D.L. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υποθ. Αρ.: 900/2025, 20/4/2026
print
Τίτλος:
D.L. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υποθ. Αρ.: 900/2025, 20/4/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υποθ. Αρ.: 900/2025

 

20 Απριλίου 2026

[Β. ΚΟΥΡΟΥΖΙΔΟΥ-KΑΡΛΕΤΤΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με τάρθρο 146 του Συντάγματος

 Μεταξύ:

D.L. από την Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό

Αιτητής

-και-

Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου

Καθ' ων η Αίτηση

 

Αγγελική Πλιάκα (κα) για Κυριάκου Διονυσία(κα), Δικηγόρος για τον Αιτητή.

Χ. Καστάνας (κος) Δικηγόρος για τους Καθ' ων η αίτηση.

Ο Αιτητής είναι παρών.  Παρούσα  και  η Ζ. Αγαπίου  (κα) για πιστή μετάφραση από Γαλλικά σε Ελληνικά και αντιστρόφως.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Με την υπό κρίση προσφυγή, ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, ημερομηνίας 28/02/2025, η οποία του κοινοποιήθηκε την 28/03/2025 και δια της οποίας απορρίφθηκε το αίτημά του για παροχή διεθνούς προστασίας, ως άκυρη, παράνομη, αντισυνταγματική και στερούμενη οιουδήποτε έννομου αποτελέσματος. Περαιτέρω προσβάλλει την απόφαση επιστροφής και αιτείται παροχής διεθνούς προστασίας 

 

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Σύμφωνα με τα στοιχεία του Διοικητικού Φακέλου (εφεξής Δ.Φ.) που βρίσκονται ενώπιόν μου, ο Αιτητής είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό (εφεξής ΛΔΚ)  και στις 31/01/2022 υπέβαλε αίτηση χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας, η οποία καταχωρίστηκε στις 01/02/2022, από το Κέντρο Πρώτης Υποδοχής Πουρνάρα (ερ. 3-1 και 7 του Δ.Φ.).

Την 10/09/2024 πραγματοποιήθηκε η πρωτοβάθμια συνέντευξη του Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο (εφεξής «EUAA»), προς εξέταση του αιτήματός του για διεθνή προστασία.

Στις 23/01/2025 ο αρμόδιος λειτουργός του EUAA συνέταξε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, εισηγούμενος την απόρριψη του αιτήματος του Αιτητή.

Στις 28/02/2025 εξουσιοδοτημένη από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός να ασκεί καθήκοντα Προϊστάμενου της Υπηρεσίας Ασύλου αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας και την έκδοση απόφασης επιστροφής του Αιτητή στην χώρα καταγωγής του.

Ακολούθως, στις 28/03/2025,  η Υπηρεσία Ασύλου ετοίμασε σχετική απορριπτική επιστολή μαζί με αιτιολόγηση της σχετικής απόφασης, η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή αυθημερόν, παραλήφθηκε δε και υπογράφτηκε ιδιοχείρως από τον ίδιο, κατόπιν επεξήγησης του περιεχομένου σε γλώσσα την οποία κατανοεί.

Στη συνέχεια, στις 15/04/2025, ο Αιτητής καταχώρισε την υπό εξέταση προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας (Δ.Δ.Δ.Π.), προσβάλλοντας την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου.

 

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

 

Η συνήγορος του Αιτητή, δια του εισαγωγικού της δικογράφου, προώθησε διάφορους λόγους ακύρωσης προς υποστήριξη του αιτήματος για ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης. Ειδικότερα, ως προς την ουσία των ισχυρισμών του προσφεύγοντα, υποστηρίζεται ότι ο φόβος δίωξης που επικαλέστηκε ο Αιτητής και ο κίνδυνος που διέτρεχε στην χώρα καταγωγής του δεν αποδόθηκαν ορθά κατά την μετάφραση από τα Λινγκάλα στα Αγγλικά και επιπρόσθετα, δεν έγιναν κατανοητά από τον αρμόδιο λειτουργό, λόγω ελλιπούς γνώσης της αγγλικής γλώσσας, με αποτέλεσμα να μην διαμορφωθεί ορθή κρίση κατά την εισήγηση και να εκδοθεί απόφαση υπό πλάνη περί τα πραγματικά περιστατικά. Επιπλέον, είναι θέση του Αιτητή ότι δεν συνεκτιμήθηκαν οι ισχυρισμοί του Αιτητή περί της προσωπικής του κατάστασης που συνέβαλε στην υποβολή του αιτήματος για ανθρωπιστικούς λόγους. 

Δια της γραπτής αγόρευσης, η συνήγορος του Αιτητή προβάλλει ως λόγους ακύρωσης την αναρμοδιότητα του αποφαινόμενου οργάνου και την παραβίαση της διαδικασίας, την πραγματική και νομική πλάνη κατά την έκδοση της απόφασης και την έλλειψη δέουσας έρευνας ως προς τους ουσιώδεις ισχυρισμούς του Αιτητή, εκ των οποίων, κατά το στάδιο των Διευκρινίσεων, διατηρεί και προωθεί τον νομικό λόγο περί μη διεξαγωγής δέουσας έρευνας. Συγκεκριμένα, ως προς τη δέουσα έρευνα, ο Αιτητής, δια της συνηγόρου του, υποστηρίζει πως εσφαλμένα και αναιτιολόγητα κρίθηκε ότι οι πληροφορίες που παρείχε σχετικά με την ιδιοκτησία του, τις απειλές από την θεία του, τις εξαφανίσεις των αδερφών του, όπως και την ακόλουθη σύλληψή του, δεν ήταν επαρκείς. Περαιτέρω, προβάλλει ότι ο λειτουργός δεν προέβη σε έρευνα σχετικά με τις συνθήκες κράτησής του και την μεταχείρισή του στη φυλακή, καταλήγοντας πως η αξιολόγηση του 2ου και 3ου ουσιώδους ισχυρισμού του από τον λειτουργό ως αναξιόπιστων, έγινε καταχρηστικά και κατόπιν πρόχειρης έρευνας.

Οι Καθ' ων η Αίτηση κατά την Ένστασή τους υπεραμύνονται της ορθότητας και της νομιμότητας της προσβαλλόμενης απόφασης και αντιτείνουν ότι η προσβαλλόμενη πράξη έχει ληφθεί σύμφωνα με τις Διεθνείς Συμβάσεις, τις διατάξεις του Συντάγματος, των Νόμων και των Κανονισμών, μετά από δέουσα έρευνα και ορθή ενάσκηση της διακριτικής εξουσίας που παρέχει ο Νόμος στους Καθ' ων η Αίτηση και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά με την υπόθεση στοιχεία, γεγονότα και περιστατικά, είναι δε επαρκώς και/ ή δεόντως αιτιολογημένη.

Στην γραπτή τους αγόρευση, οι Καθ’ ων η αίτηση επαναλαμβάνουν την θέση τους περί ορθότητας και νομιμότητας της επίδικης απόφασης και αντικρούουν τους λόγους ακύρωσης που εκτέθηκαν από την συνήγορο του Αιτητή, υποστηρίζοντας πως ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο δίωξης συναρτώμενο με έναν από τους λόγους που παραθέτει το άρθρο 3 (1) του Περί Προσφύγων Νόμου, και δεν κατόρθωσε να αποσείσει το βάρος απόδειξης και να θεμελιώσει την εσωτερική αξιοπιστία των ισχυρισμών του. Ως προς τον ισχυρισμό του περί φυλάκισης, ειδικότερα, όπως και ως προς τον προβαλλόμενο φόβο δίωξης που, κατά τους Καθ’ων η αίτηση, εμπίπτει στη σφαίρα των ιδιωτικών διαφορών, προβάλλεται πως είναι ανυπόστατοι, καθώς κρίθηκαν ως μη αξιόπιστοι από τον πρώτο βαθμό. Καταληκτικά, εισηγούνται την απόρριψη των νομικών ισχυρισμών του Αιτητή ως αβάσιμων και/ή απαράδεκτων και/ή ατεκμηρίωτων και όπως η υπό εξέταση προσφυγή απορριφθεί ως νόμω και ουσία αβάσιμη.

Κατά τις διευκρινίσεις η συνήγορος του Αιτητή απόσυρε όλους τους Νομικούς ισχυρισμού πλην αυτόν περί δέουσας έρευνας.

 

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

Καταρχάς πρέπει να λεχθεί ότι οι λόγοι ακύρωσης είναι με γενικότητα και αοριστία που εγείρονται στην παρούσα αίτηση. Η απλή καταγραφή κατά ιδιαίτερο συνοπτικό τρόπο στους λόγους ακύρωσης της νομικής βάσης της προσφυγής δεν ικανοποιεί την επιτακτική ανάγκη του Καν. 7 του Ανωτάτου Συνταγματικού Διαδικαστικού Κανονισμού του 1962, όπως οι νομικοί λόγοι αναφέρονται πλήρως. 

Η αναφορά, για παράδειγμα, ότι «Η απόφαση πάσχει γιατί λήφθηκε χωρίς την δέουσα έρευνα» (το ίδιο αοριστόλογοι είναι και οι υπόλοιποι λόγοι ακύρωσης), δεν εξηγεί καθόλου, ούτε παραπέμπει σε συγκεκριμένα κατ' ισχυρισμόν δεδομένα που οδήγησαν σε μη έρευνα ή έλλειψη δέουσας έρευνας κλπ. Η συνήγορος του Αιτητή εν προκειμένω αναφέρεται με γενικό τρόπο στους λόγους χωρίς να τεκμηριώνει πως αυτοί υφίστανται και χωρίς να υποδεικνύει τα σημεία της διοικητικής διαδικασίας όπου αυτές οι αρχές καταπατώνται. Η προσφυγή θα μπορούσε να απορριφθεί για τους πιο πάνω διαδικαστικούς λόγους οι οποίοι αντανακλούν βεβαίως και επί της ουσίας.  Αυστηρώς ομιλούντες τα όσα αναφέρονται στην αγόρευση της δικηγόρου του Αιτητή δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη, εφόσον παγίως αναγνωρίζεται ότι οι αγορεύσεις δεν αποτελούν μέσο για τη θεμελίωση γεγονότων. (δέστε Δημοκρατία ν. Κουκκουρή (1993) 3 Α.Α.Δ. 598, Ελισσαίου ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου (2004) 3 Α.Α.Δ. 412 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (2009) 3 Α.Α.Δ. 384) (δέστε Υπόθεση Αρ. 1119/2009  ημερ. 31 Ιανουαρίου 2012 FARHAN KHALIL, και   Κυπριακής Δημοκρατίας).

Οι ισχυρισμοί για την ακύρωση μιας διοικητικής απόφασης πρέπει να είναι συγκεκριμένοι και να εξειδικεύουν ποια νομοθετική πρόνοια ή αρχή διοικητικού δικαίου παραβιάζεται. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Latomia Estate Ltd. v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672: «Η αιτιολόγηση των νομικών σημείων πάνω στα οποία βασίζεται μια προσφυγή είναι απαραίτητη για την εξέταση από ένα Διοικητικό Δικαστήριο των λόγων που προσβάλλουν τη νομιμότητα μιας διοικητικής πράξης».

Περαιτέρω δεν αρκεί η παράθεση των συγκεκριμένων διατάξεων της νομοθεσίας που κατ' ισχυρισμόν παραβιάζει η προσβαλλόμενη πράξη, αλλά θα πρέπει επίσης τα επικαλούμενα νομικά σημεία να αιτιολογούνται πλήρως.  Οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια σε σχέση με αυτά μπορεί να έχει ως συνέπεια την απόρριψη της προσφυγής. (βλ. Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 AAΔ.598).

Επίσης είναι πλειστάκις νομολογημένο ότι, λόγοι ακύρωσης που δεν εγεί-ρονται στο δικόγραφο της προσφυγής δεν μπορούν να εξεταστούν με το να εγείρονται για πρώτη φορά στις γραπτές αγορεύσεις. Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την πρόσφατη απόφαση της Ολομέλειας στη Φλωρεντία Πετρίδου ν. Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, (2004) 3 Α.Α.Δ. 636: «Παρατηρούμε ότι στο κείμενο της προσφυγής δεν εγείρεται τέτοιος λόγος ακύρωσης, αν και σχετική επιχειρηματολογία πράγματι προβάλλεται στη γραπτή αγόρευση της εφεσείουσας. Έχει επανειλημμένα λεχθεί πως λόγος ακύρωσης που δεν εγείρεται στην προσφυγή δεν μπορεί να εξεταστεί σε μεταγενέστερο στάδιο, αφού οι γραπτές αγορεύσεις αποτελούν απλώς επιχειρηματολογία».

Σύμφωνα με την  Μαραγκός ν. Δημοκρατίας (2006) 3 Α.Α.Δ. 671 : «Για να καταστεί το θέμα επίδικο, πρέπει αυτό να εγείρεται σύμφωνα με τις δικονομικές διατάξεις και να αποφασίζεται ύστερα από εξαντλητική επιχειρηματολογία.»

«Η αγόρευση αποτελεί το μέσο για την έκθεση της επιχειρηματολογίας υπέρ της αποδοχής των λόγων ακύρωσης και όχι υποκατάστατο της στοιχειοθέτησής τους. Βλ. Παπαδοπούλας ν. Ιωσηφίδη κ.ά. (2002) 3 Α.Α.Δ. 601 και Λεωφορεία Λευκωσίας Λτδ ν. Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 56

Τα όσα επομένως πιο κάτω εξετάζονται και  αποφασίζονται τελούν υπό την πιο πάνω τοποθέτηση.

Έχω εξετάσει την προσβαλλόμενη απόφαση υπό το πρίσμα όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, κυρίως των όσων ο Αιτητής δήλωσε τόσο με την υποβολή της αίτησης διεθνούς προστασίας, όσο και κατά τη διάρκεια της προφορικής του συνέντευξης ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, αλλά και όσων προβάλλει με την παρούσα προσφυγή.

Κατά την υποβολή του αιτήματός του για διεθνή προστασία στις 31/01/2022, αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτήν, ο Αιτητής κατέγραψε ότι εγκατέλειψε την Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό λόγω απειλών κατά της ζωής του από την αδερφή του πατέρα του. Συγκεκριμένα έφυγε μετά την εξαφάνιση του μεγαλύτερου αδερφού του το 2021, ο οποίος φρόντιζε για την υγεία του Αιτητή. Της εξαφάνισης του αδερφού του είχαν προηγηθεί οι εξαφανίσεις του νεότερου αδερφού και της νεότερης αδερφής του Αιτητή από το 2020, ενώ από το 2004 είχαν διατυπωθεί απειλές κατά της ζωής από την θεία του Αιτητή, η οποία επιθυμούσε να πωλήσει την κατοικία όπου διέμενε ο Αιτητής με τα αδέρφια του (ερυθρό 1 και ερ. 28 του «Δ.Φ.»).  

Αναφορικά με τα προσωπικά του στοιχεία ο Αιτητής δήλωσε υπήκοος Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, γεννηθείς στην Kinshasa, χριστιανός στο θρήσκευμα, άγαμος και ομιλών την γλώσσα Λινγκάλα. Οι γονείς του και ο ένας αδερφός του βρίσκονται στο Βέλγιο, όπως δήλωσε (ερ. 2 Δ.Φ.).

ο Αιτητής, στο πλαίσιο αξιολόγησης των ειδικών αναγκών του, παραπέμφθηκε σε αρμόδιες υπηρεσίες, ως ευάλωτο πρόσωπο πάσχον από σοβαρή ασθένεια, με τη σημείωση ότι, κατά δήλωσή του, «πάσχει από διαβήτη ο οποίος επηρεάζει την υγεία του συνολικά» (ερ. 6-5 Δ.Φ.).

Κατά την συνέντευξη που διεξήχθη την 10/09/2024 από αρμόδιο λειτουργό του EUAA, ο Αιτητής επιβεβαίωσε τα προσωπικά στοιχεία που είχε δηλώσει κατά την καταγραφή του αιτήματός του, όπως και το ότι πάσχει από διαβήτη, και επιπλέον δήλωσε πως ανήκει στην φυλή Mukongo, πως είναι ο μεγαλύτερος από 5 αδέρφια, βρίσκεται στην Κύπρο μαζί με την αδερφή του, ο ένας αδερφός του βρίσκεται στο Βέλγιο με τους γονείς του, με τους οποίους επικοινώνησε τελευταία φορά 5 χρόνια πριν, ενώ έχει ακόμα 2 αδέρφια στην Κινσάσα χωρίς να επικοινωνεί μαζί τους. Ως προς το εκπαιδευτικό του υπόβαθρο, έχει ολοκληρώσει τις 5 τάξεις της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στην χώρα καταγωγής του. Η Κινσάσα και συγκεκριμένα η περιοχή Yolo Nord Kalamu αποτέλεσε τον τόπο της τελευταίας συνήθους διαμονής του. Από την χώρα του αναχώρησε στις 09/11/2021 και εισήλθε στην Κυπριακή Δημοκρατία περνώντας παράνομα από τις κατεχόμενες από την Τουρκία και μη  ελεγχόμενες περιοχές από τη Κυπριακή Δημοκρατία, στις 01/12/2021. (ερ. 47-44 του Δ.Φ.).

Αναφορικά με τους λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής, κατά την διάρκεια της προφορικής του συνέντευξης, προέβαλε ότι εγκατέλειψε την Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό λόγω της πίεσης που δεχόταν από την θεία και τον σύζυγό της να πωλήσει την οικογενειακή κατοικία όπου διέμενε με τα 4 αδέρφια του. Εξήγησε πως τα 5 αδέρφια ζούσαν στο σπίτι των γονέων τους από το 2003 με την θεία τους, χρονιά κατά την οποία οι γονείς τους μετακόμισαν στο Βέλγιο. Το 2015 τους ακολούθησε και ο ένας αδερφός του Αιτητή. Ωστόσο, μετά το 2019 κατά το οποίο η θεία τους παντρεύτηκε έναν αστυνομικό, ξεκίνησαν να πιέζουν τα αδέρφια προκειμένου να προβούν σε πώληση του ακινήτου. Αποτέλεσμα αυτών των πιέσεων ήταν να εξαφανιστούν ο ένας αδερφός και η αδερφή του Αιτητή, ενώ ο αστυνομικός ξεκίνησε να απειλεί τον Αιτητή. Ο αδερφός του διέφυγε από το σπίτι και ο Αιτητής άρχισε να αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας. Στο τέλος ο Αιτητής συνελήφθη και φυλακίστηκε στην φυλακή Makala τον Σεπτέμβριο του 2021 από όπου κατάφερε να διαφύγει με την βοήθεια ενός φίλου του πατέρα του που δωροδόκησε τους φρουρούς του νοσοκομείου όπου διακομίστηκε ο Αιτητής από την φυλακή και τον βοήθησε να οργανώσει την αναχώρησή του από την ΛΔΚ (ερ. 43 1χ του Δ.Φ.).

Στην ερώτηση του λειτουργού σχετικά με το τι πιστεύει ο Αιτητής ότι θα μπορούσε να του συμβεί σε ενδεχόμενη επιστροφή του στην ΛΔΚ, ο Αιτητής απάντησε πως φοβάται πως ο σύζυγος της θείας του και η θεία του θα τον σκοτώσουν επειδή αντιτέθηκε στην πώληση του σπιτιού τους (ερ. 43 2χ Δ.Φ.).

Σε ερωτήσεις σχετικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς του σπιτιού, ο Αιτητής διευκρίνισε πως το σπίτι ήταν στην κυριότητα του πατέρα του και δεν γνώριζε να απαντήσει γιατί ο σύζυγος της θείας του ασκούσε πιέσεις στα αδέρφια και στον ίδιο συγκεκριμένα, σχετικά με την πώληση του ακινήτου, αντί να επικοινωνήσει με τον ιδιοκτήτη του σπιτιού, εξηγώντας πως δεν είχαν τους τηλεφωνικούς αριθμούς των γονέων του στο Βέλγιο. (ερ. 42 1χ Δ.Φ.).

Σχετικά με την εξαφάνιση των 2 αδερφιών του, ερωτηθείς ο Αιτητής να προσδιορίσει χρονικά το γεγονός και τις περιστάσεις, απάντησε πως εξαφανίστηκαν τον Ιανουάριο του 2020, πως δεν γνωρίζει τι συνέβη γιατί έλειπε από το σπίτι, προσθέτοντας πως το ανέφεραν στην αστυνομία χωρίς κάποιο αποτέλεσμα και πως δεν μπόρεσε να παρακολουθήσει αργότερα την υπόθεσή τους, γιατί είχε τα δικά του προβλήματα υγείας. Ερωτηθείς εάν η αδερφή του, την οποία δήλωσε πως ξανασυνάντησε στην Κυπριακή Δημοκρατία, του ανέφερε τι ακριβώς της είχε συμβεί, ο Αιτητής ανέφερε πως ζούσε στον δρόμο με τον άλλον αδερφό τους, κάποιοι τους έπιασαν και με κάποιον τρόπο κατάφεραν να έρθουν στην Κύπρο (“She told me she was with B. in the streets, some people caught them. And later they managed to come here to Cyprus. She didn’t tell me anything else”). (ερ. 42 1χ Δ.Φ.).

Αναφορικά με το περιστατικό της σύλληψής του, ο Αιτητής ανέφερε πως ήρθε η αστυνομία και τον συνέλαβε τον Σεπτέμβριο του 2021, χωρίς να του επιδώσει το ένταλμα σύλληψης, λέγοντάς του μόνο πως τον συλλαμβάνουν εξαιτίας του προβλήματος που έχει με έναν αστυνομικό, ονόματι J., δηλαδή το όνομα του συζύγου της θείας του. Σε σχετικές ερωτήσεις του λειτουργού, δήλωσε πως τον μετέφεραν στην φυλακή όπου έμεινε περίπου 20 ημέρες, κατά τις οποίες δέχθηκε έξι (6) φορές επιθέσεις από συγκρατούμενούς του, με σφαλιάρες, σπρωξίματα και κλωτσιές. Ερωτηθείς σχετικά με τις συνθήκες κράτησής του, ο Αιτητής περιέγραψε πως το κελί ήταν βρώμικο, δεν έτρωγε καλά και δεχόταν απειλές και επιθέσεις από τους συγκρατούμενους, για τις οποίες πιθανολογεί πως λάμβαναν εντολές από τον σύζυγο της θείας του. Ως αποτέλεσμα των συνθηκών αυτών, δήλωσε πως αρρώστησε σε σημείο που κάποια στιγμή λιποθύμησε μέσα στη φυλακή (ερ. 41 2χ και ερ. 40 1χ Δ.Φ.).

Αναφορικά με την απόδρασή του και τον ρόλο του φίλου του πατέρα του, ο Αιτητής απάντησε πως δεν γνωρίζει τι επαγγέλλεται το πρόσωπο αυτό, ούτε πώς γνώριζε ότι ο Αιτητής είχε λιποθυμήσει ώστε να διαπραγματευτεί την διακομιδή του στο νοσοκομείο, ενώ επίσης δήλωσε πως δεν γνωρίζει ούτε πώς το πρόσωπο αυτό δωροδόκησε τους φρουρούς, ούτε θυμόταν πώς μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο, καθώς δεν είχε τις αισθήσεις του, ενώ επίσης δήλωσε πως δεν θυμόταν ούτε πώς μεταφέρθηκε από το νοσοκομείο στο σπίτι του φιλικού αυτού προσώπου μετά την δωροδοκία, λόγω της αδύναμης κατάστασης της υγείας του. Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις του λειτουργού σχετικά με το διάστημα νοσηλείας του, το διάστημα κατά το οποίο διέμεινε στο σπίτι του φίλου του πατέρα του και σχετικά με τις ακριβείς περιστάσεις της απόδρασής του από το νοσοκομείο, ο Αιτητής απάντησε σε όλες πως δεν θυμόταν καθώς η κατάσταση της υγείας του δεν ήταν καλή (ερ. 39 1χ, ερ. 42 2χ και ερ. 41 1χ Δ.Φ.).

Σχετικά με την δυνατότητα εσωτερικής μετεγκατάστασης, ο Αιτητής επίσης δήλωσε πως θα βρίσκεται σε κίνδυνο σε οποιαδήποτε περιοχή της ΛΔΚ και να μεταβεί (ερ. 39 Δ.Φ.).

Κατά την αξιολόγηση της αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή ο αρμόδιος λειτουργός διέκρινε τρεις (3) ουσιώδεις ισχυρισμούς απορρέοντες από τις δηλώσεις του. Ο πρώτος αφορούσε τα προσωπικά στοιχεία του Αιτητή, το προφίλ, τη χώρα καταγωγής και την πόλη της τελευταίας συνήθους διαμονής του, ο δεύτερος αφορούσε τον επικαλούμενο λόγο για τον οποίο εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του, ήτοι τις οικογενειακές διαφωνίες που ανέκυψαν μεταξύ της θείας και του συζύγου της και του ιδίου και των αδερφών του, ενώ ο τρίτος αφορούσε τις απειλές που δεχόταν από τον σύζυγο της θείας του και την παρεπόμενη σύλληψη και προσωποκράτηση του Αιτητή (ερ. 110 Δ.Φ.).

 

Αναφορικά με τον πρώτο ισχυρισμό, ο αρμόδιος λειτουργός αξιολόγησε τις δηλώσεις του Αιτητή ως προς την χώρα και περιοχή καταγωγής του, το προφίλ και τα προσωπικά του στοιχεία και έκρινε πως οι απαντήσεις του Αιτητή ήταν ακριβείς, επαρκώς λεπτομερείς και συνεκτικές και ως εκ τούτου διαπίστωσε πως πληρούται η εσωτερική αξιοπιστία των ισχυρισμών. Περαιτέρω, ο λειτουργός παρέθεσε εξωτερικές πηγές από την χώρα καταγωγής του Αιτητή οι οποίες επαληθεύουν τους ισχυρισμούς του και κατέληξε πως στοιχειοθετείται και η εξωτερική αξιοπιστία, συνεπώς έκανε τον εν λόγω ισχυρισμό αποδεκτό (ερ. 106 του Δ.Φ.).

Ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή ότι εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του εξαιτίας των οικογενειακών προβλημάτων που ανέκυψαν μετά τον γάμο της θείας του με τον αστυνομικό το 2019 και σχετίζονταν με την οικογενειακή περιουσία, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε πως οι ισχυρισμοί του Αιτητή δεν ήταν σαφείς ούτε επαρκώς στοιχειοθετημένοι αναφορικά με τα περιστατικά που επικαλούνταν. Συγκεκριμένα, σημειώθηκε πως ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να παράσχει ακριβείς και λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς του επίδικου ακινήτου ούτε σχετικά με την ζωή που διήγε με τον θείο του, μολονότι θα ήταν εύλογα αναμενόμενο να μπορεί να εξειδικεύσει λόγω της σοβαρότητας και της κεντρικής θέσης που κατείχε το ζήτημα αφενός της ιδιοκτησίας για το αίτημα ασύλου του, αφετέρου των συνθηκών της ζωής του, λόγω του μεγάλου χρονικού διαστήματος για το οποίο ζούσε μαζί με τον σύζυγο της θείας του. Περαιτέρω, ο λειτουργός επεσήμανε πως ο Αιτητής δεν απάντησε με σαφήνεια όταν ερωτήθηκε σχετικά με τον ρόλο του θείου του στην αστυνομία, ενώ επίσης οι δηλώσεις του ήταν μη λεπτομερείς και ασαφείς αναφορικά με την εξαφάνιση των αδερφών του, περιστατικό το οποίο επιπλέον δεν κατάφερε να εξηγήσει στοιχειοθετημένα με ποιον τρόπο συνδέεται με την θεία του και τον σύζυγό της. Συμπερασματικά, ο λειτουργός έκρινε πως η εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού δεν θεμελιώνεται. Ακολούθως, ως προς την εξωτερική αξιοπιστία ο λειτουργός σημείωσε πως, κατ’ αρχάς, οι εν λόγω ισχυρισμοί του Αιτητή αποτελούνται από περιστατικά ιδιωτικής φύσεως, τα οποία, δεδομένου ότι δεν προσκομίστηκαν στοιχεία προς επιβεβαίωσή τους, αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός του. Προχώρησε, ωστόσο, σε παράθεση γενικών πληροφοριών από την χώρα καταγωγής αναφορικά με το δικαίωμα στην ιδιοκτησία και την κατάσχεση και αποκατάσταση περιουσιακών στοιχείων στην ΛΔΚ, και διαπίστωσε ότι οι συλλεγείσες πληροφορίες περιγράφουν την γενική ιδιοκτησιακή κατάσταση που επικρατεί σε βαλλόμενες από συγκρούσεις περιοχές και πως, ως εκ τούτου, δεν αντιστοιχούν στις συνθήκες της περιοχής καταγωγής του Αιτητή. Συμπερασματικά, αναφέροντας ότι η εξωτερική επαλήθευση δεν δύναται να υποκαταστήσει την εσωτερική αξιοπιστία, απορρίπτει τον εν λόγω ισχυρισμό, ελλείψει εσωτερικής αξιοπιστίας (ερ. 103 του Δ.Φ.).

Ως προς τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό ότι εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του κατόπιν περιστατικού σχετιζόμενου με τις απειλές που δέχθηκε από τον σύζυγο της θείας του, οι οποίες έλαβαν την μορφή της σύλληψης και φυλάκισής του, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε πως ο Αιτητής δεν απάντησε με σαφή και εξειδικευμένο τρόπο, παρά τις επανειλημμένες διευκρινιστικές ερωτήσεις που του τέθηκαν αναφορικά με την κράτηση και την απόδρασή του. Συγκεκριμένα, κατά τον λειτουργό, ως προς το ένταλμα σύλληψης και την κατηγορία που του προσάφθηκε , οι απαντήσεις του Αιτητή ήταν ασαφείς και μη λεπτομερείς, ενώ δεν κατόρθωσε να εξειδικεύσει, παρά τις ερωτήσεις στις οποίες επανερχόταν ο λειτουργός. Αναφορικά με το περιστατικό της φυλάκισής του, επίσης, αξιολογήθηκε πως ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να παράσχει ειδικές και λεπτομερείς περιγραφές, παρά το ότι θα αναμενόταν εύλογα να είναι σε θέση να αναλύσει περαιτέρω. Αντίστοιχη ασάφεια και έλλειψη λεπτομέρειας διαπιστώθηκε από τον λειτουργό και αναφορικά με την μεταφορά του Αιτητή από την φυλακή στο νοσοκομείο, την απόδρασή του με την βοήθεια του φίλου του πατέρα του και το τι επακολούθησε αυτής. Λόγω της έλλειψης επαρκούς εξειδίκευσης σε περιστατικά κομβικά για το αίτημα ασύλου του, ο λειτουργός συμπεραίνει πως η εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού δεν στοιχειοθετείται. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, μολονότι οι ισχυρισμοί αφορούν περιστατικά ιδιωτικής φύσεως, ο λειτουργός παραθέτει γενικές πληροφορίες σχετικά με τις συνθήκες κράτησης και μεταχείρισης των κρατουμένων στις φυλακές της ΛΔΚ, ενώ περαιτέρω παραθέτει και πληροφορίες σχετικά με την διαδικασία και τα στάδια της σύλληψης και της έκδοσης ενταλμάτων, οι οποίες διαπίστωσε πως δεν αντιστοιχούν στα περιγραφόμενα από τον Αιτητή περιστατικά. Καταληκτικά, ο λειτουργός απορρίπτει τον υπό εξέταση ισχυρισμό ως στερούμενο εσωτερικής και εξωτερικής αξιοπιστίας (ερ. 98 Δ.Φ.).

 

Ακολούθως, ο αρμόδιος λειτουργός προχώρησε σε αξιολόγηση του μελλοντοστραφούς κινδύνου που ενδέχεται να αντιμετωπίσει ο Αιτητής στα πλαίσια του ισχυρισμού που έγινε δεκτός, ήτοι στη βάση του ισχυρισμού περί των προσωπικών του στοιχείων και της πρότερης συνήθους διαμονής του στην χώρα καταγωγής του. Ο λειτουργός, συνεκτιμώντας τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, την κατάσταση της υγείας του, για την οποία, όπως ανέφερε και ο ίδιος, παρακολουθούνταν από γιατρούς και λάμβανε φαρμακευτική αγωγή ήδη από την χώρα καταγωγής του, το γεγονός ότι στην χώρα καταγωγής του βρίσκονται δύο από τα αδέρφια του, τα οποία θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως υποστηρικτικό δίκτυο, όπως και την επικρατούσα κατάσταση ασφαλείας στην ΛΔΚ, κατέληξε ότι δεν υπάρχει εύλογος βαθμός πιθανότητας να θεωρηθεί ότι ο Αιτητής σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής του θα αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, στη βάση του προφίλ του ή της επικρατούσας κατάστασης (ερ. 97-94 του Δ.Φ.).

Ενόψει των ανωτέρω ευρημάτων, των ισχυρισμών, του προφίλ του Αιτητή, της αξιολόγησης κινδύνου και της νομικής ανάλυσης, η αρμόδια λειτουργός κατέληξε ότι ο Αιτητής δεν δικαιούται προσφυγικού καθεστώτος, δεδομένου ότι στο πρόσωπό του δεν τεκμηριώθηκε ότι συντρέχουν εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης συνδεόμενο με έναν από τους λόγους που αναφέρονται  στο άρθρο 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951, στο άρθρο 10 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ και στο άρθρο 3 και 3Δ του Περί Προσφύγων Νόμου. (ερ. 94 Δ.Φ.)

Περαιτέρω, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι δεν δικαιολογείται αναγνώριση συμπληρωματικής προστασίας στο πρόσωπο του Αιτητή, δυνάμει του άρθρου 15, εδάφια (α) και (β), της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (αντίστοιχο άρθρο 19(2), εδάφια (α) και (β), του περί Προσφύγων Νόμου), καθότι δεν διαπιστώθηκε ότι σε περίπτωση επιστροφής του στη ΛΔΚ θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ή βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή/και εξευτελιστικής μεταχείρισης ή/και τιμωρίας.

Επιπρόσθετα, η αρμόδια αρχή, έκρινε ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για χορήγηση συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (αντίστοιχο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου), καθότι δεν διαπιστώθηκε ότι υπάρχει λόγος να πιστεύεται ότι ο Αιτητής θα αντιμετωπίσει σοβαρή και προσωπική απειλή ως άμαχος πολίτης, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης κατά την επιστροφή του στην χώρα καταγωγής του. (ερ. 93 Δ.Φ.).

Στη βάση όλων των ανωτέρω, το αίτημα του Αιτητή για διεθνή προστασία απορρίφθηκε δια της προσβαλλόμενης απόφασης.

Στο σημείο αυτό πρέπει να τονίσω  ότι η αξιολόγηση των ισχυρισμών του Αιτητή από τον λειτουργό είναι ορθή και στα πλαίσια του νόμου, η περαιτέρω υπαγωγή των αποδεκτών ισχυρισμών προς εξέταση του κατά πόσο πληρούνται οι εκ του νόμου προϋποθέσεις για την παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, ήτοι η αναγνώριση καθεστώτος πρόσφυγα σύμφωνα με το άρθρο 3 ή παραχώρηση συμπληρωματικής προστασίας σύμφωνα με το αρ. 19 του περί Προσφύγων Νόμου, ήταν αποτέλεσμα δέουσας έρευνας.

Σύμφωνα με τα στοιχεία τα οποία έχω ενώπιον μου συμφωνώ με την αξιολόγηση κινδύνου στην οποία προέβη ο λειτουργός στη βάση του αποδεκτού ουσιώδους ισχυρισμού, καθώς και με το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε αναφορικά με την μη πλήρωση των προϋποθέσεων αναγνώρισης προσφυγικού καθεστώτος καθώς ο Αιτητής δεν κατάφερε να στοιχειοθετήσει βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης για ένα από τους πέντε λόγους που εξαντλητικά αναφέρονται στο  Άρθρο  3(1) του περί Προσφύγων Νόμου και του Άρθρου 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων.

  Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων και έχοντας ενώπιον μου το διοικητικό φάκελο της υπόθεσης καθώς και την ίδια την επίδικη απόφαση δεν διαπιστώνω να υφίσταται οποιαδήποτε πλημμέλεια σε σχέση με αυτήν, καθώς ο Αιτητής δεν προέβαλε οποιοδήποτε ισχυρισμό, ή στοιχείο το   οποίο θα δικαιολογούσε την υπαγωγή του στο καθεστώς του πρόσφυγα όπως αυτό καθορίζεται στο άρθρο 3 του Νόμου πιο πάνω.

Επιπλέον, ορθά κρίθηκε ότι σε περίπτωση επιστροφής του στο τόπο καταγωγής του , δεν θα κινδυνεύσει με θανατική ποινή ή εκτέλεση σύμφωνα με το άρθρο 19 (2) (α), ούτε ενδέχεται να υποστεί βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία δυνάμει του άρθρου 19 (2) (β) του Περί Προσφύγων Νόμου του 2000.

Εν πάση περιπτώσει  κρίνω ότι ο λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, στην έκθεση-εισήγηση, αξιολόγησε κάθε έκαστο ισχυρισμό του Αιτητή  και για τους λόγους που εκτενώς καταγράφηκαν στην εισήγησή του, εύλογα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αξιοπιστία του δεν κρίνεται ως ικανοποιητική και ως εκ τούτου ορθά δεν παραχωρήθηκε το ευεργέτημα της αμφιβολίας, όπως αυτό καθορίζεται στην παράγραφο 204 του Εγχειριδίου για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων.

Έχει, πολλάκις, νομολογηθεί ότι κρίση επί της αξιοπιστίας του αιτητή και έγκριση κωλύματος έγκρισης αίτησης για το λόγο αναξιοπιστίας ως προς τα προβαλλόμενα από τον αιτητή είναι επιτρεπτή (AMIRI ΚΑΙ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ Κ.Α. (2009 3 Α.Α.Δ. 358). Υπενθυμίζεται εξάλλου ότι η συνοχή μεταξύ των δηλώσεων του Αιτητή συνιστά δείκτη της αξιοπιστίας των ισχυρισμών του[1]. Όταν ο Αιτητής κρίνεται αναξιόπιστος, δεν υπάρχουν περιθώρια περαιτέρω διερεύνησης (βλ.  υπόθ. αρ. 1964/06, ημερ. 11.3.08  Obaidul Haque v. Δημοκρατίας).

Στην παράγραφο 204 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, "Το ευεργέτημα της αμφιβολίας πρέπει  να δίνεται μόνο όταν έχουν προσκομισθεί και εξετασθεί όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία και όταν ο εξεταστής είναι γενικά ικανοποιημένος από την αξιοπιστία του αιτούντος. Οι ισχυρισμοί του αιτούντος πρέπει να παρουσιάζουν συνοχή και αληθοφάνεια και να μην έρχονται σε αντίφαση με γεγονότα που είναι γενικά γνωστά σε όλους".

Επομένως, ορθά δεν παραχωρήθηκε σε αυτόν το ευεργέτημα της αμφιβολίας και ορθά ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης του για διεθνή προστασία.

Αναφορικά δε με την μη πλήρωση των προϋποθέσεων παροχής συμπληρωματικής προστασίας προς το πρόσωπο του Αιτητή υπό την έννοια του άρθρου 19 (2) (γ) του περί Προσφύγων Νόμου ή άλλως του άρθρου 15 (γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, κρίνω σκόπιμο να παρατεθούν αρχικά τα κάτωθι:

Το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου προϋποθέτει ουσιώδεις λόγους να πιστεύεται ότι ο Αιτητής θα υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, υπάρχει ευρεία νομολογία τόσο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015), ECLI:CY:AD:2015:D619 όσο και του ΔΕΕ (βλ. C-285/12, A. Diakité v. Commissaire général aux réfugiés et aux apatrides, 30/01/2014, C-465/07, Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie, 17/02/2009), καθώς επίσης και του ΕΔΔΑ (βλ. K.A.B. v. Sweden, 886/11, 05/09/2013 (final 17/02/2014), Sufi and Elmi v. the United Kingdom, 8319/07 and 11449/07, 28/11/2011) στις οποίες ερμηνεύεται η έννοια της «αδιακρίτως ασκούμενης βίας» και της «ένοπλης σύρραξης» και τίθενται κριτήρια ως προς τη σοβαρότητα του κινδύνου που προϋποτίθεται για την αξιολόγηση των περιπτώσεων στις οποίες εξετάζεται η πιθανότητα παραχώρησης συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.

Στην υπόθεση Meki Elgafaji and Noor Elgafaji vStaats-secretarisvan Justitie παρ. 35, το ΔΕΕ αναφέρει ότι «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας[1]» ενώ στην παρ. 37 αναφέρει ότι «η απλή αντικειμενική διαπίστωση κινδύνου απορρέοντος από τη γενική κατάσταση μιας χώρας δεν αρκεί, καταρχήν, για να γίνει δεκτό ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, συντρέχουν ως προς συγκεκριμένο πρόσωπο, εντούτοις, καθόσον η αιτιολογική αυτή σκέψη χρησιμοποιεί τον όρο «συνήθως», αναγνωρίζει το ενδεχόμενο υπάρξεως μιας εξαιρετικής καταστάσεως, χαρακτηριζομένης από έναν τόσο υψηλό βαθμό κινδύνου, ώστε να υπάρχουν σοβαροί λόγοι να εκτιμάται ότι το πρόσωπο αυτό θα εκτεθεί ατομικώς στον επίμαχο κίνδυνο.» (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου). Περαιτέρω το ΔΕΕ στην εν λόγω υπόθεση αποφάσισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών την καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας» (παρ. 39).

Επιπλέον, σύμφωνα με το Εγχειρίδιο της ΕΥΥΑ σχετικά με τη δικαστική ανάλυση του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, ακόμη και αν ο αιτητής μπορεί να αποδείξει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης στην περιοχή καταγωγής του (ή καθ' οδόν προς τη συγκεκριμένη περιοχή καταγωγής), το δικαίωμα επικουρικής προστασίας μπορεί να κατοχυρωθεί μόνο εάν ο αιτητής δεν μπορεί να επιτύχει εγχώρια προστασία σε άλλο τμήμα της χώρας, καθώς επίσης, όταν αποφασίζεται η τοποθεσία της περιοχής καταγωγής ενός αιτητή ως προορισμός επιστροφής, απαιτείται η εφαρμογή προσέγγισης βασισμένης στα πραγματικά περιστατικά όσον αφορά την περιοχή του τελευταίου τόπου διαμονής και την περιοχή συνήθους διαμονής.

Σύμφωνα με το «War Watch»- World Assessment and Tracking of Civilian Harm (πρώην «RULAC»- Rule of Law in Armed Conflict), μιας πρωτοβουλίας της Ακαδημίας της Γενεύης για την καταγραφή των απωλειών αμάχων εν μέσω ενόπλων συγκρούσεων σε παγκόσμιο επίπεδο, αποτυπώνονται τα ακόλουθα αναφορικά με μη-διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις που λαμβάνουν χώρα στην Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό για την περίοδο Ιουλίου 2024- Ιουνίου 2025:

Η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (ΛΔΚ) πλήττεται από πολλαπλές, αλληλεπικαλυπτόμενες ένοπλες συγκρούσεις διεθνούς και μη διεθνούς χαρακτήρα. Σε αυτές περιλαμβάνονται ένοπλες συγκρούσεις διεθνούς χαρακτήρα με τη Ρουάντα, οι οποίες λαμβάνουν και την μορφή συγκρούσεων με την ένοπλη οργάνωση «Κίνημα της 23ης Μαρτίου (M23)», που δρα εξ ονόματος της Ρουάντα και έχει προβεί σε στρατιωτική κατάληψη περιοχών της ΛΔΚ. Παράλληλα, εξακολουθούν να σημειώνονται συγκρούσεις μη- διεθνούς χαρακτήρα μεταξύ της ΛΔΚ και ποικίλων οργανωμένων ένοπλων ομάδων, ιδίως των Allied Democratic Forces (ADF) και της Cooperative for the Development of the Congo (CODECO), καθώς και μεταξύ μη κρατικών ένοπλων δρώντων.

Η εμπλοκή πολλαπλών μερών, η ξένη παρέμβαση, η επιβολή κατάστασης πολιορκίας στις επαρχίες Ituri και Βόρειο Kivu, οι αμφισβητούμενες εκλογές και η δημιουργία της Συμμαχίας Fleuve Congo (AFC) με τη συμμετοχή του M23, σε συνδυασμό με κατακερματισμένες ειρηνευτικές πρωτοβουλίες, την επέκταση περιφερειακών στρατιωτικών επιχειρήσεων και την αναζωπύρωση διεθνών προσπαθειών λογοδοσίας, συνέβαλαν περαιτέρω στην πόλωση και την αστάθεια της κατάστασης ασφαλείας.

Η Διεθνής Αμνηστία, στην ετήσια διεθνή της έκθεση για τα έτη 2024–2025, αναφέρει ότι κατά τη διάρκεια του 2024 «οι επιθέσεις κατά αμάχων συνεχίστηκαν, καθώς η σύγκρουση μεταξύ ένοπλων ομάδων και κυβερνητικών δυνάμεων κλιμακώθηκε. Τουλάχιστον 100 άμαχοι σκοτώθηκαν ως αποτέλεσμα αδιάκριτων βομβαρδισμών από κυβερνητικές δυνάμεις και ένοπλες ομάδες. Οι κυβερνητικές δυνάμεις προέβησαν σε εξωδικαστικές εκτελέσεις 250 ατόμων».[2]

Επιπρόσθετα, η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες (UNHCR), στην πρόσφατη έκθεσή της αναφορικά με τις περιοχές Βόρειο Kivu, Νότιο Kivu και Ituri της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, επισημαίνει την επιδείνωση της κατάστασης ασφαλείας, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της ανθρωπιστικής κατάστασης στις εν λόγω περιοχές από τον Νοέμβριο του 2022 και αναφέρει ότι η ένοπλη βία στις ανατολικές επαρχίες της Λ.Δ.Κ. κλιμακώθηκε τον Ιανουάριο του 2025.[3]

Ωστόσο σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, στην οποία  παρατίθενται τα πλέον πρόσφατα ποσοτικά δεδομένα αναφορικά με τα περιστατικά ασφαλείας στην επαρχία Kinshasa της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, στην οποία ανήκει διοικητικά η κοινότητα Yolo Nord, Kalamu, που αποτέλεσε τον τόπο της τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή πριν εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής του, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 20/03/2026), καταγράφηκαν 153 περιστατικά ασφαλείας συνολικά, από τα οποία προκλήθηκαν 53 ανθρώπινες απώλειες, ενώ ως προς την περιοχή Kalamu συγκεκριμένα, κατά την περίοδο αναφοράς καταγράφηκαν 3 περιστατικά ασφαλείας από τα οποία δεν προκλήθηκαν ανθρώπινες απώλειες.[4]

Σημειώνεται δε πως ο πληθυσμός της επαρχίας Kinshasa για το έτος 2020 εκτιμήθηκε στους 14,565,700 κατοίκους[5] και για το 2026 εκτιμάται στους 18,552,800 κατοίκους.[6]

Δεδομένων των πιο πάνω, καθίσταται κατανοητό ότι ο ανωτέρω αναφερόμενος αριθμός θανάτων στην εν λόγω περιοχή δεν ανέρχεται σε τόσο υψηλά επίπεδα σε σχέση με τον συνολικό πληθυσμό της περιοχής, έτσι ώστε να μπορεί να συναχθεί ότι ο Αιτητής θα εκτεθεί σε κίνδυνο σοβαρής βλάβης λόγω αδιάκριτης βίας εάν επιστρέψει στον τόπο προηγούμενης συνήθους διαμονής του.

Τα εν λόγω στοιχεία καταδεικνύουν ότι δεν υπάρχουν συνθήκες αδιάκριτης βίας και γενικά δεν υφίσταται πραγματικός κίνδυνος για έναν πολίτη να επηρεαστεί προσωπικά μόνο από την παρουσία του στην εν λόγω πόλη, υπό την έννοια του άρθρου 15 (γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.

Στη βάση των παραπάνω δεν προκύπτει ότι με την επιστροφή του στο τόπο συνήθους διαμονής του ο Αιτητής θα έλθει αντιμέτωπος με σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας του, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης βάσει του άρθρου 19 (2) (γ).

Περαιτέρω αναφορικά με το ζήτημα που αφορά στην υγεία του Αιτητή ήτοι το διαβήτη το Δικαστήριο προχώρησε σε δική του έρευνα όπου κατέδειξε πως την περιοχή συνήθους διαμονής του Αιτητή παρέχεται η εν λόγω ιατροφαρμακευτική  περίθαλψη για ασθενείς με Διαβήτη

Συγκεκριμένα ως προς την διαθεσιμότητα της θεραπείας, σημειώνεται πως, στη ΛΔΚ οι διαθέσιμες θεραπείες για τον διαβήτη σε κέντρα υγείας και επαρχιακά νοσοκομεία περιλαμβάνουν συμβουλευτική για τον τρόπο ζωής, παρακολούθηση παραγόντων κινδύνου και χορήγηση φαρμάκων, όπως η ινσουλίνη. Κατ’ αρχήν, οι υπηρεσίες αυτές είναι διαθέσιμες σε κέντρα υγείας και επαρχιακά νοσοκομεία σε όλη τη χώρα· ωστόσο, η παροχή τους εξαρτάται από τη διαθεσιμότητα διαγνωστικών εξετάσεων και φαρμάκων. Ειδικότερα, οι εξειδικευμένες υπηρεσίες φροντίδας είναι πολύ περιορισμένες σε δευτεροβάθμιες ή τριτοβάθμιες δομές σε επαρχιακό επίπεδο. Υπηρεσίες εξειδικευμένης περίθαλψης, όπως ιατρικές συμβουλές από ειδικευμένους ιατρούς ή εξειδικευμένες χειρουργικές επεμβάσεις, παρέχονται σχεδόν αποκλειστικά στην Κινσάσα.[7]

περαιτέρω καταγράφονται, ορισμένα παραδείγματα προγραμμάτων για τον διαβήτη που υποστηρίζονται από μη κυβερνητικές οργανώσεις στη ΛΔΚ. Ωστόσο, τα προγράμματα αυτά είναι τοπικού χαρακτήρα και δεν είναι ενταγμένα στο εθνικό σύστημα υγείας. Ενδεικτικά, τέτοια προγράμματα έχουν υλοποιηθεί από τους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα (Médecins Sans Frontières – MSF) το 2017 και το Παγκόσμιο Ίδρυμα για τον Διαβήτη (World Diabetes Foundation).[8]

Εν κατακλείδι επί τη βάσει όλων όσων παρατέθηκαν στην παρούσα απόφαση, το Δικαστήριο κρίνει ότι το αίτημα του Αιτητή για την παροχή του καθεστώτος διεθνούς προστασίας ,  εξετάστηκε επιμελώς σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου ήταν το αποτέλεσμα ορθής αξιολόγησης όλων των στοιχείων και δεδομένων, είναι επαρκώς αιτιολογημένη και λήφθηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου, το Σύνταγμα και τις Γενικές Αρχές του Διοικητικού Δικαίου.

Συνεπώς, κρίνω, με βάση τα ανωτέρω, ότι οι λόγοι ακυρώσεως της προσβαλλόμενης απόφασης δεν ευσταθούν.

Υπό το φως των πιο πάνω η  προσφυγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη με €1500 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση.

 

                                      

 

 

                                         Βούλα Κουρουζίδου - Καρλεττίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[1] EASO, 'Practical Guide: Evidence Assessment, 2015, διαθέσιμο σε: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/public/EASO-Practical-Guide_-Evidence-Assessment.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 30/04/2025). 

[2] AI, The State of the World's Human Rights; Democratic Republic Of The Congo 2024, 29 April 2025, διαθέσιμο σε: Human rights in Democratic Republic of the Congo Amnesty International (ημερομηνία πρόσβασης 30/03/2026).

 

[3] UN High Commissioner for Refugees (UNHCR), UNHCR Position on Returns to North Kivu, South Kivu and Ituri in the Democratic Republic of the Congo – Update IV (Revision 1), p. 2-6, April 2025, https://www.refworld.org/policy/countrypos/unhcr/2025/en/149580  (ημερομηνία πρόσβασης 30/03/2026).

[4] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Democratic Republic of Congo, Events / Fatalities, All Events, Past Year, Kinshasa/Kalamu, διαθέσιμη σε Democratic Republic of Congo | ACLED (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/03/2026).

[5] City Population, Congo (Democratic Republic), Provinces, Kinshasa: διαθέσιμος σε: https://www.citypopulation.de/en/drcongo/cities/  (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/03/2026)

[6] Ιστότοπος World Population Review/ DR Congo/ Kinshasa, διαθέσιμος σε: https://worldpopulationreview.com/cities/dr-congo/kinshasa  (ημερομηνία πρόσβασης 30/03/2026)

[7] EUAA (European Union Agency for Asylum), Democratic Republic of Congo (DRC); Medical Country of Origin Information Report, August 2021, https://coi.easo.europa.eu/administration/easo/PLib/2021_08_EASO_MedCOI_Report_DRC_update.pdf, σελ. 46-47 (ημερομηνία πρόσβασης 30/03/2026)

[8] World Diabetes Foundation, Improving diabetes care WDF05-128, n.d,  και MSF, Médecins Sans Frontières, Evaluating the effectiveness and burden of diabetes care in a complex humanitarian emergency setting in Mweso, North Kivu, Democratic Republic of the Congo (DRC), 2015, όπως παρατίθενται ως υποσημείωση στην έκθεση του EUAA (European Union Agency for Asylum), Democratic Republic of Congo (DRC); Medical Country of Origin Information Report, August 2021, https://coi.easo.europa.eu/administration/easo/PLib/2021_08_EASO_MedCOI_Report_DRC_update.pdf, σελ. 52 (ημερομηνία πρόσβασης 30/03/2026)


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο