G. K. S. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.Τ567/25, 5/5/2026
print
Τίτλος:
G. K. S. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.Τ567/25, 5/5/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

                                                                                   Υπόθεση αρ.Τ567/25

5 Μαΐου 2026

 

[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

G. K. S.

                                                                                                                        Αιτήτρια

Και

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

                                                                                                                        Καθ’ ων η αίτηση

 

Κος Α. Μερακλής, δικηγόρος για Αιτήτρια

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Με την προσφυγή η αιτήτρια αιτείται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημ.03/11/25, που κοινοποιήθηκε αυθημερόν, ως άκυρης, παράνομης και στερούμενης έννομου αποτελέσματος (Αιτητικό Α1) και, περαιτέρω, αιτείται απόφαση δια της οποίας αναγνωρίζεται ως πρόσφυγας (Αιτητικό Α2) ή, εναλλακτικά, ως αναφέρεται, απόφαση δια της οποίας αναγνωρίζεται ως δικαιούχος συμπληρωματικής προστασίας (Αιτητικό Α3).

Ως εκτίθεται στο Υπόμνημα και προκύπτει από το περιεχόμενο του Διοικητικού Φάκελου, η αιτήτρια κατάγεται από τη Λ. Δ. του Κονγκό (στο εξής ΛΔΚ), εισήλθε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές μέσω κατεχομένων στις 30/09/21 και υπέβαλε 1η αίτηση διεθνούς προστασίας στις 20/10/21 (ερ.1-3, 12-13, 41).

Στις 31/07/23 έγινε συνέντευξη στην αιτήτρια από τους καθ’ ων η αίτηση, προς εξέταση της αιτήσεως ασύλου, όπου της δόθηκε η ευκαιρία, μέσα από σχετικές ερωτήσεις, μεταξύ άλλων, να εκθέσει τους λόγους στους οποίους στηρίζει το αίτημα της (ερ.31-41). Μετά τη συνέντευξη ετοιμάστηκε Έκθεση και στις 30/04/24 η 1η αίτηση διεθνούς προστασίας που υπέβαλε η αιτήτρια απορρίφθηκε (ερ.61-71). Ακολούθως ετοιμάστηκε σχετική επιστολή ενημέρωσης της αιτήτριας για την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία της δόθηκε δια χειρός στις 30/05/24 και μεταφράστηκε σε γλώσσα την οποία κατανοεί (ερ.75, 3).

Κατά της ων άνω απόφασης των καθ’ ων η αίτηση η αιτήτρια καταχώρησε στο Δικαστήριο την υπ. αρ.2014/24, που απορρίφθηκε στις 28/01/25, με απόφαση αντίγραφο της οποίας βρίσκεται στον διοικητικό φάκελο (ερ.82-109).

Στις 18/03/25 η αιτήτρια υπέβαλε 1η μεταγενέστερη αίτηση, η οποία και απορρίφθηκε στις 17/07/25 ως απαράδεκτη, στη βάση των αρ.16 (Δ) και 12Β Τετράκις του Νόμου (ερ.113-123, 127-131). Έπειτα ετοιμάστηκε επιστολή ενημέρωσης της αιτήτριας, που της δόθηκε δια χειρός στις 07/08/25 και της μεταφράστηκε στην μητρική της γλώσσα (ερ.132-133).

Στις 03/11/25 η αιτήτρια υπέβαλε την επίδικη 2η μεταγενέστερη αίτηση, που απορρίφθηκε αυθημερόν ως απαράδεκτη, στη βάση των αρ.16 (Δ) και 12Β Τετράκις του Νόμου (ερ.136-150, 155-160). Έπειτα ετοιμάστηκε επιστολή ενημέρωσης της αιτήτριας, που της δόθηκε δια χειρός την ίδια μέρα και της μεταφράστηκε σε γλώσσα την οποία κατανοεί (ερ.161).

Επί του περιεχομένου των ως άνω αιτήσεων σημειώνω τα εξής.

Προτού προχωρήσω σημειώνω ότι κατά και μετά την υποβολή της 1ης αίτησης διεξήχθη συνέντευξη προς διαπίστωση τυχόν ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων, δεδομένου ότι η αιτήτρια ανέφερε ότι ήταν ασυνόδευτη ανήλικη, στα πλαίσια της οποίας παραπέμφθηκε στις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας. Στα πλαίσια της συνέντευξης της αιτήτριας στις 31/07/23 έγιναν ερωτήσεις προς προσδιορισμό της ηλικίας αυτής, παρουσία κοινωνικής λειτουργού ενεργούσας ως κηδεμόνας της αιτήτριας, εκ των οποίων έγινε δεκτό ότι (κατά την υποβολή της 1ης αιτήσεως) επρόκειτο για ασυνόδευτη ανήλικη. Σημειώνεται εδώ ότι η αιτήτρια ενηλικιώθηκε, βάσει της ημερομηνίας γέννησης της, ως η ίδια την ανέφερε, στις 09/07/23.

Επί της 1ης αιτήσεως ασύλου η αιτήτρια καταγράφει ότι έφυγε από τη χώρα καταγωγής γιατί ήταν σε κίνδυνο, καθώς την εκμεταλλεύτηκε άτομο το οποίον κατονομάζει, ο οποίος, ως αναφέρει, έμπαινε στο δωμάτιο της όταν η σύζυγος του δεν ήταν στο σπίτι και όταν η σύζυγος του επέστρεφε της έλεγε ότι η αιτήτρια είναι «κακό στη ζωή τους» και όταν ένας φίλος της αιτήτριας, ο Emmanuel, που είναι ταγματάρχης (colonel), το έμαθε, τη βοήθησε να φύγει από τη ΛΔΚ.

Στη συνέντευξη η αιτήτρια ισχυρίστηκε είναι μοναχοκόρη, μεγάλωσε με την μητέρα της στην πόλη Kindu, στην περιφέρεια Maniema, διατηρεί επαφή με ορισμένους φίλους της (“no exactly, I talked with some friends”, ερ.37 – Χ11), πήγε στην Κινσάσα στις 02/04/21 (μέχρι τις 21/09/21, όταν και έφυγε από τη ΛΔΚ), μετά που απεβίωσε η μητέρα της τον Φεβρουάριο 2021, χωρίς να γνωρίζει τον λόγο που πέθανε η μητέρα της η ίδια, δεν έχει δει ποτέ τον πατέρα της. Στην Κινσάσα διέμενε με μεγάλη οικογένεια, η οποία δεν ήταν δικής της, ως ανέφερε, την οποία της τη βρήκε ένας ιερέας, όπου οι συνθήκες ήταν καλές όμως ο σύζυγος την κακοποιούσε. Έχει φοιτήσει σε σχολείο μέχρι την ηλικία των 15 ετών, όμως όταν πήγε στην Κινσάσα δεν ενεγράφη στο σχολικό έτος, καθότι ήταν Απρίλης και το έτος είχε αρχίσει τον προηγούμενο Σεπτέμβριο, ως ανέφερε.

Σχετικά με το ταξίδι της από τη ΛΔΚ στα κατεχόμενα η αιτήτρια ανέφερε ότι ο κ.Emmanuel πήγε και την πήρε από το σπίτι που αυτή διέμενε, τη βοήθησε σχετικά με όλα, την πήγε στο Brazzaville, απ’ όπου έφυγε αεροπορικώς για τα κατεχόμενα. Ο εν λόγω κύριος της έδωσε το έγγραφο με το οποίο ταξίδεψε, όμως δεν γνωρίζει ποιος πλήρωσε για το ταξίδι της.

Ερωτώμενη σχετικά η αιτήτρια ανέφερε πως έφυγε από τη ΛΔΚ γιατί βιάσθηκε από άτομο το οποίο κατονομάζει και, καλούμενη να αναφέρει περαιτέρω πληροφορίες σχετικά, είπε ότι μετά τον θάνατο της μητέρας της έμενε 2 μήνες μόνη, συμμετέχοντας σε εκδηλώσεις της εκκλησίας, θα την έδιωχναν από το σπίτι που διέμενε και τότε, αφότου εξήγησε αυτά σε ένα ιερέα, αυτός την έστειλε στο σπίτι της αδελφής του στην Κινσάσα, όπου η αιτήτρια διέμενε με τον σύζυγο και τα παιδιά της και περνούσε καλά αρχικά. Μετά που ο σύζυγος την κακοποίησε η αιτήτρια φοβόταν ότι αν το μάθει η σύζυγος του θα την έδιωχνε από το σπίτι όμως ένας φίλος της οικογένειας, ο κ.Emmanuel, την ρώτησε και αυτή του είπε όλη την ιστορία της και μια μέρα της είπε να πάρει μια μικρή τσάντα με ρούχα και παπούτσια και τη βοήθησε να φύγει από τη ΛΔΚ.

Ερωτώμενη για το περιστατικό του βιασμού η αιτήτρια ανέφερε ότι ένα πρωί που οι άλλοι (παιδιά/σύζυγος) έλειπαν ο άνδρας μπήκε στο δωμάτιο της, την κτύπησε βάναυσα, μέχρι που δεν είχε άλλη δύναμη, την κακοποίησε και μετά έφυγε και ήρθε το βράδυ. Αυτό έγινε μόνο μια φορά, δεν γνωρίζει τον λόγο, η αιτήτρια δεν έκανε τίποτε μετά απ’ αυτό και ούτε κατάγγειλε το συμβάν στις αρχές, καθώς – ως ανέφερε – δεν γνώριζε τον δρόμο προς το αστυνομικό τμήμα, αφού ήταν καινούργια στην Κινσάσα. Μετά το συμβάν ο άνδρας την απέφευγε και η αιτήτρια συνέχισε να διαμένει στο σπίτι του. Ερωτώμενη για το πως την προσέγγισε ο άνδρας που τη βοήθησε να φύγει από τη ΛΔΚ η αιτήτρια ανέφερε ότι μια μέρα ρωτούσε αυτήν και τα άλλα παιδιά του κατ’ ισχυρισμό κακοποιητή της τι θα κάνουν στο μέλλον, αυτή του είπε ότι πέρασε και τότε της είπε να πάρει λίγα ρούχα και να τον ακολουθήσει και αυτό έπραξε η αιτήτρια. Ερωτώμενη αν μπορεί να επιστρέψει και να μείνει με ασφάλεια κάπου αλλού στη ΛΔΚ η αιτήτρια ανέφερε ότι δεν έχει οικογένεια και γι’ αυτό δεν μπορεί και, ερωτώμενη αν επιθυμεί να αναφέρει κάτι τελευταίο,  η αιτήτρια είπε ότι θα ήθελε να βρει τον πατέρα της, ο οποίος, ως πληροφορήθηκε από την μητέρα της, έχει παντρευτεί μια γυναίκα ονόματι Jeniffer.

Οι καθ’ ων η αίτηση, εξετάζοντας τα λεγόμενα της αιτήτριας σχημάτισαν τους ακόλουθους ουσιώδεις ισχυρισμούς.

1.    Προφίλ, τόπος διαμονής και χώρα καταγωγής της αιτήτριας

2.    Η αιτήτρια υπήρξε θύμα βιασμού

Εκ των ως άνω ισχυρισμών έγινε αποδεκτός ο 1ος ισχυρισμός, απορρίφθηκε όμως ο 2ος ουσιώδης ισχυρισμός, ως αναξιόπιστος.

Επί του 2ου ουσιώδους ισχυρισμού, κρίθηκε ότι το σύνολο των λεγομένων της δεν ήταν συγκεκριμένα και στερούνταν αναμενόμενων λεπτομερειών, αφού, ως οι καθ’ ων η αίτηση σημειώνουν στα ερ.65-67, η αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να αναφέρει πότε ακριβώς υπέστη κατ’ ισχυρισμό βιασμό, υπό ποιες συνθήκες έγινε, πως δεν έγιναν αντιληπτά τα όσα της συνέβησαν από τους υπόλοιπους διαμένοντες στο σπίτι, γιατί θεωρούσε ότι η σύζυγος του κατ’ ισχυρισμό βιαστή της θα την έδιωχνε από το σπίτι αν της έλεγε ότι ο σύζυγος της τη βίασε, γιατί εμπιστεύτηκε τον κ.Emmanuel, ο οποίος, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της ιδίας, διευθέτησε – και μάλιστα αφιλοκερδώς – τα πάντα για το ταξίδι της στα κατεχόμενα, δεδομένου ότι – σύμφωνα και πάλι με τα όσα η ίδια ανέφερε, ήταν φίλος του κατ’ ισχυρισμό βιαστή της, πως συνεννοήθηκε μαζί του και πως έφυγε από το σπίτι που διέμενε, ενώ η υπόλοιπη οικογένεια βρισκόταν κατά τον χρόνο της φυγής της στο σπίτι και, πέραν των ως άνω, δεν κατάφερε να τοποθετήσει χρονικά τα ως άνω συμβάντα που εξιστόρησε, αλλά ούτε και να εξηγήσει γιατί θεωρεί ότι μπορούν να επαναληφθούν σε περίπτωση επιστροφής της. Δεδομένης της προσωπικής φύσεως των όσων η αιτήτρια ανέφερε δεν κρίθηκε σκόπιμη η έρευνα σε διαθέσιμες σχετικά πληροφορίες (ΠΧΚ) και, εν όψει της τρωθείσας εσωτερικής συνοχής των λεγομένων της, ο 2ος ουσιώδης ισχυρισμός απορρίφθηκε ως αναξιόπιστος.

Ακολούθως, ανατρέχοντας σε αξιόπιστες πηγές και αξιολογώντας το προφίλ της αιτήτριας σε συνάρτηση με πληροφορίες (ΠΧΚ) για την κατάσταση ασφαλείας τον τόπο καταγωγής της (Kindu, Maniema Province), οι καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι η αιτήτρια δεν διατρέχει κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης, απέρριψαν την 1η  αίτηση διεθνούς προστασίας ως αβάσιμη και εξέδωσαν απόφαση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής.

Η ως άνω απόφαση επί της 1ης αιτήσεως ασύλου της αιτήτριας κρίθηκε ορθή και νόμιμη από το Δικαστήριο (υπό άλλη σύνθεση) στα πλαίσια της απόφασης επί της προσφυγής αρ.2014/24 (ερ.104-107).

Στα πλαίσια της 1ης μεταγενέστερης αίτησης η αιτήτρια κατέγραψε ότι όταν αυτή ήταν στα κατεχόμενα ένα άτομο, το οποίο ονομάζει θείο Andre την κακοποίησε, αυτή έφυγε από το σπίτι που διέμενε και την εντόπισε μια γυναίκα που τη βοήθησε να περάσει στις ελεύθερες περιοχές.

Δεδομένων των ως άνω οι καθ’ ων η αίτηση, εξετάζοντας την 1η μεταγενέστερη αίτηση της αιτήτριας κατέληξαν ότι τα όσα ανέφερε δεν σχετίζονται με τους λόγους που έφυγε από τη ΛΔΚ και συνεπώς δεν αυξάνουν σημαντικά την πιθανότητα να της χορηγηθεί διεθνής προστασία. Για τον λόγο αυτό η 1η μεταγενέστερη αίτηση που υπέβαλε η αιτήτρια απορρίφθηκε ως απαράδεκτη.

Στα πλαίσια της επίδικης 2ης μεταγενέστερης αίτησης η αιτήτρια καταγράφει ότι δεν είχαν καταγραφεί (στα πλαίσια της 1ης αιτήσεως) τα όσα ανέφερε και αναφέρει ότι επιθυμεί να ακουστεί ξανά, σημειώνοντας ότι ο λόγος που δεν επιθυμεί να επιστρέψει στη ΛΔΚ είναι γιατί δεν έχει οικογένεια, μετά τον θάνατο της μητέρας της, επαναλαμβάνοντας όσα είχε αναφέρει στα πλαίσια της 1ης αιτήσεως περί βιασμού της από τον σύζυγο της γυναίκας στο σπίτι της οποίας διέμενε στην Κινσάσα. Στα πλαίσια της επίδικης αίτησης η αιτήτρια προσκόμισε έγγραφο με τίτλο «Μαρτυρία προς όφελος της [αιτήτριας]» (ερ.136-137), το οποίο φέρεται έχει συγγραφεί από τον Σύνδεσμο Χριστιανών Γυναικών Δικηγόρων, στην Κινσάσα, στις 04/09/25, και το οποίο εξασφάλισε από τον κ.Emmanuel, που ήταν αυτός που (σύμφωνα με τα όσα ανέφερε στην 1η αίτηση της) τη βοήθησε να φύγει από τη ΛΔΚ, μετά που ο δικηγόρος της αιτήτριας της εξήγησε ότι χρειάζεται να έχει έγγραφα στοιχεία.

Οι καθ’ ων η αίτηση, εξετάζοντας την επίδικη 2η μεταγενέστερη αίτηση της αιτήτριας, ως στη σχετική έκθεση αναφέρεται, κατέληξαν ότι τα όσα αυτή αναφέρει δεν αποτελούν νέα στοιχεία. Αναφορικά δε με το προσκομισθέν έγγραφο σημειώνουν ότι το έγγραφο αυτό δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη αφού το σύνολο του περιεχομένου του αποτελεί αναφορές τρίτων στον κατ’ ισχυρισμό βιασμό της αιτήτριας και όχι άμεση μαρτυρία. Περαιτέρω σημειώνουν ότι, αφενός, κατόπιν έρευνας στο διαδίκτυο, δεν κατέστη δυνατό να βρεθούν πληροφορίες για τον φερόμενο εκδότη του εγγράφου, ήτοι του Συνδέσμου Χριστιανών Γυναικών Δικηγόρων, και αφετέρου, δεδομένου του υποστηρικτικού χαρακτήρα του και του ότι οι ισχυρισμοί της αιτήτριας περί κατ’ ισχυρισμό βιασμό της έχουν ήδη εξεταστεί και απορριφθεί, αυτό δεν αυξάνει την πιθανότητα χορήγησης διεθνούς προστασίας.

Στα πλαίσια της γραπτής του αγόρευσης ο συνήγορος της αιτήτριας αναφέρει ότι δεν έγινε εν προκειμένω δέουσα έρευνα, με αποτέλεσμα η προσβαλλόμενη εδώ απόφαση να είναι προϊόν πλάνης, και δεν αιτιολογείται επαρκώς. Επί τούτου κάνει αναφορές στο ιστορικό της αιτήτριας ως ασυνόδευτη ανήλικη, ορφανή, σημειώνοντας ότι οι ισχυρισμοί της είχαν αναφερθεί και στην ψυχολόγο, σε συνεντεύξεις που έκανε με την αιτήτρια. Αγορεύοντας προφορικά στις διευκρινήσεις, ανέφερε ότι στα πλαίσια της επίδικης 2ης μεταγενέστερης αίτησης αυτή είχε προσκομίσει νέα στοιχεία (ερ.136-137) που σχετίζεται με τον αρχικό της ισχυρισμό ότι έχει υποστεί βιασμό, επί του οποίου δεν έγινε δέουσα έρευνα.

Προέχει η καταγραφή του νομικού πλαισίου επί μεταγενέστερων αιτήσεων.

Στη βάση της οικείας νομοθεσίας, στα πλαίσια μεταγενέστερης αίτησης  ερευνάται κατά πόσο «[…] υποβλήθηκαν από τον αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα τα οποία ο Προϊστάμενος δεν έλαβε υπόψη κατά την έκδοση της εκδοθείσας απόφασής του […]» [αρ.16Δ (3) (α) του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 (6(I)/2000)] και, εφόσον διαπιστωθεί τούτο, εξετάζεται κατά πόσο «[τ]α εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον/στην αιτητής διεθνούς προστασίας […]» [αρ.16Δ (3) (β) (i)] και κατά πόσο «ο αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία» [αρ.16Δ (3) (β) (i) του Νόμου και αρ.40 (2),(3) και (4) Οδηγία 2013/32/ΕΕ].

Στην απόφαση στην υπ. C-921/19, LH ν. Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid, ημ.10/06/21, του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) λέχθηκαν τα εξής:

«34. Επομένως, το άρθρο 40, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας 2013/32 προβλέπει την εξέταση των μεταγενέστερων αιτήσεων σε δύο στάδια. Το πρώτο στάδιο, προκαταρκτικής φύσεως, έχει ως αντικείμενο τον έλεγχο του παραδεκτού των αιτήσεων αυτών, ενώ το δεύτερο στάδιο αφορά την επί της ουσίας εξέταση των εν λόγω αιτήσεων.

35. Το πρώτο αυτό στάδιο πραγματοποιείται επίσης σε δύο στάδια, καθένα από τα οποία οδηγεί στην εξακρίβωση των διαφορετικών προϋποθέσεων παραδεκτού που θέτουν οι ίδιες αυτές διατάξεις.

36. Επομένως, πρώτον, το άρθρο 40, παράγραφος 2, της οδηγίας 2013/32 ορίζει ότι, προκειμένου να ληφθεί απόφαση σχετικά με το παραδεκτό αίτησης για διεθνή προστασία δυνάμει του άρθρου 33, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας αυτής, η μεταγενέστερη αίτηση για διεθνή προστασία υποβάλλεται κατ' αρχάς σε προκαταρκτική εξέταση, προκειμένου να καθοριστεί εάν προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτούντα νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του εάν ο αιτών πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για να χαρακτηρισθεί ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας δυνάμει της οδηγίας 2011/95.

37. Η εξέταση του παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης συνεχίζεται, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 40, παράγραφος 3, της οδηγίας αυτής, μόνον όταν πράγματι υφίστανται τέτοια νέα στοιχεία ή πορίσματα σε σχέση με την πρώτη αίτηση για διεθνή προστασία, προκειμένου να εξακριβωθεί αν τα νέα αυτά στοιχεία και πορίσματα αυξάνουν σημαντικά την πιθανότητα να πληροί ο αιτών τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για να του αναγνωρισθεί το καθεστώς αυτό.

38. Κατά συνέπεια, οι δύο αυτές προϋποθέσεις παραδεκτού, μολονότι πρέπει αμφότερες να πληρούνται για να συνεχιστεί η εξέταση της μεταγενέστερης αίτησης, σύμφωνα με το άρθρο 40, παράγραφος 3, της εν λόγω οδηγίας, εντούτοις είναι διακριτές και δεν πρέπει να συγχέονται.»

Στην απόφαση του ΔΕΕ στην υπ. C-18/20, XY v. Bundesamt für Fremdenwesen und Asyl, ημ.09/09/21, λέχθηκαν τα εξής:

«52. Όπως δε αναφέρει ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 68 των προτάσεών του, η πρώτη από τις ως άνω προϋποθέσεις αντιστοιχεί κατ’ ουσίαν στη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 40, παράγραφος 3, της οδηγίας 2013/32, κατά την οποία τα νέα στοιχεία ή πορίσματα πρέπει να «αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χαρακτηρισμού του αιτούντος ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας δυνάμει της οδηγίας 2011/95 , ενώ η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 69 του AVG αντιστοιχεί στη δυνατότητα που παρέχεται στα κράτη μέλη με το άρθρο 40, παράγραφος 4, της οδηγίας αυτής «να προβλέπουν ότι η αίτηση εξετάζεται περαιτέρω μόνο εάν ο συγκεκριμένος αιτών, χωρίς υπαιτιότητά του, δεν μπόρεσε να επικαλεσθεί τα στοιχεία που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3 του […] άρθρου [40] κατά την προηγούμενη διαδικασία». »

Σημειώνεται ότι η Δημοκρατία – ως είχε δικαίωμα στη βάση του αρ.40 (4) της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ («[τα] κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι η αίτηση εξετάζεται περαιτέρω μόνο εάν ο συγκεκριμένος αιτών, χωρίς υπαιτιότητά του, δεν μπόρεσε να επικαλεσθεί τα στοιχεία που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3 του παρόντος άρθρου κατά την προηγούμενη διαδικασία») – συμπεριέλαβε στην οικεία νομοθεσία το αρ.16Δ (3) (β) (ii), βάσει του οποίου, προκειμένου μεταγενέστερη αίτηση να θεωρηθεί παραδεκτή και να προχωρήσει σε επί της ουσίας εξέταση της, θα πρέπει να «ικανοποιείται πως ο αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος». Είναι δε σαφές εκ της χρήσης στο αρ.40 (4) της Οδηγίας του λεκτικού «η αίτηση εξετάζεται περαιτέρω μόνο εάν», ότι η εξέταση του κατά πόσο ο αιτών φέρει υπαιτιότητα για την μη προηγούμενη επίκληση ή προσαγωγή των νέων στοιχείων εντάσσεται στα πλαίσια του δεύτερου σταδίου (βλ. C-921/19, ανωτέρω) προκαταρτικής εξέτασης της μεταγενέστερης αίτησης. Άλλωστε και στην σκέψη 38 της ως άνω απόφασης γίνεται αναφορά στις «δύο αυτές προϋποθέσεις παραδεκτού».

Σκοπός λοιπόν της εξέτασης μεταγενέστερης αιτήσεως επί του παραδεκτού, η οποία συνίσταται σε δύο διακριτά στάδια, το 1ο, όπου εξετάζεται κατά πόσο έχουν προσκομισθεί νέα στοιχεία ή έγγραφα, και το 2ο, όπου εξετάζεται τυχόν υπαιτιότητα του αιτούντος για την μη προηγούμενη επίκληση τους αλλά και το αν αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας, είναι η εξέταση του κατά πόσο πληρούνται οι ως άνω εκ της νομοθεσίας τιθέμενες προϋποθέσεις, οι οποίες θα δικαιολογούσαν περαιτέρω (επί της ουσίας) εξέταση της απορριφθείσας μεταγενέστερης αίτησης και όχι η επί της ουσίας έρευνα των νεών αυτών ισχυρισμών, ως να επρόκειτο για 1η αίτηση ασύλου.

Πέραν των ως άνω θα πρέπει περαιτέρω να σημειωθεί ότι στο αρ.16Δ (2) & (3) (α), στο οποίο ρυθμίζεται ειδικώς η διαδικασία προκαταρτικής εξέτασης μεταγενέστερης αίτησης, αναφέρεται ρητώς ότι «[ο] Προϊστάμενος λαμβάνει υπόψη όλα τα στοιχεία των προαναφερόμενων περαιτέρω διαβημάτων χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη» και, περαιτέρω, ότι, «[…] σε περίπτωση που […] ο αιτητής  δεν έχει προσκομίσει νέα στοιχεία ή πορίσματα, η μεταγενέστερη αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, με βάση την αρχή του δεδικασμένου, χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη.». Στο δε αμέσως επόμενο εδάφιο [αρ.16Δ (3) (β)] αναφέρεται ότι ο Προϊστάμενος «προβαίνει σε ουσιαστική εξέτασή [των νέων στοιχείων], αφού προηγουμένως ενημερώσει σχετικά τον αιτητή, και εκδίδει νέα εκτελεστή απόφαση, μόνο εφόσον» ικανοποιηθεί ότι, πέραν της διαπίστωσης ότι δια της εκάστοτε υπό κρίση μεταγενέστερης αιτήσεως προσκομίζονται νέα στοιχεία ή έγγραφα ή ισχυρισμοί, πληρούνται – σωρευτικά πάντοτε - και οι προϋποθέσεις που εξετάζονται στα πλαίσια του 2ου σταδίου της προκαταρτικής εξέτασης, ως αμέσως πιο πάνω αναλύεται.

Από τα ενώπιον μου στοιχειά, ως ανωτέρω αναφέρονται, θα συμφωνήσω με την επί της επίδικης μεταγενέστερης αιτήσεως κατάληξη των καθ’ ων η αίτηση επί του παραδεκτού, ως αυτή καταγράφεται στην επίδικη έκθεση.

Εξηγώ.

Εδώ η αιτήτρια αφενός είχε κάθε δυνατότητα να προσφύγει κατά των αποφάσεων επί της 1ης αιτήσεως ασύλου και της 1ης μεταγενέστερης αίτησης της στο Δικαστήριο, πράγμα που έπραξε (αναφορικά με την 1η αίτηση ασύλου), η δε προσφυγή της απορρίφθηκε και δεν καταχώρησε προσφυγή κατά της απόφασης επί της 1ης μεταγενέστερης αιτήσεως της η αιτήτρια. Αφετέρου ουδέν αναφέρει στα πλαίσια της εδώ επίδικης 2ης μεταγενέστερης αίτησης που να αιτιολογεί γιατί άφησε να περάσουν περί τα 4 χρόνια αφότου αφίχθηκε στη Δημοκρατία και περί τους 9 μήνες αφότου η προσφυγή της στο Δικαστήριο επί της 1ης αιτήσεως που υπέβαλε απορρίφθηκε, προτού αναζητήσει και λάβει, ως αυτή αναφέρει (βλ.148, σημείο 10), το προσκομισθέν έγγραφο (ερ.136-137). Τα όσα σχετικά αναφέρει περί του ότι δεν γνώριζε ότι χρειαζόταν έγγραφες αποδείξεις των ισχυρισμών της δεν γίνονται δεκτά, καθότι, ως προκύπτει από το ερ.40, προτού ξεκινήσει η συνέντευξη επί της 1ης αιτήσεως ασύλου της αιτήτριας, ρητώς της αναφέρεται ότι αναμένεται απ’ αυτή να προσκομίσει οιονδήποτε διαθέσιμο έγγραφο προς υποστήριξη της αιτήσεως της και αυτή, ούσα ενήλικη και σε καλή κατάσταση (ερ.39), αναφέρει ότι αντιλήφθηκε πλήρως ότι της ειπώθηκε και είναι έτοιμη για τη συνέντευξη, στο δε τέλος της συνέντευξης επιβεβαιώνει γραπτώς ότι τα καταγραφέντα στο πρακτικό της συνέντευξης είναι ορθά και ακριβή και αποτυπώνουν επακριβώς το τι διαμείφθηκε (ερ.31). Δεν εξηγείται λοιπόν δεόντως γιατί η αιτήτρια απευθύνθηκε σε άτομο και εξασφάλισε τέτοιο έγγραφο, το οποίο έχει φερόμενο χρόνο συγγραφής λίγες μέρες προτού γίνει η επίδικη αίτηση. Συνεπώς, επιπροσθέτως και πριν από τα όσα αναφέρουν οι καθ’ ων η αίτηση, εν προκειμένω θεωρώ ότι ίσως εκ του περισσού να έγινε ενασχόληση με το περιεχόμενο του προσκομισθέντος στα πλαίσια της επίδικης εδώ αίτησης εγγράφου, δεδομένου ότι δεν αποκαλύπτεται ο λόγος που αυτό προσκομίζεται με τόση καθυστέρηση. Το γεγονός δε ότι αυτό φέρεται να εκδόθηκε περί τον ένα μήνα προτού προσκομισθεί δημιουργεί περαιτέρω αμφιβολίες για τη σκοπιμότητα του, αφού δεν θεωρώ ευλογοφανές το έγγραφο αυτό να ζητηθεί, μέσω του ατόμου που τη βοήθησε προ 4 ετών να φύγει από τη ΛΔΚ, με εκδότη σύνδεσμο επί του οποίου ουδέν έχει εντοπιστεί στο διαδίκτυο και ουδέν προσκομίστηκε στα πλαίσια της παρούσης.

Λεχθέντων των ως άνω θεωρώ ορθά τα ευρήματα των καθ’ ων η αίτηση επί του εγγράφου αυτού, αφού, ως αναφέρεται και στην επίδικη έκθεση, το προσκομισθέν έγγραφο αφορά φερόμενη καταγραφή κατ’ ισχυρισμό γεγονότων που αφορούν την αιτήτρια, τα οποία και έλαβαν (σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της ιδίας) χώρα προ 4 ετών, το δε έγγραφο φέρει ημερομηνία έκδοσης τις 04/09/25, ένα μήνα προτού υποβληθεί η επίδικη αίτηση. Ενόψει λοιπόν της απόρριψης των ισχυρισμών που σχετίζονται με τα όσα καταγράφονται επί του εγγράφου αυτού ήδη στα πλαίσια της 1ης αίτησης ασύλου αλλά και του ότι άπαντα τα όσα καταγράφονται επ’ αυτού (ερ.136-137) συνιστούν εξ ακοής μαρτυρία, αφού αυτά φαίνεται να βασίζονται (ως στο έγγραφο καταγράφεται) στα όσα τους είπε το άτομο που, σύμφωνα με τα λεγόμενα της αιτήτριας, τη βοήθησε τότε να φύγει από τη ΛΔΚ, ουδεμία βαρύτητα μπορεί – σε κάθε περίπτωση – να δοθεί στο περιεχόμενο του εγγράφου αυτού.

Ορθώς λοιπόν θεωρώ ότι απορρίφθηκε η επίδικη αίτηση ως απαράδεκτη, στη βάση της οικείας νομοθεσίας ως και πιο πάνω καταγράφεται. Σημειώνω δε και πάλι ότι η όποια ενασχόληση των καθ’ ων η αίτηση με το έγγραφο που προσκόμισε, δεδομένου ότι ουδέν αναφέρθηκε που θα αιτιολογούσε την καθυστέρηση της στην προσκόμιση του και το πως, πότε και γιατί αυτό συντάχθηκε στον χρόνο που επ’ αυτού αναφέρεται και προσκομίστηκε στα πλαίσια της επίδικης 2ης μεταγενέστερης αίτησης, ήταν εκ του περισσού, δεδομένου ότι δεν ικανοποιείται εδώ η προϋπόθεση η μη προηγούμενη προσκόμιση να μην οφείλεται σε υπαιτιότητα της αιτήτριας.

Ουδέν λοιπόν ετέθη ενώπιον μου που να καθιστά τρωτή την επίδικη απόφαση.

Απομένει μια αποτίμηση της κατάστασης ασφαλείας στον τόπο καταγωγής της αιτήτριας.

Σύμφωνα με έρευνα στη βάση δεδομένων ACLED,  κατά το τελευταίο έτος (με τελευταία ενημέρωση στις 24/04/26), στην Maniema Province (όπου βρίσκεται και η πόλη Kindu) σημειώθηκαν 31 περιστατικά πολιτικής βίας (ο όρος "Political violence" περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 45 ανθρώπινες απώλειες.[1]  Σημειώνεται ότι από τα εν λόγω περιστατικά, 3 έλαβαν χώρα στην πόλη Kindu, τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 19 ανθρώπινες απώλειες.  Σημειώνεται ακόμη ότι ο πληθυσμός της επαρχίας Maniema ανέρχεται περί τα 2.8 εκατομμύρια κατοίκων [2] και της Kindu περί τις 234.651[3]

Είναι κατάληξη μου, αποτιμώντας τις ως άνω πληροφορίες, ότι δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα η αιτήτρια να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή της κίνδυνο σοβαρής βλάβης καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στην περιοχή όπου διέμενε, και στην οποία εύλογα αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας της στην περιοχή. Δεν μπορώ δε να εντοπίσω ιδιαίτερες περιστάσεις, δεδομένης της απόρριψης των ισχυρισμών της ήδη από την 1η αίτηση που είχε υποβάλει και την απόρριψη ως απαράδεκτης της επίδικης εδώ 2ης μεταγενέστερης αίτησης της, που να επιτείνουν τον κίνδυνο ειδικώς για την αιτήτρια σε σύγκρισή με τον γενικό πληθυσμό της περιοχής, στη βάση της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας»[4] (βλ. και απόφαση ΔΕΕ, ημ.10/06/21, C-901/19, CF and DN).

Δεδομένης λοιπόν της προ πολλού απόρριψης του αφηγήματος της αιτήτριας περί του βιασμού της και των όσων αναφέρω για τους στα πλαίσια της παρούσης ισχυρισμούς και στοιχεία που προσκόμισε δεν θεωρώ ότι ετέθη ενώπιον μου στοιχείο που να καταδεικνύει ότι η επιστροφή της αιτήτριας στη ΛΔΚ συνιστά επαναπροώθηση, δεδομένου και του ότι, σύμφωνα με όσα η ίδια ισχυρίστηκε στα πλαίσια της επίδικης 2ης μεταγενέστερης αίτησης, διατηρεί επαφή με το άτομο που κατ’ ισχυρισμό τη βοήθησε να φύγει από τη ΛΔΚ (είναι αυτό που εξασφάλισε και έστειλε το έγγραφο που προσκόμισε κατά την επίδικη αίτηση) και συνεπώς δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι στερείται παντελώς υποστηρικτικού δικτύου κατά την επιστροφή της. Άλλωστε, ως και πάλι η ίδια αναφέρει, διατηρεί επαφή με φίλους της στον τόπο διαμονής της (ερ.37 – Χ11), είναι 21 ετών σήμερα και υγιής.

Για τους πιο πάνω λόγους η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με έξοδα €500 υπέρ των καθ’ ων η αίτηση.

 

 

Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[1]  Πλατφόρμα ACLED explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με τη χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country DRC, Events/Fatalities, Past Year, διαθέσιμο στο: https://acleddata.com/platform/explorer (ημερ. πρόσβασης στις 04/05/2026)

[2] City Population, DRC, Maniema, διαθέσιμο στο:  https://www.citypopulation.de/en/drcongo/cities/ (ημερ. πρόσβασης στις 04/05/2026)

[3] GeoNames, Kindu, διαθέσιμο στο:  https://www.geonames.org/212902/kindu.html (ημερ. τελευταίας πρόσβασης στις 04/05/2026)

[4] Εγχειρίδιο EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική ανάλυση, σελ.26-28, διαθέσιμο εδώ: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο