ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Αρ. Υπόθεσης: 5109/24
30 Απριλίου, 2026
[Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Δ ΔΔΔΠ]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
H.B.M.
Αιτητής
-και-
ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ
Καθ' ων η Αίτηση
Ελ. Ταβλαρίδη (κα), Δικηγόρος για τον Αιτητή
Χ. Καστάνας (κος), Δικηγόρος για τους Καθ' ων η Αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Μ. Παπαντωνίου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π: Με την υπό εξέταση προσφυγή, ο Αιτητής αιτείται:
Α. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η πράξη και/ή απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση ημερομηνίας 13/12/2024, η οποία απορρίπτει το αίτημα του για χορήγηση του καθεστώτος του πολιτικού πρόσφυγα είναι παράνομη, άκυρη και χωρίς νομικό αποτέλεσμα.
Β. Έξοδα.
Τα ουσιώδη γεγονότα της παρούσας υπόθεσης έχουν εκτεθεί στην Ένσταση των Καθ’ ων η Αίτηση και υποστηρίζονται από σχετικά Παραρτήματα, ενώ σήμερα κατατέθηκε και ο σχετικός διοικητικός φάκελος.
Ο Αιτητής δια της γραπτής αγόρευσης της ευπαίδευτης συνηγόρου του, προβάλλει και περιορίζει ως λόγους ακύρωσης της προσβαλλόμενης τη μη δέουσα έρευνα και παράβαση των άρθρων 9 και 15 του Περί Προσφύγων Νόμου.
Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Καθ' ων η Αίτηση απορρίπτει τους ισχυρισμούς του Αιτητή και αντιτείνει ότι η προσβαλλόμενη λήφθηκε ορθά και νόμιμα, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, κατόπιν δέουσας έρευνας και σωστής ενάσκησης των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους Καθ' ων η αίτηση, αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης, είναι δε επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη, ενώ ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος της απόδειξης που του αναλογεί.
Καταρχάς, παρατηρώ ότι στη γραπτή αγόρευση του Αιτητή, οι πλείστοι λόγοι ακύρωσης εγείρονται με γενικότητα και αοριστία, δεδομένου ότι ελλείπει η οποιαδήποτε υπαγωγή στα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης, καθώς και η οποιαδήποτε επί της ουσίας τεκμηρίωση και διασαφήνιση του θεμελίου επί του οποίου οι εν λόγω ισχυρισμοί στηρίζονται, ενώ γίνεται αναφορά μόνο στη νομολογία και ουδόλως στα πραγματικά περιστατικά και στοιχεία που πλαισιώνουν την επίδικη υπόθεση.
Έχω εξετάσει τους ισχυρισμούς που πρόβαλε ο Αιτητής κατά την συνέντευξη του, τα πρακτικά της οποίας είναι κατατεθειμένα ως (ερυθρά 35-21 του διοικητικού φακέλου) και παρατηρώ ότι ο αρμόδιος λειτουργός ορθά διαμόρφωσε τους εξής ουσιώδεις ισχυρισμούς.
1) Ταυτότητα, χώρα καταγωγής και προσωπικά στοιχεία και προφίλ του Αιτητή.
2) Ισχυριζόμενος φόβος από ένα άνδρα ο οποίος θέλει να σκοτώσει τον Αιτητή επειδή ήταν μάρτυρας στο γεγονός ότι εν λόγω άνδρας ήταν με τη φίλη του την ημέρα του βιασμού της.
Με παραπομπές στις δηλώσεις του Αιτητή και αναφορές σε διαδικτυακές πηγές, ο αρμόδιος λειτουργός έκανε αποδεκτό το πρώτο ουσιώδες περιστατικό, αφού κρίθηκε ως αξιόπιστο στο σύνολό του (ερυθρά 83-82 του διοικητικού φακέλου).
Αντιθέτως, το δεύτερο ουσιώδες περιστατικό απορρίφθηκε λόγω έλλειψης εσωτερικής αξιοπιστίας. Ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή χαρακτηρίζονται από αντιφάσεις, έλλειψη λεπτομερειών και λογικής συνοχής. Ο Αιτητής δεν τεκμηρίωσε επαρκώς τον ισχυρισμό ότι απειλείται η ζωή του, καθώς δεν περιέγραψε συγκεκριμένα περιστατικά απειλών ή επιθέσεων.
Επιπλέον, η αξιοπιστία του πλήττεται από το γεγονός ότι δεν είχε ουσιαστική προσωπική επαφή με τον φερόμενο διώκτη (πέραν του ισχυρισμού ότι τον είδε στην οικία της φίλης του προ του φερόμενου βιασμού) και ανέφερε μόνο ένα μεμονωμένο περιστατικό εκφοβισμού.
Παρατηρούνται επίσης αντιφάσεις ως προς την απόφασή του να εγκαταλείψει τη χώρα του, χωρίς να αναζητήσει προστασία από τις αρχές, παρά το ότι σχετιζόταν με υπόθεση βιασμού ως μάρτυρας. Οι εξηγήσεις του κρίθηκαν αόριστες και μη πειστικές, ιδίως λόγω της αντίφασης μεταξύ του φόβου του να μεταβεί στην αστυνομία και της παρουσίας του σε πολυσύχναστους χώρους (κατά τη συνέντευξη ανέφερε πως μετέβη στην κεντρική αγορά προς παροχή βοήθειας στον αδελφό του).
Τέλος, εντοπίστηκε ουσιώδης αντίφαση μεταξύ της αρχικής αίτησης (όπου ανέφερε ότι ήταν μάρτυρας δολοφονίας) και των μεταγενέστερων δηλώσεών του (ότι ήταν μάρτυρας βιασμού), γεγονός που υπονομεύει περαιτέρω την αξιοπιστία του.
Όσον αφορά την εξωτερική αξιοπιστία, ο αρμόδιος λειτουργός κατέγραψε ότι τα όσα ανέφερε ο Αιτητής στη συνέντευξη του, αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός του και δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν την οποιαδήποτε ανάλυση των εν λόγω δεδομένων μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης. Ως εκ τούτου, δεδομένου ότι η εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού δεν στοιχειοθετήθηκε, αυτός έτυχε απόρριψης (ερυθρά 81-77 του διοικητικού φακέλου).
Υπό το φως των ανωτέρω, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι, επί τη βάσει του ουσιώδους περιστατικού που έγινε αποδεκτό, ήτοι των προσωπικών στοιχείων, της χώρας καταγωγής και του τελευταίου τόπου συνήθους διαμονής, λαμβάνοντας υπόψη σχετικές πληροφορίες για τη γενική κατάστασης ασφαλείας στη χώρα καταγωγής του Αιτητή, διαπίστωσε ότι δεν υφίστατο εύλογη πιθανότητα η τελευταία να υποβαλλόταν σε μεταχείριση η οποία θα μπορούσε να ανέλθει σε επίπεδο δίωξης η σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής του στην πόλη Κινσάσα.
Ακολούθως, ο αρμόδιος λειτουργός προέβη σε αξιολόγηση του νομοθετικού πλαισίου για το προσφυγικό καθεστώς, καθώς επίσης και αυτό της συμπληρωματικής προστασίας, σε συνάρτηση με τους ισχυρισμούς του Αιτητή, προκειμένου να εξακριβωθεί εάν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του Αιτητή σε οιοδήποτε καθεστώς διεθνούς προστασίας. Ως αναφέρεται στην έκθεση εισήγηση, βάσει των ισχυρισμών του Αιτητή, δεν τεκμηριώθηκε φόβος δίωξης για έναν από τους πέντε λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης, του άρθρου 2(δ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (από τούδε και στο εξής, «η Οδηγία») και του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου και ως εκ τούτου ο Αιτητής δεν δικαιούταν το καθεστώς του πρόσφυγα.
Επιπλέον, κρίθηκε ότι βάσει των αποδεκτών πραγματικών περιστατικών δεν προέκυψε πραγματικός κίνδυνος θανατικής ποινής ή εκτέλεσης σύμφωνα με το άρθρο 15(α) της Οδηγίας, ούτε μπορούσε να θεωρηθεί ως πραγματικός κίνδυνος βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας δυνάμει του άρθρου 15(β) της Οδηγίας. Αναφορικά με το άρθρο 15(γ) της Οδηγίας, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στο Κονγκό και ειδικότερα στην πόλη Κινσάσα, ο Αιτητής δεν θα αντιμετώπιζε πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, υπό την έννοια της σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας ως αμάχου λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης. Ως εκ τούτου, δεν μπορούσε να εκχωρηθεί στον Αιτητή ούτε το καθεστώς της συμπληρωματικής προστασίας.
Κατά συνέπεια, από τα ανωτέρω προκύπτει ότι έγινε δέουσα έρευνα πριν τη λήψη της επίδικης απόφασης, η αιτιολόγηση της οποίας συμπληρώνεται από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου ως ανωτέρω αναλύεται (βλ. άρθρο 29 του Ν.158(Ι)/1999, Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου κ.α. ν. Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 1171 και Διογένους ν. Δημοκρατίας (1999) 4 Α.Α.Δ. 371 και Στέφανος Φράγκου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 270). Είναι δε πάγια νομολογημένο ότι η έρευνα είναι επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το θέμα που εξετάζεται (βλ. Motorways Ltd v. Δημοκρατίας Α.Ε. 2371, ημερομηνίας 25/6/99). Εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός, μετά από μελέτη της εισηγητικής έκθεσης, ενέκρινε την εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού και ορθά και νόμιμα απορρίφθηκε το αίτημα του Αιτητή. Η έρευνα που είχε προηγηθεί ήταν επαρκής και είχαν συλλεγεί και διερευνηθεί όλα τα ουσιώδη στοιχεία σε συνάρτηση πάντα με τους ισχυρισμούς που είχε προβάλει ο Αιτητής, όπως αναλύεται ανωτέρω.
Πέραν των ανωτέρω, κατά τη διάρκεια της εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης, ο Αιτητής δεν προσκόμισε επιπρόσθετη μαρτυρία ώστε να ανατρέψει το εύρημα αναξιοπιστίας των Καθ’ ων η Αίτηση και ούτε ανέφερε ενώπιον μου οποιονδήποτε λόγο που να καταδεικνύει ότι έχει γνήσιο αίτημα διεθνούς προστασίας ή ότι η επίδικη απόφαση λήφθηκε παράνομα και/ή λανθασμένα. Τονίζω δε, ότι το βάρος απόδειξης του αιτήματός του βαραίνει αρχικά τον ίδιο τον Αιτητή (βλ. άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου).
Κατά συνέπεια, στην προκειμένη περίπτωση, κρίνω ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του Αιτητή εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που τεκμηριώνουν τη θεμελίωση δικαιολογημένου φόβου δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 3(1) του Περί Προσφύγων Νόμου (βλ. συναφώς παρ. 37-39 του Εγχειρίδιου για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων σύμφωνα με τη Σύμβαση του 1951 και το Πρωτόκολλο του 1967 για το Καθεστώς των Προσφύγων, της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες). Επίσης, με βάση το προσωπικό του προφίλ και υπό το φως των ισχυρισμών που ο ίδιος προώθησε, δεν θεωρώ ότι σε περίπτωση επιστροφής του υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι ο Αιτητής θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, όπως η εν λόγω έννοια ορίζεται στο άρθρο 19(2) του περί Προσφύγων Νόμου.
Αναφορικά με την υπαγωγή του Αιτητή σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, το οποίο προϋποθέτει ουσιώδεις λόγους να πιστεύεται ότι ο Αιτητής θα υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας, λόγω αδιακρίτως ασκούμενης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της, έχω προβεί κατά την προετοιμασία της υπόθεσης σε επικαιροποιημένη κατάσταση ασφαλείας σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.
Εκ της συγκεκριμένης έρευνας προέκυψε ότι η κατάσταση ασφαλείας παραμένει ασταθής κυρίως στο ανατολικό τμήμα της χώρας, καθώς εκεί υπάρχουν ένοπλες ομάδες που προκαλούν διακοινοτική βία, η οποία μπορεί να επηρεάσει την πολιτική κατάσταση, την ασφάλεια και την ανθρωπιστική κατάσταση. Καταγράφονται επίσης συνεχείς αναφορές για πολλές πόλεις στο ανατολικό Κονγκό που δέχθηκαν επίθεση ή έπεσαν υπό τον προσωρινό έλεγχο ένοπλων ομάδων.[1]
Επιπροσθέτως, επισημαίνεται ότι, σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα της αυστριακής ACCORD που δημοσιεύτηκε στις 8 Απριλίου 2024 και αφορά όλο το έτος 2023, γίνεται αναφορά στα περιστατικά ασφαλείας που έλαβαν χώρα στην Kinshasa. Συγκεκριμένα, αναφέρθηκαν 132 περιστατικά στα οποία σκοτώθηκαν 71 άνθρωποι. Οι ακόλουθες τοποθεσίες ήταν μεταξύ των πληγεισών: Bita, Dumi, Iye, Kinshasa, Kinshasa – Camp Luka, Kinshasa - Gombe, Kinshasa - Kalamu, Kinshasa - Kimbanseke, Kinshasa - Limete, Kinshasa - Lingwala, Kinshasa - Maluku, Kinshasa - Masina, Kinshasa – Ndjili Airport, Kinshasa - Ngaliema, Matadi Mayo, Mbankana, Mbete, Menkao, Mongata, Yuo.[2]
Αναλύοντας τα ανωτέρω ποιοτικά και ποσοτικά δεδομένα που προέκυψαν κατόπιν περαιτέρω έρευνας αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας που επικρατεί συγκεκριμένα στην Κινσάσα, οι εξωτερικές πηγές ενισχύουν το συμπέρασμα περί του ασφαλούς της εν λόγω περιοχής. Ειδικότερα, σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία από τη βάση δεδομένων της ACLED («Armed Conflict Location and Event Data Project») για το διάστημα από 14/04/2025 έως 14/04/2026, καταγράφηκαν στην Κινσάσα 152 περιστατικά ασφαλείας, τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα το θάνατο 52 ανθρώπων.[3] Δεδομένου ότι ο εκτιμώμενος πληθυσμός της Κινσάσα ανέρχεται σε 17,032,322[4] καθίσταται κατανοητό ότι ο ανωτέρω αναφερόμενος αριθμός θανάτων στην εν λόγω περιοχή από περιστατικά ασφαλείας (52 θάνατοι) δεν ανέρχεται σε τέτοια επίπεδα που σε σχέση με τον συνολικό πληθυσμό της περιοχής μπορεί να χαρακτηρίσει την επικρατούσα κατάσταση ως ένοπλη σύρραξη επιφέρουσα συνθήκες αδιακρίτως ασκούμενης βίας.
Τα παραπάνω επιβεβαιώνουν στο σύνολό τους, ότι στην πόλη Κινσάσα, τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, δεν επικρατούν συνθήκες ένοπλης εσωτερικής σύγκρουσης και κατ’ επέκταση συνθήκες βίας ασκούμενης αδιακρίτως κατά αμάχων όπως το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου προνοεί. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο κρίνει ότι παρέλκει περαιτέρω διερεύνηση των προσωπικών περιστάσεων του Αιτητή για λόγους εφαρμογής της «αναπροσαρμοσμένης κλίμακας» όπως αυτή απορρέει από τη Νομολογία του ΔΕΕ.
Επομένως, στη βάση των όσων αναλύθηκαν ανωτέρω, κρίνω πως ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει ότι πάσχει η ορθότητα και νομιμότητα της επίδικης απόφασης και ότι στο πρόσωπό του πληρούνται οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στο καθεστώς του πρόσφυγα ή της παραχώρησης συμπληρωματικής προστασίας, σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου (Ν.6(Ι)/2000) και της Σύμβασης της Γενεύης του 1951.
Ως εκ τούτου, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Επιδικάζονται €800 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.
(Υπ.) ……………………………
Μ. Παπαντωνίου, Δ. Δ.Δ.Δ.Π.
Πιστό αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
/μη
[1] Gov.uk, Foreign travel advice Democratic Republic of the Congo, διαθέσιμο σε https://www.gov.uk/foreign-travel-advice/democratic-republic-of-the-congo/safety-and-security (ημερ. Τελευταίας πρόσβασης 08/04/2026)
[2] ACCORD - Austrian Centre for Country of Origin and Asylum Research and Documentation: Democratic Republic of Congo, year 2023: Update on incidents according to the Armed Conflict Location & Event Data Project (ACLED), 8 April 2024 https://www.ecoi.net/en/file/local/2107097/2023yDemocraticRepublicofCongo_en.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 14/04/2026)
[3] ACLED - DISAGGREGATED DATA COLLECTION - ANALYSIS & CRISIS MAPPING PLATFORM, The Armed Conflict Location & Event Data Project, διαθέσιμο στον ακόλουθο διαδικτυακό σύνδεσμο https://acleddata.com/explorer/ (βλ. Πλατφόρμα Explorer , με χρήση των ακόλουθων στοιχείων ανάλυσης: ΧΡΟΝΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ: 14/04/2025 - 14/04/2026, ΤΥΠΟΣ ΣΥΜΒΑΝΤΩΝ: Battles / Violence against civilians / Riots / Protests και ΠΕΡΙΟΧΗ: Congo - Kinshasa) (ημερ. τελευταίας πρόσβασης 14/04/2026).
[4] World Population, Congo, Kinshasa, https://worldpopulationreview.com/cities/dr-congo/kinshasa (ημερ. τελευταίας πρόσβασης 14/04/2026)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο