C. M. L. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.3467/24, 18/5/2026
print
Τίτλος:
C. M. L. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.3467/24, 18/5/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ 

                                                                                      Υπόθεση αρ.3467/24

 

18 Μαΐου 2026

 

[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

C. M. L.

                                                                                                                        Αιτητής

Και

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

                                                                                                                        Καθ’ ων η αίτηση

 

Κα Δ. Πιττάλη, δικηγόρος για τον αιτητή

Κος Χ. Καστάνας, Δικηγόρος για τους καθ’ ων η αίτηση

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Με την προσφυγή ο αιτητής αιτείται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημ.08/08/24, η οποία κοινοποιήθηκε στις 20/08/24, δια της οποίας απορρίφθηκε η επίδικη αίτησή διεθνούς προστασίας, ως άκυρης και στερούμενης νομικού αποτελέσματος.

Ως εκτίθεται στην Ένσταση που καταχωρήθηκε από τους καθ' ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φάκελου που κατατέθηκε στα πλαίσια των διευκρινήσεων, ο αιτητής κατάγεται από τη Λ. Δ. του Κονγκό (στο εξής ΛΔΚ), εισήλθε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές μέσω κατεχομένων στις 29/09/22 και υπέβαλε την επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας στις 24/10/22 (ερ.1-3, 14-15, 35).

Στις 10/07/24 διεξήχθη συνέντευξη με τον αιτητή από την Υπηρεσία προς εξέταση του αιτήματός ασύλου, όπου του δόθηκε η ευκαιρία, μέσα από σχετικές ερωτήσεις, μεταξύ άλλων, να εκθέσει τους λόγους στους οποίους στηρίζει το αίτημα του (ερ.26-35). Μετά το πέρας της συνέντευξης ετοιμάστηκε σχετική Έκθεση και στις 18/07/24 η επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας απορρίφθηκε (ερ.51-60). Ετοιμάστηκε επιστολή ενημέρωσης του αιτητή για την απόφαση της Υπηρεσίας, η οποία του επιδόθηκε στις 20/08/24 (ερ.61).

Στην επίδικη αίτηση ο αιτητής καταγράφει ότι έφυγε από τη χώρα καταγωγής του για να «διαφύγει τον θάνατο», αφού, ως εξηγεί, δεν ήθελε να υποστεί «την μοίρα της μητέρας [του] και του αδελφού [του]», οι οποίοι σκοτώθηκαν από «αυτόν που λανθασμένα [ο ίδιος και οι αποβιώσαντες] θεωρούσαν βιολογικό τους πατέρα» και που συνειδητοποίησαν ότι δεν είναι βιολογικός τους πατέρας όταν πέθανε η μητέρα τους, καθώς αυτός ήταν ο υπεύθυνος για τον θάνατο της μητέρας τους και ήθελε να τους «εξολοθρεύσει» κι’ αυτούς και να σκοτώσει και τον εγγονό του.

Στη συνέντευξη ο αιτητής ανέφερε γεννήθηκε και διέμενε στην Κινσάσα, είχε διαμείνει για 11 χρόνια στην Αγκόλα (2011-2022), αφού – ως ανέφερε ερωτώμενος σχετικά – όταν η μητέρα τους είπε την αλήθεια στον σύζυγο της, αυτός ήθελε να τους σκοτώσει και γι’ αυτό πήγαν στην Αγκόλα. Η μητέρα του αιτητή απεβίωσε το 2011 «από εγκληματίες», στη Δημοκρατία είναι και ο αδελφός του αιτητή, άλλος αδελφός βρίσκεται στη Γαλλία, άλλος έχει αποβιώσει (01/09/22) και δεν γνωρίζει που βρίσκεται ο βιολογικός τους πατέρας. Ο αιτητής έχει τελειώσει δευτεροβάθμια εκπαίδευση και δεν εργαζόταν και υποστηριζόταν οικονομικά από τ’ αδέλφια του.

Στην ελεύθερη αφήγηση ο αιτητής ανέφερε ότι «όταν η μητέρα [του] είπε την αλήθεια για ένα μυστικό που κρατούσε από τον σύζυγο της, αυτός ήταν ο λόγος που όλα συνέβησαν», καθώς ο σύζυγος της τους στήριζε οικονομικά και «δεν μπορούσε να αποδεχτεί την πραγματικότητα που του είπε η μητέρα (του αιτητή)», γι’ αυτό και πήγαν στην Αγκόλα, όπου, μετά από λίγους μήνες, απεβίωσε η μητέρα του αιτητή. Έμειναν εκεί 11 χρόνια και δύο μήνες αφότου επέστρεψαν στη ΛΔΚ σκότωσαν τον αδελφό του και «λόγω του ότι σκότωσαν τον αδελφό [του] διαφάνηκε πραγματικά και γι’ αυτό η θεία [του] βοήθησε» τον αιτητή να ταξιδέψει.

Ερωτώμενος σχετικά ανέφερε ότι το μυστικό που αποκάλυψε η μητέρα του στον σύζυγο της τον Δεκέμβριο 2010 ήταν ότι κανένα απ’ τα παιδιά του δεν ήταν βιολογικό του τέκνο και τότε αυτός είπε ότι «από δω και πέρα κανείς δεν έχει το δικαίωμα να είναι ζωντανός», χτύπησε την μητέρα του αιτητή. Ερωτώμενος ο αιτητής ανέφερε ότι δεν γνωρίζει τον λόγο που η μητέρα του ανέφερε στον σύζυγο της το μυστικό αυτό τότε, ήταν μαζί του από τον καιρό που ο αιτητής και τ’ αδέλφια του γεννήθηκαν, δεν γνωρίζει τίποτε για τον βιολογικό του πατέρα, αφού, ως ανέφερε όταν ρωτήθηκε, δεν ρώτησε ποτέ, μετά την αποκάλυψη έμεναν για 1 μήνα στη θεία του, μέχρι να φύγουν για Αγκόλα. Για την μητέρα του έμαθαν από τη θεία τους ότι απεβίωσε ενώ βρίσκονταν στην Αγκόλα και η ίδια στη ΛΔΚ, όταν τους είπε ότι εγκληματίες που είχαν σταλεί από τον σύζυγο της πήγαν στο σπίτι και την σκότωσαν, επειδή, όπως ανέφερε, ο σύζυγος της είπε ότι θα τους σκοτώσει.

Ερωτώμενος σχετικά ανέφερε ότι η ζωή στην Αγκόλα ήταν δύσκολη, αφού αρρώστησε και βρισκόταν σε κώμα και, επειδή η περίθαλψη ήταν πολύ ακριβή και δεν είχαν βοήθεια οικονομική, επέστρεψαν στη ΛΔΚ και τότε σκότωσαν τον αδελφό του. Όταν υποβλήθηκε στον αιτητή ότι, σύμφωνα με τα λεγόμενα του έχει δύο αδελφούς, έναν που διαμένει στη Γαλλία και έναν στη Δημοκρατία, ενώ ανέφερε και ένα τρίτο, που είναι αυτός που, ως ο ίδιος είπε, σκοτώθηκε στην Κινσάσα (ΛΔΚ), ο αιτητής ανέφερε ότι μάλλον δεν κατάλαβε την ερώτηση. Ερωτώμενος για τον θάνατο του αδελφού του ο αιτητής ανέφερε ότι μια νύχτα που βρίσκονταν σε ολονύχτια προσευχή επέστρεψαν και είδαν τόσο πολλή κόσμο στο σπίτι τους και τους είπαν ότι ο αδελφός τους απεβίωσε, δεν γνωρίζει ποιος το έκανε, όμως – ως ανέφερε αμέσως μετά – «βρήκαν τους εγκληματίες που τον σκότωσαν», οι οποίοι είχαν σταλεί από τον σύζυγο της μητέρας τους. Ερωτώμενος γιατί να πράξει κάτι τέτοιο ο σύζυγος της μητέρας τους μετά από πέραν των 10 ετών (αφότου έμαθε την κατ’ ισχυρισμό αλήθεια) ανέφερε ότι δεν γνωρίζει, όμως, ως περαιτέρω ανέφερε, ο σύζυγος της μητέρας τους δεν επικοινώνησε μαζί με τον αιτητή όταν επέστρεψε αυτός στη ΛΔΚ, αλλά αυτός έφυγε λόγω του θανάτου του αδελφού του, για να αποφύγει να πάθει κι’ αυτός το ίδιο, ως ανέφερε.

Ερωτώμενος σχετικά ο αιτητής ανέφερε ότι αν επιστρέψει στη ΛΔΚ «αυτός ο άνδρας θα [τον] σκοτώσει» και δεν μπορεί να μείνει με ασφάλεια σε άλλη περιοχή της ΛΔΚ, καθώς, ως ανέφερε, δεν είναι «ασφαλισμένα στη ΛΔΚ».

Οι καθ’ ων η αίτηση, εξετάζοντας τα λεγόμενα του αιτητή στην αίτηση και τη συνέντευξη, κατέταξαν αυτούς στους ακόλουθους ουσιώδεις ισχυρισμούς.

1.    Ταυτότητα, χώρα καταγωγής, προφίλ και τόπος διαμονής του αιτητή

2.    Ισχυριζόμενα προβλήματα από τον σύζυγο της μητέρας του αιτητή λόγω του ότι του αποκαλύφθηκε ένα μυστικό (σ.σ. τα παιδιά του δεν ήταν βιολογικά του τέκνα)

Οι καθ’ ων η αίτηση αποδέχθηκαν τον 1ο εκ των ως άνω ισχυρισμών, απέρριψαν όμως τον 2ο ουσιώδη ισχυρισμό του αιτητή, ως αναξιόπιστο.

Επί του 2ου ουσιώδους ισχυρισμού, ως κρίθηκε, τα λεγόμενα του αιτητή στερούνταν σε πολλά σημεία λεπτομερειών αλλά και βιωματικών στοιχείων, αφού δεν ήταν σε θέση να παραθέσει με εύλογα αναμενόμενες λεπτομέρειες το πως και γιατί αποκάλυψε η μητέρα του αιτητή στον σύζυγο της το ότι τα παιδιά του δεν ήταν βιολογικά του τέκνα, δεν ήταν σε θέση να παραθέσει μια ευλογοφανή εξιστόρηση του τι έγινε και τι ακολούθησε της κατ’ ισχυρισμό αποκάλυψης αυτής και απέτυχε καταφανώς να αναφέρει τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες απεβίωσε η μητέρα και αδελφός του, ποιοι το έπραξαν, πως ακριβώς και γιατί – ως ανέφερε – θεωρεί ότι γι’ αυτό υπεύθυνος ήταν ο σύζυγος της μητέρας του. Σε πολλές δε ερωτήσεις που υποβλήθηκαν στον αιτητή σχετικά με όλα τα πιο πάνω αυτός παρέμεινε γενικολόγος, ασαφής και εν πολλοίς μονολεκτικός στις αποκρίσεις του, μη όντας σε θέση να προσθέσει την παραμικρή περαιτέρω πληροφορία ή και λεπτομέρεια στο αφήγημα του. Δεν κρίθηκε σκόπιμο να γίνει έρευνα σε διαθέσιμες πληροφορίες (ΠΧΚ) και ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίφθηκε ως αναξιόπιστος, για τους πιο πάνω λόγους.

Κατά την αξιολόγηση κινδύνου επί τη βάσει του μόνου αποδεκτού ισχυρισμού, ήτοι του προφίλ του αιτητή, κατόπιν ανασκόπησης της γενικής κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής (Κινσάσα), οι καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι δεν υφίσταται εύλογη πιθανότητα να εκτεθεί σε κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής.  

Συνεπεία των ως άνω η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε ως αβάσιμη και εκδόθηκε απόφαση επιστροφής του αιτητή στη χώρα καταγωγής του.

Στην αγόρευση η συνήγορος του αιτητή, παραθέτοντας συλλήβδην διάφορους νομικούς ισχυρισμούς, που ουδόλως εξειδικεύονται και ούτε συναρτώνται με τα επίδικα θέματα, αναφέρει ότι η επίδικη απόφαση είναι προϊόν ανεπαρκούς έρευνας και δεν αιτιολογείται.

Οι καθ' ων η αίτηση αντιτάσσουν ότι η επίδικη απόφαση είναι προϊόν δέουσας έρευνας και εξέτασης και επαρκώς αιτιολογημένη, υπεραμύνονται του εύλογου και ορθότητας των ευρημάτων τους και σημειώνουν ότι ουδεμία πλημμέλεια εντοπίζεται.

Δεδομένου ότι οι άπαντες οι εδώ προωθούμενοι από τον αιτητή ισχυρισμοί συμπλέκονται άρρηκτα με την επί της ουσίας ορθότητα της επίδικης απόφασης, προχωρώ λοιπών με επί της ουσίας εξέταση της, εξ υπαρχής και επί όλων των ενώπιον μου στοιχείων, η οποία τελείται σε κάθε περίπτωση (βλ. και Ε.Δ.Δ.Δ.Π. Αρ.107/2023, Q. B. T. v. Δημοκρατίας, ημ.11/02/25).

Προχωρώ λοιπόν με αξιολόγηση των ενώπιον μου στοιχείων και ισχυρισμών.

Στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», Δικαστική ανάλυση, 2018, σελ.98 του εγχειριδίου, αναφέρονται σχετικώς τα εξής:

«Εάν ένας αιτών ισχυριστεί ότι συνελήφθη σε διαδήλωση για πρώτη φορά στη ζωή του, θα προξενούσε έκπληξη η αδυναμία του να παράσχει συγκεκριμένα στοιχεία σχετικά με το πότε, πού και με ποιον τρόπο έλαβε χώρα η σύλληψή του, παρότι στην περίπτωση αυτή τίθεται το ζήτημα του βαθμού λεπτομέρειας που μπορεί εύλογα να αναμένεται. Σε κάθε περίπτωση, απαιτείται ισορροπημένη και αντικειμενική αξιολόγηση του αν η αφήγηση του αιτούντος αντικατοπτρίζει την αφήγηση που αναμένεται από ένα πρόσωπο στην κατάσταση του αιτούντος το οποίο αφηγείται μια πραγματική προσωπική εμπειρία.».

Στην σελ.102 του ιδίου εγχειριδίου, αναφέρεται ότι:

«[Οι] δείκτες αξιοπιστίας είναι απλοί δείκτες και δεν συνιστούν αυστηρά κριτήρια ή προϋποθέσεις. Παρότι οι τέσσερις δείκτες που προσδιορίστηκαν ανωτέρω (εσωτερική και εξωτερική συνέπεια, επαρκώς λεπτομερείς πληροφορίες και ευλογοφάνεια) αποτυπώνουν τους δείκτες που εφαρμόζουν στην πράξη τα δικαστήρια, κανένας από αυτούς δεν μπορεί να θεωρηθεί καθοριστικός. Η σημασία τους από υπόθεση σε υπόθεση ποικίλλει σημαντικά. Σε κάθε περίπτωση είναι αναγκαία η εξέταση του σωρευτικού τους αντίκτυπου (305).  […]

Από την ανωτέρω ανάλυση προκύπτει ότι δεν υπάρχει απλή απάντηση στο ερώτημα που αφορά τον τρόπο αξιολόγησης της αξιοπιστίας σε υποθέσεις διεθνούς προστασίας. Το μόνο που μπορεί να ειπωθεί είναι ότι η αξιολόγηση πρέπει να διενεργείται με βάση το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, λαμβανομένων υπόψη των αρχών, των μεθόδων και των δεικτών που αναφέρονται στην παρούσα ανάλυση. Οι αρχές, οι μέθοδοι και οι δείκτες αυτοί θα πρέπει να εφαρμόζονται με προσοχή (307), αντικειμενικότητα και αμεροληψία, ώστε να αποφευχθεί τυχόν εσφαλμένη και απλοϊκή απόρριψη, ή αφελής και ανεπιφύλακτη αποδοχή μιας συγκεκριμένης αφήγησης.»

Επιστρέφοντας στα ενώπιον μου στοιχεία, διερχόμενος του πρακτικού της συνέντευξης, θα συμφωνήσω με τα επιμέρους ευρήματα και τελική κατάληξη των καθ’ ων η αίτηση επί του 2ου ουσιώδους ισχυρισμού, ως αυτά καταγράφονται στην επίδικη έκθεση (ερ.54-56), σημειώνοντας επιγραμματικά, καθότι ουδέν περαιτέρω θεωρώ ότι χρήζει να ειπωθεί εν προκειμένω, καθώς, πολύ απλά, σε κανένα απολύτως σημείο των λεγομένων του δεν ήταν σε θέση ο αιτητής να αναφέρει ούτε το παραμικρό ψήγμα ευλογοφανούς, συνεκτικής, αρκούντως συγκεκριμένης αφήγησης και να τοποθετήσει χρονικά τα όσα ανέφερε, εκ των οποίων ελλείπουν καταφανώς και παντελώς βιωματικά στοιχεία. Είναι σαφές θεωρώ από ανάγνωση του επίδικου πρακτικού της συνέντευξης ότι άπαντες οι ισχυρισμοί του αιτητή αποτελούν επινοήματα του προκειμένου να στηρίξει, εδώ ανεπιτυχώς, την επίδικη αίτηση.

Σημειώνω εδώ ότι οι καθ’ ων η αίτηση, ως και ανωτέρω αναφέρω, δεν έκαναν έρευνα σε διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά (ΠΧΚ), το οποίο – δεδομένης της προσωπικής φύσης και των καταφανών ελλείψεων των ισχυρισμών του αιτητή – δεν απαιτούνταν και ορθώς δεν έγινε. Οιαδήποτε άλλη κατάληξη επί των λεγομένων του αιτητή θα συνιστούσε θεωρώ αφελή και ανεπιφύλακτη αποδοχή ενός αφηγήματος στερούμενου παντελώς και σε όλη του την έκταση του παραμικρού ψήγματος συνοχής, ευλογοφάνειας, αλλά και χρονικής συνέπειας. Επί των επιμέρους ελλείψεων της εσωτερικής συνοχής του αφηγήματος του αιτητή απλά παραπέμπω στα όσα πιο πάνω καταγράφονται σχετικά με τα ευρήματα των καθ’ ων η αίτηση επί τούτου, τα οποία υιοθετώ ως έχουν και τα οποία δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω.

Ενόψει της ως άνω κατάληξης μου απομένει εδώ μια αποτίμηση της γενικής κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής του (Κινσάσα), σε επικαιροποιημένη βάση.

Έκθεση του 2021 του portal RULAC σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στην Κινσάσα, αναφέρει ότι «[η] Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (ΛΔΚ) εμπλέκεται σε πολλές μη διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις (NIAC) εντός των εδαφών της εναντίον ένοπλων ομάδων στις περιοχές  Ituri, Kasai και Kivu, ενώ δεν αναφέρεται η δραστηριοποίηση ένοπλων ομάδων στην Κινσάσα».[1]

Σύμφωνα με την βάση δεδομένων ACLED, κατά το τελευταίο έτος (τελευταία ενημέρωση την 01/11/25) στην Επαρχία της Κινσάσα, όπου βρίσκεται και η ομώνυμη πρωτεύουσα, καταγράφηκαν 42 περιστατικά πολιτικής βίας (Political violence”, που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις - απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 54 θάνατοι[2]. Ο πληθυσμός της επαρχίας της Κινσάσα ανέρχεται περί τα 17 εκατομμύρια. [3]

Είναι κατάληξη μου, αποτιμώντας τις ως άνω πληροφορίες, ότι δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης, καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στην περιοχή όπου διέμενε, και στην οποία εύλογα αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας του στην περιοχή. Δεν μπορώ δε να εντοπίσω ιδιαίτερες περιστάσεις που επιτείνουν τον κίνδυνο ειδικώς για τον αιτητή σε σύγκρισή με τον γενικό πληθυσμό της περιοχής, στη βάση της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας» και λαμβανομένης υπόψη της φύσεως των περιστατικών που καταγράφηκαν, ως εκτίθενται πιο πάνω [4] (βλ. και απόφαση ΔΕΕ, ημ.10/06/21, C-901/19, CF and DN).

Προς τα ως άνω λαμβάνω υπόψη και συνυπολογίζω ότι ο αιτητής είναι υγιής, ενήλικας, 36 ετών σήμερα, με ικανοποιητικό μορφωτικό επίπεδο και διατηρεί οικογενειακό δίκτυο (θεία, η οποία τον βοήθησε να μετοικήσει στην Αγκόλα όσο και να έρθει στα κατεχόμενα) στην Κινσάσα,  εκ της οποίας αναμένεται ευλόγως να μπορέσει να λάβει στήριξη, μέχρι να βιοποριστεί και εξασφαλίσει τα προς το ζην, παρά τις όποιες αντιξοότητες ήθελε αυτός αντιμετωπίσει.

Έπεται λοιπόν ότι ο αιτητής δεν κατάφερε να τεκμηριώσει βάσιμο φόβο «καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων» αλλά και ότι δεν υφίστανται «ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη», ως αμφότερες αυτές οι έννοιες ορίζονται στα αρ.3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου. Δεν έχω δε εντοπίσει στοιχεία εκ των οποίων να δεικνύεται, δεδομένων των όσων πιο πάνω αναφέρω, ότι επιστροφή του αιτητή στη χώρα καταγωγής είναι αντίθετη με την εκ του αρ.3 της ΕΣΔΑ αρχή της μη επαναπροώθησης.

Για τους πιο πάνω λόγους η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με έξοδα €1000 υπέρ των καθ’ ων η αίτηση.

 

Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[1] RULAC, Non-international Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo, 13 April 2021, διαθέσιμο σε www.rulac.org/news/drc-a-new-conflict-in-ituri-involving-the-cooperative-for-development-of-th, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/07/2024)

[2] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: DRC, Kinshasa, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/12/2025).

[3] Macrotrends.net, Kinshasa population, 2024, διαθέσιμο σε https://www.macrotrends.net/global-metrics/cities/20853/kinshasa/population,

[4] Εγχειρίδιο EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική ανάλυση, σελ.26-28, διαθέσιμο εδώ: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο