Ο. F. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπoθ. Αρ.: 2215/24, 7/5/2026
print
Τίτλος:
Ο. F. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπoθ. Αρ.: 2215/24, 7/5/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ 

Υπoθ. Αρ.: 2215/24 

 

07 Μαΐου 2026 

[Α.Α.ΑΓΡΟΤΗ, ΔΔΔΔΠ] 

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ: 

Ο. F.

Αιτητής 

-και- 

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου 

Καθ' ων η Αίτηση 

 

Γ. Καρατζιόλη (κα),για Χρ. Ματθαίου (κα), δικηγόροι για τον Αιτητή

Θ. Βασιλάκη (κα), για τους Καθ' ων η Αίτηση

Ο Αιτητής παρών

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

(αργότερα την ίδια ημέρα)

 

Α.Α.ΑΓΡΟΤΗ Δ. ΔΔΔΠ: Με την παρούσα προσφυγή, ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία περιέχεται σε επιστολή ημερομηνίας 07/06/2024, σύμφωνα με την οποία το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας απορρίφθηκε, και καλεί το Δικαστήριο όπως κηρύξει αυτήν άκυρη, παράνομη, αντισυνταγματική και στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος.

Όπως προκύπτει τόσο από την Ένσταση αλλά και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, που αποτελεί τεκμήριο Α στην παρούσα διαδικασία, τα ουσιώδη γεγονότα που αφορούν την υπό εξέταση υπόθεση είναι τα ακόλουθα:

 

Ο Αιτητής είναι ενήλικας, υπήκοος Νιγηρίας, κάτοχος διαβατηρίου, ο οποίος σύμφωνα με δηλώσεις της εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του στις 17/03/2022, μεταβαίνοντας μέσω Τουρκίας στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου, όπου διέμεινε και εργαζόταν για δύο χρόνια. Ακολούθως εισήλθε παράτυπα στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές υποβάλλοντας στις 17/05/2024 αίτηση διεθνούς προστασίας.

 

Στις 27/05/2024 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη με τον Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος συνέταξε στις 30/05/2024 σχετική εισηγητική έκθεση υποβληθείσα προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου. Σύμφωνα με την αναφερόμενη έκθεση γίνεται εισήγηση για απόρριψη του αιτήματος του Αιτητή. κατόπιν εξέτασης της εισηγητικής έκθεσης συγκεκριμένος λειτουργός δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών να ασκεί καθήκοντα Προϊστάμενου της Υπηρεσίας Ασύλου, αποφάσισε στις 30/05/2024  όπως απορρίψει το αίτημα του Αιτητή, εκδίδοντας παράλληλα και απόφαση επιστροφής του στην Νιγηρία.

 

Η απορριπτική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου μαζί με την αιτιολογία αυτής, η οποία περιέχεται στην επιστολή ημερομηνίας 07/06/2024, παραλήφθηκε από τον Αιτητή αυθημερόν, θέτοντας την υπογραφή του μετά από πλήρη επεξήγηση του περιεχομένου της σε γλώσσα απολύτως κατανοητή από αυτόν.

 

Εμπρόθεσμα ο Αιτητής μέσω της συνηγόρου του, καταχώρησε την με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο προσφυγή εναντίον της απόφασης των Καθ' ων η αίτηση, προβάλλοντας πλήθος νομικών ισχυρισμών, ωστόσο με την γραπτή της αγόρευση η συνήγορος της Αιτήτριας περιόρισε τις θέσεις της στην προώθηση ισχυρισμού περί μη διεξαγωγής δέουσας έρευνας των ισχυρισμών του Αιτρητή, περί κατάχτησης και υπέρβασης εξουσίας αλλά και έλλειψη της απαραίτητης αιτιολογίας.

 

Από την πλευρά τους οι Καθ' ων η αίτηση, υπεραμύνονται της νομιμότητας και της ορθότητας της υπό εξέταση απόφασης, ισχυριζόμενοι ότι η επίδικη απόφαση των Καθ’ ων η αίτηση έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, κατόπιν δέουσας έρευνας και επαρκούς αιτιολογίας και ότι ο Αιτητής δεν έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του. Ως εκ των πιο πάνω, καλούν το Δικαστήριο όπως απορρίψει την προσφυγή του Αιτητή ως νόμω και ουσία αβάσιμη και επικυρώσει την επίδικη απόφαση.

 

Κατά το στάδιο των διευκρινήσεων η συνήγορος του Αιτητή περιόρισε τους νομικούς ισχυρισμούς της στην μη διεξαγωγή δέουσας έρευνας από πλευράς των Καθ’ ων η αίτηση και στην κατά συνέπεια μη επαρκή αιτιολογία, οι δε Καθ’ ων η αίτηση εμμένουν στην ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης.

 

Έχω μελετήσει με μεγάλη προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από τους συνηγόρους των διαδίκων και δεδομένου ότι το παρόν Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018, Ν. 73(Ι)/2018 κέκτηται εξουσίας όπως εξετάζει πέραν από την νομιμότητα της προσβαλλόμενης πράξης και την ορθότητα αυτής, ήτοι εξέταση επί της ουσίας του αιτήματος του Αιτητή, κρίνω σκόπιμο όπως παραθέσω πιο κάτω όλους τους ισχυρισμούς που πρόβαλε σε όλα τα στάδια εξέτασης του αιτήματός του, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν οι Καθ' ων η αίτηση αποφάσισαν μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της διακριτικής τους ευχέρειας, έχοντας κατά νου και τους προωθούμενους από την Αιτήτρια ισχυρισμούς προς ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης.

 

Με την αίτηση του για παροχή διεθνούς προστασίας, ο Αιτητής δήλωσε πως εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της διότι η ζωή του κινδύνευε από κάποιον επ’ ονόματι Osata. Ισχυρίστηκε ότι αυτοί οι άνθρωποι επιδιώκουν να λάβουν τις περιουσίες δια της βίας κα σε ένα περιστατικό επίθεσης ο ίδιος κατάφερε να διαφύγει της χώρας, μεταβαίνοντας στην κατεχόμενη Κύπρο όπου και εργαζόταν. Άτομο που γνώρισε στα κατεχόμενα του συνέστησε να έλθει στις ελεύθερες περιοχές ως καλύτερος προορισμός όπως και έπραξε.

 

Κατά τη συνέντευξής του από αρμόδιο λειτουργό, και ως προς τα προσωπικά του στοιχεία, ο Αιτητής δήλωσε ως γεννήθηκε και μεγάλωσε στην πολιτεία Edo στη Νότια Νιγηρία στην πόλη Benin City. Άγαμος και άτεκνος, οι γονείς του απεβίωσαν το 2020 σε τροχαίο ατύχημα και διαθέτει μια μεγαλύτερη αδελφή η οποία διαβιεί στην Ιταλία. Κατά δήλωσή του, απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης με εργασιακή εμπειρία.

 

Αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής, κατά την ελεύθερη αφήγησή του, επανέλαβε ότι δεχόταν απειλές από ένα άνδρα επ ονόματι Osato, ο οποίος επεδίωκε να αποκτήσει εξουσία στην κοινότητάς τους. Προβάλει πως μετά από συγκρούσεις στην κοινότητά του κατά την οποία σκοτώθηκε ο ξάδελφός του, ο Osato άρχισε να τον απειλεί άμεσα. Ο Οsato, προκάλεσε καταστροφές και δολοφονίες στην κοινότητα, ενώ σε ένα περιστατικό τον σταμάτησε στον δρόμο και τον απείλησε προσωπικά, γεγονός που τον οδήγησε να διαφύγει από την χώρα και να αναζητήσει προστασίας στην Κύπρο.

 

Απαντώντας σε ερωτήσεις σχετικά με το κατονομαζόμενο Osato, o Αιτητής ανέφερε πως πρόκειται για επικίνδυνο άτομο, ψηλό με πρόβλημα στο πόδι με τον οποίο δεν έχει προσωπικές σχέσεις, πέραν του ότι διαμένουν στην ίδια κοινότητα. Ισχυρίστηκε περαιτέρω πως στην κοινότητά του ήταν ειρηνική μέχρι την περίοδο 2021-2022, όταν άρχισε να αναπτύσσεται και ο Osato επιδίωξη να αναλάβει την ηγεσία της. Ισχυρίστηκε ότι ο ξάδελφός του θεωρούταν κατάλληλος για τη θέση αυτή, γεγονός που προκάλεσε την αντιπαράθεση με τον Osato, ο οποίος λόγω της οικονομικής και κοινωνικής του δύναμης, φέρεται να οργάνωσε ένοπλη επίθεση στην κοινότητα κατά την διάρκεια της οποία σκοτώθηκε ο ξάδελφός του, ενώ μετά το περιστατικό άρχει να απειλεί άμεσα σε θάνατο και τον Αιτητή. Επιπλέον ο Αιτητής περιέγραψε ένα περιστατικό κατά το οποίο ο Osato σταμάτησε το λεωφορείο της εκκλησίας στο οποίο επέβαινε και προσπάθησε να τον εντοπίσει, αναγκάζοντας τον να διαφύγει και να κρυφτεί στην εκκλησία. Δήλωσε ότι μετά τα γεγονότα αυτά δεν αισθανόταν πλέον ασφαλής στο Benin και φοβάται ότι αν επιστρέψει η ζωή του κινδυνεύει άμεσα καθώς οι ο Osato εξακολουθεί να έχει την εξουσία στην κοινότητά του

 

Διευκρίνισε περαιτέρω, πως δεν μπορεί να ζήσει με ασφάλεια στην άλλη περιοχή εκτός του Benin, επειδή θεωρεί ότι ο Osato είναι ισχυρισμό και γνωστό πρόσωπο με διασυνδέσεις σε διάφορες πολιτείες και θα μπορούσε να τον εντοπίσει οποιουδήποτε. Εξήγησε επίσης ότι επέλεξε έρθει στην Κύπρο καθώς δεν είχε τη δυνατότητα να μεταβείς την Ιταλία όπου βρίσκεται η αδελφή του αν και θα επιθυμούσε να επανενωθεί μαζί της

 

Κατά την διάρκεια της συνέντευξης, επισημάνθηκαν  στον Αιτητή αντιφάσεις μεταξύ της αρχικής του αίτησης και των μεταγενέστερων δηλώσεων του, ιδιαίτερα ως προς το αν η αιτία φυγής του από τη χώρα καταγωγής του σχετίζεται με κτηματικές διαφορές ή με απειλές λόγω της θέσης του ξαδέλφου του στην κοινότητα, με τον Αιτητή να απαντά ότι βασικός λόγος εγκατάλειψης της χώρα του ήταν οι απειλές και η βία από τον Osato ο οποίος σύμφωνα με τον ίδιο, επιδίωξε να εξοντώσει την οικογένεια του για να αποκτήσει τη θέση εξουσίας στην κοινότητα.

 

Ο αρμόδιος λειτουργός στην εισηγητική του έκθεση διέκρινε δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς από τις δηλώσεις του Αιητή. Πρώτον, ως προς την ταυτότητα, το προφίλ, την χώρα καταγωγής, και τόσο τελευταίας συνήθους διαμονής, και δεύτερο ως προς την στοχοποίησή του απ τον Osato.

 

Ο πρώτος ισχυρισμός έγινε αποδεκτός αφού δεν προέκυψαν στοιχεία περί του αντιθέτου και οι δηλώσεις του επιβεβαιώθηκαν από το προσκομισθέν διαβατήριο και από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.

 

Αντιθέτως, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν έγινε αποδεκτός. Αξιολογώντας την εσωτερική αξιοπιστία των δηλώσεων του Αιτητή, κρίθηκε ότι οι ισχυρισμοί του παρουσίαζαν αντιφάσεις και έλλειψη επαρκών πληροφοριών σχετικά με τον λόγο φυγής του, τον φορέα δίωξης, τον ξάδερφό του, τον Οσάτο, την κοινότητά του και το περιστατικό της ένοπλης επίθεσης. Συγκεκριμένα, θεωρήθηκε αντιφατικό ότι στην αίτηση ανέφερε ως λόγος εγκατάλειψης της χώρα του τις περιουσιακές διαφορές, ενώ στη συνέντευξη υποστήριξε ότι ο Οσάτο σκότωσε τον ξάδερφό του λόγω διαμάχης για τη θέση του αρχηγού της κοινότητας και πλέον αναζητά τον ίδιο για να τον σκοτώσει. Επίσης, κρίθηκε αντιφατικό ότι αρχικά ανέφερε ως διώκτες κάποιους άνδρες που επιδίωκαν να του πάρουν την περιουσία και αργότερα τον Οσάτο, παρότι εξήγησε ότι οι ένοπλοι ενεργούσαν για λογαριασμό του. Παράλληλα, θεωρήθηκε ότι δεν παρείχε επαρκείς πληροφορίες και λεπτομέρειες για τον ξάδερφό του, τον Οσάτο, την κοινότητα όπου ζούσε και το περιστατικό της επίθεσης, καθώς οι απαντήσεις του κρίθηκαν γενικές και αόριστες σε σχέση με στοιχεία όπως χαρακτηριστικά προσώπων, προσωπικά δεδομένα, περιγραφή της κοινότητας και ειδικότερες λεπτομέρειες του συμβάντος.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του συγκεκριμένου ισχυρισμού, ο λειτουργός έκρινε ότι τα όσα ο Αιτητής ανέφερε στη συνέντευξη του αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός του και δεν δικαιολογούν την οποιαδήποτε ανάλυση των λόγω δεδομένων μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης.

 

Προχωρώντας σε αξιολόγηση κινδύνου βάσει των αποδεκτών ισχυρισμών, ήτοι των προσωπικών στοιχείων του Αιτητή, οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι, επί τη βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών από εξωτερικές πηγές αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής του, δεν προκύπτει εύλογη πιθανότητα ότι σε περίπτωση επιστροφής της στην πολιτεία Edo της Νιγηρίας, θα αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο βλάβης.

 

Ως εκ τούτου, οι Καθ' ων η αίτηση έκριναν ότι δεν προκύπτει βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης του Αιτητή σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του στο πλαίσιο του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης στο πλαίσιο του άρθρου 19 (1) και (2) του ίδιου Νόμου. Το δε αρμόδιο, εξουσιοδοτημένο από τον Υπουργό Εσωτερικών πρόσωπο, να εκτελεί καθήκοντα Προϊστάμενου, υιοθέτησε την εισήγηση και απέρριψε το αίτημα της Αιτήτριας.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν.6(Ι)/2000, «πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο, που λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγένειας του και δεν είναι σε θέση ή λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής». Είναι καθόλα κατανοητό, ότι για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό όσο και το αντικειμενικό στοιχείο πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση.

 

Περαιτέρω το άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000 προνοεί ότι «εναπόκειται στον αιτητή να τεκμηριώσει την αίτηση διεθνούς προστασίας», χωρίς να απαιτείται να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία.   Ο/Η αιτητής/τρια έχει την ευθύνη να εκθέσει με την αίτησή του/της αλλά και μέσα από την ενώπιον της αρμόδιας αρχής συνέντευξη του/της ακόμα και ενώπιον του Δικαστηρίου, μέσω της ορθής δικονομική διαδικασίας, με στοιχειώδη σαφήνεια, τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά τα οποία του/της προκαλούν, κατά τρόπο αντικειμενικό, δικαιολογημένο φόβο δίωξης υφιστάμενο στη χώρα καταγωγής του/της. Ο/Η αιτητής/τρια οφείλει να επικαλεστεί με λεπτομέρεια, σαφήνεια και αληθοφάνεια συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το υποβληθέν αίτημά του/της για διεθνή προστασία, το δε αρμόδιο όργανο εξετάζοντας την αίτηση του/της αιτητή/τριας, οφείλει να λάβει υπόψη του κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός.

 

Είναι πάγια νομολογημένο ότι δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447).  Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Ττουσούνα ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2013) 3 Α.Α.Δ. 120, Α. Παπουτέ ν. Χρ. Κασάπη και Κυπριακής Δημοκρατίας, Συν. Αναθ. Έφεση 112/15 και 131/15 ημερομηνίας 13/07/2022).  Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για επαρκή έρευνα.

 

Ως προς την αιτιολόγηση των αποφάσεων της Διοίκησης είναι επιβεβλημένη για να μπορεί το Δικαστήριο να ελέγξει εάν η απόφαση λήφθηκε σύμφωνα με το Νόμο και για να παρέχεται η δυνατότητα να αντιληφθεί το Δικαστήριο που βασίστηκε το αρμόδιο όργανο για να καταλήξει στην απόφασή του (βλ. Γρηγορόπουλος κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (1997) 4 ΑΑΔ 1414). 

 

Στην απόφαση Γενεθλίου ν. Συμβούλιο Αμπελουργικών Προϊόντων (1990) 3 ΑΑΔ 4096, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Οι αποφάσεις των Διοικητικών Αρχών πρέπει να περιέχουν πλήρη επαρκή και σαφή αιτιολογία. Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από τα στοιχεία του φακέλου. Η πλήρης αιτιολογία περιέχει ή δείχνει τη νομική βάση της διοικητικής απόφασης. Η αιτιολογία συνδέεται άμεσα με τη νομική έκδοση και νομιμότητα της διοικητικής πράξης. Περαιτέρω είναι αναγκαία για να μπορεί με ευχέρεια να γίνεται ο δικαστικός έλεγχος».

 

Προχωρώντας στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των ισχυρισμών του Αιτητή, με σκοπό να εξεταστεί ο ισχυρισμός της Αιτήτριας περί πάσχουσας έρευνας, το Δικαστήριο μελετώντας το σύνολο του διοικητικού φακέλου, δεν διακρίνει οιαδήποτε παράλειψη των Καθ’ ων η αίτηση στην αξιολόγησή των προβαλλόμενων ισχυρισμών του Αιτητή.

 

Πράγματι οι δηλώσεις του Αιτητή ήταν επιγραμματικές, ανεπαρκείς και αόριστες, ενώ αρκετές απαντήσεις του δηλώνουν άγνοια, στηρίζονται σε εικασίες, και χαρακτηρίζονται από υπεκφυγές και ασάφεια. Ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να δώσει επαρκείς πληροφορίες σχετικά με τις κατ’ ισχυρισμό απειλές από τον κατ΄’ ονομαζόμενο Osato, ποιες ακριβώς ήταν οι απειλές αυτές και σε ποιες ενέργειες προέβη ώστε να λύσει τις διαφορές του. Δεδομένου ότι οι διαφορές αυτές ήταν και ο λόγος που ωθήθηκε να εγκαταλείψει τη χώρα της όφειλε να παρουσιάσει πλήρη και σαφή εικόνα αυτών. Πέραν τούτου παρατηρώ ότι, τα συγκεκριμένα περιστατικά σχετικά με τις απειλές και ισχυριζόμενες ενέργειες του κατ΄ισχυτισμό διώκτη του παραμένουν αόριστα εφόσον ο Αιτητή δεν παρείχε τις απαιτούμενες λεπτομέρειες. Δεν παραγνωρίζω ότι ο Αιτητής εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του το 2022 μεταβαίνοντας στην κατεχόμενη Κύπρο χωρίς να αναζητήσει προστασία, παρά μόνο δύο χρόνια αργότερα.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, πράγματι με τα όσα ανέφερε ο Αιτητής ορθά κρίθηκε ότι δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν την οποιαδήποτε ανάλυση μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης

 

Σε κάθε περίπτωση, δεν μπορώ να αγνοήσω ότι ο ισχυριζόμενος φόβος δίωξης της Αιτήτριας, συνδέεται με ιδιωτικούς φορείς, χωρίς κανένα στοιχείο που να δεικνύει «δίωξη» στο πρόσωπο του Αιτητή «λόγω φυλής, θρησκείας, ιθαγένειας, πολιτικών πεποιθήσεων ή ιδιότητας μέλους ειδικής κοινωνικής ομάδας». Συνεπώς, ακόμα και αληθείς να είναι οι ισχυρισμοί του, και πάλι αυτοί δεν αρκούν για να την εντάξουν στην έννοια του «πρόσφυγα». Τέλος, είναι πλέον νομολογημένο ότι «δεν είναι επαρκές για αιτητή διεθνούς προστασίας, προς ευόδωση της αίτησής του, να επικαλείται φόβο δίωξης στη χώρα καταγωγής του προκαλούμενο από ιδιωτικούς φορείς, χωρίς να συγκεκριμενοποιεί οποιοδήποτε γεγονός προς τούτο και αναμένοντας από τις διοικητικές ή δικαστικές αρχές να διεξάγουν εξ ιδίων έρευνα ώστε να εξιχνιάσουν τα γεγονότα επαλήθευσης ή μη του ισχυρισμού του» (βλ. M.M.R. v Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω ΑΑΠ, Έφεση κατά απόφασης ΔΔΔΠ αρ. 5/2019, ημερομηνίας 04/10/2023).

 

Από το ιστορικό του Αιτητή, όπως αυτό φαίνεται πιο πάνω, στη βάση των δεδομένων του διοικητικού φακέλου και από την ανωτέρω αξιολόγηση των ισχυρισμών του, προκύπτει ότι ορθά και μετά από δέουσα έρευνα κρίθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση ότι δε στοιχειοθέτησε κανέναν ισχυρισμό που να εμπίπτει στις προϋποθέσεις αναγνώρισης προσώπου ως πρόσφυγα. Τα όσα ανέφερε δεν θα μπορούσαν να τον εντάξουν στην έννοια του πρόσφυγα, όπως αυτή ερμηνεύεται από τη Σύμβαση της Γενεύης του 1951 και από το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000.

 

Ο «Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων» (Μάρτιος 2015) καθορίζει πως στη βάση της συλλογής πληροφοριών θα πρέπει να προσδιορίζονται τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, τα οποία στη συνέχεια θα πρέπει να συνδέονται με τις απαιτήσεις του ορισμού του πρόσφυγα και αν δεν υπάρχει κατάληξη ότι μπορεί να δοθεί προσφυγικό καθεστώς, τότε το αρμόδιο όργανο θα πρέπει να εκτιμήσει εάν τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά συνδέονται με τις απαιτήσεις του ορισμού του προσώπου που δικαιούται συμπληρωματική προστασία.

 

Εξετάζοντας πλήρως την υπόθεση, διαπιστώνω ότι ορθά κρίθηκε από τους Καθ’ ων η αίτηση ότι δεν πληρούνται ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 του Ν.6(Ι)/2000 για να παρασχεθεί στον Αιτητή το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις αναφορικά με τον κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα του.

 

Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1), του Ν.6(Ι)/2000 «ουσιώδεις λόγοι». Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19, του Ν.6(Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, ECLI:CY:AD:2015:D619).

 

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, τόσο κατά τη διοικητική, όσο και κατά την παρούσα διαδικασία δεν προέκυψαν στοιχεία που να συνηγορούν στο ότι σε περίπτωση επιστροφής του στην Νιγηρία, ο Αιτητής θα αντιμετωπίσει κίνδυνο θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας σύμφωνα με τις πρόνοιες των άρθρων 19 (2) (α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Σε σχέση δε με το άρθρο 19(2)(γ) του ανωτέρω Νόμου, ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν ως προς την αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: το ΔΕΕ) επεσήμανε σε πρόσφατη απόφασή του ότι συνιστούν «[…]μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (πρβλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C‑285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών» (ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.6.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland, σκέψη 43).

 

Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: το ΕΔΔΑ) στην απόφασή του Sufi and Elmi (ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών 8319/07 και ημερομηνίας 28.11.2011) αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών, οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.

 

Επιπλέον, όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ, «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας» (Βλ. Απόφαση στην υπόθεση C-465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji κ. Staatssecretaris van Justitie, ημερ.17.2.2009). Ιδίως ως προς την εφαρμογή της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, το ΔΕΕ στην ως άνω απόφαση διευκρίνισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας».

 

Εν προκειμένω, ως προς τον κίνδυνο που ενδέχεται να αντιμετωπίσει ο Αιτητής λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, το Δικαστήριο προχώρησε σε επικαιροποιημένη έρευνα και ανέτρεξε σε πρόσφατες και έγκυρες πληροφορίες από εξωτερικές πηγές αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στην χώρα καταγωγής του Αιτητή, και ειδικότερα στην πολιτεία Edo, τόπο συνήθους διαμονής του.

 

Σύμφωνα με την ιστοσελίδα της War Watch (World Assessment and Tracking of Civilian Harm), της Ακαδημίας της Γενεύης «από το 1960, η Νιγηρία συνδυάζει την εθνογραφική και θρησκευτική ποικιλομορφία με επαναλαμβανόμενη και εξελισσόμενη βία. Από το 2009, η βορειοανατολική περιοχή βιώνει παρατεταμένη εξέγερση από την Boko Haram και την αποσχισθείσα ομάδα της, το Ισλαμικό Κράτος Δυτικής Αφρικής (ISWAP). Παρά τις προηγούμενες στρατιωτικές επιτυχίες των νιγηριανών ενόπλων δυνάμεων που υποστηρίχθηκαν από την ομάδα Civilian Joint Task Force (CJTF) το 2015-2016, η ασφάλεια έχει έκτοτε επιδεινωθεί ξανά, καθώς τα τρομοκρατικά και εγκληματικά δίκτυα έχουν επεκταθεί. Κάποιες περιοχές έχουν αντιμετωπίσει βία που σχετίζεται με τους πόρους, συγκρούσεις αγροτών-κτηνοτρόφων, κινητοποίηση αυτονομιστών και εγκληματικότητα συμμοριών, συμβάλλοντας σε μαζικούς εσωτερικούς εκτοπισμούς. Η περίοδος αυτή χαρακτηρίστηκε επίσης από αμφισβητούμενες εκλογές, τεταμένες σχέσεις με τον Νίγηρα, σοβαρές πλημμύρες και μια επιδεινούμενη κρίση κόστους ζωής που χαρακτηρίστηκε από διαμαρτυρίες και θανατηφόρα καταστολή. Η περιφερειακή συνεργασία μέσω της Multinational Joint Task Force (MTJF) αποδυναμώθηκε, ενώ οι επιχειρήσεις του ISWAP εντάθηκαν και οι αεροπορικές επιδρομές των Ηνωμένων Πολιτειών (ΗΠΑ) διεξήχθησαν με αμφισβητούμενη αιτιολόγηση».[1]

 

Αναφορικά δε με την κατάσταση ασφαλείας στην πολιτεία Edo, τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή, κρίνεται σκόπιμο να παρατεθούν και ορισμένα αριθμητικά δεδομένα. Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, στην εν λόγω πολιτεία κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 06/03/2026), καταγράφηκαν 97 περιστατικά πολιτικής βίας[2] τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 80 απώλειες σε ανθρώπινες ζωές.[3] Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της πολιτείας Edo εκτιμάται ότι ανερχόταν στα 4,777,000 (2022) κατοίκους.[4]

 

Τα εν λόγω στοιχεία, εξεταζόμενα συνδυαστικά με τον εκτιμώμενο πληθυσμό της πολιτείας Edo (4,777,000 κατοίκους), καταδεικνύουν ότι δεν υπάρχουν συνθήκες αδιάκριτης βίας και γενικά δεν υφίσταται πραγματικός κίνδυνος για έναν πολίτη να επηρεαστεί προσωπικά μόνο από την παρουσία του στην εν λόγω πολιτεία, υπό την έννοια του άρθρου 15 (γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.

 

Εφόσον από τις αντληθείσες πληροφορίες δεν προκύπτει ότι στον τόπο τελευταίας διαμονής της Αιτήτριας λαμβάνει χώρα διεθνής ή εσωτερική ένοπλη σύρραξη εντός του πλαισίου του άρθρου 19(2)(γ) του Νόμου, το Δικαστήριο κρίνει ότι παρέλκει περαιτέρω διερεύνηση των προσωπικών περιστάσεων του Αιτητή για λόγους εφαρμογής της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας» όπως αυτή προνοείται από τη νομολογία του ΔΕΕ.

 

Κατά συνέπεια, η διαπίστωση των Καθ΄ ων η αίτηση ότι ο Αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις για αναγνώριση του καθεστώτος του πρόσφυγα αλλά ούτε του καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας κρίνονται εύλογα επιτρεπτές ενόψει όλων των στοιχείων που η διοίκηση είχε ενώπιον της.

 

Ενόψει των ανωτέρω, κρίνω, υπό τις περιστάσεις, ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να τεκμηριώσει σε κανένα στάδιο της διαδικασίας τη βασιμότητα του αιτήματός του για αναγνώριση της ιδιότητας του πρόσφυγα, δυνάμει του περί Προσφύγων Νόμου και της Σύμβασης της Γενεύης, ούτε για την παραχώρηση της συμπληρωματικής προστασίας που προβλέπεται στο άρθρο 19 του Νόμου.

 

Η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε στο πλαίσιο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του αρμοδίου διοικητικού οργάνου, το οποίο συνεκτίμησε όλα τα πραγματικά στοιχεία και εξέδωσε τελική αιτιολογημένη απόφαση. Δεν έχει καταδειχθεί οτιδήποτε το μεμπτό, ούτως ώστε να δικαιολογείται επέμβαση του παρόντος Δικαστηρίου. Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα δέουσας έρευνας και επαρκώς αιτιολογημένη. Σε κάθε περίπτωση δεν μπορώ να παραγνωρίζω ότι σύμφωνα με την ΚΔΠ 145/25 η Νιγηρία συγκαταλέγεται στις ασφαλείς χώρες ιθαγένειας.  

 

Με βάση όλα τα πιο πάνω, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται με €1000 έξοδα υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.

 

 

Α. AΓΡΟΤΗ, Δ. ΔΔΔΠ

 



[1] War Watch, At a Glance, https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-nigeria/ [Ημερομηνία Πρόσβασης: 24/03/2026]

[2] Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, η Πολιτική Βία (Political Violence) περιλαμβάνει τις ακόλουθες κατηγορίες περιστατικών: Βία κατά Αμάχων (Violence Against Civilians), Μάχες (Battles), Ταραχές (Riots), Εκρήξεις/Απομακρυσμένη Βία (Explosions/Remote Violence), Διαδηλώσεις (Protests).

[3] ACLED - DISAGGREGATED DATA COLLECTION - ANALYSIS & CRISIS MAPPING PLATFORM, The Armed Conflict Location & Event Data Project, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής στον ακόλουθο διαδικτυακό σύνδεσμο https://acleddata.com/platform/explorer  (βλ. πλατφόρμα Explorer, με χρήση των ακόλουθων στοιχείων ανάλυσης: METRIC: Event Counts/Fatality Counts, EVENT CATEGORIES: Political Violence, DATE RANGE: Past Year of ACLED Data, COUNTRY: Nigeria, Edo) [Ημερομηνία Πρόσβασης: 24/03/2026]

[4] City Population, https://www.citypopulation.de/en/nigeria/admin/NGA012__edo/  [Ημερομηνία Πρόσβασης: 24/03/2026]


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο