O. B. I. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.4627/23, 30/4/2026
print
Τίτλος:
O. B. I. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.4627/23, 30/4/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ 

                                                                                      Υπόθεση αρ.4627/23

 

30 Απριλίου 2026

 

[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

O. B. I.

                                                                                                                        Αιτήτρια

Και

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

                                                                                                                        Καθ’ ων η αίτηση

 

Κα Ε. Μυριάνθους, Δικηγόρος για Αιτήτρια

Κα K. Μιχαηλίδου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τους καθ’ ων η αίτηση

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Με την προσφυγή η αιτήτρια αιτείται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου η οποία της κοινοποιήθηκε στις 16/11/23, δια της οποίας απορρίφθηκε η αίτηση διεθνούς προστασίας που υπέβαλε, ως άκυρης, αντισυνταγματικής, παράνομης και στερούμενης νομικού αποτελέσματος.

Ως εκτίθεται στην Ένσταση που καταχωρήθηκε από τους καθ’ ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φάκελου που κατατέθηκε στα πλαίσια των διευκρινήσεων, η αιτήτρια κατάγεται από το Μπουρουντί, εισήλθε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές μέσω κατεχομένων στις 07/07/23 και υπέβαλε την επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας στις 24/07/23 (ερ.1-3, 50).

Στις 05/10/23 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη με την αιτήτρια προς εξέταση του αιτήματός για διεθνή προστασία όπου της δόθηκε η ευκαιρία, μέσα από σχετικές ερωτήσεις, μεταξύ άλλων, να εκθέσει τους λόγους στους οποίους στηρίζει το αίτημα της (ερ.37-50). Μετά τη συνέντευξη ετοιμάστηκε σχετική Έκθεση - Εισήγηση και στις 14/11/23 η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε (ερ.65-75).

Ακολούθως ετοιμάστηκε σχετική επιστολή ενημέρωσης της αιτήτριας για την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία της δόθηκε διά χειρός 16/11/23 και της μεταφράστηκε σε γλώσσα την οποία κατανοεί (ερ.76, 3).

Στην επίδικη αίτηση η αιτήτρια καταγράφει ότι έφυγε από τη χώρα καταγωγής της λόγω του ότι «οι αστάθειες εκεί που [διέμενε] είναι πολύ άσχημες», αφού η αιτήτρια δεν ήθελε να συμμετέχει σε ένα πολιτικό κόμμα και ούτε να τους χρηματοδοτήσει και έτσι όταν είχε προσεγγιστεί προς τούτο «από κάποια άτομα» αρνήθηκε και τότε την «απείλησαν ότι θα [τη] σκοτώσουν» και την αναζητούν. Γι’ αυτό – ως αναφέρει – έφυγε και ήρθε στην Κύπρο που είναι ασφαλής χώρα, για να αναζητήσει προστασία.

Κατά τη συνέντευξη η αιτήτρια ανέφερε ότι γεννήθηκε και διέμενε όλη της τη ζωή στην Bujumbura, όπου διαμένουν μέχρι και σήμερα οι γονείς, το παιδί (γεννηθέν το 2016) και οι αδελφές της, έχει ολοκληρώσει 12ετή εκπαίδευση και εργαζόταν ως καθαρίστρια.

Αναφορικά με τους λόγους που έφυγε από τη χώρα καταγωγής της η αιτήτρια ανέφερε ότι το έπραξε επειδή διωκόταν από τους Imbonerakure, αφού – ως ανέφερε - κατόπιν της άρνησής της να ενταχθεί σ’ αυτούς, μετέβησαν 3 φορές σπίτι. Την 1η φορά απουσίαζε, τη 2η φορά η αιτήτρια και η οικογένειά της έτρεξαν να φύγουν και την 3η φορά σκότωσαν τον αδελφό της. Ερωτώμενη ανέφερε ότι οι Imbonerakure σκότωναν πολλούς ανθρώπους, αφού – ως ανέφερε - «αν αρνηθείς να κάνεις αυτό που σου ζητούσαν θα σε κυνηγούσαν και δεν θα σε άφηναν σε ησυχία» και τα άτομα που ανήκαν σε αυτή την ομάδα πίστευαν ότι τους άνηκε η κοινότητα ως επίσης και ότι είχαν ισχύ έναντι άλλων ατόμων.

Ερωτώμενη σχετικά η αιτήτρια ανέφερε ότι και οι 3 επιθέσεις συνέβησαν τον Απρίλιο του 2023. Την πρώτη φορά μετέβησαν σπίτι της και έσπασαν την πόρτα, όταν αυτή έλειπε μεν, όμως κατάλαβε ότι επρόκειτο γι’ αυτούς, από το σπάσιμο της πόρτας.  Τη δεύτερη φορά η αιτήτρια και η οικογένειά της είδαν από μακριά 3 άτομα και έτρεξαν να φύγουν προτού τους δουν και, ευρισκόμενοι μακριά, έβλεπαν αυτούς να σπάζουν τις πόρτες και τα παράθυρα ενώ τους αναγνώρισαν από αυτά που είχαν μαζί τους αλλά και από τα μάτια τους. Την τρίτη φορά μπήκαν σπίτι και μαχαίρωσαν τον αδελφό της. Ερωτηθείσα ως προς το πως αντιλήφθηκαν ότι οι Imbonerakure ευθύνονταν για την επίθεση, ανέφερε ότι τους ενημέρωσαν οι γείτονες, οι οποίοι – σύμφωνα με τα λεγόμενα της αιτήτριας - κατάλαβαν ότι επρόκειτο για άτομα που ανήκαν στην εν λόγω ομάδα από τις μάσκες και τις μπλούζες που φορούσαν.

Όσον αφορά την προσπάθεια ένταξής της στην ομάδα αυτή η αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι μια Τετάρτη του Απρίλη 2023, ενώ προσπαθούσε να επιστρέψει σπίτι, τη σταμάτησαν 3 άτομα και της ζήτησαν να ενταχθεί σε αυτούς και όταν αρνήθηκε, επειδή δεν ήθελε να σκοτώνει ανθρώπους, αρνήθηκε να συμμετέχει και της είπαν ότι θα έκαναν κακό στην ίδια και στην οικογένειά της. Ερωτηθείσα ως προς το πόσο χρονικό διάστημα πέρασε μεταξύ της πρώτης φοράς που τους συνάντησε στο δρόμο και της πρώτης επίθεσης στο σπίτι της, απάντησε ότι όλα συνέβησαν τον Απρίλη και κληθείσα να αναφέρει πόσες μέρες πέρασαν από την 1η επίθεση μέχρι την 3η, δήλωσε ότι η 1η επίθεση έγινε Τετάρτη, η 2η Κυριακή και η 3η Δευτέρα. Όταν επισημάνθηκε ότι ενώ στην αίτηση διεθνούς προστασίας κατέγραψε ότι δεν ήθελε να συμμετάσχει σε πολιτικό κόμμα, εντούτοις στη συνέντευξη δεν μίλησε για κάποιο κόμμα, απάντησε ότι τόσο στην αίτηση όσο και στη συνέντευξη αναφερόταν στην ίδια ομάδα, η οποία είναι πίσω από το πολιτικό κόμμα CNDD, είχε μέλη στη βουλή και είναι κυβερνών κόμμα. Ερωτώμενη σχετικά η αιτήτρια ανέφερε ότι φοβάται πως σε περίπτωση επιστροφής θα την σκοτώσουν και δεν θέλει να επιστρέψει γιατί «δεν υπάρχει ειρήνη».

Οι καθ’ ων η αίτηση, εξετάζοντας τα όσα ανέφερε η αιτήτρια εντόπισαν και αξιολόγησαν δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς, ως ακολούθως.

1.    Ταυτότητα, προφίλ, χώρα καταγωγής και τόπο διαμονής της αιτήτριας

  1. Η αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι η ομάδα Imbonerakure προσπάθησε να τη σκοτώσει, μετά που απέτυχε να τη στρατολογήσει

 

Οι καθ’ ων η αίτηση αποδέχθηκαν τον 1ο εκ των ως άνω ισχυρισμών, απέρριψαν όμως τον 2ο ουσιώδη ισχυρισμό ως αναξιόπιστο.

Αναφορικά με τον 2ο ουσιώδη ισχυρισμό, κρίθηκε ότι όσα ανέφερε η αιτήτρια στερούνται εσωτερικής συνοχής ενόψει της αοριστίας, ασάφειας, έλλειψης συνέπειας, ευλογοφάνειας και αντιφατικότητας των δηλώσεων της. Ως αναφέρεται στην επίδικη έκθεση, η αιτήτρια δεν μπόρεσε να δώσει ικανοποιητικές και επαρκείς πληροφορίες για την ομάδα η οποία κατ’ ισχυρισμό την διώκει, το μέγεθος αυτής και ούτε μπόρεσε να εξηγήσει τι σήμαινε το όνομά της, παρά το ότι – ως σημειώθηκε – είναι όνομα που προέρχεται από γλώσσα την οποία η ίδια ομιλεί (Kiurundi). Περαιτέρω, ως κρίθηκε, δεν ανέφερε το λόγο που ήθελαν να την εντάξουν στην ομάδα αυτή και, ερωτηθείσα εν σχέση με τη μέρα που της ζήτησαν να γίνει μέλος, αρκέστηκε στο να αναφέρει ότι ήταν μια Τετάρτη του Απρίλη 2023.  Σχετικά δε με όσα συνέβησαν τις φορές που ήρθαν σπίτι της και προσπάθησαν να τη σκοτώσουν, δεν ήταν σε θέση να τεκμηριώσει τους ισχυρισμούς της, αφού οι μόνες δηλώσεις της ήταν ότι την πρώτη φορά ήρθαν και έφυγαν, τη δεύτερη ότι εκείνη και η οικογένειά της τους είδαν από μακριά και έτρεξαν να φύγουν και την τρίτη ότι μαχαίρωσαν τον αδελφό της και τον σκότωσαν, χωρίς τελικά να είναι σε θέση να παρέχει συγκεκριμένες πληροφορίες και βιωματικά στοιχεία για τις επιθέσεις αυτές, περιοριζόμενη σε γενικόλογες περιγραφές των κατ’ ισχυρισμό επιθέσεων, ακόμα και για τον ισχυριζόμενο θάνατο του αδελφού της.

Στα πλαίσια αξιολόγησης της εξωτερικής αξιοπιστίας του 2ου ισχυρισμού, παρατέθηκαν διαθέσιμες πληροφορίες (ΠΧΚ) που επιβεβαιώνουν ότι οι Imbonerakure είναι η νεολαία του κόμματος CNDD-FDD, σχηματίστηκε από πρώην μαχητές (τότε αντάρτες/rebels) του κυβερνώντος πλέον κόμματος, οι οποίοι δεν διαλύθηκαν ποτέ, αριθμεί περί τις 50.000 μελών και συνδέεται με πολλά περιστατικά βίας κατά πολιτών. Έγινε δεκτό ότι, παρότι οι πληροφορίες αυτές συνάδουν με τα λεγόμενα της αιτήτριας περί διώξεως πολιτών από την ομάδα αυτή, εντούτοις, ενόψει της έλλειψης εσωτερικής αξιοπιστίας, ο 2ος ουσιώδης ισχυρισμός απορρίφθηκε.  

Στη βάση των ως άνω ευρημάτων, δεδομένου και αξιολογούμενου και του προφίλ της αιτήτριας, ήτοι του ότι αυτή πρόκειται για ενήλικη, υγιή, νεαρή γυναίκα, η οποία παρότι έχει ανήλικο παιδί, διαθέτει επαρκές οικογενειακό δίκτυο, οι καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι δεν υφίσταται εύλογος βαθμός πιθανότητας αυτή να υποστεί δίωξη ή σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής της. Αναφορικά ειδικώς με το αρ.19 (2) (γ) του Νόμου, ομοίως, κατέληξαν ότι δεν υφίσταται κίνδυνος κατά της ζωής ή της σωματικής της ακεραιότητας η αιτήτρια κατά την επιστροφή, καθώς στην Bujumbura δεν παρατηρείται αδιάκριτη βία σε υψηλό επίπεδο, με βάση τις διαθέσιμες πληροφορίες.    

Συνεπεία των ανωτέρω η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε ως αβάσιμη και εκδόθηκε κατά της αιτήτριας απόφασης επιστροφής της στη χώρα καταγωγής.

Στην αγόρευση της η συνήγορος της αιτήτριας εισηγείται ότι η επίδικη απόφαση είναι προϊόν πλάνης, συνεπεία ανεπαρκούς έρευνας, δεν αιτιολογείται επαρκώς, δεδομένου ότι, ως αναφέρει, αυτή παρέθεσε πλήρεις και συνεκτικούς ισχυρισμούς, στους οποίους και κάνει αναφορά, που στηρίζουν την επίδικη αίτηση.

Οι καθ' ων η αίτηση αντιτάσσουν ότι η επίδικη απόφαση είναι προϊόν δέουσας έρευνας και εξέτασης, επαρκώς αιτιολογημένη και ουδεμία πλάνη έχει παρεισφρήσει κατά τη λήψη αυτής. Σχετικά με τα ευρήματα τους επί της αναξιοπιστίας των ισχυρισμών της αιτήτριας, ανατρέχοντας στη συνέντευξη, υπεραμύνονται του εύλογου και της ορθότητας τους και λέγουν ότι ουδεμία πλημμέλεια εντοπίζεται στην επίδικη αίτηση και διαδικασία εξέτασης της και ότι η επίδικη απόφαση είναι ορθή και απολύτως αιτιολογημένη.

Δεδομένου ότι όλοι οι προωθούμενοι από την αιτήτρια ισχυρισμοί άπτονται της ουσίας της υπόθεσης, προχωρώ με την επί της ουσίας εξέταση των ενώπιον μου στοιχείων, εξ υπαρχής, η οποία και τελείται σε κάθε περίπτωση (βλ. Ε.Δ.Δ.Δ.Π. Αρ.107/2023, Q. B. T. v. Κυπριακής Δημοκρατίας, ημ.11/02/25).

Στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», Δικαστική ανάλυση, 2018, σελ.98 του εγχειριδίου, αναφέρεται ότι «[…] απαιτείται ισορροπημένη και αντικειμενική αξιολόγηση του αν η αφήγηση του αιτούντος αντικατοπτρίζει την αφήγηση που αναμένεται από ένα πρόσωπο στην κατάσταση του αιτούντος το οποίο αφηγείται μια πραγματική προσωπική εμπειρία.».

Στη σελ.102 του ιδίου εγχειριδίου, αναφέρονται τα εξής:

«[Οι] δείκτες αξιοπιστίας είναι απλοί δείκτες και δεν συνιστούν αυστηρά κριτήρια ή προϋποθέσεις. Παρότι οι τέσσερις δείκτες που προσδιορίστηκαν ανωτέρω (εσωτερική και εξωτερική συνέπεια, επαρκώς λεπτομερείς πληροφορίες και ευλογοφάνεια) αποτυπώνουν τους δείκτες που εφαρμόζουν στην πράξη τα δικαστήρια, κανένας από αυτούς δεν μπορεί να θεωρηθεί καθοριστικός. Η σημασία τους από υπόθεση σε υπόθεση ποικίλλει σημαντικά. Σε κάθε περίπτωση είναι αναγκαία η εξέταση του σωρευτικού τους αντίκτυπου (305).  […]

Από την ανωτέρω ανάλυση προκύπτει ότι δεν υπάρχει απλή απάντηση στο ερώτημα που αφορά τον τρόπο αξιολόγησης της αξιοπιστίας σε υποθέσεις διεθνούς προστασίας. Το μόνο που μπορεί να ειπωθεί είναι ότι η αξιολόγηση πρέπει να διενεργείται με βάση το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, λαμβανομένων υπόψη των αρχών, των μεθόδων και των δεικτών που αναφέρονται στην παρούσα ανάλυση. Οι αρχές, οι μέθοδοι και οι δείκτες αυτοί θα πρέπει να εφαρμόζονται με προσοχή (307), αντικειμενικότητα και αμεροληψία, ώστε να αποφευχθεί τυχόν εσφαλμένη και απλοϊκή απόρριψη, ή αφελής και ανεπιφύλακτη αποδοχή μιας συγκεκριμένης αφήγησης.» 

Εν προκειμένω θα συμφωνήσω με το σύνολο των ευρημάτων και της κατάληξης των καθ’ ων η αίτηση επί του 2ου ουσιώδους ισχυρισμού της αιτήτριας ως επαρκώς και ενδελεχώς τεκμηριωμένα αυτά καταγράφονται στα ερ.69-77 της επίδικης έκθεσης (και παρατίθενται πιο πάνω, στα πλαίσια της παρούσης), καθώς τα λεγόμενα της αιτήτριας παρουσιάζουν πλήθος κενών, σημαντικές ελλείψεις, αντιφάσεις και στερούνται, σε όλη τους την έκταση, χρονικής συνέχειας και ευλογοφάνειας, εκ των οποίων διαβρώνεται αναπόφευκτα και η συνολική αξιοπιστία των δηλώσεων της. Ενδεικτικά σημειώνω ότι η αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να αναφέρει ούτε βασικές πληροφορίες για την ομάδα η οποία κατ’ ισχυρισμό τη διώκει, την ετυμολογία του ονόματος του, το μέγεθος και τη δράση του, και ούτε τελικά να περιγράψει τι ακριβώς έγινε κατά τις κατ’ ισχυρισμό επιθέσεις που δέχθηκε η ίδια και η οικογένεια της. Κατά τα τ’ άλλα αρκεί θεωρώ να υιοθετήσω τα όσα σχετικά σημειώνουν οι καθ’ ων η αίτηση στην επίδικη έκθεση, τα οποία παραθέτω πιο πάνω, και τα οποία δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω στο σημείο αυτό.

Επί της εξωτερικής συνοχής των ισχυρισμών της αιτήτριας σημειώνω ότι εν προκειμένω οι καθ’ ων η αίτηση προέβησαν, ορθώς, σε έρευνα, εκ της οποίας επιβεβαιώνεται η ύπαρξη και δράση της ομάδας αυτής, στα πλαίσια της οποίας γίνονται διώξεις πολιτών, όμως δεικνύουν οι πληροφορίες που βρέθηκαν και τα κενά στα λεγόμενα της αιτήτριας, ως αυτά σχολιάζονται από τους καθ’ ων η αίτηση και παρατίθενται και στα πλαίσια της παρούσης πιο πάνω, σχετικά με την άγνοια της αιτήτριας για το όνομα της ομάδας αυτής, το μέγεθος και τη δράση της. [1], [2], [3] Τα ευρήματα των καθ’ ων η αίτηση επιβεβαιώνονται και από έρευνα του Δικαστηρίου σε πιο επίκαιρες διαθέσιμες πληροφορίες. [4] Όμως, σε κάθε περίπτωση, η ύπαρξη και δράση του κατ’ ισχυρισμό διώκτη της αιτήτριας δεν αρκεί βεβαίως για να υπερκερασθεί η παντελής έλλειψη εσωτερικής συνοχής των λεγομένων της, ενόψει και της συνολικής θεώρησης των δεικτών αξιοπιστίας. Αξίζει να σημειωθεί ότι, ως στο εγχειρίδιο EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», σελ.97, αναφέρεται, «[…] είναι αναγκαία η επαγρύπνηση για καταστάσεις στις οποίες ορισμένοι αιτούντες μπορεί να προσαρμόσουν τους ισχυρισμούς τους ώστε να είναι συνεπείς με συναφείς ΠΧΚ, οι οποίες κατά την άποψή τους θα στηρίξουν την αίτησή τους.». 

Στην απουσία λοιπόν περαιτέρω μαρτυρίας που θα συμπλήρωνε τα κενά και τις ελλείψεις, ως ανωτέρω καταγράφονται, είναι η κατάληξη μου ότι τα τρωτά σημεία του αφηγήματος της αιτήτριας παραμένουν και δεν αφήνουν περιθώριο αποδοχής του.

Απομένει λοιπόν μια επικαιροποιημένη αποτίμηση της κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής της αιτήτριας (Bujumbura).

Στη βάση δεδομένων ACLED (ενημέρωση 27/02/26), για την Bujumbura, αναφέρονται 16 περιστατικά ασφαλείας τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 1 θάνατο, και κατατάσσονται ως ακολούθως: 1 περιστατικό διαδήλωσης χωρίς θάνατο, 11 περιστατικά πολιτικής βίας, με 1 θάνατο, 11 περιστατικά πολιτικής καταστολής (repression), χωρίς θάνατο, και 1 περιστατικό τρομοκρατικής δραστηριότητας με 1 καταγεγραμμένο θάνατο[5]. Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός του Μπουρούντι ανέρχεται περί τα 14,7 εκατομμύρια κατοίκων, στην ευρύτερη περιοχή της Bujumbura περί τα 1.4 εκατομμύρια κατοίκων.[6]

Είναι κατάληξη μου, αποτιμώντας τις ως άνω πληροφορίες, ότι δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα η αιτήτρια να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στην περιοχή όπου διέμενε, και στην οποία εύλογα αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας της στην περιοχή. Δεν μπορώ δε να εντοπίσω ιδιαίτερες περιστάσεις που θα μπορούσαν να επιτείνουν τον κίνδυνο ειδικώς για την αιτήτρια, ενόψει της απόρριψης του αφηγήματος της, σε σύγκρισή με τον γενικό πληθυσμό της περιοχής, στη βάση της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας»[7] (βλ. απόφαση ΔΕΕ, ημ.10/06/21, C-901/19, CF and DN).

Εν προκειμένω λαμβάνω υπόψη και συνυπολογίζω ότι η αιτήτρια είναι περί των 28 ετών σήμερα, υγιής, ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, με προηγούμενη εργασιακή εμπειρία και διαθέτει, στη βάση όσων η ίδια ανέφερε, ευρύτατο υποστηρικτικό δίκτυο στην Bujumbura, όπου έχει ζήσει όλη της τη ζωή, ήτοι γονείς και αδελφές, με τους οποίους διαμένει – από τον καιρό που η αιτήτρια έφυγε από τη χώρα - και το παιδί της. Σημειώνω εδώ ότι, στη βάση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δεδομένης και της πληθώρας των σύγχρονων μέσων επικοινωνίας και κοινωνικής δικτύωσης, δεν μπορώ να δεχθώ ότι η αιτήτρια αδυνατεί να επικοινωνήσει με την οικογένεια της, σε περίπτωση επιστροφής. Τα δεδομένα τούτα αρκούν για να γίνει δεκτό ότι η αιτήτρια αναμένεται να λάβει στήριξη και στέγαση κατά την επιστροφή της μέχρι να ορθοποδήσει και βιοποριστεί, προκειμένου να συντηρήσει τον εαυτό της και το παιδί της, το οποίο είναι περί των 10 ετών σήμερα.

Έπεται λοιπόν ότι η αιτήτρια δεν κατάφερε να τεκμηριώσει βάσιμο φόβο «καταδίωξης [της] για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων» και δεν υφίστανται «ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς [της], θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη», ως αμφότερες αυτές οι έννοιες ορίζονται στα αρ.3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου. Δεδομένων δε των ως άνω διαπιστώσεων μου δεν θεωρώ ότι η επιστροφή της αιτήτριας θα είναι σε παράβαση του εκ των αρ.2 και 3 της ΕΣΔΑ δικαιώματος του στην μη επαναπροώθηση.

Η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με έξοδα €1000 υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας.

 

 

Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[1] Acled, Impunity, the Imbonerakure, and Instability in Burundi, 25/10/2018, διαθέσιμο στο: https://acleddata.com/2018/10/25/impunity-the-imbonerakure-and-instability-in-burundi/

[2] Africa News, Burundi: thousands celebrate ‘ Imbonerakure day’, 28/08/2023, διαθέσιμο στο: https://www.africanews.com/2023/08/28/burundi-thousands-celebrate-imbonerakure-day//

[3] Human Rights Watch, Burundi: Attacks by Ruling Party Youth League Members, 19/01/2017, διαθέσιμο στο: https://www.hrw.org/news/2017/01/19/burundi-attacks-ruling-party-youth-league-members

[4] HRW (Human Rights Watch), World Report 2025 - Burundi, 16 January 2025,  https://www.hrw.org/world-report/2025/country-chapters/burundi, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης  29/04/2026)

[6] Worldpopulation διαθέσιμο σε  https://worldpopulationreview.com/countries/burundi (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 29/04/2026)

[7] Εγχειρίδιο EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική ανάλυση, σελ.26-28, διαθέσιμο εδώ: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο