ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπoθ. Αρ.: Τ135/2026
08 Απριλίου 2026
[Α.Α.ΑΓΡΟΤΗ, ΔΔΔΔΠ.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
Α. Ο. Κ.
Αιτήτρια
-και-
Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω
Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Κ. Κουπαρή (κα), Δικηγόρος για την Αιτήτρια
Στην απουσία των Καθ' ων η αίτηση δυνάμει των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (3/2019)
Η Αιτήτρια είναι παρούσα.
[Παρούσα η Μ. Σταυρινίδου (κα) για πιστή μετάφραση από τα ελληνικά στα γαλλικά και αντίστροφα]
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Α.Α.ΑΓΡΟΤΗ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π: Με την παρούσα προσφυγή, η Αιτήτρια προσβάλλει την απόφαση των Καθ΄ ων η αίτηση ως αυτή περιέχεται σε επιστολή ημερομηνίας 18/03/2026 σύμφωνα με την οποία η μεταγενέστερη αίτησή της κρίθηκε ως απαράδεκτη και καλεί το Δικαστήριο όπως κηρύξει αυτήν άκυρη και στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος.
Η υπό εξέταση προσφυγή ορίστηκε απευθείας για Ακρόαση σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 3 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (3/2019), αφού εν τω μεταξύ υποβλήθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου, Υπόμνημα συνοδευόμενο από το σχετικό διοικητικό φάκελο. Μελετώντας αυτόν, το Δικαστήριο, ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια δεν έκρινε σκόπιμη την παρουσία των Καθ' ων η αίτηση και η διαδικασία ολοκληρώθηκε στην παρουσία της Αιτήτριας η οποία εκπροσωπείται από δικηγόρο.
Όπως προκύπτει από τον ενώπιον μου διοικητικό φάκελο, πρόκειται για ενήλικη, υπήκοο Καμερούν, η οποία, κατά δήλωσή της, εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της τον Ιανουάριο του 2020, μεταβαίνοντας στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου, από όπου στη συνέχεια εισήλθε παράτυπα στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές. Στις 11/02/2020 υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας.
Στις 25/02/2022 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη στην Αιτήτρια από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος στις 25/05/2022 συνέταξε εισηγητική έκθεση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, με την οποία εισηγείται την απόρριψη του αιτήματος της Αιτήτριας, κρίνοντας ότι αυτή δεν πληροί τις προϋποθέσεις για υπαγωγή ούτε στο προσφυγικό καθεστώς κατά το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, αλλά ούτε και στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας κατά το άρθρο 19 του ίδιου Νόμου. Την 01/07/2022, συγκεκριμένος λειτουργός δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών, να ασκεί καθήκοντα Προϊστάμενου της Υπηρεσίας Ασύλου, ενέκρινε την εισήγηση και αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης της Αιτήτριας, αποφασίζοντας παράλληλα την επιστροφή της στο Καμερούν.
Η απορριπτική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου παραλήφθηκε από την Αιτήτρια δια χειρός στις 12/08/2022 και εναντίον αυτής, η Αιτήτρια καταχώρισε την υπ' αρ. 5201/2022 προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, η οποία στις 31/12/2025 απορρίφθηκε, καθιστώντας την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, τελεσίδικη.
Την 27/01/2026, η Αιτήτρια συμπλήρωσε μεταγενέστερη αίτηση, επισυνάπτοντας σε αυτή διάφορα έγγραφα στα οποία θα αναφερθώ στη συνέχεια. Κατά την εξέτασή της σε προκαταρκτικό στάδιο, ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου στις 19/02/2026, συνέταξε εισηγητική έκθεση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας, εισηγούμενος όπως η μεταγενέστερη αίτηση της Αιτήτριας κριθεί απαράδεκτη. Κατόπιν εξέτασης της εισηγητικής έκθεσης από λειτουργό δεόντως εξουσιοδοτημένο να ασκεί καθήκοντα Προϊστάμενου της Υπηρεσίας Ασύλου, οι Καθ’ ων η αίτηση στις 27/02/2026 αποφάσισαν την απόρριψη της μεταγενέστερης αίτησης της Αιτήτριας ως απαράδεκτη, δυνάμει των άρθρων 12Βτετράκις και 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου.
Η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου η οποία περιέχεται σε επιστολή ημερομηνίας 18/03/2026 κοινοποιήθηκε στην Αιτήτρια, στις 19/03/2026, δια χειρός.
Εμπρόθεσμα, η Αιτήτρια καταχώρισε μέσω της συνηγόρου της την με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο προσφυγή εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου. Παράλληλα καταχωρήθηκε ενδιάμεση αίτηση για άδεια παραμονής της Αιτήτριας μέχρι εκδίκασης της προσφυγής, ωστόσο λόγω της εκδίκασης της κυρίως αίτησης αυθημερόν, η αίτηση αποσύρθηκε και κατά συνέπεια απορρίφθηκε στις 06/04/2026.
Ενώπιον του Δικαστηρίου, κατά την ακροαματική διαδικασία, η συνήγορος της Αιτήτριας, υποστήριξε ότι εσφαλμένα οι Καθ’ ων η αίτηση θεώρησαν τα έγγραφα που επισύναψε η Αιτήτρια ως μη νέα στοιχεία, ισχυριζόμενη πως αυτά αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στην Αιτήτρια διεθνούς προστασίας. Κατά συνέπεια προωθεί η κ. Κουπαρή ότι οι Καθ’ ων η αίτηση παρέλειψαν να διεξαγάγουν την δέουσα έρευνας εκδίδοντας μη αιτιολογημένη απόφαση.
Έχοντας αναφερθεί στα πιο πάνω γεγονότα, προχωρώ αρχικά σε ανάλυση του νομικού πλαισίου εξέτασης μεταγενέστερων αιτήσεων.
Το νομικό πλαίσιο εντός του οποίου το αρμόδιο όργανο οφείλει να εξετάσει υποβληθείσες μεταγενέστερες αιτήσεις αποτελούν τα άρθρα 12Βτετρακις και 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου και προνοούν τα ακόλουθα (ο τονισμός και οι υπογραμμίσεις του παρόντος Δικαστηρίου):
«16Δ.-(1)(α) Σε περίπτωση που αιτητής υποβάλει στον Προϊστάμενο
(i) Μεταγενέστερη αίτηση, ή
(ii) νέα στοιχεία ή πορίσματα κατά ή μετά την ημερομηνία στην οποία καθίσταται εκτελεστή απόφαση του Προϊσταμένου επί πρότερης αίτησης του αιτητή,
ο Προϊστάμενος εξετάζει το συντομότερο δυνατό οτιδήποτε ούτως υποβληθέν σύμφωνα με το παρόν άρθρο.
(β) Στην παράγραφο (α), ο όρος «απόφαση» περιλαμβάνει απόφαση που λαμβάνεται από τον Προϊστάμενο δυνάμει του άρθρου 16Β ή 16Γ.
(2) Σε περίπτωση που αιτητής υποβάλει στον Προϊστάμενο είτε μεταγενέστερη αίτηση είτε νέα στοιχεία ή πορίσματα, σύμφωνα με το εδάφιο (1), ο Προϊστάμενος δεν μεταχειρίζεται οτιδήποτε υποβληθέν ως νέα αίτηση αλλά ως περαιτέρω διαβήματα στα πλαίσια της αποφασισθείσας αίτησης. Ο Προϊστάμενος, λαμβάνει υπόψη όλα τα στοιχεία των προαναφερόμενων περαιτέρω διαβημάτων, χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη.
(3)(α) Κατά τη λήψη απόφασης σχετικά με το παραδεκτό της αίτησης σύμφωνα με την παράγραφο (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 12Βτετράκις, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρκτική εξέταση προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσο προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα τα οποία ο Προϊστάμενος δεν έλαβε υπόψη κατά την έκδοση της εκδοθείσας απόφασής του, σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τον χαρακτηρισμό του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας:
Νοείται ότι σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώσει ότι ο αιτητής δεν έχει προσκομίσει νέα στοιχεία ή πορίσματα, η μεταγενέστερη αίτησή απορρίπτεται ως απαράδεκτη με βάση την αρχή του δεδικασμένου, χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη.
(β) Σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώνει ότι προέκυψαν ή υποβλήθηκαν τα προαναφερόμενα στην παράγραφο (α) νέα στοιχεία ή πορίσματα, προβαίνει σε ουσιαστική εξέτασή τους, αφού προηγουμένως ενημερώσει σχετικά τον αιτητή, και εκδίδει νέα εκτελεστή απόφαση, μόνο εφόσον -
(i) Τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον αιτητή διεθνούς προστασίας∙ και
(ii) ικανοποιείται πως ο αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος.»
Το δε άρθρο 12Βτετράκις(2) προνοεί ότι: (οι υπογραμμίσεις του παρόντος Δικαστηρίου)
«Με την επιφύλαξη της Σύμβασης, η Υπηρεσία Ασύλου δύναται να θεωρήσει αίτηση ως απαράδεκτη μόνο εάν-
[..]
(δ) η αίτηση είναι μεταγενέστερη αίτηση στο πλαίσιο της οποίας δεν υποβλήθηκαν από τον αιτητή ή δεν προέκυψαν νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις για να χαρακτηριστεί ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας ή [.]».
Με βάση τα πιο πάνω, είναι σαφές ότι με την υποβολή μεταγενέστερου αιτήματος από αιτητή/τρια ασύλου, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρκτική εξέταση επί του παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης, με σκοπό να διαπιστώσει κατά πόσο προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον/την Αιτητή/τρια νέα στοιχεία ή πορίσματα, τα οποία δεν λήφθηκαν υπόψη στα πλαίσια εξέτασης της αρχικής του/της αίτησης. Στην περίπτωση που διαπιστωθεί ότι δεν υποβλήθηκαν νέα στοιχεία ή πορίσματα, τότε η αίτηση κρίνεται απαράδεκτη χωρίς επί της ουσίας εξέταση. Αντίθετα εάν διαπιστωθεί από τον Προϊστάμενο ότι υποβλήθηκαν νέα στοιχεία ή πορίσματα, προβαίνει σε ουσιαστική εξέταση της μεταγενέστερης αίτησης και εκδίδει νέα εκτελεστή απόφαση μόνο εφόσον τα υποβληθέντα από τον/την αιτητή/τρια νέα στοιχεία αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας και εφόσον ο Προϊστάμενος ικανοποιείται ότι ο/η αιτητής/τρια αδυνατούσε να υποβάλει τα συγκεκριμένα στοιχεία κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Δικαστήριο.
Είναι απολύτως αντιληπτό ότι η μεταγενέστερη αίτηση εξετάζεται ως ένα μεταγενέστερο διάβημα, στα πλαίσια της αρχικής αίτησης που αποφασίστηκε ήδη από το αρμόδιο όργανο. Ο Προϊστάμενος, εν πρώτης, έχει υποχρέωση να λάβει υπόψη του όλα τα γεγονότα που προηγήθηκαν και να προβεί σε μια συγκριτική εξέταση της αρχικής αίτησης του/της αιτητή/τριας με την μεταγενέστερη του/της αίτηση ώστε να διαφανεί εάν με την υποβολή της μεταγενέστερης αίτησης ο/η Αιτητής/τρια για πρώτη φορά προβάλλει τέτοια στοιχεία ή ισχυρισμούς τα οποία χρήζουν περαιτέρω διερεύνησης.
Θεωρώ χρήσιμο όπως καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που η Αιτήτρια πρόβαλε σε όλα τα στάδια εξέτασης του αιτήματός της, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν οι Καθ' ων η αίτηση αποφάσισαν μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της διακριτικής τους ευχέρειας.
Η Αιτήτρια στην αίτησή της για παροχή διεθνούς προστασίας το 2020 και ως προς τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της, ισχυρίστηκε ότι σε νεαρή ηλικία υπήρξε θύμα σεξουαλικής κακοποίησης από τον πατριό της, γεγονός που σε μεταγενέστερο στάδιο εξομολογήθηκε στην μητέρα της πλην όμως δεν έγινε πιστευτή. Λόγω της αναφερόμενης κακοποίησης ξεκίνησε να νοιώθει αποστροφή προς τους άνδρες δείχνοντας πλέον ενδιαφέρον προς τις γυναίκες. Παρά το ότι έκρυβε για χρόνια τη σεξουαλική της ταυτότητα, όταν αποκαλύφθηκε, δέχτηκε απειλές θανάτου από την οικογένειά της καθώς και απειλές περί καταγγελίας της στις αρχές.
Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης της, η Αιτήτρια ανέπτυξε τους αναφερόμενους στην αίτησή της ισχυρισμούς, τόσο αναφορικά με την σεξουαλική κακοποίηση την οποία υπέστη από τον πατριό της, η οποία οδήγησε και στην γέννηση της θυγατέρας της, όσο και αναφορικά με την σεξουαλική της ταυτότητα, προσδιορίζοντας τον εαυτό της ως ομοφυλόφιλο άτομο.
Από τα λεγόμενα της Αιτήτριας, οι Καθ’ ων η αίτηση αποδέχθηκαν τον ισχυρισμό της περί σεξουαλικής κακοποίησης της από τον πατριό της από την ηλικία των 14 ετών μέχρι τα 23 της χρόνια, κρίνοντας τις δηλώσεις της συνεκτικές, σαφείς και λεπτομερείς, ενώ απέρριψαν τον ισχυρισμό της περί ομοφυλοφιλίας, κρίνοντας πως αυτή δεν ήταν σε θέση να παράσχει σαφείς και λεπτομερείς πληροφορίες οι οποίες να αντικατοπτρίζουν βιωματικά περιστατικά.
Στη βάση των πιο πάνω και μετά από αξιολόγηση κινδύνου, οι Καθ' ων η αίτηση απέρριψαν το αίτημα της Αιτήτριας εφόσον κρίθηκε πως δεν πληροί τις προϋποθέσεις για να αναγνωρισθεί ως πρόσφυγας ή για να της χορηγηθεί το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.
Εναντίον της πιο πάνω απόφασης η Αιτήτρια υπέβαλε προσφυγή ενώπιον του Δ.Δ.Δ.Π. η οποία απορρίφθηκε στις 31/12/2025. Σημειώνω προσπάθεια της Αιτήτριας για επανάνοιγμα της υπόθεσης, μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης, με σκοπό την υποβολή στοιχείων αναφορικά με την κατάσταση της υγείας της Αιτήτριας, αίτημα το οποίο απορρίφθηκε από το Δικαστήριο με αιτιολογημένη απόφασή του ημερομηνίας 17/12/2025 (ερυθρά 136-145 επί του διοικητικού φακέλου).
Με την μεταγενέστερη αίτησή της, η Αιτήτρια αιτήθηκε το επανάνοιγμα του φακέλου της, ώστε να παρουσιάσει ως νέο στοιχείο το γεγονός ότι έχει διαγνωσθεί με μετατραυματικό στρες συνεπεία των βιωμάτων της στο Καμερούν, αλλά και ότι είναι επίσημο (official member) μέλος της κοινότητας ΛΟΑΤΙ στη Κύπρο [ACCEPT ΛΟΑΤΙ Κύπρου]. Ισχυρίζεται ότι η κατάσταση της υγείας της έχει επιδεινωθεί και λαμβάνει περισσότερα φάρμακα. Επιπλέον αναφέρει ότι δεν επιθυμεί να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής της διότι φοβάται ότι θα υποστεί κακοποίηση και βία.
Προς επίρρωση των ισχυρισμών της η Αιτήτρια επεσύναψε με την αίτησή της τα ακόλουθα έγγραφα:
(i) Βεβαίωση ψυχολογικής κατάστασης συνταχθείσα από ψυχολόγο, Λειτουργό Στήριξης και Θεραπείας του Κέντρου ΝΗΜΑ, ημερομηνίας 23/01/2026, σύμφωνα με την οποία διαπιστώνεται ότι η Αιτήτρια «πληροί τα κριτήρια διαταραχής μετατραυματικού στρες και συνθέτης διαταραχής μετατραυματικού στρες, συμπτώματα τα οποία επηρεάζουν τον τρόπο αφήγησης των βιωμάτων της…»
(ii) Ιατρική Έκθεση Ψυχιάτρου του ΟΚΥΠΥ, ημερομηνίας 02/07/2025, σύμφωνα με την οποία η Αιτήτρια «λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή με αντιψυχωσικά, αντικαταθληπτικά και υπναγωγικά»
(iii) Επιστολή της Accept ΛΟΑΤΙ Κύπρου ημερομηνίας 13/01/2026, σύμφωνα με την οποία βεβαιώνεται ότι η Αιτήτρια είναι μέλος της εν λόγω οργάνωσης.
(iv) Επιστολή της συνηγόρου της ημερομηνίας 26/01/2026 σύμφωνα με την οποία επισυνάπτονται τα ίδια πιο πάνω έγγραφα και εξηγείται ο λόγος για τον οποίο υποβάλλεται αίτημα για επανάνοιγμα φακέλου της Αιτήτριας.
Στην βάση των δηλώσεων της Αιτήτριας, αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου στο Σημείωμα /Εισήγηση ημερομηνίας 19/02/2026, εισηγήθηκε όπως η μεταγενέστερη αίτηση της Αιτήτριας κριθεί απαράδεκτη, κρίνοντας πως οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας δεν αποτελούν νέα στοιχεία και δεν αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες διεθνούς προστασίας. προβαίνοντας μεταξύ άλλων σε αιτιολόγηση της απόφασης τους στο γεγονός ότι το Δικαστήριο στα πλαίσια της προσφυγής της Αιτήτριας υπ αριθμό 2501/22 δεν αξιολόγησε τα εν λόγω έγγραφα αφού κατέληξε ότι αυτά προϋπήρχαν και δεν αποτελούν νέα στοιχεία.
Επί τούτου, παρατηρώ την εσφαλμένη αναφορά των Καθ’ ων η αιτηση σε ενδιάμεση αίτηση του Δικαστηρίου, χωρίς μάλιστα να διευκρινίζεται τούτο. Το αίτημα που είχε ενώπιον του το Δικαστήριο, υπό άλλη σύνθεση, δεν αφορούσε σε προσαγωγή μαρτυρίας, αλλά σε αίτημα για επανάνοιγμα της προσφυγής μετά την επιφύλαξη απόφασης. Ως εκ τούτου κρίνω λανθασμένη την αναφορά των Καθ’ ων η αίτηση σε κρίση του Δικαστηρίου επί των εγγράφων, εφόσον ουσιαστικά αυτά ποτέ δεν τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου προς αξιολόγηση για τους λόγους που αναφέρονται στην εν λόγω απόφαση.
Καίτοι οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν πως τα έγγραφα που επεσύναψε η Αιτήτρια με την μεταγενέστερη αίτησή της προϋπήρχαν και δεν αποτελούν νέα στοιχεία που να αυξάνουν τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας, προχώρησαν σε έρευνα σχετικά με την διαθέσιμη ιατροφαρμακευτική φροντίδα ψυχικά ασθενών στο Καμερούν αναφέροντας τα ακόλουθα «Σχετικά με τη ψυχική υγεία της αλλοδαπής ( Π.Β .ερυθ .190-188), σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα και περιοχή συνήθους καταγωγής της δηλ. τη πόλη Douala και τη δυνατότητα σχετικής ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης διαθέσιμες πηγές πληροφόρησης αναφέρουν ότι: η φροντίδα της ψυχικής υγείας στη Douala παρέχεται κυρίως στη ψυχιατρική πτέρυγα του δημόσιου νοσοκομείου Laquintinie . Άλλες επιλογές για σχετική θεραπεία και στήριξη παρέχει ο ιδιωτικός τομέας και κλινικές ψυχικής υγείας της καμερουνεζικης βαπτιστικής εκκλησίας ( Cameroon Baptist Convention Health Services) . [..] Ο τομέας της ψυχικής υγείας αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις συμπεριλαμβανομένου ελλείψεων σε ειδικούς λόγω υψηλού κόστους με πολλούς ασθενείς να ταξιδεύουν από τις γύρω περιοχές για θεραπεία. Διάφοροι μη κυβερνητικοί οργανισμοί και κοινοτικά κέντρα συμβουλευτικής όπως το Community CBC Health Services προσφέρει βοήθεια υποστήριξη σε άτομα με ζητήματα ψυχικής υγείας. [..] Στο Καμερούν ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας συνεργάζεται κυρίως με το Υπουργείο Δημοσίας Υγείας για να συγχωνεύσουν τη ψυχολογική φροντίδα στο εθνικό ιατροφαρμακευτικοί σύστημα υγείας. Αυτή η συνεργασία στοχεύει στη δημιουργία στρατηγικών πλαισίων εργασίας, εκπαίδευση ειδικευομένου προσωπικού και την ενημερότητα του κοινού σε θέματα ψυχικής υγείας. [..] Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας στήριξε το Καμερούν στην ανάπτυξη της πρώτης στρατηγικής για την ψυχική υγεία [..] από το 2020 ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας βοήθησε στην στρατολόγηση και εκπαίδευση περίπου 27 ψυχολόγων και 36 νοσοκόμων σε ολόκληρη τη χώρα. Επίσης βοήθησε στην ειδική εκπαίδευση 1500 ειδικών σε ζητήματα ψυχικής υγείας και 300 κοινωνικών λειτουργών. [..] ( Π.Β -ερυθ 209-205)».
Ανατρέχοντας το Δικαστήριο στα αναφερόμενα ερυθρά του διοικητικού φακέλου πως επιβεβαίωση της αναφερόμενης έρευνας, εφόσον επί της εισηγητικής έκθεσης δεν δύναται να διαπιστωθεί η πηγή πληροφόρησης, διαπιστώνω ότι πρόκειται για γενικές πληροφορίες αντληθείσες από μη έγκυρες και ανεξάρτητες πηγές πληροφόρησης και συνεπώς δεν μπορεί να διαπιστωθεί η εγκυρότητά τους αλλά και η ορθότητά τους.
Στη βάση της πιο πάνω ανάλυσης, οι Καθ' ων η αίτηση απέρριψαν την μεταγενέστερη αίτηση της Αιτήτριας ως απαράδεκτη.
Επαναλαμβάνεται ότι με την υποβολή μεταγενέστερου αιτήματος από αιτητή/τρια ασύλου, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρκτική εξέταση αυτού και εκδίδει νέα εκτελεστή απόφαση μόνο εφόσον τα υποβληθέντα από τον/την αιτητή/τρια νέα στοιχεία αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας και εφόσον ο Προϊστάμενος ικανοποιείται ότι ο/η Αιτητής/τρια αδυνατούσε να υποβάλει τα συγκεκριμένα στοιχεία κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Δικαστήριο.
Στην υπό κρίση υπόθεση οι Καθ’ ων η αίτηση στήριξαν την απόρριψη της μεταγενέστερης αίτησης της Αιτήτριας ως απαράδεκτης στο γεγονός ότι τα έγγραφα που προσκόμισε δεν αποτελούν νέα στοιχεία και δεν αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας,
Από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου διαπιστώνω ότι τα προσκομισθέντα έγγραφα φέρουν ημερομηνίες μεταγενέστερες της εξέτασης του αρχικού αιτήματος διεθνούς προστασίας της Αιτήτριας. Η διαπίστωση αυτή υποδεικνύει εκ πρώτης όψεως ότι πρόκειται για «νέα στοιχεία», τα οποία δεν ήταν στην κατοχή της Αιτήτριας κατά την διαδικασία αξιολόγησης του αρχικού αιτήματός της, και άρα πρέπει να διερευνηθεί κατά πόσο αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
Σχετικά με την έννοια των «νέων στοιχείων», το ΔΕΕ στην απόφασή του -18/20, XY κατά Bundesamt für Fremdenwesen und Asyl, ημερομηνίας 09/09/2021, προβαίνοντας σε ερμηνεία των άρθρων 40(2) και (3) της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας, διευκρίνισε ότι «η έννοια «νέα στοιχεία ή πορίσματα» τα οποία «έχουν προκύψει ή υποβληθεί από τον αιτούντα», κατά τη διάταξη αυτή, περιλαμβάνει τα στοιχεία ή τα πορίσματα που προέκυψαν μετά την οριστική περάτωση της διαδικασίας που είχε ως αντικείμενο προγενέστερη αίτηση διεθνούς προστασίας, καθώς και τα στοιχεία ή τα πορίσματα τα οποία υφίσταντο μεν ήδη πριν από την περάτωση της διαδικασίας, αλλά δεν προβλήθηκαν από τον αιτούντα».
Αναφορικά με το ζήτημα του κατά πόσον τα νέα στοιχεία αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας στην Αιτήτρια, οι Καθ’ ων η αίτηση, όπως λέχθηκε και πιο πάνω, προέβησαν σε γενική έρευνα (ερυθρά 209-205 στο διοικητικό φάκελο) αναφορικά με την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και την κάλυψη των υπηρεσιών ψυχικής υγείας στο Καμερούν χωρίς ωστόσο να καταλήγουν σε σχετικό συμπέρασμα. Σε κάθε περίπτωση η συγκεκριμένη έρευνα κρίνεται ανεπαρκείς και αμφιβόλου εγκυρότητας για τους λόγους που ήδη αναφέρθηκαν πιο πάνω.
Ως εκ τούτου, κρίνω ότι εσφαλμένα και επιπόλαια οι Καθ’ ων η αίτηση απέρριψαν ως απαράδεκτη την μεταγενέστερη αίτηση της Αιτήτριας με την αιτιολογία ότι τα εν λόγω έγγραφα δεν αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
Τούτου λεχθέντος, πρέπει να διερευνηθεί εξατομικευμένα το ζήτημα της διαθεσιμότητας και της προσβασιμότητας της Αιτήτριας στις υπηρεσίες ψυχικής υγείας του Καμερούν, με γνώμονα πάντα την λήψη της κατάλληλης στήριξης και θεραπείας σύμφωνα με τις δικές της ανάγκες που απορρέουν από την κατάσταση της υγείας της. Ωστόσο, αυτό είναι ένα ζήτημα που υπερβαίνει της έκτασης του ελέγχου που πραγματοποιείται κατά την προκαταρκτική εξέταση του παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης.
Ως προς την έκταση ελέγχου του Δικαστηρίου επί προσφυγών οι οποίες βάλλουν κατά αποφάσεων με τις οποίες απορρίπτεται ως απαράδεκτη μεταγενέστερη αίτηση διεθνούς προστασίας, υιοθετώ το σκεπτικό του αδελφού Δικαστή Α. Χριστοφόρου στην υπόθεση 3215/2021, ημερ. 19/09/2022, V.N. και Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου.
«Αναφορικά δε με την έκταση ελέγχου που ασκεί το Δικαστήριο σε προσφυγές δια των οποίων, ως η παρούσα, αφορούν απόφαση με την οποία απορρίπτεται μεταγενέστερη αίτηση διεθνούς προστασίας ως απαράδεκτη, συμφωνώ και υιοθετώ τα όσα η αδελφή δικαστής Κ. Κλεάνθους ανέφερε στην απόφαση της στην υπ. αρ.1317/20, M. D. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, ημ.15/09/21, όπου λέχθηκαν τα εξής:
«35. Δυνάμει δε του εδαφίου (3) του άρθρου 11, φρονώ ότι το παρόν Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να εξετάσει το ίδιο για πρώτη φορά κατ' ουσίαν το καινοφανή ισχυρισμό της Αιτήτριας. Ειδικότερα, στο εδάφιο (3) ορίζεται ότι το Δικαστήριο προβαίνει σε σχέση με απόφαση του εδαφίου (4) σε έλεγχο της νομιμότητας και ορθότητας αυτής, εξετάζοντας πλήρως και από τούδε και στο εξής (i) τα γεγονότα και τα νομικά ζητήματα που τη διέπουν, και (ii) την ανάγκη χορήγησης διεθνούς προστασίας σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Προσφύγων Νόμου σε περίπτωση που προσβάλλεται απόφαση, η οποία συνεπάγεται τη μη χορήγηση τέτοιας προστασίας ή την ανάκληση ή παύση τέτοιας προστασίας ή τη χορήγηση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας αντί του καθεστώτος πρόσφυγα. Με το πέρας του ελέγχου το Δικαστήριο επικυρώνει εν όλω ή εν μέρει την απόφαση ή πράξη, ή ακυρώνει και τροποποιεί εν όλω ή εν μέρει αυτήν. Με βάση τόσο το γράμμα όσο και την τελεολογία της εν λόγω διάταξης, φρονώ ότι το παρόν Δικαστήριο κατά την εξέταση μεταγενέστερης αίτησης, η οποία απορρίπτεται ως απαράδεκτη δεν έχει εξουσία να εξετάσει περαιτέρω τα νέα στοιχεία και να αποφασίσει επί της ανάγκης χορήγησης διεθνούς προστασίας το ίδιο, καθώς πρόκειται περί περίπτωσης όπου η προσβαλλόμενη απόφαση δεν συνεπάγεται τη μη χορήγηση διεθνούς προστασίας, με την έννοια ότι δεν εξετάστηκε η αίτηση επί της ουσίας της, παρά μόνο το παραδεκτό της. Η τελεολογική αυτή ερμηνεία είναι σύμφωνη και με την ανάγκη μη παράκαμψης ενός σταδίου εξέτασης του καινοφανούς αυτού ισχυρισμού της Αιτήτριας, ήτοι τη διοικητική εξέταση της αιτήσεως και των ισχυρισμών της (Βλ. συναφώς Απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2018, στην υπόθεση αρ.: C 652/16, Nigyar Rauf Kaza Ahmedbekova, ECLI:EU:C:2018:801, σκέψεις 92 έως 103).
36. Το παρόν Δικαστήριο έχει συνεπώς την εξουσία να προβαίνει σε έλεγχο ακόμα και τροποποίηση της απόφασης επί μεταγενέστερης αίτησης μέχρι το σημείο κρίσης επί του παραδεκτού όχι όμως υποχρέωση εξέτασης της ανάγκης χορήγησης διεθνούς προστασίας, χωρίς να έχει προηγηθεί ολοκληρωμένη κατ' ουσία εξέταση των ισχυρισμών της Αιτήτριας».
Ενόψει των ανωτέρω, κρίνω πως δεν ακολουθήθηκε η ορθή διαδικασία εξέτασης της μεταγενέστερης αίτησης ασύλου και ότι η απόφαση των Καθ’ ων η αίτηση είναι πλημμελής δεδομένων των στοιχείων που έθεσε ενώπιον τους η Αιτήτρια. Η απόφασή τους στερείται δέουσας έρευνας και ορθής αιτιολογίας.
Ως εκ τούτου η προσφυγή επιτυγχάνει και η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώνεται δυνάμει του άρθρου 146(4)(β) του Συντάγματος και του άρθρου 11(3)(β) του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου (Ν. 73(Ι)/18) λόγω έλλειψης δέουσας έρευνας και συνεπακόλουθης πάσχουσας αιτιολογίας. Επιδικάζονται €400 έξοδα, πλέον ΦΠΑ εάν υπάρχει, υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση.
Α.Α. ΑΓΡΟΤΗ Δ. ΔΔΔΠ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο