ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθ. Αρ.: 4659/23
9 Απριλίου, 2026
[Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, ΔΔΔΔΠ.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
S.D.M.
Αιτητής
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ’ ων η Αίτηση
Ν. Χαραλαμπίδου (κα), Δικηγόρος για τον Αιτητή
Α. Φιλίππου (κ) για Μ. Βασιλείου (κα), Δικηγόροι για τους Καθ’ ων η Αίτηση
ΑΠΟΦΑΣΗ
Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π: Με την παρούσα προσφυγή ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση, ημερ. 31/10/23 , με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για χορήγηση πολιτικού ασύλου, ως άκυρη και/ή παράνομη και/ή αντισυνταγματική και/ή στερούμενη οιουδήποτε εννόμου αποτελέσματος και είναι αποτέλεσμα πλάνης και κακής εφαρμογής του Νόμου. Ζητά ακολούθως ο Αιτητής, όπως το παρόν Δικαστήριο εκδώσει νέα απόφαση επί της ουσίας του αιτήματός του, προς αντικατάσταση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Τα ουσιώδη γεγονότα της παρούσας υπόθεσης έχουν ως ακολούθως:
Ο Αιτητής είναι ενήλικος, υπήκοος Καμερούν. Στις 06/11/2018 υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
Στις 09/10/2023 διεξήχθη η προφορική συνέντευξη του Αιτητή από λειτουργό της EUAA. Στις 24/10/2023, o λειτουργός της EUAA ετοίμασε τελική Έκθεση - Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, δια της οποίας εισηγήθηκε την απόρριψη του αιτήματος του Αιτητή. Στις 31/10/2023, ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου υιοθέτησε την Έκθεση – Εισήγηση και ενέκρινε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης ασύλου του Αιτητή, αναστέλλοντας την απόφαση επιστροφής του αιτητή στη χώρα καταγωγής του μέχρι την έκδοση πρωτόδικης απόφασης από το Δ.Δ.Δ.Π. άλλως μέχρι την πάροδο άπρακτης προθεσμίας 30 ημερών προς καταχώρηση προσφυγής ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου.
Η εν λόγω απόφαση κοινοποιήθηκε ιδιοχείρως στον Αιτητή στις 21/11/2023. Στις 13/12/2023 ο Αιτητής καταχώρησε δια της συνηγόρου του την υπό κρίση προσφυγή.
Δια της αίτησης ακυρώσεως, η συνήγορος του Αιτητή προωθεί πλήθος ισχυρισμών προς ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης, οι οποίοι ωστόσο δεν προωθούνται στο σύνολό τους, δια της γραπτής της αγόρευσης.
Με την γραπτή της αγόρευση, η συνήγορος του Αιτητή αρχικά προωθεί τους ισχυρισμούς περί έλλειψης δέουσας έρευνας, πλάνης περί τα πράγματα και το Νόμο, κατάχρηση και/ή υπέρβαση εξουσίας και με χρηστής διοίκησης από του Καθ΄ων η αίτηση. Ειδικότερα, υπεραμυνόμενη της αξιοπιστίας του συνόλου των ισχυρισμών του Αιτητή αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, η συνήγορος του προωθεί ότι οι Καθ’ ων η αίτηση παρέλειψαν να διερευνήσουν τους ισχυρισμούς γύρω από την παρελθούσα δίωξη στην οποία υποβλήθηκε στη χώρα καταγωγής του, αλλά και τον κίνδυνο που θα αντιμετωπίσει σε περίπτωση επιστροφής του εκεί, ενώ λανθασμένα δεν του χορηγήθηκε και το ευεργέτημα της αμφιβολίας. Καταλήγει δε ότι ο Αιτητής φέρει βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης ή έκθεσης σε κίνδυνο σοβαρής βλάβης σε περίπτωση που επιστρέψει στο Καμερούν, τονίζοντας ότι οι Καθ’ ων η αίτηση παρέλειψαν εντελώς να διερευνήσουν τον εάν ο Αιτητής πληροί της προϋποθέσεις του άρθρου 19 του περί Προσφύγων Νόμου.
Στη συνέχεια η συνήγορος του Αιτητή προωθεί ότι η προφορική συνέντευξη του αιτητή διεξήχθη κατά τρόπο που παραβιάζει τα άρθρα 13 Α (1), 13 Α (9), 13 Α (10), 13 (3) και 13 (4) του Νόμου, επικαλούμενη ότι δεν του δόθηκε η δυνατότητα πραγματικής προσωπικής συνέντευξης έτσι ώστε να μπορέσει να εκθέσει τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του και να αποσαφηνίζει τυχόν ασάφειες και νοηματικά κενά που ανέκυψαν. Ακολούθως η συνήγορος του Αιτητή προωθεί ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιτιολόγητη και/ή μη δεόντως αιτιολογημένη και δεν αναλύει τους πραγματικούς λόγους για τους οποίους απορρίφθηκε το αίτημα του Αιτητή, τόσο ως προς την υπαγωγή του σε προσφυγικό καθεστώς αλλά κυρίως σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας υπό τις πρόνοιες των άρθρων 19 (1) και 19 (2) του περί Προσφύγων Νόμου.
Η συνήγορος των Καθ΄ ων η αίτηση με την γραπτή της αγόρευση αντικρούει όλους τους ισχυρισμούς του Αιτητή και υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ληφθεί νόμιμα και ορθά, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, μετά από δέουσα έρευνα και σωστή ενάσκηση των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους Καθ' ων η Αίτηση και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης και ότι η επίδικη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη.
Προχωρώντας στην ουσία του αιτήματος του Αιτητή, σημειώνεται ότι το παρόν Δικαστήριο κέκτηται δικαιοδοσίας να εξετάσει και την ορθότητα της παρούσας υπόθεσης, η οποία απορρέει από τα εδάφια (2), (3) και (4) του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν. 73(Ι)/ 2018). Περί τούτου, κρίνω σκόπιμη την παράθεση αρχικά των ισχυρισμών του Αιτητή, ως αυτοί προβλήθηκαν καθ’ όλη τη διαδικασία εξέτασης του αιτήματός του και των πραγματικών γεγονότων ως αυτά προκύπτουν από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου.
Στην αίτησή του για διεθνή προστασία, ο Αιτητής κατέγραψε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του επειδή κινδύνευε η ζωή του, καθώς η κυβέρνηση του Καμερούν κήρυξε τον πόλεμο στις αγγλόφωνες περιοχές της χώρας. Ακολούθως υπέβαλε ότι ο μεγαλύτερος αδερφός του ήταν μέλος των ένοπλων μαχητών Ambazonians και ως εκ τούτου η κυβερνητικές δυνάμεις του έκαψαν το σπίτι και σκότωσαν ένα αδερφό του, με αποτέλεσμα ο ίδιος να διαφύγει από τη χώρα καταγωγής του (ερ. 7 του διοικητικού φακέλου - εφεξής «δ.φ.», ελεύθερη μετάφραση).
Μετά την υποβολή του αιτήματός του, ο Αιτητής υποβλήθηκε σε ιατρικές εξετάσεις στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας και διαπιστώθηκε ότι πάσχει από Ηπατίτιδα Β (ερ. 4 δ.φ.).
Κατά τη διάρκεια της προφορικής του συνέντευξης και σε σχέση με τα προσωπικά του στοιχεία (βλ. ερ. 47 – 42 δ.φ.), ο Αιτητής δήλωσε ότι γεννήθηκε, μεγάλωσε και έζησε στην περιοχή Ekona πλησίον της Buea του Νοτιοδυτικού Καμερούν. Ως προς την οικογενειακή του κατάσταση, ο Αιτητής δήλωσε άγαμος και άτεκνος. Σε σχέση με την πατρική του οικογένεια, ο Αιτητής δήλωσε ότι ο πατέρας του απεβίωσε το 2012, τη δε μητέρα του ουδέποτε τη γνώρισε, πλην όμως γνωρίζει ότι απεβίωσε σε απροσδιόριστο χρόνο. Ακολούθως προσέθεσε ότι κατά το παρελθόν είχε δύο αδερφούς, οι οποίοι δολοφονήθηκαν αμφότεροι από τις κυβερνητικές δυνάμεις του Καμερούν το 2018 ο ένας και περί το 2021 ο άλλος. Ο Αιτητής αποσαφήνισε ότι μετά τον θάνατο του πατέρα του, την ανατροφή του ανέλαβε ένας άνδρας ονόματι Eugen, με τον οποίο ταξίδεψαν μαζί εκτός Καμερούν, αν και έκτοτε έχει χάσει κάθε επαφή μαζί του.
Ως προς το μορφωτικό του επίπεδο, ο Αιτητής δήλωσε ότι φοίτησε στο δημοτικό σχολείο για 5 χρόνια, ωστόσο στη συνέχεια διέκοψε τις σπουδές του επειδή έχασε τον πατέρα του. Ως προς το εργασιακό του υπόβαθρο, ο Αιτητής δήλωσε ότι ουδέποτε εργάστηκε στη χώρα καταγωγής του, ωστόσο απέκτησε κάποιες δεξιότητες στην κατασκευή τούβλων και στέγης. Ο Αιτητής δήλωσε ότι ομιλεί Αγγλικά.
Αναφορικά με την κατάσταση της υγείας του, ο Αιτητής δήλωσε στη Δημοκρατία διαγνώστηκε με Ηπατίτιδα Β, ωστόσο ουδέποτε του χορηγήθηκε φαρμακευτική αγωγή (βλ. ερ. 47 δ.φ.). Ως προς τη διαδρομή του ταξιδιού του, ο Αιτητής δήλωσε ότι στις 20/10/2018 ταξίδεψε αεροπορικώς από το Καμερούν μέχρι την Κωνσταντινούπολη και από εκεί στο αεροδρόμιο Εrcan στα κατεχόμενα εδάφη. Την ίδια ημέρα εισήλθε παράνομα στα εδάφη της Δημοκρατίας. Ως προς τις συνθήκες του ταξιδιού του, ο Αιτητής δήλωσε ότι διέθετε φοιτητική άδεια, τα δε ταξιδιωτικά του έγγραφα προετοίμασε ο Eugen, με τον οποίο ωστόσο έχει χάσει κάθε επαφή.
Κληθείς να εξηγήσει του λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησής του (βλ. ερ. 42 2Χ δ.φ.), ο Αιτητής δήλωσε ότι εισήλθαν εντός της οικίας που βρισκόταν με τους φίλους του οι κυβερνητικές δυνάμεις του Καμερούν και τους ξυλοκόπησαν. Συγκεκριμένα, ο Αιτητής δήλωσε ότι αφού οι εισβολείς ξυλοκόπησαν τους φίλους του σε σημείο μου έχασαν τις αισθήσεις τους, εκείνος προσποιήθηκε ότι είχε ομοίως αναισθητοποιηθεί από τον ξυλοδαρμό. Στη συνέχεια όμως οι εισβολείς τοποθέτησαν κάτω από το σώμα του ένα δακρυγόνο με αποτέλεσμα κείνος να σηκωθεί απότομα στα πόδια του και να προσπαθήσει να διαφύγει τρέχοντας. Οι εισβολείς ωστόσο κατάφεραν να τον σταματήσουν, τον συνέλαβαν και τον μετέφεραν στο αστυνομικό τμήμα της πόλης Buea, όπου κρατήθηκε για περίπου 2-3 μήνες πριν αφεθεί ελεύθερος επειδή ένας ιερέας έκανε έκκληση να αφεθούν ελεύθεροι οι κρατούμενοι των κυβερνητικών δυνάμεων του Καμερούν. Εκ παραλλήλου, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι ο μεγαλύτερος αδερφός του ήταν ήδη μέλος των Ambazonian και μία μέρα τον πήρε μαζί του σε μία συνάντηση των μαχητών Ambazonians και τον υπέβαλε σε τελετή μύησης στην ομάδα, ενώ στη συνέχεια του παρέδωσαν ένα όπλο. Στη συνέχεια ο Αιτητής δήλωσε ότι ενημέρωσε σχετικώς τον εργοδότη του, ο οποίος τον συμβούλεψε να διαφύγει από τη χώρα άμεσα και εξέδωσε τα ταξιδιωτικά του έγγραφα, επικαλούμενος ότι ο εν λόγω άνδρας τον ενημέρωσε ότι οι αρχές θα προσπαθήσουν να εντοπίσουν τον αδερφό του χρησιμοποιώντας τον ίδιο.
Ερωτηθείς τι φοβάται ότι θα του συμβεί σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής δήλωσε ότι οι στρατιωτικοί σκότωσαν τον αδερφό του και θα πιστέψουν πως ο ίδιος γύρισε στο Καμερούν για να αντικαταστήσει τον αδερφό του(βλ. ερ. 41 1Χ δ.φ.).
Στη συνέχεια ο Αιτητής υποβλήθηκε σε διευκρινιστικές ερωτήσεις αναφορικά με το περιστατικό της εισβολής των στρατιωτικών στην οικία του. Ο Αιτητής επανέλαβε ότι περί τον Ιούλιο του 2018, επ’ αφορμή του ξυλοδαρμού μέχρι θανάτου ενός στρατιωτικού, τα μέλη των ενόπλων δυνάμεων του Καμερούν επιδόθηκαν σε σειρά εισβολών στις οικίες των Αγγλόφωνων πολιτών. Κληθείς να περιγράψει τι συνέβη την δική του περίπτωση, ο Αιτητής προέβαλε ότι οι στρατιωτικοί πήγαιναν από πόρτα σε πόρτα για να δουν ποιος βρίσκεται εντός των οικιών, συνελάμβαναν τους άνδρες, όχι όμως και τα γυναικόπαιδα. Ζητηθείς να περιγράψει τις αντιδράσεις του κατά τη διάρκεια της εισβολής των στρατιωτικών, ο Αιτητής δήλωσε ότι δε μπορούσε να κάνει κάτι άλλο από το να παραδοθεί, καθώς οι στρατιωτικοί εισήλθαν τόσο από αμφότερες τις εισόδους της οικίας του, προβάλλοντας ότι πίστευε ότι του τοποθέτησαν βόμβα, η οποία ωστόσο ήταν δακρυγόνο.
Ερωτηθείς τι ακριβώς έκανε τη στιγμή που εισήλθαν οι στρατιωτικοί εντός της οικίας του, ο Αιτητής αποκρίθηκε ότι καθόταν σπίτι επειδή την προηγούμενη ημέρα είχαν λάβει χώρα διαδηλώσεις, τις οποίες ο ίδιος βιντεοσκοπούσε. Όταν διαπίστωσε ότι οι στρατιωτικοί κατευθύνοντο στην οικία του εκείνος εξήλθε αυτής, πλην όμως τον έπιασαν και τον ξυλοκόπησαν. Ως προς την οικία επί της οποίας έλαβε χώρα το περιστατικό, ο Αιτητής δήλωσε ότι ανήκε στον εργοδότη του και ότι η ηλικία του τότε ήταν 17 ετών. Κληθείς και πάλι να περιγράψει τι συνέβη όταν εισήλθαν οι στρατιωτικοί εντός της οικίας του, ο Αιτητής δήλωσε ότι οι στρατιωτικοί έψαχναν για νεαρούς διαδηλωτές και ότι τα δύο νεαρά άτομα που βρισκόταν μαζί του (βλ. ερ. 41 1Χ δ.φ.). Ζητηθείς να περιγράψει το περιστατικό με το δακρυγόνο, ο Αιτητής προέβαλε ότι καθώς είχε πέσει κάτω ανάσκελα, είδε ένα στρατιωτικό να απασφαλίζει το δακρυγόνο ενώ συνέχισε να τον κλοτσάει. Επειδή όμως εκείνος δε κουνήθηκε, οι στρατιωτικοί πίστευαν ότι λιποθύμησε και τοποθέτησαν το δακρυγόνο κάτω από το σώμα του και τον γύρισαν σε στάση μπρούμυτα με το σώμα του να καλύπτει το δακρυγόνο. Τότε ο Αιτητής δήλωσε ότι απώθησε το δακρυγόνο και προσπάθησε να διαφύγει τρέχοντας, πλην όμως οι στρατιωτικοί κατάφεραν να τον συλλάβουν. Ως προς την τύχη των άλλων δύο ατόμων που βρισκόταν μαζί του επί της οικίας του, ο Αιτητής επέδειξε άγνοια (βλ. ερ. 40 1Χ – 3Χ δ.φ.).
Ως προς τους λόγους για τους οποίους οι στρατιωτικοί επιδίδοντο σε εισβολές στα σπίτια των αγγλόφωνων πολιτών, ο Αιτητής δήλωσε ότι οι ένοπλοι μαχητές είχαν ξυλοκοπήσει, σχεδόν μέχρι θανάτου, ένα στρατιωτικό. Ως προς την πηγή της εν λόγω πληροφορίας, ο Αιτητής δήλωσε ότι όλοι το γνωρίζουν. Αναφορικά με το λόγο για τον οποίο δήλωσε ότι συνελήφθη, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι οι στρατιωτικοί συνελάμβαναν τους άνδρες και τα αγόρια. Προσέθεσε ότι εντός του φορτηγού επέβαιναν και άλλοι συλληφθέντες, ενώ ο ίδιος αγνοούσε το λόγο για τον οποίο συνελήφθη (βλ. ερ. 40 4Χ – 7Χ δ.φ.).
Ακολούθως ο Αιτητής δήλωσε ότι κρατήθηκε για περίπου 3 μήνες και αποφυλακίστηκε περί το Σεπτέμβριο του 2018. Ερωτηθείς εάν ενημέρωσε τις αρχές του Καμερούν ότι κατά το χρόνο σύλληψής του ήταν ανήλικος, ο Αιτητής απάντησε ότι μάλλον γι’ αυτό το λόγο αφέθηκε ελεύθερος. Κληθείς να περιγράψει το χώρο διαμονής του στη φυλακή, ο Αιτητής δήλωσε ότι επρόκειτο για ένα μέρος επί του οποίου διέμεναν περί τα 20 άτομα, ισχυριζόμενος ότι δε μπορεί να θυμηθεί περαιτέρω επικαλούμενος ότι κατά την περίοδο της κράτησής του είχε αγχωθεί πολύ. Ζητηθείς να περιγράψει την καθημερινότητά του στη φυλακή, ο Αιτητής δήλωσε ότι έμενε μέσα και δεν είχε δικαίωμα να επικοινωνήσει με τους δικούς του. Ερωτηθείς εάν απαγγέλθηκαν κατηγορίες εις βάρος του, ο Αιτητής απάντησε αρνητικά, αποσαφηνίζοντας ότι δεν υποβλήθηκε καν σε ανάκριση από τις αστυνομικές αρχές (βλ. ερ. 39 1Χ – 10Χ δ.φ.).
Αναφορικά με την αποφυλάκισή του, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι ήρθε ένας ιερέας για να απελευθερώσει τους κρατούμενους επειδή οι αρχές γνώριζαν ότι ήταν αθώοι οι περισσότεροι κρατούμενοι, οι οποίοι με τη σειρά του ενημέρωσαν τον Αιτητή ότι ο ιερέας ζήτησε την απελευθέρωση των παιδιών της περιοχής Ekona, πληροφορία η οποία ωστόσο περιήλθε στη γνώση του μετά την αποφυλάκισή του. Ερωτηθείς εάν οι αρχές του παρέδωσαν κάποιο έγγραφο κατά την αποφυλάκισή του ή εάν στη συνέχεια συνελήφθη εκ νέου, ο Αιτητής απάντησε αρνητικά (βλ. ερ. 38 1Χ, 2Χ δ.φ.).
Αναφορικά με τη θέση του αδερφού του στους Amabazonians, ο Αιτητής δήλωσε ότι δεν ήταν αρχηγός, ωστόσο υπέβαλε ότι διάβασε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ότι έγινε αρχηγός ενώ ο ίδιος (ο Αιτητής) είχε εγκαταλείψει το Καμερούν. Κληθείς να παραθέσει περαιτέρω πληροφορίες αναφορικά με τη συμμετοχή του αδερφού του στους ένοπλους μαχητές, ο Αιτητής δήλωσε ότι τον αποκαλούσαν «το λιοντάρι» και ότι πίστευε ότι δε πάθει ποτέ τίποτα. Γι’ αυτό το λόγο έμπαινε πάντα μπροστά και εκτέθηκε επειδή τοποθετήθηκε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με αποτέλεσμα να στοχοποιηθεί από τις στρατιωτικές δυνάμεις της χώρας. Αναφορικά με το χρόνο ένταξης του αδερφού του στους μαχητές Amabazonians, ο Αιτητής δήλωσε ότι αυτό έλαβε χώρα πολύ πριν ξεσπάσει η κρίση, καθώς διέθετε ένα φίλο ο οποίος διατηρούσε επαφές με την επιτροπή της περιοχής Ekona. O Aιτητής αποσαφήνισε τέλος ότι ο εν λόγω αδερφός του ονομάζεται Kingsley και ήταν περίπου 26-27 ετών, ο δε έτερος αδερφός του ήταν περίπου 32-33 χρονών και δολοφονήθηκε το 2018 (βλ. ερ. 38 3Χ – 6Χ δ.φ.).
Ερωτηθείς που διέμενε μετά την αποφυλάκισή του, ο Αιτητής απάντησε ότι επέστρεψε στην πόλη Ekona και συγκεκριμένα στην οικία του αδερφού του, ο οποίος του είπε ότι η πόλη δεν είναι ασφαλής για εκείνον και την επόμενη ημέρα μετέβησαν στη στρατιωτική βάση των Ambazonians. Ζητηθείς να παραθέσει στοιχεία αναφορικά με την στρατιωτική βάση των μαχητών, ο Αιτητής δήλωσε ότι βρισκόταν στην περιοχή Mundamba μέσα στην Ekona και είναι ο πρώτος στόχος στον οποίο επιτέθηκαν οι στρατιωτικές δυνάμεις.
Ως προς το τελετουργικό μύησής του, ο Αιτητής δήλωσε ότι σκοπό είχε την προστασία του από τις σφαίρες, ενώ σχετικά με τη διαδικασία δήλωσε ότι του έκαναν τρία σημάδια στην πλάτη κόβοντάς τον με λεπίδα, τοποθέτησαν μία σκόνη και στη συνέχεια του έδωσαν κάτι να πιει, το οποίο αναφέρει ότι ονομαζόταν «gingering». Κληθείς να περιγράψει τη στρατιωτική βάση των Ambazonians, ο Αιτητής δήλωσε ότι βρισκόταν στο δάσος και ότι ήταν σαν χωριό, αφού οι μαχητές είχαν τοποθετήσει bamboo και σκέπαστρα που δημιουργούν σκιά. Αναφορικά με τον αριθμό των ατόμων που διέμεναν στη στρατιωτική βάση, ο Αιτητής απάντησε ότι δε μπόρεσε να τους μετρήσει (βλ. ερ. 37 4Χ – 7Χ δ.φ.).
Ο Αιτητής ακολούθως δήλωσε ότι παρέμεινε στη στρατιωτική βάση για περίπου 2 εβδομάδες. Ζητηθείς να περιγράψεις τις δραστηριότητές του κατά τη διάρκεια των εν λόγω εβδομάδων, ο Αιτητής δήλωσε ότι παρέμενε στη βάση και μαγείρευε για τους μαχητές, αν και του είχαν δώσει όπλο το οποίο ουδέποτε χρησιμοποίησε αφού δεν έλαβε μέρος σε κάποια μάχη. Εξήγησε μάλιστα ότι δεν ένιωθε άνετα εκεί και προσπαθούσε να έρθει επαφή με το αφεντικό του. Κληθείς να παραθέσει περισσότερες πληροφορίες αναφορικά με το περιεχόμενο της στρατιωτικής του εκπαίδευσης, ο Αιτητής δήλωσε ότι του έδωσαν ένα όπλο το οποίο όμως ουδέποτε χρησιμοποίησε. Ερωτηθείς εάν εκπαιδεύτηκε πριν του δοθεί το όπλο, ο Αιτητής απάντησε έπρεπε να εκπαιδευτεί μόνος του (βλ. ερ. 36 1Χ, 2Χ, 3Χ, 5Χ δ.φ.). Κληθείς να εξηγήσει το λόγο για τον οποίο, αν και τον στρατολόγησαν προκειμένου να πολεμήσει, εν τέλει οι μαχητές τον χρησιμοποίησαν ως μάγειρα, ο Αιτητής δήλωσε ότι τους είπε ότι δε θέλει να πεθάνει και εκείνοι του έδωσαν όπλο και του είπαν απλά να το χρησιμοποιήσει εάν συμβεί κάτι (βλ. ερ. 36 4Χ, 6Χ – 9Χ δ.φ.).
Στη συνέχεια ο αρμόδιος λειτουργός ζήτησε από τον Αιτητή να περιγράψει τις συνθήκες υπό τις οποίες κατάφερε να εγκαταλείψει την ομάδα των μαχητών Ambazonians. O Aιτητής προέβαλε συναφώς ότι ενημέρωσε τον εργοδότη του ότι υποβλήθηκε σε τελετουργικό μύησης στην ομάδα των ένοπλων μαχητών και εκείνος του ζήτησε να βρει χρόνο προκειμένου να συναντηθούνε. Ο Αιτητής ενημέρωσε τον αδερφό του ότι θέλει να συναντήσει τον εργοδότη του και εκείνος του είπε ότι δεν υπάρχει πρόβλημα. Ως εκ τούτου ο Αιτητής εγκατέλειψε τη στρατιωτική βάση με τον αδερφό του και βρέθηκαν πλησίον της πόλης Buea, όπου ο αδερφός του τον εγκατέλειψε προκειμένου να επιστρέψει στη βάση. Αναφορικά με τον τρόπο με τον οποίο κατάφερε να πείσει τον αδερφό του να τον βοηθήσει να διαφύγει, ο Αιτητής αποκρίθηκε ότι ο πρώτος γνώριζε ότι ο ίδιος δεν ήθελε να ακολουθήσει το συγκεκριμένο τρόπο ζωής και εν τέλει το αποδέχτηκε (βλ. ερ. 35 4Χ δ.φ.).
Ως προς το τι ακολούθησε αφού συνάντησε τον εργοδότη του, ο Αιτητής δήλωσε ότι ο πρώτος δεσμεύτηκε να προγραμματίσει το ταξίδι του εκτός Καμερούν. Στη συνέχεια ο Αιτητής μετέβη στην πόλη Douala, όπου ήδη είχε φτάσει με άλλο όχημα ο εργοδότης του. Εκεί παρέμεινε για δύο εβδομάδες, όπου διέμεινε στην οικία ενός φίλου του αφεντικού του. Κληθείς να αποσαφηνίσει εάν τον αναζήτησαν οι μαχητές Ambazonians, ο Αιτητής δήλωσε ότι ο αδερφός του τον ενημέρωσε ότι τον αναζήτησε κάποιες φορές ο στρατηγός, εκείνος (ο αδερφός του Αιτητή) όμως του απάντησε ότι ο Αιτητής έχει πάει κάπου και θα επιστρέψει. Ερωτηθείς εάν οι μαχητές Ambazonians διαπίστωσαν εν τέλει ότι εγκατέλειψε την ομάδα, ο Αιτητής απάντησε θετικά, επικαλούμενος ότι ο στρατηγός γνώριζε ότι ο Αιτητής δεν ήταν ικανός να εκτελέσει τα καθήκοντα για τα οποία αρχικά τον προόριζαν (βλ. ερ. 35 5Χ – 6Χ δ.φ.).
Ακολούθως ζητήθηκε από τον Αιτητή να αποσαφηνίσει τις δηλώσεις του περί του ότι φοβάται ότι, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του, οι στρατιωτικοί που σκότωσαν τον αδερφό του θα πιστέψουν πως ο ίδιος επέστρεψε για να συνεχίσει το έργο του πρώτου. Ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι δεν έχει φίλους πλην των Ambazonians και εάν επιστρέψει θα είναι απόλυτα φυσιολογικό να ενταχθεί εκ νέου στην ομάδα τους. Ως προς τους λόγους επανένταξής του στην ομάδα δεδομένου ότι διαφωνεί με τις πρακτικές της, ο Αιτητής δήλωσε ότι μόλις επιστρέψει στο Καμερούν θα αρχίσει να επιδρά επάνω του το τελετουργικό στο οποίο τον υπέβαλαν κατά την μύησή του (βλ. ερ. 34 1Χ – 2Χ δ.φ.).
Ζητηθείς να εξηγήσει πως περιήλθε στη γνώση του ότι το 2021 απεβίωσε ο αδερφός του, ο Αιτητής δήλωσε ότι το πληροφορήθηκε από το Facebook. Ως προς το πρόσωπο που του μετέφερε τη συγκεκριμένη πληροφορία, ο Αιτητής υπέβαλε ότι τον ενημέρωσαν πολλά άτομα τα οποία διέμεναν στην περιοχή Ekona. Αναφορικά με τον αδερφό του ο οποίος απεβίωσε το 2018, ο Αιτητής δήλωσε ότι δέχτηκε μία αδέσποτη σφαίρα επιστρέφοντας από την εργασία του (βλ. ερ. 34 δ.φ.).
Ερωτηθείς εάν θα μπορούσε να ζήσει με ασφάλεια στην πόλη Douala, ο Αιτητής απάντησε αρνητικά επικαλούμενος την επίδραση του τελετουργικού στο οποίο υποβλήθηκε κατά την ένταξή του στην ομάδα των ένοπλων μαχητών (βλ. ερ. 34 δ.φ.).
Κατά την ολοκλήρωση της προσωπικής του συνέντευξης και αφού του διαβάστηκε το αντίστοιχο πρακτικό, ο Αιτητής δήλωσε ότι το περιεχόμενο του αντικατοπτρίζει πλήρως τις δηλώσεις του, θέτοντας σε αυτό την υπογραφή του.
Όπως προκύπτει από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου και συγκεκριμένα από τη σχετική έκθεση-εισήγηση η οποία αποτελεί και την αιτιολογική βάση της προβαλλόμενης απόφασης (ερυθρά 91 - 74 δ.φ.), ο αρμόδιος λειτουργός διέκρινε τρεις ουσιώδεις ισχυρισμούς που απορρέουν από τις δηλώσεις του Αιτητή. 1) Τα στοιχεία του προσωπικού του προφίλ, τη χώρα καταγωγής και τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του, 2) τις δηλώσεις του περί του ότι το 2018 ο στρατός του Καμερούν εισέβαλε εντός της οικίας του και τον συνέλαβε και 3) τις δηλώσεις του περί του ότι εντάχθηκε σε ομάδα των μαχητών Ambazonians την οποία αργότερα εγκατέλειψε.
Οι Καθ' ων η Αίτηση προέβησαν σε έρευνα των ενώπιων τους ουσιωδών στοιχείων και δεδομένων και κατά την έκθεση- εισήγησή τους αποδεκτός έγινε μόνο ο ισχυρισμός του Αιτητή γύρω από τα προσωπικά του στοιχεία, αφού οι σχετικές του δηλώσεις κρίθηκαν μεν ως σαφείς και λεπτομερείς, επιβεβαιώθηκαν δε από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης και/ή χαρτογράφησης.
Ο δεύτερος ωστόσο ισχυρισμός έτυχε απόρριψης. Συγκεκριμένα, οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν τις δηλώσεις του αιτητή αναφορικά με την επιδρομή των στρατιωτικών στην οικία που διέμενε ως στερούμενες περιγραφικής λεπτομέρειας, αφού οι δηλώσεις του κρίθηκαν ως γενικόλογες. Συγκεκριμένα, αν και ο Αιτητής παρέθεσε κάποιες στοιχειωδώς συνεκτικές δηλώσεις αναφορικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η επιδρομή στην οικία που διέμενε, πλην όμως δεν ήταν σε θέση να περιγράψει με βιωματικό τρόπο τη στιγμή κατά την οποία οι στρατιωτικοί εισέβαλαν εντός της οικίας του. Ως στερούμενες περιγραφικής λεπτομέρειας κρίθηκαν και οι δηλώσεις του Αιτητή σχετικά με την τοποθέτηση δακρυγόνου κάτω από το σώμα του, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο προσπάθησε να εξέλθει της οικίας του.
Σχετικά με τους λόγους για τους οποίους έλαβε χώρα η εν λόγω επιδρομή, οι δηλώσεις του Αιτητή περί του ότι οι επιδρομές του στρατού πραγματοποιήθηκαν κατόπιν τραυματισμού ενός Γαλλόφωνου στρατιωτικού από τους ένοπλους αυτονομιστές και ότι δε γνωρίζει εάν ο εν λόγω στρατιωτικός τελικά απεβίωσε, οι Καθ΄ων η αίτηση έκριναν ότι στερούνται περιγραφικής λεπτομέρειας. Κληθείς άλλωστε να περιγράψει της σύλληψής του, ο Αιτητής προέβαλε γενικόλογα, κατά τους Καθ΄ων η αίτηση, ότι μόλις εξήλθε της οικίας του τον έπιασαν, τον ξυλοκόπησαν, τον φόρτωσαν σε ένα φορτηγό και τον μετέφεραν στο αστυνομικό τμήμα της πόλης Buea. Oι δηλώσεις του Αιτητή ωστόσο κρίθηκαν ως στερούμενες περιγραφικής λεπτομέρειας και σε σχέση με της διαδικασίες στις οποίες υποβλήθηκε κατά τη σύλληψη και άφιξή του στο αστυνομικό τμήμα της πόλης Buea, αφού προέβαλε επιφανειακά ότι οι αστυνομικοί περιόρισαν τους συλληφθέντες σε μία αυλή, με τους τελευταίους να αγνοούν το λόγο κράτησής τους. Καθώς ο Αιτητής δήλωσε ότι κρατήθηκε για περίπου 2-3 μήνες σε χρόνο κατά τον οποίο ήταν ακόμα ανήλικος, ρωτήθηκε εάν ενημέρωσε τις αρχές περί της ανηλικότητάς του, πλην όμως προέβαλε ασαφώς, κατά τους Καθ΄ων η αίτηση, ότι αν και δεν ενημέρωσε σχετικώς κατά τη σύλληψή του, εν τέλει μάλλον αφέθηκε ελεύθερος επειδή ήταν ανήλικος.
Οι Καθ΄ων η αίτηση στη συνέχεια έκριναν ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να περιγράψει με βιωματικό τρόπο τις συνθήκες διαμονής του στην φυλακή, αφού δήλωσε χωρίς συνοχή ότι δεν είπε τίποτα στους αστυνομικούς, ότι τους περιόρισαν σε μία αυλή όπου τους έδιναν φαγητό και ότι δεν τους ξυλοκόπησαν. Κληθείς άλλωστε να αποσαφηνίσει εάν διέμενε σε κελί ή σε κάποια αυλή, ο Αιτητής απάντησε ασαφώς, κατά τους Καθ΄ων η αίτηση, ότι δε γνωρίζει εάν ήταν κελί ή αυλή, αλλά ήταν σίγουρα φυλακή. Ακολούθως οι Καθ΄ων η αίτηση έκριναν ως ασαφείς και μη συνεκτικές τις δηλώσεις του Αιτητή σχετικά με το εάν ασκήθηκε ποινική δίωξη εναντίον του, καθώς εκείνος δήλωσε ότι η ποινική δίωξη ασκήθηκε μετά την αποφυλάκισή του, ενώ δήλωσε επίσης χωρίς συνοχή, ότι ουδέποτε υποβλήθηκε σε ανάκριση από τις αστυνομικές αρχές. Ολοκληρώνοντας, οι Καθ΄ων η αίτηση έκριναν ότι ο Αιτητής δεν παρέθεσε περιγραφικές λεπτομέρειες ούτε σε σχέση με τις συνθήκες υπό τις οποίες αποφυλακίστηκε, αφού επικαλέστηκε αόριστα ότι ένας ιερέας ζήτησε από τις αρχές να αποφυλακίσεις τους συλληφθέντες, αν και δεν ήταν σε θέση να παραθέσει καμία πληροφορία αναφορικά με τον εν λόγω ιερέα. Στη βάση λοιπόν της ανωτέρω ανάλυσης, οι Καθ΄ων η αίτηση έκριναν ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να θεμελιώσει, δια των δηλώσεών του, την εσωτερική αξιοπιστία του υπό εξέταση ισχυρισμού.
Προχωρώντας στην αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας των δηλώσεων του Αιτητή, οι Καθ΄ων η αίτηση προχώρησαν σε σχετική έρευνα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, εκ της οποίας ανέκυψαν πληροφορίες αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή οι οποίες επιβεβαίωσαν τις δηλώσεις του σε γύρω από τις πρακτικές που υιοθέτησαν οι αρχές του Καμερούν στα πλαίσια της αγγλόφωνης κρίσης, πλην όμως λόγω της αδυναμίας του Αιτητή να θεμελιώσει την εσωτερική αξιοπιστία των δηλώσεών του, ο υπό κρίση ισχυρισμός απορρίφθηκε στο σύνολό του ως μη αξιόπιστος.
Αξιολογώντας τον τρίτο ισχυρισμό του Αιτητή και δη την εσωτερική αξιοπιστία των δηλώσεών του περί του ότι στρατολογήθηκε από τους μαχητές Ambazonians, τους οποίους στη συνέχεια εγκατέλειψε, οι Καθ΄ων σημειώνουν ότι σύμφωνα με τις δηλώσεις του, μετά τη σύλληψή του ο αδερφός του, ήδη μέλος των Ambazonians, του ζήτησε να συναντηθούν και τον μετέφερε στη στρατιωτική τους βάση. Ζητηθείς ωστόσο να προσδιορίσει το ρόλο του αδερφού του εντός της ένοπλης ομάδας, ο Αιτητής προέβαλε ασαφώς και χωρίς νοηματική συνοχή ότι ο αδερφό του δεν ήταν αρχηγός, πλην όμως έγινε αρχηγός σε χρόνο κατά τον οποίο ο Αιτητής είχε ήδη εγκαταλείψει το Καμερούν, γεγονός το οποίο περιήλθε στη γνώση του από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Κληθείς άλλωστε να προσδιορίσει πότε ο αδερφός του εντάχθηκε στους ένοπλους μαχητές, ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση, σύμφωνα με τους Καθ΄ων η αίτηση, να προβάλει σαφείς και ακριβείς πληροφορίες, αφού προέβαλε γενικόλογα ότι ο αδερφός του εντάχθηκε στους Ambazonians πριν ξεσπάσει η κρίση επειδή ο αρχηγός ήταν φίλος του και είχε επικοινωνία με την επιτροπή της περιοχής Ekona.
Στη συνέχεια οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει επαρκώς τον τρόπο με τον οποίο ο αδερφός του τον έπεισε να ενταχθεί στην ομάδα, αφού προέβαλε χωρίς σαφήνεια ότι (ο αδερφός του) του είπε ότι θα πρέπει να είναι σε θέση να προστατεύσει τον εαυτό του και του ζήτησε να τον ακολουθήσει στη στρατιωτική τους βάση. Καθώς ο Αιτητής δήλωσε ότι δεν είχε την επιλογή της άρνησης ένταξη στη ομάδα, η δηλώσεις του κρίθηκαν από τους Καθ΄ων η αίτηση ως στερούμενες συνοχής, αφού προέβαλε συγκεχυμένα ότι δεν ήταν ασφαλής, ότι ο αδερφός του ήταν ήδη μέλος της ομάδας και ότι είχε ήδη χάσει τον έτερο αδερφό του από αδέσποτη σφαίρα. Ακολούθως οι Καθ΄ων η αίτηση έκριναν ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να περιγράψει επαρκώς τι συνέβη κατά τη φερόμενη άφιξή του στη στρατιωτική βάση των Ambazonians, αφού δήλωσε χωρίς περιγραφική λεπτομέρεια ότι ο αδερφός του τον έδειξε τους υπόλοιπους μαχητές και το στρατηγό, τον οποίο ήδη ο ίδιος (ο Αιτητής) γνώριζε καλά παλαιόθεν, ο οποίος μάλιστα τον καθησύχασε ότι μετά το τελετουργικό θα είναι ασφαλής.
Ζητηθείς ακολούθως να περιγράψει λεπτομερώς το τελετουργικό ένταξής του στους Ambazonians, ο Αιτητής ανέφερε επιφανειακά και χωρίς συνοχή, σύμφωνα με τους Καθ΄ων η αίτηση, ότι τον έκοψαν με μία λεπίδα στην πλάτη, του έκαναν τρία σημάδια, στη συνέχεια έβαλαν μία σκόνη επάνω στην πληγή, του έδωσαν να πιεί ένα αγνώστου συνθέσεως υγρό το οποίο ονομαζόταν “ginering” και τον ενημέρωσαν ότι πλέον θα προστατεύεται από τις σφαίρες. Οι περιγραφές του Αιτητή γύρω από τη στρατιωτική βάση των Amabazonians κρίθηκαν από τους Καθ΄ων η αίτηση ομοίως ως γενικόλογες και στερούμενες περιγραφικής λεπτομέρειας, αφού εκείνος περιέγραψε ότι η βάση βρισκόταν σε μία δασώδη περιοχή, ότι ήταν σαν χωρίο, ότι είχαν τοποθετηθεί bamboo και από πάνω κάτι για να δημιουργεί σκιά, ενώ προέβαλε άγνοια ως προς τον αριθμό των διαμενόντων εκεί.
Αν και ο Αιτητής δήλωσε ότι παρέμεινε στη βάση στων Amabazonians για περίπου δύο εβδομάδες, σύμφωνα με τους Καθ΄ων η αίτηση δεν ήταν σε θέση να περιγράψει επαρκώς την εκπαίδευση στην οποία υποβλήθηκε, αφού ανέφερε χωρίς νοηματική συνοχή ότι του είχαν δώσει όπλο το οποίο ουδέποτε χρησιμοποίησε καθώς δε συμμετείχε σε κάποια μάχη, αφού του ανατέθηκε ο ρόλος του μάγειρα. Κληθείς εκ νέου να περιγράψει την εκπαίδευσή του, ο Αιτητής προέβαλε εκ νέου ασαφώς ότι είχε ένα όπλο με το οποίο πυροβολούσε πουλιά, το οποίο ωστόσο ουδέποτε χρησιμοποίησε, αφού το βράδυ δεν έβγαινε έξω. Σημειώνουν στο συγκεκριμένο σημείο, ότι αν και δόθηκε στον Αιτητή εκ νέου η δυνατότητα να περιγράψει επαρκώς την εκπαίδευσή του, εκείνος προέβαλε και πάλι χωρίς νοηματική συνοχή και ευλογοφάνεια ότι του παρέδωσαν ένα όπλο σε περίπτωση που κάτι συμβεί και ότι θα έπρεπε να εκπαιδευτεί μόνος του.
Στη συνέχεια ο Αιτητής δήλωσε χωρίς συνοχή ότι δεν έκανε κάτι συγκεκριμένο κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσής του και ότι κρατούσε το όπλο στο δωμάτιό του. Αναφορικά με τα καθήκοντα που του ανατέθηκαν κατά την περίοδο των εν λόγω δύο εβδομάδων, οι Καθ΄ων η αίτηση έκριναν ότι οι δηλώσεις του Αιτητή ήταν ασαφείς και στερούμενες περιγραφικής λεπτομέρειας, αφού εκείνος δήλωσε μεν αρχικά ότι του ανατέθηκε το μαγείρεμα επειδή ο αδερφός του ενημέρωσε του μαχητές ότι ο Αιτητής γνώριζε να μαγειρεύει, πλην όμως όταν του ζητήθηκε να εξηγήσει το λόγο για τον οποίο του ανέθεσαν το μαγείρεμα, αν και αρχικά τον είχαν στρατολογήσει προκειμένου να πολεμήσει, ο Αιτητής αποκρίθηκε χωρίς συνοχή και ευλογοφάνεια ότι τους είχε πει ότι δε διατίθεται να πεθάνει, με αποτέλεσμα εκείνοι να του παραδώσουν το όπλο μόνο για λόγους αυτοπροστασίας και να του αναθέσουν το μαγείρεμα.
Ακολούθως οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι οι δηλώσεις του Αιτητή σχετικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες εγκατέλειψε τη στρατιωτική βάση στερούνται περιγραφικής λεπτομέρειας και σαφήνειας. Ειδικότερα, ο Αιτητής δήλωσε μεν ότι το πρόσωπο που τον μετέφερε από τη στρατιωτική βάση των Ambazonian στην πόλη Ekona που βρισκόταν το αφεντικό του ήταν ο ίδιος του ο αδερφός, πλην όμως δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει με νοηματική συνοχή και ευλογοφάνεια το λόγο για τον οποίο οι λοιποί Ambazonians του επέτρεψαν να εγκαταλείψει η βάση. Αρχικά επικαλέστηκε αόριστα ότι ο αδερφός του δεν ενημέρωσε τους υπόλοιπους μαχητές ότι ο Αιτητής θα εγκατέλειπε τη βάση, ενώ στη συνέχεια προέβαλε αντιφατική ότι οι μαχητές δεν ήταν κρατούμενοι στη βάση και είχαν το δικαίωμα να εξέλθουν από αυτήν.
Στη συνέχεια οι Καθ΄ ων η αίτηση έκριναν ότι ο Αιτητής δεν ήταν ούτε σε θέση να εξηγήσει πως κατάφερε να πείσει τον αδερφό του, εξαιτίας του οποίου φέρεται να εντάχθηκε στους Ambazonians, να τον βοηθήσει τελικά να εγκαταλείψει τη στρατιωτική βάση, αφού δήλωσε χωρίς νοηματική συνοχή και ευλογοφάνεια ότι αναγκάστηκε να το δεχτεί (ο αδερφός του) επειδή δεν είχαν τα ίδια όνειρα και επειδή ο Αιτητής γνώριζε ότι οι δραστηριότητές των μαχητών ήταν παράνομες. Καθώς ο Αιτητής δήλωσε ότι μετά την απόδρασή του από τη στρατιωτική βάση των Ambazonians διέμεινε για δύο εβδομάδες στην πόλη Douala, οι απαντήσεις που έδωσε όταν ρωτήθηκε εάν τον αναζήτησαν οι Ambazonians την εν λόγω περίοδο κρίθηκαν ως ασαφείς και στερούμενες ευλογοφάνειας, καθώς αποκρίθηκε ότι τον αναζήτησε πολλές φορές ο στρατηγός πλην όμως ο αδερφός του απαντούσε στο στρατηγό ότι ο Αιτητής πήγε κάπου και θα επιστρέψει, χωρίς ουσιαστικά να απαντά στο υποβληθέν ερώτημα.
Στη συνέχεια οι Καθ΄ων οι Αίτηση αξιολόγησαν την εσωτερική αξιοπιστία των δηλώσεων του Αιτητή περί οι αρχές του Καμερούν θα συνδέσουν την επιστροφή του με τη συνέχιση του έργου του νεκρού αδερφού του. Κληθείς να αποσαφηνίσει, ο Αιτητής αποκρίθηκε χωρίς νοηματική συνοχή και ευλογοφάνεια, κατά τους Καθ’ ων η αίτηση, ότι πλην των μαχητών Ambazonians δεν είχε άλλους φίλους και ότι σε περίπτωση που επέστρεφε στο Καμερούν θα ήταν φυσιολογικό να επιστρέψει σε αυτούς. Ως προς τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ως φυσιολογική την επιστροφή του στους Ambazonians όμως, οι Καθ΄ων η αίτηση έκριναν ως μη ευλογοφανείς τις δηλώσεις του Αιτητή περί του ότι θα αναγκαστεί να επιστρέψει λόγω της επίδρασης του τελετουργικού στο οποίο υποβλήθηκε κατά την ένταξή του στην ομάδα, το οποίο σε περίπτωση επιστροφής του στο Καμερούν, θα αρχίσει να επηρεάζει τις επιθυμίες του.
Στη βάση όλων των ανωτέρω, οι Καθ΄ων η αίτηση έκριναν ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να θεμελιώσει την εσωτερική αξιοπιστία του υπό εξέταση ισχυρισμού.
Προχωρώντας στην αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας των δηλώσεων του Αιτητή, οι Καθ΄ων η αίτηση προχώρησαν σε σχετική έρευνα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, εκ της οποίας ανέκυψαν πληροφορίες οι οποίες επιβεβαιώνουν τη στρατολόγηση παιδιών από τους μαχητές Ambazonian τον υπό κρίση χρόνο.
Καταληκτικά ωστόσο, λόγω της αδυναμίας του Αιτητή να θεμελιώσει την εσωτερική αξιοπιστία των δηλώσεών του, ο υπό εξέταση ισχυρισμός απορρίφθηκε στο σύνολό του ως μη αξιόπιστος.
Προχωρώντας στην αξιολόγηση κινδύνου στη βάση του μοναδικού αποδεκτού ισχυρισμού του Αιτητή, οι Καθ΄ ων η αίτηση προχώρησαν σε σχετική έρευνα γύρω από την επικρατούσα κατάστασης στον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή και λόγω της αγγλόφωνης κρίσης που πλήττει το Νοτιοδυτικό Καμερούν, ανέκυψαν στοιχεία εκ των οποίων απορρέει εύλογη πιθανότητα να αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, σε περίπτωση επιστροφής του εκεί, λόγω της κατάστασης ασφαλείας.
Κατά τη Νομική Ανάλυση, οι Καθ’ ων η αίτηση αξιολόγησαν το νομοθετικό πλαίσιο για το προσφυγικό καθεστώς, καθώς επίσης και αυτό της συμπληρωματικής προστασίας, προκειμένου να εξακριβωθεί εάν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του Αιτητή σε οιοδήποτε καθεστώς διεθνούς προστασίας. Ως αναφέρεται στην έκθεση εισήγηση, βάσει των αποδεκτών ισχυρισμών του, δεν τεκμηριώθηκε φόβος δίωξης για έναν από τους πέντε λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης, του άρθρου 2(δ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (από τούδε και στο εξής, «η Οδηγία») και του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου και ως εκ τούτου ο Αιτητής δεν αναγνωρίστηκε ως πρόσφυγας.
Επιπλέον, κρίθηκε ότι βάσει των αποδεκτών πραγματικών περιστατικών δεν προέκυψε για τον Αιτητή πραγματικός κίνδυνος θανατικής ποινής ή εκτέλεσης σύμφωνα με το άρθρο 15(α) της Οδηγίας, ούτε ανέκυψε πραγματικός κίνδυνος βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας δυνάμει του άρθρου 15(β) της Οδηγίας, σε περίπτωση που αυτός επιστρέψει στον τόπο τελευταία συνήθους διαμονής του.
Ως προς το ενδεχόμενο υπαγωγής του Αιτητή στο άρθρο 19 (2) (γ) του περί Προσφύγων Νόμου, οι Καθ’ ων η αίτηση προέβησαν σε εκτενή έρευνα αναφορικά με την επικρατούσα κατάσταση στην περιοχή της Buea, επί της οποίας βρίσκεται η πόλη Ekona, εκ της οποίας διαπιστώθηκε αρχικά ότι στο Νοτιοδυτικό Καμερούν εξελίσσονται ένοπλες συγκρούσεις ανάμεσα στους αγγλόφωνες μαχητές Ambazonians και τις ένοπλες δυνάμεις του κατεξοχήν Γαλλόφωνου κράτους του Καμερούν, οι οποίες επιφέρουν περιστατικά αδιακρίτως ασκούμενης βίας κατά των αμάχων. Κατόπιν περαιτέρω έρευνας ωστόσο, οι Καθ΄ων η αίτηση κατέληξαν ότι τα επίπεδα και η ένταση της αδιάκριτης βίας στην πόλη Ekona δεν στοιχειοθετούν κίνδυνο σοβαρής βλάβης για τον Αιτητή, αποκλειστικά λόγω της φυσικής του παρουσίας εκεί.
Εφαρμόζοντας ακολούθως την έννοια της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας», όπως αυτή απορρέει από τη Νομολογία του ΔΕΕ, οι Καθ΄ων η αίτηση συναξιολόγησαν τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή και διαπίστωσαν τα ακόλουθα. Ως προς την ηλικία του Αιτητή, οι Καθ΄ων η αίτηση έκριναν ότι ο Αιτητής είναι ενήλικος άνδρας, ο οποίος έζησε όλη του τη ζωή στο Καμερούν, με την οικογένεια ενός φίλου του θανούντος πατέρα του. Ακολούθως διαπιστώθηκε η έλλειψη υποστηρικτικού δικτύου στη χώρα καταγωγής του. Ως προς την κατάσταση της υγείας του Αιτητή διαπίστωσαν ότι ο Αιτητής πάσχει από Ηπατίτιδα Β, πλην όμως δεν προσκόμισε σχετικά έγγραφα. Αναφορικά με τη δυνατότητα εργασίας του Αιτητή, οι Καθ΄ων η αίτηση έκριναν ότι στο Καμερούν εργάστηκε καθώς φίλος του πατέρα του του έμαθε να χτίζει. Σε σχέση τέλος με την γεωγραφική εγγύτητα του τόπου τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή με τις περιοχές όπου εξελίσσεται η βία, οι Καθ΄ων η αίτηση αναφέρουν ότι τα περιστατικά βίας μειώθηκαν στον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του, αν και η κατάσταση ασφαλείας στην περιοχή παραμένει ασταθής και επικρατεί ανασφάλεια.
Καταληκτικά, οι Καθ΄ων η αίτηση έκριναν ότι δεν ανακύπτουν ενδείξεις περί του ότι, σε περίπτωση επιστροφής στον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του, ο Αιτητής θα εκτεθεί σε σοβαρή και προσωπική απειλή εξαιτίας της αδιακρίτως ασκούμενης στα πλαίσια της ένοπλης σύγκρουσης που εξελίσσεται στο Νοτιοδυτικό Καμερούν.
Συνήγαγαν λοιπόν οι Καθ΄ων η αίτηση, ότι ο Αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις αναγνώρισης καθεστώτος επικουρικής προστασίας.
Ολοκληρώνοντας, οι Καθ΄ων η αίτηση κρίνουν ότι ενδεχόμενη επιστροφή του Αιτητή στο Καμερούν δεν αντίκεται στην αρχή της μη επαναπροώθησης και το άρθρο 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, καθώς δεν ανέκυψαν στοιχεία εκ των οποίων μπορεί να συναχθεί ότι εάν επιστέψει ο Αιτητής στο Καμερούν θα υποβληθεί σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία.
Από τα πιο πάνω, συνάγεται ότι η έρευνα που είχε προηγηθεί της απόφασης για απόρριψη της αίτησης του Αιτητή ως προς την υπαγωγή του σε προσφυγικό καθεστώς ήταν επαρκής και είχαν συλλεγεί και διερευνηθεί όλα τα ουσιώδη στοιχεία σε συνάρτηση πάντα με τους ισχυρισμούς που είχε προβάλει ο Αιτητής κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του. Ο Αιτητής δεν κατάφερε να στοιχειοθετήσει τους ισχυρισμούς του και να κριθεί αξιόπιστος και τα στοιχεία που οδήγησαν τους Καθ’ων η Αίτηση σε απόρριψη των ισχυρισμών του καταγράφονται με λεπτομέρεια στην εισηγητική έκθεση του αρμόδιου λειτουργού. Ως εκ τούτου, η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου ήταν επαρκώς αιτιολογημένη και προϊόν δέουσας έρευνας και απορρίπτονται οι σχετικοί λόγοι ακυρώσεως που προβλήθηκαν από τη συνήγορό του.
Στη βάση της ανωτέρω ανάλυσης, καταλήγω στο ότι δεν πληρούνται στο πρόσωπο του Αιτητή οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου και το αντίστοιχο Άρθρο 1(Α) της Σύμβασης της Γενεύης για το Καθεστώς των Προσφύγων, για την υπαγωγή του σε προσφυγικό καθεστώς.
Κατά τα παραπάνω, δεν μπορεί να παραχωρηθεί στον Αιτητή ούτε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας επί τη βάσει των άρθρων 19 (2) (α) του περί Προσφύγων Νόμου, καθώς δεν έχει στοιχειοθετηθεί πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης υπό τις εκεί προβλεπόμενες μορφές. Σημειώνω στο σημείο αυτό ότι δεν ανέκυψε ότι ο Αιτητής φέρει συμπτώματα λόγω του ότι πάσχει από Ηπατίτιδα Β και ουδέν στοιχείο προσκομίστηκε σχετικά με την λήψη οιασδήποτε σχετικής φαρμακευτικής περίθαλψης, είτε στο διοικητικό στάδιο είτε κατά τη δικαστική διαδικασία. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψιν ότι καίτοι εκπροσωπείται από δικηγόρο, δεν προωθεί κάποιο ισχυρισμό που να συνδέεται με την κατάσταση της υγείας του.
Αναφορικά με την υπαγωγή του Αιτητή σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19(1) και 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, το οποίο προϋποθέτει ουσιώδεις λόγους να πιστεύεται ότι θα υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας, λόγω αδιακρίτως ασκούμενης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, υπάρχει ευρεία νομολογία τόσο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015, ECLI:CY:AD:2015:D619, ECLI:CY:AD:2015:D619, ECLI:CY:AD:2015:D619, ECLI:CY:AD:2015:D619) όσο και του ΔΕΕ (βλ. C-285/12, A. Diakité v. Commissaire general aux réfugiés et aux apatrides, 30/01/2014, C-465/07, Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie, 17/02/2009), καθώς επίσης και του ΕΔΔΑ (βλ. K.A.B. v. Sweden, 886/11, 05/09/2013 (final 17/02/2014), Sufi and Elmi v. The United Kingdom, 8319/07 and 11449/07, 28/11/2011) στις οποίες ερμηνεύεται η έννοια της «αδιακρίτως ασκούμενης βίας» και της «ένοπλης σύρραξης» και τίθενται κριτήρια ως προς τη σοβαρότητα του κινδύνου που προϋποτίθεται για την αξιολόγηση των περιπτώσεων στις οποίες εξετάζεται η πιθανότητα παραχώρησης συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.
Εν προκειμένω, για την εξέταση του άρθρου 19(2)(γ) του Περί Προσφύγων Νόμου, έπειτα από ενδελεχή εξέταση του φακέλου, διαπιστώνω ότι ο αρμόδιος λειτουργός προέβη σε δέουσα και ενδελεχή έρευνα, κάνοντας αναφορά σε αξιόπιστες πηγές σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στην περιοχή Ekona Mbenge του Καμερούν, τόπο συνήθους και τελευταίας διαμονής του Αιτητή. Το Δικαστήριο προχώρησε σε επικαιροποιημένη έρευνα αναφορικά με τις επικρατούσες εκεί συνθήκες.
Η περιοχή (locality) Ekona Mbenge εντοπίζεται το Νοτιοδυτικό Καμερούν, 12 χιλιόμετρα Βορειοδυτικά της πόλης Buea[1]. Εξωτερικές πηγές αναφέρουν ότι πρόκειται για χωρίο και/ή οικισμό που στη διοικητική ενότητας Fako, στο Νοτιοδυτικό Καμερούν και ανήκει στην αγροτική περιοχή της περιφέρειας Muyuka [2].
Ως προς την κατάσταση ασφαλείας στο Νοτιοδυτικό Καμερούν γενικότερα, η Eπιτροπή των Η.Π.Α. για τους πρόσφυγες και του μετανάστες, το Μάρτιο του 2025, εξέδωσε έκθεση αναφορικά με το χρονικό της «Αγγλόφωνης κρίσης» και επιβεβαιώνει ότι από το 2016, οι πολίτες στο Καμερούν έχουν υποφέρει από βίαιες συγκρούσεις μεταξύ κυβερνητικών δυνάμεων ασφαλείας και αυτονομιστικών ένοπλων ομάδων σε αυτό που είναι γνωστό ως «αγγλόφωνη κρίση». Η κρίση είναι αποτέλεσμα επιβλαβών αποικιακών κληρονομιών και πολιτικών διαμαχών μεταξύ της γαλλόφωνης πλειοψηφίας και της αγγλόφωνης μειονότητας. Η βία έχει επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό τους πληθυσμούς στις αγγλόφωνες βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές. Οι επιθέσεις κατά αμάχων και η αστάθεια έχουν οδηγήσει πάνω από 900.000 ανθρώπους να εγκαταλείψουν τις εστίες τους στο εσωτερικό και 60.000 ανθρώπους να διαφύγουν στο εξωτερικό [3].
Η ίδια έκθεση, σχετικά με τα έτη 2024 και 2025, επιβεβαιώνει ότι εξακολουθούν να πραγματοποιούνται οι παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που συνδέονται με την αγγλόφωνη κρίση. Στα τέλη του 2024, οι περιοχές με αγγλόφωνη πλειοψηφία εξακολουθούσαν να υποφέρουν από ad hoc lockdown, ένοπλες συγκρούσεις, απαγωγές και επιθέσεις αντιποίνων εναντίον αμάχων. Οι κυβερνητικές δυνάμεις ασφαλείας και οι αυτονομιστικές ένοπλες ομάδες στοχοποιούν αμάχους για δολοφονίες και απαγωγές με σκοπό τα λύτρα[4]. Στο ίδιο κλίμα, η έκθεση καταγράφει ότι οι άνθρωποι στο Καμερούν έχουν υποφέρει από βίαιες συγκρούσεις μεταξύ κυβερνητικών δυνάμεων ασφαλείας και αυτονομιστικών ένοπλων ομάδων σε αυτό που είναι γνωστό ως «αγγλόφωνη κρίση». Η κρίση είναι αποτέλεσμα επιβλαβών αποικιακών κληρονομιών και πολιτικών αγώνων μεταξύ της γαλλόφωνης πλειοψηφίας και της αγγλόφωνης μειονότητας. Η βία έχει επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό τους πληθυσμούς στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές με αγγλόφωνη πλειοψηφία. Οι επιθέσεις κατά αμάχων και η αστάθεια έχουν οδηγήσει πάνω από 900.000 ανθρώπους να εγκαταλείψουν τις εστίες τους στο εσωτερικό και 60.000 ανθρώπους να εγκαταλείψουν το εξωτερικό[5].
Έκθεση του Global Centre for the Responsibility to Protect στις 15 Ιουλίου 2025, αναφέρει ότι κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης, οι δυνάμεις ασφαλείας έχουν διαπράξει εξωδικαστικές δολοφονίες και εκτεταμένη σεξουαλική και έμφυλη βία, έχουν κάψει αγγλόφωνα χωριά και έχουν υποβάλει άτομα με ύποπτους αυτονομιστικούς δεσμούς σε αυθαίρετη κράτηση, βασανιστήρια και κακομεταχείριση. Ένοπλοι αυτονομιστές έχουν επίσης σκοτώσει, απαγάγει και τρομοκρατήσει πληθυσμούς, ενώ παράλληλα διατηρούν σταθερά τον έλεγχο μεγάλων τμημάτων των αγγλόφωνων περιοχών. Οι αυτονομιστές και οι κυβερνητικές δυνάμεις έχουν διαπράξει στοχευμένες επιθέσεις σε εγκαταστάσεις υγείας και εργαζόμενους σε ανθρωπιστικές οργανώσεις, περιορίζοντας την παροχή και την πρόσβαση σε ζωτικής σημασίας βοήθεια και αναγκάζοντας διάφορους διεθνείς ανθρωπιστικούς οργανισμούς να αναστείλουν τις δραστηριότητές τους. Οι αυτονομιστές έχουν επίσης απαγορεύσει την κρατική εκπαίδευση και συχνά επιτίθενται, απειλούν και απαγάγουν μαθητές και εκπαιδευτικούς, καθώς και καίνε, καταστρέφουν και λεηλατούν σχολεία [6].
Η ίδια έκθεση παραπέμπει σε στοιχεία του Γραφείου του ΟΗΕ για τον Συντονισμό Ανθρωπιστικών Υποθέσεων (OCHA), σύμφωνα με τα οποία περισσότεροι από 1,5 εκατομμύριο άνθρωποι χρειάζονται ανθρωπιστική βοήθεια στις αγγλόφωνες περιοχές. Το OCHA εκτιμά επίσης ότι τουλάχιστον 334.098 άνθρωποι έχουν εκτοπιστεί εσωτερικά λόγω της βίας στις δύο περιοχές, ενώ περισσότεροι από 76.493 έχουν καταφύγει στη Νιγηρία[7].
Ως προς τις πρόσφατες εξελίξεις, η ανωτέρω αναλυτική έκθεση επιβεβαιώνει ότι η κατάσταση στα βορειοδυτικά και νοτιοδυτικά εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από βία κατά αμάχων και συνεχιζόμενο εκτοπισμό. Στις 11 Μαρτίου 2025, συγκρούσεις μεταξύ ένοπλων αυτονομιστικών ομάδων και κυβερνητικών δυνάμεων στο χωριό Όουε, στη νοτιοδυτική περιοχή, ανάγκασαν περισσότερους από 710 ανθρώπους να εγκαταλείψουν προσωρινά τα σπίτια τους, αναζητώντας καταφύγιο σε κοντινούς θάμνους και στα γύρω χωριά. Κατά τη διάρκεια του Μαρτίου του 2025, η OCHA ανέφερε 189 περιστατικά προστασίας που επηρέασαν 140 άτομα στις αγγλόφωνες περιοχές. Οι πιο συνηθισμένοι τύποι περιστατικών περιελάμβαναν 63 θύματα απαγωγών για λύτρα, 31 αυθαίρετες συλλήψεις και κρατήσεις και 22 σωματικές επιθέσεις ή κακοποίηση που δεν σχετίζονται με σεξουαλική και έμφυλη βία. Η υψηλότερη συγκέντρωση περιστατικών αναφέρθηκε στην περιφέρεια Μεζάμ, στη βορειοδυτική περιοχή, και αντιπροσώπευε την πλειονότητα των θυμάτων (132), αντανακλώντας μια συγκέντρωση ανασφάλειας [8].
Η έκθεση συνεχίζει ότι η κατάσταση ασφαλείας επιδεινώθηκε περαιτέρω τον Απρίλιο του 2025, σύμφωνα με την Παγκόσμια Ομάδα Προστασίας της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες (UNHCR), ενώ η OCHA ανέφερε σχεδόν 200 περιστατικά ασφαλείας για τον ίδιο μήνα. Οι παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων συνεχίζονται αμείωτες, τροφοδοτούμενες από επαναλαμβανόμενες επιθέσεις, απαγωγές, παράνομες συλλήψεις, αυθαίρετες κρατήσεις, κλοπές και σκόπιμη καταστροφή προσωπικής περιουσίας. Οι περιορισμοί στην ελευθερία κυκλοφορίας και τα συχνά lockdown συνεχίζουν να διαταράσσουν την καθημερινή ζωή και να υπονομεύουν σοβαρά τις κοινωνικοοικονομικές δραστηριότητες. Η συνεχής χρήση αυτοσχέδιων εκρηκτικών μηχανισμών (IED) σε δημόσιους δρόμους και σε πυκνοκατοικημένες περιοχές εξακολουθεί να αποτελεί απειλή για τους πολίτες και τους εργαζόμενους στον ανθρωπιστικό τομέα. Στις 14 Απριλίου 2025, ένας IED εξερράγη σε μια λαϊκή αγορά στο Nkwen, Bamenda, στοχεύοντας άμεσα πολίτες, αν και δεν καταγράφηκαν θάνατοι [9]. Ως προς τους πολίτες που δύνανται να επηρεαστούν περισσότερο από τις ανωτέρω συνθήκες, η επικληθείσα έκθεση αναφέρει ότι οι άμαχοι πληθυσμοί, ιδίως οι γυναίκες και τα παιδιά, υφίστανται δυσανάλογα το κύριο βάρος της βίας και αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο κακοποίησης και εκμετάλλευσης[10].
Η έκθεση της Διεθνούς Αμνηστίας για το Καμερούν το 2024, επιβεβαιώνει ότι στις δύο αγγλόφωνες περιοχές, πραγματικοί ή ύποπτοι ένοπλοι αυτονομιστές συνέχισαν να διαπράττουν δολοφονίες, ομηρίες για λύτρα και εκβιασμούς, στοχεύοντας τις δυνάμεις άμυνας και ασφάλειας, τις πολιτικές και διοικητικές αρχές, τους δημόσιους υπαλλήλους και άλλους πολίτες που κατηγορούσαν ότι δεν συμμορφώνονταν με τους κανόνες τους, συμπεριλαμβανομένων των lockdown και ενός «φόρου απελευθέρωσης»[11].
Άρθρο της διαδικτυακής πύλης Taylor and Fransis, επί της οποίας εντοπίζονται και αξιολογούνται από συναδέλφους ακαδημαϊκά άρθρα και έρευνες οι οποίες δημοσιεύτηκαν, σε έκθεση του 2025 σχετικά με το Καμερούν, αναφέρει ότι οκτώ χρόνια μετά την έναρξη των συγκρούσεων στις αγγλόφωνες περιοχές, υπάρχει ελάχιστη κίνηση σε εγχώριο ή διεθνές επίπεδο που να υποδεικνύει μια πορεία προς τα εμπρός. Δεν έχουν υπάρξει επίσημες ειρηνευτικές διαδικασίες ή διμερείς εκεχειρίες από το ξέσπασμα της βίας στην περιοχή της χώρας όπου η πλειοψηφία του πληθυσμού είναι αγγλόφωνο. Παρά την ένταξη του Καμερούν στην Κοινοπολιτεία από το 1995, οι βασικοί θεσμοί και οι μηχανισμοί της Κοινοπολιτείας για την εποπτεία της πολιτικής βίας, των καταχρήσεων και της αστάθειας παραμένουν αξιοσημείωτα - και περιέργως - σιωπηλοί. Η πιο σχετική με την κρίση του Καμερούν είναι η αρμοδιότητα της Ομάδας Υπουργικής Δράσης της Κοινοπολιτείας (CMAG) να αντιμετωπίζει τις «επίμονες ή σοβαρές παραβιάσεις των αξιών της Κοινοπολιτείας», συμπεριλαμβανομένων εκείνων που εμποδίζουν τη δημοκρατία, τα ανθρώπινα δικαιώματα και το κράτος δικαίου Ωστόσο, συμπεριλαμβανομένης της πιο πρόσφατης συνεδρίασης της CMAG τον Μάρτιο του 2025, το Καμερούν και ο συνεχιζόμενος εμφύλιος πόλεμός του παρέμειναν εκτός της επίσημης ατζέντας της ομάδας[12].
Αναφορικά με τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή συγκεκριμένα, ήτοι την περιοχή Ekona στη διοικητική ενότητα Fako της Νοτιοδυτικής περιφέρειας του Καμερούν, το Δικαστήριο εντόπισε άρθρο της Cameroon Concord στις 15 Ιουλίου 2025, αναφέρει: « μια θανατηφόρα ενέδρα στην περιοχή που μαστίζεται από συγκρούσεις στη Νοτιοδυτική περιοχή έχει αναζωπυρώσει τους φόβους για κλιμάκωση της βίας, μετά τον θάνατο ενός Καμερουνέζου στρατιώτη και τη σύλληψη δεκάδων πολιτών στην τελευταία στρατιωτική επιχείρηση που στόχευε τους αντάρτες που αγωνίζονταν για την αποκατάσταση της Αμπαζόνια. Ειδικότερα, ο αρχιδεκανέας Mouliom Simon, στρατιώτης από το Mbanjou, υπέκυψε στα τραύματά του από έκρηξη αυτοσχέδιου εκρηκτικού μηχανισμού (IED) στο Mile 12, Bafia, κατά μήκος του άξονα Muyuka (τόπος γεννήσεως της Αιτήτριας) -Muyenge. Σύμφωνα με αναφορές πεδίου και στρατιωτικές πηγές, η επίθεση σημειώθηκε κατά τη διάρκεια επιχείρησης εκκαθάρισης από κυβερνητικά στρατεύματα, τα οποία εκκαθαρίζουν ύποπτα εκρηκτικά που έχουν φυτευτεί από αντάρτες και περιπολούν σε ανήσυχες περιοχές. Η επίθεση, την οποία οι φιλο-αγγλόφωνες πύλες χαρακτήρισαν «θανατηφόρα συνάντηση», φέρεται να περιελάβανε έναν αυτοσχέδιο εκρηκτικό μηχανισμό στην άκρη του δρόμου, μια τακτική που χρησιμοποιείται όλο και περισσότερο από ένοπλες ομάδες που αγωνίζονται για την ανεξαρτησία αυτού που αποκαλούν Αμπαζόνια — τις αγγλόφωνες βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές του Καμερούν» [13].
Δημοσίευμα του διαδικτυακού ειδησεογραφικού πρακτορείου «Bareta News» του Καμερούν, το οποίο δημοσιεύτηκε στις 16 Ιουλίου 2025, παραπέμπει σε έτερο περιστατικό ασφαλείας στην πόλη Ekona, αναφέροντας: «αν και έχουν περάσει μέρες από τότε που μια τολμηρή και αποφασιστική επίθεση από τους μαχητές της ελευθερίας από την Αμπαζονία συγκλόνισε την περιοχή Έκονα, κοντά στην Μπουέα, η μνήμη της επιχείρησης συνεχίζει να αντηχεί σε όλη την περιοχή. Χαρακτηριζόμενη από τις τοπικές φωνές ως «σκόπιμη και ακριβής», η επιχείρηση έχει αφήσει τόσο ψυχολογικές όσο και στρατηγικές επιπτώσεις που παραμένουν εμφανείς. Σύμφωνα με αξιόπιστες πηγές επί τόπου, ο στόχος ήταν μια μονάδα Γάλλων Καμερουνέζων στρατιωτών που στάθμευαν κοντά στην πολυσύχναστη τοπική αγορά της Έκονα - μια περιοχή γνωστή για επανειλημμένες αναφορές για παρενόχληση και εκβιασμούς πολιτών. Μάρτυρες αφηγούνται πώς αυτές οι δυνάμεις είχαν γίνει διαβόητες για την εκμετάλλευση εμπόρων, την απαίτηση παράνομων εισφορών από τους αγρότες και την υποβολή των ντόπιων σε ταπεινωτική μεταχείριση, συμπεριλαμβανομένων δημόσιων ξυλοδαρμών»[14].
Η ίδια πηγή επιβεβαιώνει ότι η ατμόσφαιρα στην Έκονα παραμένει τεταμένη, αλλά διαποτισμένη με ένα ανανεωμένο αίσθημα ανθεκτικότητας. Πολλοί κάτοικοι βλέπουν την ενέργεια όχι απλώς ως αντίποινα, αλλά ως ένα συμβολικό μήνυμα ότι φτάνει πια. «Αυτή η επιχείρηση υπενθυμίζει στο καθεστώς ότι το πνεύμα μας είναι άθραυστο. Δεν μπορείτε να συνεχίσετε να κακοποιείτε τους ανθρώπους για πάντα χωρίς συνέπειες», μοιράστηκε ένας πρεσβύτερος της κοινότητας. [15] Οι δε ντόπιοι λένε ότι οι τακτικές που χρησιμοποιούν οι αποικιακές (κυβερνητικές) δυνάμεις έχουν μόνο εμβαθύνει την αποφασιστικότητα του πληθυσμού να υποστηρίξει τους μαχητές της ελευθερίας[16].
Όπως αναφέρουν άλλωστε αντληθείσες πληροφορίες, η Ekona αποτελεί εδώ και καιρό σημείο ανάφλεξης στον αγώνα απελευθέρωσης της Αμπαζονίας. Σε στρατηγική θέση και πολιτισμική σημασία, η πόλη έχει υποστεί επανειλημμένες στρατιωτικές εκστρατείες από το καθεστώς Μπίγια με στόχο την καταστολή της αντίστασης[17].
Αναφορικά με τα περιστατικά ασφαλείας που καταγράφονται στην ευρύτερη περιοχή αλλά και την πόλη Ekona συγκεκριμένα, σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, κατά τη διάρκεια του τελευταίου έτους στη Νοτιοδυτική περιφέρεια του Καμερούν καταγράφηκαν 583 περιστατικά ασφαλείας, τα οποία επέφεραν 358 θανάτους[18].
Στην περιοχή Ekona συγκεκριμένα, κατά το τελευταίο έτος καταγράφηκαν περίπου 17 περιστατικά ασφαλείας, τα οποία επέφεραν 14 θανάτους[19]. H δε Muyuka, στην αγροτική περιφέρεια της οποίας οποία ανήκει η περιοχή Ekona, καθώς και η πόλη της Buea, απέχουν 10 χμ. η πρώτη και 13,5 χιλιόμετρα η δεύτερη από την Ekona και αποτελούν τις περιοχές με τα περισσότερα περιστατικά ασφαλείας κατά τη διάρκεια του τελευταίου έτους[20].
Σημειώνεται ότι το Δικαστήριο εντόπισε αναφορές γύρω από τον πληθυσμό της περιοχής Ekona σε διαδικτυακές πηγές, με αυτόν να εκτιμάται μεταξύ 14.000 και 20.000 κατοίκων [21], [22], [23]. O δε πληθυσμός της Νοτιοδυτικής Περιφέρειας του Καμερούν, ανέρχετο, σύμφωνα με μετρήσεις του 2016, στους περίπου 1.579.000 κατοίκους[24].
Από τις ανωτέρω πληροφορίες προκύπτει ότι στη Νοτιοδυτική Περιφέρεια του Καμερούν, λαμβάνει χώρα εσωτερική ένοπλη σύρραξη μεταξύ των κρατικών δυνάμεων και των αυτονομιστών, που συμπαρασύρει τον άμαχο πληθυσμό, σημειώνοντας αρκετές απώλειες. Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη τα περιστατικά ασφαλείας για το τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή, ως αναλύθηκαν ανωτέρω, συνάγεται ότι η ένοπλη σύρραξη που συντελείται, δεν επηρεάζει τη πόλη που αποτελούσε τον συνήθη τόπο διαμονής του σε τέτοιο βαθμό ώστε μόνη η παρουσία κάποιου εκεί να τον εκθέτει σε κίνδυνο. Επικουρικά, λαμβάνοντας υπόψιν και τις ιδιαίτερες περιστάσεις του Αιτητή για την αξιολόγηση του προσωπικού κινδύνου που θα αντιμετωπίσει ως άμαχος αν επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του, ήτοι ότι είναι ενήλικος άνδρας, με γνωριμίες και άτομα που τον στήριξαν στο παρελθόν, με γνώσεις και κάποια εργασιακή εμπειρία στον κατασκευαστικό τομέα, με επαρκή εκπαίδευση, ο οποίος διαβίωσε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στον τόπο καταγωγής του, ο οποίος παρόλο που πάσχει από Ηπατίτιδα Β δεν έχει αναφέρει οποιαδήποτε έντονα συμπτώματα στην υγεία του, καταλήγω ότι δεν συντρέχουν ουσιώδεις λόγοι στο πρόσωπο του, ώστε να πιστεύεται ότι αν επιστρέψει στη χώρα καταγωγής της θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη.
Mε βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει ότι στο πρόσωπό του πληρούνται οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στο καθεστώς του πρόσφυγα ή την παραχώρηση συμπληρωματικής προστασίας σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου, ως προέβαλε και η συνήγορος του.
Ως εκ τούτου, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Επιδικάζονται €800 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ’ ων η Αίτηση. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.
Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1]https://www.google.com/maps/place/Ekona,+Cameroon/@4.2297301,9.3267487,3279m/data=!3m2!1e3!4b1!4m6!3m5!1s0x10612f1a010c1b63:0x36d6c44e018e7d00!8m2!3d4.2306002!4d9.3367897!16s%2Fg%2F12396m5h?entry=ttu&g_ep=EgoyMDI1MDcyMC4wIKXMDSoASAFQAw%3D%3D, (26/112025).
[2] Villages CAMEROON , Village & Neighborhood of EKONA MBENGE, https://www.villages.cm/village-details/ekona-mbenge, (26/112025).
[3] U.S. Committee on Refuges and Immigrants, Timeline: Cameroon & the “Anglophone Crisis”, March 2025, https://refugees.org/timeline-cameroon-the-anglophone-crisis/, (ημ. πρόσβ. 26/11/25).
[4] Όπ. π.
[5] Όπ. π.
[6] Global Center with the Responsibility to Protect, Cameroon, July 2025, https://www.globalr2p.org/countries/cameroon/, (ημ. πρόσβ. 26/11/25).
[7] ‘Οπ. π.
[8] Όπ. π.
[9] Όπ. π.
[10] Όπ. π.
[11] Amnesty International, Cameroon, 2024, https://www.amnesty.org/en/location/africa/west-and-central-africa/cameroon/report-cameroon/, (ημ. πρόσβ. 26/11/2025).
[12] Taylor and Fransis, Cameroon, the Commonwealth, and crisis: Commonwealth intervention in Cameroon’s Anglophone conflict, June 2025, https://www.tandfonline.com/doi/full/10.1080/00358533.2025.2516706?src=#abstract, (ημ. πρόσβ. 26/11/2025).
[13] Cameroon Concord, Cameroonian Soldier Killed, Civilians Detained After Bafia Ambush in Southwest Region, July 2025, https://cameroon-concord.com/southern-cameroons/cameroonian-soldier-killed-civilians-detained-after-bafia-ambush-in-southwest-region, ημ. πρόσβ. 26/11/2025).
[14] Bareta News, Ekona Memories Live On Days After Decisive Operation, 16 July 2025, https://www.bareta.news/ekona-memories-live-on-days-after-decisive-operation/, (26/11/2025)
[15] Όπ. π.
[16] Όπ. π.
[17] Bareta Νews, Ekona Population Swing To Action Over Colonial Military Excesses, February 2023, https://www.bareta.news/ekona-population-swing-to-action-over-colonial-military-excesses/, (ημ. πρόσβ. 26/11/2025)
[18] Προσαρμοσμένη έρευνα στην βάση ACLED Explorer κατόπιν έγκρισης πρόσβασης, παράμετροι: conflict data, data platforms, explorer, Cameroon, Events, All Events, Past Year, View Country Profile, Soud Ouest, www.acleddata.com/platform/explorer, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 26/11/2025)
[19] Προσαρμοσμένη έρευνα στην βάση ACLED Explorer κατόπιν έγκρισης πρόσβασης, παράμετροι: conflict data, data platforms, explorer, Cameroon, Events, All Events, Past Year, View Country Profile, Soud Ouest, Zoom Map at Ekona www.acleddata.com/platform/explorer, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 26/11/2025)
[20] Προσαρμοσμένη έρευνα στην βάση ACLED Explorer κατόπιν έγκρισης πρόσβασης, παράμετροι: conflict data, data platforms, explorer, Cameroon, Events, All Events, Past Year, View Country Profile, Soud Ouest, Interactive Map at Ekona www.acleddata.com/platform/explorer, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 26/11/2025)
[21] https://www.villages.cm/village-details/ekona-mbenge, (26/11/2025)
[22] https://www.globalgiving.org/pfil/40771/projdoc.docx, (26/11/2025)
[23]https://www.researchgate.net/publication/319217073_The_Farmer's_Perception_On_Weaverbird_Pest_On_Agricultural_Crop_Damage_In_Ekona_Farming_Area_Southwest_Region_Cameroon, (26/11/2025)
[24] https://datacommons.org/place/wikidataId/Q607499, (26/11/2025)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο