S. B. B. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω του Διευθυντού της Υπηρεσίας Ασύλου, Υποθ. Αρ.: 4165/2023, 20/5/2026
print
Τίτλος:
S. B. B. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω του Διευθυντού της Υπηρεσίας Ασύλου, Υποθ. Αρ.: 4165/2023, 20/5/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υποθ. Αρ.: 4165/2023

20 Μαΐου 2026

 

[Α.Α.ΑΓΡΟΤΗ, ΔΔΔΔΠ.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Μεταξύ:

S. B. B.

Αιτητή

-και-

Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω

του Διευθυντού της Υπηρεσίας Ασύλου

Καθ’ ων η Αίτηση

 

 

Χρ. Παφίτη (κα) για Γ. Βασιλόπουλο (κος), Δικηγόροι για τον Αιτητή

Ν. Νικολάου (κος) για Ν. Ιερωνυμίδη (κος), Δικηγόροι της Δημοκρατίας για τους Καθ’ ων η Αίτηση.

Ο Αιτητής είναι παρών.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Α.Α. ΑΓΡΟΤΗ Δ ΔΔΔΠ: Με την παρούσα προσφυγή, ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου η οποία περιέχεται στην επιστολή ημερομηνίας 09/10/2023 σύμφωνα με την οποία το αίτημά του για παραχώρηση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας απορρίφθηκε και καλεί το Δικαστήριο όπως κηρύξει αυτήν άκυρη, παράνομη, αντισυνταγματική και στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος. Με δεύτερη αιτούμενη θεραπεία καλεί το Δικαστήριο όπβς εκδώσει νέα απόφαση επί της ουσίας του αιτήματος του Αιτητή για διεθνή προστασία αναγνωρίζοντας αυτόν ως πρόσφυγα.

 

Όπως προκύπτει τόσο από την Ένσταση, αλλά και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, που αποτελεί τεκμήριο "Α" στην παρούσα διαδικασία, τα ουσιώδη γεγονότα που αφορούν την υπό εξέταση υπόθεση, είναι τα ακόλουθα:

 

Ο Αιτητής είναι ενήλικας, υπήκοος Λαϊκής Δημοκρατίας Κογκό (στο εξής «ΛΔΚ») κάτοχος διαβατηρίου εκδοθέντος από τις αρχές της χώρας καταγωγής του, ο οποίος σύμφωνα με δήλωσή του, εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του στις 07/09/2022 μεταβαίνοντας μέσω Τουρκίας στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου. Ακολούθως, αφού εισήλθε παράτυπα στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές, υπέβαλε στις 05/10/2022 αίτηση διεθνούς προστασίας.

 

Στις 19/09/2023 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή από λειτουργό του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο, ο οποίος στις 21/09/2023, συνέταξε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, με την οποία εισηγείται την απόρριψη του αιτήματος του Αιτητή.

 

Στις 29/09/2023, συγκεκριμένος λειτουργός δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών να ασκεί καθήκοντα Προϊστάμενου της Υπηρεσίας Ασύλου, κατόπιν εξέτασης της εισηγητικής έκθεσης αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης του Αιτητή και την επιστροφή του στη ΛΔΚ.

 

Η απορριπτική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου μαζί με την αιτιολογία αυτής, η οποία περιέχεται στην επιστολή ημερομηνίας 09/10/2023, παραλήφθηκε από τον Αιτητή αυθημερόν.

 

Εμπρόθεσμα, ο Αιτητής μέσω του συνηγόρου του, υπέβαλε την υπό εξέταση προσφυγή προβάλλοντας πλήθος [35 στο σύνολο] νομικών ισχυρισμών προς ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης πλην όμως με την αγόρευση του συνηγόρου του, προωθούνται εν τέλει ορισμένοι από αυτούς. Συγκεκριμένα, ο συνήγορος για τον Αιτητή ισχυρίζεται, μέσω της γραπτής του αγόρευσης ότι (α) η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε κατά παράβαση της ορθής και νόμιμης διαδικασίας, λήφθηκε από αναρμόδιο πρόσωπο και παραβιάστηκε το άρθρο 13 του περί Προσφύγων Νόμου, (β) η απόφαση επιστροφής που εκδόθηκε είναι αναιτιολόγητη και μη δεόντως αιτιολογημένη, (γ) οι Καθ’ ων η αίτηση δεν προέβησαν σε δέουσα έρευνα και δεν αιτιολόγησαν δεόντως την προσβαλλόμενη απόφαση, (δ) οι Καθ’ ων η αίτηση παρέλειψαν να εξετάσουν κατά πόσο ο Αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις για παροχή καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας και (ε) δεν έχουν τηρηθεί οι αρχές που διέπουν τις διαδικασίες ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου.

 

Από την πλευρά τους οι Καθ’ ων η αίτηση, μέσω της δικής τους αγόρευσης, υπεραμύνονται της νομιμότητας και της ορθότητας της υπό εξέτασης απόφασης, ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα ορθής ενάσκησης των εξουσιών με τις οποίες περιβάλλονται οι Καθ’ ων η αίτηση, κατ’ εφαρμογή των αρχών του διοικητικού δικαίου και λήφθηκε μετά από δέουσα έρευνα, αφού αξιολογήθηκαν όλα τα σχετικά γεγονότα της υπόθεσης. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι η απόφαση είναι δεόντως και επαρκώς αιτιολογημένη, απορρίπτοντας όλους τους προβαλλόμενους από τον Αιτητή ισχυρισμούς, καλούν δε το Δικαστήριο, όπως απορρίψει ισχυρισμούς οι οποίοι περιέχονται μεν στην αίτηση ακύρωσης, δεν προωθούνται δε με την γραπτή αγόρευση.

 

Με την απαντητική του γραπτή αγόρευση ο συνήγορος του Αιτητή προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε κατά παράβαση των άρθρων 2 και 13 του περί Προσφύγων Νόμου, υποστηρίζοντας ότι τίθεται ζήτημα αναρμοδιότητας του οργάνου που έλαβε την απόφαση, καθότι η εξουσιοδότηση υπογραφής προερχόταν από προηγούμενο Υπουργό που είχε παύσει από τα καθήκοντά του. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι η απόφαση στερείται επαρκούς αιτιολογίας, ιδίως ως προς την έκδοση απόφασης επιστροφής, για την οποία δεν υπήρχε σχετική εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού ούτε σαφής καταγραφή και υπογραφή, κατά παράβαση των απαιτήσεων του νόμου. Είναι θέση του πως οι εν λόγω πλημμέλειες καθιστούν την απόφαση ακυρωτέα στο σύνολό της και ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να εξετάσει την ουσία, αλλά να ακυρώσει την πράξη και να την αναπέμψει στη διοίκηση.

 

Κατά την ακροαματική διαδικασία, ο συνήγορος του Αιτητή κάλεσε το Δικαστήριο όπως ασκήσει μόνο έλεγχο νομιμότητας και όχι ορθότητας, εμμένοντας στον ισχυρισμό του περί αναρμοδιότητας, ισχυριζόμενος ότι εφόσον η απόφαση των Καθ’ ων η αίτηση πάσχει λόγω αναρμοδιότητας του προσώπου που την εξέδωσε συνεπώς θα πρέπει να ακυρωθεί και να επιστραφεί στην Υπηρεσία Ασύλου για επανεξέταση. Επιπλέον εμμένει ότι η απόφαση επιστροφής στερείται αιτιολογίας. Υποστήριξε ότι, παρότι ο αρμόδιος λειτουργός (κ. Αγρότης) υπέγραψε τόσο την απόρριψη της αίτησης ασύλου, όσο και την απόφαση επιστροφής, η Έκθεση-Εισήγηση δεν περιλαμβάνει οποιαδήποτε αναφορά ή αιτιολόγηση για την επιστροφή του Αιτητή, ούτε εξηγεί γιατί πρέπει να επιστραφεί σε χώρα που θεωρείται μη ασφαλής. Τόνισε ότι η εισηγητική έκθεση αποτελεί ουσιαστικά τη βάση αιτιολόγησης της τελικής απόφασης και, εφόσον δεν περιέχει σχετική ανάλυση για την επιστροφή, η απόφαση πάσχει. Διευκρίνισε επίσης ότι δεν προωθεί ζητήματα ουσίας, δηλαδή δεν αμφισβητεί την αξιολόγηση των ισχυρισμών του Αιτητή, αλλά εστιάζει αποκλειστικά στη νομιμότητα της πράξης.

 

Από την πλευρά τους οι Καθ’ ων η αίτηση, υιοθέτησαν το περιεχόμενο της ένστασης και της γραπτής αγόρευσής τους. Υποστήριξαν ότι η απόφαση επιστροφής δεν αποτελεί ξεχωριστή διοικητική πράξη, αλλά είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την απόρριψη της αίτησης, συνεπώς, η αιτιολόγησή της προκύπτει από το σύνολο της Έκθεσης-Εισήγησης και της αξιολόγησης του προφίλ και των ισχυρισμών του Αιτητή, και δεν μπορεί να εξετάζεται αποσπασματικά. Τόνισε επίσης ότι το βάρος απόδειξης φέρει ο Αιτητής και ότι δεν έχει αποδειχθεί οποιοσδήποτε νομικός λόγος ακύρωσης, ενώ απέρριψε τον ισχυρισμό περί αναρμοδιότητας, επισημαίνοντας ότι τέτοιος ισχυρισμός δεν προκύπτει σαφώς από τη δικογράφηση. Συνεπώς, εισηγήθηκε την απόρριψη της προσφυγής.

 

Τούτων λεχθέντων εκκινώ από την εξέταση του προωθούμενου ισχυρισμού του Αιτητή περί αναρμοδιότητας του προσώπου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, που παρά το ότι προβάλλεται χωρίς τη δέουσα δικογράφησή του, το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει ως ζήτημα δημόσιας τάξης ακόμα και αυτεπάγγελτα.[1]

 

Ανατρέχοντας στο περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, εντοπίζω στο ερυθρό 73 σχετική εξουσιοδότηση ημερομηνίας 09/06/2022 με την οποία ο τέως Υπουργός Εσωτερικών εξουσιοδοτεί λειτουργούς της Υπηρεσίας Ασύλου, μεταξύ άλλων τον κ. Α.Α. όπως «ασκούν μέρος των εξουσιών ή να εκτελούν μέρος των καθηκόντων του Προϊσταμένου, που αφορούν στην έκδοση αποφάσεων επί αιτημάτων διεθνούς προστασίας…».

 

Εντοπίζω επίσης στο ερυθρό 84 απόφαση του εξουσιοδοτημένου λειτουργού για απόρριψη της αίτησης του Αιτητή. Τονίζω υπό μορφή σχολίου, ότι δεν πρόκειται για έγκριση μέσω «σφραγίδας» ως εισηγείται ο συνήγορος που συνέταξε την γραπτή του αγόρευση, σελίδα 3, αλλά για πρακτικό των Καθ’ ων η αίτηση επί του οποίου γίνεται ρητή αναφορά από τον λειτουργό ότι «κατόπιν εξέτασης της Έκθεσης-Εισήγησης επί της εν λόγω αίτησης διεθνούς προστασίας…» αποφασίζεται η απόρριψη της αίτησης καθώς και η επιστροφή του Αιτητή στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κόγκο.

 

Η θέση του συνηγόρου του Αιτητή ότι ο εξουσιοδοτών Υπουργός είχε παύσει των καθηκόντων του και κατά συνέπεια οι ενέργειες του εξουσιοδοτούμενου λειτουργού είναι άκυρες δεν με βρίσκει σύμφωνη. Τούτο γιατί σύμφωνα με ημεδαπή νομολογία «δεν είναι αναμενόμενο να παραχωρείται νέα εξουσιοδότηση κάθε φορά που διορίζεται νέος διευθυντής».

 

Παραπέμπω στη σχετικά πρόσφατη απόφαση του Ανώτατου Συνταγματικού Δικαστηρίου, Δημοκρατία ν. A.H.T. Advances Heating Technologies, Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου αρ.63/18, ημερομηνίας 11/01/2024, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα επί πανομοιότυπου ισχυρισμού:

 

«Σχετική με το υπό εξέταση ζήτημα είναι η υπόθεση Κασσέρα ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 27/16, ημερ. 4.4.2023, ECLI:CY:AD:2023:C130, ECLI:CY:AD:2023:C130, όπου ο εφεσείοντας προέβαλε ότι η συγκρότηση της Συμβουλευτικής Επιτροπής έπασχε αφού, δεν είχε καταρτιστεί από την αρμόδια αρχή σύμφωνα με τις πρόνοιες των άρθρων 2 και 35Α του περί Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας Νόμου (Ν. 10/69). Στην εκεί υπόθεση, παρουσιάστηκε εκχώρηση με την οποία ο αρμόδιος Υπουργός εκχώρησε προς τον γενικό διευθυντή τις εξουσίες που του παρέχονται δυνάμει του Νόμου. Ο εφεσείοντας, με δεδομένο ότι η εξουσιοδότηση δόθηκε πριν από πολλά χρόνια από προηγούμενο Υπουργό και όχι από τον εν ενεργεία Υπουργό κατά την περίοδο πλήρωσης των θέσεων, υποστήριξε πως η εξουσιοδότηση αυτή δεν μπορούσε να ισχύει, αφού η κάθε διαδικασία πλήρωσης θέσεων είναι ξεχωριστή και αυτόνομη. Η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου, απορρίπτοντας την έφεση, επισήμανε ότι δεν είναι αναμενόμενο να παραχωρείται νέα εξουσιοδότηση κάθε φορά που διορίζεται νέος Υπουργός.

 

Επίσης σχετική με το υπό εξέταση επίδικο ζήτημα είναι και η πρόσφατη υπόθεση Φωτιάδου ν. Δημοκρατίας, Ε.Ε.Δ. 84/16, ημερ. 2.10.2023, όπου η εφεσείουσα προέβαλε ότι η σύνθεση της συμβουλευτικής επιτροπής που συστήθηκε για τις προαγωγές ήταν παράνομη καθότι, ο νέος υπουργός, ως εκ της αλλαγής που προέκυψε με τη αντικατάσταση του προηγούμενου, δεν προχώρησε σε επικαιροποιημένη εκχώρηση εξουσιών προς τη νέα γενική διευθύντρια. Το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο, απορρίπτοντας το σχετικό λόγο έφεσης επισήμανε ότι, ο λόγος των αποφάσεων Κασσέρα (ανωτέρω) κα  Συμβούλιο Εφέσεων Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης κ.α v. Παναγή κ.α Α.Ε. 47/2014 ημερ. 25.2.21, ECLI:CY:AD:2021:C71, ECLI:CY:AD:2021:C71, , όπου στην τελευταία υπογραμμίστηκε το θεσμικά συνεχές ενός διοικητικού οργάνου, καλύπτει τα επίδικα ζητήματα, με την πρόσθετη επισήμανση ότι, «το γεγονός ότι αντικαταστάθηκε ο Γενικός Διευθυντής, (στον οποίο δόθηκε εκχώρηση), να μην επηρεάζει κατ' εφαρμογή του ίδιου σκεπτικού (αλλά και κατά κοινή λογική) τα αναλυόμενα».

 

Στην υπό εξέταση περίπτωση το πρωτόδικο Δικαστήριο έσφαλλε. Εξουσιοδότηση υπήρχε. Με αυτήν εξουσιοδοτήθηκε το πρόσωπο που υπέγραψε την σχετική επιστολή και με την οποία απαίτησε την καταβολή των πιο πάνω ποσών. Σε ακολουθία του λόγου τόσο της υπόθεσης Κασσέρα και όσο και της  Φωτιάδου (ανωτέρω), δεν είναι αναμενόμενο να παραχωρείται νέα εξουσιοδότηση κάθε φορά που διορίζεται νέος διευθυντής. Περαιτέρω, δεν είχε τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οτιδήποτε που να ανακαλεί την εξουσιοδότηση για την οποία γίνεται αναφορά πιο πάνω».

 

Σημειώνω ότι ούτε στην υπό εξέταση υπόθεση τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου οτιδήποτε που να διαφαίνεται ανάκληση της εν λόγω εξουσιοδότησης ώστε να καταστήσει ενδεχομένως άκυρη την προσβαλλόμενη απόφαση, ως ο προβαλλόμενος ισχυρισμός.

 

Τούτων λεχθέντων απορρίπτω τον προβαλλόμενο ισχυρισμό κρίνοντας πως ελλείψει σχετικής ανάκλησης της υπό εξέτασης εξουσιοδότησης, η υφιστάμενη εξουσιοδότηση από τον τέως Υπουργό Εσωτερικών προς τον εξουσιοδοτούμενο λειτουργό, ο οποίος έλαβε και την απόφαση απόρριψης του αιτήματος του Αιτητή παραμένει σε ισχύ.

 

Παρά του ότι δεν επιμένει ο συνήγορος του Αιτητή σε έλεγχο ουσίας της προσφυγής[2], εντούτοις το Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργείας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου, έχει δικαιοδοσία όπως εξετάσει πέραν από τον νομιμότητα και την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης . Κατά συνέπεια προχωρώ να εξετάσω τους ισχυρισμούς του Αιτητή, όπως αυτοί τέθηκαν από τον ίδιο, τόσο κατά την καταγραφή του αιτήματος του, όσο και κατά την προσωπική του συνέντευξη.

 

Κατά την καταγραφή του αιτήματός του για διεθνή προστασία, ο Αιτητής δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα του επειδή δέχτηκε απειλές θανάτου και έπεσε θύμα βασανιστηρίων.

 

Κατά τη συνέντευξή του στο πλαίσιο αξιολόγησης ενδεχόμενης ευαλωτότητας, ο Αιτητής προέβαλε ότι αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του, επειδή δεχόταν απειλές κατά της ζωής του από τις κρατικές αρχές. Ειδικότερα, ισχυρίστηκε ότι ο Gilbert Kabanda, ο οποίος ήταν τότε στρατηγός του στρατού ενώ σήμερα κατέχει θέση υπουργού, ευθυνόταν για τη δολοφονία του πατέρα του και επιδίωκε επίσης να σκοτώσει όλη την οικογένειά του. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, ο πατέρας του υπηρετούσε ως νοσηλευτής στον στρατό και δολοφονήθηκε στις 25/01/2018, μαζί με τη μητέρα του, έπειτα από διαφωνία που είχε με τον εν λόγω στρατιωτικό σχετικά με μια κατάσταση εντός του στρατεύματος.

 

Περαιτέρω, ο Αιτητής δήλωσε ότι ο ίδιος άρχισε να δέχεται απειλές στις 10/06/2022 και ότι απειλήθηκε συνολικά δύο φορές και ότι η τελευταία φορά που είδε τον Gilbert Kabanda ήταν στις 13/06/2022. Ως προς τον τρόπο με τον οποίο απειλήθηκε, ισχυρίστηκε ότι ο εν λόγω άνδρας τον αναζητούσε, αρχικά στην οικία του και στη συνέχεια στο χώρο εργασίας του, με αποτέλεσμα ο ίδιος να τραπεί σε φυγή και τις δύο φορές. Εξήγησε ότι, τέσσερα χρόνια μετά τη δολοφονία του πατέρα του, ο άνδρας αυτός μετέβη στο εστιατόριο όπου o ίδιος εργαζόταν ως μάγειρας, ζήτησε να γνωρίσει τον σεφ επειδή του άρεσε το φαγητό και, όταν ο Αιτητής του αποκάλυψε το όνομά του, εκείνος κατάλαβε ποιος ήταν και θέλησε να τον σκοτώσει. Ως συνέπεια των ανωτέρω γεγονότων, ισχυρίστηκε ότι έχασε την ψυχική του ηρεμία, ζούσε συνεχώς με φόβο και μετακινούνταν διαρκώς, γεγονός που τον οδήγησε στην απόφαση να εγκαταλείψει τη χώρα του. Τέλος, σε σχέση με το οικογενειακό του περιβάλλον, δήλωσε ότι διατηρεί επικοινωνία μέσω κοινωνικών δικτύων με τα πέντε αδέλφια του που διαμένουν στη ΛΔΚ και ότι διατηρεί καλή σχέση μαζί τους (ερυθρά 21-20 του διοικητικού φακέλου).

 

Στα πλαίσια της προφορικής του συνέντευξης, ως προς τα προσωπικά του στοιχεία, ο Αιτητής ανέφερε ότι είναι υπήκοος της ΛΔΚ, γεννηθείς στην πόλη Kinshasa, η οποία αποτελεί τόπο συνήθους διαμονής του.. Ως προς την οικογενειακή του κατάσταση, ο Αιτητής δήλωσε άγαμος και ότι έχει μία οκτάχρονη κόρη, η οποία, διαμένει στην Kinshasa μαζί με την μικρότερή του αδελφή. Επιπλέον, δήλωσε ότι έχει τρεις αδελφές και δύο αδελφούς, οι οποίοι, διαμένουν όλοι στην Kinshasa. Δήλωσε επίσης ότι ο πατέρας του, ο οποίος ήταν νοσηλευτής στον στρατό, απεβίωσε τον Ιανουάριο του 2018 λόγω δηλητηρίασης, ενώ η μητέρα του απεβίωσε τον Ιούλιο του 2019 κατόπιν τροχαίου ατυχήματος. Κατά δήλωσή του απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και ότι ακολούθως φοίτησε για δύο έτη σε σπουδές φιλοξενίας στο ινστιτούτο ISP στην Kinshasa, τις οποίες, όπως ανέφερε, διέκοψε για οικονομικούς λόγους. Ως προς την εργασιακή του εμπειρία, ο Αιτητής δήλωσε ότι εργαζόταν ως βοηθός μάγειρα σε εστιατόριο στην Kinshasa από το 2020 έως το 2022.

 

Κατά την ελεύθερη αφήγησή του ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι εγκατέλειψε τη ΛΔΚ εξαιτίας συνεχούς παρενόχλησης και σεξουαλικής κακοποίησης από υψηλόβαθμο στρατιωτικό πρόσωπο, το οποίο αργότερα ταυτοποίησε ως τον Υπουργό Άμυνας, Gilbert Kabanda Kurhenga. Σύμφωνα με την αφήγησή του, η πρώτη επαφή σημειώθηκε τον Ιανουάριο του 2022 κατά τη διάρκεια στρατιωικής εκδήλωσης στο εστιατόριο όπου εργαζόταν, όταν ο στρατηγός τον προσέγγισε, τον κάλεσε εκτός του χώρου και προέβη σε ανεπιθύμητη παρενόχληση.

 

Ο Αιτητής ανέφερε ότι στη συνέχεια ο στρατηγός άρχισε να τον αναζητά συστηματικά και να του ζητά σεξουαλική σχέση, παρά την άρνησή του. Υποστήριξε ότι τον Φεβρουάριο του 2022 οδηγήθηκε με τη βία σε άγνωστο μέρος, όπου υπέστη σεξουαλική κακοποίηση από τον στρατηγό και τον σωματοφύλακά του. Μετά το περιστατικό αυτό, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, ο στρατηγός συνέχισε να τον παρακολουθεί και να τον αναζητά τόσο στο χώρο εργασίας όσο και αλλού, γεγονός που τον ανάγκαζε να κρύβεται και να ζει υπό συνεχή φόβο.

 

Ο Αιτητής δήλωσε ότι δεν προχώρησε σε καταγγελία στις αρχές, επειδή θεωρούσε ότι, λόγω της πολιτικής και στρατιωτικής ισχύος του εν λόγω προσώπου, δεν υπήρχε δυνατότητα προστασίας. Παράλληλα, ανέφερε ότι παρέμεινε στην ίδια εργασία για αρκετούς μήνες μετά το περιστατικό, αποφεύγοντας επαφή μαζί του κυρίως με το να κρύβεται.

 

Τέλος, υποστήριξε ότι εγκατέλειψε τη χώρα επειδή φοβόταν επανάληψη των βιασμών και πιθανή απειλή κατά της ζωής του, ενώ ισχυρίστηκε ότι το πρόσωπο αυτό συνέχισε να τον αναζητά ακόμη και μετά την αναχώρησή του. Δήλωσε επίσης ότι δεν θεωρεί εφικτή την εσωτερική μετεγκατάσταση εντός της ΛΔΚ, καθώς πιστεύει ότι, λόγω της ισχύος και επιρροής του στρατηγού, θα μπορούσε να εντοπιστεί οπουδήποτε στη χώρα.

 

Ακολούθως, ο λειτουργός, στην εισηγητική του έκθεση απομόνωσε δύο ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς από τις δηλώσεις του Αιτητή. Ο πρώτος αφορά στην ταυτότητα, το προφίλ, την περιοχή καταγωγής και συνήθους διαμονής του Αιτητή και ο δεύτερος ότι η ζωή του Αιτητή τέθηκε σε κίνδυνο από έναν πρώην υπουργό άμυνας της ΛΔΚ, ο οποίος τον Φεβρουάριο του 2022 τον βίασε και μετέπειτα ήθελε να διατηρήσει σεξουαλικές σχέσεις μαζί του.  

 

Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός έγινε αποδεκτός αφού δεν προέκυψαν στοιχεία περί του αντιθέτου και οι σχετικές δηλώσεις του Αιτητή κρίθηκαν ως σαφείς και συγκεκριμένες, ενώ επιβεβαιώθηκαν από το επίσημο διαβατήριο του και εντοπίστηκαν σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.

 

Ως προς τον δεύτερο ισχυρισμό, οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι ο Αιτητής απέτυχε να παράσχει συγκεκριμένες, επαρκείς και συνεκτικές πληροφορίες προς υποστήριξη βασικών πτυχών των ισχυρισμών του. Ειδικότερα, έκριναν ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να δώσει επαρκείς και συνεκτικές εξηγήσεις ως προς τους λόγους για τους οποίους εξέθεσε τον εαυτό του σε κίνδυνο, αποδεχόμενος να μεταβεί στο όχημα του εν λόγω προσώπου, παρά το ότι, κατά την κρίση τους, θα ήταν εύλογο να αναμένεται ότι αντιλαμβανόταν τον επικείμενο κίνδυνο. Περαιτέρω, οι Καθ’ ων διαπίστωσαν ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει με ακρίβεια το πλήρες όνομα του προσώπου που τον κακοποίησε, παρά μόνο μετά από υπόδειξη του λειτουργού. Συγκεκριμένα, αρχικά ανέφερε το όνομα «Gilbert Kabamba», ωστόσο, όταν του επισημάνθηκε ότι το ορθό όνομα είναι «Gilbert Kabanda Kurhenga», το αποδέχθηκε χωρίς επαρκή εξήγηση για την αναντιστοιχία των δηλώσεων του.

 

Επιπλέον, οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι ο Αιτητής δεν παρείχε συγκεκριμένες και ικανοποιητικές πληροφορίες ως προς τον ισχυριζόμενο κίνδυνο που διέτρεχε. Συγκεκριμένα, διαπίστωσαν ότι  δεν παρείχε εξηγήσεις σχετικά με το γεγονός ότι συνέχισε να εργάζεται στον ίδιο χώρο, παρά την παρουσία του κατ’ ισχυρισμό δράστη, αντί να αλλάξει χώρο εργασίας. Περαιτέρω, οι Καθ’ ων έκριναν ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παράσχει επαρκείς εξηγήσεις ως προς το γιατί δεν υπέστη περαιτέρω βλάβη για σημαντικό χρονικό διάστημα μετά το αρχικό περιστατικό, παρά τον ισχυριζόμενο συνεχή εντοπισμό του και την παρακολούθηση που υφίστατο. Ομοίως, έκριναν ότι οι απαντήσεις του ως προς τον τρόπο με τον οποίο κατάφερνε να αποφεύγει τον εν λόγω κίνδυνο ήταν μη συγκεκριμένες, μη επαρκείς και μη συνεκτικές. Υπό το φως των ανωτέρω, κατέληξαν ότι η εσωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού δεν δύναται να θεμελιωθεί.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, κατόπιν έρευνας σε εξωτερικές πηγές οι Καθ’ ων η αίτηση επιβεβαίωσαν την ύπαρξη και την ιδιότητα του φερόμενου δράστη, ονόματι «Gilbert Kabanda Kurhenga» ως υπουργού άμυνας, καθώς επίσης και το διαδεδομένο φαινόμενο της σεξουαλικής βίας κατά ανδρών και γυναικών στην ΛΔΚ. Εντούτοις, οι Καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν πως ελλείψει εσωτερικής αξιοπιστίας στην αφήγηση του Αιτητή, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός ο εν λόγω ισχυρισμός.

 

Προχωρώντας σε αξιολόγηση κινδύνου στη βάση του μοναδικού ισχυρισμού ο οποίος έγινε αποδεκτός, ήτοι η ταυτότητα και η χώρα καταγωγής του Αιτητή και λαμβανομένων υπόψιν τόσο του προσωπικού προφίλ, όσο και των πληροφοριών από τη χώρα καταγωγής, και ειδικότερα πληροφορίες για την κατάσταση ασφαλείας στην Kinshasa, τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής του Αιτητή, δεν διαπιστώθηκε από τους Καθ’ ων η αίτηση η συνδρομή φόβου δίωξης ή βλάβης του Αιτητή.

 

Ακολούθως, κατά τη νομική ανάλυση, οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι δεν προκύπτει βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης του Αιτητή σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του στο πλαίσιο του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης στο πλαίσιο του άρθρου 19 (1) και (2) του περί Προσφύγων Νόμου. Σε σχέση δε με τις προϋποθέσεις ένταξης του Αιτητή στο άρθρο 19 (2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, κρίθηκε ότι δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής και προσωπικής απειλής λόγω αδιάκριτης βίας σε κατάσταση διεθνούς και εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, αφού η χώρα καταγωγής του και συγκεκριμένα η επαρχία της Kinshasa δεν βρίσκεται σε συνθήκες διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 6(Ι)/2000, «πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο, που λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγένειας του και δεν είναι σε θέση ή λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής». Για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό όσο και το αντικειμενικό στοιχείο πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση.

 

Το άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000 προνοεί ότι «εναπόκειται στον αιτητή να τεκμηριώσει την αίτηση διεθνούς προστασίας», χωρίς να απαιτείται να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία. Ο/Η αιτητής/τρια έχει την ευθύνη να εκθέσει με την αίτησή του/της αλλά και μέσα από την ενώπιον της αρμόδιας αρχής συνέντευξη του, ακόμα και ενώπιον του Δικαστηρίου, μέσω της ορθής δικονομικής διαδικασίας, με στοιχειώδη σαφήνεια, τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά τα οποία του/της προκαλούν, κατά τρόπο αντικειμενικό, δικαιολογημένο φόβο δίωξης υφιστάμενο στη χώρα καταγωγής του/της. Ο/Η αιτητής/τρια οφείλει να επικαλεστεί με λεπτομέρεια, σαφήνεια και αληθοφάνεια συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το υποβληθέν αίτημα για διεθνή προστασία, το δε αρμόδιο όργανο εξετάζοντας την αίτηση του/της αιτητή/τριας, οφείλει να λάβει υπόψη του κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός.

 

Είναι πάγια νομολογημένο ότι δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447). Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Ττουσούνα ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2013) 3 Α.Α.Δ. 120, Α. Παπουτέ ν. Χρ. Κασάπη και Κυπριακής Δημοκρατίας, Συν. Αναθ.Έφεση 112/15 και 131/15 ημερομηνίας 13/07/2022). Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για επαρκή έρευνα.

 

Στο πλαίσιο ελέγχου της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, με βάση τα όσα προκύπτουν από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου και κυρίως το πρακτικό της διενεργηθείσας συνέντευξης ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου και της εισηγητικής έκθεσης, κρίνω ορθή την κατάληξη της αξιολόγησης των Καθ’ ων η αίτηση βάσει των δηλώσεων που ο ίδιος ο Αιτητής προέβαλε κατά τη συνέντευξή του, ως προς τον ουσιώδη ισχυρισμό που αφορά τη χώρα καταγωγής, την ταυτότητα, τα προσωπικά του στοιχεία και τον τόπο καταγωγής και τελευταίας συνήθους διαμονής του.

 

Προχωρώντας στην αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας του δεύτερου σχηματισθέντα από τους Καθ’ ων η αίτηση ισχυρισμού, ήτοι ότι η ζωή του Αιτητή βρίσκεται σε κίνδυνο από τον πρώην υπουργό άμυνας της ΛΔΚ, ο οποίος τον Φεβρουάριο του 2022 τον βίασε και έκτοτε επιθυμούσε να διατηρήσουν σεξουαλική σχέση, από το σύνολο των ενώπιον μου στοιχείων, προκύπτει ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή δεν πληρούν τις προϋποθέσεις εσωτερικής αξιοπιστίας, καθότι χαρακτηρίζονται από ουσιώδεις αντιφάσεις και διαφοροποίηση του πυρήνα της αφήγησης.

 

Κατ’ αρχάς, παρατηρείται ότι ο Αιτητής δεν παρουσίασε σταθερό και συνεκτικό αφήγημα ως προς τον λόγο εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής του. Κατά την αρχική καταγραφή του αιτήματός του, περιορίστηκε να δηλώσει ότι εγκατέλειψε τη ΛΔΚ επειδή δέχθηκε απειλές θανάτου και υπέστη βασανιστήρια. Ακολούθως, κατά την αξιολόγηση ενδεχόμενης ευαλωτότητας, ισχυρίστηκε ότι απειλήθηκε από τον Gilbert Kabanda, ο οποίος φέρεται να ευθυνόταν για τη δολοφονία του πατέρα του και επιδίωκε να σκοτώσει ολόκληρη την οικογένειά του. Σύμφωνα με εκείνη την εκδοχή, ο Αιτητής υποστήριξε ο πατέρας και η μητέρα του δολοφονήθηκαν στις 25/01/2018, κατόπιν διαφωνίας του πατέρα του με τον εν λόγω στρατιωτικό. Εντούτοις, κατά τη συνέντευξή του ο Αιτητής εγκατέλειψε την ως άνω αφήγηση και παρουσίασε διαφορετικό πυρήνα ισχυρισμών. Συγκεκριμένα, υποστήριξε ότι εγκατέλειψε τη χώρα του επειδή έπεσε θύμα βιασμού τον Φεβρουάριο του 2022 από στρατηγό του στρατού/πρώην Υπουργό Άμυνας της ΛΔΚ, ο οποίος επιθυμούσε να συνεχίσει να έχει σεξουαλική σχέση μαζί του και τον αναζητούσε συστηματικά. Η διαφοροποίηση αυτή δεν αφορά δευτερεύουσες λεπτομέρειες ή περιφερειακά στοιχεία της αφήγησης, αλλά τον ίδιο τον πυρήνα του αιτήματός του. Ενώ αρχικά ο κίνδυνος συνδέεται με οικογενειακή δίωξη λόγω υποτιθέμενης δολοφονίας των γονέων του από στρατιωτικό αξιωματούχο, σε μεταγενέστερο στάδιο ο κίνδυνος συνδέεται με προσωπική σεξουαλική κακοποίηση και επακόλουθη συστηματική παρακολούθησή του από τον ίδιο κρατικό αξιωματούχο. Η αναξιοπιστία του ενισχύεται περαιτέρω από τις αντιφάσεις του ως προς τον θάνατο των γονέων του. Στο πλαίσιο αξιολόγησης ευαλωτότητας ισχυρίστηκε ότι ο πατέρας και η μητέρα του δολοφονήθηκαν μαζί στις 25/01/2018. Αντιθέτως, κατά τη συνέντευξή του δήλωσε ότι ο πατέρας του απεβίωσε τον Ιανουάριο του 2018, επειδή δηλητηριάστηκε στην εργασία του ως νοσηλευτής στον στρατό, ενώ η μητέρα του απεβίωσε τον Ιούλιο του 2019 συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος. Η αντίφαση αυτή είναι ουσιώδης, καθότι αφορά γεγονότα άμεσα συνδεδεμένα με την πρώτη εκδοχή που προέβαλε ο Αιτητής.

 

Περαιτέρω, ο Αιτητής διαφοροποίησε ουσιωδώς και το χρονικό πλαίσιο έναρξης του κινδύνου. Κατά την αξιολόγηση ευαλωτότητας δήλωσε ότι οι απειλές εναντίον του άρχισαν στις 10/06/2022, ότι απειλήθηκε συνολικά δύο φορές και ότι η τελευταία φορά που είδε τον φερόμενο δράστη ήταν στις 13/06/2022. Αντιθέτως, κατά τη συνέντευξή του ισχυρίστηκε ότι γνώρισε τον κατ’ ισχυρισμό φορέα δίωξής του τον Ιανουάριο του 2022, ότι ο βιασμός έλαβε χώρα τον Φεβρουάριο του 2022 και ότι έκτοτε το εν λόγω άτομο και ο σωματοφύλακάς του τον παρακολουθούσαν μέχρι την αναχώρησή του τον Σεπτέμβριο του 2022. Η χρονική αυτή ασυμφωνία αφορά κρίσιμο στοιχείο του αιτήματος, ήτοι το πότε άρχισε ο κίνδυνος, ποια ήταν η φύση του και πόσο συστηματικός ήταν. Η έλλειψη σταθερότητας ως προς βασικά πραγματικά περιστατικά εγείρει σοβαρά ερωτήματα αναφορικά με την αξιοπιστία του Αιτητή.

 

Σημαντικό στοιχείο αναξιοπιστίας, το οποίο εντόπισαν και οι Καθ’ ων η αίτηση, αποτελεί επίσης η αδυναμία του Αιτητή να κατονομάσει ορθά το πρόσωπο από το οποίο ισχυρίζεται ότι κινδύνευε. Ο Αιτητής ανέφερε ότι ο φερόμενος δράστης ονομαζόταν Gilbert Kabamba. Όταν του επισημάνθηκε από τον λειτουργό ότι οι εξωτερικές πηγές αναφέρουν ως πρώην Υπουργό Άμυνας της ΛΔΚ τον Gilbert Kabanda Kurhenga και όχι τον Gilbert Kabamba, ο Αιτητής δεν έδωσε πειστική ή λεπτομερή εξήγηση και απλά αποδέχθηκε ότι το ορθό όνομα είναι εκείνο που ανέφερε ο λειτουργός.

 

Επιπλέον, οι απαντήσεις του Αιτητή ως προς το πώς εκτέθηκε στον φερόμενο κίνδυνο παρουσιάζονται μη ευλογοφανείς και ανεπαρκώς αιτιολογημένες. Ο ίδιος δήλωσε ότι μετά την πρώτη γνωριμία του με τον στρατηγό, ο τελευταίος επισκεπτόταν το εστιατόριο μία ή δύο φορές την εβδομάδα και του ζητούσε να έχει σεξουαλική επαφή μαζί του, κάτι το οποίο ο Αιτητής αρνείτο. Παρά ταύτα, όταν τον Φεβρουάριο του 2022 ο ίδιος άνδρας τον κάλεσε να τον ακολουθήσει στο αυτοκίνητό του, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι το έπραξε «από σεβασμό», επειδή επρόκειτο για ηλικιωμένο άνδρα, «σαν πατέρα». Εφόσον, κατά την ίδια του την αφήγηση, ο εν λόγω άνδρας τον παρενοχλούσε επανειλημμένως και του ζητούσε σεξουαλική επαφή παρά τις αρνήσεις του, ευλόγως θα αναμενόταν ο Αιτητής να είναι σε θέση να εξηγήσει με μεγαλύτερη σαφήνεια γιατί αποδέχθηκε να εισέλθει στο αυτοκίνητό του. Η απλή επίκληση σεβασμού προς έναν ηλικιωμένο άνδρα δεν απαντά ικανοποιητικά στο ερώτημα γιατί αγνόησε τον κίνδυνο που ο ίδιος περιέγραψε ως ήδη εμφανή.

 

Επιπρόσθετα, η αφήγηση του Αιτητή ως προς την περίοδο μετά τον κατ’ ισχυρισμό βιασμό στερείται επαρκούς συνοχής. Ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι μετά τον Φεβρουάριο του 2022 ο φερόμενος δράστης συνέχισε να έρχεται στο εστιατόριο όπου εργαζόταν, αναζητώντας τον και επιδιώκοντας να συνεχίσει σεξουαλική σχέση μαζί του. Παρά ταύτα, ο Αιτητής συνέχισε να εργάζεται στο ίδιο εστιατόριο για αρκετούς μήνες και ισχυρίστηκε ότι κατάφερνε να αποφεύγει τον δράστη κρυμμένος στην κουζίνα ή τρέχοντας όταν τον έβλεπε. Εάν πράγματι ο δράστης ήταν τόσο ισχυρό πρόσωπο δεν εξηγήθηκε επαρκώς με ποιο τρόπο ο Αιτητής τον απέφευγε για μήνες.

 

Επιβαρυντικό για την αξιοπιστία του Αιτητή είναι και το γεγονός ότι το επίπεδο και η φύση των λεπτομερειών που παρασχέθηκαν δεν ήταν ενδεικτικά γνήσιας προσωπικής εμπειρίας. Ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να δώσει συγκεκριμένες πληροφορίες ως προς τα περιστατικά παρακολούθησης. Ανέφερε γενικά ότι ο σωματοφύλακας του φερόμενου δράστη τον ακολουθούσε παντού, στην εργασία του και στη στάση λεωφορείου, χωρίς όμως να δώσει συγκεκριμένες ημερομηνίες, περιστατικά, τόπους, περιγραφές, στοιχεία προσώπων ή άλλες λεπτομέρειες που θα μπορούσαν να καταστήσουν την αφήγηση βιωματική και πειστική.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού, κρίνω ότι λόγω της κατ' εξοχήν προσωπικής φύσεως των περιστάσεων που συνθέτουν την αφήγηση του Αιτητή, αυτά δεν δύνανται, ως τέτοια, να επιβεβαιωθούν μέσω εξωτερικών πηγών πληροφόρησης. Σε κάθε περίπτωση κρίνεται ορθή η σχετική έρευνα που διεξήχθη από τους Καθ’ ων η αίτηση σχετικά με την εξωτερική αξιοπιστία των ισχυρισμών του Αιτητή και δεν κρίνεται σκόπιμη περαιτέρω έρευνα από το Δικαστήριο.

 

Ως εκ των πιο πάνω ορθά απορρίφθηκε ο εν λόγω ισχυρισμός του Αιτητή ως αναξιόπιστος.

 

Με βάση τους αποδεκτούς ισχυρισμούς του Αιτητή που αφορούν στα προσωπικά του στοιχεία, πράγματι δεν διαφαίνεται ότι υπάρχουν εύλογοι λόγοι να γίνει αποδεκτό ότι σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του, και ειδικότερα στην Kinshasa τόπος συνήθους διαμονής, ο Αιτητής να υποστεί δίωξη ή κίνδυνο σοβαρής βλάβης.

 

Μελετώντας τον διοικητικό φάκελο, διαπιστώνω ότι οι Καθ’ ων η αίτηση, συνεκτίμησαν και αξιολόγησαν όλα τα στοιχεία που είχαν ενώπιον τους προτού καταλήξουν στην προσβαλλόμενη απόφαση και, στη βάση αυτών, εξέδωσαν αιτιολογημένη απόφαση. Από το ιστορικό του Αιτητή όπως αυτό φαίνεται πιο πάνω, στη βάση των δεδομένων του διοικητικού φακέλου και από την ανωτέρω αξιολόγηση κινδύνου, προκύπτει ότι αυτός δεν στοιχειοθέτησε κανένα απολύτως ισχυρισμό που να εμπίπτει στις προϋποθέσεις αναγνώρισης προσώπου ως πρόσφυγα. Το Δικαστήριο κρίνει πως τα όσα ανέφερε ο Αιτητής κατά τη διάρκεια του συνόλου της διαδικασίας εξέτασης του αιτήματός του, δεν θα μπορούσαν να τον εντάξουν στην έννοια του πρόσφυγα, όπως αυτή ερμηνεύεται από τη Σύμβαση της Γενεύης του 1951 και από το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000.

 

Ο «Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων» (Μάρτιος 2015) καθορίζει πως στη βάση της συλλογής πληροφοριών θα πρέπει να προσδιορίζονται τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, τα οποία στη συνέχεια θα πρέπει να συνδέονται με τις απαιτήσεις του ορισμού του πρόσφυγα και αν δεν υπάρχει κατάληξη ότι μπορεί να δοθεί προσφυγικό καθεστώς, τότε το αρμόδιο όργανο θα πρέπει να εκτιμήσει εάν τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά συνδέονται με τις απαιτήσεις του ορισμού του προσώπου που δικαιούται συμπληρωματική προστασία.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου, καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δύναται να παραχωρηθεί σε οποιοδήποτε αιτητή σε σχέση με τον οποίο υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη.

 

Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1) του Ν.6(Ι)/2000 «ουσιώδεις λόγοι». Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19, του Ν.6(Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015, ECLI:CY:AD:2015:D619, ECLI:CY:AD:2015:D619).

 

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, τόσο κατά τη διοικητική, όσο και κατά την παρούσα διαδικασία δεν προέκυψαν στοιχεία που να συνηγορούν στο ότι σε περίπτωση επιστροφής του στην Kinshasa, ο Αιτητής θα αντιμετωπίσει κίνδυνο θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας σύμφωνα με τις πρόνοιες των άρθρων 19 (2) (α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου.  

 

Σε σχέση δε με το άρθρο 19(2)(γ) του ανωτέρω Νόμου, ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν ως προς την αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: το ΔΕΕ) επεσήμανε σε πρόσφατη απόφασή του ότι συνιστούν «[.]μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (πρβλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C‑285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών» (ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.6.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland, σκέψη 43).

 

Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: το ΕΔΔΑ) στην απόφασή του Sufi and Elmi (ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών 8319/07 και 11449/07, ημερομηνίας 28.11.2011) αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών, οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.

 

Επιπλέον, όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ, «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας» (Βλ. Απόφαση στην υπόθεση C-465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji κ. Staatssecretaris van Justitie, ημερ.17.2.2009). Ιδίως ως προς την εφαρμογή της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, το ΔΕΕ στην ως άνω απόφαση διευκρίνισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας».

 

Εν προκειμένω, ως προς τον κίνδυνο που ενδέχεται να αντιμετωπίσει ο Αιτητής λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, το Δικαστήριο προχώρησε σε επικαιροποιημένη έρευνα και ανέτρεξε σε πρόσφατες και έγκυρες πληροφορίες από εξωτερικές πηγές αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στην πόλη Kinshasa της ΛΔΚ, τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής του Αιτητή.

 

Σύμφωνα με το portalWar Watch” της Ακαδημίας της Γενεύης, η ΛΔΚ εμπλέκεται σε αρκετές μη διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις εντός των εδαφών της εναντίον ορισμένων μη κρατικών ένοπλων ομάδων, μεταξύ των οποίων οι ADF (Allied Democratic Forces), FDLR (Forces démocratiques de libération du Rwanda), CODECO (Coopérative pour le développement du Congo) και M23.[3] Ειρηνευτική αποστολή των Ηνωμένων Εθνών (UN Organization Stabilization Mission in the Democratic Republic of the Congo- MONUSCO) υποστηρίζει τις ένοπλες δυνάμεις της ΛΔΚ[4], και το Συμβούλιο Ασφαλείας,  με το ψήφισμά του υπ’ αρ. 2765 (2024), αποφάσισε την επέκταση της εντολής της MONUSCO μέχρι τις 20.12.2025[5]. Οι περιοχές Kivu, Kasai και Ituri είναι αυτές οι οποίες πλήττονται σε μεγαλύτερο βαθμό από τις ένοπλες συγκρούσεις, αν και η βία είναι εκτεταμένη και επηρεάζει ολόκληρη τη χώρα.[6] Ειδικά στην Kinshasa, οι προαναφερόμενες οργανώσεις, δεν παρουσιάζονται ως δρώσες.[7]

 

Με βάση το τελευταίο COI Query της EUAA (2025)[8] για την κατάσταση ασφαλείας στην Kinshasa και ειδικότερα το COI Focus του Φεβρουαρίου 2025 του CEDOCA (CGRS, Βέλγιο), αναφέρεται ότι στην Kinshasa καταγράφηκαν κατά το 2024 περιορισμένα και σποραδικά περιστατικά ασφάλειας, όπως διαδηλώσεις, απόπειρα πραξικοπήματος, απόδραση από τη φυλακή Makala και ορισμένα επεισόδια στην αγροτική περιοχή της κοινότητας Μαλακού, τα οποία συνδέονταν με τη σύγκρουση στη γειτονική επαρχία Μάι-Ντομπέ[9]. Στο ίδιο σημείωμα, η ίδια πηγή, με παραπομπή στο Κοινό Γραφείο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών, επισημαίνει ότι η επαρχία της Kinshasa θεωρείται ανεπηρέαστη από ένοπλη σύγκρουση και ότι, μετά την επιδείνωση της κατάστασης ασφάλειας στα ανατολικά της χώρας το 2025, δεν αναφέρθηκαν σοβαρά περιστατικά, πέραν διαδηλώσεων κατά δυτικών πρεσβειών.[10]

 

Όσον αφορά στις εξελίξεις στις αρχές του 2025, το ίδιο COI Query της EUAA (2025) καταγράφει ότι τον Ιανουάριο διαδηλωτές στην Kinshasa επιτέθηκαν σε πρεσβείες και προκάλεσαν πυρκαγιές, στο πλαίσιο διαμαρτυριών κατά της επίθεσης των ανταρτών του M23 στην ανατολική ΛΔΚ.[11]

 

Ως προς τον αριθμό των περιστατικών ασφαλείας στην Kinshasa, ευρύτερη περιοχή στην οποία βρίσκεται ο τόπος καταγωγής και τόπος τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, βάσει στοιχείων από το ACLED, κατά το τελευταίο έτος (με τελευταία ενημέρωση τις 08/05/2026) καταγράφηκαν 54 περιστατικά πολιτικής βίας (“Political violence”, που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 48 θάνατοι.[12] Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της πρωτεύουσας Kinshasa εκτιμάται ότι ανέρχεται στα 18,552,800 (2026) κατοίκους.[13] Τα ανωτέρω ποσοτικά και ποιοτικά δεδομένα καταδεικνύουν ότι στον τόπο καταγωγής και τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, καίτοι παρουσιάζονται περιστατικά ασφαλείας, η ένταση και η συχνότητά τους κυμαίνεται σε χαμηλά επίπεδα.

 

Τα ανωτέρω στοιχεία καταδεικνύουν ότι δεν υπάρχουν συνθήκες αδιάκριτης βίας και γενικά δεν υφίσταται πραγματικός κίνδυνος για έναν πολίτη να επηρεαστεί προσωπικά μόνο από την παρουσία του στην εν λόγω πόλη, υπό την έννοια του άρθρου 15 (γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.

 

Δεδομένου ότι στον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, ήτοι στην πόλη Kinshasa, η κατάσταση ασφαλείας καταγράφεται ως σταθερή, το Δικαστήριο κρίνει ότι παρέλκει περαιτέρω διερεύνηση των προσωπικών του περιστάσεων για λόγους εφαρμογής της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας», όπως αυτή απορρέει από τη Νομολογία του ΔΕΕ.

 

Κατά συνέπεια, η διαπίστωση των Καθ’ ων η αίτηση ότι ο Αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις για αναγνώριση του καθεστώτος του πρόσφυγα, αλλά ούτε του καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας κρίνονται εύλογα επιτρεπτές ενόψει όλων των στοιχείων που η διοίκηση είχε ενώπιον της.

 

Στο σημείο αυτό θα εξετάσω τον προωθούμενο ισχυρισμό του κ. Βασιλόπουλου σχετικά με το αναιτιολόγητο της απόφασης επιστροφής.

 

Αποτελεί θέση του Αιτητή ότι η απόφαση επιστροφής που εκδόθηκε ταυτόχρονα με τη λήψη της απόφασης επί της αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή δεν είναι αιτιολογημένη και ως εκ τούτου, ως αναπόσπαστο μέρος της απόφασης επί της αίτησης διεθνούς προστασίας, συμπαρασύρεται και αυτή σε ακυρότητα. Αρχικά ως προς το συγκεκριμένο σημείο, αναφέρω ότι η αιτιολογία της προσβαλλόμενης πράξης συμπληρώνεται και/ή αναπληρώνεται μέσα από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου (βλ. Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ.270). Στον σχετικό διοικητικό φάκελο, συμπεριλαμβάνεται η Έκθεση-Εισήγηση του λειτουργού η οποία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος και αιτιολογική βάση της απόφασης.  Ως προκύπτει και από την ανωτέρω ανάλυση της εν λόγω εισηγητικής έκθεσης εξετάστηκε, αντίθετα στους ισχυρισμούς του κ. Βασιλόπουλου και το εφικτό της επιστροφής του Αιτητή στη ΛΔΚ. Μάλιστα κατά το στάδιο της αξιολόγησης του μελλοντικού κινδύνου, ο αρμόδιος λειτουργός αξιολόγησε πως επί τη βάσει του ισχυρισμού περί του προσωπικού προφίλ του Αιτητή δεν υπάρχει εύλογη πιθανότητα να εκτεθεί ο Αιτητής σε μεταχείριση που να ισοδυναμεί με δίωξη ή σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του στη ΛΔΚ, παραθέτοντας δε πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης από τις οποίες προκύπτει πως στη χώρα του και συγκεκριμένα στην Kinshasa (τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής του Αιτητή) δεν λαμβάνει χώρα ένοπλη σύρραξη.

 

Η σαφής ανάλυση που εμπεριέχεται στο σώμα της εισηγητικής έκθεσης περί του εφικτού της επιστροφής του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του αποτελεί την αιτιολογική βάση της απόφασης επιστροφής, και επομένως κρίνεται ως αβάσιμος ως προωθούμενος ισχυρισμός του συνηγόρου του Αιτητή περί αναιτιολόγητης απόφασης επιστροφής.

 

Κρίνω ότι η απόφαση επιστροφής είναι πλήρως αιτιολογημένη, η αιτιολογία αυτής συμπληρώνεται και/ή αναπληρώνεται μέσα από τα στοιχεία του φακέλου του Αιτητή, και ουδεμία πλημμέλεια δεν εντόπισα στην ανωτέρω έκθεση/εισήγηση.

  

Ενόψει των ανωτέρω, κρίνω υπό τις περιστάσεις, ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να τεκμηριώσει σε κανένα στάδιο της διαδικασίας τη βασιμότητα του αιτήματός του για αναγνώριση της ιδιότητας του πρόσφυγα, δυνάμει του περί Προσφύγων Νόμου και της Σύμβασης της Γενεύης, ούτε για την παραχώρηση συμπληρωματικής προστασίας ως προβλέπεται στο άρθρο 19 του Νόμου.

 

Η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε στο πλαίσιο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του αρμόδιου διοικητικού οργάνου, το οποίο συνεκτίμησε όλα τα πραγματικά στοιχεία και εξέδωσε τελική αιτιολογημένη απόφαση. Δεν έχει καταδειχθεί οτιδήποτε το μεμπτό, ούτως ώστε να δικαιολογείται επέμβαση του παρόντος Δικαστηρίου. Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα δέουσας έρευνας και επαρκώς αιτιολογημένη.

 

Με βάση όλα τα πιο πάνω η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται με €1000 έξοδα υπέρ των Καθ’ ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.

 

 

                                                                            

                                                                             Α.Α. ΑΓΡΟΤΗ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 



[1] Σύνδεσμος Ασφαλιστικών Εταιρειών Κύπρου ν. Επιτροπής Προστασίας του Ανταγωνισμού (2002) 3 ΑΑΔ 314

[2] Συνάγεται ότι αποδέχεται την ορθότητα της αξιολόγησης των ισχυρισμών του Αιτητή από τους Καθ’ ων η αίτηση

[3] WARWATCH, Ακαδημία Γενεύης, ‘Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo' (July 2024- June 2025)

https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-democratic-republic-of-the-congo/

[4] Ό. π.

[6] WARWATCH, Ακαδημία Γενεύης, ‘Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo'

https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-democratic-republic-of-the-congo/

[7] Βλσχετικά Global Protection Cluster, https://www.globalprotectioncluster.org/sites/default/files/2024-02/points_saillants-situation_de_protection_decembre_2023_vf.pdf,  Παρουσία των ανωτέρω ομάδων στην Kinshasa δε μαρτυρείται ούτε κατά την πρόσφατη επιστολή ομάδας ειδικών στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κογκό προς τον Πρόεδρο του Συμβουλίου Ασφαλείας UNSC, 'Letter dated 15 December 2023 from the Group of Experts on the Democratic Republic of the Congo addressed to the President of the Security Council' (2023)

https://www.ecoi.net/en/file/local/2103043/N2336437.pdf 

[9] Belgium, CEDOCA, COI Focus, Republique Democratique du Congo: Situation securitaire [Democratic Republic of

the Congo: Security Situation], 25 February 2025, σ. 2

https://www.cgrs.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_rdc._situation_securitaire_20250225_2.pdf

[10] Ό. π.

[11]  Reuters, Congo protesters storm Kinshasa embassies over conflict in east, 28 January 2025

https://www.reuters.com/world/africa/congo-protesters-attack-kinshasa-embassies-over-conflict-east-2025-01-28/ ; Euro News, Protesters attack foreign embassies in DR Congo over M23 rebel advance, 28 January 2025, https://www.euronews.com/2025/01/28/protesters-attack-foreign-embassies-in-dr-congo-over-m23-rebel-advance

Amnesty International, Democratic Republic of The Congo 2025

https://www.amnesty.org/en/location/africa/east-africa-the-horn-and-great-lakes/democratic-republic-of-the-congo/report-democratic-republic-of-the-congo/ 

[12] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Democratic Republic Congo-Kinshasa, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 27.4.2026)


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο