ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
20 Απριλίου 2026
[Β.ΚΟΥΡΟΥΖΙΔΟΥ ΚΑΡΛΕΤΤΙΔΟΥ, ΔΔΔΔΠ.]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
Μεταξύ:
A.S.H.
Αιτήτρια
και
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊστάμενου Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ’ ων η αίτηση.
Ραφαέλλα Μαλεκκίδου (κα), δικηγόρος για τον Αιτητή.
Αφροδίτη Αναστασιάδου (κα), δικηγόρος για τους καθ’ ων η αίτηση.
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Αίτηση δια κλήσεως για επαναφορά της προσφυγής.
Η Αιτήτρια καταχώρησε την υπό εξέταση αίτηση, δια της οποίας εξαιτείται:
«Α. Διάταγμα και/ή Απόφαση του Δικαστηρίου με το οποίο και/ή με την οποία να επιτρέπεται και/ή να διατάσσεται η επαναφορά (Reinstatement) της ως άνω προσφυγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο.
|
|
Β. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία κρίνει δίκαιη και ορθή το Δικαστήριο υπό τις περιστάσεις. |
Η παρούσα αίτηση βασίζεται στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου . στο άρθρο 146 του Συντάγματος, στον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018, Ν.73(ι)/2018 , ιδίως στα άρθρα 11,12,14 και 15 αυτού , στους περί Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2019 ιδίως στους Κανονισμούς 7 και 8 , στον Περί Ίδρυσης και λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2015, στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς του Ανώτατου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962, κανονισμούς 11,12,13,17,18,19 και 22, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.17 , Θ.14(2),Δ.2Ο, Θ.14, Δ.26, Θ. 14,Δ.33, Θ.4 και Θ.5, Δ.47, Δ.48, θ.4 ΚΑΙ Θ.9, Δ.57, Θ.2 και Δ.64.
Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η παρούσα αίτηση εκτίθενται στην συνημμένη Ένορκη Δήλωση της κας Ραφαέλλας Μαλεκκίδου, δικηγόρου της Αιτήτριας.
Με την ένορκη δήλωση της η συνήγορος της Αιτήτριας προβάλλει πως κατά την επίδικη ημερομηνία βρισκόταν ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λευκωσίας για τις υπ. αρ. υπ. 130/2025 και 225/2025 ως προκύπτει από το συνημμένο 1 στην ένορκη δήλωση της. Οι εν λόγω υποθέσεις διήρκεσαν πέραν του αναμενομένου χρόνου, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η έγκαιρη αποχώρησή μου από το Οικογενειακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Λόγω της πιο πάνω αντικειμενικής καθυστέρησης, δεν κατέστη δυνατή η έγκαιρη παρουσία της ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, όπου η υπόθεση ήταν ορισμένη η 10:00 π.μ., όπως προκύπτει από το συνημμένο 2. Παρόλα αυτά στις 10:12 π.μ παρευρέθηκε στο Δικαστήριο και διαπίστωσε ότι το Δικαστήριο είχε τελειώσει τις υποθέσεις του, γεγονός το οποίο δεν έδιδε την χρονική ευκαιρία σε έναν δικηγόρο, ο οποίος πιθανόν να καθυστερήσει εύλογα λόγω και της φύσης του επαγγέλματος, ήτοι την μετακίνηση από το ένα δικαστήριο στο άλλο.
Προβάλλει δε πως οι Καθ'ων η Αίτηση δεν θα υποστούν καμία αδικία από τη χορήγηση της αιτούμενης άδειας.
Αντιθέτως, τυχόν απόρριψη του αιτήματος μου θα βλάψει τα δικαιώματά της Αιτήτριας, δεδομένου ότι τυχόν άρνηση χορήγησης της αιτούμενης άδειας θα ισοδυναμεί με στέρηση του δικαιώματος της να προβληθούν λόγοι που υποστηρίζουν το αίτημά της, γεγονός που θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη στην Αιτήτρια.
Για αυτό και προβαίνει στην παρούσα ένορκο δήλωση και αιτείται αποδοχής της εν λόγω ένορκης δήλωσης ώστε να τύχει μιας δίκαιης δίκης η Αιτήτρια.
Για όλα τα ανωτέρω θεωρεί ότι είναι δίκαιο και ορθό και προς το συμφέρον της δικαίας απονομής της δικαιοσύνης όπως η ανωτέρω ένορκη δήλωση γίνει αποδεκτή.
Οι καθ΄ων η Αίτηση δια της ενστάσεως τους ισχυρίστηκαν τα εξής:
1. Η αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη.
2. Η αίτηση είναι άκυρη και/ή πρέπει να απορριφθεί καθότι εδράζεται δε λανθασμένη νομική βάση.
3. 3.Η Αιτήτρια δεν προσέρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και/ή αποκρύπτει ουσιώδη γεγονότα και/ή εσκεμμένα παρουσιάζει τα γεγονότα·διαφορετικά έτσι που η παρούσα αίτηση καθίσταται κακόπιστη και/ή παραπλανητική,
4. Τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση είναι αντιφατικά, μη εύλογα και ακόμη και αν γίνουν δεκτά στην ολότητά τους δεν δικαιολογούν την επαναφορά της δικαστικής διαδικασίας.
5. Σκοπός της παρούσας αίτησης είναι η υπερφαλάγγιση των δικονομικών διατάξεων και η αναγέννηση δικαστικών διαδικασιών.
6. Δεν αποκαλύπτεται κανένας λόγος και/ή κανένας καλός λόγος που να επιτρέπει την επαναφορά της προσφυγής και/ή κανένας λόγος που να αποδεικνύει ότι η μη προώθηση δεν ανταποκρίνεται στην πρόθεση εγκατάλειψης της προσφυγής.
7. Δεν επιτρέπεται η επαναφορά στις περιπτώσεις που η πρόθεση της Αιτήτριας είναι η εγκατάλειψη της προσφυγής.
8. Με την παρούσα αίτηση σκοπείται η κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας.
9. Λάθη και/ή αμέλεια και/ή παράλειψη και/ή ισχυρισμοί ως αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν συνιστούν νομικό και/ή πραγματικό υπόβαθρο αναγέννησης και/ή επαναφοράς της διαδικασίας.
10. Η Αιτήτρια είχε ενημερωθεί για την ημερομηνία και ώρα ορισμού της υπόθεσης της και όφειλε να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου για την προώθηση της υπόθεσης της Αιτήτριας ως ορίζει ο Κανονισμός 12 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2019 (3/2019) ως έχουν τροποποιηθεί.
11. Δεν έχουν καταδειχθεί οποιεσδήποτε εξαιρετικές συνθήκες και/ή περιστάσεις και/ή το ότι υπήρχε εύλογη αιτία και/ή ουσιαστική αδυναμία που να δύναται να ικανοποιήσει το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της αποδοχής του αιτήματος της Αιτήτριας.
Η ένσταση βασίζεται στα Άρθρα 28, 30 και 146 του Συντάγματος, στον περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), ιδίως στα άρθρα 11, 12, 14 και 15 αυτού, στους περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2019, ιδίως στους Κανονισμούς 3, 7, 8 και 9, στο Διαδικαστικό Κανονισμό του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Αναθεωρητική Δικαιοδοσία) (3/1962), κ.κ.
13, 17, 18, 19 και 22, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2023, ιδίως στους Κανονισμούς 60.1.(2), 3, 60.2, 37.3, στη νομολογία, ιδίως ως έχει κατ’ αναλογία έχει διαμορφωθεί στη βάση των κατ’ αναλογία των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, Δ.17 Θ.14(2), Δ.26 Θ.14, Δ.33 Θ.4 και Θ.5, Δ.47, Δ.48 Θ.1-9, Δ.57 Θ.2, Δ.64, στις αρχές της Φυσικής Δικαιοσύνης και επί των γενικών και συμφυών εξουσιών
3. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η παρούσα ένσταση, εκτίθενται στην Ένορκη Δήλωση της κας Μαρίνας Φιλίππου δικηγόρου για το Υφυπουργείο Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας η οποία υιοθετεί και επαναλαμβάνει όλους τους λόγους που περιλαμβάνονται στην Ένσταση και όπως ισχυρίζεται έχει διαβάσει την αίτηση ημερομηνίας 08/01/2026 και την Ένορκη Δήλωση που τη συνοδεύει, το περιεχόμενο της οποίας απορρίπτει.
Δηλώνει ότι όπου τα γεγονότα δεν εμπίπτουν στην σφαίρα της προσωπικής της γνώσης, αναφέρει την πηγή της πληροφόρησης της και αληθώς πιστεύει ότι αυτά είναι ορθά και αληθή.
Για όσα γεγονότα άπτονται νομικών θεμάτων, πέραν από την προσωπική της γνώση υπό την επαγγελματική της ιδιότητα, έχει λάβει νομική συμβουλή από τον δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεση και αληθώς πιστεύει ότι αυτή είναι αληθής.
Δηλώνει πως στις 08/01/2026, ημερομηνία κατά την οποία η προσφυγή ήταν ορισμένη για Διευκρινίσεις, η Αιτήτρια δεν ήταν παρούσα στο Δικαστήριο αλλά ούτε και η συνήγορος της για να προωθήσουν την υπόθεση και το Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή λόγω μη προώθησης της.
Επιπλέον, η ενόρκως δηλούσα δεν αποδεικνύει κανένα λόγο, πόσο μάλλον καλό λόγο που να δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Ειδικότερα, ουδένα λόγο ανωτέρας βίας αναφέρει, αναφορικά με την απουσία της Αιτήτριας και της συνηγόρου της κατά την ημερομηνία που η υπόθεση της ήταν ορισμένη για Διευκρινίσεις δεδομένης της υποχρέωσης της Αιτήτριας να παρίσταται στο Δικαστήριο κατά τις διευκρινίσεις ή την ακρόαση της υπόθεσης, είτε αυτή εμφανίζεται αυτοπροσώπως είτε εκπροσωπείται από δικηγόρο.
Περαιτέρω, η Αίτηση, πάσχει καθότι Ενόρκως Δηλούσα στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση Επαναφοράς είναι η ίδια δικηγόρος που υπογράφει την υπό κρίση αίτηση.
Από την αίτηση και την ένορκη δήλωση που συνοδεύει αυτήν και τα όσα έχει μελετήσει, ειλικρινά πιστεύει ότι δεν έχει καταδειχθεί οποιοσδήποτε λόγος για επαναφορά. Οι λόγοι που εκτίθενται στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύουν την Αίτηση δεν δικαιολογούν την επαναφορά της προσφυγής.
Πιστεύω ότι εάν δοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα κατασπαταληθεί σημαντικός δικαστικός χρόνος και δεν είναι προς το συμφέρον απονομής της Δικαιοσύνης.
Κατά την ακροαματική διαδικασία η συνήγορος της Αιτήτριας υιοθέτησε το περιεχόμενο της αίτησης της και της ένορκης δήλωσης και τόνισε πως άδικα η προσφυγή απορρίφθηκε καθότι το χρονικό διάστημα που πέρασε όταν αφίχθηκε στο δικαστήριο δεν ήταν τέτοιο που δηλούσε ότι είχε πρόθεση να μην προωθήσει τη προσφυγή της η Αιτήτρια .
Οι Καθ΄ων η αίτηση υιοθέτησαν την ένσταση τους και τόνισαν καταρχάς πως εμμένουν στον πρώτο λόγο της ένστασης του ειδικότερα πως δεν επιτρέπεται ο δικηγόρος που εκπροσωπεί την Αιτήτρια να ορκίζεται αναφορικά με τα γεγονότα Περαιτέρω υποβάλαν πως είναι καλά γνωστό νομολογιακά πως πλημμέλειες και παραλείψεις δικηγόρων δεν μπορούν να δικαιολογήσουν την αίτηση επαναφοράς.
Η συνήγορος επέμεινε πως τα γεγονότα τα γνώριζε η ιδιά και αυτός ήταν και ο λόγος που ορκίστηκε.
Καταρχάς θα πρέπει να τονιστεί αναγκαιότητα καταγραφής στην αίτηση, της ορθής νομικής βάσης . Σύμφωνα και με την πρόσφατη απόφαση του Εφετείου ημερ. 28/6/2024 (Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ.33/2023) AHMED GHONIMA V ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ MEΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ:
«Είναι πάγια θεμελιωμένη αρχή της νομολογίας ότι στο σώμα μιας αίτησης, θα πρέπει να αναγράφονται ρητά και συγκεκριμένα οι νομικές και δικονομικές διατάξεις επί των οποίων αυτή βασίζεται (βλ. Παπακοκκίνου κ.ά. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (Αρ. 1) (2012) 1 (Α) Α.Α.Δ. 643).
Είναι πάγια νομολογημένο ότι όπου μια αίτηση δεν εδράζεται στην ορθή νομική βάση οι συνέπειες είναι καταλυτικές. (Βλ. Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδη κ.ά. (1990) 1 Α.Α.Δ. 965, Εgiazaryan κ.α. ν Denero Investments Limited (2013) 1 ΑΑΔ 409).
Όπως προκύπτει από την απόφαση του εφετείου πιο πάνω στο οποίο παραπέμπω :« Προς επίρρωση των πιο πάνω παρατίθεται το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στη Γιαννάκης Φλουρέντζου κ.ά. ν. Cashgrove Betting Ltd κ.ά. (2007) 1 Α.Α.Δ. 393:
«Σύμφωνα με τη νομολογία (βλ. μεταξύ άλλων Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδη κ.ά. (1990) 1 Α.Α.Δ. 965, Σάββα ν. Κυπριακές Αερογραμμές (1992) 1 Α.Α.Δ. 1146 και Χριστοφόρου ν. Οικοδομικές Επιχειρήσεις Λ. Ιορδάνους Λτδ. (2001) 1(Β) Α.Α.Δ. 743) μια ενδιάμεση αίτηση πρέπει απαραιτήτως να προσδιορίζει τις δικονομικές διατάξεις πάνω στις οποίες βασίζεται. Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει η αίτηση να στηρίζεται στην ορθή δικονομική και/ή νομική διάταξη. Αν η διάταξη στην οποία στηρίζεται είναι εντελώς άσχετη, τότε η νομική της βάση είναι ουσιαστικά ανύπαρκτη».
Έχω εξετάσει με προσοχή τόσο την νομικοί βάση όσο και τις θέσεις και ισχυρισμούς που προβάλλονται, εκ μέρους των διαδίκων .
Το δικονομικό πλαίσιο βάσει του οποίου του Δικαστήριο εξετάζει την παρούσα αίτηση, κατ' αναλογίαν των νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, είναι οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας , οι Διαδικαστικοί Κανονισμοί του Διοικητικού Δικαστήριου Διεθνούς Προστασίας του 2019, όπως αυτοί έχουν τροποποιηθεί,ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962.
Συγκεκριμένα:
Ο Κανονισμός 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019
Κ. 2 -«Ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, και οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί (Αρ.1) Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2015, τυγχάνουν εφαρμογής τηρουμένων των αναλογιών σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας από 18.6.2019, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις/προσθήκες που αναφέρονται στη συνέχεια και κατ΄ ανάλογη εφαρμογή των δικονομικών κανόνων και πρακτικής που ακολουθούνται και εφαρμόζονται στις ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου προσφυγές εκτός αν ήθελε άλλως ορίσει το Δικαστήριο.».
Κανονισμού 18 και 19 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962:
«Ο κατά την ημέραν της εκδόσεως του παρόντος Κανονισμού ισχύων εν τη Δημοκρατία περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικός Κανονισμός θα εφαρμόζεται τηρουμένων των αναλογιών και εφ' όσον αι περιστάσεις επιτρέπουν τούτο, εις πάσαν διαδικασίαν ενώπιον του Δικαστηρίου, εκτός εάν άλλως προβλέπεται εις τον παρόντα Κανονισμόν ή εκτός το Δικαστήριον ή Δικαστής άλλως ήθελεν ορίσει.»
19. Καθ' οιονδήποτε στάδιον της διαδικασίας το Δικαστήριον ή Δικαστής δύναται να εκδώση τοιαύτας οδηγίας, αι οποίαι απαιτούνται προς το συμφέρον της δικαιοσύνης.
Στην προκείμενη περίπτωση, τυγχάνει εφαρμογής ο Κανονισμός 14 των Νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, που τέθηκαν σε ισχύ την 1/9/2023 αναφορά στην οποία επίσης γίνεται στο νομικό υπόβαθρο της αίτησης.
Αναφορικά με το ζήτημα της ‘έλλειψης ορθής Νομικής βάσης την οποία προβάλλουν οι Καθ΄ων η αίτηση υιοθετώ την θέση της αδελφής Δ. κας Ε. Γαβριήλ στην υπ. αρ. 1463/2019 απόφαση της (13 Ιουλίου 2021) XXXX BOUZAMMOUR και ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ τα οποία ισχύουν κατά αναλογία :
«Παρατηρώ πως στη νομική βάση της αιτήσεως, καταγράφεται το νομικό υπόβαθρο στο οποίο στηρίζεται η αίτηση, χωρίς όμως να γίνεται αναφορά στον περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Νόμο του 2015, Ν. 131(Ι)/2015και στους περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2015.
Ζητήματα παρατυπιών, παραλείψεων ή/και ελλείψεων επί της νομικής βάσης νομικού διαβήματος, εξετάστηκαν σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, οι οποίες ακολουθήθηκαν και υιοθετήθηκαν μεταγενέστερα και από το Ανώτατο Δικαστήριο (The Attorney-General and Kyriacos Kouppi & 2 Others 1 R.S.C.C. 115, Σιέπη ν. Δήμου Πάφου (1989) 3Δ Α.Α.Δ 2472).
Κατ' αναλογία με τις πολιτικές υποθέσεις, όπου διαπιστώνεται παρατυπία λόγω παράλειψης συμμόρφωσης με τους Θεσμούς, το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή της Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια με γνώμονα πάντοτε τα συμφέροντα της δικαιοσύνης, λαμβανομένου υπόψη και του δυσμενούς επηρεασμού (prejudice) της άλλης πλευράς, λόγω της συγκεκριμένης παρατυπίας (Wunderlich κ.ά. ν. Παναγιώτου (1999) 1(A) Α.Α.Δ. 366, Πολιτική Έφεση 208/2012 Koza Michael David κ.ά. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ημερομηνίας 24.11.2017).
Παρατηρώ πως η νομική βάση της παρούσας αίτησης στηρίζεται στους καταργημένους θεσμούς της πολιτικής Δικονομίας και όχι στους νέους κανονισμούς πολιτικής δικονομίας
Όπως προκύπτει η αίτηση εδράζεται σε λανθασμένη νομική βάση λαμβανομένου υπόψη ότι ισχύουν πλέον οι νέοι κανονισμοί πολιτικής δικονομίας από την 1 Σεπτεμβρίου 2023 ως προβλέπεται στο κανονισμό 60 (2) Μεταβατική διευθέτηση :
(1) Οι παρόντες κανονισμοί τίθενται σε ισχύ από την 3η Ιουλίου 2023, σε σχέση με το Εφετείο το οποίο εγκαθιδρύεται δυνάμει των περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Νόμων του 1964 έως (Αρ. 3) του 2022, (Ν. 33/1964).
(2) Οι παρόντες κανονισμοί τίθενται σε ισχύ σε σχέση με τις υπόλοιπες δικαιοδοσίες, στις οποίες αφορούν, από την 1η Σεπτεμβρίου 2023 σε διαδικασίες που καταχωρίζονται από 1η Σεπτεμβρίου 2023.
(3) Οι παρόντες κανονισμοί δεν εφαρμόζονται σε σχέση με ειδικές διαδικασίες ή ειδικές δικαιοδοσίες για τις οποίες ισχύουν συγκεκριμένοι διαδικαστικοί κανονισμοί, οι οποίοι προβλέπονται από συγκεκριμένο νόμο ή κανονισμό. Νοείται ότι στο βαθμό που ο συγκεκριμένος νόμος ή κανονισμός παραπέμπει στην, ή επιτρέπει την, εφαρμογή των εκάστοτε κανονισμών πολιτικής δικονομίας, τότε εφαρμόζονται οι παρόντες κανονισμοί στο βαθμό που προβλέπεται.
Έχω εξετάσει με προσοχή τόσο την νομικοί βάση όσο και τις θέσεις και ισχυρισμούς που προβάλλονται, εκ μέρους των διαδίκων.
Είναι προφανές ότι η νομική βάση και των δύο πλευρών στηρίζεται στους θεσμούς πολιτικής δικονομίας(CIVIL PROCEDURE RULES) ήτοι στη διαταγή 33 η οποία δεν εφαρμόζεται στη παρούσα, η οποία καταχωρήθηκε μετά την ημερομηνία κατά την οποία τέθηκαν σε ισχύ οι νέοι κανονισμοί πολιτικής δικονομίας ως αναφέρθηκε πιο πάνω.
Σύμφωνα με τους νέους κανονισμούς της πολιτικής δικονομίας και ειδικότερα τον κανονισμό 37.3. 2.των νέων κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας :
37.3. Παράλειψη προσέλευσης στη δίκη
(1) Το δικαστήριο δύναται να προχωρήσει σε δίκη στην απουσία διαδίκου, αλλά:
(α) αν δεν παραστεί στη δίκη κανένας διάδικος, δύναται να διαγράψει το σύνολο της δικαστικής διαδικασίας·
(β) αν δεν παραστεί ο ενάγων, δύναται να διαγράψει την απαίτηση και οποιαδήποτε υπεράσπιση σε ανταπαίτηση· και
(γ) αν δεν παραστεί ο εναγόμενος, δύναται να διαγράψει την υπεράσπιση ή ανταπαίτηση (ή και τα δύο).
(2) Όταν το δικαστήριο διαγράψει δικαστική διαδικασία ή οποιοδήποτε μέρος αυτής δυνάμει του παρόντος κανονισμού, δύναται στη συνέχεια να επαναφέρει τη δικαστική διαδικασία ή το μέρος αυτής.
(3) Όταν διάδικος δεν παρίσταται και το δικαστήριο εκδίδει απόφαση ή διάταγμα εναντίον του, ο διάδικος ο οποίος παρέλειψε να παραστεί δύναται να αιτηθεί τον παραμερισμό της απόφασης ή του διατάγματος.
(4) Αίτηση δυνάμει της παραγράφου (2) ή της παραγράφου (3) υποστηρίζεται από μαρτυρία.
(5) Όταν υποβάλλεται αίτηση δυνάμει της παραγράφου (2) ή (3) από διάδικο ο οποίος παρέλειψε να παραστεί στη δίκη, το δικαστήριο δύναται να εγκρίνει την αίτηση μόνο αν ο διάδικος:
(α) ενήργησε εγκαίρως όταν πληροφορήθηκε ότι το δικαστήριο είχε ασκήσει την εξουσία διαγραφής ή έκδοσης απόφασης ή διατάγματος εναντίον του·
(β) είχε καλό λόγο να μην παραστεί στη δίκη· και
(γ) έχει εύλογη προοπτική επιτυχίας κατά τη δίκη.
Στη βάση όλων των πιο πάνω και λόγω της μη προώθησης ισχυρισμών από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Αιτητή, κατά την ακροαματική διαδικασία που να καταδεικνύουν ότι σωρευτικά οι πιο πάνω προϋποθέσεις του κανονισμού 37.3.5 υφίστανται, παρέλκει η εξέταση οποιουδήποτε ισχυρισμού που προβάλλεται σε σχέση με τους μη ισχύοντες πλέον κανονισμούς πολιτική δικονομίας.
Περαιτέρω λαμβάνω άποψη πως η ομνύουσα στην παρούσα αίτησης επαναφοράς είναι η δικηγόρος που εκπροσωπεί την Αιτήτρια κατά την ημερομηνία που η προσφυγή της απορρίφθηκε. Προς τούτο παραπέμπω στην απόφαση , Πολιτική Έφεση Αρ. (130/2009) DMITRY RYBOLOVLEV, ΕLENA RYBOLOVLEVA (2010) 1 ΑΑΔ 82 ημερ. 29 Ιανουαρίου, 2010.:
«Ωστόσο σύμφωνα με τις καθιερωμένες από τη νομολογία αρχές, γενικά ομιλούντες, μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Οι δικηγόροι όμως θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο. Αφ' ης όμως στιγμής δικηγόρος έχει με τον ένα ή άλλο τρόπο καταστεί μάρτυρας γεγονότων, τότε κωλύεται, λόγω ασυμβιβάστου, να συνεχίζει να εμφανίζεται χειριζόμενος την υπόθεση του πελάτη του ως δικηγόρος.
Η θέση του εφεσείοντος ότι, εάν ο ομνύων είναι δικηγόρος, θα πρέπει απαραίτητα στην ένορκη δήλωσή του να παρέχει ικανοποιητικές εξηγήσεις ως προς το γιατί ο ίδιος ο διάδικος αδυνατούσε να ορκιστεί και εάν δεν το πράξει τότε η ένορκη δήλωση πάσχει και πρέπει να απορριφθεί ή να αγνοηθεί, δεν αποτελεί προϊόν αναγνωρισμένης αρχής, ούτε και εξάγεται από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Dulal Dulal v. Δημοκρατίας, Yπόθεση Αρ. 1045/2005, ημερ. 27.10.2005, την οποία επικαλέσθηκε.
Περαιτέρω δεν αρκεί η εξήγηση που η συνήγορος της Αιτήτρια πρόβαλε κατά την ακροαματική διαδικασία και τούτο γιατί οι αγορεύσεις είναι πλειστάκις νομολογημένο πως δεν αποτελούν μαρτυρία ¨
Παρά του ότι παρέλκει η εξέταση επι της ουσίας της αίτησης σύμφωνα με την πάγια νομολογία η απόφαση επί της αιτήσεως επαναφοράς εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου που την εξετάζει .
Κατά πάγια επίσης νομολογία, είναι πάντοτε με αυστηρότητα που θα πρέπει να αντιμετωπίζεται αίτηση για επαναφορά απορριφθείσας αίτησης, ιδιαίτερα ενόψει της συνταγματικής προθεσμίας, που δεν μπορεί να επεκταθεί . (βλ. ενδεικτικά Aassy v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1252/2010, ημερ. 17.5.2011 και Matanes v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 540/2012, ημερ. 30.11.2012).
Η συμπεριφορά τόσο της συνηγόρου ήτοι να παραλείψει να ενημερώσει το Δικαστήριο ακόμα και μέσω της ιδίας της Αιτήτρια που επίσης δεν εμφανίστηκε κατά την δικάσιμό που η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση δεν δικαιολογεί την επαναφορά της προσφυγής στηριζόμενη μόνο στη δήλωση της ότι δεν είχε πρόθεση να εγκαταλείψει την προώθησης της.
Προς επίρρωση της θέσης του Δικαστηρίου υιοθετώ και παραπέμπω, στην υποθεση υπ. Αρ. 497/2005) ημερ. 21/11/2005 ΓΙΑΝΝΗΣ Μ. ΔΡΥΑΔΗΣ v. ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΥ ΤΕΧΝΙΚΟΥ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟΥ ΚΥΠΡΟΥ, όπου λέχθηκε ότι:
« Οι παραλείψεις του δικηγόρου ή μελών του δικηγορικού του γραφείου, που θα έχουν ως αποτέλεσμα την απόρριψη μιας έφεσης, δεν συνιστούν λόγο που θα δικαιολογούσε την επαναφορά μιας απορριφθείσας έφεσης. Στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Δημοκρατίας ((2001) 3 Α.Α.Δ. 1134) η αίτηση επαναφοράς της έφεσης βασίστηκε στο ότι "για την ετοιμασία περιγράμματος ήταν αναγκαία η διαβούλευση και/ή συνεννόηση με τον εφεσείοντα-αιτητή. Λόγω όμως του γεγονότος ότι ο εφεσείων διαμένει από κάποιο χρόνο μόνιμα στο εξωτερικό, δεν κατέστη δυνατό να γίνει η αναγκαία συνάντηση και/ή διαβούλευση και έτσι ο χρόνος για καταχώριση περιγράμματος παρήλθε εκ παραδρομής και/ή λάθους του γραφείου μας". Το Ανώτατο Δικαστήριο αφού σημείωσε ότι "σφάλματα ή παραλείψεις του δικηγόρου ή του προσωπικού του γραφείου του δεν είναι δυνατό να ταξινομηθούν ως λόγοι «πέραν των δυνάμεων του εφεσείοντα ή αντεφεσείοντα» ώστε να δικαιολογείται η επαναφορά έφεσης", αποφάνθηκε ότι η αίτηση για επαναφορά έπρεπε να απορριφθεί.»(οι υπογραμμίσεις δικές μου)
Επίσης υιοθετώ και παραπέμπω , στην Ανδρέας Δημητρίου ν. Υπουργείου Οικονομικών – όπου λέχθηκε ότι « σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ο διάδικος δεν μπορεί να προβάλει το λάθος, την αμέλεια ή την παράλειψη του δικηγόρου του για να επιτύχει την αναγέννηση δικαστικών διαδικασιών». Στην παρούσα το δικό του λάθος ή παράλειψη καθότι δεν είχε νομική εκπροσώπηση .
Παραπέμπω επίσης στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου NADER MT MATANES,(πιο πάνω) λέχθηκε ότι :
« Η υποχρέωση του δικηγόρου να εμφανισθεί κατά τη δικάσιμο συνιστά μια σοβαρή ευθύνη που σχετίζεται άμεσα με την ίδια την απονομή της δικαιοσύνης, εφόσον δεν αποτελεί ζήτημα απλής τυπικότητας, αλλά ζήτημα ουσίας. Αποφάσεις όπως η Ξενοφώντος ν. Χατζηαράπη (1999) 1 Α.Α.Δ. 221 και Βαρδιάνος ν. Richards - πιο πάνω -, τονίζουν την επιτακτική ανάγκη συμμόρφωσης με τις οδηγίες του Δικαστηρίου και τον κανόνα ότι λάθος ή παράλειψη του δικηγόρου δεν νοείται να προβάλλεται προς υπερφαλάγγιση των προθεσμιών ή την αναγέννηση των διαδικασιών. »
Στην παρούσα ότι ισχύει για τη νομικό εκπρόσωπο ισχύει και για την ίδια την Αιτήτρια η οποία σύμφωνα με τον διαδικαστικό κανονισμό(κ.12) ήταν υποχρεωμένη να παραβρίσκεται στο Δικαστήριο εφόσον η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση
«12.(α) Κατά τις διευκρινίσεις ή την ακρόαση της υπόθεσης ……….ο αιτητής υποχρεούται να παρίσταται στο Δικαστήριο είτε αυτός εμφανίζεται αυτοπροσώπως είτε εκπροσωπείται από Δικηγόρο εξαιρουμένης της περίπτωσης ανωτέρας βίας , διαφορετικά η προσφυγή του υπόκειται σε απόρριψη »
Στη παρούσα κανένας ισχυρισμός δεν προβάλλεται για την απουσία της Αιτήτριας η οποία κάλλιστα θα μπορούσε να ενημερώσει το δικαστήριο για όσα η συνήγορος της προβάλλει με την ένορκη της δήλωση ωστόσο και αυτή απουσίαζε Συνεπώς κανένα στοιχείο δεν προβάλλεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου που να δικαιολογεί την επαναφορά της προσφυγής
Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται, με € 600 έξοδα εναντίον της Αιτήτριας και υπέρ των καθ΄ ων η αίτηση.
Βούλα Κουρουζίδου Καρλεττίδου ΔΔΔΔΠ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο