U. K. C. W. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υφυπουργού Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας κ.α., Υπόθεση Αρ.: ΔΚ 7/26, 20/5/2026
print
Τίτλος:
U. K. C. W. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υφυπουργού Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας κ.α., Υπόθεση Αρ.: ΔΚ 7/26, 20/5/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

                                                                                                            Υπόθεση Αρ.: ΔΚ 7/26

                                                            20 Μαΐου, 2026

                                                [Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Μεταξύ:

                                                                          U. K. C. W.

                                                                                                                                           Αιτητού

                                                                         και

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω

1.     Υφυπουργού Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας

2.     Διευθύντριας Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης                         

                                                                                                                               Καθ' ων η αίτηση

                                                                    .........

 

Ν. Χαραλαμπίδου (κα.), για τον Αιτητή

Ν. Κουρσάρης (κ.), Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τους Καθ' ων η αίτηση

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Ο Αιτητής με την παρούσα προσφυγή ζητά από το Δικαστήριο την ακόλουθη θεραπεία:

  «Α. Απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου με την οποία να ακυρώνεται το Διάταγμα Κράτησης ημερομηνίας 20/04/2026 που εκδόθηκε από τους Καθ’ ων η αίτηση εναντίον του Αιτητή δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 9ΣΤ(2)(β) και (δ) του περί Προσφύγων Νόμου Ν. 6(Ι)2000 και του επιδόθηκε στις 21.4.2026 […] και να διατάξει την άμεση απελευθέρωση του Αιτητή.

Β. Διαζευκτικά της παραγράφου Α, απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου με την οποία να ακυρώνεται ή/και τροποποιείται το διάταγμα κράτησης ημερομηνίας 20/04/2026 που εκδόθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 9ΣΤ(2)(β) και (δ)  του περί Προσφύγων Νόμου Ν. 6(Ι)2000 εναντίον του Αιτητή και με την οποία να διατάζονται εναλλακτικά της κράτησης του Αιτητή μέτρα, κατά την κρίση του Δικαστηρίου.

Γ. Οποιαδήποτε άλλη  ή/και περαιτέρω θεραπεία το Σεβαστό Δικαστήριο κρίνει εύλογη και κατάλληλη υπό τις περιστάσεις. [.]».

Γεγονότα

1.             Τα γεγονότα της υπόθεσης όπως προκύπτουν από την αίτηση του Αιτητή, την ένσταση των Καθ' ων  η αίτηση και το διοικητικό φάκελο έχουν ως ακολούθως: Ο Αιτητής κατάγεται από τη Σρι Λάνκα. Στις 31.6.2026, εισήλθε στη Δημοκρατία με σκοπό να εργαστεί, αφού προηγουμένως εξασφάλισε σχετική άδεια εργασίας.  Στις 16.2.2026, συνελήφθη στη Λάρνακα για παράνομη παραμονή καθώς ο εργοδότης του ανέφερε ότι ουδέποτε εμφανίστηκε στην εργασία του. Στις  16.2.2026, εκδόθηκαν εναντίον του Αιτητή διατάγματα κράτησης και απέλασης δυνάμει του άρθρου 14 του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου (Κεφ. 105). Στις 5.3.2026, καταχωρίστηκε η προσφυγή υπ’ αριθμό 189/2026 ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου εναντίον των διαταγμάτων κράτησης και απέλασης ημερομηνίας 16.2.2026. Στις 30.2.2026, το Διοικητικό Δικαστήριο με σχετική απόφασή του επικύρωσε τα εκεί επίδικα διατάγματα. Περί τις 15.4.2026  (κατά τον ισχυρισμό το Αιτητή στις 7.4.2026), ο Αιτητής υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας, η οποία απορρίφθηκε στις 24.4.2026. Στις 20.4.2026, δυνάμει του άρθρου 9ΣΤ(2)(β) και (δ) εκδόθηκε νέο διάταγμα κράτησης εναντίον του Αιτητή, το οποίο αποτελεί και το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.     

 

Νομικοί ισχυρισμοί

2.             Ο Αιτητής προωθεί με τη γραπτή του αγόρευση, καθώς και διά των θέσεων που προβλήθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση κράτησής του πάσχει λόγω ελλιπούς έρευνας, ανεπαρκούς και παραπλανητικής αιτιολογίας, πλάνης περί τα πράγματα και τον νόμο, καθώς και παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας και της αναγκαιότητας.

 

3.             Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι οι Καθ’ ων η αίτηση δεν προέβησαν σε εξατομικευμένη αξιολόγηση της περίπτωσής του ούτε εξέτασαν τα προσωπικά και υποκειμενικά χαρακτηριστικά του, αλλά αντιθέτως ακολούθησαν αυτοματοποιημένη πρακτική επιβολής κράτησης σε πρόσωπα που υποβάλλουν αίτηση διεθνούς προστασίας κατά το στάδιο διαδικασίας επιστροφής. Προβάλλει ότι δεν διεξήχθη δέουσα και πλήρης έρευνα αναφορικά με τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσής του, ούτε λήφθηκαν υπόψη ουσιώδη στοιχεία του διοικητικού φακέλου.

 

4.             Ως προς τη νομική βάση του επίδικου διατάγματος, ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι δεν τεκμηριώνεται η συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 9ΣΤ(2) του περί Προσφύγων Νόμου. Αναφορικά με το στοιχείο (β) του εν λόγω εδαφίου, υποστηρίζει ότι δεν αιτιολογείται γιατί η κράτησή του αποτελούσε το μόνο πρόσφορο μέτρο για τη διασφάλιση του επιδιωκόμενου σκοπού, ούτε προσδιορίζονται συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που να καθιστούσαν αδύνατη την εφαρμογή εναλλακτικών μέτρων. Περαιτέρω, ως προς το στοιχείο (δ), προβάλλει ότι οι Καθ’ ων η αίτηση δεν προσδιόρισαν αντικειμενικά κριτήρια ή στοιχεία βάσει των οποίων κατέληξαν ότι η αίτησή του για διεθνή προστασία δεν ήταν γνήσια ή ότι υποβλήθηκε αποκλειστικά προς καθυστέρηση ή παρεμπόδιση της επιστροφής του. Ο Αιτητής προβάλλει περαιτέρω ότι η αιτιολογία περί κινδύνου διαφυγής είναι γενική, αόριστη και μη εξατομικευμένη. Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι η μη δήλωση ή απουσία δηλωμένης διεύθυνσης διαμονής δεν δύναται αφ’ εαυτής να θεμελιώσει κίνδυνο διαφυγής ούτε να αποκλείσει την εφαρμογή εναλλακτικών μέτρων κράτησης. Προβάλλει επίσης ότι ουδέποτε εξαφανίστηκε ή επιχείρησε να διαφύγει και ότι διατηρούσε γνωστή διεύθυνση διαμονής στη Δημοκρατία.

 

5.             Συναφώς, ισχυρίζεται ότι δεν εξετάστηκε ουσιαστικά η δυνατότητα επιβολής εναλλακτικών και λιγότερο επαχθών μέτρων αντί της κράτησης, όπως προβλέπονται στο άρθρο 9ΣΤ(3) του περί Προσφύγων Νόμου, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και της αναγκαιότητας. Υποστηρίζει ότι οι Καθ’ ων η αίτηση δεν παρέθεσαν οποιαδήποτε ειδική αιτιολογία ως προς το γιατί τα εν λόγω μέτρα κρίθηκαν ανεπαρκή ή μη αποτελεσματικά στην περίπτωσή του. Περαιτέρω, ο Αιτητής υποστηρίζει ότι η αίτησή του για διεθνή προστασία είναι γνήσια και στηρίζεται σε πραγματικό φόβο δίωξης στη χώρα καταγωγής του. Προβάλλει ότι οι Καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν πρόωρα και χωρίς επαρκή διερεύνηση στο συμπέρασμα ότι η αίτηση υποβλήθηκε καταχρηστικά και αποκλειστικά προς αποτροπή της επιστροφής του.

 

6.             Τέλος, προβάλλει ότι η επίδικη κράτηση παραβιάζει το άρθρο 5 της ΕΣΔΑ, τα άρθρα 6 και 18 του Χάρτη, τα άρθρα 7, 8, 9 και 10 της Οδηγίας 2013/33/ΕΕ, το άρθρο 9 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ, καθώς και τα άρθρα 8, 9Δ και 9ΣΤ του περί Προσφύγων Νόμου. Υποστηρίζει δε ότι η στέρηση της ελευθερίας του δεν στηρίζεται σε επαρκή και νόμιμη αιτιολογία και ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε κατά παράβαση των αρχών της αναλογικότητας, της αναγκαιότητας και της χρηστής διοίκησης.

 

7.             Από πλευράς τους, οι Καθ’ ων η αίτηση τάσσονται υπέρ της νομιμότητας του επίδικου διατάγματος κράτησης, υποβάλλοντας ότι αυτό εκδόθηκε κατόπιν δέουσας έρευνας και εξατομικευμένης αξιολόγησης των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 9ΣΤ του περί Προσφύγων Νόμου και του άρθρου 8(3)(δ) της Οδηγίας 2013/33/ΕΕ. Υποστηρίζουν ότι η κράτηση του Αιτητή δεν συνδέεται με την ουσία του αιτήματος διεθνούς προστασίας του, αλλά με το γεγονός ότι ο ίδιος υπέβαλε αίτηση ασύλου μόνο μετά τη σύλληψή του και ενώ τελούσε ήδη υπό διαδικασία επιστροφής, με σκοπό, κατά τους ισχυρισμούς τους, να καθυστερήσει ή να παρεμποδίσει την εκτέλεση της απομάκρυνσής του. Προβάλλουν ότι ο Αιτητής είχε προηγουμένως τη δυνατότητα πρόσβασης στη διαδικασία ασύλου, πλην όμως δεν την αξιοποίησε εγκαίρως, ενώ παράλληλα παρέμεινε παράνομα στη Δημοκρατία και δεν συμμορφώθηκε προς τις μεταναστευτικές του υποχρεώσεις. Ειδικότερα, υποστηρίζουν ότι ο Αιτητής εισήλθε νόμιμα στη Δημοκρατία περί τον Ιούλιο του 2025 και υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας μόνον κατόπιν της σύλληψής του. Κατά τους Καθ’ ων η αίτηση, τα στοιχεία αυτά καταδεικνύουν κίνδυνο διαφυγής και δικαιολογούν την εφαρμογή του μέτρου της κράτησης.

 

8.             Οι Καθ’ ων η αίτηση υποβάλλουν περαιτέρω ότι εξετάστηκε η δυνατότητα επιβολής εναλλακτικών μέτρων, πλην όμως κρίθηκε ότι υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης τέτοια μέτρα δεν θα ήταν αποτελεσματικά. Υποστηρίζουν ότι η προηγούμενη συμπεριφορά του Αιτητή και η συνολική εικόνα της υπόθεσής του καθιστούσαν την κράτηση το μόνο πρόσφορο μέτρο για τη διασφάλιση της διαδικασίας επιστροφής και απομάκρυνσής του. Προς υποστήριξη των πιο πάνω θέσεων, οι Καθ’ ων η αίτηση παραπέμπουν εκτενώς σε νομολογία του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας και του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναφορικά με τη νομιμότητα κράτησης αιτητών διεθνούς προστασίας, τη δυνατότητα συμπλήρωσης της αιτιολογίας από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, το τεκμήριο νομιμότητας της διοικητικής πράξης και την επάρκεια της διοικητικής έρευνας.

 

9.             Συγκεκριμένα, υποστηρίζουν ότι η προσβαλλόμενη πράξη είναι δεόντως αιτιολογημένη, ενώ οποιεσδήποτε ελλείψεις στην αιτιολογία δύνανται να συμπληρωθούν από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου και το ιστορικό της υπόθεσης. Προβάλλουν ότι ο Αιτητής ενημερώθηκε επαρκώς ως προς τους λόγους κράτησής του και ότι ο δικαστικός έλεγχος της απόφασης καθίσταται πλήρως εφικτός.

 

 

10.          Απορρίπτουν, περαιτέρω, τον ισχυρισμό περί έλλειψης δέουσας έρευνας, υποβάλλοντας ότι η μορφή και έκταση της διοικητικής έρευνας εξαρτάται από τις ιδιαιτερότητες κάθε υπόθεσης και ότι το αρμόδιο διοικητικό όργανο διαθέτει διακριτική ευχέρεια ως προς τον τρόπο διεξαγωγής της, νοουμένου ότι η έρευνα είναι επαρκής. Κατά τους Καθ’ ων η αίτηση, στην παρούσα περίπτωση λήφθηκαν υπόψη όλα τα ουσιώδη περιστατικά και διενεργήθηκε πλήρως εξατομικευμένη εκτίμηση.

11.          Περαιτέρω, οι Καθ’ ων η αίτηση υποστηρίζουν ότι η έκδοση του επίδικου διατάγματος δεν παραβιάζει το άρθρο 5 της ΕΣΔΑ ούτε το άρθρο 11 του Συντάγματος, καθότι η κράτηση του Αιτητή επιβλήθηκε στη βάση ρητής νομοθετικής πρόβλεψης, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπει ο νόμος και προς εξυπηρέτηση του σκοπού της απομάκρυνσης. Υποβάλλουν ότι η κράτηση αιτητή διεθνούς προστασίας στις περιπτώσεις που προβλέπει το άρθρο 8(3)(δ) της Οδηγίας 2013/33/ΕΕ συνιστά επιτρεπτό περιορισμό του δικαιώματος στην προσωπική ελευθερία, συμβατό με τις αρχές της αναλογικότητας και της αναγκαιότητας. Τέλος, οι Καθ’ ων η αίτηση καταλήγουν ότι το επίδικο διάταγμα εκδόθηκε νομίμως, κατόπιν δέουσας έρευνας και εξατομικευμένης αξιολόγησης όλων των σχετικών περιστατικών, και ότι ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να αποδείξει οποιαδήποτε νομική ή πραγματική πλάνη ή άλλο λόγο ακυρότητας. Ως εκ τούτου, εισηγούνται την απόρριψη της προσφυγής ως αβάσιμης.

 

To νομικό πλαίσιο

12.          Ο Κανονισμός 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας  Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019, ως έχουν τροποποιηθεί, έχει ως ακολούθως:

«Ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962, και οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί (Αρ.1) Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2015, τυγχάνουν εφαρμογής σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας  από 18.6.2019, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις που αναφέρονται στη συνέχεια και κατ΄ ανάλογη εφαρμογή των δικονομικών κανόνων και πρακτικής που ακολουθούνται και εφαρμόζονται στις ενώπιον του Διοικητικού   Δικαστηρίου προσφυγές εκτός αν ήθελε άλλως ορίσει το Δικαστήριο.».

 

13.          Το άρθρο 11 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2026 (Ο περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμος) καθορίζει τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου.

14.                       Το άρθρο 9ΣΤ του περί Προσφύγων Νόμου, δυνάμει του οποίου εκδόθηκε η επίδικη πράξη, ορίζει τα ακόλουθα (η έμφαση είναι δική μου)

«9ΣΤ.-(1) Απαγορεύεται η κράτηση αιτητή λόγω μόνο της ιδιότητάς του ως αιτητή, καθώς και η κράτηση ανήλικου αιτητή.

(2) Εκτός εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι εφικτό να εφαρμοστούν αποτελεσματικά άλλα λιγότερο περιοριστικά εναλλακτικά μέτρα, όπως τα προβλεπόμενα στο εδάφιο (3), και εφόσον κρίνεται αναγκαίο και κατόπιν ατομικής αξιολόγησης κάθε περίπτωσης, ο Υπουργός δύναται να εκδίδει γραπτό διάταγμα με το οποίο να θέτει υπό κράτηση αιτητή, μόνο για οποιοδήποτε από τους ακόλουθους λόγους:

[.]

(β) για να προσδιοριστούν τα στοιχεία εκείνα στα οποία βασίζεται η αίτηση, η απόκτηση των οποίων θα ήταν σε άλλη περίπτωση αδύνατη, ιδίως όταν υπάρχει κίνδυνος διαφυγής του αιτητή·

[.]

(δ) όταν κρατείται στο πλαίσιο της διαδικασίας επιστροφής δυνάμει των άρθρων 18ΟΓ μέχρι 18ΠΘ του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, προκειμένου να προετοιμάζεται η επιστροφή ή/και να διεξάγεται η διαδικασία απομάκρυνσης, και ο Υπουργός τεκμηριώνει βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, συμπεριλαμβανομένου του γεγονότος ότι το πρόσωπο είχε ήδη την ευκαιρία πρόσβασης στη διαδικασία χορήγησης ασύλου, ότι υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να θεωρείται ότι το πρόσωπο υποβάλλει αίτηση διεθνούς προστασίας, προκειμένου να καθυστερεί απλώς ή να εμποδίζει την εκτέλεση απόφασης επιστροφής·

[.]

(3)  Ο Υπουργός δύναται, αντί να θέσει τον αιτητή υπό κράτηση, να του επιβάλει εναλλακτικά, για όσο χρονικό διάστημα κρίνει σκόπιμο υπό τις περιστάσεις, ορισμένες υποχρεώσεις που στοχεύουν στην αποφυγή του κινδύνου διαφυγής, όπως -

(α) Τακτική εμφάνιση ενώπιον των αρχών της Δημοκρατίας,

(β) κατάθεση χρηματικής εγγύησης,

(γ) υποχρέωση διαμονής σε υποδεικνυόμενο μέρος, περιλαμβανομένου κέντρου φιλοξενίας,

(δ) επιτήρηση από επόπτη.

(4)(α) Η κράτηση αιτητή έχει τη μικρότερη δυνατή διάρκεια και διαρκεί μόνο για όσο διάστημα ισχύει λόγος κράτησης που προβλέπεται στο εδάφιο (2).

(β) Οι διοικητικές διαδικασίες που συνδέονται με λόγο κράτησης που προβλέπεται στο εδάφιο (2) εκτελούνται χωρίς περιττές καθυστερήσεις. Καθυστερήσεις των διοικητικών διαδικασιών που δεν μπορούν να αποδοθούν στο αιτητή δεν δικαιολογούν την συνέχιση της κράτησης.

(5) Το προβλεπόμενο στο παρόν άρθρο διάταγμα παραθέτει τους πραγματικούς και νομικούς λόγους βάσει των οποίων εκδίδεται και αντίγραφό του επιδίδεται στον επηρεαζόμενο αιτητή.

(6)(α) Το διάταγμα κράτησης υπόκειται σε προσφυγή βάσει του Άρθρου 146 του Συντάγματος, σύμφωνα με τις διατάξεις του εν λόγω Άρθρου και υπό τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες το εν λόγω Άρθρο επιτρέπει τέτοια προσφυγή.[...]

(8) Ο Υπουργός ενημερώνει αμέσως και γραπτώς κάθε υπό κράτηση αιτητή, σε  γλώσσα που ο τελευταίος είτε κατανοεί είτε εύλογα θεωρείται ότι κατανοεί, για τους  λόγους κράτησης, για τις δικαστικές διαδικασίες που αναφέρονται στα εδάφια (6) και  (7) και για τη δυνατότητα αίτησης περί δωρεάν νομικής αρωγής και εκπροσώπησης στα πλαίσια αυτών των διαδικασιών σύμφωνα με τον περί Νομικής Αρωγής Νόμο.[.]»

15.          Η πιο πάνω διάταξη ενσωματώνει στην ημεδαπή έννομη τάξη τα άρθρα 8 και 9 της Οδηγίας 2013/33/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων διεθνή προστασία (Οδηγίας 2013/33/ΕΕ). Εν προκειμένω δεν εγείρεται οποιαδήποτε αμφισβήτηση της ορθότητας της μεταφοράς της εν λόγω Οδηγίας και ως αποτέλεσμα αυτής της ενσωμάτωσης, εφαρμοστέες είναι καταρχήν οι εθνικές διατάξεις του περί Προσφύγων Νόμου.

 

16.          Από το πλέγμα των πιο πάνω διατάξεων, προκύπτει η βασική αρχή ότι ένας αιτών δεν μπορεί να κρατείται μόνο εξ αυτής του της ιδιότητας.

 

17.          Εντούτοις, στην περίπτωση που συντρέχει ένας εκ των λόγων που εξαντλητικά αναφέρονται στο εδάφιο (2) του άρθρου 9ΣΤ του περί Προσφύγων Νόμου, η κράτηση αιτητή διεθνούς προστασίας είναι καταρχήν επιτρεπτή [Βλ. συναφώς αποφάσεις της 14ης Μαΐου 2020, FMSC-924/19 PPU και 925/19 PPUEU:C:2020:367, σκέψη 250 και της 30ης Μαΐου 2013, Mehmet Arslan, C‑534/11, EU:C:2013:343, σκέψεις 57-59].

 

18.          Εν προκειμένω, ο Υπουργός Εσωτερικών, δύναται ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, να εκδώσει γραπτό διάταγμα σε σχέση με τον αιτητή, για να προσδιοριστούν τα στοιχεία εκείνα στα οποία βασίζεται η αίτηση, η απόκτηση των οποίων θα ήταν σε άλλη περίπτωση αδύνατη, ιδίως όταν υπάρχει κίνδυνος διαφυγής του αιτητή και ο οποίος είναι ήδη υπό κράτηση δυνάμει των άρθρων 18ΟΓ μέχρι 18ΠΘ του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, με το οποίο να τον θέτει υπό κράτηση εφόσον τεκμηριώσει βάσει αντικειμενικών κριτηρίων ότι ο αιτητής επιδιώκει με την αίτησή του για διεθνή προστασία να καθυστερήσει ή να παρεμποδίσει την απόφαση επιστροφής του.

Αρχή της αναλογικότητας

19.          Περαιτέρω, συνάγεται από τις πιο πάνω διατάξεις ότι η κράτηση συνιστά το έσχατο μέτρο. Στο πλαίσιο της εξατομικευμένης εξέτασης εκάστου αιτούντος, πριν την επιβολή της κράτησης οφείλεται να εξεταστεί προηγουμένως το ενδεχόμενο επιβολής εναλλακτικών της κράτησης μέτρων, κατ’ εφαρμογή της αρχής της αναγκαιότητας  και της αναλογικότητας.

 

20.          Οι βασικές αυτές αρχές ως αναγκαίο μέτρο της απόφασης κράτησης του αιτούντος διεθνή προστασία διατυπώνονται και στο προοίμιο της Οδηγίας 2013/33/ΕΕ [15η αιτιολογική σκέψη], όπου αναφέρονται τα ακόλουθα (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου):

«Η κράτηση των αιτούντων θα πρέπει να εφαρμόζεται σύμφωνα με τη βασική αρχή ότι ένα πρόσωπο δεν θα πρέπει να κρατείται απλώς και μόνον επειδή επιζητεί διεθνή προστασία, ιδίως σύμφωνα με τις διεθνείς νομικές υποχρεώσεις των κρατών μελών και το άρθρο 31 της σύμβασης της Γενεύης. Η κράτηση αιτούντων θα πρέπει να είναι δυνατή μόνον σε σαφώς καθορισμένες, εξαιρετικές περιστάσεις οι οποίες προβλέπονται στην παρούσα οδηγία και να διέπεται από την αρχή της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας όσον αφορά τόσο τον τρόπο όσο και τον σκοπό της εν λόγω κράτησης. Σε περίπτωση που ένας αιτών τελεί υπό κράτηση, ο αιτών θα πρέπει να έχει αποτελεσματική πρόσβαση στις αναγκαίες διαδικαστικές εγγυήσεις, όπως το δικαίωμα προσφυγής ενώπιον εθνικής δικαστικής αρχής.».

21.          Οι αρχές της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας υπαγορεύουν την ύπαρξη ισορροπίας μεταξύ του περιοριστικού μέτρου, δηλαδή της κράτησης, και του νόμιμου σκοπού που το μέτρο αυτό επιδιώκει να επιτύχει, εν προκειμένω την ολοκλήρωση της διαδικασίας απομάκρυνσης του Αιτητή σε περίπτωση που η αίτησή του για διεθνή προστασία απορριφθεί[Βλ. αποφάσεις της 14ης Σεπτεμβρίου 2017, Κ. ν. Staatssecretaris van Veiligheid en JustitieC-18/16, EU:C:2017:680, σκέψη 37 και ΔΔΔΠ Υπόθεση αρ. ΔΚ 30/2020, Ι.Μ. ν Δημοκρατίας, ημερ. 1.9.2020].

 

Διαδικαστικές διατυπώσεις και έκταση της εξουσίας ελέγχου του Δικαστηρίου

 

22.          'Ετερη σημαντική παράμετρος της έκδοσης του διατάγματος κράτησης συνιστά η απαίτηση όπως η κράτηση διατάσσεται εγγράφως και το διάταγμα κράτησης να παραθέτει τους πραγματικούς και νομικούς λόγους στους οποίους αυτό βασίζεται. Η τήρηση της υποχρέωσης συναρτάται με τη δυνατότητα αφενός, του ενδιαφερόμενου να έχει πλήρη γνώση όλων των σχετικών στοιχείων με την υπόθεσή του και αφετέρου, προκειμένου να παρασχεθεί η δυνατότητα στο δικαστήριο να ελέγξει τη νομιμότητα του διατάγματος κράτησης (Βλ. συναφώς απόφαση της 14ης Μαΐου 2020, FMS, EU:C:2020:367 σκέψεις 290-293 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), η οποία με όρους του εθνικού δικαίου περιλαμβάνει και την ορθότητα της επίδικης απόφασης (Bλ. συναφώς FMS, σκέψεις 256-259, 273 και απόφαση της 5ης Ιουνίου 2014 και Mahdi, C-146/14 PPU, EU: C:2014:1320, σκέψεις 41 και 45).

 

23.          Ως προς την έκταση της εξουσίας ελέγχου που ασκεί το παρόν Δικαστήριο επί του επίδικου διατάγματος κράτησης, στην Απόφαση του ΔΕΕ της 8ης Νοεμβρίου 2022, Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid κατά C, B (C‑704/20), και X κατά Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid (C‑39/21), ECLI:EU:C:2022:858 (σκέψεις 87 έως 90), το ΔΕΕ αναφερόμενο στη δικαιοδοσία εξέτασης ακόμα και αυτεπάγγελτα της απόφασης της κράτησης (σε τρεις διαφορετικές περιπτώσεις προς τρεις ξεχωριστούς σκοπούς με σκοπό την επιστροφής του αλλοδαπού, την εξέταση της αιτήσεως διεθνούς προστασίας ή τη εκτέλεση της διαδικασίας μεταφοράς σε άλλο κράτος μέλος) κατάληξε ως ακολούθως (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου):

 

«87. Προκειμένου ένα τέτοιο καθεστώς προστασίας να διασφαλίζει αποτελεσματικά την τήρηση των αυστηρών προϋποθέσεων νομιμότητας που προβλέπονται στην οδηγία 2008/115, στην οδηγία 2013/33 ή στον κανονισμό 604/2013 όσον αφορά την επιβολή μέτρου κράτησης, η αρμόδια δικαστική αρχή πρέπει να είναι σε θέση να αποφαίνεται επί κάθε κρίσιμου πραγματικού ή νομικού στοιχείου για την εξακρίβωση της νομιμότητας του μέτρου. Προς τούτο, πρέπει να μπορεί να λάβει υπόψη τα πραγματικά στοιχεία και τις αποδείξεις που προβάλλει η διοικητική αρχή που διέταξε την αρχική κράτηση. Πρέπει επίσης να μπορεί να λάβει υπόψη τα πραγματικά περιστατικά, τις αποδείξεις και τις παρατηρήσεις που ενδεχομένως υποβάλλει ο ενδιαφερόμενος. Επιπλέον, πρέπει να είναι σε θέση να ερευνά και κάθε άλλο κρίσιμο για την απόφασή της στοιχείο σε περίπτωση που το κρίνει αναγκαίο. Οι εξουσίες που διαθέτει στο πλαίσιο επανεξέτασης δεν μπορούν να περιορίζονται, σε καμία περίπτωση, μόνο στα στοιχεία που προσκομίστηκαν από τη διοικητική αρχή (πρβλ., αποφάσεις της 5ης Ιουνίου 2014, Mahdi, C‑146/14 PPU, EU:C:2014:1320, σκέψεις 62 και 64, και της 10ης Μαρτίου 2022, Landkreis Gifhorn, C‑519/20, EU:C:2022:178, σκέψη 65).

 

88      Όπως επισήμανε, κατ' ουσίαν, ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 95 των προτάσεών του, λαμβανομένης υπόψη της σημασίας του δικαιώματος στην ελευθερία, της βαρύτητας της επέμβασης στο εν λόγω δικαίωμα, η οποία συνίσταται στην κράτηση προσώπων για λόγους οι οποίοι δεν αφορούν τη δίωξη ή την καταστολή ποινικών αδικημάτων, καθώς και της απαιτήσεως αυξημένου επιπέδου δικαστικής προστασίας, η οποία υπογραμμίζεται από τους κοινούς κανόνες που θέσπισε ο νομοθέτης της Ένωσης και η οποία καθιστά δυνατή τη συμμόρφωση με την επιτακτική ανάγκη να αφήνεται ελεύθερο το εν λόγω πρόσωπο όταν δεν συντρέχουν ή έχουν πλέον παύσει να συντρέχουν οι προϋποθέσεις νομιμότητας της κράτησης, η αρμόδια δικαστική αρχή πρέπει να λαμβάνει υπόψη όλα τα στοιχεία που περιήλθαν εις γνώσιν της, μεταξύ άλλων και τα πραγματικά στοιχεία, όπως συμπληρώθηκαν ή διευκρινίστηκαν στο πλαίσιο των δικονομικών μέτρων τα οποία θεωρεί αναγκαία κατά το εθνικό δίκαιο και, με βάση τα στοιχεία αυτά, να εξετάζει κατά περίπτωση τη μη τήρηση απορρέουσας από το δίκαιο της Ένωσης προϋπόθεσης νομιμότητας, ακόμη και αν ο ενδιαφερόμενος δεν την επικαλέστηκε. Η προαναφερθείσα υποχρέωση δεν θίγει την υποχρέωση της δικαστικής αρχής -η οποία θα πρέπει επομένως να εξετάζει αυτεπαγγέλτως μια τέτοια προϋπόθεση νομιμότητας- να καλεί όλους τους διαδίκους να εκφράσουν τις απόψεις τους επί της συγκεκριμένης προϋποθέσεως, σύμφωνα με την αρχή της κατ' αντιμωλίαν συζητήσεως. [.]

 

94. Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, στο προδικαστικό ερώτημα που υποβλήθηκε στην υπόθεση C‑704/20 και στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα που υποβλήθηκε στην υπόθεση C‑39/21 πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 15, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας 2008/115, το άρθρο 9, παράγραφοι 3 και 5, της οδηγίας 2013/33 και το άρθρο 28, παράγραφος 4, του κανονισμού 604/2013, σε συνδυασμό με τα άρθρα 6 και 47 του Χάρτη, έχουν την έννοια ότι, στο πλαίσιο του ελέγχου της τήρησης των προϋποθέσεων νομιμότητας της κράτησης υπηκόου τρίτης χώρας οι οποίες απορρέουν από το δίκαιο της Ένωσης, η δικαστική αρχή οφείλει να εξετάζει αυτεπαγγέλτως, με βάση τα στοιχεία της υποθέσεως που περιήλθαν εις γνώσιν της, όπως συμπληρώθηκαν ή διευκρινίστηκαν κατά την ενώπιόν της κατ' αντιμωλίαν διαδικασία, εάν ενδεχομένως δεν τηρήθηκε προϋπόθεση νομιμότητας την οποία δεν επικαλέστηκε ο ενδιαφερόμενος.».

 

24.          Διαφωτιστική της έκτασης του ελέγχου που ασκεί το δικαστήριο επί της απόφασης κράτησης και των συναφών εξουσιών του είναι και η απόφαση της 14ης Μαΐου 2020, FMS, EU:C:2020:367  σκέψεις 290-293 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία όπου το ΔΕΕ, μεταξύ άλλων υπέδειξε ότι:

 

«290. [.], εθνική ρύθμιση η οποία δεν διασφαλίζει τον δικαστικό έλεγχο της νομιμότητας της διοικητικής απόφασης με την οποία διατάσσεται η κράτηση αιτούντος διεθνή προστασία ή παρανόμως διαμένοντος υπηκόου τρίτης χώρας όχι μόνον συνιστά, όπως επισημάνθηκε στις σκέψεις 261 και 277 της παρούσας αποφάσεως, παράβαση του άρθρου 15, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας 2008/115 και του άρθρου 9, παράγραφος 3, της οδηγίας 2013/33, αλλά και θίγει το ουσιώδες περιεχόμενο του δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 47 του Χάρτη, καθόσον εμποδίζει πλήρως να αποφανθεί δικαστήριο επί του σεβασμού των δικαιωμάτων και των ελευθεριών που εγγυάται το δίκαιο της Ένωσης σε υπό κράτηση υπήκοο τρίτης χώρας.

 

291. Ως εκ τούτου, και για λόγους παρόμοιους με εκείνους που εκτίθενται στις σκέψεις 138 έως 146 της παρούσας απόφασης, η αρχή της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης καθώς και το δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 47 του Χάρτη, επιβάλλουν στο αιτούν δικαστήριο, εφόσον κρίνει ότι οι προσφεύγοντες των κυρίων δικών τελούν υπό κράτηση, να αποφανθεί ότι έχει αρμοδιότητα να εξετάσει τη νομιμότητα μιας τέτοιας κράτησης, αφήνοντας, εν ανάγκη, ανεφάρμοστη κάθε εθνική διάταξη που του απαγορεύει να ενεργήσει κατ' αυτόν τον τρόπο.

 

292. Δεύτερον, τονίζεται ότι το άρθρο 15, παράγραφος 2, τελευταίο εδάφιο, της οδηγίας 2008/115 και το άρθρο 9, παράγραφος 3, τελευταίο εδάφιο, της οδηγίας 2013/33 ορίζουν ρητώς ότι, όταν η κράτηση κρίνεται παράνομη, ο ενδιαφερόμενος πρέπει να απολύεται αμέσως.

 

293. Επομένως, σε μια τέτοια περίπτωση, το εθνικό δικαστήριο πρέπει να είναι σε θέση να υποκαταστήσει με τη δική του απόφαση την απόφαση της διοικητικής αρχής με την οποία διατάχθηκε η θέση υπό κράτηση και να διατάξει είτε τη λήψη εναλλακτικού μέτρου αντί της κράτησης είτε την απόλυση του ενδιαφερόμενου (πρβλ. απόφαση της 5ης Ιουνίου 2014, Mahdi, C‑146/14 PPU, EU:C:2014:1320, σκέψη 62). Εντούτοις, η λήψη εναλλακτικού μέτρου αντί της κράτησης είναι δυνατή μόνον αν ο λόγος που δικαιολόγησε την κράτηση του ενδιαφερομένου ήταν και παραμένει σε ισχύ, πλην όμως η κράτηση αυτή δεν παρίσταται ή δεν παρίσταται πλέον αναγκαία ή αναλογική υπό το πρίσμα του λόγου αυτού.».

 

25.          Η θέση αυτή βρίσκει επίσης έρεισμα στο εγχειρίδιο της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Ασύλου με τίτλο «Detention of applicants for international protection in the context of the Common European Asylum System» όπου αναφέρονται τα εξής ως προς το εύρος του δικαστικού ελέγχου επί αποφάσεων κράτησης:

 

«In Mahdi the Court developed standards for an effective judicial remedy. A judicial authority must be able to rule on all relevant matters of fact and of law in order to determine whether a detention is justified. This requires an in-depth examination of the matters of fact specific to each individual case. Where detention is no longer justified, the judicial authority must be able to substitute its own decision for that of the administrative authority and to make a decision on whether to order an alternative measure or to release the third-country national concerned. To that end, the judicial authority must be able to take into account both the facts stated and the evidence adduced by the administrative authority and any observations that may be submitted by a third-country national. Furthermore, a judicial authority must be able to consider any other elements that are relevant for its decision should it so deem necessary. Accordingly, the powers of the judicial authority in the context of an examination can under no circumstances be confined only to the matters adduced by the administrative authority concerned. Any other interpretation would result in an ineffective examination by the judicial authority and would thereby jeopardise the achievement of the objectives pursued. The reviewing court must have jurisdiction to decide on whether or not deprivation of liberty has become unlawful in the light of new factors, which have emerged subsequently to the initial decision depriving a person of their liberty.».[1]

 

26.          Περαιτέρω σχετική είναι και η απόφαση του Εφετείου στην Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 1/2020, Vakeel Singh κατά Δημοκρατίας, ημερ. 19.12.2023, (και η μνημονευόμενη σε αυτήν νομολογία) στην, όπου αποκρυσταλλώνονται περαιτέρω τα όρια της αρμοδιότητας του παρόντος Δικαστηρίου αποφαινόμενο συναφώς, ότι:

 

«Κατά την ενώπιον μας ακρόαση της Έφεσης, η ευπαίδευτη συνήγορος για την Εφεσείουσα έθεσε ζήτημα σε σχέση με τη δικαιοδοσία ελέγχου ουσίας του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί διαταγμάτων κράτησης εκδιδόμενων κατ' εφαρμογήν των προνοιών του Άρθρου 9 ΣΤ του Ν. 6(Ι)/2000.  Πρόκειται για ζήτημα δημόσιας τάξης, το οποίο εξετάζεται αυτεπάγγελτα (βλ. Sigma Radio T.V. Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου (Αρ. 2) (2010) 3 Α.Α.Δ. 579).

 

Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η οποία δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο, έχει επιλύσει το ζήτημα.  Πρόκειται για τις αποφάσεις επί των Εφέσεων κατά Αποφάσεων Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, στην Mondeke v. Κυπριακής Δημοκρατίας Αρ. 43/2021, ημερομηνίας 20/1/2022 και Janelidze v. Κυπριακής Δημοκρατίας Αρ. 17/2021, ημερομηνίας 21/9/2021.  Αποφασίστηκε ο διττός ρόλος του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, το οποίο εξετάζει τόσο τη νομιμότητα όσο και στην ουσία την ορθότητα της διοικητικής ενέργειας ως προς την κράτηση αιτούντος ασύλου δυνάμει του Άρθρου 9 ΣΤ του Ν. 6(Ι)/2000. Αυτό βεβαίως, στο βαθμό που δεν προβλέπεται νομοθετικά διαφορετική και αποκλειστική δικαιοδοσία ελέγχου.  Στην παρούσα περίπτωση, ως προαναφέρθηκε, αποτελεί ερώτημα, κατά πόσο τέτοιος έλεγχος, ως αυτός που διενήργησε το πρωτόδικο Δικαστήριο, εμπίπτει στη δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στo πλαίσιο διαδικασίας habeas corpus. [.]

 

Το ζητούμενο εν προκειμένω, είναι το κατά πόσο η χρονική περίοδος από την έκδοση του επίδικου διατάγματος κράτησης στις 4/9/2019 μέχρι την ακύρωση του από τη διοίκηση στις 23/10/2019, αφορά στη «διάρκεια» της κράτησης, έτσι ώστε να μεταβάλλεται η διαδικασία του ελέγχου της νομιμότητας του διατάγματος κράτησης η οποία ασκείται από το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας, σε έλεγχο της νομιμότητας της διάρκειας της κράτησης και η περίπτωση να υπόκειτο, κατ' εφαρμογήν των προνοιών του Άρθρου 9 ΣΤ (7) (α) (i) (ανωτέρω), στη διαδικασία του habeas corpus.

 

Έχουμε κατά νου, ότι το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας, σύμφωνα με το Άρθρο 11 του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν. 73(Ι)/2018), για σκοπούς ενάσκησης της δικαιοδοσίας του επι προσφυγής, προβαίνει σε έλεγχο της νομιμότητας και ορθότητας της, εξετάζοντας πλήρως και «από τούδε και στο εξής» τα γεγονότα και τα νομικά ζητήματα που την διέπουν (Άρθρο (11) (3) (α) (i)) καθώς και ότι «λαμβάνει υπόψη και σχετικά γεγονότα και ισχυρισμούς του προσφεύγοντος που δεν λήφθηκαν υπόψη κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης ή πράξης, είτε αυτά είναι προγενέστερα είτε είναι μεταγενέστερα αυτής» (Άρθρο 11(5)).

 

Έχουμε επίσης υπόψη, ότι σύμφωνα με τη νομολογία του ΔΕΕ (βλ. C-704/20 και C-39/21, Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid κατά C, B, X, ημερομηνίας 8/11/2022), στο πλαίσιο του ελέγχου της τήρησης των προϋποθέσεων νομιμότητας της κράτησης «η δικαστική αρχή οφείλει να εξετάζει αυτεπαγγέλτως, με βάση τα στοιχεία της υποθέσεως που περιήλθαν εις γνώσιν της, όπως συμπληρώθηκαν ή διευκρινίστηκαν κατά την ενώπιόν της κατ' αντιμωλίαν διαδικασία, εάν ενδεχομένως δεν τηρήθηκε προϋπόθεση νομιμότητας την οποία δεν επικαλέστηκε ο ενδιαφερόμενος».

 

Ούτε η εν λόγω απόφαση ωστόσο, ούτε η Οδηγία 2013/33/ΕΚ προκαθορίζουν από ποιο Δικαστήριο ή Δικαστήρια κράτους μέλους ασκείται τέτοιος δικαστικός έλεγχος. Όπως έχει αναφερθεί, σύμφωνα με τη νομολογία (ανωτέρω), γεγονότα, παραλείψεις ή και ενέργειες που συμβαίνουν μετά την έκδοση του διατάγματος κράτησης, όπως επίσης και όταν οι λόγοι της κράτησης έχουν εκλείψει, αποκτούν σημασία κατά τον έλεγχο της νομιμότητας της διάρκειας της κράτησης, που ελέγχεται στο πλαίσιο της διαδικασίας του habeas corpus. Ο ίδιος ο νομοθέτης, σε σχέση με τον έλεγχο νομιμότητας της κράτησης που το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας ασκεί, έχει προνοήσει στο Άρθρο 9 ΣΤ (7) (α) (i), ότι η νομιμότητα της διάρκειας της ασκείται αποκλειστικά με τη διαδικασία του habeas corpus, η οποία συνταγματικώς ανήκει στο Ανώτατο Δικαστήριο.».

 

27.          Το άρθρο 3 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2025 (στο εξής: o περί Προσφύγων Νόμος) καθορίζει την έννοια του όρου πρόσφυγας και τις προϋποθέσεις υπαγωγής σε αυτόν τον ορισμό. 

 

28.          Το άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου προβλέπει τις περιπτώσεις, όπου χορηγείται το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.

 

Κατάληξη

29.          Εξετάζονται στη συνέχεια οι εγειρόμενοι λόγοι σε συνάρτηση με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και τις κανονιστικές διατάξεις που παρατίθενται ανωτέρω. Ως προς τους εγειρόμενους λόγους περί έλλειψης δέουσας έρευνας και αιτιολογίας, και περί πλάνης παρατηρώ τα εξής.

 

30.          Το παρόν Δικαστήριο, ανεξαρτήτως της αιτιολογίας την επίδικης πράξης όπως αυτή καταγράφεται στο σώμα του επίδικου διατάγματος και της εγκριθείσας εισήγησης, έχει την εξουσία να ελέγξει τη νομιμότητα του διατάγματος κράτησης (Βλ. συναφώς απόφαση της 14ης Μαΐου 2020, FMSEU:C:2020:367 σκέψεις 290-293 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), η οποία με όρους του εθνικού δικαίου περιλαμβάνει και την ορθότητα της επίδικης απόφασης (Bλ. συναφώς FMS, σκέψεις 256-259, 273 και απόφαση της 5ης Ιουνίου 2014 και MahdiC-146/14 PPUEUC:2014:1320, σκέψεις 41 και 45, υπόθεση αρ. Δ.Κ. 40/20, S.S. v. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Αναπληρωτή Διευθυντή Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, ημερ. 27.10.2020 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία και βιβλιογραφία). Βλέπετε επίσης απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Έφεση κατά απόφαση του ΔΔΔΠ αρ. αρ 29/2021, χχχ ANKIT v. Δημοκρατίας, ημερ. 4.10.2021, ECLI:CY:AD:2021:A437 και απόφαση του Εφετείου στην Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 1/2020, Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Διευθυντή Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης ν. Vakeel Singh, ημερ. 19.12.2023. 

 

31.          Ως εκ τούτου, το παρόν Δικαστήριο δύναται πλέον το ίδιο με βάση τα ενώπιον του δεδομένα να αποφασίσει κατά πόσον η περίπτωση του Αιτητή μπορεί να υπαχθεί στην περίπτωση του 9ΣΤ(2)(β) και (δ). Εφόσον η απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι καταφατική, τότε θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο η κράτηση ήταν πράγματι το προσφορότερο μέτρο έναντι άλλων εναλλακτικών μέτρων ή ακόμα εάν θα προχωρήσει στην ακύρωση του επίδικου διατάγματος κράτησης (Βλ. Κατευθυντήριες γραμμές  του EUAA «Guidelines on Alternatives to Detention», Δεκεμβρίου του 2024, ως προς την μεθοδολογία εξέτασης των εναλλακτικών της κράτησης μέτρων, όπου πρώτα διαπιστώνεται η συνδρομή τουλάχιστον ενός εκ των λόγω κράτησης και ακολούθως η αναλογικότητα του μέτρου της κράτησης έναντι των εναλλακτικών αυτής μέτρων).  Όπως έχει επανειλημμένως ειπωθεί, η εξουσία αυτή του δικαστηρίου δεν απαλλάσσει τη διοίκηση από την υποχρέωσή της να προβαίνει η ίδια με σαφή και εξατομικευμένο τρόπο στην ανάλυση και αξιολόγηση της κάθε υπόθεσης προτού προβεί στην έκδοση διατάγματος κράτησης.

 

32.          Προχωρώντας στην εξέταση των πιο πάνω νομικών σημείων, κρίνεται σκόπιμη η προηγούμενη παράθεση αυτούσιο του επίδικου διατάγματος:

«ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ ΝΟΜΟΙ (2000-2025)
ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΚΡΑΤΗΣΗΣ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 9ΣΤ

ΕΠΕΙΔΗ Ο Μ.D.U.K.  υπήκοος ΣΡΙ ΛΑΝΚΑΣ είναι αιτητής διεθνούς προστασίας και επειδή πληρούνται οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 9ΣΤ του περί Προσφύγων Νόμου, καθώς

Ο Μ.D.U.K. κρατείται

(α) Για να προσδιοριστούν τα στοιχεία εκείνα στα οποία βασίζεται η αίτηση, η απόκτηση των οποίων θα ήταν σε άλλη περίπτωση αδύνατη, ιδίως όταν υπάρχει κίνδυνος διαφυγής του αιτητή

(β) Στο πλαίσιο της διαδικασία επιστροφής δυνάμει των Άρθρων 18ΟΓ μέχρι 18ΠΘ του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, προκειμένου να προετοιμαστεί η επιστροφή ή/και να διεξαχθεί η διαδικασία απομάκρυνσης του και επειδή τεκμηριώνεται στη βάση αντικειμενικών κριτηρίων, συμπεριλαμβανομένου του γεγονότος ότι το Μ.D.U.K. αφίχθηκε για να εργαστεί, δεν εμφανίστηκε στην εργασία του και μετά την κράτησή του με σκοπό την απέλασή του, υπέβαλε αίτηση ασύλου, ως εκ τούτου, υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να θεωρείται ότι η υποβολή της αίτησης διεθνούς προστασίας έγινε με σκοπό να προβάλλει προσκόμματα και/ ή να ματαιώσει τη διαδικασία επαναπατρισμού του.

ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ κατόπιν ατομικής αξιολόγησης θεώρησα ότι είναι αναγκαίο ο Μ.D.U.K. να παραμείνει υπό κράτηση βάσει των άρθρων 9ΣΤ(2) (β) και (δ) του περί Προσφυγών Νόμου (2000-2025), καθότι στη συγκεκριμένη περίπτωση κρίνεται ότι δεν είναι εφικτό να εφαρμοστούν αποτελεσματικά άλλα λιγότερο περιοριστικά εναλλακτικά μέτρα, όπως τα προβλεπόμενα στο εδάφιο (3) του άρθρου 9ΣΤ του περί Προσφυγών Νόμου (2000-2025), καθότι με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 18ΟΔ του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, υπάρχει κίνδυνος διαφυγής για τους πιο κάτω λόγους:

1. ΕΠΕΙΔΗ δεν έχει συμμορφωθεί με προηγούμενες Αποφάσεις Επιστροφής/ Διατάγματος απέλασης ημερ. 16.2.2025

2.  ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ δήλωσε τη μη πρόθεσή του για συμμόρφωση με απόφαση επιστροφής

3. ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ δεν έχει διεύθυνση συνήθους διαμονής.

4. ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ θεωρήθηκε απαγορευμένος μετανάστης δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου (Κ) του εδαφίου (1) του Άρθρου 6 των περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμων (1952-2025), έχει συλληφθεί και εκδόθηκαν διατάγματα κράτησης και απέλασης ημερ. 16.2.2026.

5. ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ κρατείται με σκοπό τον επαναπατρισμό του, κρίνω ότι η αίτησή του για διεθνή προστασία υποβλήθηκε με σκοπό να προβάλει προσκόμματα στη διαδικασία επαναπατρισμού του.

ΠΑ ΤΟ ΣΚΟΠΟ ΑΥΤΟ, ασκώντας τις εξουσίες που δίνουν στον Υπουργό Εσωτερικών το άρθρο 9ΣΤ του περί Προσφύγων Νόμου (2000-2025), και το Άρθρο 188.3.(γ) του Συντάγματος, οι οποίες εξουσίες εκχωρήθηκαν σε εμένα, εγώ η Διευθύντρια του Τμήματος Μετανάστευσης με το παρόν διατάσσω όπως ο Μ.D.U.K.  ΠΑΡΑΜΕΙΝΕΙ υπό κράτηση για όσο διάστημα ισχύουν οι λόγοι κράτησης που αναφέρονται πιο πάνω.

Με το παρόν διάταγμα εξουσιοδοτώ και εντέλλομαι τον Αρχηγό Αστυνομίας, ή οποιοδήποτε μέλος της Αστυνομικής Δύναμης που τυχόν θα διαταχθεί, να εκτελέσει το διάταγμα αυτό και για την εκτέλεσή του το παρόν διάταγμα αποτελεί επαρκή εξουσία και εντολή.

ΕΓΙΝΕ από μένα στη Λευκωσία την 20η ημέρα του Απριλίου, 2026.».

33.          Στο διοικητικό φάκελο του επίδικου διατάγματος εντοπίζεται το σημείωμα λειτουργού του Τμήματος Μετανάστευσης ημερ. 17.4.2026 (βλ. ερ. 221 του δ.φ. Tμήματος Μετανάστευσης), το οποίο δια της εγκρίσεώς του από την Διευθύντρια του Τμήματος καθίσταται η αιτιολογική βάση της επίδικης πράξης.  Στο εν λόγω σημείωμα αναπτύσσεται το σκεπτικό της έκδοσης του επίδικου διατάγματος και οι Καθ' ων η αίτηση προβαίνουν σε ειδική αναφορά των περιστάσεων του Αιτητή σε συνάρτηση με τις οικείες διατάξεις - άρθρο 9ΣΤ(2)(β) και (δ).

 

34.          Ως προς τον ισχυρισμό της συνηγόρου του Αιτητή περί της λανθασμένης εφαρμογής του στοιχείου (β) του εδαφίου (2) του άρθρου 9ΣΤ στην περίπτωσή του, ήτοι ότι ο Αιτητής κρατείται για να προσδιορίσουν τα στοιχεία εκείνα στα οποία βασίζεται η αίτηση, η απόκτηση των οποίων θα ήταν σε άλλη περίπτωση αδύνατη, ιδίως όταν υπάρχει κίνδυνος διαφυγής του αιτητή, επισημαίνονται τα εξής. Κατά πρώτον, διαπιστώνεται από το ίδιο το Δικαστήριο ότι δεν εντοπίζεται στο διοικητικό φάκελο οποιοδήποτε στοιχείο, το οποίο δεν θα ήταν δυνατό να εξακριβωθεί χωρίς την κράτηση του Αιτητή και ιδίως δεδομένης της από τις 16.2.2026 κράτησής του δυνάμει του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου. Να σημειωθεί ότι το επίδικο εν προκειμένω διάταγμα εκδόθηκε περί τους δύο μήνες μετά την κράτηση του Αιτητή, ήτοι στις 20.4.2024. Επισημαίνεται επίσης συναφώς ότι η συνέντευξη του Αιτητή επί της αιτήσεώς του για διεθνή προστασία έλαβε χώρα στις 17.4.2025, ήτοι πριν από την έκδοση του επίδικου διατάγματος. Συνεπώς όλα τα σχετιζόμενα με την αίτησή του κρίσιμα στοιχεία είχαν ήδη τεθεί ενώπιον της αρμόδιας αρχής προς τη εκδόσεως του επίδικου διατάγματος. Περαιτέρω, οι Καθ’ ων η αίτηση σε κανένα στάδιο της διοικητικής ή και της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, όπου είχαν τη δυνατότητα, δεν υποδεικνύουν τα στοιχεία εκείνα τα οποία δέον να προσδιοριστούν, ώστε να καθίσταται αναγκαία η κράτησή του μέχρι και την έκδοση της παρούσας. Η μοναδική αναφορά που γίνεται στο στοιχείο (β) του άρθρου 9ΣΤ(2) του περί Προσφύγων Νόμου στο  σημείωμα ημερομηνίας 17.4.2026, είναι η απλή παράθεση της σχετική διάταξης χωρίς οποιαδήποτε άλλη ανάλυση. Ως εκ τούτου, δεν δικαιολογείται η κράτηση του Αιτητή στη βάση του άρθρου 9ΣΤ(2)(β).

 

35.          Ωστόσο ως νομική βάση του επίδικου διατάγματος προκρίνεται και το στοιχείο (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 9ΣΤ, το οποίο θεσπίζει ένα διακριτό λόγο κράτησης. Όπως προκύπτει από την νομολογία του ΔΕΕ οι λόγοι κράτησης απαριθμούνται εξαντλητικώς, ενώ δεν αποκλείεται να συντρέχει ένας ή περισσότεροι, ταυτόχρονα, λόγοι κράτησης, όπως άλλωστε απορρέει τόσο από το γράμμα όσο και από την τελεολογία της εν λόγω διάταξης (βλ. Απόφαση του Δικαστηρίου (τμήμα μείζονος συνθέσεως) της 15ης Φεβρουαρίου 2016, Υπόθεση C-601/15 PPU, J. N. κατά Staatssecretaris van Veiligheid en Justitie, ECLI:EU:C:2016:84, σκέψη 59, βλ. επίσης κατευθυντήριες γραμμές  του EUAA «Guidelines on Alternatives to Detention», Δεκεμβρίου του 2024, σ. 13[2]). Ως εκ τούτου, τυχόν λανθασμένη επίκληση του ενός λόγου κράτησης δεν οδηγεί άνευ ετέρου σε ματαίωση του σκοπού της κράτησης στη βάση άλλο νομικού ερείσματος, εν προκειμένω του του στοιχείου (δ) του εδαφίου (2). Άλλωστε και στο άρθρο 31 του περί  του περί Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου του 1999 (158(Ι)/1999), προβλέπεται ότι εσφαλμένη νομική αιτιολογία δεν οδηγεί σε ακύρωση της πράξης, αν η πράξη μπορεί να έχει άλλο νομικό έρεισμα.

 

36.          Προχωρώντας στην εξέταση του νομίμου της κράτησης του Αιτητή υπό το άρθρο 9ΣΤ(2)(δ), διαπιστώνεται ότι, οι Καθ' ων η αίτηση προχώρησαν σε κράτηση του Aιτητή δυνάμει της εν λόγω διάταξης, καθώς ο Αιτητής κρατείτο ήδη στο πλαίσιο της διαδικασίας επιστροφής δυνάμει των άρθρων 18ΟΓ μέχρι 18ΠΘ του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, προκειμένου να προετοιμάζεται η επιστροφή του,  και καθώς κρίθηκε ότι, βάσει αντικειμενικών κατά του ίδιους, κριτηρίων, υπέβαλε την αίτησή του για διεθνή προστασία προκειμένου να καθυστερεί απλώς ή να εμποδίζει την εκτέλεση απόφασης επιστροφής

 

37.          Σημειώνεται καταρχάς ότι, όπως προκύπτει και από τις αρχές που καταγράφονται ανωτέρω, το διοικητικό όργανο που εκδίδει το διάταγμα κράτησης του αιτούντος ασύλου δυνάμει του άρθρου 9ΣΤ(2)(δ) θα πρέπει με σαφή τρόπο να προβεί σε έλεγχο της προσφορότητας και της αναγκαιότητας του μέτρου της κράτησης έναντι άλλων εναλλακτικών μέτρων. Αυτή η διεργασία δεν μπορεί να γίνει in abstracto αλλά θα πρέπει να γίνει κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο, διατυπωμένο κατά τρόπο που να επιτρέπει αφενός, στον ίδιο τον αιτητή να αντιληφθεί τους λόγους για τους οποίους κρατείται και αφετέρου, στο δικαστήριο να εξετάσει τη νομιμότητα του διατάγματος κράτησης. Συνεπώς, θα πρέπει να προκύπτουν με σαφήνεια όχι μόνο το νομικό υπόβαθρο αλλά και τα πραγματικά γεγονότα τα οποία υπήρξαν καθοριστικά για την απόφαση του διοικητικού οργάνου να διατάξει την κράτηση και επί των οποίων βασίστηκε ώστε να προκρίνει την κράτηση έναντι άλλων λιγότερο περιοριστικών της ελευθερίας μέτρων. Ιδίως σε περιπτώσεις όπως η παρούσα, η υποχρέωση αυτή καθίσταται ακόμα πιο επιτακτική δεδομένης της φύσης της διοικητικής πράξης, η οποία απολήγει σε αποστέρηση της ελευθερίας ενός προσώπου.

 

38.          Ορθότερο δε είναι η σύνοψη αυτή των γεγονότων να περιλαμβάνεται στο σώμα του ιδίου του διατάγματος, όπως άλλωστε προκύπτει από το ίδιο το γράμμα των εδαφίων (5) και (8) του άρθρου 9ΣΤ του περί Προσφύγων Νόμου και της συναφούς νομολογίας που παρατίθεται ανωτέρω.

 

39.          Σημειώνεται, εξάλλου, ότι το βάρος απόδειξης τόσο της συνδρομής των προϋποθέσεων εφαρμογής μίας εκ των περιπτώσεων επιτρεπόμενης κράτησης δυνάμει του άρθρου 9ΣΤ(2) όσο και της αναγκαιότητας αυτής, φέρει η αρμόδια αρχή που την επιβάλλει (Βλ. Εγχειρίδιο της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Ασύλου με τίτλο «Judicial analysis Detention of applicants for international protection in the context of the Common European Asylum System» σελ. 53).

 

40.          Λαμβάνοντας δε την έκταση της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου, όπως αναλύθηκε ανωτέρω, αυτό δύναται πλέον το ίδιο να αποφασίσει κατά πόσον η περίπτωση του Αιτητή μπορεί να υπαχθεί στην περίπτωση του 9ΣΤ(2)(δ). Εφόσον η απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι καταφατική, τότε θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο η κράτηση ήταν πράγματι το προσφορότερο μέτρο έναντι άλλων εναλλακτικών μέτρων ή ακόμα εάν θα προχωρήσει στην ακύρωση του επίδικου διατάγματος κράτησης. Υπογραμμίζεται ωστόσο ότι, η εξουσία αυτή του δικαστηρίου δεν απαλλάσσει τη διοίκηση από την υποχρέωσή της να προβαίνει η ίδια με σαφή και εξατομικευμένο τρόπο στην ανάλυση και αξιολόγηση της κάθε υπόθεσης προτού προβεί στην έκδοση διατάγματος κράτησης.

 

41.          Στην απόφαση Mehmet ArslanC‑534/11, EU:C:2013:343, σκέψεις 57-59 (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι του Δικαστηρίου), η οποία παρατίθεται και ανωτέρω, επισημαίνεται ότι «όσον αφορά μια κατάσταση όπως η επίμαχη της κύριας δίκης, στην οποία, αφενός, ο υπήκοος τρίτης χώρας τέθηκε υπό κράτηση βάσει του άρθρου 15 της οδηγίας 2008/115 για τον λόγο ότι η συμπεριφορά του δημιουργούσε φόβους ότι, αν δεν ετίθετο υπό κράτηση, θα διέφευγε και θα παρεμπόδιζε την απομάκρυνσή του, και, αφετέρου, η αίτηση ασύλου φαίνεται να έχει υποβληθεί με μοναδικό σκοπό να καθυστερήσει, ή ακόμη και να υπομονεύσει, την εκτέλεση της αποφάσεως περί επιστροφής που εκδόθηκε κατ' αυτού, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι περιστάσεις αυτές μπορούν πράγματι να δικαιολογήσουν τη διατήρηση της κρατήσεως του εν λόγω υπηκόου ακόμη και μετά την υποβολή αιτήσεως ασύλου.».

 

42.          Στην ίδια απόφαση τονίζεται ότι από το γεγονός και μόνον ότι ένας αιτών άσυλο, κατά την υποβολή της αιτήσεώς του, αποτελεί αντικείμενο αποφάσεως περί επιστροφής και έχει τεθεί υπό κράτηση βάσει του άρθρου 15 της οδηγίας 2008/115 δεν μπορεί να τεκμαίρεται, χωρίς κατά περίπτωση εκτίμηση του συνόλου των κρίσιμων περιστάσεων, ότι αυτός υπέβαλε την αίτηση αυτή με μοναδικό σκοπό να καθυστερήσει ή να ματαιώσει την εκτέλεση της αποφάσεως περί επιστροφής και ότι είναι αντικειμενικώς αναγκαία και αναλογική η διατήρηση του μέτρου της κρατήσεως. (Βλ. ανωτέρω, ArslanC‑534/11, σκέψη 62)

 

43.          Το άρθρο 9ΣΤ(2)(δ) του περί Προσφύγων Νόμου, δυνάμει του οποίου εκδόθηκε το επίδικο διάταγμα, καθορίζει ότι μπορεί αιτητής ασύλου να κρατηθεί όταν αφενός, κρατείται ήδη στο πλαίσιο διαδικασίας  επιστροφής δυνάμει των άρθρων 18ΟΓ μέχρι 18ΠΘ του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, προκειμένου να προετοιμάζεται η επιστροφή ή/και να διεξάγεται η διαδικασία απομάκρυνσης και αφετέρου, να υπάρχουν αντικειμενικά κριτήρια, τα οποία τεκμηριώνουν βάσιμους λόγους ότι ο αιτητής υποβάλλει αίτηση διεθνούς προστασίας, για να καθυστερήσει ή να εμποδίζει την εκτέλεση απόφασης επιστροφής.

 

44.          Στα αντικειμενικά κριτήρια βάσει του προαναφερόμενου άρθρου συμπεριλαμβάνεται το γεγονός ότι το πρόσωπο είχε ήδη την ευκαιρία πρόσβασης στη διαδικασία χορήγησης ασύλου και δεν το έπραξε. Αυτό αν και στοιχείο μη καθοριστικό λαμβάνεται υπόψη ως κριτήριο που αιτιολογεί την υπαγωγή ενός αιτητή στην περίπτωση του άρθρου 9ΣΤ(2)(δ). (Βλ. Υπόθεση Αρ. 2319/2006, MD Jakir Hossain vAAΠ, (2008) 4 ΑΑΔ 568, ημερ. 16.7.2008).

 

45.          Εν προκειμένου, ο Αιτητής πριν από την έκδοση του επίδικου διατάγματος κρατείτο με διάταγμα ημερομηνίας 16.2.2026, το οποίο εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 14 και του άρθρου 18ΠΣΤ(1) του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου και δυνάμει διατάγματος ίδιας ημερομηνίας βρισκόταν σε εξέλιξη διαδικασία απέλασής του. Η αίτησή του Αιτητή για άσυλο υποβλήθηκε μετά την κράτησή του για παράνομη παραμονή και απέλαση και ακόμα μετά την έκδοση της απόφασης του Διοικητικού Δικαστήριο ημερομηνίας 30.3.2026. Συνεπώς, τόσο κατά την έκδοση του επίδικου διατάγματος όσο και κατά την υποβολή της αίτησης του Αιτητή για διεθνή προστασία, βρισκόταν σε εξέλιξη διαδικασίας απέλασής του.

 

46.          Περαιτέρω, σύμφωνα με τα γεγονότα της υπόθεσης, γεγονότα τα οποία δεν αρνείται ο Αιτητής και προκύπτουν εξάλλου και από την απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου στην προσφυγή αρ. 189/2026, ο Αιτητής, από την άφιξή του στη Δημοκρατία στις 30.6.2025, δεν προσήλθε στην εργασία του ούτε και διέμενε στη διεύθυνση όπου όφειλε, σύμφωνα με τους όρους εργασίας του, να διαμένει (γεγονός που επιβεβαιώθηκε και από τη συνήγορο του Αιτητή κατά την ακροαματική διαδικασία της 14.5.2026). Ο Αιτητής ούτε κατά την άφιξή του στη Δημοκρατία αλλά ούτε και από τις 16.2.2026, αφότου συνελήφθη, μέχρι και τον Απρίλιο του 2026 υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας. Το κατά πόσον η αίτησή του θεωρείται ότι υποβλήθηκε στις 17.4.2026 ή στις 7.4.2026, όπως ο ίδιος υποστηρίζει, δεν αποτελεί κρίσιμο γεγονός, καθώς η χρονική απόσταση από την άφιξή του στη Δημοκρατία και το ότι η αίτηση υποβλήθηκε περίπου δύο μήνες μετά τη σύλληψή του δεν διαφοροποιεί ουσιωδώς τη διαπίστωση ότι ο Αιτητής είχε αντικειμενικώς τη δυνατότητα να υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας σε προγενέστερο στάδιο μετά την άφιξή του στη Δημοκρατία και ότι μόνον μετά τη σύλληψή του, και μάλιστα μετά την πάροδο σημαντικού χρονικού διαστήματος, έσπευσε να υποβάλει αίτηση ασύλου.

 

47.          Σε κάθε περίπτωση, επισημαίνεται ότι μία αίτηση ασύλου θεωρείται υποβληθείσα όχι κατά την τυπική καταγραφή της αλλά κατά την εξωτερίκευση της επιθυμίας του αιτούντος άσυλο, έστω και προφορικώς (βλ. όρο «υποβολή» στο ερμηνευτικό άρθρο 2 του περί Προσφύγων Νόμου και Απόφαση του Δικαστηρίου (τέταρτο τμήμα) της 25ης Ιουνίου 2020, VL κατά Ministerio Fiscal (Αρχή πιθανώς αρμόδια για την παραλαβή αιτήσεως διεθνούς προστασίας), Υπόθεση C-36/20 PPU, ECLI:EU:C:2020:495, σκέψεις 89 έως 94). Το γεγονός ότι ο Αιτητής, έστω και μετά τη σύλληψή του, προέβη στην υποβολή αίτησης ασύλου μόνο αφού είχε ήδη εισέλθει στη Δημοκρατία και ενώ, εξ όσων φαίνεται, εις γνώση του παραβίαζε τους όρους της άδειας εισόδου του, αποτελεί ένδειξη περί της μη γνησιότητας της αίτησής του για διεθνή προστασία, η οποία ακολούθησε μόνο μετά τη σύλληψή του για το αδίκημα της παράνομης παραμονής. Δεν παραγνωρίζεται δε ότι ο Αιτητής αφίχθη στη Δημοκρατία με νόμιμη θεώρηση εισόδου ήδη από τον Ιούνιο του 2025. Διαπιστώνεται, συνεπώς, ότι η αίτηση του Αιτητή καταχωρίστηκε με σημαντική καθυστέρηση, λαμβανομένων υπόψη του ιστορικού και των προσωπικών περιστάσεων του Αιτητή.

 

48.          Δεύτερο δεδομένο που λαμβάνεται υπόψη ως προς την γνησιότητα του αιτήματός του είναι το γεγονός ότι η αίτησή ασύλου του Αιτητή, η οποία εντέλει απορρίφθηκε μετά την έκδοση του επίδικου διατάγματος, κατέγραφε με γενικούς όρους ότι δεν μπορεί να επιστρέψει στη χώρα του ένεκα κινδύνου πολιτικής αντεκδίκησης. Καίτοι, η πολιτική δίωξη εν δυνάμει θα μπορούσε να δικαιολογήσει την υπαγωγή σε καθεστώς διεθνούς προστασίας, η γενικότητα με της οποία ο Αιτητής διατυπώνει τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα του, δεν παραπέμπουν σε εκ πρώτης όψεως γνήσια αίτηση.

 

49.          Υπό τω φως των ανωτέρω, κρίνω ότι δεδομένης της μη δικαιολογημένης καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησής ασύλου του Αιτητή, η οποία υποβλήθηκε λίγο μετά τη σύλληψή του και της απόρριψης της αίτησης του πληρούται και η δεύτερη προϋπόθεση εφαρμογής του άρθρου 9ΣΤ(2)(δ) καθώς λαμβάνοντας υπόψη σωρευτικά τα πιο πάνω δεδομένα κρίνεται ότι   ο Αιτητής υπέβαλε την αίτηση διεθνούς προστασίας προκειμένου να καθυστερήσει ή/και παρεμποδίσει την εκτέλεση της απόφασης απέλασής του.   

 

50.          Ως προς την επιβολή του μέτρου της κράτησης έναντι άλλων περιοριστικών μέτρων, όπως προκύπτει από την προαναφερθείσα νομολογία, θα πρέπει η στάθμιση αυτή να γίνεται καταρχήν με σαφήνεια και ρητώς από το διοικητικό όργανο και μόνο εκεί όπου τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου απολήγουν σε ένα συγκεκριμένο συμπέρασμα, η αιτιολογία δύναται να αναπληρωθεί από το διοικητικό φάκελο της υπόθεσης. Το παρόν Δικαστήριο δύναται σε κάθε περίπτωση να αποφασίσει κατά πόσον η κράτηση ήταν πράγματι το προσφορότερο μέτρο έναντι άλλων εναλλακτικών μέτρων ή ακόμα εάν θα προχωρήσει στην ακύρωση του επίδικου διατάγματος κράτησης (Βλ. συναφώς απόφαση της 14ης Μαΐου 2020, FMSEU:C:2020:367, σκέψεις 290-293 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

 

51.          Στην απόφαση Mehmet ArslanC‑534/11, EU:C:2013:343, σκέψεις 57-59, η οποία παρατίθεται και ανωτέρω, επισημαίνεται ότι «όσον αφορά μια κατάσταση όπως η επίμαχη της κύριας δίκης, στην οποία, αφενός, ο υπήκοος τρίτης χώρας τέθηκε υπό κράτηση βάσει του άρθρου 15 της οδηγίας 2008/115 για τον λόγο ότι η συμπεριφορά του δημιουργούσε φόβους ότι, αν δεν ετίθετο υπό κράτηση, θα διέφευγε και θα παρεμπόδιζε την απομάκρυνσή του, και, αφετέρου, η αίτηση ασύλου φαίνεται να έχει υποβληθεί με μοναδικό σκοπό να καθυστερήσει, ή ακόμη και να υπομονεύσει, την εκτέλεση της αποφάσεως περί επιστροφής που εκδόθηκε κατ' αυτού, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι περιστάσεις αυτές μπορούν πράγματι να δικαιολογήσουν τη διατήρηση της κρατήσεως του εν λόγω υπηκόου ακόμη και μετά την υποβολή αιτήσεως ασύλου.».

 

52.          Εν προκειμένω, κατά τον χρόνο της σύλληψής του, ο Αιτητής διέμενε παρανόμως στη Δημοκρατία. Από τα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα, ο Αιτητής φαίνεται, μολονότι είχε νόμιμη θεώρηση εισόδου ήδη από την άφιξή του, να παρέβη τους όρους αυτής, μη εμφανιζόμενος στον εργοδότη του για να παρέχει τη συμφωνηθείσα εργασία του. Μετά τη σύλληψή του και σύμφωνα με όσα καταγράφονται στον διοικητικό φάκελο, ο Αιτητής αρνήθηκε να δηλώσει τόπο διαμονής. Το γεγονός ότι, κατά δήλωση της συνηγόρου του, εκ των υστέρων και μετά τη σύλληψή του δήλωσε ως διεύθυνση διαμονής τη διεύθυνση της μητέρας του, η οποία επίσης διέμενε και εργαζόταν στη Δημοκρατία, όπως προέβαλε και στην αίτησή του για διεθνή προστασία, δεν αποτελεί επαρκή λόγο για τη μη επιβολή των εν λόγω μέτρων καθώς για σημαντικό χρονικό διάστημα μέχρι και τη σύλληψη το ο Αιτητής διέμενε σε μη δηλωμένο τόπο διαμονής. Ο Αιτητής δεν προέβαλε, βάσει των ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένων, στοιχεία που να καταδεικνύουν σχέση εξάρτησης με τη μητέρα του, δεδομένου ότι αμφότεροι είναι ενήλικες και η ίδια εργαζόμενη.

 

53.          Ταυτόχρονα, η στάση του Αιτητή, ήτοι η παράνομη διαμονή του και η παραβίαση των όρων εισόδου του στη Δημοκρατία ήδη από την άφιξή του, βάσει των ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένων, δεν καταδεικνύουν πρόσωπο το οποίο τείνει να επιδεικνύει τον δέοντα σεβασμό προς τους νόμους του κράτους. Πλην όμως, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, ο Αιτητής δεν διέμενε σε συγκεκριμένη διεύθυνση προ της σύλληψής του.

 

54.          Ως εκ τούτου, κρίνω ότι η κράτηση αποτελεί, εν προκειμένω, αναγκαίο και ανάλογο μέτρο και ότι δεν θα μπορούσαν να διαταχθούν εναλλακτικά της κράτησης μέτρα, προκειμένου να επιτευχθεί ο σκοπός απομάκρυνσης/επιστροφής του Αιτητή σε περίπτωση απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου. Ως εκ τούτου, δεν προκύπτουν έτερα στοιχεία από το προσωπικό προφίλ του Αιτητή που να αναιρούν τα κίνητρα και τον κίνδυνο διαφυγής του.

 

55.          Απορρίπτεται ως εκ τούτου, ο ισχυρισμός του Αιτητή περί παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας και της αναγκαιότητας για τους λόγους που εκτίθενται ανωτέρω, καθώς διαπιστώθηκε ότι αφενός, τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης δικαιολογούν τον περιορισμό της ελευθερίας του Αιτητή, παρά το γεγονός ότι αυτός είναι αιτών άσυλο, και αφετέρου ότι η κράτηση αποτελεί αναγκαίο και ανάλογο μέτρο, εν προκειμένω, για την αποτροπή διαφυγής του Αιτητή και ματαίωσης του σκοπού της απέλασής του, σε περίπτωση απορριπτικής και τελικής απόφασης σε σχέση με την αίτησή του για άσυλο.

 

56.          Επιπλέον, επισημαίνεται ότι η νομική βάση για την κράτηση του Αιτητή, ήτοι το άρθρο 9ΣΤ(2)(δ), αποτελεί εναρμονιστική διάταξη της αντίστοιχης διάταξης του άρθρου 8 της Οδηγίας  2013/33/ΕΕ, καλυπτόμενη από το τεκμήριο της συμβατότητας με το ενωσιακό δίκαιο, συμπεριλαμβανομένου των Άρθρων 6 και 18 του Χάρτη, και με το Άρθρο 5 της ΕΣΔΑ, υπό το φως και της νομολογίας του ΔΕΕ (Βλ. mutatis mutandis, Απόφαση της 15ης Φεβρουαρίου 2016, C-601/15, J. N. κατά Staatssecretaris van Veiligheid en Justitie, ECLI:EU:C:2016:84). Για τους λόγους, δε, που αναλύονται ανωτέρω, η περίπτωση του Αιτητή  εμπίπτει στις επιτρεπόμενες από το νόμο περιπτώσεις κράτησης αιτούντος άσυλο και περιορισμού των δικαιωμάτων των άρθρων 8 (δικαίωμα παραμονής) και 9Δ (Διαμονή και ελευθερία διακίνησης) του περί Προσφύγων Νόμου. Συνεπώς, η κράτηση του Αιτητή, ικανοποιούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 9ΣΤ(2)(δ), δεν προσκρούει στο δικαίωμα του Αιτητή για ελεύθερη διακίνηση και διαμονή.

 

57.          Δεδομένης της ανωτέρω ανάλυσης, παρέλκει η εξέταση οποιοδήποτε άλλου ισχυρισμού του Αιτητή.

 

Ως εκ τούτου, η παρούσα προσφυγή αποτυγχάνει και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται κατά το μέρος που αφορά στο άρθρο 9ΣΤ(2)(δ) ως νομικής βάσης του επίδικου διατάγματος κράτησης, με €1000 υπέρ των Καθ’ ων η αίτηση.

 

 

                                                                               Κ.Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 

     

 



[1] Bλ. https://euaa.europa.eu/sites/default/files/Detention-JA-EN-PDF.pdf , σ. 46 [Ημερομηνία πρόσβασης 19.5.2026]

[2] «The grounds for detention for applicants for international protection are listed in the RCD (2024). These grounds are exhaustive and must be laid down in the national law of Member States. In accordance with Article 10(4) RCD (2024), an applicant may be detained only on the basis of one or more of the following grounds:[…]».


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο