ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθ. Αρ.: 7628/22
9 Απριλίου, 2026
[Χ. ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, ΔΔΔΔΠ.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
L.S.M.B.
Αιτήτριας
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ’ ων η Αίτηση
………………………………………….
Αργυρώ Μιχαήλ για Νικολέττα Χαραλαμπίδου ΔΕΠΕ, Δικηγόρος για την αιτήτρια
Χριστίνα Δημητρίου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας για τους καθ’ ων η αίτηση.
ΑΠΟΦΑΣΗ
Χ. ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π: Με την παρούσα προσφυγή η αιτήτρια προσβάλλει την απόφαση των καθ’ ων η αίτηση, ημερομηνίας 14/09/2022, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά της για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
Όπως προκύπτει από την Ένσταση που καταχωρήθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο που εκπροσωπεί τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και τον Διοικητικό Φάκελο που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 (εφεξής «δ. φ.»), τα γεγονότα της υπό εξέταση περίπτωσης έχουν ως κατωτέρω: Η αιτήτρια είναι υπήκοος του Καμερούν και αφού αφίχθη παράνομα στην Κυπριακή Δημοκρατία, συμπλήρωσε στις 19/03/2019 αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας και στις 21/03/2019 παρέλαβε τη βεβαίωση υποβολής αίτησης διεθνούς προστασίας από το Επαρχιακό Γραφείο Αλλοδαπών Λευκωσίας.
Στις 28/06/2019 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη της αιτήτριας από λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου σε σχέση με τις διαδικασίες υπό τον Κανονισμό Δουβλίνο- Regulation EU 604/2013. Την 01/08/2022 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη της αιτήτριας από λειτουργό της E.A.S.O. (εφεξής «λειτουργός») και στις 06/09/2022 ο λειτουργός συνέταξε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του αιτήματος της αιτήτριας. Στις 14/09/2022, συγκεκριμένος λειτουργός, δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών να εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, υιοθέτησε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης της. Η Υπηρεσία Ασύλου, στις 15/12/2022, εξέδωσε επιστολή με την οποία κοινοποίησε την απορριπτική της απόφαση επί του αιτήματος της Αιτήτριας, καθώς και την αναστολή της εισήγησης περί έκδοσης απόφασης επιστροφής της στο Καμερούν. Η εν λόγω επιστολή παραλήφθηκε από την αιτήτρια αυθημερόν. Στη συνέχεια, η αιτήτρια καταχώρισε την υπό εξέταση προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, αμφισβητώντας την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου.
Κατά τη Γραπτή της Αγόρευση, μέσω της συνηγόρου της, η αιτήτρια παραθέτει, αρχικά, το νομικό πλαίσιο υπό το οποίο θα έπρεπε να εξεταστεί η αίτησή της. Στη συνέχεια, επικαλείται την εσφαλμένη αξιολόγηση της αίτησής της μέσα από την εσφαλμένη κρίση περί της αναξιοπιστίας της για τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό (εξαναγκαστικός γάμος με τον αρχηγό του χωριού Tonga). Υποστηρίζει ότι δεν υπήρξε αντιφατική σε σχέση με την συμφωνία που σύναψε ο πατέρας της με τον αρχηγό του χωριού, ούτε θα μπορούσε να γνωρίζει λόγω της θέσης της στην κοινωνία της χώρας το περιεχόμενο της συμφωνίας μεταξύ δύο ανδρών, ότι ουδέποτε ρωτήθηκε σε σχέση με την τελετή, ενώ υποστηρίζει πως υπήρξε λεπτομερής κατά την περιγραφή της απαγωγής της, κράτησης και ξυλοδαρμού της.
Προσέθεσε ότι έχασε τη μνήμη της και συνεπώς είναι εύλογο να μη θυμάται λεπτομέρειες για τη μεταφορά της στο νοσοκομείο καθώς και ότι δεν είναι ουσιώδες στοιχείο των ισχυρισμών της το γεγονός ότι δεν θυμόταν το όνομα της γυναίκας που ήταν στο δωμάτιο μαζί της αλλά το ουσιώδες κατ’ εκείνο το χρονικό σημείο ήταν ο τρόπος διαφυγής της. Ανέφερε πως σε κανένα σημείο της συνέντευξης της δεν της δόθηκε η ευκαιρία να αναπτύξει τον ισχυρισμό της και ότι οι Καθ’ων η αίτηση προέβησαν σε εσφαλμένα συμπεράσματα υποπίπτοντας σε πλάνη. Όπως ισχυρίστηκε, τα όσα δήλωσε δεν αξιολογήθηκαν δεόντως και καλόπιστα αλλά κατά παράβαση της υποχρέωσης τους για δίκαιη και αντικειμενική εξέταση του αιτήματός της. Υποστήριξε ότι δεν λήφθηκε υπόψη το τραυματικό γεγονός που βίωσε στην χώρα καταγωγής της, ούτε αυτό το γεγονός αξιολογήθηκε υπό το πρίσμα των κατευθυντήριων αρχών του οδηγού της EUAA με τίτλο «evidence and credibility assessment in the context of the European Asylum System», σε σχέση με το τραύμα.
Ισχυρίζεται ότι θα έπρεπε να της αποδοθεί το ευεργέτημα της αμφιβολίας και ότι οι Καθ’ων η αίτηση δεν προέβησαν σε έρευνα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την κατάσταση στη χώρα καταγωγής της κατά τον ουσιώδη χρόνο και υπό το πλαίσιο αυτών να αξιολογήσουν την αξιοπιστία του ισχυρισμού της. Προς υποστήριξη της αξιοπιστίας των ισχυρισμών της παρέθεσε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σχετικά με την επικράτηση των εξαναγκαστικών γάμων στο Καμερούν και τις διακρίσεις σε βάρος των γυναικών. Ως προς την υπαγωγή της στο καθεστώς του πρόσφυγα, επικαλείται βάσιμο λόγο δίωξης της σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της λόγω του φύλου της, ως μέλος ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας, των γυναικών θυμάτων απόπειρας εξαναγκασμού σε γάμο, μόνης με ανήλικο τέκνο και χωρίς υποστηρικτικό και προστατευτικό δίκτυο στη χώρα καταγωγής της.
Ως φορείς δίωξης της προέβαλε τον πατέρα και τον άνδρα με τον οποίο θα παντρευόταν ενώ δήλωσε ότι οι αρχές της χώρας δεν δύνανται να της παράσχουν προστασία, καθότι ανέχονται διακρίσεις και τέτοιες πρακτικές κατά των γυναικών. Υποστηρίζει, ακόμη, την εσφαλμένη αξιολόγηση των προϋποθέσεων υπαγωγής της σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας. Τέλος, αιτείται την ακύρωση της απόφασης επιστροφής (παρότι έχει αυτή ανασταλεί), καθότι αυτή αντιβαίνει στην αρχή της μη επαναπροώθησης, όπως προβλέπεται στο άρθρο 3 της ΕΣΔΑ και στο άρθρο 19 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ.
Οι καθ’ ων η αίτηση, με τη Γραπτή τους Αγόρευση υποστηρίζουν ότι η επίδικη απόφαση έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος, των Νόμων και Κανονισμών, μετά από δέουσα έρευνα και ορθή ενάσκηση των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους καθ’ ων η αίτηση και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά στοιχεία, γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης, σύμφωνα με τις γενικές αρχές διοικητικού δικαίου και είναι δε επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη.
Με την Απαντητική Γραπτή της Αγόρευση, η αιτήτρια δια της συνηγόρου της επαναλαμβάνει κατ’ ουσίαν τις θέσεις όπως αυτές προβλήθηκαν με τη Γραπτή της Αγόρευση. Ισχυρίστηκε ότι δεν λήφθηκε υπόψη από τους Καθ’ων η αίτηση πως υπήρξε θύμα έμφυλης βίας στη χώρα καταγωγής της και ως εκ τούτου, δεν έτυχε των προβλεπόμενων για τα ευάλωτα πρόσωπα διαδικαστικών εγγυήσεων. Επιπλέον, επισημαίνει ότι, παρότι η ευαλωτότητα της διαπιστώθηκε κατά τη συνέντευξη, ο αρμόδιος λειτουργός περιορίστηκε σε γενικές ερωτήσεις σχετικά με τη συναισθηματική και ψυχική της κατάσταση, οι οποίες δεν συνιστούν επαρκείς διαδικαστικές εγγυήσεις. Πρόσθεσε ότι πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι είναι μητέρα δύο ανήλικών τέκνων γεννηθέντων στην Κυπριακή Δημοκρατία, ο πατέρας των τέκνων της τους έχει εγκαταλείψει και ότι, σε περίπτωση επιστροφής τους στο Καμερούν υπάρχει κίνδυνος να υποστεί κακομεταχείριση ως γυναίκα μόνη, μητέρα δύο ανήλικων τέκνων γεννηθέντων εκτός γάμου, θύμα έμφυλης βίας, με διώκτες το υποστηρικτικό της περιβάλλον, την οικογένεια της.
Επίσης, προσκόμισε τα πιστοποιητικά γέννησης των δύο ανήλικων τέκνων της (γεννηθέντων στην Κυπριακή Δημοκρατία), καθώς και υπόμνημα, στο οποίο παρατίθενται διαδικτυακές πηγές πληροφόρησης (μαζί με τους σχετικούς συνδέσμους) αναφορικά με την πρακτική των εξαναγκαστικών γάμων στο Καμερούν, τις συνθήκες που επικρατούν στο Καμερούν για τις μόνες γυναίκες χωρίς υποστηρικτικό δίκτυο, καθώς και ως προς την αδυναμία των αρχών της χώρας να παράσχουν σε αυτές προστασία.
Κατά τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 14/10/2025, τέθηκαν στην Αιτήτρια ερωτήσεις αναφορικά με τα τέκνα της, τα γεννηθέντα στην Κυπριακή Δημοκρατία, καθώς και κατά πόσον αυτά έχουν συμπεριληφθεί στην αίτηση ασύλου της. Η συνήγορος της Αιτήτριας αποκρίθηκε ότι, κατά τον χρόνο της συνέντευξής της, η Αιτήτρια τελούσε σε κατάσταση εγκυμοσύνης και τα τέκνα δεν είχαν ακόμη γεννηθεί κατά τη διαδικασία ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου. Ωστόσο, το γεγονός ότι η Αιτήτρια τελούσε σε κατάσταση εγκυμοσύνης κατά τη συνέντευξή της επαρκούσε, κατά τη συνήγορό της, ώστε να αξιολογηθεί ως ευάλωτο πρόσωπο και τούτο να ληφθεί υπόψη τόσο ως προς την αξιοπιστία της, όσο και ως προς το ενδεχόμενο απώλειας μνήμης κατά την διάρκεια της συνέντευξης της, ιδίως σε συνδυασμό με τη μεγάλη διάρκειά αυτής. Ως προς τον πατέρα των τέκνων της η συνήγορος της Αιτήτριας επανέλαβε όσα δήλωσε κατά την απαντητική της γραπτή αγόρευση. Ομοίως, επέμεινε σε όσα δήλωσε μέσω της γραπτής απαντητικής της αγόρευσης σε σχέση την ουσία των ισχυρισμών της και του φόβου δίωξης της σε περίπτωση επιστροφής της στην χώρα καταγωγής της.
Η συνήγορος των καθ’ων η αίτηση κατά το στάδιο των διευκρινίσεων υιοθέτησε το περιεχόμενο την ένστασης και της γραπτής της αγόρευσης. Προσέθεσε ότι ο λειτουργός σε αρκετά σημεία της συνέντευξης της ρωτήθηκε αν ήταν σε θέση να συνεχίσει με την αιτήτρια να αποκρίνεται θετικά. Τονίζει μάλιστα πως ρωτήθηκε για την ικανότητά της να παρευρεθεί και να ανταποκριθεί στη συνέντευξη κατά την ημέρα καθορισμού της ημερομηνίας της συνέντευξης. Κατά συνέπεια, εισηγείται πως δεν προκύπτει ότι η αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να ανταποκριθεί στη διαδικασία αυτή.
Θα πρέπει να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με τον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση και επί της ουσίας. Το γεγονός αυτό, οφείλεται στο ότι η υπό εξέταση υπόθεση αφορά αίτηση που χρονικά εμπίπτει στις προϋποθέσεις του άρθρου 11 του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), οι οποίες δίδουν στο Δικαστήριο την υποχρέωση ελέγχου νομιμότητας και ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.
Θεωρώ χρήσιμο να καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που πρόβαλε η αιτήτρια σε όλα τα στάδια εξέτασης του αιτήματός της, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν το αρμόδιο όργανο αποφάσισε μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της σχετικής νομοθεσίας.
Η αιτήτρια κατά την υποβολή του αιτήματος διεθνούς προστασίας στην Υπηρεσία Ασύλου δήλωσε σε σχέση με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής της ότι αποτέλεσε θύμα εξαναγκαστικού γάμου το Νοέμβριο του 2018. Ο εν λόγω άνδρας ήταν μέρος της ηγεσίας και για αυτό το λόγο είχε και άλλες συζύγους. Ισχυρίστηκε ότι βίωσε βασανιστήρια και εγκατέλειψε την οικία της. Προσέθεσε ότι την πρώτη φορά, την εντόπισε, συνέχισε με την ίδια ιστορία σε σημείο που την κλείδωσε στο δωμάτιο και της έβγαλε το δόντι. Σε αυτό το χρονικό σημείο αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα(ερ. 1 και ερ. 16 του δ.φ.).
Κατά τη διάρκεια της συνέντευξη της, η αιτήτρια δήλωσε ως προς το προσωπικό της προφίλ ότι είναι υπήκοος Καμερούν, γεννηθείσα στις 22/03/1986, με τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής της την Douala. Είναι άγαμη, μητέρα ενός ανήλικου τέκνου το οποίο διαβιεί με την μητέρα της στην Douala ( ερ.67 1 χ του δ.φ.). Δεν έχει καμία επικοινωνία με τον πατέρα του τέκνου της. Η μητέρα της, και τα έξι αδέλφια διαμένουν στην Douala, ενώ ο πατέρας της πηγαινοέρχεται μεταξύ Tonga και Douala (ερ. 67 1 χ του δ.φ.). Δήλωσε εθνοτικής καταγωγής Bamileke και Χριστιανή Καθολική ως προς στο θρήσκευμα. Ως προς το μορφωτικό της επίπεδο, η αιτήτρια δήλωσε ότι παρακολούθησε 11 έτη σχολικής εκπαίδευσης και ότι εργαζόταν ως μοδίστρα αρχικά στο σπίτι της και μετά στο δικό της κατάστημα (ερ. 65 του δ.φ.). Εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής της τον Μάρτιο του 2019 με χρήση διαβατηρίου ενώ το ταξίδι της χρηματοδοτήθηκε από τον εξάδελφο της μητέρας της και τη μια αδελφή της (ερ. 64 2χ του δ.φ.). Ως προς την κατάσταση της υγείας της δήλωσε ότι διανύει τον πρώτο μήνα εγκυμοσύνης.
Αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της, κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησής της, δήλωσε ότι υπήρξε θύμα απόπειρας εξαναγκαστικού γάμου με τον αρχηγό του χωριού Tonga. Ειδικότερα, δήλωσε ότι τον Νοέμβριο του 2018 μετέβη μαζί με την οικογένειά της στο χωριό του πατέρα της στη δυτική περιοχή του Καμερούν για την κηδεία του παππού της. Στην τελετή έλαβαν χώρα πολλοί άνθρωποι και αρχηγοί τοπικών χωριών. Μετά την έναρξη της τελετής/κηδείας, οι αρχηγοί των χωριών άρχισαν να συζητούν με τον πατέρα της για θέματα του χωριού. Αναφέρθηκε στην συμφωνία που σύναψε ο πατέρας της με τον αρχηγό του χωριού, ο οποίος του υποσχέθηκε γη, και ως αντάλλαγμα ζήτησε μία από τις κόρες του για σύζυγο. Επειδή οι μεγαλύτερες αδελφές της ήταν ήδη παντρεμένες, ο πατέρας της επέλεξε εκείνη. Η αιτήτρια δήλωσε ότι κατά τη διάρκεια της παραδοσιακής τελετής, δύο άνδρες την άρπαξαν αιφνιδιαστικά και την οδήγησαν σε ένα μικρό δωμάτιο. Ανέφερε ότι δεν της δόθηκαν εξηγήσεις σχετικά με το τι συνέβαινε και ότι δεν της επιτρεπόταν να επικοινωνήσει με τους γονείς της.
Παρέμεινε εκεί για αρκετές ημέρες, σύμφωνα με τα τοπικά έθιμα, χωρίς να έχει αίσθηση του χρόνου, ενώ γυναίκες της έφερναν φαγητό. Όπως δήλωσε, μία από τις συζύγους του αρχηγού της ανέφερε ότι δεν θα επέστρεφε στη Douala και ότι προοριζόταν να γίνει σύζυγος του αρχηγού του χωριού. Συνέχισε ότι αρνήθηκε τον επικείμενο γάμο και παρέμεινε κλειδωμένη, καθώς υπήρχε φόβος ότι θα επιχειρούσε να διαφύγει. Περίπου τα Χριστούγεννα, ζήτησε να δει τη μητέρα της και όταν τη συνάντησε, τη ρώτησε αν γνώριζε τι συνέβαινε και της εξέφρασε ότι δεν επιθυμούσε τον γάμο. Προσέθεσε ότι σκόπευαν να πραγματοποιήσουν την τελετή του γάμου τον Ιανουάριο, και ότι είχαν προβεί σε σχετικές ετοιμασίες γάμου, ενώ η Αιτήτρια συνέχισε να αρνείται την πραγματοποίηση του γάμου. Στη συνέχεια, ισχυρίστηκε πως ο αρχηγός την πλησίασε αφού ενημερώθηκε ότι αρνείται να συμμορφωθεί και της ζήτησε εξηγήσεις. Η Αιτήτρια συνέχισε να αρνείται και τότε ο αρχηγός άρχισε να την χτυπά. Δήλωσε ότι δέχθηκε επανειλημμένα χτυπήματα στο πρόσωπο, ένιωσε έντονο πόνο στα δόντια και άρχισε να αιμορραγεί.
Ανέφερε ότι έχασε τις αισθήσεις της και ξύπνησε σε μικρό τοπικό νοσοκομείο. Στη συνέχεια, λόγω της κατάστασής της, μεταφέρθηκε σε μεγαλύτερο νοσοκομείο. Περαιτέρω, δήλωσε ότι, ενώ νοσηλευόταν στο νοσοκομείο, μια γυναίκα που βρισκόταν στον ίδιο χώρο τη ρώτησε γιατί υπήρχαν άτομα έξω από το δωμάτιό της. Η αιτήτρια της εξήγησε τι είχε συμβεί και η γυναίκα της είπε ότι μπορούσε να τη βοηθήσει να διαφύγει. Με τη βοήθεια της γυναίκας και μιας νοσηλεύτριας, βγήκε από το δωμάτιο από το παράθυρο, όπου την περίμενε ο αδελφός της προαναφερόμενης γυναίκας. Αφού έφυγαν από το νοσοκομείο, την μετέφερε με αυτοκίνητο στη Douala. Εκεί, δήλωσε πως, δεν επέστρεψε στο πατρικό της σπίτι, αλλά φιλοξενήθηκε από την αδελφή της σε περιοχή της πόλης (Bonaberi). Δήλωσε ότι φοβόταν να παραμείνει στη χώρα, καθώς ο τοπικός αρχηγός είχε διασυνδέσεις με την κυβέρνηση και μπορούσε να την εντοπίσει (ερ. 63 2χ του δ.φ.).
Κληθείσα να αποκριθεί τι θα της συμβεί σε περίπτωση επιστροφής της στην χώρα καταγωγής της, δήλωσε ότι θα αντιμετωπίσει προβλήματα καθότι αρνήθηκε να παντρευτεί με τον αρχηγό του χωριού και εξαιτίας αυτού οι γονείς της έχουν πρόβλημα, με τον πατέρα της να πηγαινοέρχεται μεταξύ Douala και χωριού (ερ.62 του δ.φ.). Κληθείσα να αποκριθεί αν θα μπορούσε να εγκατασταθεί σε άλλη περιοχή του Καμερούν, όπως στη Yaoundé, ανέφερε ότι δεν μπορεί να επιστρέψει στη χώρα, διότι αναζητείται από τον αρχηγό. Ισχυρίστηκε ότι ενημερώθηκε από τη μεγαλύτερη αδελφή της ότι ο αρχηγός την αναζητά παντού.
Ακολούθως, τέθηκαν στην αιτήτρια διευκρινιστικές ερωτήσεις ώστε να αναπτύξει το αίτημά της. Η αιτήτρια επεξήγησε ότι στο χωριό μετέβησαν το Νοέμβριο του 2018 για την κηδεία του παππού της, ο οποίος απεβίωσε πριν τη γέννηση της και της θείας της, με σκοπό να μην ταφεί η θεία της προ της ταφής του παππού της. Δήλωσε ότι ενημερώθηκε για τη συμφωνία του πατέρα της με τον αρχηγό του χωριού, κατά την αρπαγή και κράτηση της στο δωμάτιο, από μια εκ των συζύγων του αρχηγού και ως κίνητρο για αυτή τη συμφωνία επικαλέστηκε την επιθυμία του πατέρα της για κατοχή γης και καλής φήμης στο χωριό (ερ.60 του δ.φ.). Σε σχέση με την ημέρα της κηδείας, δήλωσε ότι ενώ κάθονταν και παρακολουθούσαν την τελετή δύο άνδρες φορώντας παραδοσιακές μάσκες την τράβηξαν και την μετέφεραν σε ένα μικρό δωμάτιο ενώ η μητέρα της έκλαιγε και άλλοι άνθρωποι χόρευαν και μιλούσαν. Δεν γνωρίζει κάποια πληροφορία για την ταυτότητα αυτών των ανθρώπων πέραν του ότι αποκαλούνται «notable» και εικάζει ότι είναι οι σωματοφύλακες του αρχηγού. Τοποθέτησε το γεγονός την τελευταία ημέρα της τριών ημερών κηδείας, την ημέρα Κυριακή.
Κληθείσα να περιγράψει τι της είπε η ανωτέρω γυναίκα σε σχέση με το λόγο κράτησης της στο δωμάτιο δήλωσε ότι της ανέφερε ότι δεν έχει κάποια επιλογή και ότι πρέπει να υπακούσει τους κανόνες και ότι ο πατέρας της ήταν ενήμερος για όλα. Επεξήγησε ότι παρέμεινε στο δωμάτιο αυτό για διάστημα πέραν των 7 ημερών και σε σχέση με τις συνθήκες παραμονής της εκεί, ισχυρίστηκε ότι δεν έκανε τίποτα παρά μόνο έκλαιγε και οι γυναίκες της έφερναν φαγητό (ερ.57 του δ.φ.). Περιέγραψε ότι ο αρχηγός στην αρχή ήταν ευγενικός μαζί της άλλα στην συνέχεια όταν άρχισε να αρνείται να συμμετάσχει στις προετοιμασίες του γάμου έγινε βίαιος μαζί της. Δήλωσε ότι τον συναντούσε κάθε μέρα και ως προς τις συζητήσεις τους δήλωσε ότι της έλεγε ότι είναι η σύζυγός του, ότι έχει επιρροή στο χωριό και ότι είναι μέλος του πολιτικού κόμματος RDPC, πληροφορία που ως δήλωσε είναι γνωστή σε όλους. Σε σχέση με τον προαναφερόμενο άνδρα δήλωσε ότι δεν γνώριζε κάποια άλλη πληροφορία για αυτόν πέρα του ότι τον αποκαλούσε με το όνομα Samageste.
Κληθείσα να περιγράψει την σωματική επίθεση εναντίον της από τον συγκεκριμένο άνδρα, δήλωσε ότι την ημέρα πριν την τελετή, ο αρχηγός θύμωσε με την αρνητική της στάση και πήγε να της ζητήσει εξηγήσεις. Η αιτήτρια επανέλαβε την άρνηση της να νυμφευτεί μαζί του και τότε την χαστούκισε πολλές φορές και με σφοδρότητα στο πρόσωπο με αποτέλεσμα να αιμορραγήσει το δόντι της, να χάσει τις αισθήσεις της και να μεταφερθεί στο νοσοκομείο του χωριού Tonga. Στη συνέχεια, εξαιτίας της κατάστασης της με το πρόσωπο της να έχει φουσκώσει το οποίο επιδεινώθηκε και εξαιτίας ενός προβλήματος στο δόντι της μεταφέρθηκε σε μεγαλύτερο νοσοκομείο, αυτό της Bagangte (Ερ. 53 1χ του δ.φ.). Δήλωσε ότι έμεινε στο νοσοκομείο για περίπου μια εβδομάδα, ότι η αγωγή της περιλάμβανε παυσίπονα και ότι μοιράζονταν το δωμάτιο με μια άλλη κυρία, η οποία αντιμετώπιζε πρόβλημα με το δόντι της.
Σε σχέση με τους λόγους για τους οποίους η ανωτέρω κυρία αποφάσισε να την βοηθήσει να δραπετεύσει, δήλωσε ότι το έπραξε επειδή της εξήγησε η αιτήτρια τι της είχε συμβεί (ερ.52 1χ του δ.φ.). Ως προς την διαφυγή της δήλωσε ότι η ίδια με τη βοήθεια μιας νοσοκόμας- η οποία δεν ήταν ευχαριστημένη με όσα είχαν συμβεί στην αιτήτρια- και της συγκεκριμένης γυναίκας πήδηξε από το παράθυρο, και στη συνέχεια ο αδελφός της γυναίκας της μετέφερε στο σπίτι του συζύγου της αδελφής της στην Douala. Ως προς τις συνέπειες που επήλθαν λόγω της άρνησής της να νυμφευτεί με τον αρχηγό και ακολούθως της διαφυγής της, δήλωσε ότι η μητέρα της της μετέφερε ότι το 2019/2020 ο πατέρας της άρχισε να την κατηγορεί ότι αυτή ευθύνεται για την άρνηση της αιτήτριας να νυμφευτεί, την απείλησε και την έδιωξε από το σπίτι τους και η μητέρα της τον κατήγγειλε στις κοινωνικές υπηρεσίες περίπου στα τέλη του 2021 (ερ.51 του δ.φ.). Προσέθεσε ότι ο αρχηγός του χωριού είπε στην μητέρα της να μην επιστρέψει στο χωριό παρά μόνο όταν νυμφευτεί με την αιτήτρια, πληροφορία που έμαθε από τη μητέρα της.
Η αιτήτρια ανέφερε ότι μετά τη διαφυγή της στη Douala δεν ζήτησε βοήθεια από τις αρχές της χώρας καταγωγής της, καθώς φοβόταν ότι θα την επέστρεφαν στον άνδρα. Υποστήριξε ότι εκείνος είναι αρχηγός και οι αρχές δεν μπορούν να στραφούν εναντίον του, ενώ κάποιος δικηγόρος τους είχε επισημάνει ότι η υπόθεση είναι περίπλοκη και δύσκολη(ερ. 50 του δ.φ.). Επεξήγησε ότι η μητέρα και η αδελφή της πήγαν σε δικηγόρο για λογαριασμό της και της μετέφεραν όσα είπε (ερ. 49 του δ.φ.). Δήλωσε ότι μετά τη διαφυγή της από το νοσοκομείο παρέμεινε στη χώρα της λιγότερο από τρεις εβδομάδες.
Κληθείσα να περιγράψει το απόκομμα της εφημερίδας που προσκόμισε, δήλωσε ότι της το έστειλε η μεγαλύτερη αδελφή της, ότι δεν γνωρίζει λεπτομέρειες για το περιεχόμενο του άρθρου καθότι δεν το είχε διαβάσει και ότι εστάλη σε αυτήν πριν ένα έτος. Επίσης, πιστεύει ότι ο δημοσιογράφος έμαθε την ιστορία της επειδή πρόκειται για πραγματικό περιστατικό που έχει συμβεί και σε άλλες (ερ.49 του δ.φ.). Σε σχέση με τον πατέρα του τέκνου της στο Καμερούν δήλωσε ότι αρνήθηκε να την παντρευτεί επειδή η αιτήτρια δεν συμφώνησε να υποβληθεί η κόρη τους σε ακρωτηριασμό των γεννητικών οργάνων, όταν ήταν πέντε ετών, πρακτική συνηθισμένη στην κουλτούρα του. Μετά την άρνησή της δεν ενοχλήθηκε ξανά από τον πατέρα της κόρης ή την οικογένεια του και ούτε η ίδια ούτε η κόρη της υποβλήθηκαν στην ανωτέρω πρακτική (ερ.48 του δ.φ.)
Ο λειτουργός αξιολογώντας τους ισχυρισμούς που παρέθεσε στην αφήγηση της η Αιτήτρια, διέκρινε στην Έκθεση - Εισήγησή του δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς, οι οποίοι προκύπτουν από τις δηλώσεις της Αιτήτριας ως κατωτέρω: (1) ταυτότητα, χώρα καταγωγής και τόπος συνήθους διαμονής της Αιτήτριας και (2) η Αιτήτρια κρατήθηκε προκειμένου να εξαναγκαστεί σε γάμο με τον αρχηγό του χωριού Tonga το Νοέμβριο του 2018.
Ο λειτουργός έκανε αποδεκτό τον ισχυρισμό της Αιτήτριας ως προς την ταυτότητα, το προσωπικό προφίλ και τη χώρα καταγωγής της, καθώς οι δηλώσεις της Αιτήτριας κρίθηκαν σαφείς και συνεκτικές, ενώ διασταυρώθηκαν από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, καθώς και από τα έγγραφα που προσκόμισε.
Ωστόσο, ο δεύτερος ισχυρισμός δεν έγινε αποδεκτός επειδή κρίθηκε πως είναι εσωτερικά και εξωτερικά αναξιόπιστος. Ειδικότερα, κρίθηκε πως εντοπίστηκαν αντιφάσεις στις δηλώσεις της αιτήτριας σε σχέση με το ποιος πρότεινε τη συμφωνία γάμου μεταξύ του πατέρα της και του αρχηγού του χωριού Tonga. Επιπλέον, δεν έδωσε περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τη συμφωνία ή για το αν ο πατέρας της έλαβε τελικά τη γη που του είχε υποσχεθεί. Όταν ρωτήθηκε αν η μητέρα και η αδελφή της, με τις οποίες επικοινωνεί συχνά, της είχαν αναφέρει οτιδήποτε, απάντησε αόριστα ότι τους είχε ζητήσει να μην συζητούν το θέμα. Επίσης, η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να περιγράψει με επάρκεια πληροφοριών τον άνδρα που ήθελε να την παντρευτεί διά της βίας. Κληθείσα να περιγράψει τι αποκόμισε σε σχέση με τον ανωτέρω άνδρα κατά τη διάρκεια της καθημερινής τους επικοινωνίας, αρκέστηκε στο να αναφέρει ότι της έλεγε ότι είναι ένας άνδρας με επιρροή και μέλος του κόμματος RDPC, χωρίς να αναφέρει πληροφορίες για το όνομα αυτού, το είδος της θέσης που αυτός κατείχε στην κυβέρνηση καθώς και τι αντιπροσωπεύει το ανωτέρω κόμμα.
Παρόλο που η Αιτήτρια τοποθέτησε κατά προσέγγιση χρονικά τις τελετές και τα γεγονότα που επακολούθησαν, οι δηλώσεις όταν κλήθηκε να περιγράψει την κηδεία παρέμειναν γενικές και χωρίς συγκεκριμένες λεπτομέρειες. Ανέφερε μόνο ότι παρευρέθηκαν διάφοροι αρχηγοί, ότι πραγματοποιήθηκαν παραδοσιακοί χοροί και ότι οι κηδείες διήρκεσαν τρεις ημέρες, χωρίς όμως να επεκταθεί περαιτέρω στα επιμέρους στοιχεία των γεγονότων. Όταν της ζητήθηκε να παρουσιάσει την τελετή πιο αναλυτικά, δεν παρείχε σαφή και συνεκτική αφήγηση, αλλά επικεντρώθηκε κυρίως στο προσωπικό της βίωμα, χαρακτηρίζοντάς την ως την πιο φρικτή τελετή που έχει παρακολουθήσει και υποστηρίζοντας ότι από εκείνη την περίοδο ξεκίνησαν τα προβλήματα που αντιμετωπίζει. Επίσης, η Αιτήτρια δεν μπόρεσε να περιγράψει με επαρκείς λεπτομέρειες τι ακριβώς συνέβη όταν δύο άνδρες την αιχμαλώτισαν κατά τη διάρκεια της τελετής. Για τους άνδρες αυτούς παρέθεσε μόνο γενικές πληροφορίες, αναφέροντας ότι φορούσαν μάσκες και ενδύματα με παραδοσιακά μοτίβα και ότι τους αποκαλούσαν “notable”, χωρίς να παρέχει συγκεκριμένα στοιχεία για την ταυτότητα ή την αντίδραση των παρευρισκόμενων όταν την άρπαξαν.
Σε σχέση με την κράτηση που υπέστη, κρίθηκε ότι η αιτήτρια δεν μπόρεσε να προσδιορίσει κατά προσέγγιση πόσο χρόνο κρατήθηκε αιχμάλωτη και η περιγραφή της για τον χώρο της κράτησης της δεν ήταν λεπτομερής, ενώ όταν κλήθηκε να περιγράψει τι έκανε κατά την κράτησης της αποκρίθηκε γενικόλογα ότι δεν έκανε τίποτα και απλώς έκλαιγε. Επίσης, η αιτήτρια δεν προσδιόρισε πότε η μητέρα της μεταφέρθηκε εκεί που κρατείτο για να τη δει, ούτε αναφέρθηκε με συγκεκριμένο τρόπο στη συζήτηση που είχαν, αναφέροντας μόνο ότι η μητέρα της ήταν απογοητευμένη από τον πατέρα της. Περαιτέρω, οι πληροφορίες που παρατέθηκαν από την αιτήτρια για το περιστατικό κατά το οποίο ξυλοκοπήθηκε από τον αρχηγό επειδή αρνήθηκε να τον παντρευτεί κρίθηκαν γενικόλογες. Ομοίως, οι περιγραφές της σχετικά με την απόδρασή της από το νοσοκομείο, όπου παρέμεινε για μία εβδομάδα, κρίθηκαν μη λεπτομερείς. Ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι η αιτήτρια δεν γνώριζε το όνομα της γυναίκας που τη βοήθησε να οργανώσει την έξοδό της, δεν παρουσίασε με συγκεκριμένο τρόπο τη διαμονή της στο νοσοκομείο και περιέγραψε την απόδρασή της με αόριστο τρόπο, περιοριζόμενη στο ότι έφυγε από το παράθυρο. Επίσης, εντοπίστηκαν και αντιφάσεις στις δηλώσεις της σχετικά με την επίσκεψη σε δικηγόρο μετά τα γεγονότα. Αρχικά ανέφερε ότι πήγε μαζί με τη μητέρα και την αδελφή της, αλλά στη συνέχεια δήλωσε ότι η ίδια δεν πήγε ποτέ, επεξηγώντας χωρίς πειστικότητα ότι με τον όρο «εμείς» εννοούσε τη μητέρα και την αδελφή της που ενεργούσαν εκ μέρους της. Τέλος, διαπιστώθηκαν αντιφάσεις μεταξύ των δηλώσεών της ως προς τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της κατά την υποβολή της αίτησής της σε σχέση με τις δηλώσεις της κατά την συνέντευξή της.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του υπό κρίση ισχυρισμού, αμφισβητήθηκαν η γνησιότητα και η αξιοπιστία του εγγράφου που προσκομίστηκε προς υποστήριξή του ισχυρισμού της, του αποκόμματος-αντιγράφου εφημερίδας από το Καμερούν, το οποίο περιλαμβάνει άρθρο αναφερόμενο στα προβλήματα της Αιτήτριας με τον αρχηγό του χωριού Tonga. Επισημάνθηκε ότι η εφημερίδα δεν εντοπίστηκε σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης και ότι η ημερομηνία έκδοσης αυτής (04/10/2018) προηγείται των γεγονότων που περιγράφει η Αιτήτρια (Νοέμβριος 2018). Επίσης, η Αιτήτρια δεν περιέγραψε το περιεχόμενο του άρθρου, λέγοντας ότι της το έστειλε η αδελφή της και ότι δεν το έχει διαβάσει, παρόλο που ήταν στην κατοχή της εδώ και ένα έτος. Επιπλέον, κρίθηκε ότι λαμβάνοντας υπόψη ότι η Αιτήτρια δεν ανέφερε αυτά τα προβλήματα στις αρχές του Καμερούν και ότι ο δικηγόρος συμβούλεψε τα μέλη της οικογένειάς της να μην προβούν σε καμία ενέργεια, παραμένει ασαφές πώς τα μέσα ενημέρωσης απέκτησαν την εν λόγω πληροφορία. Επίσης, κατά τη διάρκεια της συνέντευξής της, όταν ρωτήθηκε πώς ο δημοσιογράφος έλαβε την πληροφορία αυτή αποκρίθηκε γενικόλογα ισχυριζόμενη ότι «είναι φυσιολογικό, δεν είμαι η μόνη· είναι μια αληθινή ιστορία που συνέβη».
Επίσης, παρατέθηκαν εξωτερικές πηγές πληροφόρησης που επιβεβαιώνουν την επικράτηση της πρακτικής των εξαναγκαστικών γάμων στο Καμερούν, ωστόσο ενόψει της μη θεμελιωθείσας εσωτερικής αξιοπιστίας του υπό κρίση ισχυρισμού, αυτός δεν έγινε αποδεκτός στο σύνολο του.
Κατά την εξέταση του κινδύνου και στο πλαίσιο των ισχυρισμών που έγιναν δεκτοί, ο αρμόδιος λειτουργός παρέθεσε αρχικά πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σχετικά με τις συνθήκες που επικρατούν για τις γυναίκες στη χώρα με βάση το προφίλ της αιτήτριας. Έκρινε, στη βάσει αυτών, ότι η αιτήτρια έχει ζήσει επί σειρά ετών στο Καμερούν χωρίς να αναφέρει ότι υπέστη έμφυλη βία κατά το διάστημα που φοιτούσε και εργαζόταν, καθώς διατηρούσε δικό της κατάστημα. Επιπλέον, οι γονείς και έξι αδέλφια της διαμένουν στη Douala και διατηρεί συχνή επικοινωνία με τη μητέρα και την αδελφή της, γεγονός που υποδηλώνει ύπαρξη υποστηρικτικού δικτύου. Ως εκ τούτου, κρίθηκε πως δεν συντρέχει εύλογη πιθανότητα να υποστεί η Αιτήτρια μεταχείριση που ισοδυναμεί με δίωξη ή σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής της στην χώρα καταγωγής της ένεκα του προφίλ της. Στη συνέχεια, αξιολογήθηκε η κατάσταση ασφαλείας στην περιοχή Douala (Littoral province) όπου αναμένεται να επιστρέψει και κρίθηκε ότι η σύγκρουση πλήττει κυρίως το νότιο και βορειοδυτικό τμήμα της χώρα. Ως εκ τούτου, αξιολογήθηκε ότι δεν συντρέχει εύλογη πιθανότητα να υποστεί η Αιτήτρια μεταχείριση που ισοδυναμεί με δίωξη ή σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής της στην Douala, εξαιτίας της κατάστασης ασφαλείας.
Ακολούθως, κατά τη νομική ανάλυση, βάσει των αποδεκτών ισχυρισμών της αιτήτριας, ο λειτουργός έκρινε ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπό της εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που θα μπορούσαν να τεκμηριώσουν βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της, για έναν από τους λόγους του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου Ν.6(Ι)/2000 και του άρθρου 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951. Επιπλέον, κρίθηκε ότι βάσει των αποδεκτών πραγματικών περιστατικών δεν προέκυψε πραγματικός κίνδυνος θανατικής ποινής ή εκτέλεσης σύμφωνα με το άρθρο 15(α) της Οδηγίας, ούτε πραγματικός κίνδυνος βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας δυνάμει του άρθρου 15(β) της Οδηγίας. Αναφορικά με το άρθρο 15(γ) της Οδηγίας, ο λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, λαμβάνοντας υπόψη την κατάσταση ασφαλείας στην Douala, όπου αναμένεται να επιστρέψει η αιτήτρια σε συνδυασμό με τις προσωπικές της περιστάσεις, καταδεικνύεται ότι δεν υφίσταται κίνδυνος σοβαρής και ατομικής απειλής για τη ζωή ή την ασφάλεια της αιτήτριας, λόγω αδιάκριτης βίας απλώς και μόνο λόγω της παρουσίας της εκεί. Ως εκ τούτου κρίθηκε ότι η αιτήτρια δεν πληροί τις προϋποθέσεις για καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας. Το περιεχόμενο της υπό αναφορά Έκθεσης-Εισήγησης υιοθέτησε ο αρμόδιος εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός που εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου και απέρριψε το αίτημα της αιτήτριας.
Κατά την συνέντευξη της η Αιτήτρια προσκόμισε τα κάτωθι έγγραφα όπως αυτά αποτυπώθηκαν κατά την εισηγητική έκθεση
1.) Πρωτότυπη βεβαίωση που εκδόθηκε από τη Σχολή Μόδας «Du Jemmam Institute» σχετικά με τη φοίτηση της Αιτήτριας σε μάθημα με σκοπό να σπουδάσει ώστε να γίνει στυλίστρια το Νοέμβριο του 2009 (ερ. 44 του δ.φ.).
2.) Αντίγραφο δελτίου ταυτότητας με αρ. 115299616, που εκδόθηκε στις 01/08/2012 και λήγει στις 01/08/2022 από τη Δημοκρατία του Καμερούν (ερ.9 του δ.φ.).
3.) Αντίγραφο σελίδας εφημερίδας με τίτλο «Presidentielle», που εκδόθηκε στις 04/10/2018, με τίτλο: «Ο αρχηγός της Tonga προσπάθησε να εξαναγκάσει σε γάμο με μια νεαρή στυλίστρια». (ερ. 45 του δ.φ.).
Προχωρώ λοιπόν να εξετάσω κατ’ ουσίαν το αίτημα της Αιτήτριας στα πλαίσια εξέτασης της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, λαμβάνοντας υπόψη το πιο πάνω ιστορικό και όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από τη συνήγορο της, αλλά και από τη συνήγορο που εκπροσωπεί τους καθ’ ων η αίτηση. Με τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό, ο οποίος ορθά έγινε αποδεκτός, δεν θεωρώ αναγκαίο να ασχοληθώ εφόσον ούτως ή άλλως δεν αμφισβητήθηκε.
Ως προς τον δεύτερο ισχυρισμό, θα συμφωνήσω με τα ευρήματα αναξιοπιστίας ως αυτά εντοπίστηκαν από τους καθ’ ων η αίτηση στην Έκθεση-Εισήγησή τους. Διαφαίνεται από το αφήγημά της ότι η αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να προβάλει τον ισχυρισμό της με συνέπεια και λεπτομέρεια, αφού δεν παρουσίασε με τρόπο συνεκτικό και λεπτομερή τα όσα αφορούν τον πυρήνα του αιτήματός της.
Απο τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου, παρατηρώ ότι ο αρμόδιος λειτουργός έθεσε επαρκείς ερωτήσεις στην αιτήτρια ώστε να διευκρινίσει πτυχές της ιστορίας της που ενδεχομένως να προέκυπτε κίνδυνος προσωπικής δίωξής σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής της. Ειδικότερα, οι αποκρίσεις της αιτήτριας ήταν σε μεγάλο βαθμό γενικόλογες και αόριστες, με εμφανή την αδυναμία της αιτήτριας να εξηγήσει με συγκεκριμένο και πειστικό τρόπο τις ασάφειες και ασυνέπειες που προέκυψαν από τα λεγόμενα της.
Ειδικότερα, διαπιστώνονται ουσιώδεις αντιφάσεις στις δηλώσεις της αιτήτριας σε σχέση με καίρια στοιχεία του αφηγήματός της, και δη ως προς το πρόσωπο που φέρεται να πρότεινε τη συμφωνία γάμου μεταξύ του πατέρα της και του αρχηγού του χωριού Tonga. Περαιτέρω, η αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να παράσχει συγκεκριμένες και συνεκτικές πληροφορίες αναφορικά με το περιεχόμενο της εν λόγω συμφωνίας, ούτε ως προς το κατά πόσον ο πατέρας της έλαβε τελικώς την υποσχεθείσα γη, ενώ οι αναφορές της σε τυχόν σχετική ενημέρωση από τη μητέρα και την αδελφή της, με τις οποίες διατηρεί επικοινωνία, παρέμειναν αόριστες και μη πειστικές.
Επιπλέον, η περιγραφή του προσώπου που φέρεται να επεδίωκε τον εξαναγκαστικό της γάμο χαρακτηρίζεται από έλλειψη βασικών ταυτοποιητικών στοιχείων, καθόσον περιορίστηκε σε γενικές αναφορές περί επιρροής και κομματικής ιδιότητας, χωρίς να προσδιορίζει το όνομα, τη θέση ή άλλες ουσιώδεις πληροφορίες. Ομοίως, οι ισχυρισμοί της ως προς τα γεγονότα που φέρεται να έλαβαν χώρα κατά την κηδεία, καθώς και η συνακόλουθη αρπαγή της, αποδίδονται με γενικό και αποσπασματικό τρόπο, χωρίς επαρκή συγκεκριμενοποίηση και συνεκτική αφήγηση, παρά τη σχετική πρόσκληση προς παροχή διευκρινίσεων.
Περαιτέρω, η Αιτήτρια δεν κατόρθωσε να προσδιορίσει κατά προσέγγιση τη διάρκεια της φερόμενης κράτησής της, ούτε να περιγράψει με επάρκεια τον χώρο και τις συνθήκες αυτής, ενώ οι αναφορές της ως προς τη συμπεριφορά της κατά το διάστημα αυτό, καθώς και ως προς τη συνάντησή της με τη μητέρα της, παρέμειναν γενικόλογες. Αντίστοιχα αόριστες κρίνονται και οι δηλώσεις της σχετικά με το περιστατικό κακοποίησης από τον αρχηγό, καθώς και ως προς τον τρόπο διαφυγής της από το νοσοκομείο, δοθέντος ότι δεν παρείχε συγκεκριμένα στοιχεία για πρόσωπα που φέρεται να τη συνέδραμαν ή για τις συνθήκες νοσηλείας και διαφυγής της.
Τέλος, εντοπίζονται πρόσθετες αντιφάσεις στις δηλώσεις της αναφορικά με την προσφυγή σε νομική συνδρομή μετά τα επίμαχα γεγονότα, καθώς και ως προς τους λόγους εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής της, μεταξύ των όσων δήλωσε κατά την υποβολή της αίτησής της και εκείνων που προέβαλε κατά τη συνέντευξή της, γεγονός που πλήττει περαιτέρω τη συνολική αξιοπιστία των ισχυρισμών της.
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, το σύνολο των διαπιστωθεισών, αοριστιών και ελλείψεων ουσιωδών λεπτομερειών οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν είναι εσωτερικά αξιόπιστος. Επιπλέον, παρατηρώ ότι εξέλειπε το στοιχείο της βιωματικότητας, δεδομένου ότι στα περιστατικά που εξιστόρησε η ίδια ήταν παρούσα.
Προκειμένου να διαπιστώσω την εξωτερική αξιοπιστία των ισχυρισμών της αιτήτριας, ανέτρεξα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την επικράτηση της πρακτικής των εξαναγκαστικών γάμων στην χώρα καταγωγής του, όπου σύμφωνα με έκθεση της USDOS (2024) αναφέρεται ότι οι πρώιμοι και αναγκαστικοί γάμοι, καθώς και οι καταχρηστικοί «προσωρινοί γάμοι» — κατά τους οποίους τα ζευγάρια συμφωνούσαν να είναι παντρεμένα για καθορισμένα χρονικά διαστήματα και οι οποίοι χρησιμοποιούνταν για να συγκαλύπτουν την παιδική πορνεία και την καταναγκαστική εργασία — ήταν συχνότεροι στο βόρειο τμήμα της χώρας και σε ορισμένες περιοχές της Δυτικής Περιφέρειας, ιδίως στο Διαμέρισμα Noun.[1]
Έκθεση του International Rescue Committee (2023), η οποία εστιάζει σε έλεγχο ασφάλειας για την έμφυλη βία (GBV safety audit) σε κοινότητες των Βορειοδυτικών και Νοτιοδυτικών περιοχών του Καμερούν που πλήττονται από τη σύγκρουση, ότι ο καταναγκαστικός γάμος αναφέρεται ως ζήτημα ασφάλειας που επηρεάζει γυναίκες και κορίτσια. Η έκθεση επισημαίνει ότι τα περιστατικά είναι συχνότερα στη Νοτιοδυτική περιοχή, ιδίως μεταξύ παιδιών και εφήβων, γεγονός που αποδίδεται, μεταξύ άλλων, στη μείωση των διαθέσιμων πόρων και σε στρατηγικές επιβίωσης οικογενειών στο πλαίσιο της κρίσης.[2]
Σύμφωνα με τις αρχές του Καμερούν, όπως αναφέρει το Voice of America (VOA), 6 στα 10 κορίτσια αναγκάζονται να παντρευτούν πριν φτάσουν τα 16 τους χρόνια στις μουσουλμανικές κοινότητες, και στη χώρα συνολικά σχεδόν το ένα τρίτο των κοριτσιών έχουν τελέσει γάμο πριν φτάσουν 18 ετών. Τον Ιούλιο του 2020, 300 ανύπαντρες μητέρες στο δυτικό Καμερούν βγήκαν στους δρόμους για να διαμαρτυρηθούν για την πρακτική του καταναγκαστικού γάμου. Οι περισσότερες διαδηλώτριες είχαν παντρευτεί άγνωστους άνδρες σε ηλικία 14 ετών και μερικές αποφάσισαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους με τα μωρά τους αφού οι σύζυγοί τους έφεραν στο σπίτι άλλες συζύγους.[3]
Έκθεση του Refugee Documentation Centre, η οποία επικαλείται πλήθος πηγών, αναφέρει ότι στο Καμερούν, ο αναγκαστικός γάμος είναι στην πραγματικότητα παράνομος. Ο ποινικός κώδικας αναφέρει επίσης ότι ο γάμος πρέπει να περιλαμβάνει τη συγκατάθεση και των δύο μερών και πρέπει να αναγνωρίζεται από επίσημο πιστοποιητικό. Στην πράξη, ωστόσο, ο νόμος δεν προστατεύει τις περισσότερες γυναίκες. Ενώ τα κορίτσια εξαναγκάζονται σε αυτούς τους γάμους, οι οποίοι είναι μερικές φορές καταχρηστικοί και κακοποιητικοί γάμοι, δεν γνωρίζουν ποια νομική προστασία προσφέρει το κράτος. Βασικά, αυτοί οι καταναγκαστικοί γάμοι ακολουθούν εθιμικούς κανόνες που καταλήγουν να είναι καταπιεστικοί για τις γυναίκες, οι οποίες είτε αναγκάζονται να πληρώσουν τη προίκα είτε εκδιώκονται μαζί με τα παιδιά τους μετά το θάνατο του συζύγου τους.[4]
Σχετικά με το αντίγραφο εφημερίδας με το όνομα «presidentielle» που προσκόμισε η Αιτήτρια αυτό αναφέρει την ιστορία μιας γυναίκας από το Καμερούν, της Mbuemi Lilianne Silavie, η οποία υπήρξε θύμα εξαναγκαστικού γάμου από τον τοπικό αρχηγό του χωριού Tonga στη Δυτική Περιφέρεια. Αναφέρει ότι η νεαρή γυναίκα, κομμώτρια από τη Douala, μετέβη στο χωριό για να παραστεί σε κηδεία, όπου ο αρχηγός αποφάσισε να την παντρευτεί με τη βία και να την καταστήσει 13η σύζυγό του. Δόθηκαν εντολές να μην της επιτραπεί η επιστροφή στη Douala και φέρεται να κρατήθηκε σε μικρό χώρο. Το άρθρο συνεχίζει ότι, σύμφωνα με πληροφόρηση που έλαβαν, η ανωτέρω δεν είχε επιρροή ούτε δυνατότητα αντίδρασης, καθώς ο αρχηγός θεωρείται ισχυρός και με διασυνδέσεις στην κυβέρνηση. Τελικώς, η νεαρή γυναίκα προσποιήθηκε ότι αποδέχεται τον γάμο (“epouser la combine du chef” ) μέχρι να καταφέρει να διαφύγει από το δωμάτιο που την κρατούσαν και να επιστρέψει στη Douala για να συναντήσει την κόρη της και στη συνέχεια να εγκαταλείψει τη χώρα. Η υπόθεση παρουσιάζεται ως ενδεικτική των πρακτικών εξαναγκαστικών γάμων στο Καμερούν και της ανεπαρκούς προστασίας των γυναικών. Κατόπιν έρευνας σε διαθέσιμες ανοιχτές πηγές, βάσεων νομικών δεδομένων και μηχανών αναζήτησης, δεν κατέστη δυνατός ο εντοπισμός της ανωτέρω εφημερίδας, ούτε του επίμαχου άρθρου.
Κατόπιν των ανωτέρω, προκύπτει πως τα όσα ισχυρίζεται η αιτήτρια , υποστηρίζονται σε ένα βαθμό από τις πηγές πληροφόρησης αλλά αυτό δεν είναι αρκετό για να κριθούν αξιόπιστοι οι ισχυρισμοί της, εφόσον πρέπει να τεκμηριώνεται και η εσωτερική αξιοπιστία των δηλώσεών της. Ούτως ή άλλως τα ζητήματα που θέτει η αιτήτρια είναι εντελώς προσωπικής φύσεως και δεν δύναται να διασταυρωθούν από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης που αφορούν τη χώρα καταγωγής της. Κατά συνέπεια, με δεδομένο ότι η αιτήτρια δεν κατάφερε να τεκμηριώσει τους ισχυρισμούς της, εφόσον προέβη σε αοριστίες και γενικολογίες κατά το αφήγημά της, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός.
Το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 προβλέπει πως (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου): «Ως πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο που, λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγενείας του και δεν είναι σε θέση, ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής [.]».
Είναι ξεκάθαρο τόσο από το άρθρο 3 του Ν.6(Ι)/2000, όσο και από το άρθρο 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων, πως για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό, όσο και το αντικειμενικό στοιχείο, πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση (Βλ. σχ. παρ.37 και 38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών).
Ως νομολογιακά έχει κριθεί, γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί, καθώς και ισχυρισμοί για κίνδυνο ζωής χωρίς στοιχειοθετημένες και τεκμηριωμένες αναφορές, δεν θεμελιώνουν βάσιμο φόβο δίωξης ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, ώστε να ισοδυναμεί με εκείνη της προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση και δεν στοιχειοθετεί περιστάσεις, οι οποίες λαμβανομένης υπόψη της εξατομικευμένης κατάστασης της αιτήτριας να συνιστούν απειλή έτσι ώστε ευλόγως να δύναται να θεωρηθεί ότι η αιτήτρια έχει βάσιμο φόβο δίωξης (βλ. απόφασή στην υπόθεση υπ' αριθμόν 121/20, A.S.R. v. Κυπριακή Δημοκρατία, ημερομηνίας 31/7/2020).
Αδιαμφισβήτητα όπως προκύπτει από το άρθρο 18 (5) του περί Προσφύγων Νόμου (Ν. 6 (Ι)/2000), ο αιτητής που επιθυμεί την υπαγωγή του στο ειδικό προστατευτικό καθεστώς της Σύμβασης, οφείλει να εκθέσει στη διοίκηση με στοιχειώδη σαφήνεια, τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά τα οποία του προκαλούν, κατά τρόπο αντικειμενικό, δικαιολογημένο φόβο δίωξης στη χώρα καταγωγής του.
Βάσει της ανωτέρω ανάλυσης στο σύνολό της, κρίνω ότι δεν υπάρχει κάποιος βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης της αιτήτριας σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της. Κατά συνέπεια, προκύπτει πως ορθά αποφασίστηκε από την Υπηρεσία Ασύλου, ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπο της αιτήτριας εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που στοιχειοθετούν δικαιολογημένο φόβο δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 3(1) του Περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000.
Όπως προκύπτει από τα στοιχεία που έχω αναλύσει ανωτέρω, ορθά κρίθηκε από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου ότι δεν στοιχειοθετούνται ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 του Ν. 6(Ι)/2000, για να παρασχεθεί στην αιτήτρια το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αναφορικά με τον κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής της.
Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1), του Ν. 6(Ι)/2000, «ουσιώδεις λόγοι». Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19, του Ν. 6 (Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής ή εκτέλεσης βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (Βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015), ECLI:CY:AD:2015:D619.
Ο αρμόδιος λειτουργός, διεξήγαγε έρευνα για την κατάσταση ασφαλείας στον τόπο διαμονής της αιτήτριας, από την οποία προέκυψε ότι δεν υφίστατο εύλογη πιθανότητα η αιτήτρια να αντιμετώπιζε δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης. Ως εκ τούτου, κρίθηκε πως δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για παραχώρηση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας. Σε κάθε περίπτωση, διεξήγαγα περαιτέρω έρευνα σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής της αιτήτριας, σε πρόσφατες πηγές πληροφόρησης, στα πλαίσια βεβαίως της ex nunc δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου και προς εκπλήρωση της υποχρέωσης του Δικαστηρίου για έλεγχο της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.
Θεωρώ αναγκαίο να προβώ σε ανάλυση των δεδομένων και στοιχείων που προκύπτουν από πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής της αιτήτριας, προκειμένου να διερευνηθεί η υφιστάμενη κατάσταση ασφαλείας που επικρατεί σήμερα στη χώρα καταγωγής της και ειδικότερα στην περιοχή συνήθους διαμονής της. Αναφορικά με την γενικότερη κατάσταση ασφαλείας στο Καμερούν, το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ σε έκθεση αναφορικά με τις εξελίξεις στην κατάσταση ασφαλείας στην Κεντρική Αφρική, η οποία δημοσιεύτηκε στις 31 Μαΐου 2023 σημειώνει ότι στις Βορειοδυτικές και Νοτιοδυτικές Περιφέρειες του Καμερούν, συνέχισαν οι αναφορές και καταγγελίες για παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που διαπράχτηκαν από δυνάμεις ασφαλείας και άμυνας και ένοπλες αυτονομιστικές ομάδες εναντίον αμάχων, συμπεριλαμβανομένων των δολοφονιών και της καταστροφής περιουσίας. Επιπλέον, η αναγκαστική απαγόρευση κυκλοφορίας, η χρήση αυτοσχέδιων εκρηκτικών μηχανισμών και η απαγωγή αμάχων από ένοπλες ομάδες περιόρισαν την διανομή της απαραίτητης ανθρωπιστικής βοήθειας.[5]
Σύμφωνα με πρόσφατη ανάλυση για την χώρα στην ιστοσελίδα του ACAPS της χώρας αναφέρεται πως το Καμερούν βιώνει διάφορες κρίσεις στην χώρα. Οι μακροχρόνιες δυσαρέσκειες της αγγλόφωνης κοινότητας στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές, μετά από δεκαετίες περιθωριοποίησης των μειονοτικών αγγλόφωνων περιοχών από τη γαλλόφωνη Κυβέρνηση, κλιμακώθηκαν σε εκτεταμένες διαμαρτυρίες και απεργίες στα τέλη του 2016. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την εμφάνιση διαφορετικών αυτονομιστικών να φωνάζουν/διαδηλώνουν υπέρ της αυτοαποκαλούμενης Δημοκρατίας της Ambazonias στα βορειοδυτικά και νοτιοδυτικά. Οι συγκρούσεις μεταξύ του στρατού και των αυτονομιστικών δυνάμεων έχουν εντείνει την ανασφάλεια στις ανωτέρω περιοχές, οδηγώντας 638.400 ανθρώπους σε εκτοπισμό στο εσωτερικό της χώρας και 64.000 σε αναζήτηση καταφυγίου στη γειτονική Νιγηρία μέχρι τις 9 Φεβρουαρίου 2024. Επίσης, η εξέγερση της Boko Haram στα βορειοανατολικά της Νιγηρίας έχει επίσης εξαπλωθεί στην περιοχή του Άπω Βορρά (extreme Nord), όπου 120.869 Νιγηριανοί πρόσφυγες έχουν καταφύγει στον Άπω Βορρά του Καμερούν, ενώ η βία από την Boko Haram και το Ισλαμικό Κράτος έχει εκτοπίσει εσωτερικά περισσότερους από 453.600 ανθρώπους.[6]
Έκθεση της Διεθνούς Αμνηστίας, η οποία καλύπτει το έτος 2024, αναφέρει πως ενόψει των προεδρικών εκλογών του 2025, οι πολιτικές εντάσεις κλιμακώθηκαν και οι ένοπλες συγκρούσεις και η βία συνεχίστηκαν στις περιοχές του Άπω Βορρά, Βορειοδυτικού και Νοτιοδυτικού Καμερούν.[7] Επισημαίνεται ωστόσο ότι η Douala (περιφέρεια Littoral), η οποία αποτελεί τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής της αιτήτριας , δεν περιλαμβάνεται στις επηρεαζόμενες ως άνω περιφέρειες.
Σύμφωνα με δεδομένα της βάσης δεδομένων ACLED για το τελευταίο έτος (καταγράφηκαν στην περιφέρεια Littoral του Καμερούν 11 περιστατικά πολιτικής βίας (“Political violence”, που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 12 θάνατοι. Εξ αυτών, καταγράφηκαν 5 περιστατικά στην πόλη Douala, τα οποία είχαν 11 απώλειες ανθρώπινων ζωών.[8] Επισημαίνεται πως ο πληθυσμός της περιφέρειας Littoral εκτιμάται στους 3.355.000 κατοίκους[9] και ο πληθυσμός της Douala εκτιμάται στους 2.768.400 σύμφωνα με εκτίμηση του 2015.[10] Από τα ανωτέρω συμπεραίνεται πως η κατάσταση ασφαλείας στην περιφέρεια Littoral και στην πόλη Douala είναι σταθερή με ένα χαμηλό αριθμό περιστατικών ασφαλείας.
Από τις ανωτέρω πληροφορίες προκύπτει ότι δεν υπάρχουν συνθήκες αδιάκριτης βίας ή ενόπλου συρράξεως στην περιοχή που θα μπορούσαν να θέσουν υπό απειλή τη ζωή ενός πολίτη από μόνη την παρουσία του στην εν λόγω περιοχή, υπό την έννοια του άρθρου 15 (γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ. Ως προς το προφίλ της Αιτήτριας, διαφαίνεται πως αυτή είναι νέα, υγιής, γυναίκα, η οποία ομιλεί την γαλλική γλώσσα, μητέρα δύο ανήλικων τέκνων στην Κύπρο και ενός τέκνου στο Καμερούν, άγαμη, με βασικό μορφωτικό επίπεδο, διαθέτουσα εργασιακή προϋπηρεσία στην χώρα καταγωγής της ( ως μοδίστρας αρχικά στο σπίτι της και μετά στο δικό της κατάστημα), με υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα καταγωγής της (την μητέρα, το τέκνο της και τα αδέλφια της).
Επιπρόσθετα, η αιτήτρια είναι μητέρα δύο ανήλικων τέκνων που γεννήθηκαν στην Κυπριακή Δημοκρατία και που ο πατέρας των τέκνων της τους είχε εγκαταλείψει. Η αιτήτρια ισχυρίζεται πως σε περίπτωση επιστροφής τους στο Καμερούν υπάρχει κίνδυνος να υποστεί κακομεταχείριση ως γυναίκα μόνη, μητέρα δύο ανήλικων τέκνων γεννηθέντων εκτός γάμου. Προτού ασχοληθώ με την ύπαρξη των ανήλικων τέκνων που γεννήθηκαν εκτός γάμου θα πρέπει να αναφέρω πως διεξήγαγα έρευνα σε πηγές πληροφόρησης για τη χώρα καταγωγής της αιτήτριας σε σχέση με τις συνθήκες που επικρατούν στο Καμερούν για τις ανύπανδρες γυναίκες με παιδιά εκτός γάμου. Η αιτήτρια δεν εξειδικεύει τον ισχυρισμό αυτό, ούτε τον συνδέει με το αίτημα για διεθνή προστασία.
Έκθεση του Συμβουλίου Μεταναστών και Προσφύγων του Καναδά σχετικά με τις συνθήκες των γυναικών που ηγούνται ενός νοικοκυριού, και ειδικότερα στην Yaoundé και Douala, καταγράφει σχετικά με την πρόσβαση των γυναικών στην εργασία «πως οι γυναίκες χωρίς γνώση γαλλικών και ενός σχετικού κοινωνικού δικτύου είναι δύσκολο να εξεύρουν εργασία στον επίσημο τομέα απασχόλησης, ενώ είναι ευκολότερο για τις γυναίκες που γνωρίζουν άτομα στο τομέα απασχόλησης τους να βρουν εργασία. Μάλιστα, όσο πιο «επίσημη» είναι η θέση εργασίας, τόσο πιο απαραίτητη είναι η γνώση των γαλλικών. Επίσης, οι γυναίκες με προηγούμενη εργασιακή εμπειρία βρίσκονται σε ευνοϊκότερη θέση κατά την αναζήτηση εργασίας. Επιπλέον, όσες ήταν προηγουμένως αυτοαπασχολούμενες (όπως κομμώτριες, μικροέμποροι) μπορούν πιο εύκολα να ξεκινήσουν μια νέα επιχείρηση στην πόλη, αφού χρειάζονται «μικρό» κεφάλαιο εκκίνησης και έχουν ήδη τα απαραίτητα εργαλεία[11]. Έτερη απόκριση της ανωτέρω πηγής αναφέρει πως είναι δυνατόν ανύπαντρες γυναίκες να ζήσουν μόνες τους στις μεγάλες πόλεις της Yaoundé και Douala εφόσον έχουν τους απαραίτητους πόρους και σημειώνεται πως το είδος της εργασίας που θα εξεύρουν εξαρτάται από τον βαθμό της εκπαίδευσης που κατέχουν. Είναι πιθανό οι μη έγγαμες γυναίκες που ζουν μόνες τους να αποκτήσουν μια αρνητική/κακή φήμη καθώς σύμφωνα με την παράδοση στο Καμερούν οι γυναίκες ζουν με τους γονείς τους μέχρι να παντρευτούν[12]. Επίσης, διεθνείς πηγές σημειώνουν πως πολλές μόνες γυναίκες στις πόλεις Yaoundé και Douala και σε μεγάλο βαθμό πολλές εκτοπισθείσες μόνες γυναίκες στις ανωτέρω πόλεις καταφεύγουν στην πορνεία εξαιτίας της αδυναμίας τους να βρουν πόρους για να επιβιώσουν[13].
Επομένως, από τις πηγές πληροφόρησης προκύπτει πως η αιτήτρια που γνωρίζει τη γαλλική γλώσσα, έχει ικανοποιητικό μορφωτικό επίπεδο και προηγούμενη εργασιακή εμπειρία και θα μπορεί να ζήσει μόνη της στη Douala ακόμα και ως ανύπανδρη μητέρα. Το γεγονός αυτό δεν θα της δημιουργήσει οποιοδήποτε πρόβλημα από μόνο του, εφόσον διαφαίνεται πως η αιτήτρια έχει το υπόβαθρό για να ζήσει αξιοπρεπώς στη χώρα της με τα παιδιά της. Στη βάση της προηγούμενης ανάλυσης προκύπτει πως σε περίπτωση επιστροφής της, η αιτήτρια θα βρεθεί σε ένα οικείο περιβάλλον και θα έχει τη στήριξη της οικογένειάς της.
Σε σχέση με τα ανήλικα τέκνα της αιτήτριας θα πρέπει να αναφερθεί πως δεν είναι διάδικοι στη δικαστική διαδικασία και πως πρέπει να ληφθούν υπόψη μόνο στα πλαίσια αξιολόγησης του προφίλ της αιτήτριας. Επιπρόσθετα, θα πρέπει να επισημάνω πως η αιτήτρια δεν εξέφρασε οποιοδήποτε κίνδυνο ή φόβο για τα ανήλικα τέκνα της σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της και δεν έχει αποδείξει οποιοδήποτε δεσμό των ανήλικων τέκνων της με την Κυπριακή Δημοκρατία, τα οποία γεννήθηκαν το ένα την 1/11/2024, δηλαδή είναι ενός έτους και πέντε μηνών και το άλλο στις 14/3/2023 δηλαδή είναι τριών ετών. Θα πρέπει πρόσθετα να αναφερθεί πως δόθηκε η ευκαιρία στην αιτήτρια ενώπιον του Δικαστηρίου να επιχειρηματολογήσει για το ζήτημα αυτό και να αναφέρει όσα η ίδια επιθυμούσε επί τούτου.
Σε σχέση με τον ισχυρισμό για τα ανήλικα τέκνα της αιτήτριας θα πρέπει να αναφερθεί πως η εκπαίδευση στο Καμερούν παραμένει ένας τομέας σε κρίση, καθώς τα σχολεία συνεχίζουν να δέχονται επιθέσεις σε πολλές περιοχές της χώρας, κυρίως στη βορειοδυτική και η νοτιοδυτική περιοχή ενώ πάνω από 1,4 εκατομμύρια παιδιά συνωστίζονται σε κακοσυντηρημένες και υπερπλήρεις αίθουσες διδασκαλίας.[14] Σύμφωνα με έκθεση της Unicef του 2024, στις Βορειοδυτικές (ΒΔ) και Νοτιοδυτικές (ΝΔ) περιοχές, η κατάσταση ασφαλείας παρέμεινε ασταθής το 2024.[15] Οι επιθέσεις στην εκπαίδευση συνεχίστηκαν, με τους εκπαιδευτικούς και τους μαθητές να πέφτουν θύματα απαγωγών και να λαμβάνουν πυρπολήσεις σχολικών κτιρίων.[16] Άρθρο στο Norwegian Refugee Council αναφέρει πως στις περιοχές του Βορειοδυτικού και Νοτιοδυτικού Καμερούν, το 41% των σχολείων και των κοινοτικών χώρων μάθησης έχουν κλείσει, δηλαδή συνολικά 6.970 εκπαιδευτικές δομές.[17]
Επίσης, την 21η Μαρτίου 2025, η UNICEF Καμερούν σε συνεργασία με το ίδρυμα MTN εγκαινίασε το «Connect My School» e‑container στο Δημοτικό Σχολείο Bilongue της Douala. Ο χώρος εξοπλίστηκε με υπολογιστές, διαδραστικούς πίνακες, και σύνδεση στο διαδίκτυο, και έχει σχεδιαστεί για να εξυπηρετεί 1.200 μαθητές ηλικίας 6–14 ετών και περίπου 20 εκπαιδευτικούς, οι οποίοι έχουν ήδη λάβει εκπαίδευση στις βασικές δεξιότητες πληροφορικής(ICT).[18]
Περαιτέρω, στην ετήσια έκθεση της Unicef του 2023, καταγράφεται ότι για να διασφαλιστεί ότι κάθε παιδί έχει πρόσβαση στην εκπαίδευση, η UNICEF έδωσε προτεραιότητα στην εφαρμογή των δεσμεύσεων που ανέλαβε η κυβέρνηση κατά τη διάρκεια της Συνόδου Κορυφής για τον Μετασχηματισμό της Εκπαίδευσης που πραγματοποιήθηκε στη Νέα Υόρκη το 2022. Σε συνεργασία με άλλους σημαντικούς ενδιαφερόμενους φορείς, ιδίως την UNESCO, την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, το WFP και την Παγκόσμια Τράπεζα, η UNICEF παρείχε πολυδύναμη υποστήριξη για την προετοιμασία των μεταρρυθμίσεων διαρθρωτικής πολιτικής. Η στρατηγική του τομέα εκπαίδευσης και κατάρτισης του Καμερούν αναθεωρήθηκε και ευθυγραμμίστηκε με το μακροπρόθεσμο όραμα για το εκπαιδευτικό σύστημα του Καμερούν. Η UNICEF υποστήριξε τη σύνταξη του εθνικού σχεδίου για την εκπαίδευση χωρίς αποκλεισμούς στρατηγικής. Σε ανταπόκριση στην υψηλού επιπέδου συνηγορία των μελών της τοπικής ομάδας για την εκπαίδευση υπό την ηγεσία της UNICEF, η κυβέρνηση αποφάσισε να προσλάβει 3.000 εκπαιδευτικούς πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης στο πλαίσιο του δημόσιου προϋπολογισμού του 2024 (με αναλογία 1:60 μαθητές). Αυτό θα ωφελήσει άμεσα 180.000 παιδιά της ηλικίας δημοτικού σχολείου.[19]
Περαιτέρω, σύμφωνα με δημοσίευμα του International Plan, το πρόγραμμα επιτάχυνσης της εκπαίδευσης έχει αποδειχθεί ανεκτίμητο στο να παρέχει σε παιδιά και νέους μια δεύτερη ευκαιρία στην εκπαίδευση. Προκειμένου να προωθηθεί η ασφαλής πρόσβαση των παιδιών σε ποιοτική εκπαίδευση, στο πλαίσιο του έργου αναλήφθηκε μια σειρά δραστηριοτήτων σε κοινοπραξία με το Νορβηγικό Συμβούλιο Προσφύγων. Αυτές περιλαμβάνουν εκστρατείες ευαισθητοποίησης για τη δέσμευση της κοινότητας στο πρόγραμμα, την κατασκευή ενός χώρου προσωρινής μάθησης και τη διοργάνωση εκστρατειών "Επιστροφή στο σχολείο" και "Μείνετε στο σχολείο". Έχει επίσης συμμετάσχει στη διανομή σχολικών και διδακτικών πακέτων, στην πρόσληψη, κατάρτιση και παρακίνηση κοινοτικών ηγετών και παρατηρητών. Έχει επίσης αναληφθεί η ανάπτυξη ικανοτήτων για τους εκπαιδευτικούς του επίσημου τομέα, ώστε να διασφαλιστεί ότι οι μαθητές λαμβάνουν ποιοτική εκπαίδευση.[20]
Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα ανωτέρω παρατέθηκαν και το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι ορθώς κρίθηκε επί της ουσίας ότι η αιτήτρια δεν κατάφερε να αποδείξει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της στο καθεστώς του πρόσφυγα ή για την παραχώρηση σε αυτήν συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει των προνοιών του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 και της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων.
Κατά πάγια νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου, δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (Βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447). Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (Βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Τουσούνα ν. Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2 Α.Α.Δ. 120). Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (Βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για επαρκή και/ή δέουσα έρευνα.
Οι καθ’ ων η αίτηση συνεκτίμησαν και αξιολόγησαν όλα τα στοιχεία που είχαν ενώπιον τους προτού καταλήξουν στην προσβαλλόμενη απόφαση και ενόψει των ισχυρισμών που πρόβαλε η αιτήτρια, προέβησαν στη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα. Από τα στοιχεία του φακέλου που έχω ενώπιον μου, μπορεί να λεχθεί ότι αυτά βρίσκονται αναπόφευκτα πίσω από την προσβαλλόμενη απόφαση και ούτως ή άλλως διαφαίνεται η αιτιολογία της απόφασης και από το κείμενό της (Ηλιόπουλος ν. Α.Η.Κ., Α.Ε. 2452, ημερομηνίας 21.7.2000, Χρυστάλλα Συμεωνίδου κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Προσφυγή αρ. 911/93 κ.α., ημερ. 18.4.97). Από όσα έχω επεξηγήσει ανωτέρω προκύπτει ότι, το αρμόδιο όργανο έλαβε δεόντως και επαρκώς αιτιολογημένη απόφαση. Συνεπώς, οι ισχυρισμοί της ευπαίδευτης συνηγόρου της αιτήτριας περί έλλειψης δέουσας έρευνας και αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου απορρίπτονται στο σύνολό τους.
Η συνήγορος της αιτήτριας ισχυρίστηκε μέσω της Γραπτής Απαντητικής της αγόρευσης πως δεν λήφθηκε υπόψη από τους Καθ’ων η αίτηση ότι υπήρξε θύμα έμφυλης βίας στη χώρα καταγωγής της και ως εκ τούτου, δεν έτυχε των προβλεπόμενων για τα ευάλωτα πρόσωπα διαδικαστικών εγγυήσεων. Επιπλέον, επισημαίνει ότι, παρότι η ευαλωτότητα της διαπιστώθηκε κατά τη συνέντευξη, επειδή βρισκόταν στον πρώτο μήνα της εγκυμοσύνης της ο αρμόδιος λειτουργός περιορίστηκε σε γενικές ερωτήσεις σχετικά με τη συναισθηματική και ψυχική της κατάσταση, οι οποίες δεν συνιστούν επαρκείς διαδικαστικές εγγυήσεις.
Θα πρέπει να αναφέρω πως ο ισχυρισμός αυτός δεν δικογραφείται στην αίτηση ακυρώσεως της συνηγόρου της αιτήτριας, εφόσον σύμφωνα με τον Κανονισμός 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, προβλέπεται ότι (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):
«7. Έκαστος διάδικος δέον δια των εγγράφων προτάσεων αυτού να εκθέτη τα νομικά σημεία επί των οποίων στηρίζεται, αιτιολογών συγχρόνως ταύτα πλήρως. Διάδικος εμφανιζόμενος άνευ συνηγόρου δεν υποχρεούται εις συμμόρφωσιν προς τον κανονισμόν τούτον.»
Στην απόφαση Δημοκρατία ν. Κουκκουρή (1993) 3 ΑΑΔ 598, καθορίστηκε πως οι αγορεύσεις συγκεκριμενοποιούν τα επίδικα και/ή υπό συζήτηση θέματα και αναφέρθηκαν τα εξής (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):
«(1) Ο εξεταστικός χαρακτήρας της διαδικασίας κάτω από το Άρθρο 146 αμβλύνει μεν το στοιχείο της αντιπαράθεσης που ενυπάρχει στους δικονομικούς θεσμούς (προσαρμοσμένους στην πολιτική δίκη), δεν καταργεί όμως τη δικογραφία ως το μέσο προσδιορισμού των επιδίκων θεμάτων. Οι τελικές αγορεύσεις που υποβάλλονται μετά την επιθεώρηση των φακέλων εξειδικεύουν και συγκεκριμενοποιούν τα επίδικα θέματα (που προσδιορίζονται στην αίτηση) που καλείται το δικαστήριο να επιλύσει.».
Η ενασχόληση του Δικαστηρίου με οποιοδήποτε από τους προβαλλόμενους αόριστα νομικούς ισχυρισμούς θα συνεπαγόταν την καταστρατήγηση των δικονομικών διατάξεων και τη σημασία που έχουν στον καθορισμό επίδικων θεμάτων. Η συνήγορος της αιτήτριας δεν παράθεσε με λεπτομέρεια, ακρίβεια και καθαρότητα τον προβαλλόμενο ισχυρισμό στην αίτηση ακυρώσεως, ούτε προέβηκε στα απαραίτητα διαβήματα για να μπορούσαν να συζητηθούν και ως εκ τούτου, απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Παρόλα αυτά θα προχωρήσω να επισημάνω κάποια ζητήματα. Θα πρέπει βέβαια να αναφέρω πως από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου προκύπτει πως η αιτήτρια ήταν στο πρώτο μήνα της εγκυμοσύνης της κατά τη διεξαγωγή της συνέντευξης και πως ο αρμόδιος λειτουργός επικοινώνησε μαζί της για να προγραμματίσουν τη συνέντευξη όπου της παρείχε τις απαραίτητες πληροφορίες και τον ενημέρωσε ότι βρίσκεται στις αρχές της εγκυμοσύνης της και ότι νιώθει άνετα να ξεκινήσει η συνέντευξής της (ερυθρό 38, του διοικητικού φακέλου). Πρόσθετα, στην αρχή της συνέντευξης ο αρμόδιος λειτουργός ενημέρωσε την αιτήτρια πως σε περίπτωση που νιώσει κουρασμένη και/ή αδιάθετη ότι έχει το δικαίωμα να ζητήσει διάλειμμα (ερυθρό 72, του διοικητικού φακέλου). Επιπλέον ρωτήθηκε αν βρίσκεται σε καλή κατάσταση προκειμένου να διεκπεραιώσει τη συνέντευξη και η ίδια απάντησε θετικά και δήλωσε πως βρίσκεται στον πρώτο μήνα της εγκυμοσύνης της.
Από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου δεν προκύπτει ότι συνέτρεχε περίπτωση ευαλωτότητας της αιτήτριας που να επηρέαζε την ικανότητά της να συμμετάσχει στη διαδικασία συνέντευξης ή να απαιτούσε ειδική διαδικαστική μεταχείριση. Ειδικότερα, μολονότι προβάλλεται ότι η αιτήτρια ήταν εγκυμονούσα, δεν προκύπτει ότι προσκομίστηκε οποιοδήποτε ιατρικό ή άλλο αποδεικτικό στοιχείο από το οποίο να συνάγεται ότι η κατάσταση της υγείας της ή η εγκυμοσύνη της επηρέαζε την ικανότητά της να υποβληθεί σε συνέντευξη ή να διατυπώσει τους ισχυρισμούς της, εφόσον και η ίδια αποδέχτηκε να υποβληθεί σε συνέντευξη και δήλωσε ότι δεν νιώθει οποιαδήποτε δυσκολία. Να σημειωθεί πως τη συγκεκριμένη στιγμή της συνέντευξης ούτε πιστοποιητικό δόθηκε στο αρμόδιο όργανο ότι η αιτήτρια εγκυμονούσε, απλά ανέφερε ότι διανύει τον πρώτο μήνα της εγκυμοσύνης της.
Περαιτέρω, από τον φάκελο της υπόθεσης δεν προκύπτει ότι η αιτήτρια υπέβαλε στοιχεία ή προέβαλε συγκεκριμένους ισχυρισμούς που να καθιστούν αναγκαία ενεργοποίηση ειδικής διαδικασίας. Δεν προκύπτει ότι η αιτήτρια αντιμετώπισε δυσχέρειες κατά τη διενέργεια της συνέντευξης ή ότι αδυνατούσε να κατανοήσει τις ερωτήσεις και να εκθέσει τους ισχυρισμούς της, ούτε ότι υπήρξε αίτημα αναβολής, διακοπής ή λήψης ειδικών μέτρων.
Ακόμη όμως και να υπήρχε οποιοδήποτε ζήτημα σε σχέση με τα επικαλούμενα ταύματα, η αιτήτρια στην ενώπιον μου διαδικασία είχε τη δυνατότητα να προσκομήσει οτιδήποτε η ίδια επιθυμούσε και θα μπορούσε να εξεταστεί από το Δικαστήριο ακριβώς λόγο της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Η αιτήτρια ρωτήθηκε στη συνέντευξη για το αν αντιμετώπιζε οποιαδήποτε δυσκολία και δήλωσε πως μπορούσε να διεκπεραιωθεί κανονικά η συνέντευξη και ούτε και σήμερα η αιτήτρια προσκόμισε οποιοδήποτε στοιχείο για να αποδείξει ότι δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στη διαδικασία της συνέντευξης. Τα όσα δε ισχυρίζεται περί απώλειας μνήμης τραυμάτων και κακομεταχείρισης, είναι ισχυρισμοί οι οποίοι δεν έγιναν αποδεκτοί από την Υπηρεσία Ασύλου ως έχω αναφέρει στα πλαίσια εξέτασης του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού, ούτε έχει προσκομίσει στοιχεία που να τεκμηριώνουν τέτοιους ισχυρισμούς. Κατά συνέπεια ο προαναφερόμενος ισχυρισμός δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτός, εφόσον οτιδήποτε αφορούσε την κατάστασή της αλλά και τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης θα μπορούσαν να τεθούν ενώπιον μου προς εξέταση.
Επιπρόσθετα, από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου δεν αποδεικνύεται ότι μπορεί να οδηγηθεί σε ακύρωση η απόφαση επιστροφής, ως ο ισχυρισμός της συνηγόρου της και η αιτήτρια δεν προσκόμισε στοιχεία, ούτε πρόβαλε ισχυρισμούς από τους οποίους να διαφαίνεται ότι το αρμόδιο όργανο αποφάσισε με τρόπο που αντιβαίνει την αρχή της μη επαναπροώθησης, όπως προβλέπεται στο άρθρο 3 της ΕΣΔΑ και στο άρθρο 19 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ. Κατά συνέπεια ο προαναφερόμενος νομικό ισχυρισμός απορρίπτεται στο σύνολό του.
Από τις προσωπικές περιστάσεις της Αιτήτριας, θεωρώ ότι δεν εγείρονται ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι η αιτήτρια και τα παιδιά της θα διατρέξουν κίνδυνο να υποστούν σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής τους στη χώρα καταγωγής τους. Η αιτήτρια δεν έχει θέσει οποιαδήποτε ατομικά χαρακτηριστικά στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία, που να υποδηλώνουν ότι μπορεί να έχει τεθεί με οποιονδήποτε τρόπο σε δυσμενή θέση ή σε κίνδυνο δίωξης ή βλάβης.
Με βάση λοιπόν το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι το αίτημα της αιτήτριας εξετάστηκε με επάρκεια και επιμέλεια και υπήρξε επαρκής αιτιολόγηση της προσβαλλόμενης απόφασης εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου. Το περιεχόμενο της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία συμπληρώνεται από την αιτιολογημένη Έκθεση-Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου, στην οποία εκτίθενται λεπτομερώς οι λόγοι της απόρριψης του αιτήματος, αποκαλύπτει ότι η απόφασή της είναι απόλυτα ορθή και στα πλαίσια της σχετικής νομοθεσίας.
Η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με έξοδα €1000 υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας.
Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] USDOS - US Department of State: 2023 Country Report on Human Rights Practices: Cameroon, 23 April 2024, https://www.state.gov/reports/2023-country-reports-on-human-rights-practices/cameroon/
[2] IRC - International Rescue Committee (author), ReliefWeb (ed. or publisher): Women’s Protection and Empowerment; Safety Audit Report; Location: Meme, Fako, Mezam and Momo (ES210); Date: March 2023, 31 March 2023https://reliefweb.int/attachments/bfef63aa-8149-421a-96c8-926d5f51173c/Safety%20Audit%20report%20for%20NWSW%20conducted%20in%20March%202023.pdf
[3] The Voice of Africa, Cameroon Single Mothers Protest Forced, Early Marriages, 09/07/2020, www.voanews.com/a/africa_cameroon-single-mothers-protest-forced-early-marriages/6192513.html
[4] RDC - Refugee Documentation Centre, Legal Aid Board: Cameroon - Information on forced marriage in Cameroon - prevalence etc., 10 October 2016, https://www.ecoi.net/en/file/local/1421060/4792_1515403450_142649.pdf
[5] UN Security Council (Author): The situation in Central Africa and the activities of the United Nations Regional Office for Central Africa; Report of the Secretary-General [S/2023/389], 31 May 2023
[6]ACAPS, Country analysis, CAMEROON, February 2024, https://www.acaps.org/en/countries/cameroon#
[7] Amnesty International: The State of the World's Human Rights; Cameroon 2024, 29 April 2025
https://www.ecoi.net/en/document/2124707.html
[8] Πλατφόρμα ACLED Explorer, Country: Cameroon (Littoral-Douala), Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer
[10] City Population – Cameroon – Littoral – Douala , https://www.citypopulation.de/en/cameroon/cities/
[11] IRB – Immigration and Refugee Board of Canada (Author): Cameroon: Situation and treatment of single women and women who head their own households, including their ability to live on their own and access housing, income, education, health care, and support services, particularly in Douala and Yaoundé; impact of COVID-19 (2020–May 2022) [CMR201034.E], 8 June 2022 https://www.ecoi.net/en/document/2074600.html
[12] Canada, IRB, Cameroon: Forced marriages; treatment of and protection available to women who try to flee a forced marriage; whether it is possible for a woman to live alone in the country’s large cities such as Yaoundé and Douala [CMR104129.FE], 20 September 2012, https://www.ecoi.net/en/document/1067526.html , EUAA – European Union Agency for Asylum (formerly: European Asylum Support Office, EASO) (Author): Cameroon; Situation of single women in Yaoundé and Douala [Q2-2022], 26 January 2022 https://www.ecoi.net/en/file/local/2067455/2022_01_Q2_EUAA_COI_Query_Response_CAMEROON_Single_Women.pdf
[13] Cameroon Intelligence Report, Forced into prostitution in Yaoundé: the nightmare of trying to survive in a divided Cameroon, 3 November 2020, https://www.cameroonintelligencereport.com/forced-into-prostitution-in-yaounde-the-nightmare-of-trying-to-survive-in-a-divided-cameroon/ , Freedom House: Freedom in the World 2022 - Cameroon, 24 February 2022 https://www.ecoi.net/en/document/2071860.html
[14] Norwegian Refugee Council, The urgent need to deliver quality education for 1.4 million school-aged children in Cameroon, June 2023, available at: https://reliefweb.int/report/cameroon/urgent-need-deliver-quality-education-14-million-school-aged-children-cameroon
[15] Unicef, Cameroon Humanitarian Situation report No.1, UNICEF Cameroon Humanitarian Situation Report No. 1 - January-March 2024.pdf.pdf
[16] Όπ.παραπάνω.
[17] Norwegian Refugee Council, Helping children in Cameroon to tackle trauma, 05 May 2025, https://www.nrc.no/perspectives/2025/helping-children-in-cameroon-to-tackle-trauma
[18] UNICEF, Inauguration of the « Connect My School » e-container at the Bilongue primary school (Douala) Littoral region, E-container pioneering digital education project in Cameroon, 25 March 2025, https://www.unicef.org/cameroon/press-releases/inauguration-%C2%AB-connect-my-school-%C2%BB-e-container-bilongue-primary-school-douala
[19] Unicef, Country Office Annual Report 2023, available at: https://www.unicef.org/media/152736/file/Cameroon-2023-COAR.pdf
[20] Plan International, A second chance at education for out-of-school children, January 2024, available at:https://plan-international.org/cameroon/news/2024/02/17/second-chance-education-out-of-school-children/
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο