ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθ. Αρ.: 4629/24
30 Απριλίου, 2026
[Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, ΔΔΔΔΠ.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
Y.S.F.
Αιτήτρια
-και-
Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Η Αιτήτρια εμφανίζεται προσωπικά.
Ε. Ιωάννου (κα), Δικηγόρος για τους Καθ' ων η Αίτηση.
(Παρούσα η μεταφράστρια κα Ζ. Αγαπίου, για πιστή μετάφραση από τα ελληνικά στα αγγλικά και αντίστροφα).
ΑΠΟΦΑΣΗ
Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π: Με την παρούσα προσφυγή, η Aιτήτρια προσβάλλει την από 24/10/24, απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση, με την οποία απερρίφθη το αίτημά της για διεθνή προστασία, αναφέροντας ότι η ζωή της θα κινδυνεύσει σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα της.
Γεγονότα
Η Αιτήτρια είναι υπήκοος Καμερούν και συμπλήρωσε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας στις 20/01/2020, αφού εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές, παραλαμβάνοντας στις 20/01/2020 την σχετική Βεβαίωση Υποβολής Αιτήματος Διεθνούς Προστασίας.
Στις 26/08/2024 και στις 17/09/2024 πραγματοποιήθηκε η συνέντευξη της Αιτήτριας από λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου και στις 24/10/2024 ο αρμόδιος λειτουργός συνέταξε Έκθεση/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του αιτήματος της Αιτήτριας. Στις 24/10/2024, συγκεκριμένος λειτουργός, δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών να ασκεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, ενέκρινε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης.
Η απορριπτική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία περιέχεται στην επιστολή ημερομηνίας 13/11/2024, μαζί με την αιτιολογία αυτής, παραλήφθηκε δια χειρός από την Αιτήτρια στις 13/11/2024, θέτοντας την υπογραφή της αφού προηγουμένως της επεξηγήθηκε το περιεχόμενο της σε γλώσσα που κατανοεί πλήρως.
Η Αιτήτρια καταχώρησε την υπό κρίση προσφυγή στις 20/11/2024.
Νομικοί ισχυρισμοί
Στην γραπτή της αγόρευση, η Αιτήτρια δήλωσε ότι σε περίπτωση επιστροφής της στο Καμερούν θα την σκοτώσουν, θα την ξυλοκοπήσουν μέχρι θανάτου και θα κινδυνεύσει με φυλάκιση εξαιτίας του σεξουαλικού της προσανατολισμού, που θεωρείται ταμπού στην χώρα της και τιμωρείται νομικά. Ισχυρίστηκε ότι κατά την διάρκεια της συνέντευξης της ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, δεν της έδωσαν την ευκαιρία να αναπτύξει τους ισχυρισμούς της, και ότι της έλεγαν να σταματήσει να μιλάει. Προσέθεσε ότι μετά το θάνατο του παππού της, οι κάτοικοι του χωριού κατηγόρησαν τη γιαγιά της ως μάγισσα και ως υπεύθυνη για τον θάνατό του. Λόγω αυτής της φήμης και της απομόνωσης που υπέστη η οικογένεια, απαγορεύτηκε σε όλους να επιστρέψουν στο χωριό. Ο επικεφαλής της συνοικίας όπου διέμεναν (ΚΟΣΑΛΑ 1) τους συμβούλευσε να μεταφερθούν σε άλλη συνοικία για λόγους ασφαλείας, και έτσι εγκαταστάθηκαν στην ΚΟΣΑΛΑ 2, όπου κανείς δεν τους γνώριζε. Η Αιτήτρια δήλωσε ότι η τελευταία φορά που είδε τη μητέρα της ήταν μετά τον θάνατο του παππού της, όταν ήταν δέκα ετών.
Εν συνεχεία, επανέλαβε όσα είχε δηλώσει κατά τη συνέντευξή της σχετικά με το χρονικό σημείο κατά το οποίο συνειδητοποίησε τον σεξουαλικό της προσανατολισμό και περιέγραψε την εσωτερική διαδικασία που ακολούθησε, έως ότου, σε ηλικία 14 ετών, αποκαλύψει τα συναισθήματά της προς τη φίλη και συμμαθήτριά της, ονόματι Falon. Η τελευταία αρχικά την απέρριψε, ωστόσο, μετά από κάποιο χρονικό διάστημα, δέχθηκε να βγαίνει μαζί της κρυφά, μέχρι τη στιγμή που ο σύντροφός της τις συνέλαβε επ’ αυτοφώρω στις τουαλέτες του σχολείου. Συνέχισε ότι ο σύντροφός της άρχισε να φωνάζει προκαλώντας την προσέλευση καθηγητών και του διευθυντή, οι οποίοι άρχισαν να τις χτυπούν. Η συμμαθήτριά της, υπό πίεση, αρνήθηκε οποιαδήποτε σχέση, ισχυριζόμενη ότι εξαναγκάστηκε, ενώ παρέδωσε και την προσωπική επιστολή που της είχε στείλει η Αιτήτρια. Εν συνεχεία, επέστρεψε σπίτι όπου ο θείος της την χτύπησε με αποτέλεσμα η Αιτήτρια να νιώθει ακόμη μεγαλύτερη ντροπή και φόβο. Εξαιτίας όλων των ανωτέρω η Falon την εγκατέλειψε και απεβλήθη από το σχολείο.
Περαιτέρω, δήλωσε ότι ο κόσμος άρχισε να προσβάλλει την ίδια και την οικογένεια της δημόσια και αυτό οδήγησε τη γιαγιά της να την πάει σε έναν βοτανολόγο, με σκοπό να «αποδαιμονισθεί» από το κακό πνεύμα που, σύμφωνα με τις αντιλήψεις της γιαγιάς της, την είχε κυριεύσει. Αναφέρθηκε, ακόμη, στη σωματική βία και τραύματα/σημάδια που φέρει ακόμη και σήμερα, τα οποία υπέστη κατά την διάρκεια της επίσκεψης της στο βοτανολόγο. Εν συνεχεία, η γιαγιά της την πήγε στην καθολική εκκλησία, όπου έμεινε για τρεις ημέρες με τον ιερέα της εκκλησίας. Κατά τη διάρκεια αυτών των ημερών νήστευαν και προσεύχονταν, ώστε να συνετισθεί. Όταν ήρθε η γιαγιά της, της είπε ότι θεραπεύτηκε, ώστε να επιστρέψουν στο σπίτι. Συνέχισε ότι η γιαγιά της, της απαγόρευσε να κάνει παρέα με κοπέλες και την ανάγκασε να πηγαίνει στις λειτουργίες της εκκλησίας. Παράλληλα ξεκίνησε να φοιτά σε ένα νέο γυμνάσιο, το Victory Comprehensive College, το 2015.
Επιπλέον, αναφέρθηκε στις συνθήκες υπό τις οποίες γνώρισε τη δεύτερη σύντροφό της, ονόματι Ariette, την οποία δήλωσε ότι είδε πρώτη φορά στο γήπεδο του καθολικού σχολείου, όπου πήγαινε και παρακολουθούσε γυναικείο ποδόσφαιρο τις Κυριακές(σελ. 4 γραπτής αγόρευσης). Στην αρχή δήλωσε ότι φοβόταν και ήταν επιφυλακτική επειδή δεν ήθελε να την δουν με κοπέλες. Αντάλλαξαν στοιχεία επικοινωνίας πρώτη φορά όταν η ανωτέρω κοπέλα πήγε να την βρει στην εκκλησία επειδή δεν έβλεπε την Αιτήτρια για κάποιο διάστημα στο γήπεδο. Κατά την πρώτη τους συνάντηση στο γήπεδο, η Αιτήτρια της αποκάλυψε τι της είχε συμβεί, και η Ariette την καθησύχασε και την διαβεβαίωσε ότι μαζί της δεν θα ήταν έτσι. Ανέφερε ότι η Ariette έμενε σε άλλη πόλη και ότι δεν πήγαιναν στο ίδιο σχολείο καθώς και ότι αυτή ήταν η πρώτη ολοκληρωμένη σχέση που είχε με γυναίκα. Ανέφερε ότι ήταν πολύ ερωτευμένες με την Ariette και, λόγω αυτών των έντονων συναισθημάτων, τράβηξαν, ξεχνώντας πού βρίσκονται, κάποιες φωτογραφίες και βίντεο στο κινητό της τελευταίας. Την ημέρα των γενεθλίων της Ariette, η Αιτήτρια, έχοντας την άδεια της γιαγιάς της, καθότι την είχε συστήσει ως φίλη από την εκκλησία, πήγε στο πάρτι με το ποδήλατό της. Ανέφερε ότι ενώ επρόκειτο να επιστρέψει και καθώς ήταν με την Ariette, τις πλησίασαν δύο φίλοι του μεγαλύτερου αδελφού της και άρπαξαν το κινητό της Ariette. Στη συνέχεια, είδαν ένα βίντεο τους και το έστειλαν στον αδελφό της, με αποτέλεσμα η Αιτήτρια να επιστρέψει φοβισμένη στο σπίτι της.
Εν συνεχεία, περιέγραψε τις συνθήκες υπό τις οποίες δύο αγόρια, φορώντας μάσκες, εισέβαλαν στο σπίτι της το επόμενο βράδυ, απείλησαν την Αιτήτρια ότι θα τη σκοτώσουν, κατηγορώντας την πως «διαφθείρει τα κορίτσια» της περιοχής, και προειδοποιώντας την να μείνει μακριά από την Ariette. Η γιαγιά της προσπάθησε να τους σταματήσει, ικετεύοντας να την αφήσουν, ωστόσο ένας από τους δράστες τη βίασε, ενώ ο άλλος, οπλισμένος, πυροβόλησε τη γιαγιά της προκαλώντας τον θάνατό της. Η Αιτήτρια λιποθύμησε από το σοκ και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο, όπου συνήλθε δύο ημέρες αργότερα, μαθαίνοντας τα γεγονότα από το θείο της. Μετά την έξοδο της από το νοσοκομείο επέστρεψε στο σπίτι του θείου της. Ανέφερε ότι κρυβόταν επειδή πολλά άτομα είδαν το βίντεο της με την Ariette, με αποτέλεσμα η τελευταία να συλληφθεί και η οικογένεια της να κατηγορεί την Αιτήτρια για την σύλληψη της. Δήλωσε ότι ο θείος της πούλησε τη φάρμα και προσπάθησε να τη βοηθήσει να φύγει από το Καμερούν, αφού αντιλήφθηκε ότι κινδυνεύει συνεχώς λόγω του σεξουαλικού της προσανατολισμού.
Τέλος, δήλωσε ότι στην Κύπρο έχει συνάψει σχέση με μια κοπέλα ονόματι Flora Ntolo Celestine Same, η οποία διαμένει στην Λάρνακα. Την γνώρισε μέσω του TikTok το 2021, και παρόλο που έχουν δυσκολίες η σχέση τους είναι δυνατή.
Οι Καθ' ων η αίτηση, με τη Γραπτή τους Αγόρευση, υποστηρίζουν ότι η επίδικη απόφαση έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος, των Νόμων και Κανονισμών, μετά από δέουσα έρευνα και ορθή ενάσκηση των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους Καθ' ων η αίτηση και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά στοιχεία, γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης, σύμφωνα με τις γενικές αρχές διοικητικού δικαίου και είναι δε επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη. Η ευπαίδευτη συνήγορος των Καθ’ων η Αίτηση κατέγραψε λεπτομερώς στην αγόρευση της τους λόγους που οδήγησαν στο συμπέρασμα έλλειψης εσωτερικής αξιοπιστίας της Αιτήτριας σε σχέση με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό της, βάσει του μοντέλου αξιολόγησης DSSH. Με παραπομπές σε σχετική νομολογία, υποστήριξε επίσης ότι στη βάση των ισχυρισμών της, οι οποίοι αποτελούν και το σημείο αφετηρίας της διαδικασίας εξέτασης των κρίσιμων γεγονότων, δεν προέκυψε εύλογη πιθανότητα να αντιμετωπίσει μεταχείριση η οποία θα ισοδυναμούσε με δίωξη ή σοβαρή βλάβη.
Ισχυρισμοί Αιτήτριας στην Υπηρεσία Ασύλου
Θα προχωρήσω εξετάζοντας τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου οι οποίοι συμπεριλαμβάνονται στο περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, ενόψει και της υποχρέωσης που έχει το παρόν Δικαστήριο να προβαίνει σε έλεγχο, εκτός της νομιμότητας, και της ορθότητας κάθε προσβαλλόμενης απόφασης, εξετάζοντας πλήρως τα γεγονότα και τα νομικά ζητήματα που τη διέπουν, και την ανάγκη χορήγησης διεθνούς προστασίας σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Προσφύγων Νόμου (βλ. άρθρο 11(3) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν. 73(I)/2018).
Κατά την καταγραφή της αίτησης της για διεθνή προστασία η Αιτήτρια δήλωσε ότι εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής της καθότι εγκαταλείφθηκε από τους γονείς της σε μικρή ηλικία και μεγάλωσε με τους παππούδες και το θείο της. Μετά τον θάνατο του παππού της το 2016, οι κάτοικοι του χωριού κατηγόρησαν τη γιαγιά τη ότι σκότωσε τον σύζυγό της με μαγεία. Επειδή το χωριό είναι γεμάτο κακούς ανθρώπους που δεν θέλουν να ακούν για μαγεία, αν επιστρέψει εκεί θα την σκοτώσουν. Έτσι ο θείος της προσπάθησε να βρει τρόπο να έρθει στην Κύπρο για να σωθεί (Ερ. 5 του δ.φ. σε ελεύθερη μετάφραση).
Κατά την συνέντευξη της Αιτήτριας και αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής της δήλωσε ότι κινδυνεύει η ζωή της λόγω του σεξουαλικού προσανατολισμού της. Εν συνεχεία τέθηκαν στην Αιτήτρια ερωτήσεις διερευνητικές ως προς τα επιμέρους στοιχεία του μεθοδολογικού μοντέλου DSSH (Difference, Shame, Stigma and Harm), το οποίο χρησιμοποιήθηκε για την διερεύνηση του ισχυρισμού της Αιτήτριας περί του σεξουαλικού της προσανατολισμού.
Ειδικότερα, κληθείσα να αποκριθεί πότε ξεκίνησε να αντιλαμβάνεται την έλξη της προς άτομα του ιδίου φύλου, δήλωσε ότι σε ηλικία 5 ετών είχε τις πρώτες ενδείξεις, όταν κατά την διάρκεια ενός παιχνιδιού που έπαιζαν στην Αφρική ήθελε να έχει μια γυναίκα ως σύζυγο. Συνέχισε πως σε ηλικία 11 ετών συνειδητοποίησε την έλξη της προς άτομα του ιδίου φύλου όταν άρχισε να νιώθει διαφορετικά για μια συμμαθήτρια της στο γυμνάσιο. Επεξήγησε ότι, ως προς τα συναισθήματά της για τη συμμαθήτριά της, ένιωθε άνετα και χαρά όταν την έβλεπε και της μιλούσε. Ανέφερε ότι, κατά τη διαμονή της στο Καμερούν, συνήψε δύο σχέσεις με γυναίκες.
Κληθείσα να περιγράψει την πρώτη της σχέση με άτομο του ίδιου φύλου, αναφέρθηκε στην ανωτέρω συμμαθήτριά της, ονόματι Falon, με την οποία εν τέλει συνήψε κρυφή σχέση το 2014, ενώ φοιτούσαν στο γυμνάσιο. Δήλωσε ότι η σχέση αυτή διήρκεσε έξι μήνες. Επεσήμανε ότι με την ανωτέρω κοπέλα ήταν φίλες για περίπου τρία έτη (2011–2014), προτού προχωρήσουν σε σχέση. Δήλωσε ότι, σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών, της αποκάλυψε τα συναισθήματά της· αρχικά η Falon την απέρριψε, αργότερα όμως συμφώνησε να συνάψει σχέση μαζί της, υπό τον όρο να διατηρεί παράλληλα σχέση και με τον τότε σύντροφό της. Ως προς τη δεύτερη σχέση της, δήλωσε ότι η σύντροφός της ονομάζεται Ariet, η οποία την προσέγγισε πρώτη το 2016. Η Αιτήτρια ανέφερε ότι αρχικά αρνήθηκε, καθώς φοβήθηκε εξαιτίας όσων είχαν συμβεί κατά την πρώτη της σχέση. Δήλωσε ότι η ομοφυλοφιλία δεν είναι αποδεκτή στη χώρα της και ότι η κοινωνία μεταχειρίζεται με αρνητικό τρόπο τα ομοφυλόφιλα άτομα. Εν συνεχεία, όταν κλήθηκε να περιγράψει πώς ένιωθε ζώντας σε μια χώρα όπου η ομοφυλοφιλία δεν είναι αποδεκτή, αποκρίθηκε ότι αισθανόταν φόβο και περιθωριοποίηση, καθώς όλοι γνώριζαν τον σεξουαλικό της προσανατολισμό, εξαιτίας όσων είχαν συμβεί με τους γονείς της πρώτης συντρόφου της.
Ως προς το στοιχείο της βλάβης, δήλωσε ότι δέχθηκε ξυλοδαρμό από τους γονείς και τον μεγαλύτερο αδελφό της πρώτης συντρόφου της, όταν οι τελευταίοι ανακάλυψαν ότι διατηρούσαν ερωτική σχέση. Δήλωσε, ακόμη, ότι δέχθηκε απειλές θανάτου από τον μεγαλύτερο αδελφό της δεύτερης συντρόφου της, όταν εκείνος ανακάλυψε ένα ερωτικό βίντεο τους στο κινητό της συντρόφου της. Τέλος, δήλωσε ότι ο αδελφός της δεύτερης συντρόφου της έστειλε δύο ένοπλα άτομα στο σπίτι της, προκειμένου να την εκφοβίσουν. Στη συνέχεια, οι δράστες πυροβόλησαν τη γιαγιά της και βίασαν την Αιτήτρια. Η Αιτήτρια ανέφερε ότι έχασε τις αισθήσεις της και, όταν συνήλθε, βρισκόταν στο νοσοκομείο, όπου παρέμεινε για περίπου μία έως δύο ημέρες. Μετά την έξοδό της από το νοσοκομείο, μετέβη στην οικία των θείων της, όπου διέμεινε από τα τέλη Νοεμβρίου 2018 έως και τις αρχές Ιανουαρίου 2020, οπότε και εγκατέλειψε τη χώρα. Ανέφερε ότι δεν απευθύνθηκε στην αστυνομία σχετικά με τον βιασμό της, καθώς δεν γνώριζε τους δράστες και, επιπλέον, η ομοφυλοφιλία είναι παράνομη στη χώρα της.
Ερωτηθείσα σχετικά με το εάν υπάρχουν κοινωνικές υπηρεσίες ή ομάδες που να υποστηρίζουν/προωθούν τα δικαιώματα των ΛΟΑΤΚΙ ατόμων στο Καμερούν αποκρίθηκε αρνητικά. Αναφέρθηκε στην ύπαρξη μιας τέτοιας ομάδας στην Κύπρο, την οποία γνώρισε μέσω μιας φίλης της το 2023. Ως προς την ορατότητα του σεξουαλικού της προσανατολισμού στην κοινωνία του Καμερούν, δήλωσε ότι όλοι γνωρίζουν για τον σεξουαλικό της προσανατολισμό εξαιτίας αυτού που συνέβη με την πρώην σύντροφό της και τους γονείς της. Επεξήγησε ότι γνωρίζει και η οικογένεια της τον σεξουαλικό της προσανατολισμό, πληροφορία που έμαθε από την πρώτη σύντροφό της. Ως προς την αντίδραση της οικογένειας της δήλωσε ότι ένιωθαν ντροπή, απογοήτευση και αμφιβολίες ως προς τον τρόπο υπό τον οποίο την μεγάλωσαν.
Εισηγητική έκθεση – Απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου
Ο αρμόδιος λειτουργός, κατά την εισηγητική του έκθεση, εντόπισε δύο (2) ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, τα οποία προκύπτουν από τις δηλώσεις της Αιτήτριας:
1. Υπήκοος Καμερούν, γεννηθείσα στην πόλη Kumba, της επαρχίας Meme, της περιφέρειας Southwest, όπου διέμενε μέχρι την αναχώρηση της από τη χώρα καταγωγής της το 2023.
2. Ο σεξουαλικός προσανατολισμός της Αιτήτριας, ως ομοφυλόφιλου ατόμου.
Με παραπομπές στις δηλώσεις της Αιτήτριας και αναφορές σε διαδικτυακές πηγές, ο λειτουργός έκανε αποδεκτό το πρώτο ουσιώδες πραγματικό περιστατικός.
Ωστόσο, ο δεύτερος ισχυρισμός της Αιτήτριας περί του σεξουαλικού της προσανατολισμού δεν έγινε αποδεκτός. Ο λειτουργός χρησιμοποίησε το μεθοδολογικό μοντέλο DSSH (Difference, Shame, Stigma and Harm) το οποίο προωθείται από την UNHCR ως καλή πρακτική για την εξέταση αιτημάτων διεθνούς προστασίας που αφορούν τον σεξουαλικό προσανατολισμό και την ταυτότητα φύλου και έκρινε κατόπιν ανάλυσης των κριτηρίων του ανωτέρω μοντέλου σε συνάρτηση με τις δηλώσεις και αποκρίσεις της Αιτήτριας ότι οι απαιτήσεις των ανωτέρω στοιχείων δεν πληρούνται.
Πιο συγκεκριμένα, ως προς το στοιχείο της διαφορετικότητας κρίθηκε πως η Αιτήτρια δεν μπορούσε να απαντήσει με λεπτομέρειες και συγκεκριμένες πληροφορίες αναφορικά με την σεξουαλικότητα της. Δεν μπορούσε να αποσαφηνίσει πως το ότι έπαιζε ένα δημοφιλές παιχνίδι στην Αφρική, κατά το οποίο έπρεπε να έχεις οικογένεια, η ίδια ήθελε να έχει γυναίκα, την έκανε σε ηλικία των 5 ετών να συνειδητοποιήσει την σεξουαλικότητα της. Ούτε κατάφερε να παραθέσει ικανοποιητικές πληροφορίες σχετικά με το χρόνο κατά τον οποίο συνειδητοποίησε πλήρως τον σεξουαλικό της προσανατολισμό καθώς και να περιγράψει την εσωτερική διεργασία που ακολούθησε μέχρι την διαπίστωση της σεξουαλικότητας της. Κρίθηκε, ακόμη, ότι η Αιτήτρια δεν κατάφερε να αποσαφηνίσει πως το γεγονός ότι έβλεπε ένα κορίτσι στο σχολείο, με το οποίο ένιωθε άνετα και μπορούσε να της μιλήσει, συνδέεται με τη συνειδητοποίηση του σεξουαλικού της προσανατολισμού. Ως ασυνεχείς και μη συνεκτικές κρίθηκαν οι δηλώσεις της, όταν κλήθηκε να περιγράψει τα συναισθήματά της κατά την περίοδο από την ηλικία των πέντε ετών, οπόταν άρχισε να αισθάνεται διαφορετική, έως και την ηλικία των έντεκα ετών, όταν συνειδητοποίησε τη σεξουαλικότητά της. Περαιτέρω, κρίθηκε ότι η Αιτήτρια δεν κατόρθωσε να επεξηγήσει με σαφήνεια πώς οδηγήθηκε στο να προσεγγίσει πρώτη ερωτικά την πρώτη σύντροφό της, ενώ η ίδια είχε δηλώσει ότι ήταν ντροπαλή και φοβόταν μήπως αποκαλυφθεί ο σεξουαλικός της προσανατολισμός και ως εκ τούτου κινδυνεύσει.
Ως προς τα στοιχεία του στίγματος και της ντροπής, κρίθηκε ότι η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να αποσαφηνίσει με ποιο τρόπο το περιστατικό με τους γονείς της πρώτης συντρόφου της μαθεύτηκε σε όλο το δρόμο. Ούτε κατόρθωσε να περιγράψει με λεπτομέρεια τα συναισθήματά της αναφορικά με την αντίδραση της οικογένειάς της, όταν αποκαλύφθηκε η σεξουαλική της ταυτότητα, καθώς και να αναφερθεί σε συναισθήματα φόβου, στίγματος ή ντροπής που ενδεχομένως βίωσε εξαιτίας αυτής. Επίσης, θα αναμένονταν να είναι σε θέση να περιγράψει με περισσότερες πληροφορίες την προσέγγιση της κοινωνίας ως προς τα ομοφυλόφιλα άτομα. Τέλος, κρίθηκε ότι εκλείπει το προσωπικό στοιχείο από την αφήγηση της σε σχέση με τον κατ’ ισχυρισμόν ξυλοδαρμό της από την οικογένεια της πρώτης συντρόφου της.
Σε σχέση με το στοιχείο της βλάβης, κρίθηκε ότι υπέπεσε σε αντιφάσεις σε σχέση με το λόγο για τον οποίο εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής της. Εντοπίστηκαν αποκλίσεις στις δηλώσεις της κατά την υποβολή της αίτησης της για διεθνή προστασία σε σύγκριση με όσα δήλωσε κατά την συνέντευξη της σε σχέση με το λόγο για τον οποίο εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής της. ούτε ήταν σε θέση να τεκμηριώσει με επάρκεια τις ανωτέρω αποκλίσεις όταν υπεδείχθησαν στην ανωτέρω. Περαιτέρω, κρίθηκε ότι υπέπεσε σε αντιφάσεις και ασάφειες αναφορικά με το περιστατικό του βιασμού της και τον τρόπο με τον οποίο αυτό συνδέεται με τις απειλές θανάτου που δέχθηκε από τον αδελφό της δεύτερης συντρόφου της. Επίσης, διαπιστώθηκε ότι δεν ήταν σε θέση να επεξηγήσει με ποιον τρόπο προστάτευε τον εαυτό της στη χώρα καταγωγής της, όντας ομοφυλόφιλη. Τέλος, κρίθηκε ότι δεν είχε πλήρη αντίληψη της επικρατούσας κατάστασης στη χώρα της, ως προς την κοινωνική και κρατική μεταχείριση των ομοφυλόφιλων ατόμων.
Σε σχέση με την εξωτερική αξιοπιστία του υπό κρίση ισχυρισμού, παρατέθηκαν πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σε σχέση με την μεταχείριση των ΛΟΑΤΚΙ ατόμων στο Καμερούν. Ωστόσο ενόψει του ότι δεν θεμελιώθηκε η εσωτερικής αξιοπιστία, ο υπό κρίση ισχυρισμός απορρίφθηκε στο σύνολο του.
Κατά την εξέταση του κινδύνου και στο πλαίσιο των ισχυρισμών που έγιναν δεκτοί, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε αναφορικά με το πρώτο ουσιώδες πραγματικό περιστατικό πως επί τη βάσει των πληροφοριών από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στην χώρα και ειδικότερα στην περιφέρεια SouthWest (όπου υπάγεται η Kumba) συμπεραίνεται πως συντρέχει εύλογη πιθανότητα να υποστεί η Αιτήτρια μεταχείριση που ισοδυναμεί με δίωξη ή σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής της εκεί καθότι η κρίση επηρεάζει το αγγλόφωνο τμήμα της χώρας.
Προχωρώντας, στη νομική ανάλυση, οι Καθ' ων η αίτηση διαπιστώνουν επί τη βάσει των προβαλλόμενων αποδεκτών ισχυρισμών της Αιτήτριας, ότι εκλείπει το αντικειμενικό στοιχείο του φόβου και συνεπώς, δεν προκύπτει βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης δυνάμει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου. Στη συνέχεια, εφαρμόζοντας τη σχετική νομολογία του ΔΕΕ για την αναπροσαρμοζόμενη κλίμακα στα πλαίσια αξιολόγησης του κατά πόσο η Αιτήτρια είναι δικαιούχος συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19 του ίδιου νόμου, κρίνουν ότι δεν συντρέχει πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης λόγω αδιάκριτης βίας με μόνη την παρουσία της Αιτήτριας στον τόπο συνήθους διαμονής της στην χώρα καταγωγής της, ούτε διαπιστώνουν οιονδήποτε παράγοντα επίτασης κινδύνου βάσει των ατομικών της περιστάσεων. Ως συνέπεια, η αίτηση διεθνούς προστασίας της απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμη.
Σημειώνω στο σημείο αυτό ότι η Αιτήτρια εμφανίζεται προσωπικά και δεν εκπροσωπείται από συνήγορο. Στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας καταχώρησε γραπτή αγόρευση, με την οποία έθεσε πραγματικούς ισχυρισμούς ώστε να επαναξιολογηθεί η αξιοπιστία της και έδωσε περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με τον ουσιώδη ισχυρισμό που αποτελεί βάση προς τεκμηρίωση του αιτήματός της, ήτοι ότι η ίδια είναι ομοφυλόφιλη.
Υπενθυμίζω στο σημείο αυτό την αρχή της ενδελεχούς εξέτασης των αιτήσεων διεθνούς προστασίας. Βάσει του Προοιμίου της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2013/32/ΕΕ υπό παρ. (34): «Οι διαδικασίες εξέτασης των αναγκών διεθνούς προστασίας θα πρέπει να είναι τέτοιες ώστε οι αρμόδιες αρχές να μπορούν να εξετάζουν ενδελεχώς τις αιτήσεις παροχής διεθνούς προστασίας.». Συνακόλουθα, ως έχει κρίνει το ΔΕΕ, «Η εκτίμηση [.] της σοβαρότητας του κινδύνου πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να γίνεται με προσοχή και σύνεση, δεδομένου ότι διακυβεύονται οι ατομικές ελευθερίες και η ακεραιότητα του ανθρώπου, ζητήματα που άπτονται των θεμελιωδών αξιών της Ένωσης.»[1]. Την αρχή της ενδελεχούς εξέτασης έχει εξάλλου υιοθετήσει και το Συμβούλιο της Επικρατείας ενδεικτικά στην απόφασή του 2512/2011, βάσει της οποίας «προκύπτει ότι, ενόψει της φύσεως και της σημασίας των διακυβευομένων αγαθών σε περίπτωση αναγκαστικής επιστροφής του αιτουμένου άσυλο αλλοδαπού στη χώρα του, επιβάλλεται, στο πλαίσιο της, κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 4 της Οδηγίας, αξιολόγησης της αιτήσεως προστασίας σε εξατομικευμένη βάση, η ενδελεχής εξέταση των προβαλλομένων ουσιωδών ισχυρισμών»[2].
Με βάση τις ανωτέρω παρατηρήσεις και γραμμή που καθορίστηκε από τη νομολογία σε σχέση με την ερμηνεία των διατάξεων των Ευρωπαϊκών Οδηγιών για το Άσυλο, έκρινα ότι το Δικαστήριο όφειλε να διασαφηνίσει στοιχεία που αφορούν τον πυρήνα του αιτήματος της Αιτήτριας και να λάβει επιπρόσθετες πληροφορίες από την Αιτήτρια. Μετά από ερωτήσεις που τέθηκαν κατά την ακρόαση ημερομηνίας 20 Ιουνίου 2025, η Αιτήτρια περιέγραψε την ψυχολογική της κατάσταση ενώ βρισκόταν στη χώρα της, την οικογενειακή της κατάσταση, την αντιμετώπισή της από την κοινότητα και το ότι ενώ βρισκόταν στη χώρα της έπεσε θύμα βιασμού. Καθοριστική της όμως ήταν η μαρτυρία ότι είχε σχέση με κάποια γυναίκα ενώ βρισκόταν στην Κύπρο, με την οποία συγκατοίκησαν και μετέπειτα διαφάνηκε ότι η σχέση τους αυτή ήταν κακοποιητική, με αποκορύφωμα την επίθεση της συντρόφου της το Μάρτιο του 2025. Όπως ανέφερε η Αιτήτρια, την επίθεση αυτή την κατήγγειλε στην αστυνομία. Μετά από τη μαρτυρία της αυτή, το Δικαστήριο της έδωσε χρόνο ώστε να προσκομίσει σχετική αναφορά στο Δικαστήριο προς απόδειξη των ισχυρισμών της και επιβεβαίωση από τους Καθ’ ων η Αίτηση ότι πράγματι υπάρχει τέτοιας φύσεως καταγγελία. Η υπόθεση επαναορίστηκε στις 25/09/25, ημερομηνία κατά την οποία η συνήγορος των Καθ’ων η Αίτηση επιβεβαίωσε ότι έγινε η σχετική καταγγελία από την Αιτήτρια στην αστυνομία και η Αιτήτρια είχε αναφέρει ότι η πρώην σύντροφος της είχε προβεί σε συγκεκριμένες ενέργειες εις βάρος της και η αστυνομία προέβηκε σε συγκεκριμένες συστάσεις προς την κατηγορούμενη σύντροφο της Αιτήτριας και η υπόθεση έκλεισε. Προσκομίστηκε επίσης αντίγραφο ημερολογίου παραπόνων για επιθεώρηση από το Δικαστήριο ενώ τα στοιχεία αυτά επιβεβαιώνονται από αλληλογραφία που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1. Η δε Αιτήτρια προσκόμισε βεβαίωση καταγγελίας θύματος που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2. Τα δε στοιχεία της βεβαίωσης καταγγελίας θύματος συνάδουν με τα στοιχεία που είχε προσκομίσει η συνήγορος των Καθ’ ων η Αίτηση.
Η θέση της συνηγόρου των Καθ’ ων η Αίτηση, κατά την εν λόγω δικάσιμο, ήταν ότι από τα προσκομισθέντα στοιχεία δεν προκύπτει ότι διενεργήθηκε οποιαδήποτε διερεύνηση προς επαλήθευση της σχέσης μεταξύ της Αιτήτριας και του προσώπου κατά του οποίου υποβλήθηκε το παράπονο, ζήτημα το οποίο, άλλωστε, δεν αποτέλεσε αντικείμενο της ποινικής διαδικασίας. Περαιτέρω, υποστήριξε ότι από τα κατατεθέντα Τεκμήρια δεν δύναται να συναχθεί ο σεξουαλικός προσανατολισμός της Αιτήτριας. Κατά συνέπεια, η βασική της θέση συνοψίστηκε στο ότι τα επίδικα έγγραφα δεν επαρκούν για την εξακρίβωση ή επιβεβαίωση των ισχυρισμών της Αιτήτριας περί ομοφυλοφιλίας, ούτε της επικαλούμενης σχέσης της με το ως άνω πρόσωπο.
Το Δικαστήριο, με προφορική του τοποθέτηση, έλαβε υπόψη τα ως άνω επιχειρήματα της συνηγόρου των Καθ’ ων η Αίτηση, πλην όμως επανέλαβε ότι τα εν λόγω έγγραφα παρέχουν επαρκές έρεισμα προς στήριξη των ισχυρισμών της Αιτήτριας και δύνανται να αποτελέσουν αφετηρία για περαιτέρω διερεύνηση από το Δικαστήριο, στο πλαίσιο του εξεταστικού χαρακτήρα της διαδικασίας, μέσω της υποβολής διευκρινιστικών ερωτήσεων προς την Αιτήτρια. Ως εκ τούτου, η υπόθεση ορίστηκε στις 30 Οκτωβρίου 2026, για ακρόαση.
Κατά την ακροαματική διαδικασία της 30ής Οκτωβρίου 2026, η Αιτήτρια παρείχε εκτενέστερες και συγκεκριμένες λεπτομέρειες αναφορικά με τις σχέσεις που ανέπτυξε κατά την παραμονή της στην Κύπρο. Ειδικότερα, περιέγραψε τον τρόπο με τον οποίο εξελίχθηκε η στενή και προσωπική σχέση με τις συντρόφους της, τις μεταξύ τους συνήθειες, καθώς και τη συναισθηματική της στάση έναντι αυτών, συμπεριλαμβανομένου του τρόπου διαχείρισης εντάσεων και ζητημάτων που αναφύονταν.
Περαιτέρω, ανέπτυξε τους λόγους για τους οποίους ένιωθε έλξη προς τη σύντροφό της και αναφέρθηκε στις κοινές τους δραστηριότητες. Προς ενίσχυση των ισχυρισμών της, προσκόμισε και σχετικά αποδεικτικά στοιχεία αναφορικά με τους χώρους που επισκέφθηκαν, περιλαμβανομένης της διαμονής τους σε ξενοδοχείο στην Κύπρο κατά την περίοδο των διακοπών της Πρωτοχρονιάς.
Ερωτηθείσα περαιτέρω ως προς ενδεχόμενη στοχοποίηση ή περιθωριοποίησή της από την κοινότητά της εντός της Δημοκρατίας, η Αιτήτρια κατέθεσε ότι η σχέση της ήταν γνωστή και ανοιχτή, γεγονός που, κατά τους ισχυρισμούς της, ήταν εις γνώση φίλων και συναδέλφων της. Ανέφερε ότι οι ομοεθνείς της επέδειξαν, κατά κανόνα, στάση αποδοχής, επισημαίνοντας, ωστόσο, ότι δεν θα ήταν σε θέση να βιώσει τη σχέση της κατά τον ίδιο τρόπο στο Καμερούν. Περαιτέρω, δήλωσε ότι ορισμένα πρόσωπα την απέφευγαν λόγω του σεξουαλικού της προσανατολισμού, ενώ και η ίδια απέφευγε να επισκέπτεται χώρους στους οποίους σύχναζαν άτομα από το Καμερούν, εκφράζοντας αβεβαιότητα ως προς τον τρόπο αντίδρασής τους.
Σε περαιτέρω ερωτήματα του Δικαστηρίου όπου της αναφέρθηκαν κάποιες αντιφάσεις στο αφήγημά της, η ίδια διευκρίνισε ότι φοβάται να πηγαίνει σε εκδηλώσεις που οργανώνουν οι ομοεθενείς της αλλά έχει κοινωνικές επαφές και ανήκει σε αφρικανική κοινότητα στην Κύπρο και έχει επαφές με άτομα της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας.
Μετά την ακρόαση της Αιτήτριας, η ευπαίδευτη συνήγορος των Καθ’ων η Αίτηση τοποθετήθηκε προφορικά, υποστηρίζοντας ότι τα Τεκμήρια που κατέθεσε η Αιτήτρια δεν μπορούν επουδενί να αποδείξουν τον σεξουαλικό προσανατολισμό της και το γεγονός ότι διέμεινε σε ξενοδοχείο με γυναίκα, δεν συνεπάγεται ερωτική σχέση μεταξύ τους. Επεσήμανε δε την έλλειψη πληροφοριών από μέρους της Αιτήτριας και τις αντιφάσεις στις οποίες υπέπεσε κυρίως για το αίσθημα ασφάλειας που νιώθει στην Κύπρο. Παραπέμποντας επίσης στην συνέντευξη της Αιτήτριας στην Υπηρεσία Ασύλου, ανέφερε ότι η Αιτήτρια δεν κατάφερε σε ικανοποιητικό βαθμό να εκφράσει τα συναισθήματα της που προέρχονταν από προσωπική εμπειρία και να αποσαφηνίσει τις αντιφάσεις οι οποίες της επισημάνθηκαν.
Προχωρώντας, στα πλαίσια του δικαιώματος πραγματικής προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου, ως προβλέπεται και από το άρθρο 46(3) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2013/32/ΕΕ, το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου προσβάλλεται η απόφαση επί της αίτησης διεθνούς προστασίας, έχει υποχρέωση να πραγματοποιεί «πλήρη και ex nunc εξέταση τόσο των πραγματικών όσο και των νομικών ζητημάτων, ιδίως, κατά περίπτωση, εξέταση των αναγκών διεθνούς προστασίας σύμφωνα με την οδηγία 2011/95/ΕΕ». Στο πλαίσιο αυτό, η έκφραση "ex nunc" αναδεικνύει την υποχρέωση του δικαστή, κατά την εκτίμηση που πραγματοποιεί, να λαμβάνει υπόψη τυχόν νέα στοιχεία τα οποία έχουν προκύψει μετά την έκδοση της απόφασης που αποτελεί το αντικείμενο της προσφυγής. Περαιτέρω, η χρήση του επιθέτου «πλήρης» στο άρθρο 46, παράγραφος 3, της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2013/32/ΕΕ επιβεβαιώνει ότι ο δικαστής οφείλει να εξετάζει τόσο τα στοιχεία που έλαβε ή θα μπορούσε να λάβει υπόψη η αποφαινόμενη αρχή όσο και τα στοιχεία που αφορούν το διάστημα μετά την έκδοση της απόφασης της αρχής αυτής (βλ. σχετικά και την απόφαση του ΔΕΕ C-585/16, Serin Alheto, ημερ. 25/07/18).
Λαμβάνω υπόψη τις θέσεις της συνηγόρου των Καθ’ ων η Αίτηση. Ωστόσο, στην παρούσα περίπτωση, και ενόψει της εγγενούς δυσχέρειας που αντιμετωπίζουν οι αιτητές ως προς την απόδειξη του σεξουαλικού τους προσανατολισμού, ο οποίος συνιστά τη βάση του αιτήματός τους για διεθνή προστασία, κρίνω ότι οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας, στο μεγαλύτερο μέρος τους, είναι σαφείς, συνεκτικοί και εύλογοι, ενώ περαιτέρω ενισχύονται από τα τεκμήρια που προσκομίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Τα εν λόγω τεκμήρια, εξεταζόμενα αυτοτελώς, δεν επαρκούν για την απόδειξη του σεξουαλικού προσανατολισμού της Αιτήτριας, θέση με την οποία συμφωνώ ως προς τούτο με τη συνήγορο των Καθ’ ων η Αίτηση. Πλην όμως, αξιολογούμενα στο σύνολο της αποδεικτικής ύλης και σε συνδυασμό με την προφορική της μαρτυρία, λαμβάνονται υπόψη και λειτουργούν υποστηρικτικά των προβαλλόμενων ισχυρισμών της.
Ειδικότερα, σε σχέση με τον σεξουαλικό της προσανατολισμό, κρίνω ότι οι δηλώσεις της Αιτήτριας, εμφανίζονται στο σύνολό τους σαφείς, με επαρκείς πληροφορίες και βιωματικά στοιχεία, συνεπείς χρονικά και λογικά μεταξύ τους. Ειδικότερα, η Αιτήτρια υπήρξε αρκετά σαφής και λεπτομερής για τον τρόπο που η ίδια αντιλήφθηκε τον σεξουαλικό της προσανατολισμό, ενώ οι περιγραφές της αναφορικά με τον τρόπο που αντιμετωπίστηκε από την κοινότητά ενόσω βρισκόταν στην χώρα της προσιδίαζαν σε πρόσωπο που εξιστορούνταν ιδία βιώματα, παρέχοντας επαρκείς λεπτομέρειες για το χρονικό πλαίσιο που συντελούταν, τις αντιδράσεις της ίδιας και των οικείων της, την αποκάλυψη του σεξουαλικού της προσανατολισμού, τον βιασμό που υπέστη και την επίδραση που είχε στην ίδια.
Αρκετά σαφής υπήρξε και σε σχέση με τις συντρόφους της, τον τρόπο που εξελίχθηκε ο δεσμός τους, τα συναισθήματά της και περιγράφοντας την πορεία που ακολούθησε η σχέση μέχρι τον χωρισμό τους αλλά και έπειτα με την τροπή που πήρε μετά την κακοποιητική συμπεριφορά της πρώην συντρόφου της και την καταγγελία που έκανε στην αστυνομία εδώ στην Κύπρο.
Περαιτέρω, αν και λιτή, απέδωσε κατά τρόπο βιωματικό την ανάγκη της για δημιουργία ενός νέου πλαισίου ζωής, την σχετική ασφάλεια που νιώθει στην Κύπρο ιδιαίτερα μακριά από ομοεθνείς της, ισχυρισμοί που εμφανίζονται συνεπείς με το ιστορικό της Αιτήτριας, η οποία ουδέποτε συνήψε σχέση με άντρα και γενικά στην Κύπρο φαίνεται να βιώνει τις σχέσεις της ανοικτά. Παρομοίως υπήρξε σαφής με όλα τα πρόσωπα που συνήψε σχέση, περιγράφοντας τα χαρακτηριστικά τους, με ιδιαίτερη έμφαση στην τελευταία της σύντροφο με την οποία συγκατοίκησε, για την οποία έδωσε λεπτομέρειες και για την εξέλιξη της σχέσης τους και τη καθημερινότητά τους καταθέτοντας σχετικά τεκμήρια που αποδεικνύουν τόσο τη συγκατοίκησή τους (Τεκμήριο 1) όσο και τις δραστηριότητες που έκαναν μαζί (Τεκμήριο 2).
Όσον αφορά την ορατότητα του σεξουαλικού της προσανατολισμού, οι απαντήσεις τις Αιτήτριας εμφανίζονται εύλογες και διακατέχονται από βιωματικότητα, καθώς περιέγραψε με επαρκή τρόπο τόσο τη προσπάθεια της να αποκρύψει τον σεξουαλικό της προσανατολισμό από την κοινότητα στην χώρα της αλλά και την πλειοψηφία των ομοεθνών της εδώ στην Κύπρο, όσο και την ανάγκη που βίωνε για έκφραση και απελευθέρωση, την ανάγκη ης να ζει μια φυσιολογική ζωή. Εν προκειμένω, οι απαντήσεις της Αιτήτριας απεικονίζουν με γλαφυρότητα τον συναισθηματικό της κόσμο της και την εσωτερική της διαμάχη μεταξύ ασφάλειας και ελευθερίας.
Λαμβάνω υπόψη ότι κάποιες απαντήσεις της, ιδιαίτερα ως προς το αίσθημα ασφάλειας που βιώνει στην Κύπρο όσο και σε σχέση με τα συναισθήματα που έτρεφε για τις συντρόφους της, χαρακτηρίζονται από αοριστία και γενικότητα. Εντούτοις, οι ασάφειες αυτές ουδόλως επηρεάζουν την συνολική αξιοπιστία της Αιτήτριας, η οποία κατοχυρώθηκε.
Σχετικά με το νομικό πλαίσιο και τη μεταχείριση που τυγχάνουν τα μέλη της LGBTIQ κοινότητας στο Καμερούν, το Δικαστήριο προέβη σε έρευνα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.
Αναφορικά με την ισχύουσα νομοθεσία, σύμφωνα με την έκθεση του US Department of State για την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο Καμερούν κατά το έτος 2022, η οποία δημοσιεύτηκε τον Μάρτιο του 2023 παρατίθεται ότι «η συναινετική σεξουαλική δραστηριότητα μεταξύ ενηλίκων του ίδιου φύλου απαγορεύεται και τιμωρείται με φυλάκιση έξι μηνών έως πέντε ετών και με επιβολή χρηματικού προστίμου».[3] Εξάλλου, σε έκθεση της κρατικής γραμματείας για την μετανάστευση-State Secretariat for Migration της Ελβετίας, γίνεται μνεία στο άρθρο 347-1 του Ποινικού Κώδικα του Καμερούν, που διατηρήθηκε κατά την αναθεώρηση του 2016, και το οποίο ορίζει ότι: «Κάθε άτομο που έχει σεξουαλική επαφή με άτομο του ιδίου φύλου, τιμωρείται με φυλάκιση από έξι (6) μήνες έως πέντε (5) έτη και με χρηματικό ποινή από είκοσι χιλιάδες (20.000) έως διακόσιες χιλιάδες (200.000) φράγκα».[4] Πράγματι έκθεση της αυστριακής ACCORD επιβεβαιώνει το 2021 το ανωτέρω νομικό πλαίσιο.[5]
Σύμφωνα με τις εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, ο ποινικός κώδικας της χώρας απαγορεύει τις ομόφυλες σχέσεις. Το άρθρο 347-1 του Ποινικού Κώδικα του Καμερούν, που διατηρήθηκε κατά την αναθεώρηση του 2016, ορίζει τα εξής: «Κάθε άτομο που έχει σεξουαλική επαφή με άτομο του ιδίου φύλου, τιμωρείται με φυλάκιση από έξι (6) μήνες έως πέντε (5) έτη και με χρηματικό ποινή από είκοσι χιλιάδες (20.000) έως διακόσιες χιλιάδες (200.000) φράγκα»[6]. Επίσης, ένας νόμος για το έγκλημα στον κυβερνοχώρο τιμωρεί όσους «ψαρεύουν» ομοφυλοφιλικές σχέσεις μέσω διαδικτύου με ποινές φυλάκισης έως δύο έτη[7].
Στις 12 Ιουνίου, όπως αναφέρεται σε έκθεση της Διεθνούς Αμνηστίας το Εθνικό Συμβούλιο Επικοινωνίας απείλησε να αναστείλει τα μέσα μαζικής ενημέρωσης εάν συνέχιζαν να μεταδίδουν «προγράμματα που προωθούν τις ομοφυλοφιλικές πρακτικές»[8].
Σύμφωνα με έκθεση του υπήρχαν ενδείξεις για «σημαντικές διακρίσεις και άνιση πρόσβαση στη δικαιοσύνη» για τα ΛΟΑΤ άτομα στο Καμερούν.[9]
Σύμφωνα με ετήσια έκθεση του Human Rights Watch για το Καμερούν η οποία καλύπτει τα γεγονότα του 2022, αναφέρεται ότι από τον Μάρτιο έως τον Μάιο του 2022, οι δυνάμεις ασφαλείας συνέλαβαν αυθαίρετα τουλάχιστον 6 άτομα και κράτησαν άλλους 11, για υποτιθέμενη ομοφυλοφιλική συναινετική συμπεριφορά και μη συμμόρφωση φύλου. Τον Απρίλιο, ένα πλήθος περίπου οκτώ ανδρών, οι οποίοι ήταν οπλισμένοι[…] επιτέθηκαν σε μια ομάδα τουλάχιστον 10 ΛΟΑΤΙ/LGBTI ατόμων. Χωροφύλακες συνέλαβαν και ξυλοκόπησαν τουλάχιστον δύο από τα θύματα. Η ίδια έκθεση αναφέρει ότι παρατηρήθηκε μια άνοδος της βίας και της κακοποίησης κατά των ΛΟΑΤΙ/LGBTI ατόμων στο Καμερούν το 2022»[10].
Το Erasing 76 crimes κατέγραψε πως τον Δεκέμβριο του 2023 ένα σχολείο στο Mbalmayo έδιωξε δύο κορίτσια όταν ο δάσκαλος υπέκλεψε ένα μήνυμα αγάπης που έστειλε η μία στην άλλη. [11] Η ίδια πηγή ανέφερε πως και τα δύο κορίτσια υπέστησαν «βίαια κακοποίηση» όταν οι οικογένειές τους έμαθαν για το περιστατικό.[12]
Επιπρόσθετα, σε πρόσφατη έκθεση του US Department of State παρατίθενται ότι οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων LGBTQI+ συνέχισαν να αναφέρουν αυθαίρετες συλλήψεις ατόμων LGBTQI+. Τα άτομα ΛΟΑΤΚΙ/LGBTQI+ συνέχισαν να αντιμετωπίζουν σημαντικό στίγμα, βία και διακρίσεις από τις οικογένειές τους, τις κοινότητές τους και την κυβέρνηση, συμπεριλαμβανομένου του προσωπικού επιβολής του νόμου.[…]Ανέκδοτες αναφορές έδειξαν ότι ορισμένα μέλη της ΛΟΑΤΚΙ/LGBTQI+ κοινότητας υπήρξαν θύματα «διορθωτικού βιασμού» για να αλλάξουν τον σεξουαλικό προσανατολισμό ή την ταυτότητα φύλου τους[13].
Τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται και από πρόσφατη έκθεση του Freedom House στην οποία αναφέρεται ότι «οι διακρίσεις κατά της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας είναι διαδεδομένες και η βία κατά των ΛΟΑΤΚΙ+/LGBT+ ατόμων είναι συχνή. […]Οι άνθρωποι διώκονται συχνά χωρίς να υπάρχουν στοιχεία σεξουαλικής δραστηριότητας, αλλά μάλλον βάσει υποψιών περί ομοφυλοφιλίας»[14]. Πηγές ανέφεραν ότι τα ΛΟΑΤ άτομα αναγκάζονταν να ζουν κρυφά ή να αποκρύπτουν την ταυτότητα τους[15].
Στην έκτη περιοδική της έκθεση για την χώρα, η επιτροπή κατά των βασανιστηρίων των Ηνωμένων εθνών, εξέφρασε την ανησυχία της για τις διακρίσεις, την παρενόχληση, τον εκφοβισμό, τις σωματικές απειλές, τις αυθαίρετες συλλήψεις και κρατήσεις, τη βία και εγκλήματα μίσους τα οποία υφίστανται λεσβίες, γκέι, αμφιφυλόφιλα και τρανς άτομα, καθώς και οι υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που καταγγέλλουν τα ανωτέρω αδικήματα[16].
Σε σχέση με τη δυνατότητα κρατικής προστασίας, η Διεθνής Ένωση Λεσβιών, Ομοφυλόφιλων, Αμφιφυλόφιλων, Τρανς και Διεμφυλικών Ατόμων (ILGA) ανέφερε στην έκθεση του 2020 ότι στο Καμερούν δεν υπήρχε καμία προστασία για τα ΛΟΑΤ άτομα[17]. Οι οργανισμοί Advocates for Human Rights και Alternatives Cameroon κατήγγειλαν το 2023 ότι το Καμερούν απέτυχε να ανταποκριθεί αποτελεσματικά στη βία από αξιωματούχους και ιδιώτες κατά των ΛΟΑΤ ατόμων.
Η ίδια πηγή υποστήριξε ότι οι αρχές δεν προχωρούσαν σε άμεσες ή αμερόληπτες έρευνες για «καταγγελίες που σχετίζονται με τον σεξουαλικό προσανατολισμό, την ταυτότητα ή έκφραση φύλου ή τα χαρακτηριστικά φύλου, συμπεριλαμβανομένων πράξεων βασανιστηρίων, κακομεταχείρισης και “διορθωτικού βιασμού”»[18].
Οι ανωτέρω πηγές επιβεβαιώνουν τις δηλώσεις της Αιτήτριας σχετικά με τη διακριτική μεταχείριση, τις απειλές και τις επιθέσεις που δέχονταν τα μέλη της LGBTIQ κοινότητας στο Καμερούν, καθώς και την αδυναμία τους να προσφύγουν στις αρμόδιες αρχές για προστασία. Συνεπώς, δεδομένου του ότι κατοχυρώθηκε τόσο η εσωτερική όσο και η εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού της Αιτήτριας, αυτός γίνεται δεκτός στο σύνολό του.
Νομική ανάλυση
Σύμφωνα με το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου:
«3.-(1) Ως πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο που, λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγενείας του και δεν είναι σε θέση, ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής, ή πρόσωπο, που δεν έχει ιθαγένεια, το οποίο, ενώ είναι εκτός της χώρας της προηγούμενης συνήθους διαμονής του ως αποτέλεσμα αυτών των καταστάσεων, δεν είναι σε θέση ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο να επιστρέψει σ' αυτή και στο οποίο δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 5.
Συνεπώς, κατ’ αρχάς το Δικαστήριο θα αξιολογήσει αν ο φόβος της Αιτήτριας, περί στοχοποίησής και εκδίωξής από τις αρχές τις χώρας καταγωγής της, λόγω του σεξουαλικού της προσανατολισμού βάσει των όσων έγιναν αποδεκτά ανωτέρω, είναι βάσιμος και δικαιολογημένος.
Εξωτερικές πηγές πληροφόρησης
Πέραν των όσων πληροφοριών παρατέθηκαν ανωτέρω, το Δικαστήριο προέβη σε έρευνα σχετικά με τη πρόσφατη κατάσταση που επικρατεί στο Καμερούν για τα μέλη της LGBTIQ κοινότητας.
Σύμφωνα με ετήσια έκθεση του Human Rights Watch για το Καμερούν η οποία καλύπτει τα γεγονότα του 2022 και δημοσιεύτηκε τον Ιανουάριο του 2023, παρατίθεται ότι «από τον Μάρτιο έως τον Μάιο, οι δυνάμεις ασφαλείας συνέλαβαν αυθαίρετα τουλάχιστον 6 άτομα και κράτησαν άλλους 11, για υποτιθέμενη ομοφυλοφιλική συναινετική συμπεριφορά και μη συμμόρφωση με το φύλο. Τον Απρίλιο, ένα πλήθος περίπου οκτώ ανδρών, οι οποίοι ήταν οπλισμένοι με μαχαίρια, ματσέτες και ξύλινες σανίδες, επιτέθηκαν σε μια ομάδα τουλάχιστον 10 ΛΟΑΤΚΙ ατόμων. Χωροφύλακες συνέλαβαν και ξυλοκόπησαν τουλάχιστον δύο από τα θύματα. Επίσης, παρατηρήθηκε μια άνοδος της βίας και της κακοποίησης κατά των ΛΟΑΤΚΙ ατόμων στο Καμερούν το 2022».[19]
Επιπρόσθετα, η έκθεση του US Department of State όπως αναφέρεται και ανωτέρω, παραθέτει ότι «οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων ΛΟΑΤΚΙ+ […] συνέχισαν να αναφέρουν αυθαίρετες συλλήψεις ατόμων ΛΟΑΤΚΙ+. Τα άτομα ΛΟΑΤΚΙ συνέχισαν να αντιμετωπίζουν σημαντικό στίγμα, βία και διακρίσεις από τις οικογένειές τους, τις κοινότητές τους και την κυβέρνηση, συμπεριλαμβανομένου του προσωπικού επιβολής του νόμου.[…] Ανέκδοτες αναφορές έδειξαν ότι ορισμένα μέλη της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας ήταν θύματα «διορθωτικού βιασμού» για να αλλάξουν τον σεξουαλικό προσανατολισμό ή την ταυτότητα φύλου τους». Επίσης, η ίδια έκθεση κάνει μνεία σε έκθεση της ΜΚΟ Human Rights Watch, όπου καταγράφηκε συμβάν που συνέβη στις 10 Απριλίου, όταν δύο ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα κατήγγειλαν σε χωροφύλακες ότι δέχθηκαν επίθεση και οι χωροφύλακες τους ξυλοκόπησαν. Οι άνδρες δήλωσαν ότι οι χωροφύλακες τους κράτησαν στο πάτωμα απειλώντας τους να τους σκοτώσουν, έψαξαν τα κινητά τους τηλέφωνα, τους διέταξαν να βγάλουν τα παπούτσια τους και χτύπησαν τα πέλματα των ποδιών τους με ματσέτα. Σύμφωνα με πληροφορίες, αφέθηκαν ελεύθεροι την επόμενη μέρα μετά από χρηματισμό των αρχών.[20]
Επιπλέον, νόμος για το έγκλημα στον κυβερνοχώρο τιμωρεί όσους ζητούν ομοφυλοφιλικές σχέσεις μέσω διαδικτύου με ποινές φυλάκισης δύο ετών. Πρόσωπα που διαμένουν στο Καμερούν διώκονται συχνά χωρίς να υπάρχουν στοιχεία σεξουαλικής δραστηριότητας, μόνο με την υποψία ότι είναι ομοφυλόφιλοι.[21]
Σε άρθρο της Human Rights Watch με ημερομηνία δημοσίευσης την 3η Μαρτίου 2022, θεωρήθηκε ως θετική εξέλιξη για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων η απόφαση του Δικαστηρίου του Καμερούν να επιβάλλει ποινή φυλάκισης 6 μηνών αλλά και πρόστιμο 50000 φράγκων σε έναν από τους δράστες της βίαιης επίθεσης κατά ενός ίντερσεξ/μεσοφυλικού ατόμου το 2021 στην πρωτεύουσα του Καμερούν, Yaounde. Το ίδιο άρθρο συνεχίζει ότι το Νοέμβριο του 2021, βίαιος όχλος παρενόχλησε σεξουαλικά, χτύπησε και απείλησε την 27 ετών Σάρα ενώ άλλοι βιντεοσκοπούσαν την επίθεση και την κυκλοφόρησαν στην συνέχεια στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.[22]
Σύμφωνα με έκθεση του 2024 της ΜΚΟ The Advocates for Human Rights επιβεβαιώνονται οι ως άνω πληροφορίες παραπέμποντας σε πληθώρα περιστατικών εις βάρος της LGBTIQ κοινότητας. Ενδεικτικά όπως αναφέρεται στην Έκθεση, η κυβέρνηση του Καμερούν ποινικοποιεί τις σεξουαλικές πράξεις μεταξύ συναινούντων ενήλικων ατόμων του ιδίου φύλου και ποινικοποιεί τις επικοινωνίες σχετικά με σεξουαλικές προτάσεις ατόμων του ιδίου φύλου. Τα άτομα LGBTIQ+ αντιμετωπίζουν βία από κρατικούς φορείς. Η αστυνομία συνεχίζει να συλλαμβάνει αυθαίρετα, να παρενοχλεί και να απειλεί μέλη της LGBTIQ+ κοινότητας. Δεν υπάρχουν αποδείξεις ότι η Κυβέρνηση διερευνά αναφορές και καταγγελίες για βασανιστήρια από τις δυνάμεις ασφαλείας κατά της LGBTIQ+ κοινότητας. Η αστυνομία συμμετέχει ή συγκαλεί επιθέσεις εναντίον ατόμων LGBTIQ+. Τα άτομα LGBTIQ+ αντιμετωπίζουν επίσης βία από μη κρατικούς φορείς. Τα μέλη της κοινότητας υποβάλλουν τα άτομα LGBTIQ+ σε ανθρωποκυνηγητό και ομαδικές επιθέσεις. Τα απειλούν, τα παρενοχλούν και τα επιτίθενται με σωματική και σεξουαλική βία. Παρόλο που υπήρξε περίπτωση στην οποία η Κυβέρνηση του Καμερούν επικύρωσε καταδίκη για επίθεση εναντίον ενός ιντερσεξ ατόμου, φαίνεται ότι δεν υπάρχουν άλλες περιπτώσεις στις οποίες η Κυβέρνηση διερεύνησε και έφερε σε ποινική ευθύνη μη κρατικούς φορείς για επιθέσεις κατά ατόμων LGBTIQ+. Πολλά άτομα LGBTIQ+ που βιώνουν βία δεν το αναφέρουν για φόβο ότι θα συλληφθούν και θα υφίστανται περαιτέρω θυματοποίηση.[23]
Βάσει των ανωτέρω πληροφοριών, προκύπτει ότι η κατάσταση για τα μέλη της LGBTIQ κοινότητας στο Καμερούν παραμένει επίφοβη, με σωρεία παραβιάσεων των δικαιωμάτων τους, αντιμετώπιση ποινικών κυρώσεων λόγω του σεξουαλικού τους προσανατολισμού, αυθαίρετες συλλήψεις, βασανισμούς, βία και διακριτική μεταχείριση τόσο από τους κρατικούς φορείς όσο και από την κοινωνία. Λαμβάνοντας υπόψιν και τις προσωπικές περιστάσεις της Αιτήτριας, ήτοι ενός προσώπου που ήδη βρέθηκε αντιμέτωπη με κοινωνική βία λόγω του σεξουαλικού της προσανατολισμού, που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της κακοποιήθηκε σεξουαλικά ως αποτέλεσμα της αποκάλυψης του σεξουαλικού προσανατολισμού της και στιγματίστηκε αλλά και απορρίφθηκε από την οικογένειά της, εύλογα αναμένεται ότι θα βρεθεί αντιμέτωπη με τους ίδιους κινδύνους αν επιστρέψει στον τόπο συνήθους διαμονής της.
Εξάλλου, σημειώνεται όπως προβλέπει το άρθρο 18(4) του Περί Προσφύγων Νόμου (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου), «Το γεγονός ότι ο αιτητής έχει ήδη υποστεί δίωξη ή σοβαρή βλάβη ή άµεσες απειλές τέτοιας δίωξης ή βλάβης αποτελεί σοβαρή ένδειξη ότι είναι βάσιµος ο φόβος του αιτητή ότι θα υποστεί δίωξη ή ότι διατρέχει πραγµατικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, εκτός εάν υπάρχουν βάσιµοι λόγοι για να πιστεύει κάποιος ότι η εν λόγω δίωξη ή η σοβαρή βλάβη δεν θα επαναληφθεί.».
Πράξεις δίωξης
Σύμφωνα με το άρθρο 3Γ του περί Προσφύγων Νόμου:
«3Γ.-(1) Οι πράξεις δίωξης κατά την έννοια του άρθρου 1Α της Σύμβασης πρέπει:
(α) να είναι αρκούντως σοβαρές λόγω της φύσης ή της επανάληψης τους ώστε να συνιστούν σοβαρή παραβίαση βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ειδικά των δικαιωμάτων από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση, βάσει του άρθρου 15 παράγραφος 2, της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, ή
(β) να αποτελούν σώρευση διαφόρων μέτρων συμπεριλαμβανομένων παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η οποία να είναι αρκούντως σοβαρή, ούτως ώστε να θίγεται ένα άτομο κατά τρόπο αντίστοιχο με το αναφερόμενο στην παράγραφο (α).
[…]
Σύμφωνα με τη θεωρία, η δίωξη με την έννοια της Σύμβασης της Γενεύης νοείται ως μια μεταχείριση που προκαλεί σοβαρή βλάβη στο υποκείμενο και που χαρακτηρίζεται από επιμονή και συστηματικότητα. Συγκεκριμένα, δίωξη αποτελεί η διαρκής ή συστηματική παραβίαση των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων η οποία αποδεικνύει την αποτυχία της κρατικής προστασίας σε σχέση με τις βασικές αξιώσεις που έχουν αναγνωριστεί από τη διεθνή κοινότητα.[24] Εξάλλου, το αν μια μεταχείριση ανάγεται τελικά σε δίωξη με την έννοια αυτή αποτελεί και ζήτημα έντασης, καθώς μπορεί να είναι ακραία σε τέτοιο βαθμό ώστε ένα περιστατικό να είναι αρκετό, ενώ μπορεί να είναι λιγότερο επιβλαβής και έτσι να ανάγεται σε δίωξη μόνο αν τα περιστατικά επαναλαμβάνονται.[25] Τέλος, η έννοια της δίωξης δεν ορίζεται στη Σύμβαση του 1951, όμως από το άρθρο 33 της σύμβασης μπορεί να συναχθεί ότι η απειλή κατά της ζωής ή της ελευθερίας συνιστούν δίωξη.[26]
Όπως απεφάνθη το ΔΕΕ στις συνεκδικασθείσες Υποθέσεις C-199/12, C-200/12 και C-201/12 (X, Y, Z), σκέψεις 51 επόμενες:
«51. Για να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό, πρέπει να υπομνησθεί ότι το άρθρο 9 της οδηγίας ορίζει τα στοιχεία που καθιστούν δυνατό να θεωρηθεί ότι πράξεις συνιστούν δίωξη υπό την έννοια του άρθρου 1, τμήμα Α, της Συμβάσεως της Γενεύης. Εν προκειμένω, το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας, στο οποίο παραπέμπει το αιτούν δικαστήριο, διευκρινίζει ότι οι σχετικές πράξεις πρέπει να είναι αρκούντως σοβαρές λόγω της φύσεως ή της επαναλήψεώς τους, ώστε να συνιστούν σοβαρή προσβολή βασικών ανθρώπινων δικαιωμάτων, και ειδικότερα των απόλυτων δικαιωμάτων από τα οποία βάσει του άρθρου 15, παράγραφος 2, της ΕΣΔΑ δεν χωρεί παρέκκλιση.
52. Επιπλέον, το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας διευκρινίζει ότι ως δίωξη πρέπει να θεωρείται επίσης η σώρευση διαφόρων μέτρων, περιλαμβανομένων προσβολών δικαιωμάτων του ανθρώπου, η οποία είναι αρκούντως σοβαρή ώστε να θίγει ένα άτομο κατά τρόπο αντίστοιχο με τον αναφερόμενο στο άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας.
53. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, για να συνιστά μια προσβολή των βασικών δικαιωμάτων δίωξη υπό την έννοια του άρθρου 1, τμήμα Α, της Συμβάσεως της Γενεύης, η προσβολή αυτή πρέπει να έχει κάποιο επίπεδο σοβαρότητας. Κατά συνέπεια, κάθε προσβολή των βασικών δικαιωμάτων ενός ομοφυλόφιλου αιτούντος άσυλο δεν θα φθάνει κατ' ανάγκην σε αυτό το επίπεδο σοβαρότητας.
54. Εν προκειμένω, διαπιστώνεται ευθύς εξαρχής ότι τα βασικά δικαιώματα που συνδέονται ειδικά με τον επίμαχο σε κάθε μία από τις υποθέσεις των κύριων δικών γενετήσιο προσανατολισμό, όπως το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, το οποίο κατοχυρώνεται με το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ, στο οποίο αντιστοιχεί το άρθρο 7 του Χάρτη, σε συνδυασμό, αν παρίσταται ανάγκη, με το άρθρο 14 της ΕΣΔΑ, από το οποίο εμπνέεται το άρθρο 21, παράγραφος 1, του Χάρτη, δεν περιλαμβάνονται στα βασικά ανθρώπινα δικαιώματα από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση.
55. Υπό τις συνθήκες αυτές, απλώς και μόνον η ύπαρξη νομοθεσίας που ποινικοποιεί ομοφυλοφιλικές πράξεις δεν δύναται να θεωρηθεί πράξη θίγουσα τον αιτούντα κατά τόσο σημαντικό τρόπο ώστε να επιτυγχάνεται το επίπεδο σοβαρότητας που είναι αναγκαίο για να θεωρηθεί ότι η ποινικοποίηση αυτή συνιστά δίωξη υπό την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 1, της οδηγίας.
56. Αντιθέτως, η ποινή φυλακίσεως ή καθείρξεως με την οποία συνοδεύεται νομοθετική διάταξη η οποία, όπως οι επίμαχες στις υποθέσεις των κύριων δικών, ποινικοποιεί ομοφυλοφιλικές πράξεις δύναται, από μόνη της, να αποτελέσει πράξη διώξεως υπό την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 1, της οδηγίας, αρκεί όντως να εφαρμόζεται στη χώρα καταγωγής η οποία θέσπισε μια τέτοια νομοθεσία.
[.]
61. Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των κρίσεων αυτών, στο τρίτο ερώτημα σε κάθε μία από τις υποθέσεις των κύριων δικών πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας, σε συνδυασμό με το άρθρο της 9, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι απλώς και μόνον η ποινικοποίηση των ομοφυλοφιλικών πράξεων δεν αποτελεί, αυτή καθ' εαυτήν, πράξη διώξεως. Αντιθέτως, ποινή φυλακίσεως ή καθείρξεως κολάζουσα ομοφυλοφιλικές πράξεις και όντως εφαρμοζόμενη στη χώρα καταγωγής η οποία θέσπισε μια τέτοια νομοθεσία πρέπει να θεωρηθεί δυσανάλογη ή μεροληπτική κύρωση και επομένως αποτελεί πράξη διώξεως.». (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου).
Όπως προέκυψε ανωτέρω, ο κίνδυνος που ενδέχεται να αντιμετωπίσει η Αιτήτρια αν επιστρέψει στη χώρα καταγωγής της αφορά κίνδυνο φυλάκισης, καθώς και κίνδυνο κατά της ζωής της, της σωματικής ακεραιότητας και της γενετήσιας ελευθερίας, τα οποία αναμφίβολά αποτελούν δίωξη, ως αναλύθηκε και στην υπόθεση X, Y and Z.
Λόγος δίωξης
Σύμφωνα με το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου:
«(1) Ως πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο που, λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγενείας του και δεν είναι σε θέση, ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής, ή πρόσωπο, που δεν έχει ιθαγένεια, το οποίο, ενώ είναι εκτός της χώρας της προηγούμενης συνήθους διαμονής του ως αποτέλεσμα αυτών των καταστάσεων, δεν είναι σε θέση ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο να επιστρέψει σ' αυτή και στο οποίο δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 5.» (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου).
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 3Δ περίπτωση δ:
«(δ) Η οµάδα θεωρείται ως ιδιαίτερη κοινωνική οµάδα όταν, µεταξύ άλλων:
(i) τα µέλη της οµάδας αυτής έχουν κοινά εγγενή χαρακτηριστικά ή κοινό ιστορικό παρελθόν το οποίο δεν µπορεί να µεταβληθεί ή έχουν από κοινού χαρακτηριστικά ή πεποιθήσεις τόσο θεµελιώδους σηµασίας για την ταυτότητα ή τη συνείδηση, ώστε ένα πρόσωπο να µην πρέπει να αναγκάζεται να τις αποκηρύξει και
(ii) η οµάδα έχει ιδιαίτερη ταυτότητα στην οικεία χώρα, διότι γίνεται αντιληπτή ως διαφορετική οµάδα από τον περιβάλλοντα κοινωνικό χώρο..
Ανάλογα µε τις συνθήκες που επικρατούν στη χώρα καταγωγής µια ιδιαίτερη κοινωνική οµάδα µπορεί να περιλαµβάνει οµάδα που βασίζεται στο κοινό χαρακτηριστικό του γενετήσιου προσανατολισµού. Ο γενετήσιος προσανατολισµός δεν µπορεί να νοηθεί ότι περιλαµβάνει πράξεις που θεωρούνται αξιόποινες κατά το κυπριακό δίκαιο. Λαµβάνονται δεόντως υπόψη πτυχές συνδεόµενες µε το φύλο, συµπεριλαµβανοµένης της ταυτότητας του φύλου, κατά τον καθορισµό της ιδιότητας µέλους ιδιαίτερης κοινωνικής οµάδας ή τον προσδιορισµό χαρακτηριστικού αυτής αποτελεί μέλος ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας, λόγω της οµάδας.»
Εξάλλου, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες συνεκδικασθείσες Υποθέσεις C-199/12, C-200/12 και C-201/12 X (X,Y,Z) σκέψεις 45 επ.
«45. Κατά τον ορισμό αυτόν, μια ομάδα θεωρείται «ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα» όταν πληρούνται ειδικά δύο σωρευτικές προϋποθέσεις. Αφενός, τα μέλη της ομάδας πρέπει να έχουν κοινά εγγενή χαρακτηριστικά ή κοινό ιστορικό παρελθόν το οποίο δεν μπορεί να μεταβληθεί, ή ακόμη να έχουν από κοινού χαρακτηριστικά ή πεποιθήσεις τόσο θεμελιώδους σημασίας για την ταυτότητα ώστε ένα πρόσωπο να μην πρέπει να αναγκάζεται να τα αποκηρύξει. Αφετέρου, η ομάδα αυτή πρέπει να έχει ιδιαίτερη ταυτότητα στην περί ης πρόκειται τρίτη χώρα επειδή από τον περιβάλλοντα κοινωνικό χώρο γίνεται αντιληπτή ως διαφορετική ομάδα.»
«46. Όσον αφορά την πρώτη από τις εν λόγω προϋποθέσεις, δεν αμφισβητείται ότι ο γενετήσιος προσανατολισμός ενός προσώπου αποτελεί τόσο θεμελιώδους σημασίας χαρακτηριστικό της ταυτότητάς του ώστε το πρόσωπο αυτό να μην πρέπει να αναγκάζεται να τον αποκηρύξει. Η ερμηνεία αυτή επιρρωννύεται από το άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο δ΄, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας, από το οποίο προκύπτει ότι, ανάλογα με τις συνθήκες που επικρατούν στη χώρα καταγωγής, ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα δύναται να είναι μια ομάδα της οποίας τα μέλη έχουν ως κοινό χαρακτηριστικό έναν γενετήσιο προσανατολισμό.
47. Η δεύτερη προϋπόθεση απαιτεί όπως, στη συγκεκριμένη χώρα καταγωγής, η ομάδα της οποίας τα μέλη έχουν τον ίδιο γενετήσιο προσανατολισμό έχει ιδιαίτερη ταυτότητα, επειδή από τον περιβάλλοντα κοινωνικό χώρο η ομάδα αυτή γίνεται αντιληπτή ως διαφορετική.
48. Εν προκειμένω, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η ύπαρξη ποινικής νομοθεσίας όπως οι επίμαχες σε κάθε μία από τις υποθέσεις των κύριων δικών, η οποία αφορά ειδικά τους ομοφυλόφιλους, καθιστά δυνατή τη διαπίστωση ότι τα πρόσωπα αυτά αποτελούν χωριστή ομάδα η οποία από τον περιβάλλοντα κοινωνικό χώρο γίνεται αντιληπτή ως διαφορετική.
49. Κατά συνέπεια, στο πρώτο ερώτημα σε κάθε μία από τις υποθέσεις των κύριων δικών πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο δ΄, της οδηγίας πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η ύπαρξη ποινικής νομοθεσίας όπως οι επίμαχες σε κάθε μία από τις υποθέσεις των κύριων δικών, η οποία αφορά ειδικά τους ομοφυλόφιλους, καθιστά δυνατή τη διαπίστωση ότι τα πρόσωπα αυτά πρέπει να θεωρηθούν ως αποτελούντα ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα.» (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου).
Ενόψει των ανωτέρω, κρίνω ότι, η Αιτήτρια ανήκει στην ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα των μελών της LGBTIQ κοινότητας στο Καμερούν, καθώς, μοιράζεται ένα κοινό αμετάβλητο εγγενές χαρακτηριστικό, ήτοι τον σεξουαλικό της προσανατολισμό, ενώ όπως κατέστη σαφές από τις πληροφορίες της χώρας καταγωγής, τόσο το κράτος, όσο και η κοινωνία τα αντιλαμβάνεται ως μια ξεχωριστή ομάδα, αφενός μεν με νομοθετικές προβλέψεις, αφετέρου με διακριτική και κακοποιητική συμπεριφορά εις βάρος τους.
Φορέας δίωξης
Φορείς δίωξης υπό την έννοια της Σύμβασης μπορεί να είναι είτε κρατικές αρχές είτε ιδιώτες, αν οι κρατικές αρχές ανέχονται ή αρνούνται ή αποδεικνύονται αδύναμες να παρέχουν αποτελεσματική προστασία (βλ. άρθρο 3Β του περί Προσφύγων Νόμου και Εγχειρίδιο της Ύπατης Αρμοστείας Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες, παράγραφος 65). Εν προκειμένω, όπως προέκυψε από την ανωτέρω αξιολόγηση, φορέας δίωξης είναι αφενός μεν το κράτος με τη θεσμοθέτηση εγκλημάτων λόγω του σεξουαλικού προσανατολισμού, αλλά και τις παράνομες πρακτικές που επιδίδονται οι αρμόδιες κρατικές αρχές, όπως προέκυψε από τις ανωτέρω πηγές, αλλά και μη κρατικός, η ίδια η κοινωνία, η οποία όχι μονό αποδοκιμάζει τα μέλη της LGBTIQ κοινότητας, αλλά επιδίδεται και σε πληθώρα παράνομων και κακοποιητικών πράξεων εις βάρος τους.
Δυνατότητα Εσωτερικής μετεγκατάστασης
Δεδομένου ότι φορέας δίωξης είναι το κράτος, αποκλείεται η δυνατότητα της Αιτήτριας να εγκατασταθεί σε οποιοδήποτε άλλη περιοχή της χώρα καταγωγής της.
Συνεπώς, συνεκτιμώντας όλα τα ανωτέρω στοιχεία και δεδομένα, και αξιολογώντας τις διαθέσιμες πληροφορίες σε εξωτερικές πηγές, στα πλαίσια της ως άνω παρατιθέμενης νομολογίας, κρίνεται ότι τεκμηριώνεται το αίτημα της Αιτήτριας περί κινδύνου δίωξης της στη χώρα καταγωγής της, για λόγους που εμπίπτουν στην έννοια της ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας, λόγω του σεξουαλικού της προσανατολισμού. Ως εκ τούτου, πληρούνται στο πρόσωπό της τα κριτήρια του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου για την υπαγωγή της σε προσφυγικό καθεστώς.
Ως εκ των ανωτέρω, η παρούσα προσφυγή επιτυγχάνει και η προσβαλλόμενη απόφαση τροποποιείται δυνάμει του άρθρου 146(4)(δ) του Συντάγματος και του άρθρου 11(3)(β) του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου (Ν. 73(Ι)/2018) και αναγνωρίζεται η Αιτήτρια ως πρόσφυγας δυνάμει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου. Επιδικάζονται €300 έξοδα υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση.
Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Βλ. απόφαση του ΔΕΕ ημερ. 02/03/2010 στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑175/08, C‑176/08, C‑178/08 και C‑179/08 [ECLI:EU:C:2010:105], παρ. 90
[2] Βλ. ΣΤΕ, 2512/2011, Α’ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ, https://www.asylumlawdatabase.eu/sites/www.asylumlawdatabase.eu/files/aldfiles/Original%20judgment%20-%202512-2011.pdf
[3] USDOS – US Department of State (Author): 2022 Country Report on Human Rights Practices: Cameroon, 20 March 2023 https://www.ecoi.net/en/document/2089132.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 29/01/2025)
[4] SEM – State Secretariat for Migration (formerly: Federal Office for Migration; Switzerland): Focus Cameroun: Minorités sexuelles, 15 October 2021
https://www.sem.admin.ch/dam/sem/fr/data/internationales/herkunftslaender/afrika/cmr/CMR-sexuelle-minderheiten-f.pdf.download.pdf/CMR-sexuelle-minderheiten-f.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 29/01/2025)
[5] ACCORD – Austrian Centre for Country of Origin and Asylum Research and Documentation (Author): Query response on Cameroon: General situation of homosexual persons, criminalisation of homosexuality [a-11727], 13 October 2021 https://www.ecoi.net/en/document/2063110.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 29/01/2025)
[6] https://wipolex-res.wipo.int/edocs/lexdocs/laws/en/cm/cm014en.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 22/10/2025)
[7] Freedom House (Author): Freedom in the World 2022 - Cameroon, 24 February 2022
https://www.ecoi.net/en/document/2071860.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 22/10/2025)
[8] Amnesty International: The State of the World's Human Rights; Cameroon 2023, 24 April 2024, https://www.amnesty.org/en/location/africa/west-and-central-africa/cameroon/report-cameroon/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 22/10/2025)
[9] Bertelsmann Stiftung: BTI 2024 Country Report Cameroon, 19 March 2024, https://www.ecoi.net/en/file/local/2105824/country_report_2024_CMR.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 22/10/2025), σελ.13
[10] HRW – Human Rights Watch (Author): World Report 2023 - Cameroon, 12 January 2023
https://www.ecoi.net/en/document/2085399.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 22/10/2025)
[11] Erasing 76 crimes, Cameroon: Two school girls lose their right to education because of a lesbian love note, 1 December 2023, https://76crimes.com/2023/12/01/cameroon-two-school-girls-lose-their-right-to-education-because-of-a-lesbian-love-note/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 22/10/2025)
[12] Erasing 76 crimes, Cameroon: Two school girls lose their right to education because of a lesbian love note, 1 December 2023, https://76crimes.com/2023/12/01/cameroon-two-school-girls-lose-their-right-to-education-because-of-a-lesbian-love-note/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 22/10/2025)
[13] USDOS – US Department of State (Author): 2022 Country Report on Human Rights Practices: Cameroon, 20 March 2023
https://www.ecoi.net/en/document/2089132.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 22/10/2025)
[14] Freedom House: Freedom in the World 2024 - Cameroon, 202, https://freedomhouse.org/country/cameroon/freedom-world/2024 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 22/10/2025)
[15] Fair Planet, Behind Closed Doors: Lgbtq+ People Struggle In Cameroon's Shadows, 25 July 2023, https://www.fairplanet.org/story/cameroon-lgbtq-broadcast-queer-rights/ , CEDOCA, COI Focus – Cameroun: L’homosexualité, 28 July 2023, https://www.cgra.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_cameroun._lhomosexualite_20210728.pdf, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 22/10/2025), σελ.18-19
[16] CAT - UN Committee Against Torture: Concluding observations on the sixth periodic report of Cameroon [CAT/C/CMR/CO/6], 10 December 2024], https://documents.un.org/doc/undoc/gen/g24/217/06/pdf/g2421706.pdf , (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 22/10/2025), σελ.14
[17] ILGA, State-sponsored homophobia, December 2020, https://ilga.org/wp-content/uploads/2023/11/ILGA_World_State_Sponsored_Homophobia_report_global_legislation_overview_update_December_2020.pdf σελ.325
[18] The Advocates for Human Rights and Alternatives Cameroon, Cameroon Stakeholder Report for the United Nations Universal Periodic Review, 5 April 2023, https://www.theadvocatesforhumanrights.org/Res/Cameroon%20UPR%20FINAL.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 22.10.2025), σελ.2
[19] HRW – Human Rights Watch (Author): World Report 2023 - Cameroon, 12 January 2023
https://www.ecoi.net/en/document/2085399.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 29/04/26)
[20] USDOS – US Department of State (Author): 2022 Country Report on Human Rights Practices: Cameroon, 20 March 2023 https://www.ecoi.net/en/document/2089132.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 28/04/26)
[21] FREEDOM HOUSE, FREEDOM IN THE WORLD CAMEROON, 2022, https://freedomhouse.org/country/cameroon/freedom-world/2022 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 28/04/26)
[22] HRW – Human Rights Watch, Cameroon Court Punishes Anti-LGBTI Violence, 03/03/2022, /https://www.hrw.org/news/2022/03/03/cameroon-court-punishes-anti-lgbti-violence (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 28/04/26)
[23] AC - Alternatives-Cameroun, The Advocates for Human Rights: Cameroon’s Compliance with Convention Against Torture: violence and discrimination on the grounds of sexual orientation or gender identity, 30 September 2024)
https://tbinternet.ohchr.org/_layouts/15/TreatyBodyExternal/DownloadDraft.aspx?key=8Ks6951Qe0JI+ZacpA1aARl+Ct/eIRIFCN7SJ/Y+aTzaLePPxLItSNXMcB+E1mzxPyamSLRNms2uvsdrRPuR2w== (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 29/01/2025)
[24] Hathaway, J., The Law of Refugee Status, Butterworths Canada, (1991), σ.114
[25] United Kingdom: Asylum and Immigration Tribunal / Immigration Appellate Authority, Immigration Appellate Authority (UK): Asylum Gender Guidelines, 1 Νοεμβρίου 2000, αποφάσεις βρετανικών δικαστηρίων Demirkaya v SSHD (CA) [1999] INLR 441, [1999] Imm AR 498, διαθέσιμο στην ιστοσελίδα: http://www.refworld.org/cgi-bin/texis/vtx/rwmain?docid=3ae6b3414 ((ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 29/01/2025)
[26] UNHCR, «Εγχειρίδιο για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων», ΣΤ' εκδ., Αθήνα 2009, διαθέσιμο στην ιστοσελίδα: https://www.unhcr.org/gr/wp-content/uploads/sites/10/2017/05/handbookcriteria.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 29/01/2025)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο