προκαλούν, κατά τρόπο αντικειμενικό, δικαιολογημένο φόβο δίωξης υφιστάμενο στη χώρα καταγωγής του/της. Ο/Η αιτητής/τρια οφείλει να επικαλεστεί με λεπτομέρεια, σαφήνεια και αληθοφάνεια συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το υποβληθέν αίτημά του/της για διεθνή προστασία, το δε αρμόδιο όργανο εξετάζοντας την αίτηση του/της αιτητή/τριας, οφείλει να λάβει υπόψη του κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός.

 

Είναι πάγια νομολογημένο ότι δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447).  Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Ττουσούνα ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2013) 3 Α.Α.Δ. 120, Α. Παπουτέ ν. Χρ. Κασάπη και Κυπριακής Δημοκρατίας, Συν. Αναθ. Έφεση 112/15 και 131/15 ημερομηνίας 13/07/2022).  Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για επαρκή έρευνα.

 

Ως προς την αιτιολόγηση των αποφάσεων της Διοίκησης είναι επιβεβλημένη για να μπορεί το Δικαστήριο να ελέγξει εάν η απόφαση λήφθηκε σύμφωνα με το Νόμο και για να παρέχεται η δυνατότητα να αντιληφθεί το Δικαστήριο που βασίστηκε το αρμόδιο όργανο για να καταλήξει στην απόφασή του (βλ. Γρηγορόπουλος κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (1997) 4 ΑΑΔ 1414). 

 

Στην απόφαση Γενεθλίου ν. Συμβούλιο Αμπελουργικών Προϊόντων (1990) 3 ΑΑΔ 4096, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Οι αποφάσεις των Διοικητικών Αρχών πρέπει να περιέχουν πλήρη επαρκή και σαφή αιτιολογία. Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από τα στοιχεία του φακέλου. Η πλήρης αιτιολογία περιέχει ή δείχνει τη νομική βάση της διοικητικής απόφασης. Η αιτιολογία συνδέεται άμεσα με τη νομική έκδοση και νομιμότητα της διοικητικής πράξης. Περαιτέρω είναι αναγκαία για να μπορεί με ευχέρεια να γίνεται ο δικαστικός έλεγχος».

 

Προχωρώντας στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των ισχυρισμών του Αιτητή, με σκοπό να εξεταστεί ο ισχυρισμός του Αιτητή περί πάσχουσας έρευνας, το Δικαστήριο μελετώντας το σύνολο του διοικητικού φακέλου, αποδέχεται τον ισχυρισμό του Αιτητή σχετικά με τα προσωπικά του στοιχεία, τον τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής καθώς δεν προέκυψαν περί του αντιθέτου στοιχεία.

 

Σε σχέση με τον δεύτερο διακριθέντα ισχυρισμό, παρατηρώ ότι πράγματι οι δηλώσεις του ήταν επιγραμματικές, ανεπαρκείς και αόριστες, ενώ αρκετές απαντήσεις του δηλώνουν άγνοια, στηρίζονται σε εικασίες, και χαρακτηρίζονται από υπεκφυγές και ασάφεια. Ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να δώσει επαρκείς πληροφορίες αναφορικά με τα προβλήματα που είχαν δημιουργηθεί από τα αδέλφια της μητέρας του, πέραν της γενικής αναφοράς του σχετικά με συζήτηση μαζί τους κατά την οποία τον απείλησαν ότι θα τον σκοτώσουν. Επιπρόσθετα, δεν ήταν σε θέση να παραθέσει επαρκείς βασικές πληροφορίες αναφορικά με τα άτομα που άρχισαν να τον ακολουθούν, προβάλλοντας ότι ένοιωθε να απειλείται και συνεπώς αποφάσισε να εγκαταλείψει την περιοχή του. Σε διευκρινιστική ερώτηση απάντησε με ασαφή τρόπο ότι είχε πολλές διαφωνίες με τα αδέλφια της μητέρας του, χωρίς ωστόσο να καθίσταται σαφής ο οποιοσδήποτε κίνδυνος.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού και δεδομένου ότι οι Kαθ’ ων η αίτηση παρέλειψαν να διερευνήσουν τις συνθήκες που επικρατούν στη χώρα καταγωγής του Αιτητή λόγω κληρονομικών διαφορών, το Δικαστήριο προχώρησε σε σχετική έρευνα εκ της οποίας προκύπτει πως o Οικογενειακός Κώδικας προβλέπει ότι οι κόρες και οι γιοι έχουν τα ίδια δικαιώματα κληρονομιάς γης (αρθ. 758-761,1987). Ομοίως, ο νόμος διασφαλίζει ότι οι επιζώντες σύζυγοι, γυναίκες και άνδρες, έχουν εξίσου δικαίωμα στην κληρονομιά. Επιπλέον ο Κώδικας απαγορεύει την αποκληρονομικότητα και επιβάλλει πρόστιμα σε όσους τη διαπράττουν (Ν. 016-008, Άρθ. 545). Ενώ υπάρχουν αυτές οι προστασίες, οι εθιμικές και παραδοσιακές πρακτικές συνεχίζουν να κάνουν διακρίσεις κατά γυναικών και κοριτσιών σε περιπτώσεις κληρονομικότητας[1].

 

Τούτων λεχθέντων, το Δικαστήριο κρίνει τον πυρήνα του ισχυρισμού του Αιτητή αποδυναμωμένο, αφού ο Αιτητής δήλωσε ότι υπέστη δίωξη υπό μορφή απειλών κατά της ζωής του, από μέλη της οικογένειας της μητέρας του για περιουσιακούς λόγους, χωρίς όμως να μπορεί να συγκεκριμενοποιήσει τις πληροφορίες αυτές, γεγονός που αναγκάζει το Δικαστήριο να κρίνει τον ισχυρισμό ως μη αληθοφανή. Δεν παραγνωρίζω άλλωστε ότι κατά την καταγραφή του αιτήματος του (ερυθρό 11 στο διοικητικό φάκελο) ο Αιτητής, δήλωσε ότι εξαιτίας των οικογενειακών αυτών προβλημάτων, απεβίωσαν η μητέρα του και ο αδελφός του, ενώ στη συνέχεια δήλωσε ότι ο αδελφός του εξακολουθεί να διαμένει με την θεία τους στην Kinshasa.

 

Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο θεωρεί ορθή την αξιολόγηση των Καθ’ ων η αίτηση, κρίνοντας το ίδιο ότι το αφήγημα του Αιτητή στερείται ευλογοφάνειας. Βάση αυτών κρίνεται ότι οι δηλώσεις του Αιτητή δε θεμελιώνουν την εσωτερική αξιοπιστία του υπό εξέταση ισχυρισμού.

 

Επιπλέον, δεδομένης της προσωπικής φύσεως της διαφοράς, ακόμη και αν γινόντουσαν δεκτοί οι ισχυρισμοί του Αιτητή, οι περιουσιακές διαφορές δεν εμπίπτουν στους λόγους που ρητά προνοεί ο Νόμος για την παραχώρηση διεθνούς προστασίας. Τέλος, είναι πλέον νομολογημένο ότι «δεν είναι επαρκές για αιτητή διεθνούς προστασίας, προς ευόδωση της αίτησής του, να επικαλείται φόβο δίωξης στη χώρα καταγωγής του προκαλούμενο από ιδιωτικούς φορείς, χωρίς να συγκεκριμενοποιεί οποιοδήποτε γεγονός προς τούτο και αναμένοντας από τις διοικητικές ή δικαστικές αρχές να διεξάγουν εξ ιδίων έρευνα ώστε να εξιχνιάσουν τα γεγονότα επαλήθευσης ή μη του ισχυρισμού του» (βλ. M.M.R. v Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω ΑΑΠ, Έφεση κατά απόφασης ΔΔΔΠ αρ. 5/2019, ημερομηνίας 04/10/2023).

 

Από το ιστορικό του Αιτητή, όπως αυτό φαίνεται πιο πάνω, στη βάση των δεδομένων του διοικητικού φακέλου και από την ανωτέρω αξιολόγηση των ισχυρισμών του, προκύπτει ότι ορθά και μετά από δέουσα έρευνα κρίθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση ότι ο Αιτητής δε στοιχειοθέτησε κανέναν ισχυρισμό που να εμπίπτει στις προϋποθέσεις αναγνώρισης προσώπου ως πρόσφυγα. Τα όσα ανέφερε δεν θα μπορούσαν να τον εντάξουν στην έννοια του πρόσφυγα, όπως αυτή ερμηνεύεται από τη Σύμβαση της Γενεύης του 1951 και από το άρθρο του 3 του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Με βάση τα ανωτέρω και ελλείψει παρελθούσας εις βάρος του Αιτητή πράξης δίωξης, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν ανέκυψαν ενδείξεις εκ των οποίων μπορεί να συναχθεί ότι σε περίπτωση επιστροφής του στη ΛΔΚ και συγκεκριμένα στην Kinshasa, o Αιτητής θα αντιμετωπίσει πραγματική, υφιστάμενη και τρέχουσα απειλή από οιοδήποτε φορέα, κρατικό ή μη. Ως εκ τούτου ο φόβος του κρίνεται αβάσιμος και μη δικαιολογημένος.

 

Ο «Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων» (Μάρτιος 2015) καθορίζει πως στη βάση της συλλογής πληροφοριών θα πρέπει να προσδιορίζονται τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, τα οποία στη συνέχεια θα πρέπει να συνδέονται με τις απαιτήσεις του ορισμού του πρόσφυγα και αν δεν υπάρχει κατάληξη ότι μπορεί να δοθεί προσφυγικό καθεστώς, τότε το αρμόδιο όργανο θα πρέπει να εκτιμήσει εάν τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά συνδέονται με τις απαιτήσεις του ορισμού του προσώπου που δικαιούται συμπληρωματική προστασία.

 

Εξετάζοντας πλήρως την υπόθεση, διαπιστώνω ότι ορθά κρίθηκε από τους Καθ’ ων η αίτηση ότι δεν πληρούνται ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 του Ν.6(Ι)/2000 για να παρασχεθεί στον Αιτητή το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις αναφορικά με τον κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα του.

 

Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1), του Νόμου  «ουσιώδεις λόγοι». Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19, του Ν.6(Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015, ECLI:CY:AD:2015:D619).

 

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, τόσο κατά τη διοικητική, όσο και κατά την παρούσα διαδικασία δεν προέκυψαν στοιχεία που να συνηγορούν στο ότι σε περίπτωση επιστροφής του στην Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, ο Αιτητής θα αντιμετωπίσει κίνδυνο θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας σύμφωνα με τις πρόνοιες των άρθρων 19 (2) (α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Ως προς τον κίνδυνο που ενδέχεται να αντιμετωπίσει ο Αιτητής λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, ως το άρθρο 19(2)(γ) του Νόμου, το Δικαστήριο προχώρησε σε επικαιροποιημένη έρευνα και ανέτρεξε σε πρόσφατες και έγκυρες πληροφορίες από εξωτερικές πηγές αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στην πόλη Kinshasa της ΛΔΚ, τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή.

 

Αναφορικά με την γενικότερη κατάσταση ασφαλείας, σύμφωνα με την ιστοσελίδα Global Conflict Tracker, o στρατός της ΛΔΚ και οι κάτοικοι της ανατολικής περιφέρειας της χώρας συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν αυξανόμενες επιθέσεις από τις Συμμαχικές Δημοκρατικές Δυνάμεις (ADF) που συνδέονται με το Ισλαμικό Κράτος. Οι ανταλλαγές πυρών, οι επιθέσεις με πυραύλους και οι αψιμαχίες μεταξύ της M23, στρατευμάτων της Ρουάντα, δυνάμεων της ΛΔΚ και άλλων ομάδων πολιτοφυλακής παραμένουν συνήθεις ενέργειες.[2]

 

Σύμφωνα με έρευνα στη βάση δεδομένων ACLED στην πρωτεύουσα Kinshasa της ΛΔΚ, τόπος συνήθους διαμονής του Αιτητή, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 20/03/2026), καταγράφηκαν 54 περιστατικά πολιτικής βίας[3] τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 50 απώλειες σε ανθρώπινες ζωές.[4] Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της πρωτεύουσας Kinshasa εκτιμάται ότι ανέρχεται στα 18,552,800 (2026) κατοίκους.[5]

 

Τα εν λόγω στοιχεία, εξεταζόμενα συνδυαστικά με τον εκτιμώμενο πληθυσμό της Kinshasa για το έτος 2026 (18,552,800 κατοίκους), καταδεικνύουν ότι δεν υπάρχουν συνθήκες αδιάκριτης βίας και γενικά δεν υφίσταται πραγματικός κίνδυνος για έναν πολίτη να επηρεαστεί προσωπικά μόνο από την παρουσία του στην εν λόγω πόλη, υπό την έννοια του άρθρου 15 (γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.

 

Δεδομένου ότι στον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, ήτοι στην πόλη Kinshasa, η κατάσταση ασφαλείας καταγράφεται ως σταθερή, το Δικαστήριο κρίνει ότι παρέλκει περαιτέρω διερεύνηση των προσωπικών του περιστάσεων για λόγους εφαρμογής της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας», όπως αυτή απορρέει από τη Νομολογία του ΔΕΕ.

 

Κατά συνέπεια, η διαπίστωση των Καθ΄ ων η αίτηση ότι ο Αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις για αναγνώριση του καθεστώτος του πρόσφυγα αλλά ούτε του καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας κρίνονται εύλογα επιτρεπτές ενόψει όλων των στοιχείων που η διοίκηση είχε ενώπιον της.

 

Ενόψει των ανωτέρω, κρίνω, υπό τις περιστάσεις, ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να τεκμηριώσει σε κανένα στάδιο της διαδικασίας τη βασιμότητα του αιτήματός του για αναγνώριση της ιδιότητας του πρόσφυγα, δυνάμει του περί Προσφύγων Νόμου και της Σύμβασης της Γενεύης, ούτε για την παραχώρηση της συμπληρωματικής προστασίας που προβλέπεται στο άρθρο 19 του Νόμου.

 

Η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε στο πλαίσιο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του αρμοδίου διοικητικού οργάνου, το οποίο συνεκτίμησε όλα τα πραγματικά στοιχεία και εξέδωσε τελική αιτιολογημένη απόφαση. Δεν έχει καταδειχθεί οτιδήποτε το μεμπτό, ούτως ώστε να δικαιολογείται επέμβαση του παρόντος Δικαστηρίου. Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα δέουσας έρευνας και επαρκώς αιτιολογημένη.

 

Με βάση όλα τα πιο πάνω, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται με €1000 έξοδα υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.

 

 

Α. AΓΡΟΤΗ, Δ. ΔΔΔΠ



[2] Global Conflict Tracker, Conflict in the Democratic Republic of Congo, 16/12/2025, https://www.cfr.org/global-conflict-tracker/conflict/violence-democratic-republic-congo [Ημερομηνία Πρόσβασης: 16/01/2026]

[3] Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, η Πολιτική Βία (Political Violence) περιλαμβάνει τις ακόλουθες κατηγορίες περιστατικών: Βία κατά Αμάχων (Violence Against Civilians), Μάχες (Battles), Ταραχές (Riots), Εκρήξεις/Απομακρυσμένη Βία (Explosions/Remote Violence), Διαδηλώσεις (Protests).

[4] ACLED - DISAGGREGATED DATA COLLECTION - ANALYSIS & CRISIS MAPPING PLATFORM, The Armed Conflict Location & Event Data Project, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής στον ακόλουθο διαδικτυακό σύνδεσμο https://acleddata.com/platform/explorer  (βλ. πλατφόρμα Explorer, με χρήση των ακόλουθων στοιχείων ανάλυσης: METRIC: Event Counts/Fatality Counts, EVENT CATEGORIES: Political Violence, DATE RANGE: Past Year of ACLED Data, COUNTRY: Democratic Republic Congo, Kinshasa) [Ημερομηνία Πρόσβασης: 31/03/2026]

[5] World Population Review, https://worldpopulationreview.com/cities/dr-congo/kinshasa [Ημερομηνία Πρόσβασης: 31/03/2026]


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο